ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ
ELEANOR SHARPSTON
της 5ης Μαρτίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑319/07 P
3F, πρώην Specialarbejderforbundet i Danmark (SID)
«Αίτηση αναιρέσεως – Κρατική ενίσχυση – Φοροαπαλλαγή – Συμβατό με την κοινή αγορά – Απόφαση της Επιτροπής να μην κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας, κατά το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ – Προσφυγή ακυρώσεως ασκηθείσα από συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων – Ενεργητική νομιμοποίηση»
1. Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων 3F (2) ζητεί με την προσφυγή της από το Δικαστήριο να εξαφανίσει τη διάταξη T-30/03 του Πρωτοδικείου, της 23ης Απριλίου 2007, με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα κατά το άρθρο 230 ΕΚ προσφυγή ακυρώσεως κατά αποφάσεως της Επιτροπής περί μη κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ (3).
Νομικό πλαίσιο και πραγματικά περιστατικά
Κοινοτικές διατάξεις
Η Συνθήκη ΕΚ
2. Οι εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις του άρθρου 87 ορίζουν τα εξής:
«1. Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα Συνθήκη ορίζει άλλως.
[…]
3. Δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά:
[…]
γ) οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον·
[…]».
3. Στο άρθρο 88 ΕΚ ορίζεται ότι η Επιτροπή εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη μέλη. Η Επιτροπή μπορεί να κινήσει διαδικασία εξετάσεως, στο πλαίσιο της οποίας «οι ενδιαφερόμενοι» μπορούν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους στην Επιτροπή (4). Στην περίπτωση αυτή, η ενίσχυση υποβάλλεται σε πλήρη εξέταση. Σε αντίθετη περίπτωση, η Επιτροπή δύναται –όπως έπραξε στην προκειμένη περίπτωση– να αποφασίσει ότι δεν είναι αναγκαίο να προβεί σε τέτοια εξέταση, επειδή θεωρεί είτε ότι τα οικεία μέτρα δεν συνιστούν ενίσχυση είτε ότι, ναι μεν συνιστούν ενίσχυση, αλλά είναι σαφές ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.
4. Στην τέταρτη παράγραφο του άρθρου 230 ΕΚ ορίζεται ότι κάθε νομικό πρόσωπο δύναται να ασκεί προσφυγή κατά των αποφάσεων που, αν και απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά.
Οι κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές του 1997
5. Οι κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών διέπονται από τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές του 1997 (στο εξής: οι κατευθυντήριες γραμμές του 1997) (5) Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, μεταξύ άλλων, αναφέρονται σε σειρά περιπτώσεων όπου ενισχύσεις χορηγούμενες σε ναυτιλιακές εταιρείες μπορούν να θεωρηθούν συμβατές με την κοινή αγορά. Ειδικότερα, το τμήμα 3.2 περιέχει κατευθυντήριες γραμμές για την εκτίμηση του συμβατού ή όχι χαρακτήρα κρατικών ενισχύσεων που χορηγούνται με σκοπό τον περιορισμό του εργασιακού κόστους.
6. Στην πέμπτη και στην έκτη παράγραφο του τμήματος 3.2 ορίζονται τα εξής:
«Πρωταρχικός στόχος […] των μέτρων στηρίξεως του ναυτιλιακού κλάδου πρέπει να είναι η μείωση των φορολογικών αλλά και των άλλων δαπανών και βαρών που επιβάλλονται στους κοινοτικούς πλοιοκτήτες και ναυτικούς (δηλαδή εκείνους που υπόκεινται σε φορολογία ή/και σε καταβολή κοινωνικών εισφορών σε κράτος μέλος) [ώστε να συγκλίνουν προς τα επίπεδα που ισχύουν παγκοσμίως]. Τα μέτρα αυτά πρέπει αν οδηγήσουν σε απευθείας τόνωση της αναπτύξεως του κλάδου και της απασχολήσεως παρά να έχουν ως αποτέλεσμα τη χορήγηση γενικής χρηματοοικονομικής υποστηρίξεως.
[Τούτου δοθέντος], θα πρέπει να ληφθούν τα ακόλουθα μέτρα όσον αφορά το κόστος απασχολήσεως για την κοινοτική ναυτιλία:
[…]
– η μείωση του ύψους του φόρου εισοδήματος για τους ναυτικούς της Κοινότητας που απασχολούνται σε πλοία νηολογημένα σε κράτος μέλος.»
7. Στο έβδομο εδάφιο του ιδίου άρθρου προβλέπεται ότι ο φόρος εισοδήματος μπορεί να μειωθεί και μάλιστα ακόμη και να μηδενιστεί στο πλαίσιο προγράμματος κρατικής ενισχύσεως.
Εθνικές διατάξεις
8. Η Δανία έχει δύο νηολόγια. Το πρώτο από τα νηολόγια αυτά είναι ένα κοινό νηολόγιο, το Εθνικό Δανικό Νηολόγιο (Dansk Nationalt Skibsregister ή DAS). Το 1988, η Δανία ίδρυσε ένα δεύτερο νηολόγιο, το Διεθνές Δανικό Νηολόγιο (Dansk Internationalt Skibsregister ή DIS) (6). Οι εφοπλιστές, τα πλοία των οποίων είναι εγγεγραμμένα στο νηολόγιο αυτό, δικαιούνται να απασχολούν ναυτικούς από χώρες εκτός ΕΕ εφαρμόζοντας τους όρους μισθοδοσίας που ισχύουν στις χώρες καταγωγής των εν λόγω ναυτικών (7).
9. Η Δανική Κυβέρνηση θέσπισε ορισμένα φορολογικά πλεονεκτήματα υπέρ των εργαζομένων σε εγγεγραμμένα στο νηολόγιο DIS πλοία ναυτικών (8). Ειδικότερα, οι απασχολούμενοι σε πλοία εγγεγραμμένα στο νηολόγιο DIS ναυτικοί απηλλάγησαν πλήρως της υποχρεώσεως καταβολής φόρου εισοδήματος. Φαίνεται να αποτελεί κοινό τόπο ότι το ευεργετικό αποτέλεσμα των φορολογικών αυτών μέτρων μετακυλίεται στους εφοπλιστές, οι οποίοι, χάρη στα μέτρα αυτά, έχουν την ευχέρεια να μειώσουν τους ακαθάριστους μισθούς, χωρίς οι απαλλασσόμενοι του φόρου ναυτικοί να υφίστανται μείωση των καθαρών αποδοχών τους.
Η προσβαλλόμενη απόφαση
10. Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν καταγγελίας της 3F, συνδικαλιστικής οργανώσεως εργαζομένων εκπροσωπούσας (μεταξύ άλλων) ναυτικούς. Η 3F κατήγγειλε ότι τα εν λόγω φορολογικά μέτρα, ιδίως η φορολογική απαλλαγή υπέρ των ναυτικών που εργάζονται σε εγγεγραμμένα στο νηολόγιο DIS πλοία, αντέκειντο στις κατευθυντήριες γραμμές του 1997 και έπρεπε να χαρακτηριστούν ως παράνομες κρατικές ενισχύσεις.
11. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τα μέτρα συνιστούσαν μεν κρατικές ενισχύσεις, αλλά συμβιβάζονταν με την κοινή αγορά κατά το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄. Συνεπώς, η Επιτροπή αποφάσισε να μην κινήσει τη διαδικασία ελέγχου του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ και να μην προβάλει αντιρρήσεις σχετικά με τα φορολογικά μέτρα τα οποία αφορούσε η καταγγελία της 3F.
Η διάταξη του Πρωτοδικείου
12. Η 3F άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου ζητώντας την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως της Επιτροπής. Προς θεμελίωση της προσφυγής της, προέβαλε τρεις λόγους ακυρώσεως:
i) παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ (καθόσον η Επιτροπή δεν κίνησε διαδικασία έρευνας, παρά το ότι παρήλθαν τέσσερα έτη μέχρι να απαντήσει στην καταγγελία, γεγονός που η 3F ερμήνευσε ως ένδειξη υπάρξεως «σοβαρής δυσχερείας» κατά την εκτίμηση του αν η κρατική ενίσχυση συμβιβαζόταν με την κοινή αγορά,
ii) παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ (καθόσον η Επιτροπή θεώρησε ότι οι ενισχύσεις συμβιβάζονταν με την κοινή αγορά, ενώ, όπως υποστηρίζει η 3F, στην πραγματικότητα δεν δημιουργούν κίνητρο που να ωθεί τους εργοδότες να προτιμούν κοινοτικούς ναυτικούς, όπως απαιτούν οι κατευθυντήριες γραμμές του 1997 και του 1989 και όπως επιβάλλει η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης),
iii) κατάφωρη πλάνη εκτιμήσεως (ιδίως καθόσον η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη την κοινωνική πτυχή του μέτρου και παρέλειψε να εξετάσει με βάση ποια κριτήρια ένας εργοδότης οδηγείται στο να επιλέξει έναν ναυτικό έναντι ενός άλλου).
13. Στην προσφυγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου, η 3F εξέθεσε, κατ’ αρχάς, τα επιχειρήματα στα οποία θεμελιώνει τη νομιμοποίησή της ως προσφεύγουσα. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι είχε σαφώς οριοθετημένο ρόλο ως διαπραγματευτής συλλογικών συμβάσεων και ότι το πρόγραμμα ενισχύσεων που προέβλεπε φορολογικές ελαφρύνσεις όχι μόνο για τους κοινοτικούς ναυτικούς αλλά για όλους τους ναυτικούς (συμπεριλαμβανομένων των ναυτικών που ανήκαν σε μη κοινοτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων) κατέστησε στενότερα τα περιθώρια διαπραγματεύσεως που είχε στη διάθεσή της. Η 3F υποστήριξε ότι το γεγονός αυτό επηρέασε αρνητικά την ανταγωνιστική θέση των μελών της. Επικαλέστηκε επίσης το γεγονός ότι η καταγγελία της ήταν το έναυσμα για την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
14. Η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου, την οποία το Πρωτοδικείο έκανε δεκτή με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη.
15. Το Πρωτοδικείο προέβη, κατ’ αρχάς, σε μια σειρά προκαταρκτικών παρατηρήσεων (9), εκκινώντας από το αν η προσβαλλόμενη πράξη αφορά την προσφεύγουσα άμεσα και ατομικά, κατά τα γενόμενα δεκτά στην απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής (10). Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε, αφενός, στον έλεγχο της νομιμοποιήσεως του διαδίκου που ζητεί ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής για μη κίνηση διαδικασίας έρευνας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, όταν ο εν λόγω διάδικος επιδιώκει να προστατεύσει τα διαδικαστικά του δικαιώματα, και, αφετέρου, στον έλεγχο της νομιμοποιήσεως του διαδίκου ο οποίος αμφισβητεί την επί της ουσίας ορθότητα της αποφάσεως που κρίνει τη νομιμότητα της ενισχύσεως.
16. Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο εξέτασε το παραδεκτό της προσφυγής ακυρώσεως της 3F εφαρμόζοντας τα κριτήρια που υιοθετήθηκαν στην απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής και τη μετέπειτα νομολογία που ακολούθησε την ίδια γραμμή. Ιδίως, το Πρωτοδικείο δέχθηκε, στη σκέψη 32, ότι η 3F:
«δεν μπορεί να προβάλει βασίμως ότι η ανταγωνιστική της θέση επηρεάζεται από την επίμαχη ενίσχυση. Αφενός, έχει ήδη κριθεί ότι ένωση των εργαζομένων της επιχειρήσεως η οποία υποτίθεται ότι επωφελήθηκε από την κρατική ενίσχυση δεν είναι σε καμία περίπτωση ανταγωνίστρια της εν λόγω επιχειρήσεως [(11)]. Δεύτερον, όσον αφορά την επίκληση από την προσφεύγουσα της ανταγωνιστικής θέσεως αυτής της ιδίας σε σχέση με άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις ναυτικών κατά τη διαπραγμάτευση συλλογικών συμβάσεων στον εν λόγω τομέα, αρκεί να επισημανθεί ότι οι συμφωνίες που συνάπτονται στο πλαίσιο συλλογικών διαπραγματεύσεων δεν εμπίπτουν στο πεδίο του δικαίου του ανταγωνισμού [(12)]» (13).
17. Αφού υπενθύμισε ότι οργανώσεις που εκπροσωπούν τους εργαζομένους μιας επιχειρήσεως μπορούν, ως ενδιαφερόμενα μέρη κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, να υποβάλλουν σχόλια στην Επιτροπή επί θεμάτων κοινωνικής φύσεως, το Πρωτοδικείο απεφάνθη, στη σκέψη 36, ότι:
«Στην προκειμένη περίπτωση […] φαίνεται ότι οι κοινωνικής φύσεως θεωρήσεις που ανακύπτουν σε σχέση με το νηολόγιο DIS απορρέουν μάλλον από την ίδρυση του νηολογίου ... παρά από τα συνοδεύοντα αυτήν φορολογικά μέτρα. [...] Πρώτον, η Επιτροπή υιοθέτησε την άποψη ότι η ίδρυση του νηολογίου DIS δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση και περιόρισε τον έλεγχο ως προς το συμβατό των κρατικών μέτρων με την κοινή αγορά στα φορολογικά μέτρα και μόνο [...]. Δεύτερον, στις παρατηρήσεις που υπέβαλε σε σχέση με την ένσταση απαραδέκτου [...] η προσφεύγουσα δήλωσε ρητώς ότι η προσφυγή της στηριζόταν σε παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ και ότι ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι η ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως απέρρεε από το γεγονός ότι μη κοινοτικοί ναυτικοί ήταν δυνατό να υπόκεινται σε διαφορετικούς όρους απασχολήσεως απ’ ό,τι οι κοινοτικοί ναυτικοί. Κατά συνέπεια, στην παρούσα υπόθεση, οι κοινωνικές πτυχές του νηολογίου DIS συνδέονται μόνον έμμεσα με το αντικείμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και, επομένως, όπως αναγνωρίζει η προσφεύγουσα, με την παρούσα διαδικασία. Άρα, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να στηριχθεί στις κοινωνικής φύσεως αυτές πτυχές για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της ότι η απόφαση την αφορά ατομικά» (14).
18. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε, κατόπιν, στη σκέψη 37, ότι:
«Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η απόφαση αφορά [την 3F] ατομικά απλώς και μόνο επειδή τα αποτελέσματα της επίμαχης ενισχύσεως μετακυλίονται στους αποδέκτες με τη μορφή μειώσεως των μισθών που οφείλονται στους ναυτικούς οι οποίοι τυγχάνουν της απαλλαγής από το φόρο εισοδήματος που καθιερώνεται με τα θεσπισθέντα φορολογικά μέτρα. Στο επίκεντρο της προσβαλλόμενης αποφάσεως βρίσκονται τα πλεονεκτήματα που απονέμονται στους αποδέκτες της ενισχύσεως και όχι η μέθοδος μετακυλίσεως του οφέλους στους τελικούς αποδέκτες της ενισχύσεως» (15).
19. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, τέλος, στις σκέψεις 38 έως 40, ότι:
«[Η 3F] δεν απέδειξε ότι τα δικά της συμφέροντα ως διαπραγματευτή κινδύνευαν να θιγούν άμεσα από την επίμαχη ενίσχυση.
Υπενθυμίζεται στο πλαίσιο αυτό ότι στις υποθέσεις Van der Kooy και λοιποί κατά Επιτροπής και CIRFS κατά Επιτροπής [...] οι προσφεύγοντες είχαν τη δυνατότητα να επικαλεστούν μια πολύ ιδιαίτερη, αν όχι εξαιρετική περίσταση, ήτοι το γεγονός ότι είχαν διαπραγματευθεί και υπογράψει τη συμφωνία που όριζε την προνομιακή τιμή που συνιστούσε την ενίσχυση και το ότι είχαν συμμετάσχει ενεργά στη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής [(16)] ή το ότι είχαν ενεργήσει ως συνομιλητές της Επιτροπής κατά την οριοθέτηση και τον καθορισμό της εννοίας των κρατικών ενισχύσεων στον οικείο τομέα [(17)].
Στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός και μόνον ότι η προσφεύγουσα υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή σχετικά με την επίμαχη ενίσχυση δεν της προσδίδει την ιδιότητα του ατομικώς συνδεομένου με την υπόθεση προσώπου κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη. Περαιτέρω, μολονότι η προσφεύγουσα ήταν ενδεχομένως ένα από τα μέρη που συμμετέσχον στη διαπραγμάτευση των συλλογικών συμβάσεων για τους ναυτικούς που απασχολούνται σε πλοία εγγεγραμμένα σε ένα από τα δανικά νηολόγια και, ως εκ τούτου, διαδραμάτισε κάποιο ρόλο όσον αφορά τη μετάβαση των επωφελών αποτελεσμάτων της ενισχύσεως στους εφοπλιστές, δεν απέδειξε, ωστόσο, ότι έλαβε μέρος στη διαπραγμάτευση με την Επιτροπή και στη σύνταξη των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών, στις οποίες έγιναν αρκετές αναφορές στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, ή στην διαδικασία θεσπίσεως των φορολογικών μέτρων με την Επιτροπή ή με την Δανική Κυβέρνηση» (18).
20. Για τους λόγους αυτούς, το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορούσε ατομικά ούτε την 3F ούτε τα μέλη της.
Η ασκηθείσα αναίρεση
21. Η 3F ζητεί την εξαφάνιση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου για τέσσερις λόγους.
22. Πρώτον, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη καθόσον στηρίχθηκε στην απόφαση Albany (19) για να αποφανθεί ότι η 3F δεν μπορούσε να θεμελιώσει το ότι η απόφαση της Επιτροπής την αφορούσε ατομικά επικαλούμενη την ανταγωνιστική θέση της ιδίας κατά τη διαπραγμάτευση συλλογικών συμβάσεων.
23. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη καθόσον έκρινε ότι η 3F δεν μπορούσε να επικαλεστεί τις κοινωνικές πτυχές του επιμάχου μέτρου για να θεμελιώσει το ότι η απόφαση της Επιτροπής την αφορούσε ατομικά.
24. Τρίτον, το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένα τη νομολογία των αποφάσεων Plaumann κατά Επιτροπής και ARE (20) δεχόμενο ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι η απόφαση της Επιτροπής αφορούσε ατομικά την 3F για τον λόγο και μόνον ότι το ευεργέτημα της επίμαχης ενισχύσεως μετακυλιόταν στους αποδέκτες με τη μορφή μειώσεως των μισθών που οφείλονταν στους ναυτικούς οι οποίοι ετύγχαναν της απαλλαγής από το φόρο εισοδήματος.
25. Τέταρτον, το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένα τη νομολογία των αποφάσεων Van der Kooy και CIRFS, δεχόμενο ότι τα συμφέροντα της ιδίας της 3F ως διαπραγματευτή δεν εθίγησαν από τα φορολογικά μέτρα που βρίσκονταν στο επίκεντρο της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
26. Με την προσφυγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου, η 3F ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής να μην κινήσει διαδικασία έρευνας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ (21). Το ιδιαίτερο αυτό είδος προσφυγής απαντά σε λίγες σχετικά περιπτώσεις (22), οι ακριβείς δε προϋποθέσεις όσον αφορά την νομιμοποίηση του προσφεύγοντος στις περιπτώσεις αυτές εξακολουθούν μέχρι σήμερα να είναι κάπως ασαφείς (23). Κατά συνέπεια, θεωρώ χρήσιμο να εκθέσω ποιος είναι κατά τη γνώμη μου ο ορθός τρόπος εκτιμήσεως της υπάρξεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως προκειμένου για προσφυγές αυτού του είδους.
27. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το άρθρο 230 ΕΚ παρέχει το έρεισμα το οποίο επιτρέπει στα φυσικά και στα νομικά πρόσωπα (στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων) να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως κατ’ αποφάσεως της Επιτροπής η οποία απευθύνεται σε κράτος μέλος (όπως η προσβαλλόμενη απόφαση), υπό τον όρο, ωστόσο, ότι η απόφαση αυτή αφορά άμεσα και ατομικά το πρόσωπο που ασκεί την προσφυγή.
28. Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει πολλές φορές τί σημαίνει «αφορά άμεσα και ατομικά» με σειρά γνωστών αποφάσεων. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δέχθηκε, στην απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής (24), ότι τα πρόσωπα που δεν είναι αποδέκτες αποφάσεως μπορούν να υποστηρίξουν ότι η απόφαση τα αφορά ατομικά μόνον αν τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη.
29. Προκειμένου για αποφάσεις εκδιδόμενες από την Επιτροπή στο πλαίσιο της ασκήσεως του καθήκοντός της για διαρκή εξέταση όλων των καθεστώτων ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη μέλη (25), το Δικαστήριο έχει εκπονήσει μια ειδικότερη ομάδα κριτηρίων για την εκτίμηση της νομιμοποιήσεως ενός νομικού προσώπου στην περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο επιθυμεί να ασκήσει προσφυγή προς ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής να μην κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
30. Το Δικαστήριο υιοθέτησε για πρώτη φορά τα ειδικά αυτά κριτήρια στις αποφάσεις Cook κατά Επιτροπής (26) και Matra κατά Επιτροπής (27). Στις δύο αυτές αποφάσεις του, το Δικαστήριο υιοθέτησε λιγότερο αυστηρά κριτήρια για τους διαδίκους που αμφισβητούσαν αποφάσεις αυτού του είδους, δεχόμενο ότι τα πρόσωπα υπέρ των οποίων έχουν τεθεί οι διαδικαστικές εγγυήσεις του άρθρου 88, παράγραφος 2, πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν την απόφαση της Επιτροπής να μην κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας.
31. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην απόφαση Intermills κατά Επιτροπής (28) για να προσδιορίσει ποια είναι τα πρόσωπα αυτά. Στηριζόμενο στο γράμμα του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «τα ενδιαφερόμενα μέρη» δύνανται να ασκήσουν προσφυγή προκειμένου να διασφαλίσουν τις διαδικαστικές εγγυήσεις που τους παρέχονται. Για να αναγνωριστεί ότι εμπίπτει στην κατηγορία των «ενδιαφερομένων μερών», το πρόσωπο που ασκεί την προσφυγή πρέπει να αποδείξει ότι τα συμφέροντά του ενδέχεται να θιγούν από τη χορήγηση της ενισχύσεως. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι στην κατηγορία αυτή εμπίπτουν, ιδίως, επιχειρήσεις που είναι ανταγωνίστριες των αποδεκτών της οικείας ενισχύσεως.
32. Στην απόφαση ARE (29) το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη διάκριση μεταξύ των κριτηρίων που πρέπει να εφαρμόζονται σε σχέση με τη νομιμοποίηση των προσφευγόντων που απλώς επιδιώκουν να προστατεύσουν τα εκ του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ διαδικαστικά τους δικαιώματα και των κριτηρίων που πρέπει να εφαρμόζονται σε σχέση με τη νομιμοποίηση των προσφευγόντων που επιθυμούν να αμφισβητήσουν επί της ουσίας την απόφαση που εγκρίνει την ενίσχυση.
33. Κατά την απόφαση ARE, οσάκις ο προσφεύγων σκοπεί απλώς να προστατεύσει τα διαδικαστικά του δικαιώματα, αρκεί να αποδείξει ότι εμπίπτει στην κατηγορία των «ενδιαφερομένων μερών» κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Ωστόσο, οσάκις ο προσφεύγων αμφισβητεί «την ορθότητα επί της ουσίας της αποφάσεως που εγκρίνει την ενίσχυση αυτή καθαυτή», πρέπει να αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις της νομιμοποιήσεως τις οποίες διατύπωσε το Δικαστήριο στην απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής.
34. Στην πλέον πρόσφατη απόφασή του επί του θέματος, την απόφαση BAA (30), το Δικαστήριο τόνισε ότι, οσάκις αμφισβητεί την ορθότητα της αποφάσεως επί της ουσίας σχετικά με μία ενίσχυση, ο προσφεύγων πρέπει να αποδεικνύει την ύπαρξη ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών ή ειδικής πραγματικής καταστάσεως κατά την έννοια της αποφάσεως Plaumann κατά Επιτροπής (31).
35. Το ενδιαφέρον στην υπόθεση BAA ήταν ότι ο προσφεύγων προσέβαλε την απόφαση περί μη κινήσεως της διαδικασίας έρευνας επικαλούμενος τόσο παραβίαση των διαδικαστικών του δικαιωμάτων όσο και σφάλματα της Επιτροπής κατά την εκτίμηση της ενισχύσεως αυτής καθαυτής (32). Το Δικαστήριο εξέτασε στο πλαίσιο της εκδικάσεως της αιτήσεως αναιρέσεως όλα τα νομικά επιχειρήματα που είχε προβάλει ο προσφεύγων/αναιρεσείων ενώπιον του Πρωτοδικείου (33). Από την απόφαση αυτή του Δικαστηρίου συνάγεται ότι, οσάκις ένας διάδικος αμφισβητεί την ορθότητα της αποφάσεως επί της ουσίας αυτής καθαυτής, ο έλεγχος ως προς τη νομιμοποίησή του πρέπει να χωρεί με βάση τα κριτήρια της αποφάσεως Plaumann κατά Επιτροπής και της μετέπειτα νομολογίας. Περαιτέρω, από την απόφαση αυτή μπορεί να συναχθεί ότι το Πρωτοδικείο δεν θα μπορούσε να διαχωρίσει τους νομικούς λόγους από τους λοιπούς λόγους ακυρώσεως εις τρόπον ώστε, αν ο προσφεύγων δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις νομιμοποιήσεως της αποφάσεως Plaumann κατά Επιτροπής σε σχέση με τους λόγους που ανάγονται σε έλεγχο της ουσίας, να είναι δυνατό να εξεταστεί αν ο προσφεύγων νομιμοποιείται ενδεχομένως ως «ενδιαφερόμενο μέρος» σε σχέση με τους λόγους ακυρώσεως που αφορούν διαδικαστικές παραβάσεις (34).
36. Η υιοθετούμενη μέχρι σήμερα από το Δικαστήριο προσέγγιση έχει προκαλέσει ορισμένες επικρίσεις στην νομική επιστημονική κοινότητα (35). Δεν προτίθεμαι να προβώ εν προκειμένω σε μακροσκελή κριτική της προσεγγίσεως του Δικαστηρίου. Θα ήθελα, ωστόσο, να διατυπώσω εν συντομία ορισμένα σχόλια.
37. Πρώτον, θα ήθελα να υπενθυμίσω ορισμένα ειδικά σχόλια τα οποία περιέλαβε στις προτάσεις του στην υπόθεση BAA ο γενικός εισαγγελέας P. Mengozzi (36). Κατά τη γνώμη μου, οσάκις ο προσφεύγων ζητεί απλώς την ακύρωση μιας αποφάσεως της Επιτροπής να μην κινήσει την επίσημη διαδικασίας έρευνας, το Πρωτοδικείο πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση του αν η (διαδικαστική) απόφαση της Επιτροπής ήταν ορθή. Αυτό μπορεί να σημαίνει στην πράξη εξέταση των διαδικασιών που ακολούθησε η Επιτροπή για να καταλήξει στην απόφασή της. Η εξέταση αυτή μπορεί να περιλαμβάνει έλεγχο του αν η Επιτροπή απέδειξε την ανυπαρξία σημαντικών εναπομενουσών δυσχερειών για τον χαρακτηρισμό του μέτρου ως ενισχύσεως ή για την αξιολόγηση της συμβατότητάς του με την κοινή αγορά (37).
38. Αν το Πρωτοδικείο διαπιστώσει ότι η απόφαση της Επιτροπής να μην κινήσει την διαδικασία έρευνας δεν ήταν ορθή, η απόφαση αυτή θα πρέπει να ακυρωθεί (38).
39. Αν ο προσφεύγων έχει προβάλει επικουρικό ισχυρισμό αναφερόμενο στην εκ μέρους της Επιτροπής επί της ουσίας εκτίμηση του οικείου μέτρου, το στοιχείο αυτό δεν θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να επηρεάσει τα κριτήρια ελέγχου της ενεργητικής νομιμοποιήσεως. Στην πράξη, οι επικουρικές παρατηρήσεις που αφορούν την ουσία της υποθέσεως είναι δυνατό να βοηθήσουν το Δικαστήριο να κρίνει αν η Επιτροπή επέλυσε όντως όλες τις σοβαρές δυσχέρειες στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εκτιμήσεώς της ως προς το αν το επίμαχο μέτρο είτε συμβιβάζεται με την κοινή αγορά είτε δεν συνιστά κρατική ενίσχυση. Οι παρατηρήσεις αυτές ενδέχεται επίσης να φέρουν στο φως διαδικαστική παράβαση εκ μέρους της Επιτροπής.
40. Νομίζω ότι ουδείς λόγος συντρέχει που να δικαιολογεί την εφαρμογή αυστηρότερων προϋποθέσεων νομιμοποιήσεως του προσφεύγοντος στην περίπτωση που υποβάλλονται επικουρικές παρατηρήσεις επί της ουσίας σχετικά με τα επίμαχα μέτρα. Και τούτο, ιδίως όταν ο προσφεύγων δεν επιζητεί από την Επιτροπή να προσδιορίσει με δεσμευτικό τρόπο αν το επίμαχο μέτρο συνιστά νόμιμη κρατική ενίσχυση αλλά απλώς την εκτίμηση του αρμοδίου δικαστηρίου ως προς το αν η προκαταρκτική γνώμη της Επιτροπής ήταν ορθή ή όχι.
41. Η προσέγγιση αυτή είναι αδικαιολόγητα τυπολατρική, αφού σημαίνει ότι τιμωρείται ο προσφεύγων ο οποίος επιδιώκει να στηρίξει καλύτερα το αίτημά του για δικαστικό έλεγχο της προκαταρκτικής γνώμης της Επιτροπής με την προβολή του ισχυρισμού ότι η Επιτροπή έσφαλε στην κρίση της επί της ουσίας.
42. Ιδίως, υπό το παρόν καθεστώς, αδυνατώ να φανταστώ πώς ο προσφεύγων μπορεί να αποφύγει να υπεισέλθει στην ουσία της υποθέσεως όταν προσπαθεί να καταδείξει ότι εξακολουθούσαν να υφίστανται σοβαρές δυσχέρειες όταν η Επιτροπή προέβη στην αρχική της εκτίμηση της επίμαχης ενισχύσεως. Με τις αποφάσεις του ARE και BAA, το Δικαστήριο δημιούργησε μια κατάσταση που αναγκάζει τους προσφεύγοντες και τους συνηγόρους τους να ακροβατούν σε τεντωμένο σκοινί. Είναι πολύ εύκολο να παραπατήσουν και είτε να βρεθούν παγιδευμένοι στο αυστηρότερο καθεστώς ελέγχου της αποφάσεως Plaumann κατά Επιτροπής, είτε να βρεθούν να μην έχουν κάνει αρκετά για να πείσουν το Δικαστήριο ότι διεπράχθησαν διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της αποφάσεως την οποία επιθυμούν να προσβάλουν.
43. Φρονώ ότι θα ήταν προτιμότερο να προσεγγίζει το Δικαστήριο την προσφυγή με γνώμονα το πραγματικό αίτημα παρά το αν ο προσφεύγων στηρίζεται σε επιχειρήματα που άπτονται του θεμελίου της αρχικής εκτιμήσεως της Επιτροπής σχετικά με την υποτιθέμενη κρατική ενίσχυση.
44. Στην προκειμένη περίπτωση, μολονότι η 3F αμφισβήτησε την ορθότητα των διαπιστώσεων της Επιτροπής ως προς τη φύση του επιμάχου μέτρου, η αμφισβήτηση αυτή διατυπώθηκε στο πλαίσιο της αιτήσεως δικαστικού ελέγχου μιας διαδικαστικής αποφάσεως της Επιτροπής. Το ζήτημα της νομιμοποιήσεως της 3F ως προσφεύγουσας θα ήταν ορθότερο να εκτιμηθεί με βάση το αν μπορούσε να θεωρηθεί ως «ενδιαφερόμενο μέρος».
45. Αν το Πρωτοδικείο είχε κρίνει το ζήτημα της νομιμοποιήσεως της 3F με τον τρόπο αυτό, είναι πιθανό ότι η 3F θα είχε θεωρηθεί ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις της ενεργητικής νομιμοποιήσεως, αφού η επίμαχη ενίσχυση ήταν ενδεχόμενο να θίξει τα συμφέροντά της.
46. Ωστόσο, δεδομένων των ορίων εντός των οποίων επιτρέπει να κινούμαστε η κρατούσα σήμερα νομολογία, το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της προσφυγής της για ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η 3F αμφισβήτησε το ουσία βάσιμο της εν λόγω αποφάσεως σημαίνει ότι πρέπει να εφαρμοστούν τα κριτήρια της αποφάσεως Plaumann κατά Επιτροπής κατά τον έλεγχο της ενεργητικής νομιμοποιήσεως.
47. Επομένως, το Πρωτοδικείο ορθώς εφήρμοσε τα κριτήρια της αποφάσεως Plaumann κατά Επιτροπής κατά τον έλεγχο της ενεργητικής νομιμοποιήσεως, χωρίς να εξετάσει αν η 3F θα μπορούσε να θεωρηθεί ως «ενδιαφερόμενο μέρος» κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
48. Το Δικαστήριο εν προκειμένω θα πρέπει επίσης να εκτιμήσει τους λόγους αναιρέσεως που προβάλλει η 3F, ανάλογα με το αν η αναιρεσείουσα μπορεί να αποδείξει ότι νομιμοποιείται με βάση τα κριτήρια της αποφάσεως Plaumann κατά Επιτροπής.
49. Τέλος, το Δικαστήριο δέχθηκε στην απόφαση ARE ότι, στην περίπτωση που ασκείται προσφυγή από ένωση η οποία έχει συσταθεί για την προώθηση των συλλογικών συμφερόντων μιας κατηγορίας προσώπων, η εν λόγω ένωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ατομικά θιγόμενη παρά μόνο στο μέτρο που η θέση των μελών της στην αγορά επηρεάζεται ουσιωδώς (39). Συνεπώς, τα νομικά επιχειρήματα που προέβαλε η 3F σχετικά με τη νομιμοποίησή της πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα αυτό.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως
50. Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη δεχθέν, στη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, ότι η 3F δεν μπορούσε να προβάλει λυσιτελώς ότι η ανταγωνιστική του θέση επηρεάστηκε αρνητικά από την επίμαχη ενίσχυση.
51. Στο δεύτερο σκέλος της σκέψεως 32, το Πρωτοδικείο ανέφερε ότι η 3F δεν μπορούσε να επικαλεστεί [χειροτέρευση της] ανταγωνιστικής της θέσεως έναντι άλλων σωματείων εργαζομένων σε σχέση με τη διαπραγμάτευση συλλογικών συμβάσεων στον οικείο τομέα. Το Πρωτοδικείο θεμελίωσε τη διαπίστωση αυτή στο ότι οι συμφωνίες που συνάπτονται κατόπιν συλλογικών διαπραγματεύσεων δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού και επικαλέστηκε σχετικώς τις σκέψεις 52 έως 60 της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Albany (40).
52. Η 3F υποστηρίζει ότι η παρούσα υπόθεση διαφέρει από την υπόθεση Albany. Η τελευταία αφορούσε το ζήτημα αν η συλλογική σύμβαση μπορούσε να υποχρεώσει εργοδότη να παραμείνει μέλος ορισμένου συνταξιοδοτικού ταμείου. Στην περίπτωση εκείνη, το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι μια τέτοια σύμβαση δεν μπορεί να διέπεται από το δίκαιο του ανταγωνισμού, με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ, όπως έχει σήμερα. Αντίθετα, η παρούσα υπόθεση αφορά τον έλεγχο της νομιμότητας μιας αποφάσεως της Επιτροπής η οποία εκδόθηκε σε σχέση με φορολογικό μέτρο το οποίο, κατά την 3F, επηρέασε τη δυνατότητά της να συνάπτει συλλογικές συμβάσεις. Δεν αφορά τις συλλογικές συμβάσεις αυτές καθαυτές. Η 3F αναγνωρίζει ότι οι συλλογικές συμβάσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, αλλά υποστηρίζει ότι η διαπίστωση του Πρωτοδικείου επί του σημείου αυτού δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της παρούσας διαφοράς.
53. Η 3F συμπεραίνει, επομένως, ότι το Πρωτοδικείο εφήρμοσε εσφαλμένα την απόφαση Albany.
54. Η Επιτροπή αντιτείνει δύο επιχειρήματα. Πρώτον, υποστηρίζει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της 3F πάσχει συνεπεία του ότι η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε το πρώτο σκέλος της σκέψεως 32, όπου το Πρωτοδικείο ανέφερε ότι η 3F δεν μπορούσε να θεμελιώσει την ύπαρξη ενεργητικής νομιμοποιήσεως στο γεγονός ότι βρίσκεται σε σχέση ανταγωνισμού με τους εργοδότες των μελών της. Συνεπώς, το ότι η 3F δεν αμφισβήτησε τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου που περιέχεται στο πρώτο σκέλος της εν λόγω σκέψεως σημαίνει ότι το επιχείρημα που προβάλλει σε σχέση με το δεύτερο σκέλος της σκέψεως 32 δε μπορεί να είναι λυσιτελές, αφού η διαπίστωση του Πρωτοδικείου στο πρώτο σκέλος της σκέψεως 32 αρκεί από μόνη της για να δικαιολογήσει την κήρυξη της προσφυγής ως απαράδεκτης.
55. Το πρώτο επιχείρημα της Επιτροπής δεν απαιτεί διεξοδική συζήτηση. Το επιχείρημα αυτό εκκινεί από την λανθασμένη υπόθεση ότι τα στοιχεία τα οποία μπορεί να επικαλεστεί ο προσφεύγων για να θεμελιώσει το δικαίωμά του προς άσκηση της προσφυγής πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς, ούτως ώστε, αν δεν μπορεί να αποδείξει τη συνδρομή ενός από τα στοιχεία αυτά, δεν έχει πλέον καμία δυνατότητα να θεμελιώσει το δικαίωμά του προς άσκηση προσφυγής. Ωστόσο, οι προϋποθέσεις της ενεργητικής νομιμοποιήσεως είναι εναλλακτικές. Εφόσον ο προσφεύγων δύναται να θεμελιώσει τη νομιμοποίησή του επικαλούμενος μία από τις προϋποθέσεις αυτές, η προσφυγή είναι παραδεκτή. Περαιτέρω, όπως επισήμανε η 3F κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι ήταν σε σχέση ανταγωνισμού με τους εργοδότες των μελών της.
56. Συνεπώς, το πρώτο επιχείρημα της Επιτροπής επί του ζητήματος αυτού πρέπει να απορριφθεί.
57. Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εφαρμογή της νομολογίας Albany από το Πρωτοδικείο είναι ορθή.
58. Επομένως, θα εξετάσω εκτενέστερα την απόφαση Albany.
59. Στην απόφαση Albany, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι συλλογικές συμβάσεις που συνάπτονται κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ των εργοδοτών και των εργαζομένων για την επίτευξη στόχων κοινωνικής πολιτικής δεν υπόκεινται στο άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ, καθότι οι εν λόγω στόχοι θα διακυβεύονταν αν οι εν λόγω συμβάσεις υπέκειντο στις διατάξεις του εν λόγω άρθρου (41).
60. Στην προκειμένη περίπτωση, η 3F ζήτησε την ακύρωση μιας αποφάσεως της Επιτροπής περί μη κινήσεως της διαδικασίας εξετάσεως κρατικής ενισχύσεως. Η εξέταση αυτή θα είχε ως αντικείμενο μια φορολογική ρύθμιση και όχι μια συλλογική σύμβαση. Η 3F υποστηρίζει ότι οι επίμαχες φορολογικές διατάξεις περιορίζουν τη δυνατότητά της να συνάπτει συλλογικές συμβάσεις. Το γεγονός και μόνο ότι οι συλλογικές συμβάσεις δεν υπόκεινται στις διατάξεις του άρθρου 81 ΕΚ (βλ. απόφαση Albany) δεν μπορεί να στηρίξει το συμπέρασμα ότι η 3F δεν δικαιούται να προβάλει τον ισχυρισμό αυτόν.
61. Κατά βάση, συμφωνώ με τη συλλογιστική αυτή.
62. Κατά τη γνώμη μου, το Πρωτοδικείο διεύρυνε υπερβολικά το πεδίο της αποφάσεως Albany. Στην εδώ εξεταζόμενη υπόθεση, δεν ζητήθηκε από το Πρωτοδικείο –όπως είχε ζητηθεί από το Δικαστήριο στην υπόθεση Albany– να εξετάσει μια συγκεκριμένη συλλογική σύμβαση υπό το πρίσμα των κανόνων περί ανταγωνισμού. Αντίθετα, η 3F υποστήριξε ότι η ανταγωνιστική της θέση έναντι άλλων σωματείων εργαζομένων επηρεάστηκε δυσμενώς από την υποτιθέμενη ενίσχυση. Στην προσπάθειά της να καταδείξει ότι η θέση της επηρεάστηκε δυσμενώς επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, το ότι η επίμαχη ενίσχυση περιόρισε τη δυνατότητά της να συνάπτει συλλογικές συμβάσεις.
63. Μολονότι οι συλλογικές συμβάσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο του δικαίου του ανταγωνισμού, το Πρωτοδικείο συνήγαγε ένα συμπέρασμα το οποίο δεν απορρέει λογικά από την διαπίστωση αυτή. Το ότι οι συλλογικές συμβάσεις δεν υπόκεινται στις αρχές του δικαίου περί ανταγωνισμού δεν θα πρέπει να στερεί έναν προσφεύγοντα της δυνατότητας να αποδείξει ότι η ανταγωνιστική θέση του επηρεάστηκε αρνητικά με την επίκληση της εξασθενήσεως της θέσεώς του έναντι άλλων συνδικαλιστικών οργανώσεων στον τομέα της συνάψεως συλλογικών συμβάσεων.
64. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο έσφαλε κατά την εκτίμηση των επιπτώσεων της επίμαχης ενισχύσεως για την ανταγωνιστική θέση της 3F. Το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να είχε εξετάσει αν η ανταγωνιστική θέση της 3F σε σχέση με άλλα σωματεία εργαζομένων ναυτικών επηρεάστηκε όντως από την επίμαχη ενίσχυση.
65. Καταλήγω, επομένως, στο συμπέρασμα, ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της 3F είναι βάσιμος.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως
66. Η 3F ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη δεχόμενο, στις σκέψεις 35 και 36 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, ότι η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να επικαλεστεί κοινωνικές πτυχές της διαφοράς για να αποδείξει ότι το επίμαχο μέτρο την αφορούσε ατομικά.
67. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε, στη σκέψη 36, ότι δεν υπήρχαν κοινωνικές πτυχές στην υπόθεση επί των οποίων η 3F θα μπορούσε να υποβάλει σχόλια, επειδή τα μόνα κοινωνικής φύσεως αποτελέσματα του μέτρου προέκυπταν από την ύπαρξη του νηολογίου DIS αυτού καθαυτού και όχι από τις φορολογικές απαλλαγές που θεσπίστηκαν υπέρ των ναυτικών που εργάζονταν σε πλοία εγγεγραμμένα στο εν λόγω νηολόγιο.
68. Η 3F υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να είχε εξετάσει αν η ίδια εδικαιούτο ενδεχομένως να υποβάλει σχόλια επί των κοινωνικών πτυχών του νομοθετικού πλαισίου (ήτοι επί της προστασίας των κοινοτικών ναυτικών στο πλαίσιο των κατευθυντηρίων γραμμών του 1997), εντός του οποίου αρμόζει να κριθεί ένα φορολογικό μέτρο όπως αυτό που αποτελεί αντικείμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Η 3F ισχυρίζεται ότι, ως φορέας εκπροσωπών ομάδα κοινοτικών ναυτικών, αποτελεί υποκείμενο που θα μπορούσε να έχει υποβάλει σχόλια επί των κοινωνικών πτυχών της ενισχύσεως, αν είχε κινηθεί διαδικασία εξετάσεως κατά το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να είχε δεχθεί ότι η απόφαση της Επιτροπής να μην κινήσει την εν λόγω διαδικασία την αφορούσε ατομικά.
69. Δεν θα συμφωνήσω με την άποψη αυτή.
70. Όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, το δικαίωμα των ενδιαφερόμενων μερών να διατυπώσουν σχόλια επί θεμάτων κοινωνικής φύσεως συγκαταλέγεται στα διαδικαστικά δικαιώματα των οποίων απολαύουν τα εν λόγω μέρη αφής στιγμής κινηθεί η διαδικασία έρευνας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ (42).
71. Ωστόσο, η 3F πρέπει να αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις της ενεργητικής νομιμοποιήσεως, όπως καθορίζονται στην απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής (43). Το γεγονός και μόνο ότι ενδέχετο να μπορέσει η 3F (ως φορέας εκπροσωπών τους εργαζομένους των τελικών αποδεκτών της ενισχύσεως) να αποδείξει ότι τα δικαιώματά της να υποβάλει σχόλια στο πλαίσιο της διαδικασίας εξετάσεως του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, εθίγησαν από την απόφαση της Επιτροπής να μην κινήσει την εν λόγω διαδικασία απλώς αρκεί για να της προσδώσει την ιδιότητα του «ενδιαφερομένου μέρους» κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
72. Το ότι δεν της επετράπη να ασκήσει, όπως υποστηρίζει, διαδικαστικά δικαιώματα δεν αρκεί για να εξατομικεύσει την 3F κατά τρόπον ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά τα οριζόμενα στην απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής κατά Επιτροπής (44).
73. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως
74. Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η 3F ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο, στη σκέψη 37 της διατάξεώς του, εφήρμοσε εσφαλμένα τη νομολογία της αποφάσεως Plaumann κατά Επιτροπής δεχόμενο ότι το γεγονός ότι η ενίσχυση μετακυλίεται στους τελικούς αποδέκτες (τους εφοπλιστές) μέσω των μειώσεων των καθαρών μισθών δεν αρκεί για να θεμελιώσει ότι το μέτρο την αφορούσε ατομικά.
75. Η 3F υποστηρίζει ότι, μετά την έκδοση της αποφάσεως ARE από το Δικαστήριο, μία συνδικαλιστική οργάνωση θεμελιώνει ενεργητική νομιμοποίηση ως ατομικώς θιγόμενη, καθόσον η θέση των μελών της στην αγορά επηρεάζεται ουσιωδώς από τα φορολογικά μέτρα (45). Μολονότι το Δικαστήριο στην απόφασή του αυτή χρησιμοποιεί τον όρο «επιχειρηματίες» (46), ο οποίος αναφέρεται κατά κανόνα στις επιχειρήσεις, η 3F υποστηρίζει ότι οι εργαζόμενοι τους οποίους εκπροσωπεί θα μπορούσαν επίσης να θεωρηθούν ως «επιχειρηματίες», λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης σημασίας που τους αποδίδεται στον πλαίσιο των κατευθυντηρίων γραμμών του 1997.
76. Κατά την Επιτροπή, η παρούσα υπόθεση διαφέρει από την υπόθεση ARE. Αντικείμενο της παρούσας διαφοράς είναι απόφαση της Επιτροπής να μην κινήσει τη διαδικασία έρευνας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, ενώ η υπόθεση ARE αφορούσε μια δεύτερη απόφαση που ελήφθη κατόπιν διαδικασίας εξετάσεως η οποία είχε καταλήξει στην έκδοση μιας πρώτης αποφάσεως που είχε κηρύξει παράνομο το αρχικό καθεστώς ενισχύσεων. Περαιτέρω, σε αντίθεση με την υπόθεση ARE, τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως δεν αφορούν άμεση ενίσχυση και η προσφυγή ακυρώσεως δεν ασκήθηκε από τους άμεσους ανταγωνιστές των ενδεχομένων αποδεκτών της ενισχύσεως.
77. Η Επιτροπή αναπτύσσει περαιτέρω το τελευταίο επιχείρημα, ισχυριζόμενη ότι τα μέλη της 3F δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «επιχειρηματίες», κατά την έννοια του όρου στην απόφαση ARE, και δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι είναι άμεσοι ανταγωνιστές των εφοπλιστών οι οποίοι ωφελούνται τελικώς από την ενίσχυση λόγω της δυνατότητας να μειώσουν τους καθαρούς μισθούς. Αν γινόταν δεκτό ότι είναι άμεσοι ανταγωνιστές των εφοπλιστών, τονίζει η Επιτροπή, τα μέλη της 3F θα βρίσκονταν στην ίδια θέση με τους αγρότες της αποφάσεως ARE, οπότε η προσφυγή τους θα ήταν απαράδεκτη για τους ίδιους εν πολλοίς λόγους, αφού όλοι οι κοινοτικοί ναυτικοί θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ανταγωνιστές των εφοπλιστών (και όχι μόνο οι Δανοί ναυτικοί τους οποίους εκπροσωπεί η 3F) (47).
78. Κατά τη γνώμη μου, μπορούν να συναχθούν δύο συμπεράσματα από τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου που περιέχεται στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως.
79. Πρώτον, το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι οι ναυτικοί τους οποίους εκπροσωπεί η 3F δεν είναι ανταγωνιστές των εφοπλιστών οι οποίοι είναι οι τελικώς ωφελούμενοι από την ενίσχυση. Δεν βρίσκω τίποτα το μεμπτό στη διαπίστωση αυτή. Αν οι ναυτικοί-μέλη της 3F ήσαν ανταγωνιστές των εφοπλιστών, η θέση τους θα ήταν όμοια με τη θέση των αγροτών στην υπόθεση ARE και η προσφυγή τους θα ήταν απαράδεκτη λόγω ελλείψεως της ιδιότητάς τους ως ατομικώς θιγομένων. Συνεπώς, συμφωνώ με τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η 3F δεν μπορεί να θεμελιώσει το παραδεκτό της προσφυγής της στη βάση αυτή.
80. Δεύτερον, μολονότι πλεονέκτημα υπέρ των εφοπλιστών μετακυλίεται τελικά σ’ αυτούς μέσω της δυνατότητας μειώσεως των ακαθαρίστων μισθών των ναυτικών, ωστόσο, αρχικά υπάρχει κάποιο όφελος υπέρ των ιδίων των ναυτικών (48).
81. Έχοντας αναγνωρίσει το γεγονός αυτό, το Πρωτοδικείο θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, στη συνέχεια, να είχε εξετάσει αν η ανταγωνιστική θέση των ναυτικών που είναι μέλη της 3F επηρεάστηκε αρνητικά έναντι των ναυτικών που δεν είναι μέλη της. Ωστόσο, δεν το έπραξε (49).
82. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει να γίνει δεκτός, καθόσον το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε τα αποτελέσματα της ενισχύσεως για την κατάσταση των μελών της 3F σε σύγκριση με άλλους ναυτικούς.
Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως
83. Στις σκέψεις 38 έως 40 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η 3F δεν μπορούσε να θεμελιώσει τη νομιμοποίησή της στο ότι το συμφέρον της ως διαπραγματευτή κινδύνευε να θιγεί άμεσα. Στο πλαίσιο αυτό, διέκρινε την περίπτωση της 3F από τις περιπτώσεις των προσφευγόντων στις υποθέσεις Van der Kooy (50) (το Landbouwschap) και CIRFS (51) (η International Rayon and Synthetic Fibre Committee).
84. Η 3F ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε κάνοντας αυτή τη διάκριση και συμπεραίνοντας ότι η 3F δεν μπορούσε να θεμελιώσει το δικαίωμά της να ασκήσει προσφυγή στη βάση αυτή. Κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ένα δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ότι μία συνδικαλιστική οργάνωση όπως η 3F έχει ατομικό συμφέρον για την ακύρωση της επίμαχης πράξεως εφόσον διαδραμάτισε συγκεκριμένο ρόλο σχετικά με τη χορήγηση της ενισχύσεως ή κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες θα επιτραπεί η χορήγηση της ενισχύσεως. Υπό το πρίσμα αυτό, η 3F ερμηνεύει τις περιπτώσεις αυτές όχι ως περιπτώσεις όπου έγινε κατ’ εξαίρεση δεκτή η ύπαρξη ενεργητικής νομιμοποιήσεως αλλά ως δύο πολύ διαφορετικά παραδείγματα εφαρμογής μιας ευρύτερης αρχής, ήτοι του ότι η θέση ενός σωματείου διακρίνεται και εξατομικεύεται, εφόσον το εν λόγω σωματείο έχει διαδραματίσει ιδιαίτερο ρόλο στη διαδικασία χορηγήσεως της ενισχύσεως ή στον καθορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες θα επιτραπεί η χορήγησή της.
85. Αν οι παρατεθείσες υποθέσεις καθιερώνουν μια τέτοια αρχή, ο ρόλος της 3F ως διαπραγματευτή συλλογικών συμβάσεων –δραστηριότητα που περιλαμβάνει τη διαπραγμάτευση των όρων απασχολήσεως των μελών της– με τους εφοπλιστές που είναι οι τελικοί αποδέκτες της ενισχύσεως την καθιστά μέρος του μηχανισμού διοχετεύσεως της ενισχύσεως στους τελικούς αποδέκτες της. Η 3F αντλεί από την υπόθεση αυτή τρία χωριστά επιχειρήματα.
86. Η 3F υποστηρίζει, κατ’ αρχάς, ότι διαδραματίζει τον ίδιο ρόλο με τον Landbouwschap στην υπόθεση Van der Kooy και ότι θα πρέπει να της αναγνωριστεί παρόμοιο καθεστώς, έτσι ώστε να μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο γεγονός ότι επηρεάστηκε αρνητικά ο ρόλος της ως διαπραγματευτή (52).
87. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η 3F –σε αντίθεση με τον Landbouwschap στην υπόθεση Van der Kooy– δεν συνδέεται στενά με την ενίσχυση την οποία αφορά η επίμαχη απόφαση και δεν διαπραγματεύθηκε τον τρόπο με τον οποίο διοχετεύθηκε η ενίσχυση από το κράτος στους τελικούς αποδέκτες. Η 3F είναι απλώς ένας από τους πλείονες συνδικαλιστικούς φορείς που έχουν ναυτικούς μεταξύ των μελών τους. Αυτή δεν είναι μία πραγματική κατάσταση που τη διακρίνει σε σχέση με όλα τα άλλα πρόσωπα.
88. Το δεύτερο επιχείρημα της 3F είναι ότι, μολονότι, όπως παραδέχεται, δεν διαδραμάτισε κανένα ρόλο στη διαπραγμάτευση των κατευθυντηρίων γραμμών του 1997, ασκώντας την προσφυγή της ενήργησε με στόχο την προστασία των μελών της, τα οποία αποτελούν μια ειδική ομάδα, προστατευόμενη ειδικά από τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές. Μια εσφαλμένη ερμηνεία των κατευθυντηρίων γραμμών του 1997 (που χώρησε, κατά την 3F, όταν η επίμαχη ενίσχυση κρίθηκε συμβατή με την κοινή αγορά) θα έχει αρνητικές συνέπειες για την 3F και τα μέλη της. Έτσι, μολονότι το γεγονός ότι η 3F υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή δεν μπορεί να αρκέσει για τη θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς της, η εν λόγω οργάνωση έχει (όπως ο προσφεύγων στην υπόθεση CIRFS) έννομο συμφέρον να επιδιώξει να εξασφαλίσει ότι τα μέλη της προστατεύονται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του 1997.
89. Στο δεύτερο επιχείρημα της 3F, η Επιτροπή αντιτείνει ότι η νομιμοποίηση του προσφεύγοντος στην υπόθεση CIRFS απέρρεε από τη θέση του ως συνομιλητή της Επιτροπής σχετικά με την παροχή ενισχύσεων στην οικεία βιομηχανία. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο ορθώς διέκρινε μεταξύ της υποθέσεως εκείνης και της εδώ εξεταζομένης υποθέσεως. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, αν γινόταν δεκτό ότι η 3F νομιμοποιείται προκειμένου να μπορεί να «εποπτεύει» την εφαρμογή των κατευθυντηρίων γραμμών του 1997, θα υπονομευόταν σοβαρά ο κανόνας που επιβάλλει την ύπαρξη ατομικού συμφέροντος του προσφεύγοντος.
90. Το τρίτο επιχείρημα της 3F είναι ότι διαδραμάτισε κάποιο ρόλο κατά τις διαπραγματεύσεις, μολονότι η προσπάθειά της δεν ευοδώθηκε, καθόσον ήταν αντίθετη στην υιοθέτηση του επίμαχου φορολογικού μέτρου από την Δανική Κυβέρνηση.
91. Η Επιτροπή απαντά ότι η 3F απλώς δεν ενέκρινε τα φορολογικά μέτρα τα οποία υιοθετήθηκαν από τη Δανική Κυβέρνηση. Δεν έλαβε μέρος στις σχετικές διαπραγματεύσεις. Συνεπώς, δεν μπορεί να της αναγνωριστεί η ιδιότητα του διαπραγματευτή στο πλαίσιο αυτό.
92. Θα εξετάσω στη συνέχεια ένα προς ένα τα επιχειρήματα της 3F.
93. Η 3F επιδιώκει, κατ’ αρχάς, να αποδείξει ότι οι αποφάσεις Van der Kooy και CIRFS αποτελούν παραδείγματα εφαρμογής ενός γενικότερου κανόνα.
94. Είναι βέβαιο ότι τα πραγματικά περιστατικά που πλαισιώνουν τις δύο αυτές υποθέσεις είναι αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους. Στην υπόθεση Van der Kooy, ο Landbouwschap ενήργησε ως εκπρόσωπος των οργανώσεων των αγροτών σε διαπραγματεύσεις με την Ολλανδική Κυβέρνηση που αφορούσαν την τιμή του φυσικού αερίου. Ήταν επίσης ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία για τις τιμές και διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στη διαδικασία έρευνας την οποία διεξήγαγε η Επιτροπή κατά το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Αντίθετα, η International Rayon and Synthetic Fibre Committee στην υπόθεση CIRFS διεξήγαγε διαπραγματεύσεις όχι με ένα κράτος μέλος αλλά με την Επιτροπή, ενεργώντας ως συνομιλητής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας υιοθετήσεως κατευθυντηρίων γραμμών. Ανέπτυξε επίσης δράση σε σχέση με την πολιτική αναδιαρθρώσεως του κλάδου, και –όπως ο Landbouwschap στην υπόθεση Van der Kooy– υπέβαλε παρατηρήσεις κατά τη διαδικασία έρευνας. Αμφότεροι οι εν λόγω φορείς κρίθηκε ότι είχαν έννομο συμφέρον και νομιμοποιούνταν να προσβάλουν τις αντίστοιχες αποφάσεις της Επιτροπής ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων (53).
95. Είμαι διατεθειμένη να δεχθώ ότι οι δύο αυτές περιπτώσεις δεν είναι εντελώς εξαιρετικές, αλλά μάλλον εκφάνσεις μιας γενικότερης αρχής, σύμφωνα με την οποία ο προσφεύγων μπορεί να θεμελιώσει έννομο συμφέρον αν μπορεί να αποδείξει ότι η επίμαχη ενίσχυση επηρέασε τη θέση του ως διαπραγματευτή (54), ανεξαρτήτως του αν η Επιτροπή κίνησε ή όχι διαδικασία έρευνας. Κατά τη γνώμη μου, αυτός ο συγκεκριμένος τρόπος θεμελιώσεως ατομικού εννόμου συμφέροντος δεν παρουσιάζει προβλήματα συμβατότητας με τις προϋποθέσεις που τίθενται στην απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής (55). Φρονώ, περαιτέρω, ότι λόγοι αναγόμενοι τόσο στην αρχή της προσβάσεως στη δικαιοσύνη όσο και στην κοινωνική πολιτική συνηγορούν τα μέγιστα υπέρ της προσεγγίσεως αυτής. Επομένως, θα εξετάσω στη συνέχεια τους τρόπους με τους οποίους η 3F ισχυρίζεται ότι η επίμαχη ενίσχυση επηρέασε αρνητικά τη θέση της ως διαπραγματευτή.
96. Μολονότι η 3F, ως διαπραγματευτής συλλογικών συμβάσεων, ενδέχεται να διαδραματίζει κάποιο ρόλο στη διοχέτευση των ενισχύσεων στους εφοπλιστές (56), δεν έχει κανέναν έλεγχο επί της φορολογικής ελαφρύνσεως που χορηγήθηκε αρχικώς στους φορολογούμενους ναυτικούς. Από την άποψη αυτή, δεν είναι μέρος των διαπραγματεύσεων (57).
97. Για τους λόγους αυτούς, δεν δέχομαι το πρώτο επιχείρημα της 3F.
98. Δεύτερον, η 3F δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί ως «διαπραγματευτής» σε σχέση με τις κατευθυντήριες γραμμές του 1997. Δεν είχε καμία συμμετοχή στη διαπραγμάτευση για την εκπόνηση των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών και, συνεπώς, δεν μπορεί να θεμελιώσει έννομο συμφέρον στη βάση αυτή. Επιπλέον, ο ισχυρισμός της 3F ότι επιζητούσε να προστατεύσει τα μέλη της από εσφαλμένη ερμηνεία των κατευθυντηρίων γραμμών δεν μεταβάλλει τη θέση αυτή. Μη έχοντας μετάσχει στις διαπραγματεύσεις για την εκπόνηση των κατευθυντηρίων γραμμών του 1997 αυτών καθαυτών, η 3F δεν μπορεί να διατείνεται ότι επιζητεί να προστατεύσει τον εαυτό της και τα μέλη της ζητώντας από την Επιτροπή να κινήσει διαδικασία εξετάσεως του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ (για να διασφαλίσει την ορθή εφαρμογή των κατευθυντηρίων γραμμών), χωρίς να έχει αποδείξει προηγουμένως ότι επηρεάστηκε αρνητικά η ανταγωνιστική θέση της ιδίας ή η ανταγωνιστική θέση των μελών της.
99. Επομένως, το δεύτερο επιχείρημα της 3F δεν παρέχει αυτόνομο έρεισμα για θεμελίωση εννόμου συμφέροντος αλλά, αντίθετα, εξαρτάται από το αν η 3F μπορεί να αποδείξει την επέλευση αρνητικών αποτελεσμάτων για την ανταγωνιστική της θέση ή την ανταγωνιστική θέση των μελών της. Επομένως, το επιχείρημα αυτό μπορεί να προβληθεί λυσιτελώς μόνον στην περίπτωση που η 3F μπορεί να αποδείξει την επέλευση των κατά τα ανωτέρω αρνητικών αποτελεσμάτων (58).
100. Με το τελευταίο επιχείρημα που προέβαλε η 3F προς υποστήριξη του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, επικαλείται την αντίθεσή της στην εισαγωγή του φορολογικού μέτρου σε εθνικό επίπεδο. Η Επιτροπή υποστήριξε στο υπόμνημα αντικρούσεώς της ότι η πλήρης αντίθεσή της στο μέτρο δεν συμβιβαζόταν με τον ισχυρισμό της 3F ότι έλαβε μέρος στις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στη θέσπιση του εν λόγω μέτρου. Ωστόσο, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υιοθέτησε σκληρότερη στάση, υποστηρίζοντας ότι, όσο ενεργά και αν είχε συμμετάσχει μια συνδικαλιστική οργάνωση στη φάση εκπονήσεως του μέτρου σε εθνικό επίπεδο, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να θεμελιώσει έννομο συμφέρον που να την νομιμοποιεί να προσβάλει απόφαση της Επιτροπής για μη κίνηση της διαδικασίας έρευνας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι προσβολή της ενισχύσεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και, στη συνέχεια, υποβολή αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ είναι η πλέον ενδεδειγμένη μέθοδος δράσεως σε μια τέτοια περίπτωση.
101. Δεν θα συμφωνήσω με την άποψη ότι μια συνδικαλιστική οργάνωση που συμμετέχει ενεργά στις διαπραγματεύσεις που αφορούν ένα πρόγραμμα κρατικών ενισχύσεων σε εθνικό επίπεδο, αλλά τελικώς δεν επιτυγχάνει να εμποδίσει την υιοθέτησή του, πρέπει να στερείται της δυνατότητας να προσβάλει την απόφαση της Επιτροπής για μη κίνηση της διαδικασίας εξετάσεως (και να υποχρεούται, αντίθετα, να ακολουθήσει την πιο περίπλοκη και αβέβαιη οδό της προσφυγής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και της προδικαστικής παραπομπής) (59).
102. Ωστόσο, στην περίπτωση που η συνδικαλιστική οργάνωση για την οποία πρόκειται αποδεικνύει απλώς ότι προέβαλε επίσημα αντιρρήσεις, δεν αποδεικνύει και ότι έλαβε μέρος στις διαπραγματεύσεις. Το αν ο προσφεύγων έχει αποδείξει σε ικανοποιητικό βαθμό ότι έλαβε μέρος στις διαπραγματεύσεις είναι ζήτημα που κρίνεται από το Πρωτοδικείο.
103. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πρωτοδικείο δέχθηκε, στο πλαίσιο της εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών (60), ότι η 3F δεν απέδειξε ότι διαπραγματεύθηκε την υιοθέτηση των φορολογικών μέτρων με τη Δανική Κυβέρνηση. Δεδομένου ότι δεν υποστηρίχθηκε ότι υπήρξε παραποίηση των αποδεικτικών στοιχείων, η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
104. Με βάση τα προεκτεθέντα, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθεί.
Οριστική απόφαση επί του παραδεκτού της προσφυγής
105. Κατά το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση.
106. Κατά τη γνώμη μου, η 3F απέδειξε ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη καθόσον δεν εξέτασε αν η θέση των μελών της 3F επηρεάστηκε αρνητικά από την επίμαχη ενίσχυση.
107. Απέδειξε η 3F σε ικανοποιητικό βαθμό ότι θα έπρεπε να της είχε αναγνωριστεί ότι είχε έννομο συμφέρον να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου;
108. Έχοντας μελετήσει τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο και στο Πρωτοδικείο, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός της 3F, κατά τον οποίο η ανταγωνιστική της θέση επηρεάστηκε αρνητικά, δεν είναι βάσιμος.
109. Τα επίμαχα μέτρα έχουν τη μορφή φορολογικής απαλλαγής.
110. Ένας ναυτικός μπορεί να τύχει της φορολογικής απαλλαγής μόνον εφόσον υπόκειται σε φορολογία εισοδήματος. Επομένως, από τα μέτρα τα οποία κατά την 3F πρέπει να υποβληθούν στη διαδικασία έρευνας από την Επιτροπή, επωφελούνται μόνον οι υποκείμενοι σε φόρο εισοδήματος ναυτικοί.
111. Στις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές του 1997 ορίζονται ειδικά ως «κοινοτικοί ναυτικοί» οι ναυτικοί που υπόκεινται σε φορολογία σε κράτος μέλος της ΕΚ. Επομένως, η κατηγορία ναυτικών που ωφελείται από τα επίμαχα μέτρα ταυτίζεται, όπως τόνισε ορθώς η Επιτροπή, με την κατηγορία ναυτικών που σκοπούν να προστατεύσουν οι κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές.
112. Κατά συνέπεια, η ανταγωνιστική θέση των ναυτικών που είναι μέλη της 3F, έναντι των ναυτικών που δεν είναι κοινοτικοί ναυτικοί κατά την έννοια των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών, δεν μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά από το επίμαχο μέτρο ενισχύσεως.
113. Επομένως, μολονότι φρονώ ότι ο πρώτος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμοι, ωστόσο, το Δικαστήριο θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
Έξοδα
114. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
115. Η Επιτροπή ζήτησε την επιδίκαση των δικαστικών εξόδων. Δεδομένου ότι εισηγούμαι την απόρριψη των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, αυτή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Συμπέρασμα
116. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο:
– να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη·
– να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
– να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Προηγουμένως γνωστή ως SID, επωνυμία που χρησιμοποιήθηκε στη διάταξη του Πρωτοδικείου. Ωστόσο, η συνδικαλιστική οργάνωση ήταν γνωστή με την επωνυμία 3F όταν άσκησε την παρούσα αίτηση αναιρέσεως και, χάριν σαφηνείας, θα χρησιμοποιήσω στο εξής μόνο την επωνυμία «3 F».
3 – C (2002) 4370 τελικό στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση.
4 – Οι διαδικασίες για την εξέταση των κρατικών ενισχύσεων καθιερώνονται στον κανονισμό (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ 1999 L 83, σ. 1). Το άρθρο 93 της Συνθήκης ΕΚ κατέστη σήμερα, με τη νέα αρίθμηση, το άρθρο 88 ΕΚ.
5 – ΕΕ 1997 C 205, σ. 5. Οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές αντικατέστησαν τις κατευθυντήριες γραμμές του 1989 (SEC (89) 921 τελικό), οι δύο βασικοί στόχοι των οποίων ήσαν να συνεχίσουν τα πλοία να πλέουν υπό κοινοτικές σημαίες και να απασχολούνται όσο το δυνατόν περισσότεροι κοινοτικοί ναυτικοί.
6 – Νόμος 408 της 1ης Ιουλίου 1988, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 23 Αυγούστου 1988 (Lovtidende, τεύχος A, 22 Ιουλίου 1988).
7 – Με άλλα λόγια, με τους μισθολογικούς όρους που ισχύουν στις τρίτες χώρες, πράγμα που συνήθως σημαίνει χαμηλότερες αποδοχές από αυτές που θα καταβάλλονταν σε ναυτικούς από κράτη μέλη της ΕΕ.
8 – Νόμοι 361 έως 364 της 1ης Ιουλίου 1988, οι οποίοι τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1989 (Lovtidende, τεύχος A, 2 Ιουλίου 1988).
9 – Σκέψεις 21 έως 26 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως. Θα αναφερθώ στις παρατηρήσεις αυτές στα σημεία 26 έως 49 κατωτέρω.
10 – Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 939).
11 – Στο σημείο αυτό το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε στην απόφαση T-178/94, ATM κατά Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 1997, (Συλλογή 1997, σ. II-2529, σκέψη 63).
12 – Σχετικά με τη μη εφαρμογή των άρθρων 3, στοιχείο ζ΄, ΕΚ και 81 ΕΚ στην περίπτωση συλλογικών συμβάσεων, το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε στην απόφαση C‑67/96, Albany, της 21ης Σεπτεμβρίου 1999 (Συλλογή 1999, σ. I‑5751, σκέψεις 52 έως 60).
13 – Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται στη σκέψη αυτή, βλ. κατωτέρω, σημείο 22.
14 – Η σκέψη αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως αποτελεί τη βάση στην οποία η αναιρεσείουσα στηρίζει τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, βλ. κατωτέρω, σημείο 23.
15 – Η σκέψη αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως αποτελεί τη βάση στην οποία η αναιρεσείουσα στηρίζει τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, βλ. κατωτέρω, σημείο 24.
16 – Το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε σχετικώς στην απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 67/85, 68/85 και 70/85, Van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 219, σκέψεις 21 έως 24), και στην απόφαση της 23ης Μαΐου 2000, C‑106/98 P, Comité d’entreprise de la Société française de production κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑3659, σκέψη 43).
17 – Το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε σχετικώς στην απόφαση της 24ης Μαρτίου 1993, C‑313/90, CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-1125, σκέψεις 29 και 30), και Comité d’entreprise de la Société française de production (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16 ανωτέρω, σκέψη 44).
18 – Στις σκέψεις αυτές στηρίζεται ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, βλ. κατωτέρω, σημείο 25.
19 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12.
20 – Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2005, C-78/03 P, Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum, αποκαλούμενη «ARE» (Συλλογή 2005, σ. I-10737).
21 – Μολονότι με την προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου ζητήθηκε απλώς η ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως ήταν διαδικαστικής φύσεως και το Πρωτοδικείο θεώρησε την προσφυγή ως μέσο αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, να διασφαλίσει τα διαδικαστικά δικαιώματα της 3F. Στο πλαίσιο της εξετάσεως της παρούσης αναιρέσεως θα πράξω το ίδιο.
22 – Σε αντίθεση με την μάλλον πλούσια νομολογία που αφορά την θεμελίωση της νομιμοποιήσεως στις περιπτώσεις όπου η Επιτροπή έχει κινήσει τη διαδικασία έρευνας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ και προσβάλλεται η απόφαση την οποία εξέδωσε κατά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας.
23 – Πράγματι, υπάρχει κάποια ασάφεια στην ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη όσον αφορά τις ελεγκτέες προϋποθέσεις της νομιμοποιήσεως, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή της σκέψεως 28 προς τις σκέψεις 27 και 30.
24 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10 ανωτέρω (σκέψη 107). Η διατύπωση αυτή επαναλήφθηκε πρόσφατα στην απόφαση C-487/06 P, British Aggregates Association αποκαλούμενη «BAA» δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 27).
25 – Άρθρο 88, παράγραφος 1, ΕΚ.
26 – Απόφαση της 19ης Μαΐου 1993, C-198/91, Cook κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-2487, σκέψη 23 επ.)
27 – Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1993, C-225/91, Matra κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-3203, σκέψη 17 επ.)
28 – Απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1984, C-323/82, Intermills κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 3809, σκέψη 16).
29 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20, ανωτέρω (σκέψεις 34 έως 37).
30 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24.
31 – Βλ., ιδίως, σκέψεις 25 έως 30 και 35.
32 – Ο προσφεύγων στην υπόθεση εκείνη επικαλέστηκε σειρά νομικών λόγων που ομοιάζουν πολύ με τους λόγους που προέβαλε η 3F ενώπιον του Πρωτοδικείου.
33 – Σκέψη 37 της αποφάσεως.
34 – Βλ., ιδίως, τη σκέψη 37 της αποφάσεως, όπου –αναζητώντας τα κριτήρια που έπρεπε να εφαρμόσει προκειμένου να αποφανθεί για τη νομιμοποίηση της προσφεύγουσας– το Δικαστήριο έκρινε ότι «η BAA δεν αμφισβητούσε απλώς την άρνηση της Επιτροπής να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας αλλά αμφισβητούσε επίσης την ορθότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί της ουσίας» (η υπογράμμιση δική μου). Το σημείο 76 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi φαίνεται να ενισχύει την ερμηνεία αυτή.
35 – Βλ., παραδείγματος χάριν, Friedensköld, E,.Locus Standi in Article 88(2) EC cases:No cure for the Plaumann blues I, και Schmauch Μ.,Locus Standi and Article 88(3):No cure for the Plaumann blues II, European Law Reporter 1/2008, σ. 17. Εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει μέχρι σήμερα δημοσιευθεί κανένα σχόλιο επί της αποφάσεως BAA.
36 – Σημεία 68 έως 76 των προτάσεων.
37 – Σημείο 71 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση BAA.
38 – Η Επιτροπή μπορεί κατόπιν αυτού να εκδώσει νέα απόφαση, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να δεχθεί ότι το επίμαχο μέτρο συνιστούσε όντως ενίσχυση, ούτε ότι, καίτοι συνιστούσε ενίσχυση, συμβιβαζόταν, ωστόσο, με την κοινή αγορά. Αν η απόφαση ακυρωνόταν λόγω υφισταμένων ακόμη δυσχερειών ως προς την εκτίμηση της ενισχύσεως από την Επιτροπή, η Επιτροπή θα ήταν μεν ελεύθερη να αποφασίσει να μην κινήσει τη διαδικασία έρευνας, αλλά θα ήταν υποχρεωμένη να αποδείξει ότι είχαν επιλυθεί οι εναπομένουσες δυσχέρειες.
39 – Απόφαση ARE (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20 ανωτέρω, σκέψη 70).
40 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12.
41 – Σκέψεις 59 και 60.
42 – Τούτο προϋποθέτει μια λογική ανάγνωση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου (που επικυρώθηκε από το Δικαστήριο) στην υπόθεση Comité d’entreprisedelaSociété françaisedeProduction (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16 ανωτέρω), όπου έγινε δεκτό ότι οργανώσεις που εκπροσωπούν τους εργαζομένους μιας επιχειρήσεως μπορούν, ως ενδιαφερόμενα μέρη κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, να υποβάλουν στην Επιτροπή σχόλια επί ζητημάτων κοινωνικής φύσεως.
43 – Προϋποθέσεις που είναι σημαντικά αυστηρότερες (βλ. ανωτέρω, σημεία 28 και 31).
44 – Βλ. Comité d’entreprise de la Société française de Production (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16 ανωτέρω, σκέψεις 50 έως 53), όπου υιοθετείται η εκτίμηση που περιέχεται στις σκέψεις 41 και 42 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως του Πρωτοδικείου.
45 – Σκέψη 70 της αποφάσεως.
46 – Σκέψη 72 της αποφάσεως.
47 – Σκέψη 72 της αποφάσεως.
48 – Καθότι, έχοντας τη δυνατότητα να απαιτούν χαμηλότερες ακαθάριστες αποδοχές, χωρίς να υφίστανται μείωση των καθαρών αποδοχών τους, οι εν λόγω ναυτικοί καθίστανται περισσότερο ανταγωνιστικοί.
49 – Η προσέγγιση αυτή συνάδει με το περιεχόμενο της σκέψεως 32 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως. Ωστόσο, η 3F αμφισβήτησε τη βασιμότητα της σκέψεως 32 με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να γίνει δεκτός. Βλ. ανωτέρω, σημεία 62 έως 65.
50 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16 ανωτέρω.
51 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17 ανωτέρω.
52 – Η 3F θεωρεί επίσης ότι η περίπτωσή της διαφέρει από αυτήν του προσφεύγοντος στην υπόθεση Comité d’entreprise de la Société française de Production, καθότι η ανταγωνιστική θέση των μελών της επηρεάζεται αρνητικά από την ενίσχυση. Θα εξετάσω τον ισχυρισμό αυτόν στη συνέχεια, στα σημεία 105 έως 113.
53 – Βλ. αποφάσεις Van der Kooy (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16 ανωτέρω, σκέψη 25) και CIRFS (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17 ανωτέρω, σκέψη 30).
54 – Όπως αφήνει να εννοηθεί το Πρωτοδικείο, στη σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως.
55 – Αν, αντίθετα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι πρόκειται για γενική αρχή, οι διαφορές μεταξύ των περιστάσεων της 3F και των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν τις υποθέσεις Van der Kooy και CIRFS θα εμπόδιζαν, κατά τη γνώμη μου, την 3F να θεμελιώσει έννομο συμφέρον επικαλούμενη αναλογία με τις υποθέσεις αυτές.
56 – Μέσω της δυνατότητας που παρέχεται στους εφοπλιστές, στο πλαίσιο εφαρμογής των επίμαχων φορολογικών μέτρων, να προβαίνουν σε μειώσεις των ακαθαρίστων αποδοχών των ναυτικών χωρίς να μειώνουν τις καθαρές αποδοχές.
57 – Ο ισχυρισμός της 3F, κατά τον οποίο ο ρόλος της ως διαπραγματευτή συλλογικών συμβάσεων επηρεάστηκε αρνητικά από την ενίσχυση θα εξεταστεί κατωτέρω, στα σημεία 105 έως 113.
58 – Βλ., ομοίως, σημεία 105 έως 113 κατωτέρω.
59 – Επί του ζητήματος αυτού, προσυπογράφω ανεπιφύλακτα τα σχόλια του γενικού εισαγγελέα F. Jacobs που διατυπώνονται στα σημεία 37 έως 49 των προτάσεών του στην υπόθεση C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores (απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 2002, Συλλογή 2002, σ. I‑6677). Η πρόσβαση στο Δικαστήριο μέσω του εθνικού δικαστηρίου και της υποβολής αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 234 ΕΚ δεν συνιστά το ιδανικό υποκατάστατο έναντι της προσβάσεως κατά το άρθρο 230 ΕΚ.
60 – Στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως.
Full & Egal Universal Law Academy