ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 2ας Απριλίου 2009 (1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑322/07 P, C‑327/07 P και C‑338/07 P
Papierfabrik August Koehler AG (C‑322/07 P),
Bolloré SA (C‑327/07 P),
Distribuidora Vizcaína de Papeles SL (C‑338/07 P),
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αιτήσεις αναιρέσεως – Συμπράξεις – Αγορά αυτογραφικού χαρτιού – Άρθρο 81 ΕΚ – Αντιφάσεις μεταξύ των κοινοποιηθεισών αιτιάσεων και της αποφάσεως – Προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας – Συνέπειες – Εύλογη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου – Παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων – Συμμετοχή στην παράβαση – Διάρκεια της παραβάσεως – Κανονισμός 17 – Άρθρο 15, παράγραφος 2 – Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό του ύψους των προστίμων – Αρχή της αναλογικότητας – Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως – Υποχρέωση αιτιολογήσεως»
1. Η παρούσα υπόθεση έχει ως αντικείμενο τις αιτήσεις αναιρέσεως που ασκήθηκαν από τρεις επιχειρήσεις παραγωγής αυτογραφικού χαρτιού, ήτοι την Papierfabrik August Koehler AG (C‑322/07 P, στο εξής: Koehler), την Bolloré SA (C‑327/07 P, στο εξής: Bolloré) και την Distribuidora Vizcaína de Papeles SL (C‑338/07 P, στο εξής: Divipa), κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 26ης Απριλίου 2007, T‑109/02, T‑118/02, T‑122/02, T‑125/02, T‑126/02, T‑128/02, T‑129/02, T‑132/02 και T‑136/02, Bolloré κ.λπ. κατά Επιτροπής (2).
2. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε τις προσφυγές ακυρώσεως που άσκησαν οι προσφεύγουσες και νυν αναιρεσείουσες κατά της αποφάσεως 2004/337/ΕΚ της Επιτροπής (3), με την οποία διαπιστώθηκε η συμμετοχή τους σε μια σειρά συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στην αγορά του αυτογραφικού χαρτιού, οι οποίες αντέκειντο στο άρθρο 81 ΕΚ.
3. Με τις ασκηθείσες αιτήσεις αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν, κατ’ αρχάς, τη νομιμότητα της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ειδικότερα, η Bolloré προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν συνήγαγε από τη διαπιστωθείσα προσβολή των δικαιωμάτων της άμυνας εκ μέρους της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας τα δέοντα συμπεράσματα όσον αφορά τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως.
4. Οι αναιρεσείουσες προσάπτουν, περαιτέρω, στο Πρωτοδικείο ότι παρέβη το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ, παραμορφώνοντας ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη συμμετοχή τους στην παράβαση καθώς και σχετικά με τη διάρκεια αυτής. Αμφισβητούν, επίσης, την ορθότητα της εκτιμήσεώς του όσον αφορά τον υπολογισμό του ποσού των προστίμων που επιβλήθηκαν από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου (4), επικαλούμενες, ιδίως, παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας. Τέλος, μία από τις αναιρεσείουσες ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας, καθόσον αφορά την εκτίμηση των ελαφρυντικών περιστάσεων.
5. Με τις παρούσες προτάσεις, θα προτείνω στο Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόσον το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο επειδή δεν συνήγαγε όλα τα συμπεράσματα που επέβαλλε η προσβολή εκ μέρους της Επιτροπής των δικαιωμάτων άμυνας της Bolloré. Ειδικότερα, θα υποστηρίξω την άποψη ότι, εφόσον δεν δόθηκε στην Bolloré η δυνατότητα να αμυνθεί σε σχέση με την αιτίαση της προσωπικής και άμεσης συμμετοχής της στις δραστηριότητες της συμπράξεως, το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να είχε ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που θεμελιώθηκε στην αιτίαση αυτή.
6. Αντίθετα, θα προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τις αιτήσεις αναιρέσεως που ασκήθηκαν από την Koehler και την Divipa.
7. Καθόσον η διαφορά είναι, κατά τη γνώμη μου, ώριμη προς εκδίκαση, θα προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί του λόγου ακυρώσεως της Bolloré που στηρίζεται στην προσβολή των δικαιωμάτων της άμυνας. Αφού εκθέσω τις σκέψεις μου επί του θέματος αυτού, θα καλέσω το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που στηρίζεται σε στοιχεία που εμπλέκουν προσωπικά και άμεσα την Bolloré στη διάπραξη της παραβάσεως.
I – Το νομικό πλαίσιο
8. Το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ ορίζει ότι «[ε]ίναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς».
9. Σε περίπτωση παραβάσεως της διατάξεως αυτής, η Επιτροπή δύναται, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, «να επιβάλλει στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμο ύψους [1 000 ευρώ] τουλάχιστον και [1 εκατομμυρίου ευρώ] το πολύ, ποσό το οποίο μπορεί να φθάσει μέχρι το δέκα τοις εκατό του κύκλου εργασιών που επραγματοποιήθη κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο από εκάστη των επιχειρήσεων, οι οποίες συμμετείχαν στην παράβαση».
10. Προκειμένου να διασφαλισθεί η διαφάνεια και ο αντικειμενικός χαρακτήρας των αποφάσεων αυτών τόσο έναντι των επιχειρήσεων όσο και έναντι του κοινοτικού δικαστή, η Επιτροπή δημοσίευσε το 1998 κατευθυντήριες γραμμές στις οποίες υποδεικνύει τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 (5).
11. Στο σημείο 1 των κατευθυντηρίων γραμμών ορίζεται ότι, για τον υπολογισμό του ποσού των προστίμων, το βασικό ποσό καθορίζεται σύμφωνα με τα κριτήρια που προβλέπονται στο άρθρο 15, παράγραφος 2, ήτοι τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως.
12. Πρώτον, για την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο χαρακτήρας της ίδιας της παραβάσεως, ο πραγματικός αντίκτυπός της επί της αγοράς, εφόσον αυτός είναι δυνατό να εκτιμηθεί, καθώς και η έκταση της σχετικής γεωγραφικής αγοράς (σημείο 1, A, πρώτο εδάφιο, των κατευθυντηρίων γραμμών). Στο πλαίσιο αυτό, οι παραβάσεις κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες, ήτοι στις «ελαφρές παραβάσεις», για τις οποίες το προβλεπόμενο ποσό των προστίμων κυμαίνεται μεταξύ 1 000 ευρώ και 1 εκατομμυρίου ευρώ, στις «σοβαρές παραβάσεις», για τις οποίες το ποσό αυτό μπορεί να κυμαίνεται μεταξύ 1 εκατομμυρίου ευρώ και 20 εκατομμυρίων ευρώ, καθώς και στις «πολύ σοβαρές παραβάσεις», για τις οποίες το εν λόγω ποσό υπερβαίνει τα 20 εκατομμύρια ευρώ (σημείο 1, Α, δεύτερο εδάφιο, πρώτη έως τρίτη περίπτωση, των κατευθυντηρίων γραμμών).
13. Δεύτερον, η σοβαρότητα της παραβάσεως εκτιμάται σε συνάρτηση με τα χαρακτηριστικά εκάστης των εμπλεκομένων επιχειρήσεων. Εντός εκάστης των ανωτέρω κατηγοριών παραβάσεων, η κλίμακα των κυρώσεων παρέχει τη δυνατότητα διαφοροποιήσεως της μεταχειρίσεως των επιχειρήσεων ανάλογα με τη φύση των διαπραχθεισών παραβάσεων. Η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη την πραγματική οικονομική δυνατότητα των οικείων επιχειρήσεων να προξενήσουν ζημία και καθορίζει το ύψος του προστίμου κατά τρόπο ώστε να μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά (σημείο 1, A, τέταρτο εδάφιο, των κατευθυντηρίων γραμμών). Κατά το στάδιο αυτό, η Επιτροπή μπορεί να κατατάσσει τις επιχειρήσεις σε διάφορες κατηγορίες και να κλιμακώνει το βασικό ποσό του προστίμου για κάθε επιχείρηση.
14. Τρίτον, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια της παραβάσεως.
15. Κατά τα σημεία 2 και 3 των κατευθυντηρίων γραμμών, η Επιτροπή μπορεί, στη συνέχεια, να λαμβάνει υπόψη ορισμένες επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις και να αυξάνει ή να μειώνει αναλόγως το ύψος του βασικού ποσού του προστίμου.
16. Εξάλλου, σύμφωνα με το σημείο 4 των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών, η Επιτροπή μπορεί να εφαρμόζει τα προβλεπόμενα στην ανακοίνωσή της της 18ης Ιουλίου 1996 σχετικά με τη μη επιβολή ή τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (6).
17. Εν είδει γενικής παρατηρήσεως, το σημείο 5, στοιχείο α΄, πρώτο εδάφιο, των κατευθυντηρίων γραμμών διευκρινίζει ότι το τελικό αποτέλεσμα του υπολογισμού του προστίμου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το 10 % του παγκόσμιου κύκλου εργασιών της οικείας επιχειρήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17.
II – Τα πραγματικά περιστατικά
18. Τα πραγματικά περιστατικά, όπως προκύπτουν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
19. Τα πραγματικά περιστατικά της παρούσης διαφοράς, που εκτίθενται στις σκέψεις 1 έως 21 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, συνοψίζονται στα εξής.
20. Πληροφορηθείσα από καταγγελίες την ύπαρξη μυστικής συμπράξεως επιχειρήσεων στον τομέα του αυτογραφικού χαρτιού, η Επιτροπή διενήργησε ελέγχους στις εγκαταστάσεις διαφόρων παραγωγών, δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 17. Επίσης, κατά το έτος 1999, η Επιτροπή απηύθυνε αιτήσεις για παροχή πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 17, σε διάφορες εταιρίες, ορισμένες από τις οποίες παραδέχθηκαν ότι είχαν συμμετάσχει σε πολυμερείς συναντήσεις με σκοπό τη σύμπραξη μεταξύ παραγωγών αυτογραφικού χαρτιού.
21. Η Mougeot SA (στο εξής: Mougeot), η οποία δέχθηκε να συνεργαστεί στην έρευνα κατ’ εφαρμογήn της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με τη συνεργασία των εμπλεκομένων επιχειρήσεων, αναγνώρισε την ύπαρξη συμπράξεως με σκοπό τον καθορισμό των τιμών του αυτογραφικού χαρτιού και παρέσχε στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τη διάρθρωση της σύμπραξης και, ιδίως, σχετικά με τις διάφορες συναντήσεις στις οποίες είχαν παραστεί εκπρόσωποί της.
22. Στις 26 Ιουλίου 2000, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία στις υπό κρίση υποθέσεις και εξέδωσε ανακοίνωση αιτιάσεων κατά 17 επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων η Bolloré και η θυγατρική της Copigraph SA (στο εξής: Copigraph), η Divipa και η Koehler. Οι περισσότερες από τις επιχειρήσεις αυτές υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις απαντώντας στις αιτιάσεις που διατύπωσε η Επιτροπή. Στις 8 και στις 9 Μαρτίου 2001 η Επιτροπή άκουσε τις προφορικές τους παρατηρήσεις και στη συνέχεια εξέδωσε, στις 20 Δεκεμβρίου 2001, την προσβαλλόμενη απόφαση.
23. Με το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι έντεκα επιχειρήσεις παρέβησαν το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ και το άρθρο 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, που υπεγράφη στις 2 Μαΐου 1992 (7), με τη συμμετοχή τους σε ένα σύνολο συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα του αυτογραφικού χαρτιού.
24. Με το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, της αυτής αποφάσεως, η Επιτροπή διαπιστώνει, ιδίως, ότι η Arjo Wiggins Appelton plc (στο εξής: AWA), η Bolloré, η Koehler, η Sappi Ltd (στο εξής: Sappi) και τρεις άλλες επιχειρήσεις μετείχαν στην παράβαση από τον Ιανουάριο του 1992 έως τον Σεπτέμβριο του 1995, η Divipa από τον Μάρτιο του 1992 έως τον Ιανουάριο του 1995 και η Mougeot από τον Μάιο του 1992 έως τον Σεπτέμβριο του 1995.
25. Με το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο 33,07 εκατομμυρίων ευρώ στην Koehler, 22,68 εκατομμυρίων ευρώ στην Bolloré και 1,75 εκατομμυρίου ευρώ στην Divipa.
III – Η προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
26. Με χωριστά δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου τον Απρίλιο του 2002, οι εταιρίες Bolloré, Koehler και Divipa, καθώς και έξι άλλες επιχειρήσεις που ήταν αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως, άσκησαν τις υποβληθείσες στο Πρωτοδικείο προσφυγές.
27. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε, ιδίως, τις προσφυγές που ασκήθηκαν από την Bolloré, την Koehler και την Divipa.
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
28. Σύμφωνα με το άρθρο 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, οι εταιρίες Bolloré, Koehler και Divipa, με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12, 13 και 20 Ιουλίου αντιστοίχως, άσκησαν τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
29. Στην υπόθεση C‑322/07 P, η Koehler ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, επικουρικώς, να μειώσει το πρόστιμο που της έχει επιβληθεί. Έτι επικουρικότερον ζητεί να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο, προκειμένου αυτό να αποφανθεί σύμφωνα με τα όσα θα αποφασίσει επί των νομικών ζητημάτων το Δικαστήριο και, σε κάθε περίπτωση, να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα που αντιστοιχούν στη διαδικασία τόσο ενώπιον του Πρωτοδικείου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου.
30. Στην υπόθεση C‑327/07 P, η Bolloré ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή, σε κάθε περίπτωση, να μειώσει το πρόστιμο που της επεβλήθη. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν αποφανθεί οριστικά επί της παρούσης διαφοράς, του ζητεί να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα και να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο για επανεξέταση, σύμφωνα με τα όσα θα έχουν γίνει δεκτά από το Δικαστήριο, να καταδικάσει δε την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
31. Στην υπόθεση C‑338/07 P, η Divipa ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει την αίτηση αναιρέσεως παραδεκτή και βάσιμη, να αναιρέσει εν όλω ή εν μέρει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αποφανθεί ρητώς επί της ουσίας ή να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο, να διαγράψει ή να μειώσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και να καταδικάσει την Επιτροπή στα έξοδα της διαδικασίας τόσο ενώπιον του Πρωτοδικείου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου.
32. Στις υποθέσεις C‑322/07 P και C‑338/07 P, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.
33. Στην υπόθεση C‑327/07 P, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο, κυρίως, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως εν μέρει απαράδεκτη και αβάσιμη και, επικουρικώς, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και, σε κάθε περίπτωση, να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
V – Οι αναιρετικοί λόγοι
Α – Οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλονται από την Koehler (C‑322/07 P)
34. Η Koehler προβάλλει δύο λόγους προς υποστήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως.
35. Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, αμφισβητεί την εκτίμηση του Πρωτοδικείου όσον αφορά τη διάρκεια της παραβάσεως την οποία διέπραξε. Προσάπτει σχετικώς στο Πρωτοδικείο ότι παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που του υποβλήθηκαν, ότι αθέτησε την υποχρέωση αιτιολογήσεως και ότι, τέλος, προσέβαλε τα δικαιώματά της άμυνας.
36. Προς θεμελίωση του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η Koehler ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας κατά την εκτίμηση του ύψους του προστίμου που της επιβλήθηκε από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17.
Β – Οι λόγοι αναιρέσεως που προβάλλονται από την Bolloré (C‑327/07 P)
37. Η Bolloré προβάλλει δύο λόγους προς υποστήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως.
38. Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, η Bolloré προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν εκτίμησε ορθώς τις συνέπειες που θα έπρεπε να έχει η εκ μέρους της Επιτροπής προσβολή των δικαιωμάτων της άμυνας κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας.
39. Στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η Bolloré ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ, καθόσον παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε για να εκτιμήσει τη διάρκεια της παραβάσεως και αθέτησε την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως.
Γ – Οι λόγοι που προβάλλονται από την Divipa (C‑338/07 P)
40. Η Divipa προβάλλει τέσσερις λόγους αναιρέσεως.
41. Με τον πρώτο λόγο, προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι εξέδωσε την απόφασή του με υπερβολική καθυστέρηση, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτόν την αρχή της εύλογης διάρκειας της δίκης.
42. Στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η Divipa υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ, παραμορφώνοντας ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία κατά την εκτίμηση σχετικά με τη συμμετοχή της στη διάπραξη της παραβάσεως.
43. Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Divipa προσάπτει, περαιτέρω, στο Πρωτοδικείο ότι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας κατά την εκτίμηση του ύψους του προστίμου που της επέβαλε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17.
44. Τέλος, στο πλαίσιο του τετάρτου λόγου, η Divipa ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει επαρκή αιτιολογία όσον αφορά την εκτίμηση των ελαφρυντικών περιστάσεων.
VI – Η ένωση των αιτήσεων αναιρέσεως και η εξέτασή τους στο πλαίσιο των παρουσών προτάσεων
45. Λόγω της συναφείας τους, οι παρούσες υποθέσεις συνεκδικάζονται προς έκδοση κοινής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κανονισμού Διαδικασίας. Στο μέτρο που ορισμένοι από τους λόγους που προβάλλονται από τις αναιρεσείουσες αλληλοκαλύπτονται, επέλεξα να τους εξετάσω από κοινού για όλες τις υποθέσεις και τούτο για λόγους σαφηνείας.
46. Για τους σκοπούς της αναλύσεως που ακολουθεί, θα εξετάσω, πρώτα, τους λόγους που αφορούν τις υποτιθέμενες διαδικαστικές παραβάσεις που ενέχει, ενδεχομένως, η απόφαση του Πρωτοδικείου. Στο πλαίσιο αυτό, θα εξετάσω τον ισχυρισμό της Bolloré περί προσβολής των δικαιωμάτων της άμυνας, και, στη συνέχεια, τον ισχυρισμό της Divipa περί υπερβολικής διαρκείας της διαδικασίας.
47. Δεύτερον, θα εξετάσω τους λόγους που αφορούν την παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, στο πλαίσιο των οποίων υποστηρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε για την εκτίμηση της συμμετοχής των προσφευγουσών στην παράβαση και της διαρκείας της εν λόγω παραβάσεως.
48. Τρίτον, θα εξετάσω τους λόγους που αφορούν την παραβίαση εκ μέρους του Πρωτοδικείου των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του ύψους των προστίμων που επέβαλε η Επιτροπή.
49. Τέταρτον, τέλος, θα εξετάσω αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλημμελή αιτιολογία όσον αφορά την εκτίμηση των ελαφρυντικών περιστάσεων.
50. Πριν προβώ στην κατά τα ανωτέρω ανάλυση, θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με την έκταση του δικαστικού ελέγχου που ασκεί το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
VII – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με την έκταση του ελέγχου που ασκεί το Δικαστήριο στο πλαίσιο της εκδικάσεως των παρουσών αιτήσεων αναιρέσεως
51. Κατά την εκδίκαση αιτήσεως αναιρέσεως, το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση του αν το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την άσκηση του δικαστικού του ελέγχου.
52. Κατά τα άρθρα 225, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα και ως λόγοι αναιρέσεως επιτρέπεται να προβάλλονται αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία και παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 112, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τους προβαλλόμενους νομικούς λόγους και επιχειρήματα.
53. Με βάση τις διατάξεις αυτές, το Δικαστήριο όρισε επακριβώς τις προϋποθέσεις του παραδεκτού των αναιρέσεων που ασκούνται κατά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου.
54. Πρώτον, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι στην αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παρατίθενται επακριβώς τα επίμαχα στοιχεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν με συγκεκριμένο τρόπο το αίτημα περί αναιρέσεως (8).
55. Δεύτερον, κατά το Δικαστήριο ο αναιρεσείων δεν μπορεί να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιόν του λόγους και επιχειρήματα που δεν προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου. Τούτο θα σήμαινε, πράγματι, ότι ο διάδικος θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα είναι περιορισμένη στην κατ’ αναίρεση διαδικασία, διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο από τη διαφορά που εκδίκασε το Πρωτοδικείο (9).
56. Τρίτον, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν είναι παραδεκτή όταν ο αναιρεσείων περιορίζεται στην επανάληψη των λόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που προέβαλε ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου και όταν δεν εξηγεί ειδικά σε τι συνίσταται η πλάνη περί το δίκαιο με την οποία ενδεχομένως βαρύνεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Στην περίπτωση αυτή, κατά το Δικαστήριο, η αίτηση αναιρέσεως συνιστά στην πραγματικότητα αίτηση απλής επανεξετάσεως της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου, η οποία δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου (10). Αντίθετα, εφόσον ο αναιρεσείων αμφισβητεί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο, τα νομικά ζητήματα που εξετάστηκαν πρωτοδίκως μπορούν να αποτελέσουν εκ νέου αντικείμενο συζητήσεως κατά την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως. Πράγματι, αν ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να στηρίξει, κατά τον τρόπο αυτόν, την αίτησή του αναιρέσεως σε λόγους και επιχειρήματα που προέβαλε ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου, η διαδικασία αναιρέσεως θα καθίστατο εν μέρει άνευ αντικειμένου (11).
57. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει, επίσης, ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί παρά να στηρίζεται σε λόγους αφορώντες την παράβαση νομικών κανόνων. Οι λόγοι που έχουν σχέση με την εκτίμηση από το Πρωτοδικείο των πραγματικών περιστατικών κρίνονται, κατ’ αρχήν, απαράδεκτοι, με εξαίρεση τις δύο περιπτώσεις που ορίζονται ρητά στη νομολογία.
58. Κατ’ αρχήν, το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για την εξακρίβωση και την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Είναι, επίσης, αποκλειστικά αρμόδιο να εκτιμήσει την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα στοιχεία που του προσκομίσθηκαν, αφ’ ης στιγμής οι αποδείξεις τις οποίες έλαβε υπόψη για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών προέκυψαν νομοτύπως και τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου, καθώς και οι εφαρμοστέοι δικονομικοί κανόνες περί της διεξαγωγής των αποδείξεων (12).
59. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο μπορεί μόνο να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 225 ΕΚ, έλεγχο όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών αυτών περιστατικών και τις έννομες συνέπειες που έχει συναγάγει το Πρωτοδικείο (13).
60. Επομένως, προκειμένου, ειδικά, για την εφαρμογή των άρθρων 81 ΕΚ και 15 του κανονισμού 17, ο έλεγχος του Δικαστηρίου έχει διττό σκοπό. Αφενός, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει σε ποιο μέτρο το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη, κατά τρόπο νομικώς ορθό, όλους τους ουσιώδεις παράγοντες για να εκτιμήσει τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς της επιχειρήσεως, υπό το πρίσμα των άρθρων 81 ΕΚ και 15 του κανονισμού 17. Αφετέρου, πρέπει να εξακριβώνει αν το Πρωτοδικείο απάντησε επαρκώς κατά νόμο στο σύνολο των επιχειρημάτων που προέβαλε ο αναιρεσείων όσον αφορά την ακύρωση ή τη μείωση του προστίμου (14). Αντίθετα, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να αντικαθιστά, για λόγους ευδικίας, με τη δική του κρίση την κρίση του Πρωτοδικείου το οποίο αποφαίνεται, κατά πλήρη δικαιοδοσία, επί του ύψους των προστίμων που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις (15).
61. Όπως προανέφερα, υπάρχουν δύο περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί αιτιάσεων που αφορούν τη διαπίστωση και την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών (16).
62. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε ουσιωδώς εσφαλμένες διαπιστώσεις η ανακρίβεια των οποίων προκύπτει από τα έγγραφα που περιέχονται στον φάκελο της δικογραφίας.
63. Η δεύτερη περίπτωση είναι όταν ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που του υποβλήθηκαν. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο, το οποίο κατ’ αρχήν δεν είναι αρμόδιο να εξετάζει τις αποδείξεις που δέχθηκε το Πρωτοδικείο προς στήριξη των πραγματικών περιστατικών, μπορεί να προχωρήσει σε δικαστικό έλεγχο. Ο αναιρεσείων θα πρέπει τότε να καταδείξει επακριβώς τα στοιχεία που παραμορφώθηκαν από το Πρωτοδικείο και να καταδείξει τα σφάλματα αναλύσεως τα οποία, κατά την άποψή του, οδήγησαν το Πρωτοδικείο στην παραμόρφωση αυτή. Κατά πάγια νομολογία, μια τέτοια παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας και να μη χρειάζεται να πραγματοποιηθεί νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων ούτε να προσκομισθούν νέα αποδεικτικά στοιχεία (17).
64. Οι ανωτέρω προκαταρκτικές σκέψεις θα αποτελέσουν τη βάση στην οποία θα στηριχθεί η εξέταση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως και των επιχειρημάτων που προβάλλονται από τις αναιρεσείουσες στην παρούσα διαδικασία.
VIII – Οι λόγοι που αφορούν τις προβαλλόμενες από τις αναιρεσείουσες διαδικαστικές παραβάσεις
65. Κατά τα άρθρα 225, παράγραφος 1, ΕΚ και 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ελέγχει αν υπήρξαν πλημμέλειες κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος. Οφείλει να εξακριβώσει ότι έχουν τηρηθεί οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και οι διαδικαστικοί κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων (18).
66. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι το δικαίωμα για μια δίκαιη δίκη και, ιδίως, οι αρχές του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και της εύλογης διάρκειας της δίκης έχουν εφαρμογή στο πλαίσιο ένδικης προσφυγής κατά αποφάσεως της Επιτροπής επιβάλλουσας σε επιχείρηση πρόστιμα λόγω παραβιάσεως του δικαίου του ανταγωνισμού (19).
67. Και τώρα, θα εξετάσω τους προβληθέντες από την Bolloré και την Divipa λόγους αναιρέσεως που αντλούνται από την παραβίαση του νόμου κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου.
Α – Επί του πρώτου λόγου, κατά τον οποίο δεν εκτιμήθηκαν ορθώς οι συνέπειες που επάγεται η εκ μέρους της Επιτροπής προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Bolloré
68. Η Bolloré προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι προσέβαλε τα δικαιώματά της άμυνας καθόσον δεν συνήγαγε όλα τα συμπεράσματα που θα έπρεπε να συναγάγει από την εκ μέρους της Επιτροπής προσβολή του δικαιώματός της ακροάσεως και άμυνας κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας σχετικά με την άμεση συμμετοχή της στην παράβαση.
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
69. Κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία, η Bolloré υποστήριξε ότι, κατά το στάδιο της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, η Επιτροπή δέχθηκε τη συμμετοχή της στην παράβαση μόνο λόγω της ευθύνης της ως μητρικής εταιρίας για τις ενέργειες της θυγατρικής της Copigraph. Αντιθέτως, η απόφαση περιλαμβάνει νέα αιτίαση στρεφομένη εναντίον της, αντλούμενη από την προσωπική και αυτοτελή συμμετοχή της στη σύμπραξη. Η Bolloré ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, μη παρέχοντάς της τη δυνατότητα να λάβει θέση επί της αιτιάσεως αυτής κατά τη διοικητική διαδικασία, προσέβαλε τα δικαιώματά της άμυνας.
70. Αφού αναφέρθηκε, στις σκέψεις 66 έως 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην σχετική με την αρχή αυτή νομολογία, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 79 της εν λόγω αποφάσεως, ότι η ανακοίνωση των αιτιάσεων δεν επέτρεψε στην Bolloré να λάβει γνώση της αιτιάσεως που αντλείται από την άμεση ανάμειξή της στην παράβαση, ούτε των πραγματικών περιστατικών τα οποία η Επιτροπή έκρινε αποδεδειγμένα με την απόφαση, προς στήριξη της αιτιάσεως αυτής, οπότε η Bolloré, όπως προκύπτει από το κείμενο της απαντήσεώς της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, δεν μπόρεσε να διασφαλίσει λυσιτελώς την άμυνά της, κατά τη διοικητική διαδικασία, ως προς την εν λόγω αιτίαση και τα πραγματικά αυτά περιστατικά.
71. Πάντως, στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η προσβολή της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας εκ μέρους της Επιτροπής δεν αρκούσε για να δικαιολογήσει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά το Πρωτοδικείο, το διαδικαστικό αυτό ελάττωμα δεν επηρέασε καθοριστικά το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως, καθόσον η Επιτροπή θεώρησε ορθώς την Bolloré υπεύθυνη για τη συμμετοχή της θυγατρικής της Copigraph στη σύμπραξη.
72. Το Πρωτοδικείο διατύπωσε τη συλλογιστική του ως εξής:
«80 Πάντως, τονίζεται ότι, ακόμη και αν η [προσβαλλόμενη] απόφαση περιέχει νέους πραγματικούς ή νομικούς ισχυρισμούς σε σχέση με τους οποίους δεν υπήρξε ακρόαση των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, το διαπιστωθέν ελάττωμα δεν συνεπάγεται την ακύρωση της αποφάσεως επί του σημείου αυτού, παρά μόνον αν οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν μπορούν να αποδειχθούν επαρκώς κατά νόμο βάσει άλλων στοιχείων τα οποία περιέχονται στην απόφαση και σε σχέση με τα οποία οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις είχαν την ευκαιρία να προβάλουν την άποψή τους [(20)]. Εξάλλου, η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας μπορεί να θίξει το κύρος της αποφάσεως όσον αφορά την Bolloré μόνον εάν η απόφαση στηρίζεται μόνο στην άμεση ανάμειξη της Bolloré στην παράβαση [(21)]. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν μπορεί να γίνει δεκτή η νέα αυτή αιτίαση, η οποία αντλείται από την άμεση ανάμειξη της Bolloré στις δραστηριότητες της σύμπραξης, δεν δύναται να καταλογιστεί στην Bolloré η ευθύνη της παραβάσεως.
81 Αντιθέτως, αν, κατά την επί της ουσίας εξέταση, προκύψει (βλ. […] σκέψεις 123 έως 150 [της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως]), ότι η Επιτροπή ορθώς θεώρησε την Bolloré υπεύθυνη για τη συμμετοχή της θυγατρικής της Copigraph στη σύμπραξη, η μη σύννομη ενέργεια της Επιτροπής δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την ακύρωση της αποφάσεως, διότι δεν ασκεί αποφασιστική επιρροή στο διατακτικό της αποφάσεως του θεσμικού οργάνου [(22)]. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, αν ορισμένες από τις αιτιολογικές σκέψεις μιας αποφάσεως δικαιολογούν επαρκώς, κατά νόμο, την εν λόγω απόφαση, οι τυχόν πλημμέλειες σε άλλες αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλομένης πράξεως δεν ασκούν, εν πάση περιπτώσει, επιρροή στο διατακτικό της [(23)].»
73. Στις σκέψεις 123 έως 149 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο κατέδειξε ότι έπρεπε να καταλογιστεί ευθύνη στην Bolloré για την παράβαση της θυγατρικής της Copigraph που συνίστατο στη συμμετοχή της στη σύμπραξη. Συνεπέρανε, στη σκέψη 150 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «η ευθύνη της Bolloré στην παράβαση αποδεικνύεται, ανεξαρτήτως της άμεσης αναμείξεώς της στην παράβαση, η οποία δεν έγινε δεκτή (σκέψεις 66 έως 81 [της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως])».
74. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των προεκτεθέντων, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον προβληθέντα από την Bolloré λόγο ακυρώσεως που αντλείται από την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και της εκατέρωθεν ακροάσεως, η οποία προκύπτει από την ύπαρξη διαφορών μεταξύ της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και της προσβαλλομένης αποφάσεως.
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
75. Η Bolloré υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο απέρριψε κακώς τον προβληθέντα από αυτήν λόγο ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως που στηριζόταν στο ότι, αφού απηύθυνε στην Bolloré ανακοίνωση αιτιάσεων όπου της απέδιδε ευθύνη μόνο για την παράβαση που είχε διαπράξει η θυγατρική της Copigraph, η Επιτροπή την καταδίκασε, επίσης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, για την προσωπική και άμεση ανάμειξή της στις δραστηριότητες της συμπράξεως. Κατά την Bolloré, το Πρωτοδικείο παραβίασε την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, αφενός, αρνούμενο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ίδια [την Bolloré] και, αφετέρου, δεχόμενο ότι η διαπιστωθείσα διαδικαστική πλημμέλεια δεν επηρέασε το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως.
76. Προς υποστήριξη της αιτιάσεώς της, η Bolloré επικαλείται, πρώτον, σειρά αποφάσεων του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου στον τομέα των πρακτικών που υπονομεύουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό καθώς και στον τομέα του δικαίου των συγκεντρώσεων, ισχυριζόμενη ότι το Πρωτοδικείο προσέβαλε τα δικαιώματά της άμυνας καθόσον δεν ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, μολονότι η ανακοίνωση των αιτιάσεων ήταν ελλιπής (24).
77. Δεύτερον, η Bolloré υποστηρίζει ότι η νομολογία στην οποία στηρίχθηκε το Πρωτοδικείο είναι εν προκειμένω αλυσιτελής. Αφενός, η πρώτη σειρά αποφάσεων που παρατίθενται στη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αφορούν, κατά τη γνώμη της, περιστάσεις διαφορετικές από αυτές της παρούσης υποθέσεως. Στις αποφάσεις εκείνες, ο κοινοτικός δικαστής διαπίστωσε ανακρίβεια στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, η οποία δεν αφορούσε τον καθορισμό και τον ακριβή καταλογισμό των ευθυνών, αλλά μόνον τα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή τις καταλογιζόμενες συμπεριφορές. Αφετέρου, η δεύτερη σειρά αποφάσεων, που επίσης παρατίθενται στη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι ακόμη πιο άσχετη προς τα επίμαχα ζητήματα. Πράγματι, οι εν λόγω αποφάσεις αφορούσαν τις διαδικασίες ελέγχου των συγκεντρώσεων επιχειρήσεων και των κρατικών ενισχύσεων.
78. Τρίτον, η Bolloré αμφισβητεί τη νομιμότητα της προσεγγίσεως «του τελικού αποτελέσματος» την οποία υιοθέτησε το Πρωτοδικείο σχετικά με τα δικαιώματα άμυνας, σύμφωνα με την οποία μια πράξη κηρύσσεται άκυρη μόνον εφόσον η παράβαση του οικείου κανόνα θίγει τα συμφέροντα του ενδιαφερομένου προσώπου. Η προσέγγιση αυτή δεν μπορεί να υιοθετείται σε σχέση με όλες τις διαδικαστικές παραβάσεις και ιδίως στην προκειμένη περίπτωση.
79. Τέταρτον, η Bolloré επικρίνει την εκτίμηση του Πρωτοδικείου σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει κανένας λόγος να ακυρωθεί το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το μέρος που την αφορά, επειδή αυτό ουδόλως θα μετέβαλλε το ύψος του προστίμου των 22,68 εκατομμυρίων ευρώ που της επιβλήθηκε. Ισχυρίζεται ότι η συλλογιστική αυτή ενέχει πλάνη περί το δίκαιο, δεδομένου ότι δεν λαμβάνει υπόψη τον τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκε το εν λόγω πρόστιμο.
80. Η Επιτροπή φρονεί ότι τα επιχειρήματα αυτά δεν προβάλλονται παραδεκτώς, καθόσον αποτελούν επανάληψη των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου και ότι, σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμα, καθόσον καταλογίστηκαν στην Bolloré οι ενέργειες της θυγατρικής της Copigraph, γεγονός που δεν αποτελεί αντικείμενο αμφισβητήσεως. Αντιτείνει ότι η μοναδική βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως επικυρώθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου, καθόσον αφορά την Bolloré, συνίσταται στην ευθύνη της για τις ενέργειες της θυγατρικής της. Κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο απλώς εφήρμοσε με τον πλέον κλασικό τρόπο την κοινοτική νομολογία.
3. Εκτίμηση
81. Φρονώ ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση βαρύνεται με πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Πρωτοδικείο δεν συνήγαγε όλα τα συμπεράσματα που επέβαλλε η εκ μέρους της Επιτροπής προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, ο σεβασμός των οποίων, όπως γνωρίζουν οι πάντες, αποτελεί θεμελιώδη αρχή της κοινοτικής έννομης τάξης (25).
82. Η συλλογιστική του Πρωτοδικείου δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, πειστική. Πράγματι, ενώ αναγνωρίζει τον θεμελιώδη χαρακτήρα της εν λόγω αρχής καθώς και τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η εκ μέρους της Επιτροπής προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Bolloré δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον η εν λόγω παράνομη συμπεριφορά της Επιτροπής δεν είχε αποφασιστική επιρροή στο διατακτικό της επίμαχης αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο, επομένως, αρκείται στο να απορρίψει, σε μία και μόνο σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τον λόγο ακυρώσεως που συνδέεται με την προσωπική και άμεση ανάμειξη της Bolloré στην παράβαση.
83. Αν, όπως αναγνωρίζει το Πρωτοδικείο, ο σεβασμός και η προστασία των δικαιωμάτων άμυνας συνιστά «θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου», δεν θα πρέπει η συνέπεια της παραβιάσεως της αρχής αυτής να είναι υποχρεωτικά η ακυρότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως ή, εν πάση περιπτώσει, η ακυρότητα των στοιχείων επί των οποίων δεν δόθηκε στην επιχείρηση η δυνατότητα να αμυνθεί;
84. Καθόσον δίνει το προβάδισμα στην αποτελεσματικότητα της διοικητικής διαδικασίας, η ανάλυση του Πρωτοδικείου μου δημιουργεί ορισμένες επιφυλάξεις. Στην ουσία, θέτει υπό αμφισβήτηση τον θεμελιώδη χαρακτήρα της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως οιονεί κατασταλτική και όπου η Επιτροπή έχει ευρύτατη ευχέρεια εκτιμήσεως ενώ ο δικαστικός έλεγχος είναι περιορισμένος.
85. Πριν υπεισέλθω στα επιχειρήματα που στηρίζουν την εκτίμησή μου αυτή, θα υπενθυμίσω τη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας στο πλαίσιο της διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ.
α) Η κοινοτική νομολογία σχετικά με τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας στο πλαίσιο της διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ
86. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ρητώς τη γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου σύμφωνα με την οποία κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα για μια δίκαιη δίκη (26). Το δικαίωμα αυτό ενέπνευσε το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ) (27).
87. Υπενθυμίζεται ότι η διάταξη αυτή ορίζει ότι «[κ]άθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει ιδρυθεί από τον νόμο, το οποίο θα αποφασίσει είτε για αμφισβητήσεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικής φύσης είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης».
88. Ειδικότερα, τα δικαιώματα άμυνας κατέχουν εξέχουσα θέση στο πλαίσιο της διεξαγωγής της διοικητικής διαδικασίας εξετάσεως που διενεργεί η Επιτροπή σε σχέση με τις παραβάσεις των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ (28). Το Δικαστήριο έχει τονίσει κατ’ επανάληψη ότι η σεβασμός των εν λόγω δικαιωμάτων στο πλαίσιο αυτό συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου (29).
89. Με την πάροδο του χρόνου, το περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων διευκρινίστηκε με αλλεπάλληλες δικαστικές αποφάσεις και συγκεκριμενοποιήθηκε από τον κοινοτικό νομοθέτη (30).
90. Κατά το Δικαστήριο, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας επιβάλλει επίσης να παρέχεται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, η δυνατότητα να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή της σχετικά με το υποστατό και το κρίσιμο των πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων των οποίων γίνεται επίκληση καθώς και σχετικά με τα έγγραφα που έλαβε υπόψη της η Επιτροπή για να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι υπάρχει παραβίαση της Συνθήκης (31).
91. Υπό την έννοια αυτή, το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 προβλέπει ότι στους εμπλεκομένους αποστέλλεται ανακοίνωση των αιτιάσεων (32).
92. Κατά το Δικαστήριο, το έγγραφο αυτό αποτελεί ουσιώδη διαδικαστική εγγύηση (33), οι προϋποθέσεις τηρήσεως της οποίας προσδιορίστηκαν λεπτομερώς πολύ νωρίς από τη νομολογία (34). Η ανακοίνωση των αιτιάσεων πρέπει να γνωστοποιεί, με σαφή τρόπο, όλα τα ουσιώδη στοιχεία στα οποία στηρίζεται η Επιτροπή κατά το στάδιο αυτό της διαδικασίας. Στα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα πραγματικά περιστατικά που προσάπτονται στην επιχείρηση, ο χαρακτηρισμός που τους προσδίδεται, τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται η Επιτροπή, καθώς και τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη της για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, όπως είναι η διάρκεια της παραβάσεως. Στην απόφαση ARBED κατά Επιτροπής, που προπαρατίθεται, το Δικαστήριο επισήμανε, επίσης, ότι στην ανακοίνωση των αιτιάσεων θα πρέπει να ορίζεται με απόλυτη σαφήνεια το νομικό πρόσωπο που κινδυνεύει να καταδικαστεί στην καταβολή του προστίμου.
93. Ωστόσο, οι πληροφορίες αυτές είναι δυνατό να διατυπώνονται συνοπτικά και η απόφαση δεν είναι ανάγκη να αποτελεί αντίγραφο της εκθέσεως των αιτιάσεων. Κατά το Δικαστήριο, η ανακοίνωση των αιτιάσεων συνιστά προπαρασκευαστικό έγγραφο και οι περιεχόμενες σ’ αυτό πραγματικές και νομικές εκτιμήσεις έχουν καθαρά προσωρινό χαρακτήρα (35). Η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διοικητική διαδικασία, είτε για να παραιτηθεί από αιτιάσεις που αποδείχθηκαν ανυπόστατες είτε για να οργανώσει και να συμπληρώσει τόσο ως προς τα πραγματικά περιστατικά όσο και ως προς τη νομική θεμελίωση την επιχειρηματολογία της προς υποστήριξη των αιτιάσεων στις οποίες βασίζεται, υπό τον όρο, πάντως, ότι τελικά θα θεωρήσει αποδεδειγμένα μόνον πραγματικά περιστατικά επί των οποίων οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να παράσχουν εξηγήσεις και ότι γνωστοποιήθηκαν στους ενδιαφερομένους, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, τα αναγκαία για την άμυνά τους στοιχεία.
94. Κατά τη νομολογία του Πρωτοδικείου, που υπενθυμίζεται στη σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το αν εχώρησε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας εξετάζεται ενόψει των αιτιάσεων που έκρινε αποδεδειγμένες η Επιτροπή στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και στην προσβαλλόμενη απόφαση.
95. Οι διαδικαστικές αυτές εγγυήσεις θεσπίστηκαν με το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 17, καθώς και με τα άρθρα 2 και 4 του κανονισμού 99/63 (36), στη συνέχεια δε κωδικοποιήθηκαν στα άρθρα 27 του κανονισμού 1/2003 και 10 έως 12 του κανονισμού 773/2004.
96. Υπό το φως των προκαταρκτικών αυτών σκέψεων, θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως που προβάλλει η Bolloré.
β) Εξέταση του προβαλλομένου από την Bolloré λόγου αναιρέσεως
97. Όπως προανέφερα, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Bolloré καθόσον η ανακοίνωση των αιτιάσεων δεν της επέτρεψε να λάβει γνώση της αιτιάσεως που αφορούσε την προσωπική και άμεση ανάμειξή της στην παράβαση, ούτε των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση προκειμένου να στηρίξει την εν λόγω αιτίαση.
98. Ωστόσο, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο παράνομος χαρακτήρας της ενέργειας της Επιτροπής δεν αρκούσε για να δικαιολογήσει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον δεν είχε αποφασιστική επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεως.
99. Πράγματι, το Πρωτοδικείο δέχθηκε, στη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «κατά πάγια νομολογία, αν ορισμένες από τις αιτιολογικές σκέψεις μιας αποφάσεως δικαιολογούν επαρκώς, κατά νόμο, την εν λόγω απόφαση, οι τυχόν πλημμέλειες σε άλλες αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλομένης πράξεως δεν ασκούν, εν πάση περιπτώσει, επιρροή στο διατακτικό της» (37).
100. Έτσι, στη σκέψη 150 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο «απέρριψε[έκρινε αβάσιμη]» (38) την αιτίαση της Επιτροπής που αφορούσε την ευθύνη της ίδιας της Bolloré για τη διάπραξη της παραβάσεως και, αφού εξέτασε το σύνολο των λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η εν λόγω επιχείρηση, απέρριψε την προσφυγή της.
101. Φρονώ ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εφαρμόζοντας τη νομολογία αυτή στην παρούσα υπόθεση.
102. Βεβαίως, οι αιτιάσεις επί των οποίων η Bolloré εξέθεσε τις απόψεις της αρκούν για να δικαιολογήσουν την επιβολή κυρώσεων, καθόσον φέρει ευθύνη για τη συμπεριφορά της θυγατρικής της.
103. Το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως παραμένει αμετάβλητο για δύο λόγους. Πρώτον, η Επιτροπή έκρινε ότι η Bolloré, ως μητρική εταιρία του ομίλου, έφερε ευθύνη για την παράβαση της θυγατρικής της. Συνεπώς, εξακολουθεί να είναι υπεύθυνη για την παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ και η διατύπωση του άρθρου 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως παραμένει όντως η ίδια. Δεύτερον, το ποσό του προστίμου που επιβάλλεται με το άρθρο 3 της εν λόγω αποφάσεως επίσης δεν μεταβάλλεται –όσο παράξενο κι αν φαίνεται αυτό– λόγω της μεθόδου υπολογισμού που υιοθετήθηκε από την Επιτροπή. Πράγματι, το πρόστιμο που επιβλήθηκε στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις υπολογίστηκε με βάση τον κύκλο εργασιών που αντιστοιχεί στις πωλήσεις αυτογραφικού χαρτιού στον ΕΟΧ. Στην περίπτωση δε της Bolloré, μόνον η θυγατρική της είχε τέτοιο κύκλο εργασιών. Κατά συνέπεια, μολονότι φρονώ ότι η Bolloré πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνη μόνο για την παράνομη συμπεριφορά της θυγατρικής της, το ποσό του προστίμου παραμένει το ίδιο με αυτό που ορίζεται στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
104. Ωστόσο, είμαι της γνώμης ότι η νομολογία στην οποία αναφέρεται το Πρωτοδικείο στη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα, θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να αρκεστεί στο να κρίνει αβάσιμη την αιτίαση σχετικά με την προσωπική και άμεση ανάμειξη της Bolloré στη σύμπραξη, χωρίς να συναγάγει κανένα άλλο συμπέρασμα σχετικά με τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως και τούτο για τους ακόλουθους λόγους:
– πρώτον, επειδή με τον τρόπο αυτόν παραγνωρίζεται ο θεμελιώδης χαρακτήρας της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας,
– δεύτερον, επειδή η νομολογία του Δικαστηρίου επί του θέματος αυτού είναι πολύ κατηγορηματική,
– τρίτον, επειδή η ανάλυση του Πρωτοδικείου συνεπάγεται παραγνώριση των συνεπειών που συνδέονται με καταδικαστική απόφαση της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ και,
– τέταρτον, επειδή κινούμαστε στο πλαίσιο μιας διαδικασίας οιονεί κατασταλτικού χαρακτήρα που μπορεί να υπόκειται στις επιταγές του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ.
105. Στη συνέχεια θα αναπτύξω καθένα από τα επιχειρήματα αυτά.
106. Πρώτον, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο μάλλον παραγνωρίζει τη φύση των εφαρμοστέων διατάξεων δίνοντας προτεραιότητα στην αποτελεσματικότητα της δράσεως της Επιτροπής και στις διατάξεις δημοσίας τάξεως περί ανταγωνισμού.
107. Πράγματι, υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή παρέβη, όχι έναν απλό κανόνα περί τύπου αλλά το δικαίωμα μιας επιχειρήσεως να αμυνθεί σε σχέση με τον καταλογισμό εις βάρος της ευθύνης για διάπραξη παραβάσεως. Υπενθυμίζω ότι η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, που συνιστά θεμελιώδη αρχή της κοινοτικής έννομης τάξης, επιβάλλει την τήρηση ενός τύπου που είναι ουσιώδης. Κατά συνέπεια, η παραβίαση της εν λόγω αρχής θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να επιφέρει τις ανάλογες κυρώσεις εκ μέρους του κοινοτικού δικαστή δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ και θα έπρεπε να έχει ως συνέπεια την ακύρωση της οικείας πράξεως ή μέρους αυτής.
108. Δεύτερον, πράγματι, οσάκις το Δικαστήριο διαπιστώνει προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας των επιχειρήσεων, συνεπεία, ιδίως, ασυμφωνίας μεταξύ της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και της αποφάσεως, το Δικαστήριο τοποθετείται σταθερά υπέρ της προστασίας των δικαιωμάτων των επιχειρήσεων και αντιμετωπίζει με αυστηρότητα την Επιτροπή ακυρώνοντας την οικεία απόφαση ή το μέρος αυτής το οποίο αφορά τα πραγματικά περιστατικά ή τις αιτιάσεις επί των οποίων οι ενδιαφερόμενοι δεν είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.
109. Υπό τις συνθήκες αυτές, εφαρμόζει με τον παραδοσιακό τρόπο το άρθρο 230 ΕΚ, με βάση το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώνει όλες τις πράξεις της Επιτροπής που εκδίδονται κατά παράβαση ουσιώδους τύπου. Το Δικαστήριο προβαίνει επίσης σε εφαρμογή των άρθρων 4 του κανονισμού 99/63 και 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 773/2004, κατά τα οποία, υπενθυμίζω, στις αποφάσεις της η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη εκείνες μόνον τις αιτιάσεις, για τις οποίες οι επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων είχαν τη δυνατότητα να καταστήσουν γνωστή την άποψή τους.
110. Το Δικαστήριο προβαίνει σε μερική ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, οσάκις τα επίμαχα στοιχεία, όσο σημαντικά και αν είναι, μπορούν να αποσπαστούν από τις λοιπές διατάξεις (39).
111. Είναι δυνατό να πρόκειται για στοιχεία που έχουν καθαρά παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την παράβαση που καταλογίστηκε στην οριστική απόφαση, παραδείγματος χάριν, όταν διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή δεν κοινοποίησε στις επιχειρήσεις ορισμένα έγγραφα με βάση τα οποία εκτίμησε τη συμπεριφορά τους στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι μια τέτοια παράβαση εκ μέρους της Επιτροπής δεν μπορούσε να επηρεάσει το κύρος της αποφάσεως στο σύνολό της, αλλά έπρεπε, αντίθετα, να μη ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών κατά την εξέταση της βασιμότητας της αποφάσεως (40).
112. Μπορεί, επίσης, να πρόκειται για στοιχεία που είναι ουσιώδη για τη θεμελίωση της παραβάσεως που καταλογίστηκε, όπως είναι η διάρκεια της εν λόγω παραβάσεως ή ο προσδιορισμός της ταυτότητας των ευθυνομένων επιχειρήσεων.
113. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση Musique Diffusion française κ.λ.π. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, η Επιτροπή είχε παραλείψει να γνωστοποιήσει στις προσφεύγουσες ότι προετίθετο να τις καταδικάσει, με το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, για παράβαση διαρκείας μεγαλύτερης από αυτήν που προβλεπόταν στην ανακοίνωση των αιτιάσεων. Το Δικαστήριο ακύρωσε την εν λόγω απόφαση «καθόσον διαπ[ίστωσε] ότι οι εναρμονισμένες πρακτικές [είχαν διαρκέσει] πέραν της περιόδου τέλος Ιανουαρίου/αρχές Φεβρουαρίου 1976», ήτοι διάστημα για το οποίο δεν είχε δοθεί στις επιχειρήσεις η δυνατότητα να παράσχουν εξηγήσεις (41).
114. Σε δύο άλλες υποθέσεις επί των οποίων εξεδόθησαν οι προπαρατεθείσες αποφάσεις Compagnie maritime belge transports κ.λπ. κατά Επιτροπής και ARBED κατά Επιτροπής, η ανακοίνωση των αιτιάσεων άφηνε αμφιβολίες ως προς την ταυτότητα των φυσικών προσώπων στα οποία ενδέχετο να επιβληθεί πρόστιμο λόγω παραβάσεως του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ.
115. Στην πρώτη εκ των δύο υποθέσεων, στην ανακοίνωση των αιτιάσεων αναφερόταν ως αυτουργός της παραβάσεως μόνον ένας συλλογικός φορέας, και συγκεκριμένα μία ναυτιλιακή διάσκεψη. Αντίθετα, με την απόφασή της, η Επιτροπή επέβαλε ατομικά πρόστιμα σε ορισμένα από τα μέλη της διασκέψεως. Αποφαινόμενο επί της προσφυγής ακυρώσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον λόγο ακυρώσεως που προέβαλαν τα μέλη αυτά επικαλούμενα προσβολή των διαδικαστικών δικαιωμάτων τους, επειδή, ιδίως, όπως δέχθηκε, είχαν λάβει γνώση της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και είχαν απαντήσει τα ίδια στις αιτιάσεις που διατύπωσε η Επιτροπή (42).
116. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη συνεπαγόμενη την αναίρεση της αποφάσεώς του. Έκρινε ότι η ανακοίνωση των αιτιάσεων την οποία απηύθυνε η Επιτροπή στη ναυτιλιακή διάσκεψη δεν επέτρεψε στα μέλη της να ενημερωθούν επαρκώς για το ότι θα καταδικάζονταν να καταβάλουν ατομικώς πρόστιμα στην περίπτωση που θα διαπιστωνόταν η διάπραξη της παραβάσεως. Συνεπώς, αποφαινόμενο οριστικώς επί της διαφοράς, το Δικαστήριο ακύρωσε τις διατάξεις της αποφάσεως με τις οποίες η Επιτροπή είχε επιβάλει ατομικά πρόστιμα στα μέλη της εν λόγω διασκέψεως (43).
117. Στη δεύτερη υπόθεση, η ανακοίνωση των αιτιάσεων δεν περιείχε αναφορά στην πρόθεση της Επιτροπής να καταλογίσει στη μητρική εταιρία ARBED SA την ευθύνη για τη συμπεριφορά της θυγατρικής της και, συνεπώς, να την καταδικάσει στην καταβολή προστίμου υπολογιζομένου με βάση τον δικό της κύκλο εργασιών (44). Το Πρωτοδικείο, ενώ διαπίστωσε την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της εν λόγω εταιρίας, δεν επέβαλε κύρωση για τη διαδικαστική αυτή πλημμέλεια με το σκεπτικό ότι είχε υπάρξει αβεβαιότητα, καθόλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, σχετικά με τον ρόλο και την ευθύνη της μητρικής και της θυγατρικής εταιρίας αντιστοίχως.
118. Στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας που κίνησε η ARBED SA, το Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση του Πρωτοδικείου. Μολονότι η εν λόγω εταιρία είχε λάβει γνώση της ανακοινώσεως των αιτιάσεων που απηύθυνε η Επιτροπή στην θυγατρική της, καθώς και της συνέχειας που δόθηκε στην κινηθείσα εις βάρος της δεύτερης διαδικασία, το Δικαστήριο έκρινε ότι εκ του στοιχείου αυτού δεν μπορούσε να συναχθεί ότι δεν υπήρξε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της αναιρεσείουσας. Έκρινε ότι «μέχρι την περάτωση της διοικητικής διαδικασίας, επικρατούσε σύγχυση ως προς το νομικό πρόσωπο στο οποίο επρόκειτο να επιβληθούν τα πρόστιμα, σύγχυση που μόνο μία νέα, νομοτύπως απευθυνόμενη προς την αναιρεσείουσα, κοινοποίηση των αιτιάσεων θα ήταν δυνατό να εξαλείψει» (45). Κατά συνέπεια, αποφαινόμενο οριστικά επί της διαφοράς, το Δικαστήριο ακύρωσε την επίμαχη απόφαση «κατά το μέρος που αφορ[ούσε] την ARBED SA».
119. Είναι γεγονός ότι, στις εν λόγω υποθέσεις, οι αιτιολογικές σκέψεις που κρίθηκαν πλημμελείς είχαν άμεση επιρροή στο διατακτικό της επίμαχης αποφάσεως. Στην προπαρατεθείσα απόφαση Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, το άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής κρίθηκε ακυρωτέο καθόσον αφορούσε την περίοδο για την οποία δεν είχε δοθεί στις επιχειρήσεις η ευκαιρία να παράσχουν εξηγήσεις. Στην προπαρατεθείσα δε απόφαση του Δικαστηρίου Compagnie maritime belge transports κ.λπ. κατά Επιτροπής, το άρθρο 1 της επίμαχης αποφάσεως κρίθηκε ακυρωτέο καθόσον καταδίκαζε ατομικώς στην καταβολή προστίμου ορισμένες από τις επιχειρήσεις που δεν είχαν ενημερωθεί καταλλήλως. Τέλος, στην προπαρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου ARBED κατά Επιτροπής, το άρθρο 4 της επίμαχης αποφάσεως κρίθηκε ακυρωτέο καθόσον καταδίκασε την μητρική εταιρία ARBED SA στην καταβολή του προστίμου.
120. Εντούτοις, φρονώ ότι, πέραν της επιρροής που ενδεχομένως είχε η πλημμελής αιτιολογική σκέψη στο διατακτικό της οικείας αποφάσεως, το Δικαστήριο απέδωσε μεγαλύτερη σημασία στον ουσιώδη ή δευτερεύοντα χαρακτήρα των επιμάχων αιτιολογικών σκέψεων. Στις εν λόγω δε υποθέσεις, καθεμιά από τις πλημμελείς αιτιολογικές σκέψεις αντιστοιχούσε σε ουσιώδες στοιχείο της καταλογιζομένης παραβάσεως.
121. Αυτό συμβαίνει και στην εν προκειμένω εξεταζόμενη περίπτωση, όπου το πρόβλημα έχει σχέση με τον προσδιορισμό της ταυτότητας των ευθυνομένων επιχειρήσεων. Πράγματι, η επίμαχη αιτίαση στηρίζεται στην προσωπική και άμεση ανάμειξη της Bolloré στη διάπραξη της παραβάσεως. Κατονομάζει την εν λόγω επιχείρηση ως αυτουργό της καταλογιζομένης παραβάσεως. Αν η αιτίαση αυτή κριθεί απορριπτέα, επειδή η εν λόγω επιχείρηση δεν είχε την ευκαιρία να αμυνθεί, τότε θα πρέπει να επέλθουν όλες οι επιβαλλόμενες συνέπειες όσον αφορά τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως που στηρίχθηκε σε τέτοιου είδους στοιχεία.
122. Τρίτον, δεχόμενο ότι η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Bolloré δεν μπορεί να επηρεάσει το κύρος της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον αυτή αφορά την εν λόγω εταιρία, το Πρωτοδικείο παραγνωρίζει, κατά τη γνώμη μου, τις συνέπειες που επάγεται μια καταδικαστική απόφαση της Επιτροπής εκδιδόμενη δυνάμει του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ.
123. Φρονώ, αφενός, ότι η Bolloré έχει ηθικό συμφέρον να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού της καταλογίζει άμεσα και προσωπικά τη διάπραξη της παραβάσεως.
124. Θεωρώ, αφετέρου, ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον στηρίζεται σε πλημμελή αιτιολογία, επιβάλλεται για λόγους σαφηνείας και ασφαλείας δικαίου, ιδίως λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών της παραβάσεως του άρθρου 81 ΕΚ από απόψεως αστικού δικαίου.
125. Πράγματι, εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ, τα θύματα της εν λόγω παραβάσεως έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων αγωγή αποζημιώσεως κατά των υπευθύνων για την αντικείμενη στον ανταγωνισμό πρακτική και να απαιτήσουν την αποκατάσταση της προκληθείσης ζημίας (46). Τα πρόσωπα που μπορούν να τύχουν της εν λόγω προστασίας είναι όχι μόνον οι τρίτοι, ήτοι οι καταναλωτές και οι ανταγωνιστές που βλάπτονται από την αντικείμενη στον ανταγωνισμό συμφωνία, αλλά, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, και επιχειρήσεις που μετέχουν της εν λόγω συμφωνίας (47).
126. Στο πλαίσιο αυτό, η απόφαση της Επιτροπής, όπως επιβεβαιώνεται ή ακυρώνεται από τον κοινοτικό δικαστή, συνιστά τη βάση της αγωγής τους. Επομένως, είναι ουσιώδες, ιδίως όταν πρόκειται για πολύπλοκη, συλλογική και συνεχή παράβαση, να ορίζει η εν λόγω απόφαση με μεγάλη σαφήνεια τις ευθύνες των επιχειρήσεων στη διάπραξη της παραβάσεως. Αν η εν λόγω απόφαση πρόκειται να θεμελιώσει την αστική ευθύνη των εμπλεκομένων επιχειρήσεων, η ευθύνη αυτή θα αφορά μόνον την αποδεδειγμένη συμμετοχή τους στις επισύρουσες κυρώσεις συλλογικές συμπεριφορές οι οποίες πρέπει να οριοθετούνται ορθώς. Αυτό συνιστά αναγκαία προϋπόθεση της ομαλής ασκήσεως των αγωγών αποζημιώσεως υπέρ της οποίας τάσσεται ενθέρμως η Επιτροπή στη Λευκή Βίβλο της σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης για παραβίαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας της ΕΚ (48).
127. Επομένως, στην εδώ εξεταζόμενη υπόθεση και λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων στοιχείων, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να αρκεστεί στο να θεωρήσει αβάσιμη την εν λόγω αιτίαση χωρίς να «αποκαθάρει» την προσβαλλόμενη απόφαση από τα στοιχεία στα οποία στήριξε η Επιτροπή την προσωπική ευθύνη της Bolloré. Το γεγονός ότι ο κοινοτικός δικαστής θεωρεί αβάσιμη μία αιτίαση δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με ακύρωσή της από τον εν λόγω δικαστή και, κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο δεν εξαλείφει την αιτίαση αυτή από το νομικό οικοδόμημα, ενώ, σε περίπτωση ακυρώσεως, θεωρείται ως ουδέποτε υπάρξασα. Μια τέτοια συλλογιστική δεν εξασφαλίζει στην οικεία διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως την αναγκαία σαφήνεια όσον αφορά τον ρόλο και τις ευθύνες που βαρύνουν την Bolloré, η οποία, με βάση την εν λόγω διαδικασία, κινδυνεύει να επωμισθεί το κόστος της παραβάσεως.
128. Τέταρτον, φρονώ ότι ο δικαστικός έλεγχος πρέπει να είναι ακόμη αυστηρότερος εν όψει του γεγονότος ότι η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας εκ μέρους της Επιτροπής χωρεί στο πλαίσιο μιας οιονεί κατασταλτικού χαρακτήρα διαδικασίας, η οποία ενδέχεται να υπόκειται στις επιταγές του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ.
129. Υπενθυμίζεται ότι, κατά τη διάταξη αυτή, «[κ]άθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει ιδρυθεί από τον νόμο, το οποίο θα αποφασίσει είτε για αμφισβητήσεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικής φύσης είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης» (49).
130. Κατά πάγια νομολογία, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν απαιτεί να ανταποκρίνονται στο σύνολο των επιταγών του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ όλες οι αρχές που μετέχουν στη διεξαγωγή των δύο αυτών ειδών διαδικασιών. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση που εκδίδεται μία απόφαση από μια διοικητική αρχή, η οποία δεν παρέχει όλες τις εγγυήσεις μιας ένδικης διαδικασίας, θα πρέπει να μπορεί η οικεία απόφαση να υποβληθεί σε μεταγενέστερο δικαστικό έλεγχο από δικαστικό όργανο πλήρους δικαιοδοσίας, που τηρεί τις επιταγές του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ (50).
131. Η ενεργοποίηση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ στο πλαίσιο της διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ έχει εγείρει πολλές αμφιβολίες, καθόσον ιδίως η Επιτροπή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «δικαστήριο» κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως (51) και η διαδικασία δεν εμπίπτει, υπό στενή έννοια, στη σφαίρα του ποινικού δικαίου.
132. Προφανώς, όμως, τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο 15 του κανονισμού 17 μπορούν, ως εκ της φύσεως και του μεγέθους τους, να εξομοιωθούν προς ποινική κύρωση (μολονότι, στην κυριολεξία, πρόκειται για διοικητική κύρωση) λαμβανομένων δε υπόψη των αρμοδιοτήτων διεξαγωγής έρευνας, ανακρίσεως και εκδόσεως αποφάσεων της Επιτροπής, η διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ έχει οιονεί κατασταλτικό χαρακτήρα. Εξάλλου, το Δικαστήριο αναγνώρισε ρητώς την ιδιαιτερότητα της διαδικασίας αυτής στην απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, Hüls κατά Επιτροπής (52), και δεν δίστασε, με την ευκαιρία αυτή, να αναφερθεί στην αρχή του τεκμηρίου αθωότητας που διασφαλίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ. Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο επισήμανε ότι, «εν όψει της φύσεως των επιδίκων παραβάσεων, καθώς και της φύσεως και του βαθμού αυστηρότητας των κυρώσεων τις οποίες επισύρουν, η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας εφαρμόζεται επί των διαδικασιών των σχετικών με παραβάσεις των ισχυόντων για τις επιχειρήσεις κανόνων ανταγωνισμού που μπορούν να οδηγήσουν στην επιβολή προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών» (53).
133. Η νομολογία αυτή μπορεί κάλλιστα, κατά τη γνώμη μου, να τύχει εφαρμογής στην προκείμενη διαφορά και, συνεπώς, στο πλαίσιο της διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ, πρέπει ομοίως να τηρούνται οι επιταγές του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ. Άλλωστε, η τήρηση της αρχής του τεκμηρίου της αθωότητας δεν θα μπορούσε να συμβιβαστεί με την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.
134. Τούτο σημαίνει ότι, προκειμένου για διαδικασία οιονεί κατασταλτικού χαρακτήρα, όπως η εξεταζόμενη στο πλαίσιο της παρούσας διαφοράς, κατά την οποία η Επιτροπή ασκεί, έναντι των επιχειρήσεων, αρμοδιότητες διεξάγοντος έρευνα και ανάκριση καθώς και αποφασίζοντος, το κοινοτικό δικαστήριο πρέπει να ασκεί πολύ ενδελεχή δικαστικό έλεγχο όσον αφορά την τήρηση εκ μέρους της Επιτροπής των διαδικαστικών δικαιωμάτων των διαδίκων. Φρονώ, δηλαδή, ότι πρέπει να συνάγει όλες τις επιβαλλόμενες συνέπειες, στις περιπτώσεις όπου η Επιτροπή, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, δεν σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται στις επιχειρήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ.
135. Στην παρούσα υπόθεση, η προσέγγιση του Πρωτοδικείου τείνει να περιορίσει τη σχολαστικότητα του έλεγχου που πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να ασκεί ο δικαστής επί των αποφάσεων της Επιτροπής, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ. Η προσέγγιση αυτή μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να εγκυμονεί κινδύνους. Συγκεκριμένα, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, το να γίνει δεκτό ότι η προσβολή εκ μέρους της Επιτροπής του δικαιώματος ακροάσεως μιας επιχειρήσεως δεν καθιστά ακυρωτέα την απόφαση επειδή η εν λόγω επιχείρηση ευθύνεται, σε κάθε περίπτωση, για την παράβαση που διεπράχθη από άλλους, ισοδυναμεί με αναγνώριση στην Επιτροπή της δυνατότητας να μην τηρεί σχολαστικά ουσιώδεις τύπους.
136. Έχοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων αυτών, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμησή του σχετικά με την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Bolloré, καθόσον δεν ακύρωσε κανένα από τα στοιχεία της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση τα οποία καταλογίστηκαν ευθύνες στην εν λόγω επιχείρηση για άμεση και προσωπική ανάμειξή της στη διάπραξη της παραβάσεως. Κατά τη γνώμη μου, το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να είχε επιβάλει τη δέουσα συνέπεια, δηλαδή την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το μέρος που θεμελιωνόταν στην αιτίαση περί προσωπικής και άμεσης αναμείξεως της Bolloré στη διάπραξη της παραβάσεως.
137. Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να κρίνει βάσιμο τον πρώτο λόγο αναιρέσεως που προβλήθηκε από την Bolloré.
138. Δίκην τελικής παρατηρήσεως, θα αναφέρω μόνον ότι είναι προφανές ότι, όταν η ανακοίνωση των αιτιάσεων βαρύνεται με μια τόσο σημαντική παράλειψη, η Επιτροπή δεν μπορεί να θεραπεύσει το πρόβλημα παρά μόνον αποστέλλοντας συμπληρωματική ανακοίνωση των αιτιάσεων που θα επιτρέψει στα μέρη να λάβουν γνώση των συμπληρωματικών αιτιάσεων και να αντιδράσουν στο πλαίσιο της προκαταρκτικής διοικητικής διαδικασίας.
Β – Επί του δευτέρου λόγου, που προβλήθηκε από την Divipa και αφορά την κατά την αναιρεσείουσα υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
139. Η Divipa υπενθυμίζει ότι το δικαίωμα για εύλογη διάρκεια της διαδικασίας εφαρμόζεται στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού όσον αφορά τις διοικητικές και τις ένδικες διαδικασίες και επικαλείται, σχετικώς, την απόφαση Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, που προπαρατίθεται. Το δικαίωμα αυτό προσβάλλεται εφόσον η διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, που αρχίζει με την άσκηση της προσφυγής και λήγει με τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υπερβαίνει τα πέντε έτη.
140. Η Επιτροπή φρονεί ότι, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, η διάρκεια της διαδικασίας δεν είναι υπερβολική. Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνει ότι διαδικαστική πλημμέλεια ως αυτή που της προσάπτεται, εφόσον αποδειχθεί, δεν μπορεί να καταλήξει στην αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της.
2. Εκτίμηση
141. Όπως προανέφερα, η γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου κατά την οποία κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα για δίκαιη δίκη και ιδίως για δίκη εντός εύλογης προθεσμίας, έχει εφαρμογή στο πλαίσιο ένδικης προσφυγής κατ’ αποφάσεως της Επιτροπής που καταδικάζει επιχείρηση λόγω παραβάσεως του άρθρου 81 ΕΚ.
142. Προκειμένου να εκτιμήσει αν η διάρκεια μιας διαδικασίας ήταν εύλογη, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στα κριτήρια που υιοθέτησε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ. Έκρινε δε, στην απόφαση Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, που προπαρατέθηκε, ότι το αν η διάρκεια της διαδικασίας είναι εύλογη πρέπει να εκτιμάται ανάλογα με τις περιστάσεις που προσιδιάζουν σε κάθε υπόθεση και, ιδίως, με τα διακυβευόμενα συμφέροντα του ενδιαφερομένου, την πολυπλοκότητα της υποθέσεως, καθώς και τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος και των αρμοδίων αρχών (54).
143. Το Δικαστήριο διευκρίνισε συναφώς ότι ο κατάλογος των κριτηρίων αυτών δεν είναι εξαντλητικός και ότι η εκτίμηση του εύλογου χαρακτήρα της προθεσμίας δεν επιβάλλει συστηματική εξέταση των περιστάσεων της υποθέσεως ενόψει καθενός κριτηρίου όταν η διάρκεια της διαδικασίας παρίσταται δικαιολογημένη ενόψει ενός μόνον κριτηρίου. Έτσι, η περιπλοκότητα της υποθέσεως μπορεί να γίνει δεκτή προς δικαιολόγηση μιας προθεσμίας η οποία κατ’ αρχάς είναι πολύ μεγάλη (55).
144. Εν προκειμένω, η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία είχε ως σημείο εκκινήσεως την κατάθεση, στις 18 Απριλίου 2002, του δικογράφου της προσφυγής της Divipa, με το οποίο ασκήθηκε η προσφυγή ακυρώσεως της επίμαχης αποφάσεως, και ολοκληρώθηκε στις 26 Απριλίου 2007, ημερομηνία εκδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Συνεπώς, η ως άνω διαδικασία διήρκεσε περίπου πέντε έτη.
145. Μολονότι η διάρκεια αυτή φαίνεται αρκετά μεγάλη, φρονώ ότι μπορεί να είναι δικαιολογημένη, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης πολυπλοκότητας της υποθέσεως.
146. Πράγματι, αμφισβητήθηκε το σύνολο σχεδόν των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίχθηκε η επίμαχη απόφαση και τα οποία, συνεπώς, χρειάστηκε να επαληθευθούν. Χρειάστηκε να αξιολογηθεί η αποδεικτική αξία των δηλώσεων και των εγγράφων που ήσαν διαθέσιμα, ιδίως αυτών που αφορούσαν τις διάφορες συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν στις εθνικές και στις ευρωπαϊκές αγορές. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 40 έως 63 και 109 έως 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο χρειάστηκε να αποφανθεί επί διαφόρων ενστάσεων που αφορούσαν την πρόσβαση στα έγγραφα της διοικητικής διαδικασίας και στο κατά πόσον μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Εξάλλου, τα διάφορα μέτρα τα οποία διέταξε το Πρωτοδικείο για την οργάνωση της διαδικασίας και, ιδίως, τα διάφορα γραπτά ερωτήματα που υποβλήθηκαν στους διαδίκους προϋπέθεταν προηγούμενη ανάλυση των φακέλων ή, τουλάχιστον, μέρους αυτών.
147. Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι κατά της επίμαχης αποφάσεως ασκήθηκαν προσφυγές ακυρώσεως από εννέα επιχειρήσεις, σε τέσσερις διαφορετικές γλώσσες διαδικασίας. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε την ίδια ημέρα που εκδόθηκαν και οι άλλες οκτώ αποφάσεις που αφορούσαν τις προσφυγές που είχαν ασκηθεί κατά την επίμαχης αποφάσεως.
148. Με βάση τις προηγηθείσες διαπιστώσεις, φρονώ ότι η διάρκεια της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εξηγείται, ιδίως, από τον αριθμό των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην προσαπτόμενη σύμπραξη και άσκησαν προσφυγή κατά της επίμαχης αποφάσεως, πράγμα που κατέστησε αναγκαία την παράλληλη εξέταση των διαφόρων αυτών προσφυγών, από την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εις βάθος διεξαγωγή αποδείξεων σχετικά με την υπόθεση και από τις γλωσσικής φύσεως απαιτήσεις που επιβάλλουν οι κανόνες διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
149. Επομένως, φρονώ ότι η διάρκεια της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας είναι δικαιολογημένη, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης πολυπλοκότητας της υποθέσεως.
150. Προτείνω, κατά συνέπεια, στο Δικαστήριο να απορρίψει τον προβληθέντα από την Divipa λόγο αναιρέσεως περί παραβάσεως της αρχής της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας ως αβάσιμο.
IX – Οι λόγοι αναιρέσεως που αφορούν παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, συνιστάμενη στο ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν τη συμμετοχή των προσφευγουσών στη διάπραξη της παραβάσεως και στη διάρκειά της
151. Κατ’ ουσίαν, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Πρωτοδικείο ότι παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε για να εκτιμήσει, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ, τη συμμετοχή τους στην παράβαση και τη διάρκεια αυτής.
152. Πριν εξετάσω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτών, θα υπενθυμίσω εν συντομία τη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά τη διεξαγωγή των αποδείξεων σε διαδικασίες αφορώσες παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ.
153. Κατά τον κοινοτικό δικαστή, η Επιτροπή πρέπει να αποδεικνύει τις παραβάσεις που διαπιστώνει και να προσκομίζει τα αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν καταλλήλως τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν τις εν λόγω παραβάσεις (56). Η Επιτροπή, επομένως, πρέπει να έχει ακριβή και συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξει την αταλάντευτη πεποίθηση ότι η παράβαση όντως διεπράχθη. Ωστόσο, ο κοινοτικός δικαστής δεν απαιτεί να ανταποκρίνεται καθεμιά από τις αποδείξεις που προσκομίζει η Επιτροπή στα κριτήρια αυτά σε σχέση με καθένα από τα στοιχεία της παραβάσεως. Αρκεί, κατ’ αυτόν, η δέσμη των ενδείξεων που επικαλείται το εν λόγω όργανο, συνολικώς εκτιμώμενη, να ανταποκρίνεται σ’ αυτά (57). Εξάλλου, όπως υπενθύμισε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 155 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι αποδείξεις της συμμετοχής στη σύμπραξη πρέπει να εκτιμώνται στο σύνολό τους, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών περιστάσεων.
154. Η διεξαγωγή των αποδείξεων στις υποθέσεις ανταγωνισμού χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερες δυσκολίες, τις οποίες το Δικαστήριο συνόψισε στην προμνησθείσα απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής. Οι δραστηριότητες που συνδέονται με τις αντικείμενες στον ανταγωνισμό πρακτικές αναπτύσσονται κρυφίως, οι συναντήσεις πραγματοποιούνται μυστικά, τις περισσότερες φορές σε τρίτες χώρες, και τα συναφή έγγραφα περιορίζονται στο ελάχιστο. Εξάλλου, στις περισσότερες περιπτώσεις, η ύπαρξη θίγουσας τον ανταγωνισμό πρακτικής πρέπει να συναχθεί από έναν ορισμένο αριθμό συμπτώσεων και ενδείξεων οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες, μπορούν να αποτελέσουν, ελλείψει άλλης εύλογης εξηγήσεως, απόδειξη περί παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού (58).
155. Στα ανωτέρω, θα πρέπει να προστεθούν οι περιορισμοί στους οποίους υπόκειται η Επιτροπή όταν ασκεί τις αρμοδιότητές της συλλογής στοιχείων. Αναφέρομαι στους περιορισμούς που απορρέουν από το δικαίωμα των εμπλεκομένων επιχειρήσεων να μην καταθέτουν εις βάρος του εαυτού τους (59) ή ακόμη στους περιορισμούς που απορρέουν από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε, υπό το καθεστώς του κανονισμού 17, να πραγματοποιεί ανακρίσεις προσώπων προκειμένου να συλλέξει τις αναγκαίες για την έρευνα πληροφορίες.
156. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ, τα έγγραφα κατέχουν κεντρική θέση στη διεξαγωγή των αποδείξεων, όσο δύσκολη και αν είναι η συγκέντρωσή τους στην πράξη.
157. Στην παρούσα υπόθεση, η Koehler, η Bolloré και η Divipa αμφισβητούν την αποδεικτική ισχύ ορισμένων πραγματικών περιστατικών και εγγράφων τα οποία οδήγησαν το Πρωτοδικείο στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις έλαβαν μέρος σε αθέμιτες συναντήσεις στις εθνικές και στην ευρωπαϊκή αγορά και στην εκτίμηση ως προς τη διάρκεια της συμμετοχής τους αυτής.
158. Σύμφωνα με τις αρχές που εξέθεσα στα σημεία 56 έως 58 των παρουσών προτάσεων, απορρίπτω ως απαράδεκτα τα επιχειρήματα της Divipa που αποσκοπούν απλώς στο να προβεί το Δικαστήριο σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Αντιθέτως, θα εξετάσω τα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών περί παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων από το Πρωτοδικείο.
159. Για τον σκοπό αυτόν, υπενθυμίζω ότι οι αναιρεσείουσες πρέπει να προσδιορίσουν επακριβώς τα στοιχεία τα οποία παραμόρφωσε, όπως υποστηρίζουν, το Πρωτοδικείο και να καταδείξουν τα σφάλματα κατά την ανάλυση τα οποία οδήγησαν το Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο εκτιμήσεως των στοιχείων, στην παραμόρφωση αυτή. Κατά πάγια νομολογία, η παραμόρφωση αυτή πρέπει να προκύπτει με προφανή τρόπο από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να είναι απαραίτητο να προβεί το Δικαστήριο σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδείξεων ή να χρησιμοποιήσει νέα αποδεικτικά στοιχεία.
160. Συνεπώς, κατά την εκτίμηση που θα ακολουθήσει, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι παράγοντες αυτοί και, ιδίως, οι ιδιαίτερες δυσκολίες που παρουσιάζει η διεξαγωγή των αποδείξεων στο πλαίσιο της διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ.
Α – Επί του πρώτου λόγου, περί παραβάσεως του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, καθόσον το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη συμμετοχή της Divipa στην παράβαση
161. Στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε, η Divipa προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία του υποβλήθηκαν, όταν επιβεβαίωσε τη συμμετοχή της, πρώτον, στη συνάντηση της 5ης Μαρτίου 1992, δεύτερον, στη συνάντηση της 19ης Οκτωβρίου 1994 και, τρίτον, στη σύμπραξη στην ευρωπαϊκή αγορά. Αναφέρεται, ιδίως, στις σκέψεις 156 έως 171, 192 έως 197, 205 έως 207 και 216 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
1. Επί του πρώτου σκέλους, που αφορά παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τη συμμετοχή της Divipa στη συνάντηση της 5ης Μαρτίου 1992
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
162. Η Divipa υποστηρίζει, ιδίως, ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε το σημείωμα του υπαλλήλου της Sappi, της 9ης Μαρτίου 1992, καθότι δεν έλαβε υπόψη ούτε παρέθεσε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ένα απόσπασμα του εν λόγω σημειώματος όπου αναφερόταν ότι η Sappi έλαβε γνώση των τιμών της Divipa μέσω πελατών και όχι απευθείας από τη Sappi. Κατά τη γνώμη της, δεν είναι λογικό μία επιχείρηση η οποία υποτίθεται ότι συμμετέσχε σε συνάντηση της συμπράξεως κατά την οποία συζητήθηκε το ζήτημα των τιμών να μη γνωστοποίησε η ίδια απευθείας τις τιμές της κατά τη συνάντηση αυτή.
163. Η Επιτροπή αντιτείνει, ιδίως, στο επιχείρημα αυτό ότι όλα τα έγγραφα πρέπει να εξετάζονται σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα στοιχεία του φακέλου. Επισημαίνει, εξάλλου, ότι η Divipa δεν αμφισβητεί την αποδεικτική αξία των δηλώσεων της AWA και της Sappi ούτε τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύθηκαν από το Πρωτοδικείο.
β) Εκτίμηση
164. Φρονώ ότι οι επικρίσεις που διατύπωσε η Divipa σε σχέση με την ανάλυση του Πρωτοδικείου δεν ευσταθούν.
165. Πράγματι, η εν λόγω εταιρία δεν εξηγεί πώς το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του σημειώματος του υπαλλήλου της Sappi παραλείποντας να αναφέρει ότι οι παρεχόμενες από αυτόν πληροφορίες σχετικά με τις τιμές είχαν δοθεί από τους πελάτες. Δεν αντιλαμβάνομαι πώς η παράλειψη αυτή θα μπορούσε να σημαίνει ότι έγινε εσφαλμένη ανάλυση από το Πρωτοδικείο όσον αφορά τη συμμετοχή της Divipa στη συνάντηση της 5ης Μαρτίου 1992. Άλλωστε, η Divipa δεν αμφισβητεί την αποδεικτική αξία του εν λόγω σημειώματος.
166. Εν πάση περιπτώσει, δόθηκε στην Divipa η δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του εν λόγω σημειώματος και να λάβει θέση επ’ αυτού, αφού, όπως προκύπτει από τη σκέψη 162 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι δηλώσεις της Sappi προσαρτήθηκαν στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και κοινοποιήθηκαν στο Πρωτοδικείο, οπότε η Divipa είχε πρόσβαση σ’ αυτές.
167. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει το πρώτο αυτό σκέλος ως αβάσιμο.
2. Επί του δευτέρου σκέλους, που αφορά παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων που έχουν σχέση με τη συμμετοχή της Divipa στη συνάντηση της 19ης Οκτωβρίου 1994
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
168. Η Divipa επισημαίνει ότι οι δηλώσεις της Mougeot, τις οποίες χρησιμοποίησε το Πρωτοδικείο προκειμένου να στηρίξει την υποτιθέμενη συμμετοχή της στη συνάντηση της 19ης Οκτωβρίου 1994, είναι μεταγενέστερες των πραγματικών περιστατικών και έγιναν προκειμένου να καταστεί δυνατή η επίκληση της ανακοινώσεως περί της συνεργασίας της εν λόγω επιχειρήσεως.
169. Το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε, κατά την Divipa, τα αποδεικτικά στοιχεία, στηριζόμενο κυρίως στη νομολογία του για να προσάψει στην Divipa τη συμμετοχή της στη συνάντηση αυτή, γεγονός που συνιστά προφανή παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης και κατάφωρη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών.
170. Η Επιτροπή αρνείται τη βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού.
β) Εκτίμηση
171. Φρονώ ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει η Divipa σε σχέση με τις δηλώσεις της Mougeot πρέπει επίσης να απορριφθούν.
172. Πράγματι, το γεγονός ότι οι δηλώσεις αυτές ήταν μεταγενέστερες των πραγματικών περιστατικών και έγιναν προκειμένου να καταστεί δυνατή η επίκληση της ανακοινώσεως περί της συνεργασίας επισημάνθηκε ρητώς από το Πρωτοδικείο στη σκέψη 166 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το εν λόγω δικαστήριο δεν το έλαβε υπόψη. Όπως τονίζει το Πρωτοδικείο, οι δηλώσεις αυτές δεν μπορούν, παρ’ όλ’ αυτά, να θεωρηθούν ως στερούμενες αποδεικτικής ισχύος, αφού, ως ενάντιες στα συμφέροντα του δηλούντος, πρέπει, κατ’ αρχήν, να θεωρηθούν ως ιδιαίτερα αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία.
173. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 168 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι δηλώσεις της Mougeot συνέπιπταν σε πολλά σημεία με τις δηλώσεις της Sappi και της AWA. Η τελευταία δε περιέλαβε, στην απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, κατάλογο συναντήσεων αφορωσών την ισπανική αγορά, μεταξύ των οποίων αναφερόταν και η συνάντηση της 19ης Οκτωβρίου 1994.
174. Εν πάση περιπτώσει, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο πλάνη κατά την ερμηνεία των δηλώσεων της Mougeot.
175. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι και το δεύτερο αυτό σκέλος μπορεί να απορριφθεί ως αβάσιμο.
3. Επί του τρίτου σκέλους, που αφορά την παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τη συμμετοχή της Divipa στη σύμπραξη στην ευρωπαϊκή αγορά
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
176. Η Divipa υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε και παρέκαμψε ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία. Υπογραμμίζει ότι δεν είναι παραγωγός, ότι πραγματοποιούσε πωλήσεις μόνο στην εθνική αγορά, ότι ήταν η μόνη μη παραγωγός εταιρία στην οποία καταλογίζεται η δήθεν συμμετοχή της σε ορισμένες συναντήσεις για την εθνική αγορά και η οποία δεν ανήκει σε κανένα δίκτυο διανομής, στην Ισπανία, των μεγάλων Ευρωπαίων παραγωγών αυτογραφικού χαρτιού. Κανένα έγγραφο δεν αποδεικνύει ότι, κατά τις συναντήσεις στις οποίες υποτίθεται ότι συμμετέσχε, έγινε αναφορά στην ύπαρξη ευρύτερου σχεδίου παράνομων συνεννοήσεων.
177. Η Επιτροπή αποκρούει και αυτό το επιχείρημα. Επισημαίνει, ιδίως, ότι η Divipa δεν προσδιορίζει τα σημεία εκείνα της συλλογιστικής του Πρωτοδικείου όπου εντοπίζεται η παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών.
β) Εκτίμηση
178. Φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει τα επιχειρήματα αυτά ως απαράδεκτα.
179. Πράγματι, όσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα περί παραμορφώσεως «ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων», διαπιστώνω από την ανάγνωση της αιτήσεως αναιρέσεως ότι η Divipa δεν προσδιορίζει τα στοιχεία που παραμορφώθηκαν, κατ’ αυτήν, από το Πρωτοδικείο.
180. Όσον αφορά, δεύτερον, το επιχείρημα ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε να λάβει υπόψη ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ιδιότητα του παραγωγού, υπενθυμίζεται ότι το Πρωτοδικείο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία που αρμόζει στα στοιχεία που υποβάλλονται στην κρίση του. Κατά τη γνώμη μου, επομένως, το επιχείρημα αυτό δεν προβάλλεται παραδεκτώς. Εν πάση περιπτώσει, το εν λόγω επιχείρημα δεν είναι κατά τη γνώμη μου βάσιμο, καθόσον, σε αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από την Divipa, το Πρωτοδικείο εξέτασε σε πολλά σημεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ιδίως δε στις σκέψεις 203, 605 και 628, ποια σημασία έπρεπε να αποδώσει στο γεγονός ότι η Divipa ήταν μόνο διανομέας.
181. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι το τρίτο αυτό σκέλος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
182. Έχοντας υπόψη το σύνολο των προεκτεθέντων, εκτιμώ ότι το Πρωτοδικείο δεν παραμόρφωσε κανένα από τα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία διαπίστωσε ότι η Divipa συμμετέσχε στην καταλογισθείσα συμφωνία και στα μέτρα για τη θέση της σε εφαρμογή.
183. Προτείνω, κατά συνέπεια, στο Δικαστήριο να απορρίψει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ως εν μέρει αβάσιμο και εν μέρει απαράδεκτο.
Β – Επί του δευτέρου λόγου, που αφορά παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, επειδή το Πρωτοδικείο, όπως υποστηρίζεται, δεν τήρησε το καθήκον αιτιολογήσεως και προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της Koehler όσον αφορά τη διάρκεια της διαπραχθείσας από αυτήν παραβάσεως
184. Κατ’ ουσίαν, η Koehler αμφισβητεί την ορθότητα της αναλύσεως του Πρωτοδικείου σχετικά με τη συμμετοχή της στην σύμπραξη κατά το προ του Σεπτεμβρίου ή του Οκτωβρίου του 1993 χρονικό διάστημα. Ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο δεν προέβη σε επαρκή εξέταση των αποδείξεων και συνήγαγε πεπλανημένα συμπεράσματα σχετικά με υποτιθέμενες αθέμιτες συναντήσεις, αφενός, στο πλαίσιο της AEMCP (Association of European Manufacturers of Carbonless Paper, την ένωση Ευρωπαίων παραγωγών αυτογραφικού χαρτιού), προ του Σεπτεμβρίου ή του Οκτωβρίου του 1993 (πρώτο σκέλος) και, αφετέρου, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, σε προγενέστερο χρόνο (δεύτερο σκέλος).
1. Επί του πρώτου σκέλους, που αφορά παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων ως προς τη συμμετοχή της Koehler στις συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο στο πλαίσιο της AEMCP προ του Σεπτεμβρίου ή του Οκτωβρίου του 1993
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
185. Κατά την Koehler, η Επιτροπή στηρίχθηκε σε τρεις κατηγορίες αποδείξεων, ήτοι, στις δηλώσεις της Mougeot, στη μαρτυρική κατάθεση του υπαλλήλου της Sappi και σε αποδείξεις αφορώσες την οργάνωση συναντήσεων της συμπράξεως σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο.
186. Η Koehler αναφέρει, κατ’ αρχάς, ότι η επιστολή της Mougeot της 14ης Απριλίου 1999 δεν περιέχει καμία ομολογία περί συναντήσεων της συμπράξεως για το προ του Οκτωβρίου του 1993 χρονικό διάστημα. Το Πρωτοδικείο, άλλωστε, τόνισε, στη σκέψη 279 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν απεδείχθη ότι συνήφθησαν αθέμιτες συμφωνίες επί των τιμών από τον Ιανουάριο του 1992, δηλαδή, πριν από τον Οκτώβριο του 1993. Υποστηρίζει ότι τα διαλαμβανόμενα στη συλλογιστική του Πρωτοδικείου σχετικά με την δήθεν ύπαρξη συμφωνιών επί των τιμών στο πλαίσιο των επισήμων συναντήσεων της AEMCP πριν από τον Οκτώβριο του 1993 είναι ανεπαρκή και στηρίζονται σε αντιφατικές αιτιολογίες, στοιχειοθετούσες πλάνη περί το δίκαιο. Το Πρωτοδικείο δεν τήρησε ούτε την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, καθόσον επιχείρησε να συναγάγει από τις δηλώσεις της Mougeot την ομολογία διαπράξεως παραβάσεως για το προ του Οκτωβρίου του 1993 χρονικό διάστημα.
187. Η Koehler υποστηρίζει, κατόπιν, ότι από την κατάθεση του υπαλλήλου της Sappi δεν μπορεί να συναχθεί καμία πληροφορία για την περίοδο κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν οι συναντήσεις των μελών της συμπράξεως. Το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να δεχθεί βασίμως ότι, μην παρέχοντας «ενδείξεις περί του αντιθέτου», ο εν λόγω υπάλληλος θέλησε να επιβεβαιώσει εμμέσως ότι η παράβαση είχε αρχίσει να χωρεί πριν από τον Σεπτέμβριο του 1993. Συνεπώς, υποστηρίζει, το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της εν λόγω μαρτυρικής καταθέσεως. Αυτό αντίκειται στο δικαίωμα για δίκαιη δίκη το οποίο καθιερώνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, καθώς και στο άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διακηρύχθηκε στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000 (ΕΕ C 364, σ. 1).
188. Τέλος, η Koehler υποστηρίζει ότι δεν μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστες οι δηλώσεις ενός μεταμελημένου μάρτυρα κατηγορίας παρά μόνον εφόσον επιβεβαιώνονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Στην προκειμένη περίπτωση δε, δεν υπάρχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει το περιεχόμενο των εν λόγω δηλώσεων.
189. Κατά την Επιτροπή, το σκέλος αυτό του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να κριθεί παραδεκτό, καθόσον η Koehler επιδιώκει, στην πραγματικότητα, νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο.
β) Εκτίμηση
190. Οι επικρίσεις της Koehler όσον αφορά τον λυσιτελή χαρακτήρα των δηλώσεων της Mougeot και του υπαλλήλου της Sappi δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, βάσιμες.
191. Πράγματι, η Koehler αγνοεί, προφανώς, το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε, στις σκέψεις 261 έως 310 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε μια δέσμη ενδείξεων σχετικά με την πραγματοποίηση αθεμίτων συναντήσεων πριν από τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο του 1993. Μολονότι η επιστολή της Mougeot της 14ης Απριλίου 1999 συνιστά όντως, όπως αναγνωρίζει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 262 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το κεντρικό στοιχείο της αποδείξεως εκ μέρους της Επιτροπής επί του σημείου αυτού, εξακολουθεί να είναι απαραίτητη η ανάγνωση και η κατανόηση των δηλώσεων που περιέχονται στην επιστολή αυτή υπό το πρίσμα των άλλων αποδεικτικών στοιχείων που εξετάστηκαν από το Πρωτοδικείο και, ιδίως, των καταθέσεων του υπαλλήλου της Sappi και της AWA. Εξάλλου, όπως επισήμανε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 264 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το νόημα της εν λόγω επιστολής είναι όντως ιδιαίτερα σαφές και το περιεχόμενό της δεν διαψεύδεται από κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να γεννήσει αμφιβολίες ως προς την αποδεικτική αξία του εγγράφου.
192. Όσον αφορά την κατάθεση του υπαλλήλου της Sappi, φρονώ ότι, ακόμη και αν σ’ αυτήν δεν προσδιορίζεται η περίοδος κατά την οποία έλαβαν χώρα οι αθέμιτες συναντήσεις, επέτρεψε στο Πρωτοδικείο, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των αποδείξεων, να συμπεράνει ότι οι συναντήσεις αυτές άρχισαν να πραγματοποιούνται από τον Φεβρουάριο του 1993, οπότε προσλήφθηκε ο εν λόγω υπάλληλος.
193. Τέλος, επισημαίνεται ότι, σε αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από την Koehler, το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε ότι συνήφθησαν αθέμιτες συμφωνίες επί των τιμών από τον Ιανουάριο του 1992 δεν επιτρέπει σε καμία περίπτωση να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η διαπραγμάτευση των συμφωνιών αυτών δεν έλαβε χώρα πριν από τον Οκτώβριο του 1993.
194. Έχοντας υπόψη τα στοιχεία αυτά, πιστεύω ότι οι επικρίσεις που διατυπώθηκαν από την Koehler δεν μου επιτρέπουν να θεωρήσω ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε, με κατάφωρο τρόπο, τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία. Συνεπώς, φρονώ ότι παρέλκει η εξέταση των λοιπών αιτιάσεων, που αφορούν προσβολή του δικαιώματος για δίκαιη δίκη.
195. Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει το πρώτο αυτό σκέλος του παρόντος λόγου αναιρέσεως ως αβάσιμο.
2. Επί του δευτέρου σκέλους, που αφορά παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τη συμμετοχή της Koehler σε αθέμιτες συναντήσεις στην ισπανική αγορά πριν από τον Οκτώβριο του 1993
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
196. Κατά την Koehler, το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την δήθεν συμμετοχή της σε αθέμιτες συναντήσεις στην ισπανική αγορά, πριν από τον Οκτώβριο του 1993.
197. Όσον αφορά τη συνάντηση της 17ης Φεβρουαρίου 1992 σχετικά με την ισπανική αγορά, το Πρωτοδικείο δεν θα έπρεπε να είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Koehler συμμετέσχε στη συνάντηση αυτή, καθόσον ο υπάλληλος της Sappi, στο σημείωμά του της 17ης Φεβρουαρίου 1992, κάνει λόγο μόνο για μία συνάντηση των «ενδιαφερομένων μερών», χωρίς να αναφέρει τα ονόματά τους. Το Πρωτοδικείο δεν εξήγησε για ποιους ακριβώς λόγους έκρινε ότι η Koehler συμμετέσχε στη συμφωνία.
198. Όσον αφορά τη συνάντηση της 16ης Ιουλίου 1992 σχετικά με την ισπανική αγορά, δεν αποδείχθηκε η συμμετοχή της Koehler σ’αυτήν, σε αντίθεση με τα γενόμενα δεκτά από το Πρωτοδικείο, αφού ιδίως η AWA δεν αναγνώρισε ρητά την εν λόγω συμμετοχή.
199. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Koehler δεν επικαλείται στην πραγματικότητα παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων, αλλά προσπαθεί να αμφισβητήσει την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο. Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
β) Εκτίμηση
200. Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα της Koehler σχετικά με τη συμμετοχή της στη συνάντηση της 17ης Φεβρουαρίου 1992, φρονώ ότι δεν προβάλλεται παραδεκτώς.
201. Συγκεκριμένα, θεωρώ ότι η ανάλυση του Πρωτοδικείου, που περιέχεται στη σκέψη 321 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει ότι η Koehler ήταν μεταξύ των «ενδιαφερομένων μερών» στα οποία αναφερόταν το σημείωμα της Sappi, ανάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών η οποία, όπως προανέφερα, δεν μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
202. Εν πάση περιπτώσει, για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα έκρινε παραδεκτή την αιτίαση αυτή, φρονώ ότι δεν είναι βάσιμη. Πράγματι, όπως προκύπτει σαφώς από τις σκέψεις 169 και 321 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο ερμήνευσε την ένδειξη αυτή σε συνδυασμό με τις άλλες ενδείξεις που έδινε ο υπάλληλος στο εν λόγω σημείωμα. Ο τελευταίος εκθέτει στον ιεραρχικώς προϊστάμενό του την κατάσταση στην οποία ευρίσκεται η επιχείρηση λόγω των αβεβαιοτήτων που δημιουργεί η συμπεριφορά της Koehler και της Sarriopapel y Celulosa SA (στο εξής: Sarrió). Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρει ότι πραγματοποιήθηκε την ίδια ημέρα μια «συνάντηση των ενδιαφερομένων μερών». Κατά συνέπεια, και λαμβανομένων υπόψη των λέξεων που χρησιμοποιούνται στο σημείωμα, θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο είχε όντως αρκετά στοιχεία για να συναγάγει ότι η Koehler έλαβε μέρος στη συνάντηση αυτή και τούτο χωρίς να παραμορφώσει κατά τρόπο κατάφωρο το εν λόγω έγγραφο. Εξάλλου, δεν πιστεύω ότι το Πρωτοδικείο είχε την υποχρέωση να δικαιολογήσει με μεγαλύτερη ακρίβεια γιατί θεώρησε ότι η Koehler είχε συμμετάσχει στη συμφωνία αυτή.
203. Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα της Koehler, που αφορά τη συμμετοχή της στη συνάντηση της 16ης Ιουλίου 1992, φρονώ ότι πρέπει να απορριφθεί ως μη έχον επιρροή στην έκβαση της δίκης.
204. Πράγματι, όπως προκύπτει σαφώς από τη σκέψη 332 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο στήριξε την εκτίμησή του σχετικά με τη συμμετοχή της Koehler στην εν λόγω συνάντηση κυρίως στις δηλώσεις του B. G.(60) και το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε στις γενικές δηλώσεις της AWA μόνο για να ενισχύσει την αποδεικτική αξία των δηλώσεων αυτών. Η Koehler δε δεν αμφισβητεί την αποδεικτική αξία των δηλώσεων του B. G.
205. Με βάση το σύνολο των στοιχείων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει το δεύτερο αυτό σκέλος εν μέρει ως απαράδεκτο και εν μέρει ως μη έχον επιρροή στην έκβαση της δίκης.
3. Επί του τρίτου σκέλους, που αφορά την απουσία αποδείξεως και πλημμελή αιτιολογία σχετικά με τη συμμετοχή της Koehler στις συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν την άνοιξη του 1992 και την άνοιξη του 1993 στο Παρίσι
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
206. Προς υποστήριξη του σκέλους αυτού, η Koehler επικρίνει την ανάλυση του Πρωτοδικείου, που περιέχεται στις σκέψεις 325 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και αφορά τη συμμετοχή της στις δύο συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την άνοιξη του 1992 και την άνοιξη του 1993 σε σχέση με τη γαλλική αγορά. Η Koehler υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι ένας από τους υπαλλήλους της ταξίδεψε στο Παρίσι για να συμμετάσχει σε συνάντηση με θέμα τη σύμπραξη, την άνοιξη του 1993. Τα διαλαμβανόμενα σχετικώς από το Πρωτοδικείο είναι τόσο γενικά και αόριστα ώστε να μην ανταποκρίνονται στην υποχρέωση αιτιολογήσεως. Εν πάση περιπτώσει, το Πρωτοδικείο δεν διαπιστώνει σε κανένα σημείο ότι η Koehler έλαβε μέρος κατά την άνοιξη του 1992 σε συνάντηση αφορώσα τη γαλλική αγορά.
β) Εκτίμηση
207. Φρονώ ότι το σκέλος αυτό πρέπει να απορριφθεί ως μη έχον επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματι, οι αιτιάσεις της Koehler αφορούν αιτιολογίες συμπεριληφθείσες ως εκ περισσού στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει σαφώς από τη σκέψη 320 αυτής.
4. Επί του τετάρτου σκέλους, που αφορά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Koehler που θεμελιώνεται στη μη κοινοποίηση ενός εγγράφου
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
208. Η Koehler προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι χρησιμοποίησε, για τους σκοπούς της εκτιμήσεώς του, ένα έγγραφο, και συγκεκριμένα, την από 30 Απριλίου 1999 απάντηση της AWA σε μία αίτηση της Επιτροπής για παροχή πληροφοριών, μολονότι δεν είχε κοινοποιηθεί στην ίδια το έγγραφο αυτό. Το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε, όπως υποστηρίζει, στο έγγραφο αυτό για να αποδείξει τη συμμετοχή της Koehler σε μία αθέμιτη συνάντηση, ήτοι στη συνάντηση της 5ης Μαρτίου 1992 σχετικά με την ισπανική αγορά.
β) Εκτίμηση
209. Φρονώ ότι το σκέλος αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, σύμφωνα με τις αρχές που υπενθυμίζονται στο σημείο 56 των παρουσών προτάσεων.
210. Πράγματι, το εν λόγω σκέλος αποτελεί απλώς την κατά γράμμα επανάληψη ενός λόγου που η Koehler έχει ήδη προβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου (61) και ουδόλως καταλογίζει πλάνη περί το δίκαιο.
211. Επισημαίνω σχετικώς ότι, στη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (62), το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η Koehler δεν κατέδειξε ότι ζήτησε ρητώς από την Επιτροπή την κοινοποίηση των στοιχείων που δεν περιλαμβάνονταν στον φάκελο έρευνας της υποθέσεως. Τόνισε, περαιτέρω, ότι η Koehler παραδέχθηκε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι δεν υπέβαλε αίτηση προσβάσεως στα στοιχεία αυτά. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο έκρινε την αιτίαση της Koehler απαράδεκτη.
212. Με βάση το σύνολο των προεκτεθέντων, φρονώ, επομένως, ότι ο λόγος αναιρέσεως που προβάλλεται από την Koehler πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως μη έχον επιρροή στην έκβαση της δίκης, εν μέρει ως απαράδεκτος και εν μέρει ως αβάσιμος.
Γ – Επί του τρίτου λόγου, που αφορά παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, καθόσον το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε αποδεικτικά στοιχεία, με αποτέλεσμα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση να πάσχει πλημμελή αιτιολογία όσον αφορά τη διάρκεια της διαπραχθείσης από την Bolloré παραβάσεως
213. Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Bolloré προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν, πρώτον, την ύπαρξη συμπράξεως σε ευρωπαϊκό επίπεδο από τον Ιανουάριο του 1992 και, δεύτερον, το αντικείμενο των επισήμων συναντήσεων της AEMCP.
1. Επί του πρώτου σκέλους, που αφορά την παραμόρφωση των δηλώσεων της AWA και την ύπαρξη αντιφάσεων στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
214. Προς υποστήριξη του πρώτου αυτού σκέλους, η Bolloré προβάλλει τέσσερις αιτιάσεις.
215. Πρώτον, η Bolloré επισημαίνει ότι, στις δηλώσεις της, η AWA απέκλεισε από την απάντησή της στην αίτηση για παροχή πληροφοριών της Επιτροπής όλες τις επίσημες συναντήσεις της AEMCP. Επομένως, η χρήση της υποτακτικής εγκλίσεως [που στα γαλλικά υποδηλώνει ότι πρόκειται για τα λεγόμενα κάποιου άλλου] στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έχει κανένα νόημα. Συνεπώς, είναι προφανές ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε τις δηλώσεις της AWA.
216. Δεύτερον, η Bolloré υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι η ύπαρξη εύλογων αμφιβολιών πρέπει να λειτουργεί υπέρ των προσφευγουσών, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Πρωτοδικείου, προκαλεί κατάπληξη το ότι οι δηλώσεις της AWA θεωρήθηκαν εν τούτοις ως «ουσιαστική» ένδειξη για την ύπαρξη συμπράξεως σε ευρωπαϊκό επίπεδο από την αρχή κιόλας του 1992.
217. Τρίτον, η Bolloré υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει μία αντίφαση στην αιτιολογία της. Πράγματι, ενώ το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 275 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι δηλώσεις της AWA δεν επέτρεπαν να θεωρηθεί ότι η επίμαχη συνάντηση της AEMCP χρησίμευσε ως πλαίσιο για αθέμιτη συμφωνία επί των τιμών, δέχθηκε, παρ’ όλ’ αυτά, ότι οι εν λόγω δηλώσεις αποτελούσαν ουσιαστική ένδειξη για την ύπαρξη συμπράξεως σε ευρωπαϊκό επίπεδο από την αρχή του 1992.
218. Τέταρτον, η Bolloré προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι προσπάθησε να αναμείξει, στη σκέψη 274 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε ένα συνονθύλευμα, τις εθνικές και τις περιφερειακές συναντήσεις με τις ευρωπαϊκές συναντήσεις της AEMCP που διοργανώθηκαν μεταξύ του 1992 και του 1995, αναφέροντας απλώς ότι η Ζυρίχη περιλαμβανόταν στον κατάλογο των πόλεων που απαρίθμησε η AWA στις δηλώσεις της.
β) Εκτίμηση
219. Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, πρέπει, προφανώς, να απορριφθεί ως αβάσιμη, αφού η χρησιμοποίηση της υποτακτικής εγκλίσεως από το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει καταφανώς εσφαλμένη εκτίμηση των δηλώσεων της AWA εκ μέρους του.
220. Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Πράγματι, με βάση τις αρχές που διατυπώθηκαν στο σημείο 57 των παρουσών προτάσεων, το Πρωτοδικείο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να εκτιμήσει την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα στοιχεία που του προσκομίσθηκαν, εκτός, βέβαια, αν ο αναιρεσείων προβάλλει παραμόρφωση των εν λόγω στοιχείων από το Πρωτοδικείο. Εν προκειμένω, χαρακτηρίζοντας την επίμαχη δήλωση ως «ουσιώδη ένδειξη», το Πρωτοδικείο απλώς προέβη σε εκτίμηση της σημασίας που έπρεπε, κατά τη γνώμη του, να αποδοθεί στις δηλώσεις της AWA και η Bolloré δεν κατέδειξε για ποιο λόγο η εκτίμηση αυτή είναι προφανώς πεπλανημένη.
221. Όσον αφορά την τρίτη αιτίαση, περί αντιφάσεως στην αιτιολογία, θεωρώ ότι είναι αβάσιμη. Μολονότι οι δηλώσεις της AWA δεν αρκούσαν, από μόνες τους, για να αποδείξουν τον σκοπό της συναντήσεως της AEMCP της 23ης Ιανουαρίου 1992, μπορούσαν, ωστόσο να αποτελέσουν μία ένδειξη. Όπως προανέφερα, το γεγονός ότι η ένδειξη αυτή χαρακτηρίστηκε ως «ουσιώδης» από το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
222. Όσον αφορά την τέταρτη αιτίαση, πρέπει προφανώς να απορριφθεί ως αβάσιμη. Πράγματι, από την ανάγνωση της σκέψεως 274 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο ουδόλως συγχέει σε «συνονθύλευμα» τις εθνικές και τις ευρωπαϊκές συναντήσεις αναφέροντας ότι η Ζυρίχη περιλαμβανόταν στον κατάλογο των πόλεων του πίνακα Α του Παραρτήματος Ι της προσβαλλομένης αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο απλώς διαπίστωσε το γεγονός αυτό, το οποίο η Bolloré δεν αμφισβητεί με την αίτησή της αναιρέσεως.
223. Με βάση το σύνολο των ανωτέρω στοιχείων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει το πρώτο αυτό σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως ως εν μέρει απαράδεκτο και εν μέρει αβάσιμο.
2. Επί του δευτέρου σκέλους, περί παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων που αφορούν τον κατά την Επιτροπή αντικείμενο στον ανταγωνισμό σκοπό της επίσημης συναντήσεως της AEMCP της 23ης Ιανουαρίου 1992
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
224. Προς υποστήριξη του δευτέρου αυτού σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Bolloré προβάλλει τρεις αιτιάσεις.
225. Πρώτον, η Bolloré προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν παρουσίασε, στις σκέψεις 295 και 304 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα στοιχεία που της επέτρεψαν να διαπιστώσει ότι συνήφθησαν συμφωνίες περί αυξήσεως των τιμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο από τον Ιανουάριο του 1992.
226. Δεύτερον, η Bolloré τονίζει, ιδίως, ότι το Πρωτοδικείο δεν διευκρίνισε ποτέ ποιες είναι οι επιχειρήσεις που προέβησαν σε ομολογίες σχετικά με τη συμμετοχή τους σε ευρωπαϊκή σύμπραξη από τον Ιανουάριο του 1992. Καμία από τις δηλώσεις στις οποίες προέβησαν η Mougeot, η Sappi ή η AWA δεν αρκεί για να αποδείξει, εφόσον δεν υπάρξει παραμόρφωση, ότι πραγματοποιήθηκαν αθέμιτες συναντήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο από τον Ιανουάριο του 1992.
227. Τρίτον, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι η Copigraph έλαβε μέρος στις αθέμιτες συναντήσεις που υποτίθεται ότι πραγματοποιήθηκαν στην Ισπανία από τον Φεβρουάριο του 1992. Το Δικαστήριο κατάφερε, χωρίς αποδείξεις ή παραμορφώνοντας τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, να αναμείξει σε ένα συνονθύλευμα τις ευρωπαϊκές συναντήσεις της AEMCP και τις εθνικές ή τις περιφερειακές συναντήσεις.
228. Η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου των δύο πρώτων σκελών του λόγου αναιρέσεως, καθόσον πρόκειται για προσπάθεια αμφισβητήσεως της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου ως προς τα πραγματικά περιστατικά.
β) Εκτίμηση
229. Όσον αφορά τις δύο πρώτες αιτιάσεις, φρονώ ότι είναι αβάσιμες. Πράγματι, οι υποτιθέμενες παραλείψεις που χαρακτηρίζουν την αιτιολογία της αποφάσεως του Πρωτοδικείου στις σκέψεις 304 και 308 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εξηγούνται από το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο αναφέρεται σε στοιχεία που εξέθεσε και περιέγραψε προηγουμένως, στο πλαίσιο της αναλύσεώς του σχετικά με τις επίσημες συναντήσεις της AEMCP που πραγματοποιήθηκαν πριν από τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο του 1993.
230. Επομένως, τα «στοιχεία» στα οποία στηρίχθηκε το Πρωτοδικείο, στις σκέψεις 295 και 304 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αντιστοιχούν στα στοιχεία που μόλις εξέθεσε στις σκέψεις 261 έως 280 της αποφάσεως. Εξάλλου, οι «επιχειρήσεις» που προέβησαν σε ομολογίες και στις οποίες αναφέρεται το Πρωτοδικείο στη σκέψη 308 της εν λόγω αποφάσεως είναι, κατά τη γνώμη μου, οι ομολογίες για τις οποίες γίνεται λόγος στις σκέψεις 272 έως 279 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, ιδίως, οι ομολογίες της AWA και της Sappi.
231. Όσον αφορά την τρίτη αιτίαση, προτείνω στο Δικαστήριο να την απορρίψει ως αβάσιμη, καθόσον αφορά αιτιολογίες που περιλήφθηκαν ως εκ περισσού στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
232. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως μη ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και εν μέρει ως αβάσιμο.
233. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων αυτών, φρονώ ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως που προβλήθηκε από την Bolloré εν μέρει δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης, εν μέρει είναι απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.
X – Ως προς του λόγους αναιρέσεως που αφορούν παράβαση του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, καθόσον το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση του ποσού του επιβληθέντος προστίμου
234. Υπό την επιφύλαξη των ειδικών περιστάσεων που προσιδιάζουν σε καθεμιά τους, η Koehler και η Divipa προσάπτουν, κατ’ ουσίαν, στο Πρωτοδικείο ότι προέβη σε πεπλανημένη εκτίμηση του ποσού του προστίμου που τους επιβλήθηκε από την Επιτροπή, καθότι δεν έλαβε καθόλου υπόψη τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας.
235. Στην επίμαχη απόφασή της, η Επιτροπή χαρακτήρισε την παράβαση που διεπράχθη από τις αναιρεσείουσες πολύ σοβαρή. Λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές μεγέθους των εμπλεκομένων επιχειρήσεων, η Επιτροπή διαφοροποίησε τη μεταχείριση των επιχειρήσεων και, έτσι, τις κατέταξε σε πέντε κατηγορίες. Για την κατάταξη αυτή, η Επιτροπή στηρίχθηκε στον κύκλο εργασιών τους που αντιστοιχούσε στις πωλήσεις του προϊόντος εντός του ΕΟΧ καθώς και στα μερίδια αγοράς τους στον τομέα του αυτογραφικού χαρτιού. Όσον αφορά την Koehler, η Επιτροπή έκρινε ότι, επειδή είναι επιχείρηση μεσαίου μεγέθους στην εν λόγω αγορά, έπρεπε να την κατατάξει στη δεύτερη κατηγορία, όπως τη Mitsubishi HiTech Paper Bielefeld GmbH (στο εξής: MHTP) και τη Zanders Feinpapiere AG και κατόπιν M-real Zanders GmbH (στο εξής: Zanders). Όσον αφορά την Divipa, η Επιτροπή θεώρησε ότι έπρεπε να την κατατάξει στην πέμπτη κατηγορία, καθότι πραγματοποιούσε τον κύριο όγκο των πωλήσεών της σε μία μόνον ή σε ορισμένες μόνο χώρες του ΕΟΧ.
236. Στις σκέψεις 486 έως 497 και 500 έως 522 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή επιμέτρησε το ποσό του προστίμου εις βάρος της Koehler και εις βάρος της Divipa σύμφωνα με τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης.
237. Στο πλαίσιο των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως, η ανάλυση του Δικαστηρίου περιορίζεται στο κατά πόσον το Πρωτοδικείο, επικυρώνοντας τα κριτήρια που χρησιμοποίησε η Επιτροπή κατά την επιμέτρηση των προστίμων που επέβαλε στην Koehler και στην Divipa με το άρθρο 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως και ελέγχοντας την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη ή παραβίασε τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως που διέπουν την επιβολή των προστίμων.
Α – Επί του λόγου αναιρέσεως που προβάλλει η Koehler περί παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
1. Επιχειρήματα της Koehler
238. Προς στήριξη του λόγου αυτού, η Koehler συγκρίνει το πρόστιμο που επεβλήθη στην ίδια με τα πρόστιμα που επεβλήθησαν στη Zanders, στην MHTP και στην AWA. Προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Πρωτοδικείο ότι την μεταχειρίστηκε όπως και τις επιχειρήσεις αυτές, κατατάσσοντάς την στη δεύτερη κατηγορία, όπως τη Zanders και την MHTP, ενώ υπήρχαν σημαντικές διαρθρωτικές και χρηματοοικονομικές διαφορές μεταξύ της ίδιας και των δύο αυτών επιχειρήσεων.
239. Πρώτον, προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι θεώρησε μη λυσιτελές, για τους σκοπούς επιμετρήσεως του προστίμου, το γεγονός ότι είναι οικογενειακή επιχείρηση μη έχουσα πρόσβαση στην κεφαλαιαγορά, σε αντίθεση με τις επιχειρήσεις των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο.
240. Δεύτερον, υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενο ότι η Επιτροπή δεν είχε την υποχρέωση να λάβει υπόψη τον κύκλο εργασιών του ομίλου στον οποίο ανήκουν η MHTP και η Zanders, ενώ έλαβε υπόψη το στοιχείο αυτό στη δική της περίπτωση.
241. Τρίτον, η Koehler υποστηρίζει ότι τιμωρείται βαρύτερα απ’ ό,τι η AWA, μολονότι η δεύτερη είχε τον ηγετικό ρόλο στο πλαίσιο της συμπράξεως και ανήκει σε έναν όμιλο, γεγονός που της παρέχει τη δυνατότητα να στηρίζεται στους οικονομικούς πόρους του συνόλου του ομίλου.
2. Εκτίμηση
242. Φρονώ ότι οι επικρίσεις που διατυπώθηκαν από την Koehler δεν είναι βάσιμες. Θεωρώ, πράγματι, ότι το Πρωτοδικείο εκτίμησε ορθώς την άσκηση εκ μέρους της Επιτροπής της διακριτικής ευχερείας της όσον αφορά την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
243. Υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τη μέθοδο υπολογισμού που υιοθετεί προκειμένου να ορίσει το ποσό του προστίμου (63). Οι κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες ορίζουν τη μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθεί η Επιτροπή στο τομέα αυτόν, περιέχουν στοιχεία ευελιξίας, τα οποία της επιτρέπουν να λαμβάνει υπόψη πλείονα στοιχεία κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως, και τούτο, εντός των ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 (64).
244. Μεταξύ των στοιχείων αυτών, στα οποία αναφέρεται το σημείο 1, Α, των κατευθυντηρίων γραμμών, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα στοιχεία που συνδέονται με τη φύση της παραβάσεως, τις επιπτώσεις της και τη γεωγραφική της έκταση, αλλά και τα στοιχεία που συνδέονται με τα χαρακτηριστικά αυτά καθαυτά των επιχειρήσεων και με την ανάγκη εξασφαλίσεως αποτρεπτικής δράσεως (65).
245. Οσάκις η παράβαση χαρακτηρίζεται ως σοβαρή ή πολύ σοβαρή, και οσάκις εμπλέκονται σ’ αυτήν, ιδίως, πολλές επιχειρήσεις, οι κατευθυντήριες γραμμές παρέχουν στην Επιτροπή την ευχέρεια να διαφοροποιεί το βασικό ποσό του προστίμου που ορίζει με βάση τη σοβαρότητα της παραβάσεως, προκειμένου να λαμβάνει υπόψη το πόσο βαρύνει συγκεκριμένα, δηλαδή, ποιες είναι οι πραγματικές επιπτώσεις της παραβατικής συμπεριφοράς εκάστης επιχειρήσεως για τον ανταγωνισμό, ιδίως όταν υπάρχουν σημαντικές διαφορές στο μέγεθος των εμπλεκομένων επιχειρήσεων.
246. Όπως αναφέρεται στο σημείο 1, Α, των κατευθυντηρίων γραμμών, «η αρχή της επιβολής ισοδυνάμων κυρώσεων για την ίδια συμπεριφορά μπορεί να οδηγήσει, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, στον καθορισμό διαφορετικών ποσών για τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, χωρίς η διαφοροποίηση αυτή να ανταποκρίνεται σε κάποιον αριθμητικό υπολογισμό».
247. Μολονότι οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές δεν αποτελούν κανόνα δικαίου στην τήρηση του οποίου υποχρεούται η Επιτροπή, εντούτοις, το Δικαστήριο φρονεί ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να αποκλίνει από τους κανόνες αυτούς, διότι άλλως οι αποφάσεις της ενδέχεται να ακυρωθούν λόγω παραβιάσεως γενικών αρχών του δικαίου, όπως είναι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ή, ακόμη, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (66).
248. Όπως υπενθύμισε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 501 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως υπάρχει μόνον οσάκις παρόμοιες καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά τρόπο διαφορετικό ή διαφορετικές καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο εκτός αν η μεταχείριση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά.
249. Η εφαρμογή της αρχής αυτής στο πλαίσιο της διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ, αφορώσης παράβαση στην οποία εμπλέκονται πλείονες επιχειρήσεις, έχει απασχολήσει κατά κόρον τη νομολογία.
250. Υπενθυμίζεται ότι, προκειμένου για τη διαδικασία αυτού του είδους, η Επιτροπή έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου που θα επιβληθεί στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις. Οι κατευθυντήριες γραμμές επιτρέπουν στην Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη πλείονα στοιχεία κατά τον υπολογισμό του προστίμου και να εξατομικεύει, με τον τρόπο αυτόν, την κύρωση ανάλογα με τις συμπεριφορές και τα χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε κάθε επιχείρηση, γεγονός που επιτρέπει να εξασφαλίζεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, η βέλτιστη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού (67).
251. Συγκεκριμένα, ο κοινοτικός δικαστής αναγνωρίζει ρητώς ότι «μια ορισμένη διαφοροποιημένη μεταχείριση μεταξύ των οικείων επιχειρήσεων» είναι συμφυής με την εφαρμογή της μεθόδου που επελέγη από τις κατευθυντήριες γραμμές και με την άσκηση, από την Επιτροπή, των εξουσιών που της παρέχονται με τον κανονισμό 17 (68).
252. Όπως αναφέρει στην αίτησή της αναιρέσεως, η Koehler θεωρεί, κατ’ ουσίαν, ότι η κατάταξη σε ομάδες στην οποία προέβη η Επιτροπή αντίκειται στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, καθόσον η ίδια τυγχάνει ταυτόσημης μεταχειρίσεως με επιχειρήσεις που βρίσκονται σε διαφορετική κατάσταση, όπως είναι η Zanders ή η MHTP.
253. Η κατανομή σε ομάδες θα μπορούσε όντως να αντίκειται στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, καθόσον συνεπάγεται υπολογισμό κατ’ αποκοπήν του ποσού εκκινήσεως του προστίμου και καταλήγει στο να αγνοούνται οι διαφορές μεγέθους των επιχειρήσεων που υπάγονται στην ίδια ομάδα.
254. Ωστόσο, ο κοινοτικός δικαστής αποδέχεται τη μέθοδο αυτή εφόσον ο καθορισμός των κατωφλίων εκάστης των κατηγοριών δεν παρουσιάζει αντιφάσεις και δικαιολογείται αντικειμενικά. Θεωρεί, συγκεκριμένα, ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να εξασφαλίζει ότι τα τελικά ποσά των προστίμων στα οποία θα καταλήξει ο υπολογισμός της θα αντικατοπτρίζουν κάθε διαφορά μεταξύ των εμπλεκομένων επιχειρήσεων ως προς τον συνολικό κύκλο εργασιών τους ή ως προς τον κύκλο εργασιών τους στην αγορά του επίμαχου προϊόντος (69).
255. Το Πρωτοδικείο εξέτασε αν η κατάταξη σε κατηγορίες στην οποία προέβη η Επιτροπή ήταν όντως απαλλαγμένη αντιφάσεων και αντικειμενικά δικαιολογημένη στις σκέψεις 506 έως 513 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
256. Επισήμανε, κατ’ αρχάς, στις σκέψεις 506 και 507 της αποφάσεώς του, ότι η κατάταξη σε κατηγορίες στην οποία προέβη η Επιτροπή στηρίχθηκε, στην προκειμένη περίπτωση, σε δύο κριτήρια, ήτοι στον κύκλο εργασιών που αντιστοιχούσε στις πωλήσεις του προϊόντος εντός του ΕΟΧ και στα μερίδια αγοράς καθεμιάς από τις επιχειρήσεις. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η επιλογή των κριτηρίων αυτών ήταν απόλυτα δικαιολογημένη, καθόσον επέτρεπε πράγματι να εκτιμηθεί η σχετική σημασία των εμπλεκομένων επιχειρήσεων στην αγορά, πράγμα που δεν αμφισβητείται στο πλαίσιο της προσφυγής της Koehler. Περαιτέρω, αφού διαπίστωσε ότι τα μεγέθη στα οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή ήταν αξιόπιστα, το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 513 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το εν λόγω σύστημα συνεπές και μη συνεπαγόμενο διακρίσεις εις βάρος της Koehler.
257. Η ανάλυση αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, απόλυτα σαφής και άνευ οιασδήποτε πλάνης περί το δίκαιο.
258. Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα της Koehler, φρονώ ότι είναι αβάσιμο. Πράγματι, το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα αυτό, που στηρίζεται στο ότι η Koehler είναι επιχείρηση οικογενειακού χαρακτήρα, καθότι τα κριτήρια που λήφθηκαν υπόψη από την Επιτροπή για τους σκοπούς της κατατάξεως των επιχειρήσεων σε κατηγορίες συνδέονται αποκλειστικά με τους κύκλους εργασιών που αντιστοιχούν στις πωλήσεις αυτογραφικού χαρτιού καθώς και με τα μερίδια αγοράς των εμπλεκομένων επιχειρήσεων. Τα κριτήρια δε αυτά, η επιλογή των οποίων δεν αμφισβητήθηκε ότι είναι δικαιολογημένη στο πλαίσιο της προσφυγής της Koehler, δεν επιτρέπουν τη συνεκτίμηση των διαρθρωτικών διαφορών που υφίστανται μεταξύ των εμπλεκομένων επιχειρήσεων. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν η Koehler είναι μια οικογενειακή επιχείρηση, η κατάταξή της έγινε με μοναδικό κριτήριο τον κύκλο εργασιών της που αντιστοιχεί στις πωλήσεις αυτογραφικού χαρτιού, γεγονός που, όπως επισήμανε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 495 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν επέτρεπε την κατάταξή της στην κατηγορία των μικρών επιχειρήσεων του κλάδου.
259. Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα που προέβαλε η Koehler, προτείνω στο Δικαστήριο να το απορρίψει και αυτό. Πράγματι, είναι προφανές, κατά τη γνώμη μου, ότι το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να απαιτήσει από την Επιτροπή να λάβει υπόψη, για τους σκοπούς της κατατάξεως της MHTP και της Zanders, τον συνολικό κύκλο εργασιών του ομίλου στον οποίον ανήκει εκάστη, καθότι, όπως προκύπτει σαφώς από τη σκέψη 478 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν προσκόμισε επαρκείς αποδείξεις για να καταλογίσει την παράβαση που διεπράχθη από τις εν λόγω επιχειρήσεις στους αντίστοιχους ομίλους.
260. Όσον αφορά, τέλος, το τρίτο επιχείρημα, φρονώ ότι στερείται επίσης ερείσματος. Πράγματι, όπως προανέφερα, η κατάταξη σε κατηγορίες στην οποία προέβη η Επιτροπή πραγματοποιήθηκε με μόνο κριτήριο τη σχετική σημασία των επιχειρήσεων στην οικεία αγορά, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι διαρθρωτικές διαφορές ή οι διαφορές συμπεριφοράς που υπήρχαν μεταξύ τους. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι η AWA ήταν το ηγετικό μέλος της συμπράξεως και ανήκε σε όμιλο δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη στη φάση εκείνη. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η μέθοδος αυτή υποχρέωσε την Επιτροπή να προσδιορίσει το ποσό του προστίμου βάσει υπολογισμού στηριζομένου αποκλειστικά στον κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων χωρίς να λάβει υπόψη τις περιστάσεις που προσιδίαζαν σε καθεμιά από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις. Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 493 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τη διαφορά μεγέθους και συνολικών πόρων μεταξύ της Koehler και της AWA στη φάση της προσαυξήσεως του προστίμου για αποτρεπτικούς σκοπούς. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 418 έως 424 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τον ρόλο ηθικού αυτουργού της AWA στο στάδιο της εκτιμήσεως σχετικά με την ύπαρξη επιβαρυντικών περιστάσεων.
261. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων αυτών, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι η Επιτροπή δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως κατά την εκτίμησή της σχετικά με το ύψος του προστίμου που επέβαλε στην Koehler.
262. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον προβληθέντα από την Koehler λόγο αναιρέσεως περί παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ως αβάσιμο.
Β – Επί του προβαλλομένου από την Divipa και την Koehler λόγου περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
263. Από την ανάγνωση της αιτήσεως αναιρέσεως της Divipa αντιλαμβάνομαι ότι η εν λόγω αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το πρόστιμο που της επεβλήθη είναι δυσανάλογο προς τη βαρύτητα της παραβάσεως, τη συμμετοχή της σε αυτήν, την οικονομική της επιφάνεια και το γεγονός ότι είναι διανομέας μικρού μεγέθους.
264. Πρώτον, κατά την Divipa, το Πρωτοδικείο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας χαρακτηρίζοντας την παράβαση ως πολύ σοβαρή, ενώ η αναιρεσείουσα δεν συμμετέσχε σε ευρωπαϊκή σύμπραξη και η συμμετοχή της, η οποία, όπως υποστηρίζει, δεν εκτάθηκε στο σύνολο των συναντήσεων σχετικά με την ισπανική αγορά, διήρκεσε λιγότερο από ένα έτος.
265. Δεύτερον, η Divipa προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν έλαβε υπόψη ένα στοιχείο το οποίο την διαφοροποιεί από τις άλλες επιχειρήσεις, ήτοι το γεγονός ότι είναι διανομέας.
266. Τρίτον, υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να επικυρώσει την επιλογή της Επιτροπής να μη λάβει υπόψη την οικονομική επιφάνεια της εμπλεκομένης επιχειρήσεως κατά την επιμέτρηση του ποσού του προστίμου. Στην περίπτωσή της, οι οικονομικές συνέπειες τις οποίες θα έχει η καταβολή του προστίμου προκύπτουν σαφώς από τα στοιχεία που περιέχονται στην προσφυγή της.
267. Η Koehler προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον αγνόησε, κατά τον έλεγχο του υπολογισμού του επιβληθέντος προστίμου, τις διαφορές μεταχειρίσεως τις οποίες κατήγγειλε ενώπιόν του. Η Koehler αναφέρεται στην ανάλυση του Πρωτοδικείου που περιέχεται στις σκέψεις 486 έως 497 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επισημαίνει ότι το ποσό που μπορεί να είναι το προσήκον προκειμένου για μια επιχείρηση της οποίας οι μετοχές είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό που είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί αποτρεπτικό αποτέλεσμα προκειμένου για μια οικογενειακή επιχείρηση που δεν έχει άμεση πρόσβαση στην κεφαλαιαγορά.
2. Εκτίμηση
α) Επί των επιχειρημάτων της Divipa
268. Κατά πάγια νομολογία, το αν το ποσό ενός προστίμου είναι δυσανάλογα υψηλό πρέπει να εκτιμάται με βάση το σύνολο των περιστάσεων της παραβάσεως και ιδίως τη σοβαρότητα και τη διάρκεια αυτής, το εύρος των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων της στην αγορά, τα συμφέροντα των θιγομένων καταναλωτών ή ανταγωνιστών, καθώς και την οικονομική επιφάνεια των εμπλεκομένων επιχειρήσεων (70).
269. Προς υποστήριξη της αιτήσεως αναιρέσεώς της, η Divipa ισχυρίζεται ότι το πρόστιμο που της επεβλήθη είναι δυσανάλογο προς τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως, τη συμμετοχή της σε αυτήν, την οικονομική της επιφάνεια και το γεγονός ότι είναι απλώς διανομέας.
270. Πρώτον, παρά το έλλειμμα σαφηνείας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως επί του σημείου αυτού, φρονώ ότι τα δύο πρώτα επιχειρήματα της Divipa που αναφέρονται σ’ αυτό πρέπει να απορριφθούν.
271. Πράγματι, διαπιστώθηκε προηγουμένως ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ορθώς ότι η Divipa συμμετέσχε σε σύμπραξη ευρωπαϊκού επιπέδου καθώς και σε αθέμιτες συναντήσεις σχετικά με την ισπανική αγορά κατά το διάστημα μεταξύ Μαρτίου του 1992 και Ιανουαρίου του 1995. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας προσάπτοντας αδίκως στην Divipa ότι συμμετέσχε σε ευρωπαϊκή σύμπραξη, γεγονός που το οδήγησε δήθεν στο να χαρακτηρίσει την παράβαση ως πολύ σοβαρή αντί για σοβαρή. Συνεπώς, τα στοιχεία αυτά, που έχουν σχέση με τον χαρακτηρισμό της παραβάσεως, τα οποία επικαλείται η Divipa προκειμένου να θεμελιώσει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, δεν μπορούν να στηρίξουν τον ισχυρισμό της.
272. Περαιτέρω, η επιχειρηματολογία της Divipa δεν λαμβάνει υπόψη τους παράγοντες που συνεκτίμησε η Επιτροπή κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου και οι οποίοι την οδήγησαν στην επιβολή προστίμου αναλόγως χαμηλότερου από αυτό που επιβλήθηκε στις άλλες επιχειρήσεις. Παραπέμπω, σχετικώς, στην αιτιολογική σκέψη 408 της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπου η Επιτροπή τόνισε ότι η Divipa έπρεπε να καταταγεί στην πέμπτη κατηγορία, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι πραγματοποιεί πωλήσεις μόνο σε μία ή λίγες μόνο χώρες του ΕΟΧ, καθώς και στην αιτιολογική σκέψη 416 της εν λόγω αποφάσεως, όπου η Επιτροπή έλαβε υπόψη τη διάρκεια της συμμετοχής της Divipa στην παράβαση, προσαυξάνοντας το πρόστιμο κατά 25 %, αντί να το προσαυξήσει όσο και για τις άλλες επιχειρήσεις.
273. Τέλος, δεν νομίζω ότι θα μπορούσε το γεγονός ότι η Divipa είναι διανομέας να επηρεάσει το ύψος του εις βάρος της προστίμου.
274. Δεύτερον, θεωρώ ότι το τρίτο επιχείρημα της Divipa, περί μη λήψεως υπόψη της οικονομικής της επιφανείας, είναι απαράδεκτο. Πράγματι, δεδομένων των αρχών που διατυπώθηκαν στο σημείο 55 των παρουσών προτάσεων, η Divipa δεν μπορεί να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ένα επιχείρημα το οποίο δεν προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου.
275. Επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τα επιχειρήματα που προέβαλε η Divipa εν μέρει ως απαράδεκτα και εν μέρει ως αβάσιμα.
β) Επί των επιχειρημάτων της Koehler
276. Όσον αφορά τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν από την Koehler, φρονώ ότι είναι επίσης απορριπτέα.
277. Πράγματι, σε αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από την Koehler, το Πρωτοδικείο δεν «αγνόησε» τις διαρθρωτικές και οικονομικές διαφορές μεταξύ της ιδίας και των λοιπών επιχειρήσεων στο πλαίσιο της εξετάσεως του αν παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας. Ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Koehler υποστήριξε ότι το πρόστιμο που της επιβλήθηκε ήταν δυσανάλογο προς την οικονομική της επιφάνεια (71). Προέβη δε συναφώς σε σύγκριση των ποσοστών του συνολικού κύκλου εργασιών εκάστης των εμπλεκομένων επιχειρήσεων στα οποία αντιστοιχούν τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν σ’ αυτές από την Επιτροπή (72).
278. Στη σκέψη 494 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ορθώς ότι η σύγκριση αυτή δεν αρκούσε για να αποδείξει ότι το επιβληθέν στην Koehler πρόστιμο ήταν δυσανάλογα υψηλό. Όντως, κατά πάγια νομολογία την οποία υπενθύμισε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 468 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η επιμέτρηση καταλλήλου προστίμου δεν μπορεί να προκύψει από έναν απλό υπολογισμό στηριζόμενο στον ολικό κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων. Όπως προανέφερα, το αν το ποσό ενός προστίμου είναι δυσανάλογα υψηλό πρέπει να εκτιμάται με βάση το σύνολο των περιστάσεων της παραβάσεως και ιδίως τη σοβαρότητα και τη διάρκεια αυτής, το εύρος των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων της στην αγορά, τα συμφέροντα των θιγομένων καταναλωτών ή ανταγωνιστών, καθώς και την οικονομική επιφάνεια των εμπλεκομένων επιχειρήσεων.
279. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, λαμβανομένου υπόψη ότι η Koehler, όπως επισήμανε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 495 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι το βασικό ποσό του προστίμου που της επεβλήθη ήταν υπερβολικά υψηλό σε σχέση με το ειδικό βάρος της.
280. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι τα προβληθέντα από την Koehler επιχειρήματα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
281. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον παρόντα λόγο περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας ως εν μέρει απαράδεκτο και εν μέρει αβάσιμο.
XI – Επί του ισχυρισμού περί ελλείψεως αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά την εκτίμηση των ελαφρυντικών περιστάσεων
282. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν αναγνώρισε καμία ελαφρυντική περίσταση υπέρ των εμπλεκομένων επιχειρήσεων.
283. Ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Divipa υποστήριξε ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να της είχε αναγνωρίσει τη συνδρομή ελαφρυντικής περιστάσεως, συνισταμένης στη μη εφαρμογή στην πράξη των παραβατικών συμφωνιών ή πρακτικών. Το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα αυτό για του λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 618 έως 626, 628, 629 και 635 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
284. Στην αίτησή της αναιρέσεως, η Divipa υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή του, κατ’ αθέτηση της σχετικής υποχρεώσεώς του.
Α – Επιχειρήματα των διαδίκων
285. Η Divipa υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν τήρησε την υποχρέωση αιτιολογήσεως καθόσον δεν θεμελίωσε ένα από τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε για να απορρίψει την αιτίασή της. Αναφέρεται στο «όφελος» για το οποίο κάνει λόγο το Πρωτοδικείο στην τελευταία περίοδο της σκέψεως 629 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
286. Η Divipa παραθέτει το ακόλουθο κείμενο:
«[Κατά τα λοιπά], το γεγονός και μόνον ότι η Divipa δεν είχε συμπεριφορά πλήρως συνάδουσα με τις συναφθείσες συμφωνίες, εάν αποδειχθεί, δεν αρκεί για να υποχρεώσει την Επιτροπή να της χορηγήσει ελαφρυντικές περιστάσεις. Πράγματι, η [Divipa] μπορεί, μέσω της κατά το μάλλον ή ήττον ανεξάρτητης πολιτικής της στην αγορά, να προσπαθήσει απλώς να χρησιμοποιήσει τη σύμπραξη υπέρ της (73)».
Β – Εκτίμηση
287. Φρονώ, ότι, όπως υποστηρίζει και η Επιτροπή, ο λόγος που προβλήθηκε από την Divipa δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματι, η αιτιολογία στην οποία αναφέρεται περιλήφθηκε στην απόφαση ως εκ περισσού, όπως μαρτυρεί η έκφραση «κατά τα λοιπά» και η χρήση της υποτακτικής [στα γαλλικά] από το Πρωτοδικείο.
288. Εν πάση περιπτώσει, οι δύο πρώτες αιτιολογίες που εκτίθενται από το Πρωτοδικείο στη σκέψη 629 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως υπερεπαρκούν για να απαντηθεί και να απορριφθεί το επιχείρημα που προέβαλε η Divipa στην προσφυγή της.
XII – Επί των συνεπειών της αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
289. Όπως προανέφερα, προτείνω στο Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με βάση το ότι το Πρωτοδικείο δεν ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον στηρίζεται σε στοιχεία καταλογίζοντα στην Bolloré ευθύνη για συμμετοχή άμεσα και ατομικά στη διάπραξη της παραβάσεως.
290. Επειδή, κατά τη γνώμη μου, η διαφορά είναι ώριμη προς εκδίκαση, προτείνω στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί του λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η Bolloré ενώπιον του Πρωτοδικείου σχετικά με την παραβίαση των δικαιωμάτων της άμυνας.
291. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στα σημεία 81 έως 137 των παρουσών προτάσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να ακυρώσει την επίμαχη απόφαση της Επιτροπής καθόσον στηρίζεται σε στοιχεία που εμπλέκουν προσωπικά και άμεσα την Bolloré στη διάπραξη της παραβάσεως.
XIII – Επί των δικαστικών εξόδων
292. Προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων σύμφωνα με τα άρθρα 122, πρώτο εδάφιο, και 69, παράγραφοι 2 και 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
293. Η Koehler και η Divipa ηττήθηκαν στο σύνολο των ισχυρισμών και αιτημάτων τους. Προτείνω, συνεπώς, στο Δικαστήριο να τις καταδικάσει να φέρουν τα δικά τους έξοδα καθώς και τα έξοδα της Επιτροπής.
294. Η Bolloré ηττήθηκε ως προς ένα μόνο λόγο. Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να την καταδικάσει να φέρει τα δικά της έξοδα καθώς και το 50 % των εξόδων της Επιτροπής.
XIV – Πρόταση
295. Με βάση το σύνολο των προηγηθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
1) «Αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 26ης Απριλίου 2007, Τ-109/02, T‑118/02, T‑122/02, T‑125/02, T‑126/02, T‑128/02, T‑129/02, T‑132/02 και T‑136/02, Bolloré κ.λπ. κατά Επιτροπής, καθόσον το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενο ότι η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Bolloré SA από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν δικαιολογούσε την ακύρωση της αποφάσεως 2004/337/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με διαδικασία του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ (Υπόθεση COMP/E-1/36.212 – Αυτογραφικό χαρτί), κατά το μέρος που αφορούσε την προσωπική και άμεση συμμετοχή της Bolloré SA στη διάπραξη της παραβάσεως.
2) Ακυρώνει την απόφαση 2004/337/ΕΚ, καθόσον καταλογίζει άμεσα και προσωπικά ευθύνη στην Bolloré SA για τη διάπραξη της παραβάσεως.
3) Απορρίπτει στο σύνολό τους τις αιτήσεις αναιρέσεως που ασκήθηκαν στο πλαίσιο των υποθέσεων Papierfabrik August Koehler κατά Επιτροπής (C‑322/07 P) και Distribuidora Vizcaína de Papeles κατά Επιτροπής (C‑338/07 P).
4) Στην υπόθεση C‑327/07 P, καταδικάζει την Bolloré SA στο 50 % των δικαστικών εξόδων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στο σύνολο των δικών της εξόδων. Η Επιτροπή φέρει το 50 % των εξόδων της.
5) Στις υποθέσεις C‑322/07 P και C‑338/07 P, Papierfabrik August Koehler AG και Distribuidora Vizcaína de Papeles, SL, καθεμιά από τις αναιρεσείουσες θα φέρει τα δικά της έξοδα καθώς και το σύνολο των εξόδων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Συλλογή 2007, σ. II‑947 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
3 – Απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με διαδικασία του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ (Υπόθεση COMP/E-1/36.212 – Αυτογραφικό χαρτί) (ΕΕ 2004, L 115, σ. 1, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
4 – Κανονισμός της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1216/1999 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1999 (ΕΕ L 148, σ. 5, στο εξής: κανονισμός 17). Σημειώνεται ότι ο κανονισμός αυτός αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).
5 – Κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές).
6 – ΕΕ C 207, σ. 4, στο εξής: ανακοίνωση σχετικά με τη συνεργασία.
7 – ΕΕ 1994, L 1, σ. 3, στο εξής: Συμφωνία για τον ΕΟΧ.
8 – Απόφαση της 28ης Μαΐου 1998, C‑7/95 P, Deere κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑3111, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
9 – Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑167/04 P, JCB Service κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑8935, σκέψη 114 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
10 – Βλ., ιδίως, απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
11 – Απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, C‑229/05 P, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I‑439, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
12 – Αποφάσεις JCB Service κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψεις 106 και 107 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και της 10ης Μαΐου 2007, C‑328/05 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑3921, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
13 – Βλ., ιδίως, προαναφερθείσες αποφάσεις JCB Service κατά Επιτροπής (σκέψη 106 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και SGL Carbon κατά Επιτροπής (σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
14 – Βλ. αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C‑185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑8417, σκέψη 128)· της 29ης Απριλίου 2004, C‑359/01 P, British Sugar κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑4933, σκέψη 47)· της 28ης Ιουνίου 2005, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑5425, σκέψη 244), και της 8ης Φεβρουαρίου 2007, C‑3/06 P, Groupe Danone κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑1331, σκέψη 69).
15 – Βλ., ιδίως, προαναφερθείσες αποφάσεις Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (σκέψη 129), British Sugar κατά Επιτροπής (σκέψη 48), και Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψη 245).
16 – Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση PKK και KNK κατά Συμβουλίου (σκέψη 35).
17 – Βλ., ιδίως, προαναφερθείσες αποφάσεις JCB Service κατά Επιτροπής (σκέψη 108 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και PKK και KNK κατά Συμβουλίου (σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
18 – Βλ., ιδίως, προπαρατεθείσα απόφαση Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
19 – Όπ.π. (σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
20 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T‑191/98, T‑212/98 έως T‑214/98, Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II‑3275, σκέψη 196). Βλ. επίσης, συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 28ης Φεβρουαρίου 2002, T‑86/95, Compagnie générale maritime κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II‑1011, σκέψη 447).
21 – Βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Μαΐου 1998, T‑352/94, Mo och Domsjö κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II‑1989, σκέψη 74).
22 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 14ης Μαΐου 2002, T‑126/99, Graphischer Maschinenbau κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II‑2427, σκέψη 49), και της 14ης Δεκεμβρίου 2005, T‑209/01, Honeywell κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II‑5527, σκέψη 49).
23 – Βλ. επίσης, συναφώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 2001, C‑302/99 P και C‑308/99 P, Επιτροπή και Γαλλία κατά TF1 (Συλλογή 2001, σ. I‑5603, σκέψεις 26 έως 29), και του Πρωτοδικείου της 21ης Σεπτεμβρίου 2005, T‑87/05, EDP κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II‑3745, σκέψη 144).
24 – Στο πλαίσιο αυτό, η Bolloré επικαλείται τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Ahlström Osakeyhtiö κ.λπ. κατά Επιτροπής (απόφαση της 31ης Μαρτίου 1993, C‑89/85, C‑104/85, C‑114/85, C‑116/85, C‑117/85 και C‑125/85 έως C-129/85, Συλλογή 1993, σ. I‑1307), Compagnie maritime belge transports κ.λπ. κατά Επιτροπής (απόφαση της 16ης Μαρτίου 2000, C‑395/96 P και C‑396/96 P, Συλλογή 2000, σ. I‑1365), και ARBED κατά Επιτροπής (απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, C‑176/99 P, Συλλογή 2003, σ. I‑10687), καθώς και τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου στις υποθέσεις CB και Europay κατά Επιτροπής (απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1994, T‑39/92 και T‑40/92, Συλλογή 1994, σ. II‑49), και Schneider Electric κατά Επιτροπής (απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2002, T‑310/01, Συλλογή 2002, σ. II‑4071).
25 – Απόφαση της 28ης Μαρτίου 2000, C‑7/98, Krombach (Συλλογή 2000, σ. I‑1935, σκέψεις 25 και 26).
26 – Βλ., ιδίως, απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2007, C‑403/04 P και C‑405/04 P, Sumitomo Metal Industries και Nippon Steel κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑729, σκέψη 115 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
27 – Το άρθρο 6, παράγραφος 2, ΕΕ επικύρωσε τη νομολογία αυτή, αφού, κατά την εν λόγω διάταξη, «η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την [ΕΣΔΑ], και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου».
28 – Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η Επιτροπή πρέπει να εξασφαλίζει τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της και, ιδίως, στο πλαίσιο των διοικητικών διαδικασιών που μπορούν να καταλήξουν στην επιβολή κυρώσεων, στην επιβολή προστίμων ή χρηματικών ποινών (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1979, 85/76, Hoffman‑La Roche κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 215, σκέψη 9, της 9ης Νοεμβρίου 1983, 322/81, Nederlandsche-Industrie-Michelin, Συλλογή 1983, σ. 3461, σκέψη 7, της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 46/87 και 227/88, Hoechst κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 2859, σκέψη 15, της 18ης Οκτωβρίου 1989, 374/87, Orkem κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 3283, σκέψεις 32 και 33, Krombach, προπαρατεθείσα (σκέψεις 25 και 26) και ARBED κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 19). Τα δικαιώματα αυτά πρέπει να προστατεύονται καθόλη τη διάρκεια της διοικητικής έρευνας και μάλιστα από το στάδιο της προκαταρκτικής ερεύνης, αφού το στάδιο αυτό μπορεί να είναι καθοριστικό για τη συγκέντρωση των αποδείξεων σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς μιας επιχειρήσεως [βλ., ιδίως, προαναφερθείσες αποφάσεις Hoechst κατά Επιτροπής (σκέψη 15) και Orkem κατά Επιτροπής (σκέψη 33)].
29 – Βλ., ιδίως, προπαρατεθείσα απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής (σκέψη 68 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
30 – Βλ., συναφώς, κανονισμό 99/63/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1963, περί των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 37), που αντικαταστάθηκε κατόπιν της θεσπίσεως του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 από τον κανονισμό (ΕΚ) 773/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 123, σ. 18).
31 – Βλ., ιδίως, προπαρατεθείσα απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
32 – Κατά τη διάταξη αυτή, «προτού λάβει τις προβλεπόμενες στα άρθρα 2, 3, 6, 7, 8, 15 και 16 [του εν λόγω κανονισμού] αποφάσεις, η Επιτροπή παρέχει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων την ευκαιρία να καταστήσουν γνωστή την άποψή τους επί των εις βάρος τους αιτιάσεων».
33 – Απόφαση της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψεις 10 και 14).
34 – Βλ., ιδίως, προαναφερθείσες αποφάσεις Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψεις 14 και 15), ARBED κατά Επιτροπής (σκέψεις 20 και 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψεις 142 έως 146).
35 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1987, 142/84 και 156/84, British American Tobacco και Reynolds Industries κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4487, σκέψη 70).
36 – Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει ότι «[η] Επιτροπή ανακοινώνει γραπτώς στις επιχειρήσεις και στις ενώσεις επιχειρήσεων τις αιτιάσεις που τους προσάπτονται. Η ανακοίνωση απευθύνεται σε κάθε μία επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων ή σε κοινό εντολοδόχο που έχουν ορίσει». Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, [π]ρόστιμο ή χρηματική ποινή επιβάλλονται σε επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων, μόνον εφόσον η ανακοίνωση των αιτιάσεων έγινε κατά τον τύπο που προβλέπεται στην παράγραφο 1». Το δε άρθρο 4 του κανονισμού 99/63 ορίζει ότι «[σ]τις αποφάσεις της η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη εκείνες μόνον τις αιτιάσεις, για τις οποίες οι επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων είχαν τη δυνατότητα να καταστήσουν γνωστή την άποψή τους».
37 – Το Πρωτοδικείο επικαλείται τις προπαρατεθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου Επιτροπή και Γαλλία κατά TF1 (σκέψεις 26 έως 29) και του Πρωτοδικείου EDP κατά Επιτροπής (σκέψη 144).
38 – Η υπογράμμιση δική μου.
39 – Βλ., ιδίως, απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1974, 17/74, Transocean Marine Paint Association κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 441, σκέψη 21).
40 – Προπαρατεθείσα απόφαση Musique Diffusion française κ.λ.π. κατά Επιτροπής (σκέψη 30). Βλ., επίσης, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1983, 107/82, AEG-Telefunken κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 3151, σκέψη 30).
41 – Σκέψεις 15 και 16.
42 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Οκτωβρίου 1996, T‑24/93 έως T‑26/93 και T‑28/93, Compagnie maritime belge transports κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. II‑1201, σκέψη 35).
43 – Προπαρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου Compagnie maritime belge transports κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψεις 141 έως 150).
44 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Μαρτίου 1999, T‑137/94, ARBED κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II‑303).
45 – Προπαρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου ARBED κατά Επιτροπής (σκέψεις 22 έως 25).
46 – Αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C‑453/99, Courage και Crehan (Συλλογή 2001, σ. I‑6297, σκέψεις 24 έως 28), και της 13ης Ιουλίου 2006, C‑295/04 έως C‑298/04, Manfredi κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑6619, σκέψεις 39, 58 έως 61 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Στις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ, καθώς και το άρθρο 82 ΕΚ παράγουν άμεσα αποτελέσματα στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και θεμελιώνει δικαιώματα τα οποία τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να διασφαλίζουν. Κατά το Δικαστήριο, στα δικαιώματα αυτά περιλαμβάνεται το δικαίωμα των προσώπων να τυγχάνουν προστασίας κατά των βλαπτικών συνεπειών που προκαλεί μια αυτοδικαίως άκυρη σύμπραξη.
47 – Αυτό θα συμβαίνει, κατά τη γνώμη μου, αρκετά σπάνια και θα πρόκειται μόνο για κάθετες συμφωνίες, στο πλαίσιο των οποίων η επιχείρηση η οποία έχει τον ηγετικό ρόλο υιοθετεί μονομερώς πρακτικές όπως είναι η κυκλοφορία από τον προμηθευτή εγκυκλίου επιβαλλούσης ελάχιστη τιμή μεταπωλήσεως.
48 – COM (2008) 165 τελικό. Η Λευκή αυτή Βίβλος αποτέλεσε συνέχεια της Πράσινης Βίβλου σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης για παραβίαση της αντιμονοπωλιακής κοινοτικής νομοθεσίας [COM (2005) 672 τελικό], καθώς και ενός ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Απριλίου 2007 σχετικά με την εν λόγω Πράσινη Βίβλο.
49 – Η υπογράμμιση δική μου.
50 – Βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Grecu κατά Ρουμανίας της 28ης Φεβρουαρίου 2007, § 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία. Τα διδάγματα αυτά απορρέουν από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, αποφάσεις König κατά Γερμανίας της 28ης Ιουνίου 1978, σειρά A αριθ. 27· Le Compte, Van Leuven και De Meyere της 18ης Οκτωβρίου 1982, σειρά A αριθ. 54, καθώς και Albert και Le Compte κατά Βελγίου της 24ης Οκτωβρίου 1983, σειρά A αριθ. 68. Αυτό ισχύει δε κατά μείζονα λόγο προκειμένου για ποινικές υποθέσεις, αφού το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ σε περίπτωση αστικών διαφορών είναι λιγότερο απαιτητικό απ’ ό,τι σε περίπτωση ποινικών υποθέσεων.
51 – Απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, 209/78 έως 215/78 και 218/78, van Landewyck κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 207). Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι η «Επιτροπή, ενώ υποχρεούται να τηρεί τις διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται από το κοινοτικό δίκαιο [...] δεν μπορεί, ωστόσο, να χαρακτηριστεί ως “δικαστήριο” κατά την έννοια του άρθρου 6 της [ΕΣΔΑ]».
52 – C‑199/92 P (Συλλογή 1999, σ. I‑4287).
53 – Σκέψη 150. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εφαρμόζει τρία κριτήρια προκειμένου να κρίνει αν μία κατηγορία εντάσσεται στη σφαίρα του ποινικού δικαίου, ήτοι τον χαρακτηρισμό που δίδεται από το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους, τον κατασταλτικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα της κυρώσεως καθώς και τη βαρύτητα της προβλεπομένης κυρώσεως. (βλ. ΕΔΔΑ, αποφάσεις Engel κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών της 23ης Νοεμβρίου 1976, σειρά A αριθ. 22). Ειδικότερα, το Δικαστήριο υιοθέτησε τη συλλογιστική αυτή σε σχέση με τις διοικητικές κυρώσεις στις οποίες συγκαταλέγονται οι κυρώσεις που επιβάλλονται από τις εθνικές αρχές προστασίας του ανταγωνισμού (βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση société Stenuit κατά Γαλλίας της 27ης Φεβρουαρίου 1992, σειρά Α αριθ. 232‑A).
54 – Σκέψη 29. Βλ., επίσης, αποφάσεις Sumitomo Metal Industries και Nippon Steel κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 116 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑120/06 P και C‑121/06 P, FIAMM και FIAMM Technologies κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 212 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
55 – Βλ. αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 2002, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑8375, σκέψη 188), της 2ας Οκτωβρίου 2003, C‑194/99 P, Thyssen Stahl κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I‑10821, σκέψη 156) και Sumitomo Metal Industries και Nippon Steel κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψεις 117 έως 122).
56 – Βλ. αποφάσεις Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 58) και της 8ης Ιουλίου 1999, C‑49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (Συλλογή 1999, σ. I‑4125, σκέψη 86).
57 – Βλ. αποφάσεις Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψεις 513 έως 523) και του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2004, T‑67/00, T‑68/00, T‑71/00 και T‑78/00, JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. II‑2501, σκέψεις 179 και 180 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
58 – Σκέψεις 55 έως 57.
59 – Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Orkem κατά Επιτροπής.
60 – Από τη σκέψη 181 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ο B. G., εργαζόμενος για λογαριασμό της Unipapel, ήταν ο εκπρόσωπος της Sappi στην Πορτογαλία.
61 – Σημεία 83 έως 89 του δικογράφου προσφυγής της Koehler.
62 – Ο ισχυρισμός αυτός εξετάζεται στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, που αφορά προσβολή του δικαιώματος για πρόσβαση στα στοιχεία της δικογραφίας λόγω της μη κοινοποιήσεως εγγράφων που δεν περιέχονταν στον φάκελο της έρευνας που κοινοποιήθηκε σε μορφή CD-ROM.
63 – Απόφαση της 29ης Ιουνίου 2006, C‑308/04 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑5977, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
64 – Όπ.π.
65 – Η Επιτροπή μπορεί να στηριχθεί σε πολλούς παράγοντες τους οποίους έχει αναγνωρίσει και το ίδιο το Δικαστήριο στη νομολογία του. Μπορεί να εκτιμήσει τη σοβαρότητα της παραβάσεως ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις της υποθέσεως και με το κανονιστικό και οικονομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η καταδικαζόμενη συμπεριφορά. Κατά την εξέταση της φύσεως των περιορισμών που υπέστη ο ανταγωνισμός, η Επιτροπή μπορεί να λάβει υπόψη το περιεχόμενο, τη διάρκεια, τον αριθμό, την ένταση και τη γεωγραφική έκταση της συμφωνίας, καθώς και την αξία των εμπορευμάτων τα οποία αφορά. Μπορεί, επίσης, να λάβει υπόψη τον αριθμό και τη σχετική σημασία των μετεχόντων στη συμφωνία στην αγορά, εξετάζοντας, ιδίως, το μερίδιό τους στην αγορά, το μέγεθος, τη συμπεριφορά και τον ρόλο τους στη σύναψη της συμφωνίας. Η Επιτροπή μπορεί, επίσης, να εξετάσει την κατάσταση της αγοράς κατά τον χρόνο διαπράξεως της παραβάσεως και να λάβει υπόψη την επιδείνωση την οποία υπέστη η οικονομική δημόσια τάξη. Τέλος, μπορεί να λάβει υπόψη τον κίνδυνο που εγκυμονεί η αθέμιτη συμφωνία για τους στόχους της Κοινότητας (βλ. αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1970, 41/69, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 397, σκέψη 176, της 16ης Δεκεμβρίου 1975, 40/73 έως 48/73, 50/73, 54/73 έως 56/73, 111/73, 113/73 και 114/73, Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1975, σ. 507, σκέψη 612, της 17ης Ιουλίου 1997, C‑219/95 P, Ferriere Nord κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I‑4411, σκέψη 38, καθώς και προπαρατεθείσες αποφάσεις Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 90 και 91 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 241 και 242 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
66 – Προπαρατεθείσα απόφαση JCB Service κατά Επιτροπής (σκέψεις 207 και 208 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
67 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑43/02, Jungbunzlauer κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. II‑3435, σκέψη 238).
68 – Όπ.π.
69 – Βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Μαρτίου 2002, T‑23/99, LR AF 1998 κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II‑1705, σκέψη 278).
70 – Βλ., ιδίως, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 6ης Οκτωβρίου 1994, T‑83/91, Tetra Pak κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. II‑755, σκέψη 240 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 20ής Απριλίου 1999, T‑305/94 έως T‑307/94, T‑313/94 έως T‑316/94, T‑318/94, T‑325/94, T‑328/94, T‑329/94 και T‑335/94, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II‑931, σκέψη 1215).
71 – Βλ. σημείο 48 του εισαγωγικού δικογράφου της προσφυγής.
72 – Βλ. πίνακες που παρατίθενται στα σημεία 56 και 57 του δικογράφου της προσφυγής.
73 – Η υπογράμμιση δική μου.
Full & Egal Universal Law Academy