ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 26ης Ιουνίου 2008 (1)
Υπόθεση C‑333/07
Régie Networks
κατά
Direction de contrôle fiscal Rhône-Alpes Bourgogne
[αίτηση του Cour administrative d’appel Lyon (Γαλλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Aνταγωνισμός – Κρατικές ενισχύσεις – Άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 87 ΕΚ) και άρθρο 93 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 88 ΕΚ) – Ακυρότητα αποφάσεως της Επιτροπής – Γαλλικό ταμείο στηρίξεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως – Καθεστώς ενισχύσεων των οποίων δικαιούχοι είναι μόνον ημεδαπές επιχειρήσεις – Χρηματοδότηση μέσω τέλους υπέρ τρίτων το οποίο επιβάλλεται επί ραδιοτηλεοπτικών διαφημιστικών μηνυμάτων τα οποία μεταδίδονται στην ημεδαπή – Επιβολή του τέλους και σε ραδιοτηλεοπτικά διαφημιστικά μηνύματα τα οποία μεταδίδονται από την αλλοδαπή – Προσωρινή διατήρηση των αποτελεσμάτων ακυρωθείσας αποφάσεως»
I – Εισαγωγή
1. Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το ζήτημα που φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου αφορά το κύρος μιας αποφάσεως περί κρατικών ενισχύσεων την οποία εξέδωσε η Επιτροπή το 1997. Με την εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή αποφάσισε να μην προβάλει αντιρρήσεις κατά του τροποποιηθέντος γαλλικού καθεστώτος ενισχύσεων για τη στήριξη της ραδιοφωνικής εκφράσεως –ενίσχυση υπ’ αριθ. N 679/97 (στο εξής: επίδικη απόφαση).
2. Σκοπός του καθεστώτος ενισχύσεων είναι η οικονομική στήριξη μικρών γαλλικών ραδιοφωνικών σταθμών τοπικής εμβέλειας που είναι γνωστοί ως radios associatives (2). Για τον σκοπό αυτόν, δημιουργήθηκε, από τη δεκαετία του 1980, ένα «Ταμείο στηρίξεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως» (3), το οποίο χρηματοδοτείται μέσω τέλους υπέρ τρίτων το οποίο επιβάλλεται στα διαφημιστικά μηνύματα –τόσο τα ραδιοφωνικά όσο και τα τηλεοπτικά– τα οποία μεταδίδονται στη Γαλλία. Κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα, υπέκειντο στο τέλος και οι διαφημίσεις οι οποίες μεταδίδονταν στη Γαλλία από την αλλοδαπή.
3. Πυρήνας της παρούσας υποθέσεως είναι το αν η Επιτροπή έπρεπε να δεχτεί αυτό το είδος χρηματοδοτήσεως ενός εθνικού καθεστώτος ενισχύσεων. Το ζήτημα αυτό δίδει την ευκαιρία στο Δικαστήριο να διευκρινίσει τη νομολογία του van Calster κ.λπ. (4), καθώς και τις συνέπειές της, και δη για πρώτη φορά σε σχέση με ένα κοινοποιηθέν στην Επιτροπή καθεστώς ενισχύσεων.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
4. Η επίδικη απόφαση εκδόθηκε το 1997. Ως εκ τούτου, το νομικό πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας αποτελούν οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ όπως αυτές τροποποιήθηκαν με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (5).
5. Το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 87 ΕΚ) προέβλεπε τότε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«1. Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα Συνθήκη ορίζει άλλως.
[…]
3. Δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά:
[…]
γ) οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον·
δ) οι ενισχύσεις για την προώθηση του πολιτισμού και της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους συναλλαγών και ανταγωνισμού στην Κοινότητα σε βαθμό αντίθετο με το κοινό συμφέρον·
[…]».
6. Το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ) προβλέπει:
«Η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αν κρίνει ότι σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, κατά το άρθρο 92, κινεί αμελλητί τη διαδικασία που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση.»
Β – Η εθνική νομοθεσία
7. Το επίδικο γαλλικό καθεστώς ενισχύσεων προβλέφθηκε το 1982 και άρχισε να ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1983. Έκτοτε, η ισχύς του παρατάθηκε και το περιεχόμενό του τροποποιήθηκε επανειλημμένως. Το καθεστώς αυτό, ως είχε το 2001, στηριζόταν, αφενός, στον νόμο 86-1067 της 30ής Σεπτεμβρίου 1986, περί ελευθερίας των επικοινωνιών (6), και, αφετέρου, στο εκτελεστικό διάταγμα 97-1263 της 29ης Δεκεμβρίου 1997, περί της επιβολής τέλους υπέρ του ταμείου ενισχύσεως της ραδιοφωνίας (7), που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν του ανωτέρω νόμου.
8. Το άρθρο 80 του νόμου 86-1067 προβλέπει τα εξής:
«Στις υπηρεσίες ραδιοφωνικής μεταδόσεως ηχητικών μηνυμάτων, των οποίων τα εμπορικά έσοδα από τη μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων και από χορηγίες δεν υπερβαίνει το 20 % του συνολικού κύκλου εργασιών τους, χορηγείται ενίσχυση βάσει των προϋποθέσεων που τάσσει διάταγμα […].
Για τη χρηματοδότηση των ενισχύσεων αυτών επιβάλλεται τέλος επί των εσόδων από τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές διαφημίσεις.
Ποσά τα οποία λαμβάνουν οι ραδιοφωνικές υπηρεσίες για τη μετάδοση μηνυμάτων που αφορούν τη στήριξη συλλογικών δράσεων ή δράσεων κοινής ωφελείας δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό του ανώτατου ορίου που προβλέπει η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου.»
9. Το άρθρο 1 του διατάγματος 97-1263 προβλέπει τα εξής:
«Από 1ης Ιανουαρίου 1998 και για χρονικό διάστημα πέντε ετών επιβάλλεται, για τη χρηματοδότηση ενός ταμείου στηρίξεως των κατόχων αδείας ραδιοφωνικής μεταδόσεως ηχητικών μηνυμάτων, των οποίων τα εμπορικά έσοδα από μηνύματα που μεταδίδονται ραδιοφωνικά και χαρακτηρίζονται ως διαφήμιση σήματος ή χορηγία δεν υπερβαίνουν το 20 % του συνολικού κύκλου εργασιών τους, τέλος υπέρ τρίτων επί των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών διαφημιστικών μηνυμάτων.
Σκοπός του τέλους αυτού είναι η ενίσχυση της ραδιοφωνικής εκφράσεως.»
10. Το άρθρο 2 του διατάγματος 97-1263 προβλέπει:
«Το τέλος υπολογίζεται βάσει των ποσών, εκτός προμήθειας πρακτορείου και φόρου προστιθέμενης αξίας, που καταβάλλουν οι διαφημιζόμενοι για τη μετάδοση των διαφημιστικών μηνυμάτων τους στο γαλλικό έδαφος.
Στα τέλη υπόκεινται τα πρόσωπα που διαχειρίζονται αυτά τα διαφημιστικά μηνύματα.
Το ύψος του τέλους καθορίζεται με κοινή απόφαση των αρμόδιων υπουργών οικονομικών και τηλεπικοινωνιών ανάλογα με τα έσοδα των υποκειμένων στο τέλος ανά τρίμηνο βάσει της κατωτέρω κλίμακος: […]
II. Τηλεοπτική διαφήμιση
Μέχρι 3 εκατομμύρια: 6 500
[…]
από 780 έως 840 εκατομμύρια 7 602 070
από 840 έως 900 εκατομμύρια 8 181 250
άνω των 900 εκατομμυρίων 8 760 480» (8).
11. Το άρθρο 3 του διατάγματος 97-1263 προβλέπει ότι το τέλος καταβάλλεται στο Ταμείο ενισχύσεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως, το οποίο έχει χωριστό λογαριασμό στα λογιστικά βιβλία του Εθνικού Ινστιτούτου οπτικοακουστικών μέσων (9).
12. Κατά το άρθρο 4 του διατάγματος 97-1263, το ύψος του τέλους καθορίζεται και εισπράττεται από τις φορολογικές αρχές (10) υπέρ του λογαριασμού του ταμείου ενισχύσεως βάσει των διατάξεων και με τις εγγυήσεις και τις κυρώσεις οι οποίες ισχύουν για τον φόρο προστιθέμενης αξίας.
13. Τα άρθρα 7 έως 20 του διατάγματος 97-1263 περιέχουν διατάξεις σχετικές με τις ενισχύσεις που καταβάλλει το Εθνικό Ινστιτούτο οπτικοακουστικών μέσων και οι οποίες χρηματοδοτούνται από το ακαθάριστο προϊόν του τέλους το οποίο καταβάλλεται υπέρ του Ταμείου ενισχύσεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως. Δικαιούχοι των ενισχύσεων αυτών είναι οι κάτοχοι αδείας μεταδόσεως ραδιοφωνικών εκπομπών ήχου κατά την έννοια του άρθρου 1 του διατάγματος 97-1263.
14. Κατά το άρθρο 7 του διατάγματος 97-1263, οι ενισχύσεις καταβάλλονται, εντός του πλαισίου των διαθέσιμων πόρων, από μια επιτροπή της οποίας η σύνθεση και λειτουργία διέπονται από το εν λόγω άρθρο 7, καθώς και από τα άρθρα 8 έως 11 του διατάγματος 97-1263.
15. Το διάταγμα 97-1263 προβλέπει τρία είδη ενισχύσεων:
– την ενίσχυση εγκαταστάσεως δυνάμει των άρθρων 12 και 13 του διατάγματος η οποία καταβάλλεται σε ραδιοφωνικούς σταθμούς που έχουν πρόσφατη άδεια λειτουργίας και της οποίας το ύψος ανέρχεται μέχρι του ποσού των 100 000 γαλλικών φράγκων (FRF)·
– την ενίσχυση εξοπλισμού δυνάμει του άρθρου 14 του διατάγματος, η οποία μπορεί να χορηγηθεί στους ραδιοφωνικούς σταθμούς βάσει προσκομιζόμενων δικαιολογητικών, και δη άπαξ μόνον εντός πενταετίας καθώς και πέντε έτη τουλάχιστον μετά την καταβολή της ενισχύσεως εγκαταστάσεως· η ενίσχυση εξοπλισμού δεν πρέπει να υπερβαίνει το 50 % του επενδυθέντος ποσού και, πέραν τούτου, ανέρχεται κατ’ ανώτατο όριο σε 100 000 FRF·
– μια ετήσια ενίσχυση λειτουργίας βάσει των προϋποθέσεων χορηγήσεως που ορίζουν τα άρθρα 16 και 17 του διατάγματος.
16. Το βασικό ποσό της ετήσιας ενισχύσεως λειτουργίας καθορίζεται βάσει πίνακα που καταρτίζει η επιτροπή του Ταμείου στηρίξεως (11). Συναφώς, σημείο αναφοράς αποτελούν τα έσοδα από την κανονική λειτουργία του οικείου ραδιοφωνικού σταθμού πριν από την αφαίρεση των εξόδων διαχειρίσεως διαφημιστικών μηνυμάτων.
17. Το βασικό ποσό της ενισχύσεως λειτουργίας μπορεί να αυξηθεί κατά 60 %, και δη ανάλογα με τις προσπάθειες που καταβάλλει ο ραδιοφωνικός σταθμός για να διαφοροποιήσει τα οικονομικά έσοδα που συνδέονται άμεσα με τη ραδιοφωνική δραστηριότητα, τις δράσεις που αναλαμβάνει για την επαγγελματική εκπαίδευση του προσωπικού του, τις δράσεις του στον τομέα της εκπαιδεύσεως και του πολιτισμού, τη συμμετοχή του σε κοινές δράσεις στον τομέα των προγραμμάτων καθώς και ανάλογα με τις προσπάθειες που καταβάλλει στους τομείς της κοινωνικής επικοινωνίας με σκοπό την εγγύτητα και την ολοκλήρωση.
18. Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι το επίδικο καθεστώς των ενισχύσεων τροποποιήθηκε εκ νέου το 2003. Έκτοτε, σε τέλη ραδιοτηλεοπτικών διαφημίσεων εξακολουθούν να υπόκεινται μόνον οι διαφημίσεις που μεταδίδονται από το γαλλικό έδαφος, ενώ οι διαφημίσεις που μεταδίδονται από την αλλοδαπή στη Γαλλία απαλλάσσονται πλέον του τέλους αυτού (12).
III – Το πλαίσιο της διαφοράς
Οι αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με το γαλλικό καθεστώς ενισχύσεων
19. Το επίδικο γαλλικό καθεστώς ενισχύσεων είχε κοινοποιηθεί επανειλημμένως στην Επιτροπή –για διαφορετικές συνεχόμενες περιόδους– δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ και, ως εκ τούτου, αποτέλεσε, ανάλογα με τις εκάστοτε τροποποιήσεις του, το αντικείμενο πλειάδας αποφάσεων της Επιτροπής. Η επίδικη απόφαση του 1997 είναι μια εξ αυτών.
Τα προηγηθέντα της επίδικης αποφάσεως
20. Με έγγραφο της 1ης Μαρτίου 1990 (13), η Επιτροπή ανακοίνωσε στις γαλλικές διοικητικές αρχές ότι δεν είχε αντιρρήσεις κατά του καθεστώτος ενισχύσεων στη μορφή με την οποία το καθεστώς αυτό είχε κοινοποιηθεί στις αρχές της δεκαετίας του’90 (υπ’ αριθ. N 19/90 ενίσχυση). Το έγγραφο δεν περιείχε κάποια αναλυτικότερη αιτιολογία.
21. Η Επιτροπή δεν προέβαλε αντιρρήσεις ούτε κατά του καθεστώτος ενισχύσεων στη μορφή με την οποία αυτό κοινοποιήθηκε το καλοκαίρι του 1992 (υπ’ αριθ. N 359/92 ενίσχυση) και ανακοίνωσε τούτο στις γαλλικές διοικητικές αρχές με έγγραφο της 16ης Σεπτεμβρίου 1992 (14). Προς στήριξη της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι δικαιούχοι του καθεστώτος ενισχύσεων είναι μικροί ραδιοφωνικοί σταθμοί τοπικής εμβέλειας και ότι, ως εκ τούτου, «δεν φαίνεται ότι ο ανταγωνισμός και το εμπόριο εντός της Κοινότητας θα μπορούσαν να πληγούν σε τέτοια έκταση ώστε τούτο να αντίκειται προς το κοινό συμφέρον». Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι δικαιολογείται η εξαίρεση από την απαγόρευση των ενισχύσεων λόγω του ότι εξακολουθούν να υπάρχουν οι σκοποί γενικού συμφέροντος που επιδιώκει το καθεστώς ενισχύσεων.
Η επίδικη απόφαση
22. Το επίδικο καθεστώς ενισχύσεων, ως ίσχυσε κατά τα έτη 1998-2002, κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή τον Οκτώβριο του 1997 (υπ’ αριθ. N 679/97 ενίσχυση)· στην κοινοποίηση είχε επισυναφθεί σχέδιο του εν συνεχεία διατάγματος 97-1263. Κατόπιν της κοινοποιήσεως αυτής, η Επιτροπή εξέδωσε στις 7 Νοεμβρίου 1997 την επίδικη απόφαση περί μη προβολής αντιρρήσεων κατά των σχεδιαζόμενων τροποποιήσεων του καθεστώτος ενισχύσεων (15).
23. Η επίδικη απόφαση κοινοποιήθηκε στις γαλλικές διοικητικές αρχές με έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου 1997 (16). Προς αιτιολόγηση της αποφάσεώς της, η Επιτροπή επικαλείται στο εν λόγω έγγραφό της, αφενός, ότι δεν αυξάνονται οι καταβαλλόμενοι από τον δημόσιο προϋπολογισμό πόροι και, αφετέρου, το γεγονός ότι οι δικαιούχοι της ενισχύσεως είναι μικροί ραδιοφωνικοί σταθμοί τοπικής εμβέλειας. Βάσει της εκτιμήσεως αυτής, η Επιτροπή κατέληξε στην εκτίμηση ότι «το ενδοκοινοτικό εμπόριο δεν φαίνεται να θίγεται σε τέτοια έκταση ώστε το εν λόγω καθεστώς ενισχύσεων να αντίκειται προς το κοινό συμφέρον» (17). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι δικαιολογείται η εξαίρεση από την απαγόρευση των ενισχύσεων λόγω του ότι εξακολουθούσαν να υφίστανται οι σκοποί γενικού συμφέροντος που επιδίωκε το καθεστώς ενισχύσεων.
24. Μετά τη λήψη της επίδικης αποφάσεως, οι γαλλικές διοικητικές αρχές εξέδωσαν το διάταγμα 97-1263.
Η εξέλιξη των γεγονότων μετά την επίδικη απόφαση
25. Το επίδικο καθεστώς ενισχύσεων, ως ίσχυσε κατά την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να τεθεί σε ισχύ, ήτοι την 1η Ιανουαρίου 2003, κοινοποιήθηκε εκ νέου στην Επιτροπή τον Νοέμβριο του 2002. Κατόπιν της ανωτέρω κοινοποιήσεως, η Επιτροπή αντέτεινε για πρώτη φορά (18) ότι το τέλος επί των ραδιοτηλεοπτικών διαφημίσεων, το οποίο θα εχρησιμοποιείτο για τη χρηματοδότηση του καθεστώτος ενισχύσεων, θα επιβαλλόταν και επί των διαφημίσεων οι οποίες μεταδίδονταν στο γαλλικό έδαφος από την αλλοδαπή.
26. Κατόπιν αυτού, το τοπικό πεδίο εφαρμογής του τέλους περιορίστηκε στις μεταδιδόμενες από το γαλλικό έδαφος διαφημίσεις (19), η δε κοινοποίηση του καθεστώτος ενισχύσεων συμπληρώθηκε αντιστοίχως τον Ιούνιο του 2003.
27. Μόνον τότε, η Επιτροπή ανακοίνωσε, με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 2003 (20), στις γαλλικές αρχές την απόφασή της να μην προβάλει αντιρρήσεις κατά των κοινοποιηθεισών τροποποιήσεων του καθεστώτος ενισχύσεων (υπ’ αριθ. NN 42/03 ενίσχυση, πρώην υπ’ αριθ. N 725/02 ενίσχυση). Η ανωτέρω απόφαση της Επιτροπής αφορά ρητώς τέλη στα οποία δεν υπόκεινται τα ραδιοτηλεοπτικά διαφημιστικά μηνύματα τα οποία μεταδίδονται στη Γαλλία από την αλλοδαπή.
Β – Τα πραγματικά περιστατικά και η κύρια δίκη
28. Η εταιρία Régie Networks ανήκει στον όμιλο NRJ και διαχειρίζεται για λογαριασμό των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών του ομίλου αυτού τη διάθεση διαφημιστικού χρόνου στις συχνότητες τοπικής εμβέλειας που διαθέτει. Στο πλαίσιο της ανωτέρω δραστηριότητάς της, η Régie Networks κατέβαλε στη Γαλλία για το 2001 τέλη υπέρ τρίτων επί των ραδιοτηλεοπτικών διαφημιστικών μηνυμάτων τα οποία ανήλθαν σε 152 524 ευρώ.
29. Θεωρώντας ότι τα τέλη αυτά επί των ραδιοτηλεοπτικών διαφημιστικών μηνυμάτων αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο, η Régie Networks ζήτησε στη συνέχεια από την Direction de contrôle fiscal (21) Rhône-Alpes-Bourgogne την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών και την απαλλαγή της από την καταβολή του τέλους, χωρίς εντούτοις να λάβει απάντηση εντός της εξάμηνης νόμιμης προθεσμίας.
30. Κατόπιν αυτού, η Régie Networks άσκησε στις 3
Αυγούστου 2004 ενώπιον του Tribunal administratif de Lyon (22) προσφυγή η οποία, ωστόσο, απορρίφθηκε με απόφαση της 25ης Απριλίου 2006. Η Régie Networks άσκησε κατά της πρωτόδικης αποφάσεως έφεση ενώπιον του Cour administrative d’appel de Lyon (23), ήτοι ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
IV – Τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
31. Με διάταξη της 12ης Ιουλίου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Ιουλίου 2007, το Cour administrative d’appel de Lyon ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«Είναι νόμιμη η απόφαση N 679/97 της Επιτροπής, της 10ης Νοεμβρίου 1997, με την οποία αποφάσισε να μην προβάλει αντιρρήσεις κατά των επενεχθεισών τροποποιήσεων στο καθεστώς ενισχύσεων για τη στήριξη της ραδιοφωνικής εκφράσεως που θεσπίστηκε με το διάταγμα 92/1053,
– ως προς την αιτιολογία της,
– ως προς την εκτίμηση της συμβατότητας με τη Συνθήκη ΕΚ της χρηματοδοτήσεως του καθεστώτος ενισχύσεων για τη στήριξη της ραδιοφωνικής εκφράσεως, το οποίο ίσχυσε κατά το χρονικό διάστημα 1998-2002, και
– ως προς τη βασιμότητα του λόγου ότι δεν υπάρχει αύξηση των δημοσιονομικών δαπανών υπέρ του επίδικου καθεστώτος ενισχύσεων;»
32. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, η Régie Networks, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις και ανέπτυξαν προφορικά τις απόψεις τους.
V – Εκτίμηση
Α – Το παραδεκτό της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
1. Παραδεκτό του αντικειμένου της προδικαστικής παραπομπής
33. Κατ’ αρχάς, πρέπει να εξεταστεί αν το κύρος της επίδικης αποφάσεως εξακολουθεί και σήμερα να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως από το Δικαστήριο.
34. Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το κύρος μιας νομικής πράξεως των κοινοτικών οργάνων μόνον εφόσον η πράξη αυτή δεν έχει καταστεί απρόσβλητη (24). Πράγματι, για λόγους ασφάλειας δικαίου, πρέπει να αποφεύγεται η «επ’ αόριστον αμφισβήτηση» των πράξεων των κοινοτικών οργάνων που έχουν έννομες συνέπειες (25). Όταν ο ιδιώτης μπορεί να ζητήσει ένδικη προστασία δια της ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 230 ΕΚ), τότε υποχρεούται να ακολουθήσει αυτήν την ευθεία οδό εφόσον επιθυμεί τον δικαστικό έλεγχο της επίμαχης πράξεως (26). Άλλως, θα ελλόχευε ο κίνδυνος καταστρατηγήσεως της προβλεπόμενης στο άρθρο 173, πέμπτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής και του απρόσβλητου χαρακτήρα που αποκτά η επίμαχη πράξη μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας (27).
35. Δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ καθίσταται απρόσβλητη η κοινοτική πράξη εναντίον προσώπου που άφησε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατ’ αυτής και, ως εκ τούτου, η νομιμότητά της δεν μπορεί να αμφισβητηθεί αργότερα ούτε κατ’ ένσταση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (28). Στην περίπτωση αυτή, το εθνικό δικαστήριο δεσμεύεται από την κοινοτική πράξη που κατέστη απρόσβλητη και δεν μπορεί πλέον να αμφισβητήσει το κύρος της με την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο (29).
36. Πάντως, απαράδεκτη είναι η προβολή ενστάσεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων καθώς και η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο μόνο στην περίπτωση που ο ιδιώτης είχε, πέραν πάσης αμφιβολίας, τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων (30).
37. Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το δικαίωμα της Régie Networks να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων θα αρκούσε αναμφίβολα προκειμένου να ζητήσει και τον έλεγχο της ουσιαστικής νομιμότητας της επίδικης αποφάσεως.
38. Δεδομένου ότι η Régie Networks δεν υπήρξε αποδέκτης της επίδικης αποφάσεως, θα μπορούσε να στραφεί κατ’ αυτής με προσφυγή ακυρώσεως μόνον αν την αφορούσε άμεσα και ατομικά (άρθρο 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ).
39. Εν προκειμένω, είναι προβληματικό το κατά πόσον η Régie Networks θιγόταν άμεσα από την επίδικη απόφαση.
40. Με την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή ενέκρινε ένα καθεστώς ενισχύσεων. Σε σχέση με τα τέλη υπέρ τρίτων, σκοπός των οποίων ήταν η χρηματοδότηση αυτού του καθεστώτος ενισχύσεων, οι γαλλικές αρχές εξακολουθούν να έχουν σημαντικό περιθώριο τόσο ως προς το ύψος των τελών όσο και ως προς την επιβολή τους. Το αυτό ισχύει για την καταβολή κονδυλίων από το Ταμείο στηρίξεως προς τους δικαιούμενους ενισχύσεως ραδιοφωνικούς σταθμούς: εξαρτάται από τις ατομικές αποφάσεις της αρμόδιας επιτροπής η οποία φαίνεται εν πάση περιπτώσει να διαθέτει διακριτική ευχέρεια εκτιμήσεως ως προς τη χορήγηση ενισχύσεων εξοπλισμού και την ενδεχόμενη αύξηση των ετήσιων ενισχύσεων λειτουργίας (31).
41. Ως εκ τούτου, η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να συγκριθεί με υποθέσεις στις οποίες ένα κράτος μέλος έχει την υποχρέωση να μεταφέρει μια νομική πράξη κοινοτικού οργάνου στην εσωτερική νομοθεσία του, η δε μεταφορά της πράξεως αυτής χωρεί αυτομάτως, διότι οι εθνικές αρχές δεν διαθέτουν συναφώς κανενός είδους διακριτική ευχέρεια εκτιμήσεως (32)· δεν μπορεί να συγκριθεί ούτε και με υποθέσεις στις οποίες εξ αρχής δεν υφίσταται αμφιβολία ως προς το ότι οι εθνικές αρχές θα μεταφέρουν μια νομική πράξη κοινοτικού οργάνου κατά τρόπο απολύτως συγκεκριμένο (33).
42. Σε σχέση με το κατά πόσον η επίδικη απόφαση αφορά ατομικά τη Régie Networks, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι τούτο συμβαίνει εφόσον η απόφαση αυτή τη θίγει λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων της ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως που τη χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι την εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη (γνωστή ως νομολογία Plaumann) (34). Εν προκειμένω, όμως, δεν μπορεί να θεωρηθεί με βεβαιότητα ότι υπάρχει μια τέτοια εξατομίκευση της Régie Networks.
43. Βεβαίως, η επίδικη απόφαση εκδόθηκε μετά από έναν απλό συνοπτικό προέλεγχο του γαλλικού καθεστώτος ενισχύσεων βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης («Φάση Ι» της διαδικασίας ελέγχου των ενισχύσεων), ήτοι χωρίς να κινηθεί η επίσημη διαδικασία ελέγχου («Φάση ΙΙ» της διαδικασίας ελέγχου των ενισχύσεων) κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης). Ως εκ τούτου, μια επιχείρηση, όπως είναι η Régie Networks, θα μπορούσε ενδεχομένως να προσβάλει την απόφαση αυτή αποκλειστικά και μόνον προκειμένου να κινηθεί το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας ελέγχου των ενισχύσεων και να προστατεύσει τα τυχόν διαδικαστικά δικαιώματά της από το άρθρο 93, παράγραφος 2, ΕΚ στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας ελέγχου (35).
44. Εντούτοις, στην υπό κρίση υπόθεση δεν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Régie Networks στερήθηκε των εγγυήσεων της επίσημης διαδικασίας ελέγχου των ενισχύσεων (36). Αντιθέτως, η αίτηση περί παραπομπής του Cour administrative d’appel θέτει πρωτίστως το ζήτημα της ουσιαστικής νομιμότητας της επίδικης αποφάσεως, ήτοι το ζήτημα αν η Επιτροπή ορθώς έκρινε ότι το γαλλικό καθεστώς ενισχύσεων συνάδει προς την κοινή αγορά.
45. Ωστόσο, στην περίπτωση που το κρινόμενο ζήτημα είναι, όπως εν προκειμένω, πρωτίστως η ουσιαστική εκτίμηση μιας ενισχύσεως από την Επιτροπή, τότε η ιδιότητα μιας επιχειρήσεως ως πιθανώς ενδιαφερομένης κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 2, της
Συνθήκης δεν αρκεί προκειμένου να θεωρηθεί ότι η επιχείρηση αυτή θίγεται ατομικά και ότι έχει τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων. Αντιθέτως, η επιχείρηση πρέπει στην περίπτωση αυτή να αποδείξει ότι κατέχει μια ιδιαίτερη θέση κατά την έννοια της νομολογίας Plaumann, πράγμα το οποίο συμβαίνει μεταξύ άλλων στην περίπτωση που η θέση της στην αγορά επηρεάζεται αισθητά από την ενίσχυση –ή το καθεστώς των ενισχύσεων– το οποίο εγκρίνεται (37).
46. Λαμβανομένου υπόψη του σχετικά μικρού μεγέθους των δικαιούμενων ενισχύσεων ραδιοφωνικών σταθμών και του περιορισμένου ύψους των ενισχύσεων, οι οποίες χορηγούνται στους σταθμούς αυτούς από τα γαλλικό ταμείο στηρίξεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως, φρονώ ότι είναι μάλλον απίθανο να συντρέχει εν προκειμένω κίνδυνος αισθητού επηρεασμού της θέσεως στην αγορά εμπορικών ραδιοτηλεοπτικών επιχειρήσεων εθνικής εμβέλειας καθώς και των οργανισμών που εμπορεύονται τον διαφημιστικό χρόνο τους (38). Εν πάση περιπτώσει, η Régie Networks δεν ήταν υποχρεωμένη να θεωρήσει οπωσδήποτε ότι η θέση της ή θέση του ομίλου NRJ στην αγορά θα επηρεαζόταν σε τόσο μεγάλο βαθμό ώστε να δικαιούται αναμφίβολα να ασκήσει προσφυγή για τον λόγο αυτόν ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων.
47. Φρονώ πιθανότερο το ενδεχόμενο η επίδικη απόφαση, με την οποία εγκρίθηκε το γαλλικό καθεστώς ενισχύσεων, να θίγει τη Régie Networks όχι τόσο λόγω της ιδιότητάς της ως πιθανής ανταγωνίστριας των δικαιούχων της ενισχύσεως, αλλά πρωτίστως ως υποκειμένης στο τέλος. Ωστόσο, τούτο δεν εντάσσει τη Régie Networks στον κλειστό κύκλο των ενδιαφερομένων, διότι η επίδικη απόφαση δεν την αφορά λόγω της ιδιότητάς της ως μιας συνηθισμένης επιχειρήσεως, και δη βάσει γενικών και αφηρημένων αντικειμενικών κριτηρίων. Το γεγονός αυτό αποτελεί επιχείρημα κατά της απόψεως ότι η επίδικη απόφαση την αφορά ατομικά (39).
48. Το στοιχείο αυτό θα επηρέαζε την εκτίμηση του παραδεκτού τυχόν προσφυγής ακυρώσεως της Régie Networks κατά της επίδικης αποφάσεως της Επιτροπής λόγω της σημαντικής αβεβαιότητας σχετικά με το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής (άρθρο 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ).
49. Λόγω του θεμελιώδους δικαιώματος παροχής αποτελεσματικής ένδικης προστασίας (40), τέτοιες αβεβαιότητες δεν πρέπει να αποβαίνουν εν γένει εις βάρος των ενδιαφερομένων στο πλαίσιο μεταγενέστερων διαδικασιών για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Άλλως, θα ασκούνταν σημαντική πίεση επί των ενδιαφερομένων να προβούν, για προληπτικούς λόγους και μόνον, στην άσκηση προσφυγών ακυρώσεως, έστω και αν υπήρχαν αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό των προσφυγών αυτών, προκειμένου να μη διακυβεύσουν τη δυνατότητά τους να υποβάλουν την επίμαχη νομική πράξη κοινοτικού οργάνου σε δικαστικό έλεγχο. Για λόγους οικονομίας της δίκης, τούτο θα ήταν απευκταίο (41).
50. Εν συνόψει, καταλήγω ότι η επίδικη απόφαση δεν έχει καταστεί απρόσβλητη έναντι της Régie Networks και, ως εκ τούτου, το Cour administrative d’appel μπορεί να υποβάλει αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως με αντικείμενο το κύρος της εν λόγω αποφάσεως.
2. Η σημασία του υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος για την εκδοθησόμενη απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου
51. Η Επιτροπή έχει επιφυλάξεις ως προς το αν το προδικαστικό ερώτημα έχει σημασία για την απόφαση που θα εκδώσει το αιτούν δικαστήριο. Για την εκτίμηση της νομιμότητας του τέλους υπέρ τρίτων, του οποίου η επιστροφή αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, ουδεμία σημασία έχει το κύρος της επίδικης αποφάσεως· συγκεκριμένα, το τέλος δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του καθεστώτος ενισχύσεων που ενέκρινε η Επιτροπή. Πέραν τούτου, ακόμη και στην περίπτωση που κριθεί ότι είναι ανίσχυρη η επίδικη απόφαση, οι γαλλικές αρχές δεν υποχρεούνται αυτομάτως να επιστρέψουν τα εισπραχθέντα τέλη, αλλά, αντιθέτως, πρέπει πρώτα η Επιτροπή να αποφανθεί εκ νέου σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων.
52. Η άποψη της Επιτροπής δεν με πείθει.
53. Κατά πάγια νομολογία, η εκτίμηση της ανάγκης υποβολής προδικαστικού ερωτήματος απόκειται αποκλειστικά στο εθνικό δικαστήριο, το δε Δικαστήριο υποχρεούται κατ’ αρχήν να απαντήσει στα υποβληθέντα σε αυτό ερωτήματα, εφόσον αυτά αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου (42). Εν γένει, ισχύει το τεκμήριο ότι οι αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υποβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια έχουν σημασία για τις αποφάσεις που πρόκειται να εκδώσουν, το δε τεκμήριο αυτό ανατρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν είναι προφανές ότι η ζητούμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν έχει σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της κύριας δίκης (43).
54. Εντούτοις, στην υπό κρίση υπόθεση δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το προδικαστικό ερώτημα του Cour administrative d’appel είναι προδήλως άνευ σημασίας για την απόφασή του επί της διαφοράς που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης.
55. Εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν είναι εσφαλμένη η άποψη ότι τυχόν διαπίστωση της ακυρότητας της επίδικης αποφάσεως συνεπάγεται ταυτόχρονα την έλλειψη νομιμότητας του τέλους υπέρ τρίτων. Και τούτο διότι σκοπός του τέλους αυτού είναι ακριβώς η χρηματοδότηση του Ταμείου στηρίξεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως επί του οποίου στηρίζεται το γαλλικό καθεστώς ενισχύσεων. Επομένως, υπάρχει prima facie μια σχέση στο πλαίσιο της οποίας το τέλος χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση των ενισχύσεων που καταβάλλονται σε ραδιοφωνικούς σταθμούς, ενώ δεν μπορεί να αποκλειστεί ευθύς εξαρχής το ενδεχόμενο η ανωτέρω σχέση χρήσεως να είναι επαρκώς στενή ώστε το τέλος να μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο μέρος του καθεστώτος ενισχύσεων. Ενδελεχέστερος έλεγχος αυτής της σχέσεως χρήσεως δεν ενδείκνυται στο πλαίσιο του ελέγχου του παραδεκτού της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, αλλά πρέπει να διενεργηθεί κατά την εξέταση επί της ουσίας του προδικαστικού ερωτήματος (44).
56. Ομοίως, το ενδεχόμενο να χρειαστεί η Επιτροπή να αποφανθεί εκ νέου σχετικά με τη συμβατότητα του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων με την κοινή αγορά δεν καθιστά άνευ σημασίας το προδικαστικό ερώτημα για την απόφαση που θα εκδώσει το αιτούν δικαστήριο.
57. Το κύρος μιας κοινοτικής νομικής πράξεως, όπως είναι εν προκειμένω η επίδικη απόφαση, δεν μπορεί να μην αποτελέσει αντικείμενο ελέγχου στο πλαίσιο της διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως εκ του λόγου και μόνον ότι σε περίπτωση που διαπιστωθεί η ακυρότητά της θα πρέπει ενδεχομένως να εκδοθεί νέα, πιθανώς με το ίδιο περιεχόμενο, απόφαση. Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, με την οποία ζητείται η εξέταση του κύρους μιας κοινοτικής νομικής πράξεως (υποβολή προδικαστικού ερωτήματος με αντικείμενο το κύρος μιας νομικής πράξεως), αποτελεί πράγματι μία μορφή ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων των κοινοτικών οργάνων (45). Ο σκοπός του ελέγχου αυτού δεν ματαιώνεται, αλλά επιτυγχάνεται, όταν το αρμόδιο κοινοτικό όργανο, μετά τη διαπίστωση της ακυρότητας κάποιας νομικής πράξεως που αυτό έχει εκδώσει αναλαμβάνει εκ νέου δράση αποφεύγοντας πλέον να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, έστω και αν, επί της ουσίας, καταλήξει στο ίδιο αποτέλεσμα που είχε καταλήξει προηγουμένως.
58. Πέραν τούτου, στην υπό κρίση υπόθεση δεν είναι εξαρχής βέβαιο ότι τυχόν νέα απόφαση της Επιτροπής θα έχει κατ’ ανάγκην ως συνέπεια την έγκριση του καθεστώτος ενισχύσεων. Έτσι, το προδικαστικό ερώτημα του Cour administrative d’appel δεν αφορά μόνον κάποιες ευχερώς διορθώσιμες τυπικές ελλείψεις, αλλά και την ουσιαστική νομιμότητα του γαλλικού καθεστώτος ενισχύσεων σε σχέση με τη χρηματοδότησή του. Στην περίπτωση που αυτό το είδος της χρηματοδοτήσεως δεν συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο –π.χ. με τις διατάξεις που κατοχυρώνουν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών–, τότε δυσχερώς θα μπορούσε να θεραπευθεί η έλλειψη νομιμότητας των επιβληθέντων τελών ακόμη και με νέα απόφαση της Επιτροπής.
59. Βάσει των ανωτέρω, το προδικαστικό ερώτημα σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί προδήλως άσχετο με την έκβαση της κύριας δίκης. Το γεγονός ότι η Επιτροπή θα κληθεί ενδεχομένως, στην περίπτωση ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως, να αποφανθεί εκ νέου σε σχέση με τη συμβατότητα του καθεστώτος ενισχύσεων με την κοινή αγορά, ουδόλως επηρεάζει το παραδεκτό της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως· το γεγονός αυτό μπορεί να ληφθεί επαρκώς υπόψη κατά τον χρονικό περιορισμό των αποτελεσμάτων της αποφάσεως του Δικαστηρίου (46).
3. Το μέχρι τούδε συναγόμενο συμπέρασμα
60. Ως εκ τούτου, η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή στο σύνολό της.
Β – Εκτίμηση επί της ουσίας του προδικαστικού ερωτήματος
61. Το Cour administrative d’appel παραθέτει τρεις λόγους ακυρώσεως οι οποίοι επηρεάζουν ενδεχομένως το κύρος της επίδικης αποφάσεως: έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και, περαιτέρω, πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως λόγω του ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της, κατά τον έλεγχο του καθεστώτος ενισχύσεων, τον τρόπο χρηματοδοτήσεώς του.
1. Έλλειψη τυπικής νομιμότητας της επίδικης αποφάσεως: έλλειψη αιτιολογίας
62. Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο ζητεί το Δικαστήριο να εξετάσει την αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως από δύο απόψεις (47): αφενός, η Επιτροπή δεν διευκρινίζει βάσει ποιας εξαιρέσεως εγκρίνει το γαλλικό καθεστώς ενισχύσεων· αφετέρου, δεν διατυπώνει την άποψή της σε σχέση με το είδος της χρηματοδοτήσεως του καθεστώτος ενισχύσεων.
63. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως αποτελεί, βάσει του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 253 ΕΚ), ουσιώδη τύπο της διαδικασίας του οποίου η παράβαση μπορεί να έχει ως συνέπεια την ακύρωση της οικείας νομικής πράξεως στο πλαίσιο της διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (48).
α) Έλλειψη αναφοράς στον τρόπο χρηματοδοτήσεως του καθεστώτος των ενισχύσεων
64. Όσον αφορά κατ’ αρχάς τον τρόπο χρηματοδοτήσεως του καθεστώτος ενισχύσεων, είναι αναμφισβήτητο ότι η Επιτροπή ουδέν διαλαμβάνει σχετικά με το ζήτημα αυτό στην αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως. Ωστόσο, η σιωπή αυτή δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι από την επίδικη απόφαση λείπει η αιτιολογία.
65. Κατά πάγια νομολογία, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκης αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξεως και πρέπει να διαφαίνεται από αυτήν κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, κατά τρόπο που να καθιστά δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του. H υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που έχουν ενδεχομένως στην παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά (49).
66. Μεταξύ των ιδιαίτερων περιστάσεων της διαδικασίας ελέγχου των ενισχύσεων περιλαμβάνεται, όπως προελέχθη, η διάκριση μεταξύ της προκαταρκτικής φάσεως εξετάσεως των ενισχύσεων, που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, και της επίσημης διαδικασίας ελέγχου που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Ενώ σκοπός της επίσημης διαδικασίας ελέγχου είναι να παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να διαφωτιστεί πλήρως επί του συνόλου των στοιχείων της υποθέσεως, σκοπός της προκαταρκτικής φάσεως ελέγχου των ενισχύσεων είναι μόνο να δώσει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να σχηματίσει μία πρώτη γνώμη ως προς το αν η συγκεκριμένη ενίσχυση συμβιβάζεται εν μέρει ή καθ’ ολοκληρίαν με την κοινή αγορά (50), πέραν δε αυτού χαρακτηρίζεται από τη σύντομη προθεσμία για τη λήψη αποφάσεως (51).
67. Η επίδικη απόφαση εκδόθηκε μετά το πέρας μιας τέτοιας προκαταρκτικής φάσεως ελέγχου, χωρίς η Επιτροπή να προχωρήσει στη δεύτερη φάση της διαδικασίας ελέγχου. Ως εκ τούτου, πρέπει να είναι μικρότερες και οι απαιτήσεις σε σχέση με την αιτιολογία της αποφάσεως αυτής απ’ ό,τι στην περίπτωση της αιτιολογίας μιας αποφάσεως με την οποία ολοκληρώνεται ο ενδελεχής έλεγχος μιας υποθέσεως στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας ελέγχου. Η Επιτροπή πρέπει απλώς να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους δεν συνάντησε σοβαρές δυσχέρειες κατά την εκτίμηση της συμβατότητας της επίμαχης ενισχύσεως με την κοινή αγορά (52).
68. Ούτως ή άλλως, η Επιτροπή δεν απαιτείται να διασαφηνίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 190 της Συνθήκης πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (53).
69. Δεδομένου ότι η επίδικη απόφαση αποτελούσε την τρίτη κατά σειρά σε σχέση με το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων (54), η Επιτροπή μπορούσε να θεωρήσει ότι το γενικό πλαίσιο στο οποίο εντασσόταν η απόφασή της ήταν γνωστό και, ως εκ τούτου, μπορούσε να είναι λιτή στη διατύπωσή της (55).
70. Με έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου 1997, η Επιτροπή ανακοίνωσε στις γαλλικές αρχές κατά τρόπο άκρως λακωνικό, πλην όμως κατανοητό, τους λόγους για την εκ νέου έγκριση του παραταθέντος καθεστώτος ενισχύσεων: τα χρησιμοποιούμενα κονδύλια του προϋπολογισμού δεν αυξάνονταν, οι δικαιούχοι των ενισχύσεων ήσαν μικροί ραδιοφωνικοί σταθμοί τοπικής εμβέλειας, οι επιδιωκόμενοι σκοποί γενικού συμφέροντος εξακολουθούσαν να υφίστανται, και το ενδοκοινοτικό εμπόριο δεν θιγόταν σε έκταση που να αντίκειται προς το γενικό συμφέρον.
71. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έκρινε, βάσει των όσων ισχυρίζεται, ότι ο τρόπος χρηματοδοτήσεως του καθεστώτος ενισχύσεων δεν είχε σημασία για την εκτίμησή του βάσει του δικαίου του ανταγωνισμού, δεν είχε την υποχρέωση να εξετάσει το ζήτημα αυτό στην αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, η αιτιολογία μιας νομικής πράξεως κοινοτικού οργάνου πρέπει απλώς να περιέχει τα πραγματικά περιστατικά και τις νομικές σκέψεις που έχουν ουσιώδη σημασία για την οικονομία της αποφάσεως (56).
72. Αντιθέτως, το αν οι λόγοι που παραθέτει η Επιτροπή ευσταθούν από ουσιαστικής απόψεως (βάσιμο της αιτιολογίας) (57) καθώς και το αν η Επιτροπή παρέλειψε ενδεχομένως να εξετάσει με την απόφασή της κάποιο σημαντικό στοιχείο δεν αποτελεί ζήτημα που ανάγεται στην τήρηση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, αλλά ζήτημα που αφορά την ουσιαστική νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως (58).
73. Υπό τις περιστάσεις αυτές, φρονώ ότι η έλλειψη εκτιμήσεων σε σχέση με το είδος της χρηματοδοτήσεως του καθεστώτος ενισχύσεων δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας η οποία θα μπορούσε, ως παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, να οδηγήσει στην ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.
β) Έλλειψη μνείας της νομικής βάσεως
74. Περαιτέρω, όπως ορθώς παρατηρεί η Régie Networks, η Επιτροπή δεν αναφέρει ρητώς στην επίδικη απόφασή της την προβλεπόμενη από τη Συνθήκη ΕΚ εξαίρεση στην οποία υπάγει το καθεστώς των ενισχύσεων που εγκρίνει. Η μόνη έμμεση αναφορά της επίδικης αποφάσεως στη νομική βάση απαντά σε μια ημιπερίοδο του εγγράφου της Επιτροπής της 10ης Νοεμβρίου 1997, με το οποίο η Επιτροπή ανακοινώνει την απόφασή της στις γαλλικές αρχές. Χωρίς να παραθέτει κάποια συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη, η Επιτροπή περιορίζεται στο εν λόγω έγγραφο στην εκτίμηση ότι «το ενδοκοινοτικό εμπόριο δεν θίγεται σε μια έκταση που να αντίκειται προς το κοινό συμφέρον».
75. Βεβαίως, η παράλειψη αναφοράς της ακριβούς νομικής βάσεως μιας πράξεως δεν συνιστά ουσιώδη πλημμέλεια, όταν η νομική αυτή βάση μπορεί να προσδιοριστεί βάσει άλλων στοιχείων της πράξεως. Ωστόσο, η ακριβής μνεία της νομικής βάσεως είναι απαραίτητη όταν, σε περίπτωση που ελλείπει, οι ενδιαφερόμενοι και το Δικαστήριο παραμένουν στην αβεβαιότητα ως προς την ακριβή νομική βάση (59).
76. Στην υπό κρίση υπόθεση, η απλή αναφορά της Επιτροπής στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και στην έκταση που αυτό αναμένεται να θιγεί δεν αποτελεί σαφή αναφορά της νομικής βάσεως της επίδικης αποφάσεως. Βεβαίως, η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση φρονούν ότι η επιλεγείσα διατύπωση αποτελεί ένδειξη για το ότι η επίδικη απόφαση στηρίχθηκε στο άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ). Εντούτοις, παραβλέπουν συναφώς ότι το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, της Συνθήκης (νυν άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, ΕΚ) χρησιμοποιεί, και αυτό, μια πολύ παρεμφερή διατύπωση σε σχέση με τους όρους συναλλαγών και ανταγωνισμού στην Κοινότητα και στον βαθμό που αυτοί είναι αντίθετοι προς το κοινό συμφέρον (60). Συνεπώς, ένα κριτήριο το οποίο έχει σχεδόν πανομοιότυπη διατύπωση χρησιμοποιείται σε δύο διαδοχικές διατάξεις της Συνθήκης εκ των οποίων καμία δεν μπορεί να αποκλειστεί εξ αρχής ως νομική βάση.
77. Εν αντιθέσει προς την άποψη που διατύπωσαν η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση, το επίδικο καθεστώς ενισχύσεων δεν πρέπει κατ’ ανάγκη να εξεταστεί μόνον υπό το πρίσμα της ενισχύσεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών (άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της Συνθήκης). Ένα καθεστώς ενισχύσεων για τη στήριξη μικρών ραδιοφωνικών σταθμών τοπικής εμβέλειας, το οποίο περαιτέρω είχε τον χαρακτήρα radios associatives (ραδιοφωνικών σταθμών των πολιτών), μπορεί να αποτελεί εξίσου μέτρο για την προώθηση του πολιτισμού (άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, της Συνθήκης ΕΚ). Στην υπό κρίση υπόθεση, τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο δεδομένου ότι σκοπός του Ταμείου στηρίξεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως είναι μεταξύ άλλων και η ενίσχυση των προσπαθειών στους τομείς της κοινωνικής επικοινωνίας με σκοπό την εγγύτητα και την ολοκλήρωση (61). Ως εκ τούτου, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποκλειστεί ευθύς εξαρχής το ενδεχόμενο το καθεστώς ενισχύσεων να έχει μια πολιτιστική διάσταση, όπως είναι π.χ. η προώθηση της αναπτύξεως και της διαπλάσεως μιας τοπικής νεανικής κουλτούρας σε ορισμένες πόλεις ή προάστια πόλεων μέσω της μεταδόσεως ραδιοφωνικών εκπομπών (62).
78. Η εφαρμοστέα διαδικασία ελέγχου καθώς και η πολιτική που ακολουθεί η Επιτροπή στο πλαίσιο της ασκήσεως της διακριτικής της ευχέρειας κατά τον έλεγχο των ενισχύσεων ενδέχεται να ποικίλλουν ανάλογα με την εξαίρεση που ισχύει στο πλαίσιο του άρθρου 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Έτσι, η Επιτροπή δεν μπορεί, π.χ., στο πλαίσιο του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, να μη λάβει υπόψη της τη γενική αποστολή για την προώθηση του πολιτισμού που έχει ανατεθεί στην Κοινότητα δυνάμει του άρθρου 128, παράγραφος 2, της Συνθήκης (νυν άρθρου 151, παράγραφος 2, ΕΚ), γεγονός το οποίο ενδέχεται να συνηγορεί υπέρ μιας μεγαλύτερης ελαστικότητας κατά την έγκριση κρατικών ενισχύσεων για την προώθηση του πολιτισμού.
79. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον η Επιτροπή θα έπρεπε να ορίσει επακριβώς αν στηρίζει την επίδικη απόφαση στο άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄ ή στοιχείο δ΄, της Συνθήκης ή σε συνδυασμό αυτών των δύο εξαιρέσεων. Το έγγραφο της Επιτροπής της 10ης Νοεμβρίου 1997 δεν συνάδει προς την ανωτέρω απαίτηση. Και από τον συσχετισμό με τις δύο προηγούμενες αποφάσεις της δεν συνάγεται συναφώς κάποιο συμπέρασμα, διότι και οι εν λόγω αποφάσεις δεν έκαναν σαφή αναφορά σε κάποια νομική βάση.
80. Συνεπώς, δεδομένου ότι αφήνει σε αβεβαιότητα τους ενδιαφερομένους και τα δικαστήρια σε σχέση με την ακριβή νομική βάση στην οποία στηρίζεται, η επίδικη απόφαση παραβιάζει την υποχρέωση αιτιολογήσεως που απορρέει από το άρθρο 190 της Συνθήκης. Για τον λόγο αυτόν, η επίδικη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί (63).
2. Έλλειψη ουσιαστικής νομιμότητας της επίδικης αποφάσεως
81. Οι δυο άλλοι λόγοι ακυρότητας που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο απαιτούν τον έλεγχο της ουσιαστικής νομιμότητας της επίδικης αποφάσεως.
82. Συναφώς, πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι το άρθρο 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης παρέχει στην Επιτροπή, κατά πάγια νομολογία, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά την έγκριση των ενισχύσεων (64). Ως εκ τούτου, ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας της ασκήσεως της ως άνω εξουσίας για τη λήψη αποφάσεων, να υποκαθιστά την Επιτροπή στην εκτίμησή της, αλλά πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση του αν η εκτίμηση της Επιτροπής ενέχει πρόδηλο σφάλμα ή κατάχρηση εξουσίας (65) (έλεγχος για πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως ή για κατάχρηση εξουσίας). Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να εξεταστούν πλέον οι δύο λόγοι ακυρώσεως.
α) Πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως σε σχέση με τη σημασία των δημοσιονομικών πόρων που τίθενται στη διάθεση του καθεστώτος ενισχύσεων
83. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ αρχάς από το Δικαστήριο να ερευνήσει το κύρος της επίδικης αποφάσεως σε σχέση με την παραδοχή της Επιτροπής ότι κατά το χρονικό διάστημα 1998-2002 δεν αυξήθηκαν οι δημοσιονομικοί πόροι υπέρ του καθεστώτος ενισχύσεων.
84. Κακώς η Επιτροπή επιχειρεί να υποβαθμίσει τη σημασία του ζητήματος αυτού όσον αφορά την έγκριση του καθεστώτος ενισχύσεων και τη νομιμότητά του. Πράγματι, η Επιτροπή προσέδωσε, κατά τον κρίσιμο χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ιδιαίτερη σημασία στην έκταση των δημοσιονομικών πόρων ώστε έκρινε αναγκαίο να προβεί σε ρητή μνεία του ζητήματος αυτού στο πλαίσιο της ανακοινώσεως της επίδικης αποφάσεως με το άκρως λακωνικό έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου 1997.
85. Εν αντιθέσει προς την άποψη που φαίνεται να υποστηρίζει η Επιτροπή, ούτε το ζήτημα αυτό εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου. Πράγματι, έστω και αν το Δικαστήριο αναγνωρίζει στην Επιτροπή ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά τον έλεγχο της συμβατότητας των ενισχύσεων με την κοινή αγορά, τα κοινοτικά δικαστήρια μπορούν να ελέγξουν μια απόφαση της Επιτροπής –όπως προελέχθη (66)– για τυχόν πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως ή κατάχρηση εξουσίας. Στο πλαίσιο αυτό, ο έλεγχος εκτείνεται στο αν συντρέχει περίπτωση προδήλου σφάλματος εκτιμήσεως, ιδίως σε σχέση με την ορθότητα και την πληρότητα των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων στηρίζεται μια απόφαση: ο κοινοτικός δικαστής υποχρεούται να εξετάζει όχι μόνον την ουσιαστική ακρίβεια των παρατιθέμενων αποδεικτικών στοιχείων, την αξιοπιστία και τη συνοχή τους, αλλά και το αν αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων δεδομένων που έπρεπε να ληφθούν υπόψη για να αξιολογηθεί μια περίπλοκη κατάσταση καθώς και το αν μπορούν να στηρίξουν τα συμπεράσματα που συνήχθησαν βάσει αυτών (67).
86. Συνεπώς, και η παραδοχή της Επιτροπής ότι δεν αυξήθηκαν οι δημοσιονομικοί πόροι για το καθεστώς ενισχύσεων κατά το χρονικό διάστημα 1998-2002 μπορεί να εξεταστεί σε σχέση με το αν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η ανωτέρω εκτίμησή της ήσαν ακριβή και πλήρη και το αν μπορούσαν να στηρίξουν τα συμπεράσματα που η Επιτροπή συνήγαγε εξ αυτών.
87. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως της Επιτροπής το 1997 δεν μπορούσε να καθοριστεί το ακριβές ύψος των πόρων οι οποίοι θα ετίθεντο στη διάθεση του Ταμείου στηρίξεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως για τα έτη 1998‑2002, δεδομένου ότι το ακριβές ύψος των κονδυλιών αυτών εξηρτάτο από το ύψος του ποσού των υπέρ τρίτων τελών επί των ραδιοτηλεοπτικών διαφημίσεων το οποίο θα εισεπράττετο μελλοντικώς. Συνεπώς, κατά την έκδοση της επίδικης αποφάσεως η Επιτροπή έπρεπε κατ’ ανάγκη να στηριχθεί σε κάποιες εκτιμήσεις.
88. Το αν η Επιτροπή υπέπεσε, στο πλαίσιο των εκτιμήσεων αυτών, σε πρόδηλο σφάλμα πρέπει να κριθεί βάσει των πραγματικών περιστατικών που είχαν περιέλθει σε γνώση της κατά την εποχή εκείνη, ήτοι κατά το 1997 (68). Το 1997, ούτε η Επιτροπή ούτε η Γαλλική Κυβέρνηση μπορούσαν να διαθέτουν τα αριθμητικά στοιχεία που επικαλέστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την πραγματική εκ των υστέρων εξέλιξη των δημοσιονομικών πόρων και, συνεπώς, τα στοιχεία αυτά δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη στον βαθμό που το αντικείμενο του ελέγχου έγκειται πλέον σήμερα στο αν η Επιτροπή υπέπεσε τότε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως (69).
89. Πάντως, μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που ήσαν γνωστά το 1997 ήταν και το γεγονός ότι με το διάταγμα 97-1263 (70) παρασχέθηκε τουλάχιστον η δυνατότητα για τα έτη 1998-2002 σημαντικής αυξήσεως του ύψους των τελών επί των τηλεοπτικών διαφημίσεων. Πράγματι, με το διάταγμα 97-1263 αυξήθηκαν κατά 46 % και πλέον τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια για τον καθορισμό των εκάστοτε κλιμάκων των επιβαλλόμενων τελών σε σχέση με αυτά που προέβλεπε το προϊσχύσαν διάταγμα 92-1053 (71). Το σημείο αυτό ορθώς επισημάνθηκε από τη Régie Networks κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία.
90. Βεβαίως, αυτή η απλή αύξηση των επιτρεπόμενων ανώτατων ορίων δεν συνεπαγόταν κατ’ ανάγκη μια εξίσου σημαντική αύξηση των πράγματι επιβαλλόμενων τελών· για τον καθορισμό τους απαιτείτο, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, του διατάγματος 97-1263, και η έκδοση υπουργικής αποφάσεως η οποία δεν έπρεπε να εξαντλεί κατ’ ανάγκη τα ανωτέρω επιτρεπόμενα όρια.
91. Επιπλέον, το ύψος των δημοσιονομικών πόρων, τα οποία έπρεπε να τεθούν στη διάθεση του Ταμείου στηρίξεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως για τα έτη 1998-2002, δεν εξηρτάτο μόνον από το ύψος των τελών, αλλά και από το εύρος της βάσεως υπολογισμού, ήτοι από τα πραγματικά έσοδα από διαφημίσεις των υποκειμένων στο τέλος. Τα έσοδα αυτά μπορούν να ποικίλλουν ανά τρίμηνο ή ανά έτος.
92. Ωστόσο, λαμβανόμενης υπόψη της σημαντικής αυξήσεως κατά 46 % και πλέον των επιτρεπόμενων ανώτατων ορίων του επιβαλλόμενου επί των τηλεοπτικών διαφημίσεων τέλους, δεν μπορούσε να αποκλειστεί, κατά τον χρόνο εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως, ότι δεν θα διετίθεντο εφεξής στο Ταμείο στηρίξεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως πολύ μεγαλύτερα κονδύλια από τον κρατικό προϋπολογισμό. Αντιθέτως, αυτή η αύξηση των επιτρεπόμενων ανώτατων ορίων του τέλους επί των τηλεοπτικών διαφημίσεων προδικάζει την αύξηση των διατιθέμενων από τον κρατικό προϋπολογισμό κονδυλίων, αφού μάλιστα η λεόντειος μερίδα των εσόδων από το τέλος προέρχονταν από τις τηλεοπτικές διαφημίσεις.
93. Ωστόσο, ούτε από την αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως ούτε από τα λοιπά στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνάγεται ότι η Επιτροπή εξέτασε την εν λόγω αύξηση των επιτρεπόμενων ανώτατων ορίων των τελών, ούτε, κατά μείζονα λόγο, για ποιο λόγο θεώρησε αυτό το στοιχείο αδιάφορο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή ουδόλως στήριξε την απόφασή της στο σύνολο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών τα οποία είχαν περιέλθει σε γνώση της κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς της.
94. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η επίδικη απόφαση πάσχει πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως και ότι, ως εκ τούτου, είναι παράνομη. Κατά συνέπεια, πρέπει να ακυρωθεί.
β) Πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως λόγω μη συνεκτιμήσεως του τρόπου χρηματοδοτήσεως του καθεστώτος των ενισχύσεων
95. Τέλος, ζητείται από το Δικαστήριο να εκτιμήσει αν η επίδικη απόφαση είναι ανίσχυρη εκ του λόγου ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της, κατά τον έλεγχο του καθεστώτος ενισχύσεων, τον –πιθανώς αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο– τρόπο χρηματοδοτήσεώς του. Με τα ανωτέρω, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στο γεγονός ότι το υπέρ τρίτων τέλος επί των ραδιοτηλεοπτικών διαφημίσεων, ως ίσχυσε κατά τα έτη 1998-2002, επιβαλλόταν και στις μεταδιδόμενες από την αλλοδαπή στη Γαλλία ραδιοτηλεοπτικές διαφημίσεις, ενώ, αντιθέτως, από τις ενισχύσεις του Ταμείου στηρίξεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως ωφελούνταν μόνον οι ραδιοφωνικοί σταθμοί που είχαν την έδρα τους στη Γαλλία.
– Εισαγωγική παρατήρηση
96. Όπως προελέχθη (72), το άρθρο 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης παρέχει στην Επιτροπή ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σε σχέση με την έγκριση των ενισχύσεων και, ως εκ τούτου, ο επί της ουσίας δικαστικός έλεγχος των αποφάσεών της περιορίζεται στα πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως και την κατάχρηση εξουσίας.
97. Πάντως, μεταξύ των ορίων που τίθενται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής, η οποία υπόκειται στον έλεγχο των κοινοτικών δικαστηρίων, είναι και το ότι οι αποφάσεις που εκδίδει η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των ενισχύσεων δεν πρέπει να έρχονται σε αντίθεση με τις επιμέρους διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ και τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, όπως είναι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (73). Ομοίως, η Επιτροπή δεν μπορεί να κρίνει ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κρατική ενίσχυση η οποία, λόγω ορισμένων λεπτομερειών χορηγήσεώς της, παραβιάζει τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, όπως είναι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (74).
98. Πέραν αυτού, μια κρατική ενίσχυση ή ένα καθεστώς ενισχύσεων δεν πρέπει να αλλοιώνει τους όρους συναλλαγών και ανταγωνισμού κατά τρόπο που να αντίκειται προς το κοινό συμφέρον (75). Από τα ανωτέρω συνάγεται, επίσης, ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να εγκρίνει κρατικές ενισχύσεις ή καθεστώτα ενισχύσεων των οποίων η εφαρμογή αντιβαίνει in concreto σε διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ ή σε γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Και τούτο διότι τυχόν παραβίαση του κοινοτικού δικαίου δεν μπορεί να είναι σύμφωνη προς το «κοινό συμφέρον».
99. Το ότι ένα καθεστώς ενισχύσεων αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, αντίκειται και «προς το κοινό συμφέρον ενδέχεται να προκύπτει μεταξύ άλλων και από το είδος της χρηματοδοτήσεώς του(76). Έτσι, κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή δεν μπορεί να διακρίνει μεταξύ της συγκεκριμένης ενισχύσεως και του τρόπου χρηματοδοτήσεώς της και να μην τη λαμβάνει υπόψη της όταν η σχέση της με τη συγκεκριμένη ενίσχυση έχει ως συνέπεια την ασυμβατότητα του συνόλου με την κοινή αγορά (77).
100. Κατά συνέπεια, πρέπει στη συνέχεια να εξεταστεί αν το 1997 η Επιτροπή είχε την υποχρέωση, προκειμένου να εγκρίνει το γαλλικό καθεστώς ενισχύσεων, να ελέγξει και το είδος της χρηματοδοτήσεώς του από τα επιβαλλόμενα υπέρ τρίτων τέλη επί των ραδιοτηλεοπτικών διαφημίσεων. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, η εν λόγω χρηματοδότηση θα αποτελούσε σημαντικό στοιχείο για την απόφαση περί εγκρίσεως της ενισχύσεως και, ως εκ τούτου, τυχόν παράλειψη συνεκτιμήσεώς του από την Επιτροπή θα αποτελούσε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως.
– Η υποχρέωση της Επιτροπής να συνεκτιμά τον τρόπο χρηματοδοτήσεως
101. Κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή, κατά την εκτίμηση ενός καθεστώτος ενισχύσεων, πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη χρηματοδότησή του μέσω της καταβολής τελών σε κάθε περίπτωση που τα τέλη αυτά ή μέρος των τελών αυτών αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του καθεστώτος ενισχύσεων. Τούτο συμβαίνει στην περίπτωση που μεταξύ του τέλους και της ενισχύσεως υφίσταται σχέση υποχρεωτικής χρησιμοποιήσεως, υπό την έννοια ότι το προϊόν των τελών χρησιμοποιείται υποχρεωτικά για τη χρηματοδότηση των ενισχύσεων (78).
102. Στρεφόμενη κατά της ανωτέρω νομολογίας, η Επιτροπή υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου ότι πρέπει να λαμβάνει υπόψη της σε κάθε περίπτωση τη χρηματοδότηση ενός καθεστώτος ενισχύσεων μέσω τελών μόνον εφόσον οι υποκείμενοι στο τέλος και οι δικαιούχοι των ενισχύσεων βρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού μεταξύ τους.
103. Η άποψη της Επιτροπής δεν με πείθει. Πράγματι, η διαπίστωση ως προς το αν υφίσταται μια τέτοια σχέση ανταγωνισμού προϋποθέτει συχνά την εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων με αβέβαια αποτελέσματα. Από την αβέβαιη έκβαση μιας τέτοιας εκτιμήσεως δεν πρέπει να εξαρτάται ούτε η αρμοδιότητα και η αποστολή που έχει ανατεθεί στην Επιτροπή ως αρμόδιας για τον έλεγχο των ενισχύσεων αρχής ούτε η έκταση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως και της υποχρεώσεως μη εφαρμογής (standstill) των σχεδιαζόμενων μέτρων που υπέχουν τα κράτη μέλη από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης (79).
104. Το αν οι υποκείμενοι στο τέλος και οι δικαιούχοι των ενισχύσεων είναι ανταγωνιστές δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη συνεκτίμηση του τρόπου χρηματοδοτήσεως κατά τον έλεγχο του καθεστώτος ενισχύσεων (80). Εν πάση περιπτώσει, ενδέχεται η ύπαρξη ή μη μιας τέτοιας σχέσεως ανταγωνισμού να έχει σημασία για το αποτέλεσμα του ελέγχου αυτού, ήτοι για το ζήτημα της συμβατότητας του καθεστώτος ενισχύσεων με την κοινή αγορά (81).
105. Ως εκ τούτου, στη συνέχεια θα εξετάσω μόνον το κριτήριο που έχει χρησιμοποιήσει η μέχρι τούδε νομολογία βάσει του οποίου καθοριστική σημασία έχει η ύπαρξη σχέσεως υποχρεωτικής χρησιμοποιήσεως μεταξύ του τέλους και των εξ αυτού χρηματοδοτούμενων ενισχύσεων.
106. Στην υπό κρίση υπόθεση, το σύνολο των διαθέσιμων στοιχείων συνηγορεί υπέρ της υπάρξεως μιας τέτοιας σχέσεως υποχρεωτικής χρησιμοποιήσεως.
107. Βάσει της διατυπώσεως των κρίσιμων γαλλικών διατάξεων, υφίσταται σαφής σχέση μεταξύ του υπέρ τρίτων τέλους που επιβάλλεται στις ραδιοτηλεοπτικές διαφημίσεις και της χρηματοδοτήσεως των ενισχύσεων για τη στήριξη της ραδιοφωνικής εκφράσεως. Έτσι, ρητώς ορίζεται ότι το τέλος σκοπεί «στη χρηματοδότηση» ενός Ταμείου στηρίξεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως (άρθρο 80, παράγραφος 2, του νόμου 86-1067 σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του διατάγματος 97-1263).
108. Ο συγκεκριμένος τρόπος λειτουργίας του καθεστώτος ενισχύσεων επίσης συνηγορεί υπέρ της υπάρξεως σχέσεως υποχρεωτικής χρησιμοποιήσεως μεταξύ τέλους και ενισχύσεων.
109. Πρώτον, το τέλος υπέρ τρίτων που επιβάλλεται επί των ραδιοτηλεοπτικών διαφημίσεων αποτελεί τη μόνη αξιόλογη πηγή χρηματοδοτήσεως του Ταμείου στηρίξεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως (82). Συνεπώς, κάθε ενίσχυση, η οποία χορηγείται από το Ταμείο στηρίξεως, χρηματοδοτείται κατ’ ανάγκη από το τέλος αυτό.
110. Δεύτερον, σκοπός του τέλους αυτού δεν είναι άλλος πέραν της χρηματοδοτήσεως των ενισχύσεων από το Ταμείο στηρίξεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως στο οποίο εισρέει το σύνολο του ακαθάριστου προϊόντος του τέλους αυτού (άρθρο 3 του διατάγματος 97-1263). Ως εκ τούτου, η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει σημαντικά από τις υποθέσεις Pape και Casino France κ.λπ., στις οποίες το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει τη νομιμότητα ορισμένων τελών υπέρ τρίτων τα οποία χρησιμοποιούνταν για πλειάδα σκοπών και, ως εκ τούτου, δεν χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση των επίμαχων καθεστώτων ενισχύσεων (83).
111. Τρίτον, και το ύψος των ενισχύσεων που χορηγούνται από το Ταμείο στηρίξεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως εξαρτάται απολύτως από το προϊόν του τέλους (84).
112. Αφενός, και τα τρία είδη ενισχύσεων χορηγούνται μόνο στο πλαίσιο των διαθέσιμων πόρων (άρθρο 7 του διατάγματος 97-1263). Συνεπώς, όσο μικρότερο είναι το προϊόν του τέλους τόσο λιγότερα είναι τα κονδύλια από τον κρατικό προϋπολογισμό που τίθενται στη διάθεση του Ταμείου στηρίξεως για τη χορήγηση των εκάστοτε ενισχύσεων· τούτο μπορεί να έχει ως συνέπεια, π.χ. στην περίπτωση των ενισχύσεων εγκαταστάσεως και των ενισχύσεων εξοπλισμού, να διανέμεται σε κάθε δικαιούχο ενισχύσεως ποσό μικρότερο από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο. Και στην περίπτωση της καταρτίσεως των ετήσιων πινάκων για τις ενισχύσεις λειτουργίας, λαμβάνεται υπόψη, όπως προέκυψε από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το αναμενόμενο προϊόν του τέλους.
113. Αφετέρου, το ύψος της πρακτικά ιδιαίτερα σημαντικής ενισχύσεως λειτουργίας –εν αντιθέσει προς τις ενισχύσεις εγκαταστάσεως και εξοπλισμού– δεν υπόκειται σε περιορισμούς. Το βασικό ύψος της μπορεί να αυξηθεί μέχρι και 60 %, η δε αύξηση αυτή, όπως είναι φυσικό, ενδέχεται να είναι ακόμη μεγαλύτερη στην περίπτωση αυξήσεως των πόρων από τον κρατικό προϋπολογισμό που εισρέουν στο Ταμείο στηρίξεως, ήτοι όσο μεγαλύτερο είναι το προϊόν του τέλους υπέρ τρίτων σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
114. Τέταρτον, το γεγονός ότι οι ενισχύσεις διανέμονται από μια επιτροπή, καθώς και το γεγονός ότι ενδέχεται η επιτροπή αυτή να διαθέτει συγκεκριμένη εξουσία εκτιμήσεως, δεν αποτελεί επιχείρημα κατά της υπάρξεως σχέσεως υποχρεωτικής χρησιμοποιήσεως μεταξύ τέλους και ενισχύσεων. Και τούτο διότι μια τέτοια διακριτική ευχέρεια ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι το συνολικό προϊόν του τέλους υπέρ τρίτων εισρέει στο Ταμείο στηρίξεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας εν προκειμένω δεν μπορεί να έχει σε καμία περίπτωση ως συνέπεια τη χρησιμοποίηση ενός μέρους του τέλους υπέρ τρίτων για άλλους σκοπούς πλην των τριών ειδών ενισχύσεων που καταβάλλονται προς στήριξη της ραδιοφωνικής εκφράσεως. Ως προς το σημείο αυτό, η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει σημαντικά από τις υποθέσεις Pape και Casino France, στις οποίες οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούσαν να ορίσουν κατά το δοκούν αν και σε ποια έκταση το προϊόν ενός τέλους υπέρ τρίτων μπορούσε να συνυπολογιστεί για τη χρηματοδότηση του καθεστώτος ενισχύσεων ή, άλλως, να εξυπηρετήσει τελείως διαφορετικούς σκοπούς (85).
115. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχουν επαρκή στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη σχέσεως υποχρεωτικής χρησιμοποιήσεως από την οποία συνάγεται ότι το τέλος υπέρ τρίτων που επιβάλλεται επί των ραδιοτηλεοπτικών διαφημίσεων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του γαλλικού καθεστώτος ενισχύσεων για τη στήριξη της ραδιοφωνικής εκφράσεως.
– Πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως της Επιτροπής
116. Ενόψει της σχέσεως υποχρεωτικής χρησιμοποιήσεως που υφίσταται μεταξύ του τέλους υπέρ τρίτων που επιβάλλεται επί των ραδιοτηλεοπτικών διαφημίσεων και των ενισχύσεων που χρηματοδοτούνται από το τέλος αυτό, η Επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη της το 1997 και το είδος της χρηματοδοτήσεως των ενισχύσεων προκείμενου να εγκρίνει το καθεστώς ενισχύσεων για τη χρονική περίοδο 1998-2002. Η Επιτροπή θα έπρεπε να εξετάσει αν αυτό το είδος της χρηματοδοτήσεως καθιστά το καθεστώς ενισχύσεων ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά.
117. Ένας τέτοιος έλεγχος θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί ιδίως βάσει των διατάξεων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών που αποτελεί μια θεμελιώδη ελευθερία της Κοινότητας (86) (άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης ΕΚ, νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 49 ΕΚ και 50 ΕΚ) (87). Επιχειρήσεις εκμεταλλευόμενες τηλεοπτικούς ή ραδιοφωνικούς σταθμούς οι οποίες μεταδίδουν ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές –περιλαμβανομένων των διαφημιστικών μηνυμάτων– σε άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας επικαλούνται τις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών (88).
118. Στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού, η Επιτροπή θα έπρεπε να εξετάσει πρωτίστως κατά πόσον το τέλος υπέρ τρίτων, ως ίσχυσε κατά το χρονικό διάστημα 1998-2002, δεν περιοριζόταν στις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές που μεταδίδονταν από τη Γαλλία, αλλά επιβαλλόταν σε κάθε ραδιοτηλεοπτική εκπομπή η οποία μεταδιδόταν προς το γαλλικό έδαφος, ήτοι κατά πόσον περιελάμβανε και τις ραδιοτηλεοπτικές διαφημίσεις οι οποίες μεταδίδονταν στη Γαλλία από την αλλοδαπή (άρθρο 2, παράγραφος 1, του διατάγματος 97-1263). Συνεπώς, στη χρηματοδότηση του καθεστώτος ενισχύσεων συνέβαλαν αλλοδαπές επιχειρήσεις.
119. Κατ’ ιδίαν εξεταζόμενη αυτή η παράμετρος ενός τέλους υπέρ τρίτων ενδέχεται μεν να μην αντιβαίνει στις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών. Έτσι, αυτό καθαυτό ο τρόπος επιβολής του δεν εισάγει δυσμενείς διακρίσεις, διότι επιβάλλεται άνευ διακρίσεων στις ραδιοτηλεοπτικές διαφημίσεις οι οποίες μεταδίδονται από ημεδαπές επιχειρήσεις στη Γαλλία όσο και από αλλοδαπές επιχειρήσεις προς τη Γαλλία· επίσης, το ύψος του τέλους δεν πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να έχει ως συνέπεια τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών (89).
120. Εντούτοις, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι –όπως προελέχθη– υφίσταται σχέση υποχρεωτικής χρησιμοποιήσεως μεταξύ του τέλους υπέρ τρίτων και των ενισχύσεων που χρηματοδοτούνται από το προϊόν του τέλους αυτού. Αν συσχετιστούν αυτά τα δύο αναπόσπαστα μέρη του καθεστώτος ενισχύσεων, προκύπτει η ακόλουθη διαπίστωση: μολονότι ημεδαποί και αλλοδαποί ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί (ήτοι οι οργανισμοί που εκμεταλλεύονται τον διαφημιστικό χρόνο τους) υποχρεούνται εξίσου στην καταβολή του τέλους, μόνον οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί που εδρεύουν στη Γαλλία μπορούν να λάβουν ενισχύσεις από το Ταμείο στηρίξεως, διότι η καταβολή των ενισχύσεων εξαρτάται από το αν ο ραδιοτηλεοπτικός σταθμός έχει άδεια λειτουργίας εκδοθείσα από τις ημεδαπές διοικητικές αρχές.
121. Μία τέτοια ρύθμιση, βάσει της οποίας ένα τέλος υπέρ τρίτων επιβάλλεται και σε υπηρεσίες που παρέχουν αλλοδαπές επιχειρήσεις, μολονότι το τέλος αυτό ωφελεί μόνον τις ημεδαπές επιχειρήσεις, μπορεί να αντιβαίνει στους κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών. Πράγματι, μια τέτοια ρύθμιση ενδέχεται να λειτουργεί προστατευτικά, διότι οποιαδήποτε αύξηση του κύκλου εργασιών αλλοδαπών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών από διαφημίσεις που μεταδίδονται στη Γαλλία αυξάνει ταυτόχρονα τους πόρους που διατίθενται από τον κρατικό προϋπολογισμό στο Ταμείο στηρίξεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως και, ως εκ τούτου, παρέχει τη δυνατότητα χορηγήσεως μεγαλύτερων ενισχύσεων στους ημεδαπούς ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς (90). Με απλά λόγια: όσο μεγαλύτερη είναι η επιτυχία που σημειώνουν οι υπηρεσίες αλλοδαπών επιχειρήσεων στην ημεδαπή αγορά, τόσο μεγαλύτερη είναι η ενίσχυση που λαμβάνουν ορισμένες ημεδαπές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αγορά αυτή (91).
122. Βεβαίως, τόσο η παραδοχή ότι συντρέχει περίπτωση δυσμενούς διακρίσεως όσο και η παραδοχή ότι υπάρχουν προστατευτικές συνέπειες προϋποθέτει τη δυνατότητα συγκρίσεως των οικείων υπηρεσιών. Με άλλα λόγια, θα πρέπει οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί, των οποίων οι διαφημίσεις που μεταδίδονται στη Γαλλία υπόκεινται στο τέλος, και οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί, οι οποίοι μπορούν να ζητήσουν την καταβολή ενισχύσεων από το Ταμείο στηρίξεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως, να τελούν σε σχέση ανταγωνισμού μεταξύ τους (92). Στην περίπτωση που ένας ραδιοτηλεοπτικός σταθμός έχει αναθέσει την εμπορική εκμετάλλευση του διαφημιστικού χρόνου του σε άλλη επιχείρηση η οποία ανήκει στον ίδιον όμιλο επιχειρήσεων, όπως τούτο συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση εντός του ομίλου NRJ, τότε ενδέχεται να απαιτείται να θεωρηθεί ο ανωτέρω όμιλος επιχειρήσεων ως σύνολο και, στη συνέχεια, να διερευνηθεί ο μεταξύ του ομίλου αυτού και άλλων ραδιοτηλεοπτικών σταθμών ή ομίλων επιχειρήσεων ανταγωνισμός για την αύξηση των ποσοστών τηλεθεάσεως και των εσόδων από διαφημίσεις.
123. Η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβήτησε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου την ύπαρξη μιας τέτοιας σχέσεως ανταγωνισμού. Βάσει των στοιχείων που προσκόμισε, η λεόντειος μερίδα του προϊόντος του τέλους υπέρ τρίτων προέρχεται από τις τηλεοπτικές διαφημίσεις, ενώ οι ενισχύσεις από το Ταμείο στηρίξεως δεν καταβάλλονται σε τηλεοπτικούς σταθμούς, αλλά σε μικρούς ραδιοφωνικούς σταθμούς τοπικής εμβέλειας για την ευόδωση πρωτίστως κοινωνικών σκοπών, ήτοι στους λεγόμενους radios associatives («ραδιοφωνικούς σταθμούς των πολιτών»). Βεβαίως, και η Γαλλική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι εν πάση περιπτώσει ένα μέρος του τέλους υπέρ τρίτων προέρχεται από ραδιοφωνικές διαφημίσεις, πλην όμως φρονεί ότι το τέλος αφορά πρωτίστως εμπορικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς οι οποίοι διαφέρουν κατά πολύ από τους δικαιούμενους ενισχύσεις radios associatives προκειμένου να θεωρηθεί ότι τελούν σε πραγματική σχέση ανταγωνισμού μεταξύ τους.
124. Εν αντιθέσει προς τη Γαλλική Κυβέρνηση, η Régie Networks υποστήριξε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία ότι υφίσταται μια τέτοια σχέση ανταγωνισμού μεταξύ των υποκειμένων στο τέλος και των δικαιούχων των ενισχύσεων. Έστω και στην περίπτωση που ένας ραδιοφωνικός σταθμός που είναι δικαιούχος ενισχύσεων δεν μεταδίδει, ή μεταδίδει σε πολύ μικρό βαθμό, διαφημίσεις, προσελκύει με τα προγράμματά του ένα μέρος των ακροατών, πράγμα το οποίο ενδέχεται να έχει ως συνέπεια τη μείωση των ποσοστών ακροαματικότητας των εμπορικών ραδιοφωνικών σταθμών και, ως εκ τούτου, σε τελευταία ανάλυση τη μείωση των πιθανών διαφημιστικών εσόδων στην τοπική αγορά της ραδιοφωνικής διαφημίσεως.
125. Εν κατακλείδι, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να διατυπώσει μια τελική εκτίμηση στα ανοικτά ακόμη ζητήματα που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών και τον ανταγωνισμό μεταξύ των διάφορων ραδιοφωνικών σταθμών στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως. Αντιθέτως, η Επιτροπή είναι αποκλειστικά αρμόδια να εκτιμήσει τη συμβατότητα των ενισχύσεων ή του καθεστώτος ενισχύσεων με την κοινή αγορά, ωστόσο η εκτίμησή της αυτή υπόκειται στον έλεγχο του κοινοτικού δικαστή (93).
126. Για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, αρκεί η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν ασχολήθηκε, κατά την έγκριση του γαλλικού καθεστώτος ενισχύσεων για το χρονικό διάστημα 1998-2002, με το είδος της χρηματοδοτήσεως των ενισχύσεων αυτών και, ως εκ τούτου, δεν εξέτασε μεταξύ άλλων ποιες συνέπειες συνεπαγόταν αυτό το είδος της χρηματοδοτήσεως για τη συμβατότητα με την κοινή αγορά. Δεδομένου ότι με τον τρόπο αυτόν η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει ένα σημαντικό ζήτημα για την εκτίμηση του καθεστώτος ενισχύσεων, η επίδικη απόφασή της πάσχει πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως. Γι’ αυτόν και μόνον τον λόγο, η απόφαση αυτή πρέπει να ακυρωθεί.
3. Το μέχρι τούδε συναγόμενο συμπέρασμα
127. Κατά συνέπεια, όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, η επίδικη απόφαση είναι παράνομη για πλείονες λόγους καθένας των οποίων χωριστά δικαιολογεί την ακύρωσή της.
Γ – Επί του περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της ακυρώσεως
128. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο ακυρώσει –όπως προτείνω–την επίδικη απόφαση, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ζητούν τον περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως. Επικαλούνται τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθώς και, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι πρόκειται για καθεστώς ενισχύσεων το οποίο κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή, εγκρίθηκε από αυτήν και εφαρμόστηκε σε πλείονες περιπτώσεις επί πολλά έτη.
1. Εισαγωγική παρατήρηση
129. Η Συνθήκη δεν διευκρινίζει ρητά τις συνέπειες που παράγει η απόφαση περί ακυρώσεως μιας πράξεως την οποία εκδίδει το Δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας της προδικαστικής παραπομπής. Ωστόσο, δεδομένου ότι η διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και η άσκηση προσφυγής ακυρώσεως αποτελούν δύο συμπληρωματικούς τρόπους ελέγχου της νομιμότητας που προβλέπει η Συνθήκη σε σχέση με πράξεις των κοινοτικών οργάνων (94), έχει κριθεί κατά πάγια νομολογία ότι έχει την εξουσία να προσδιορίζει τα αποτελέσματα που παράγει η ακύρωση μιας πράξεως κατ’ αναλογική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 231 ΕΚ και 233 ΕΚ που εφαρμόζονται επί των ακυρωτικών αποφάσεών του (95).
130. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι προδικαστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου, οι οποίες αναγνωρίζουν το ανίσχυρο μιας πράξεως κοινοτικού οργάνου, έχουν κατ’ αρχήν αναδρομικό αποτέλεσμα, όπως και οι ακυρωτικές αποφάσεις (96). Επιπλέον, η διαπίστωση ότι μια πράξη είναι ανίσχυρη αποτελεί για κάθε εθνικό δικαστήριο επαρκή λόγο να την θεωρήσει επίσης ανίσχυρη κατά την εκτίμηση των μέτρων που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογήν της (97).
131. Πάντως, το Δικαστήριο μπορεί, στηριζόμενο στον επιδιωκόμενο με το άρθρο 231, παράγραφος 2, ΕΚ νομικό σκοπό (98), να διατάξει την εξακολούθηση συγκεκριμένων αποτελεσμάτων της επίδικης νομικής πράξεως, εφόσον κρίνει τούτο αναγκαίο, διαθέτει δε προς τούτο τη σχετική εξουσία εκτιμήσεως (99). Το Δικαστήριο έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής κατά το παρελθόν ιδίως οσάκις επιτακτικοί λόγοι ασφάλειας δικαίου αφορώντες το σύνολο των συμφερόντων που διακυβεύονταν επέβαλαν να μην τεθεί υπό αμφισβήτηση η είσπραξη ή η καταβολή χρηματικών ποσών που πραγματοποιήθηκαν προ της εκδόσεως της αποφάσεώς του (100). Οι αρχές αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν και στην υπό κρίση υπόθεση.
2. Περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων της επίδικης αποφάσεως
132. Πάντως, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι η Επιτροπή –έστω και υπό τον έλεγχο του κοινοτικού δικαστή– είναι αποκλειστικά αρμόδια να εκτιμήσει τη συμβατότητα μιας κρατικής ενισχύσεως ή ενός καθεστώτος ενισχύσεων με την κοινή αγορά (101). Επομένως, στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφανθεί στην υπό κρίση υπόθεση ότι η επίδικη απόφαση είναι ανίσχυρη, τότε πρέπει η Επιτροπή, κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 233, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, να εκτιμήσει εκ νέου αν το γαλλικό καθεστώς ενισχύσεων συμβιβάζεται με την κοινή αγορά (102). Το Δικαστήριο ουδόλως μπορεί με την απόφασή του να προδικάσει ποια θα είναι η νέα απόφαση της Επιτροπής επί της ουσίας· άλλως, θα υπονόμευε τον ρόλο της ως αρχής ελέγχου των ενισχύσεων και θα καταργούσε την εξουσία της λήψεως αποφάσεων (103) την οποία έχει βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης (άρθρου 87, παράγραφος 3, ΕΚ) σε σχέση με την έγκριση των ενισχύσεων (104).
133. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο μπορεί να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της επίδικης αποφάσεως, αλλά μόνο για μια μεταβατική περίοδο, και δη μέχρις ότου η Επιτροπή αποφανθεί εκ νέου επί της συμβατότητας του γαλλικού καθεστώτος των ενισχύσεων με την κοινή αγορά και μέχρις ότου η απόφαση αυτή καταστεί απρόσβλητη, ήτοι μέχρις ότου δεν θα είναι πλέον δυνατή η προσβολή της με προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 230 ΕΚ.
3. Προσωρινή διατήρηση των αποτελεσμάτων της επίδικης αποφάσεως
134. Εντούτοις, κατά την ανωτέρω μεταβατική περίοδο μέχρις ότου καταστεί απρόσβλητη η νέα απόφαση της Επιτροπής, υπάρχουν πράγματι επιτακτικοί λόγοι ασφάλειας δικαίου, ήτοι η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, προκειμένου να διαταχθεί η διατήρηση των αποτελεσμάτων της επίδικης αποφάσεως.
135. Πράγματι, η υπό κρίση υπόθεση αφορά ένα νομοτύπως κοινοποιηθέν καθεστώς ενισχύσεων το οποίο ενέκρινε η Επιτροπή. Οι γαλλικές αρχές, έχοντας δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στην έγκριση αυτή, θεώρησαν ότι το τέλος υπέρ τρίτων επί των ραδιοτηλεοπτικών διαφημίσεων που εισέπραξαν κατά τα έτη 1998-2002 καθώς και οι χορηγηθείσες κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ενισχύσεις από το Ταμείο στηρίξεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως ήσαν νόμιμες· ομοίως, οι δικαιούχοι των ενισχύσεων αυτών θεωρούσαν ότι ήταν νόμιμα τα πλεονεκτήματα που αποκτούσαν.
136. Βεβαίως, αυτή η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη δεν είναι σε κάθε περίπτωση κατ’ ανάγκη άξια προστασίας. Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε π.χ. ότι η απόφαση της Επιτροπής να μην προβάλει αντιρρήσεις κατά ενός καθεστώτος κρατικών ενισχύσεων δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των δικαιούχων των ενισχύσεων στην περίπτωση της εμπρόθεσμης προσβολής της αποφάσεως της Επιτροπής ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων (105).
137. Εντούτοις, κατά της επίδικης εν προκειμένω αποφάσεως δεν είχε ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ. Ως εκ τούτου, η επίδικη απόφαση κατέστη απρόσβλητη έναντι των προσώπων που θα μπορούσαν να την προσβάλουν και, κατά συνέπεια, πρέπει να προστατευθεί η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που επέδειξαν στον απρόσβλητο χαρακτήρα της.
138. Οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούσαν να προβλέψουν ότι η επίδικη απόφαση θα κρινόταν ανίσχυρη από το Δικαστήριο με προδικαστική απόφασή του, αφού μάλιστα η σχετική διαδικασία μπορεί να κινηθεί από πλειάδα εθνικών δικαστηρίων και δεν υπόκειται σε προθεσμία της οποίας την παρέλευση θα μπορούσαν και θα ήσαν υποχρεωμένοι να αναμένουν οι δικαιούχοι των ενισχύσεων.
139. Πρέπει να ληφθεί υπόψη, επίσης, ότι σε πολλές περιπτώσεις, λόγω της εγκρίσεως του καθεστώτος των ενισχύσεων, εισπράττονταν τέλη και χορηγούνταν ενισχύσεις επί πολλά έτη. Περαιτέρω, όπως πιθανολόγησε η Γαλλική Κυβέρνηση, οι ενισχύσεις από το Ταμείο στηρίξεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως αποτελούν για μεγάλο αριθμό μικρών ραδιοφωνικών σταθμών τοπικής εμβέλειας σημαντικό μέρος των εσόδων τους. Τυχόν αναζήτηση των ενισχύσεων θα έθετε σε κίνδυνο την ύπαρξη αυτών των ραδιοφωνικών σταθμών και, ως εκ τούτου, σε τελευταία ανάλυση, την πολυφωνία στα γαλλικά μέσα μαζικής ενημερώσεως τοπικής εμβέλειας (106).
140. Βάσει των ανωτέρω, φρονώ ότι δεν θα ήταν ενδεδειγμένο να εκτεθούν πρόωρα οι δικαιούχοι των ενισχύσεων σε τυχόν απαιτήσεις επιστροφής των ποσών που έλαβαν ή σε τυχόν απαιτήσεις από τόκους. Ωστόσο, αυτό ακριβώς θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει στην υπό κρίση υπόθεση το ανίσχυρο της επίδικης αποφάσεως χωρίς ταυτόχρονα να διατάξει την προσωρινή διατήρηση των αποτελεσμάτων της. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, όλες οι εθνικές αρχές θα υποχρεωθούν να συναγάγουν τις αναγκαίες συνέπειες από το ανίσχυρο της επίδικης αποφάσεως (107). Τούτο δεν ισχύει εσχάτως λόγω της αποφάσεως που εξέδωσε πρόσφατα το Δικαστήριο επί της υποθέσεως CELF, βάσει της οποίας η χορήγηση μιας ενισχύσεως πρέπει να θεωρείται αναδρομικά παράνομη στην περίπτωση που η χορήγησή της ακυρώθηκε κατόπιν ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως (108).
141. Βεβαίως, έχω επιφυλάξεις ως προς το αν η επιλεγείσα λύση στην απόφαση CELF μπορεί να μεταφερθεί αυτούσια στην υπό κρίση υπόθεση. Μεταξύ άλλων πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι ενισχύσεις που αποτελούσαν το αντικείμενο της υποθέσεως CELF δεν είχαν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, ενώ αντιθέτως το καθεστώς ενισχύσεων που εφαρμόστηκε στην υπό κρίση υπόθεση αποτέλεσε το αντικείμενο κοινοποιήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ, και πρωτοάρχισε να ισχύει μετά την έγκρισή του.
142. Εντούτοις, δεν μπορεί επί του παρόντος να αποκλειστεί ότι οι εθνικές διοικητικές αρχές δεν θα εφαρμόσουν στην υπό κρίση υπόθεση τη νομολογία CELF. Ειδικότερα, ενδέχεται τα εθνικά δικαστήρια, στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας τους, να διατάξουν, ακόμη και πριν από την έκδοση νέας αποφάσεως από την Επιτροπή, κατόπιν ασκήσεως αγωγών από ανταγωνιστές, την έντοκη επιστροφή των χορηγηθεισών ενισχύσεων ή την καταβολή αποζημιώσεων(109)· επίσης, τα εθνικά δικαστήρια θα μπορούσαν να διατάξουν την επιστροφή των καταβληθέντων τελών επί των ραδιοτηλεοπτικών διαφημίσεων και να θέσουν έτσι σε κίνδυνο την οικονομική ισορροπία του Ταμείου ενισχύσεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως. Είναι απολύτως βέβαιον ότι όλα τα ανωτέρω μπορούν να αποφευχθούν μόνον αν διαταχθεί η προσωρινή διατήρηση των αποτελεσμάτων της επίδικης αποφάσεως.
143. Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να διατηρήσει τα αποτελέσματα της επίδικης αποφάσεως μέχρις ότου η Επιτροπή εκδώσει νέα απόφαση σχετική με τη συμβατότητα του γαλλικού καθεστώτος ενισχύσεων με την κοινή αγορά και μέχρις ότου η νέα αυτή απόφαση καταστεί απρόσβλητη, ήτοι δεν είναι δυνατή πλέον η προσβολή της με προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ.
4. Τα αποτελέσματα που απορρέουν από την προσωρινή διατήρηση της ισχύος της επίδικης αποφάσεως
144. Στην περίπτωση που διατηρηθούν τα αποτελέσματα της επίδικης αποφάσεως, όπως προτείνω, τότε αυτό θα έχει τις ακόλουθες συνέπειες για τους δικαιούχους των ενισχύσεων και τους υποκειμένους στο τέλος.
α) Η νομική κατάσταση κατά τη μεταβατική περίοδο
145. Κατά τη μεταβατική περίοδο μέχρις εκδόσεως νέας απρόσβλητης αποφάσεως από την Επιτροπή σχετικά με τη συμβατότητα του γαλλικού καθεστώτος ενισχύσεων προς την κοινή αγορά, οι δικαιούχοι δεν πρέπει να επιστρέψουν τις ενισχύσεις που έλαβαν κατά τα έτη 1998-2002 και οι γαλλικές φορολογικές αρχές δεν μπορούν να υποχρεωθούν να επιστρέψουν στους υποκειμένους στο τέλος, όπως είναι η Régie Networks, το τέλος υπέρ τρίτων που εισέπραξαν κατά τα έτη 1998-2002 (110). Και τούτο διότι το καθεστώς ενισχύσεων που ενέκρινε με την επίδικη απόφαση η Επιτροπή εξακολουθεί προσωρινά να ισχύει.
146. Πάντως, δεν πρέπει λόγω της προσωρινής διατηρήσεως των αποτελεσμάτων της επίδικης αποφάσεως να τεθεί σε κίνδυνο η αποτελεσματική παροχή ένδικης προστασίας στους υποκειμένους στο τέλος οι οποίοι –όπως εν προκειμένω η Régie Networks– προέβησαν στην άσκηση ένδικων βοηθημάτων στηριζόμενοι στην εκάστοτε ισχύουσα εθνική νομοθεσία προκειμένου να αναζητήσουν τα τέλη που κατέβαλαν (111).
147. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διασφαλίσει την εν λόγω παροχή αποτελεσματικής ένδικης προστασίας μέσω των δυνατοτήτων που προσφέρει η εθνική νομοθεσία (112). Έτσι, θα μπορούσε το εθνικό δικαστήριο να διατάξει π.χ. την προσωρινή επιστροφή των καταβληθέντων τελών μέχρις εκδόσεως νέας αποφάσεως από την Επιτροπή ή να διατάξει την επιστροφή υπό την αναβλητική αίρεση της κηρύξεως της ασυμβατότητας του γαλλικού καθεστώτος ενισχύσεων προς την κοινή αγορά με απρόσβλητη απόφαση της Επιτροπής. Είναι δυνατόν, επίσης, ο εθνικό δικαστήριο να αναστείλει την κύρια δίκη μέχρις ότου εκδοθεί νέα απόφαση της Επιτροπής σχετική με το ζήτημα της συμβατότητας του καθεστώτος ενισχύσεων με την κοινή αγορά και μέχρις ότου η απόφαση αυτή καταστεί απρόσβλητη.
β) Η νομική κατάσταση στην περίπτωση νέας θετικής αποφάσεως
148. Στην περίπτωση που η Επιτροπή καταλήξει με απρόσβλητη απόφασή της και πάλι ότι το γαλλικό καθεστώς ενισχύσεων είναι συμβατό με την κοινή αγορά, τότε αποκλείεται οριστικά η αναζήτηση των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά τα έτη 1998-2002 και η επιστροφή των τελών που εισπράχθησαν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.
149. Για λόγους πληρότητας, προσθέτω ότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να απαιτηθεί από τους δικαιούχους των ενισχύσεων η καταβολή τόκων για το πλεονέκτημα που απέκτησαν ούτε μπορούν τρίτοι να ζητήσουν αποζημίωση για το πλεονέκτημα αυτό.
150. Βεβαίως, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση CELF (113) ότι η τελική απόφαση της Επιτροπής δεν έχει ως συνέπεια τη νομιμοποίηση των εκτελεστικών μέτρων που ελήφθησαν κατά παράβαση της απαγορεύσεως εφαρμογής τους. Εντούτοις, η παραδοχή αυτή αφορά περιπτώσεις στις οποίες –όπως στην υπόθεση CELF– οι κρατικές ενισχύσεις δεν είχαν νομοτύπως κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και, εν πάση περιπτώσει, εφαρμόστηκαν πριν από την έγκριση της Επιτροπής. Η ανωτέρω παραδοχή εκφράζει τη μέριμνα να μην ενθαρρύνονται τα κράτη μέλη να παραμελούν την υποχρέωση κοινοποιήσεως και μη εφαρμογής (standstill) των σχεδιαζόμενων μέτρων πριν την τελική απόφαση της Επιτροπής βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης (νυν άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ) και να διασφαλίζεται η πρακτική αποτελεσματικότητα αυτών των δύο ακρογωνιαίων λίθων του συστήματος του προληπτικού ελέγχου των ενισχύσεων (114).
151. Συνεπώς, η νομολογία CELF δεν μπορεί να μεταφερθεί σε υποθέσεις, όπως είναι η υπό κρίση, στις οποίες ένα καθεστώς ενισχύσεων κοινοποιήθηκε νομοτύπως στην Επιτροπή και άρχισε να εφαρμόζεται μετά την έγκρισή του. Και τούτο διότι σε περιπτώσεις όπως είναι η υπό κρίση το ζητούμενο δεν είναι η αποτροπή παραβάσεων της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως καθώς και της υποχρεώσεως μη εφαρμογής (standstill) των σχεδιαζομένων μέτρων πριν την τελική απόφαση της Επιτροπής ούτε φυσικά η επιβολή κυρώσεων για πράγματι διαπραχθείσες παραβάσεις. Αντιθέτως, πρέπει να διασφαλίζεται ότι η ασφάλεια δικαίου και η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης λαμβάνονται δεόντως υπόψη. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, η εκ νέου εκτίμηση σχετικά με τη συμβατότητα του καθεστώτος ενισχύσεων προς την κοινή αγορά πρέπει να ανατρέχει στην ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η εκτέλεση του καθεστώτος ενισχύσεων.
γ) Η νομική κατάσταση σε περίπτωση αρνητικής αποφάσεως
152. Εντούτοις, αν η Επιτροπή, κατόπιν νέου ελέγχου του καθεστώτος ενισχύσεων, καταλήξει ότι τούτο δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, τότε θα πρέπει να θεωρηθεί οριστικά ότι είναι παράνομες οι χορηγηθείσες κατά τα έτη 1998-2002 ενισχύσεις καθώς και ότι ήταν παράνομη η επιβολή τελών κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.
153. Στην περίπτωση μιας τέτοιας αρνητικής αποφάσεως, θα πρέπει η Επιτροπή να σταθμίσει, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αν δικαιολογείται να υποχρεωθεί η Γαλλική Δημοκρατία να αναζητήσει τις καταβληθείσες ενισχύσεις (115)· μια τέτοια απόφαση της Επιτροπής υπόκειται επίσης στον έλεγχο του κοινοτικού δικαστή.
154. Και το τέλος υπέρ τρίτων, ως αναπόσπαστο μέρος του γαλλικού καθεστώτος ενισχύσεων, θα πληττόταν επίσης από την αρνητική απόφαση της Επιτροπής και, ως εκ τούτου,θα ήταν επίσης ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά. Ως εκ τούτου, τα τέλη που εισπράχθηκαν κατά το χρονικό διάσημα 1998-2002 θα ήσαν αχρεωστήτως καταβληθέντα και θα έπρεπε να επιστραφούν. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, οι πολίτες έχουν το δικαίωμα επιστροφής των φορολογικών επιβαρύνσεων που εισπράχθηκαν κατά παράβαση των κανόνων του κοινοτικού δικαίου (116). Συναφώς, είναι αυτονόητο ότι οι προϋποθέσεις της επιστροφής δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από αυτές αντίστοιχων αξιώσεων που στηρίζονται στο εθνικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε η επιστροφή πρέπει να καθίσταται πρακτικά αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερής (αρχή της αποτελεσματικότητας) (117).
155. Επομένως, στην περίπτωση που η Επιτροπή λάβει αρνητική απόφαση, θα μπορούσε ομολογουμένως να προκύψει μια κατάσταση στην οποία θα έπρεπε να επιστραφούν στους υποκειμένους στο τέλος τα τέλη υπέρ τρίτων επί των ραδιοτηλεοπτικών διαφημίσεων τα οποία αυτοί κατέβαλαν, ενώ οι δικαιούχοι των ενισχύσεων θα μπορούσαν ενδεχομένως, για λόγους προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης τους, να διατηρήσουν τις ενισχύσεις που έλαβαν κατά το χρονικό διάστημα 1998-2002. Τούτο θα οδηγούσε, ως ένα βαθμό, στην κατάργηση της σχέσεως χρησιμοποιήσεως μεταξύ του τέλους υπέρ τρίτων επί των ραδιοτηλεοπτικών διαφημίσεων και των χρηματοδοτούμενων από το προϊόν του τέλους αυτού ενισχύσεων. Εντούτοις, μια τέτοια κατάσταση δεν μπορεί να αποφευχθεί εφόσον το ζητούμενο είναι, αφενός, να προστατευθεί η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των δικαιούχων των ενισχύσεων και, αφετέρου, να μην τεθεί σε κίνδυνο η αποτελεσματική ένδικη προστασία των υποκειμένων στο τέλος. Τον κίνδυνο της ασυμβατότητας προς την κοινή αγορά φέρει το κράτος μέλος το οποίο διαμόρφωσε το καθεστώς των ενισχύσεων κατά τέτοιο τρόπο ώστε να υφίσταται σχέση υποχρεωτικής χρησιμοποιήσεως μεταξύ ενός τέλους και των χρηματοδοτούμενων από το τέλος αυτό ενισχύσεων. Ο κίνδυνος αυτός δεν πρέπει να μετακυλίεται στους υποκειμένους στο τέλος ή στους δικαιούχους των ενισχύσεων.
VI – Πρόταση
156. Βάσει των ανωτέρω αναπτύξεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Cour administrative d’appel Lyon ως εξής:
«1) Η γνωστοποιηθείσα στις 10 Νοεμβρίου 1997 απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να μην προβάλει αντιρρήσεις κατά του καθεστώτος ενισχύσεων για τη στήριξη της ραδιοφωνικής εκφράσεως που της κοινοποίησε η Γαλλική Δημοκρατία (ενίσχυση υπ’ αριθ. N 679/97) είναι ανίσχυρη.
2) Τα αποτελέσματα της υπ’ αριθ. 1 αποφάσεως εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποφασίσει εκ νέου σχετικά με τη συμβατότητα του κοινοποιηθέντος καθεστώτος ενισχύσεων προς την κοινή αγορά και η νέα αυτή απόφαση της Επιτροπής δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 230 ΕΚ.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Σε σχέση με το γνωστό στη Γερμανία ως φαινόμενο των Bürgermedien (μέσων μαζική ενημερώσεως των πολιτών), και ιδίως σε σχέση με το φαινόμενο του Bürgerfunk (ραδιόφωνο των πολιτών), βλ. π.χ. τα στοιχεία που διαθέτει το Landesanstalt für Medien Nordrhein-Westfalen στην ιστοσελίδα (όπως είχε η ιστοσελίδα αυτή στις 26 Φεβρουαρίου 2008).
3 – Fonds de soutien à l’expression radiophonique (FSER), το οποίο δημιουργήθηκε αρχικά με το διάταγμα 82-973 της 17ης Νοεμβρίου 1982 (JORF της 18ης Νοεμβρίου 1982, σ. 3460) που άρχισε να ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1983. Αναλυτικότερα στοιχεία σε σχέση με το ταμείο αυτό διατίθενται π.χ. στην ιστοσελίδα (όπως είχε η ιστοσελίδα αυτή στις 24 Απριλίου 2008).
4 – Απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2003, C‑261/01 και C‑262/01 (Συλλογή 2003, σ. I‑12249).
5 – Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία υπεγράφη στο Μάαστριχτ στις 7 Φεβρουαρίου 1992 (ΕΕ 1992, C 191, σ. 1). Δεδομένου ότι η Συνθήκη του Άμστερνταμ (ΕΕ 1997, C 340, σ. 1) τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 1999, δεν έχουν σημασία για την υπό κρίση υπόθεση οι τροποποιήσεις που η Συνθήκη αυτή επέφερε στη Συνθήκη ΕΚ καθώς και η εντεύθεν αλλαγή αριθμήσεως των άρθρων της.
6 – Loi n° 86-1067 relative à la liberte de communication (JORF της 1ης Δεκεμβρίου 1986, σ. 11755)· ο νόμος αυτός εφαρμόζεται όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του νόμου 89-25 της 17ης Ιανουαρίου 1989 (JORF της 18ης Ιανουαρίου 1989, σ. 728) και με το άρθρο 27 του νόμου 90-1170 της 29ης Δεκεμβρίου 1990 (JORF της 30ής Δεκεμβρίου 1990, σ. 16439).
7 – Décret n° 97-1263 portant création d'une taxe parafiscale au profit d'un fonds de soutien à l'expression radiophonique (JORF της 30ής Δεκεμβρίου 1997, σ. 19194).
8 – Τα αριθμητικά στοιχεία εκφράζονται σε γαλλικά φράγκα. Βάσει της μεταβατικής ρυθμίσεως για το χρονικό διάστημα 1993-1997, ίσχυσαν, δυνάμει του άρθρου 2 του διατάγματος 92-1053 της 30ής Σεπτεμβρίου 1992 (Décret n° 92-1053 portant renouvellement d’une taxe parafiscale au profit d’un fonds de soutien à l’expression radiophonique, JORF 228 της 1ης Οκτωβρίου 1992), επίσης, τα ακόλουθα ανώτατα όρια για την εκάστοτε κλίμακα τελών (τα αριθμητικά στοιχεία εκφράζονται και πάλι σε γαλλικά φράγκα): μέχρι 3 εκατομμύρια: 4 430· […]· από 780 έως 840 εκατομμύρια: 5 175 000· από 840 έως 900 εκατομμύρια: 5 569 270· άνω των 900 εκατομμυρίων: 5 963 570.
9 – Institut national de l’audiovisuel.
10 – Direction générale des impôts.
11 – Όπως προέκυψε από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, ο πίνακας καταρτίζεται εκ νέου κατ’ έτος, και δη σε συνάρτηση με τις οικονομικές δυνατότητες του Ταμείου στηρίξεως της ραδιοφωνικής εκφράσεως. Τούτο επιβεβαιώνεται και από τις ετήσιες εκθέσεις του Ταμείου αυτού (οι οποίες μπορούν να τηλεφορτωθούν ηλεκτρονικά από την παρατιθέμενη στην υποσημείωση 3 ιστοσελίδα).
12 – Άρθρο 302bis KD του γαλλικού φορολογικού κώδικα (Code général des impôts) όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο περί δημοσίων οικονομικών του 2003 (άρθρο 47 του νόμου 2002-1575, της 30ής Δεκεμβρίου 2002, JORF της 31ης Δεκεμβρίου 2002, σ. 22025), που τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 του νόμου 2003-709 της 1ης Αυγούστου 2003, για την προστασία των τεχνών, τις ενώσεις και τα ιδρύματα (Loi relative au mécénat, aux associations et aux fondations, JORF της 2ας Αυγούστου 2003, σ. 13277).
13 – Έγγραφο του αντιπροέδρου της Επιτροπής, Sir Leon Brittan, προς τον Γάλλο Υπουργό των Εξωτερικών· αριθμός εγγράφου SG(90) D/02864.
14 – Έγγραφο του αντιπροέδρου της Επιτροπής, Sir Leon Brittan, προς τον Γάλλο Υπουργό των Εξωτερικών· αριθμός εγγράφου SG(92) D/12470.
15 – Στο πρωτότυπο: «[…] la Commission a décidé de ne pas soulever d’objection aux modifications du régime, telles que notifiées».
16 – Έγγραφο του Karel Van Miert, μέλους της Επιτροπής, προς τον Γάλλο Υπουργό των Εξωτερικών· αριθμός εγγράφου SG(97) D/9265. Σύντομη ανακοίνωση περί της αποφάσεως, από την οποία προκύπτει επίσης ότι η ημερομηνία εκδόσεώς της είναι η 7η Νοεμβρίου 1997, δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 1999, C 120, σ. 2.
17 – «[…] les échanges intracommunautaires ne paraissent pas devoir être affectés dans une mesure contraire à l’intérêt commun […]».
18 – Έγγραφο της γενικής διευθύνσεως Ανταγωνισμού της Επιτροπής, της 8ης Μαΐου 2003, προς τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Γαλλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση· αριθμός εγγράφου COMP (2003) D/55066.
19 – Βλ. επίσης, ανωτέρω, σημείο 18 των ανά χείρας προτάσεων.
20 – Έγγραφο του Mario Monti, Επιτρόπου, προς τον Γάλλο Υπουργό των Εξωτερικών· αριθμός εγγράφου: C(2003) 2828.
21 – Ανώτατη φορολογική διεύθυνση.
22 – Διοικητικό Πρωτοδικείο της Lyon.
23 – Διοικητικό Εφετείο της Lyon.
24 – Αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1994, C-188/92, TWD Textilwerke Deggendorf (Συλλογή 1994, σ. I-833, σκέψεις 13 έως 26), της 30ής Ιανουαρίου 1997, C‑178/95, Wiljo (Συλλογή 1997, σ. I-585, σκέψεις 19 έως 24), και της 15ης Φεβρουαρίου 2001, C-239/99, Nachi Europe (Συλλογή 2001, σ. I-1197, σκέψεις 28 έως 39).
25 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις TWD Textilwerke Deggendorf (σκέψη 16), Wiljo (σκέψη 19), και Nachi Europe (σκέψη 29).
26 – Στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις TWD Textilwerke Deggendorf (ιδίως σκέψη 17), και Nachi Europe (σκέψεις 37 έως 39), προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 24.
27 – Αποφάσεις TWD Textilwerke Deggendorf (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψεις 17 και 18), Nachi Europe (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψεις 29 και 30), της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C-390/98, Banks (Συλλογή 2001, σ. I-6117, σκέψη 111), της 23ης Φεβρουαρίου 2006, C-346/03 και C-529/03, Atzeni κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-1875, σκέψη 31), και της 5ης Οκτωβρίου 2006, C‑232/05, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2006, σ. I‑10071, σκέψη 59).
28 – Αποφάσεις TWD Textilwerke Deggendorf (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψεις 13 και 17), Nachi Europe (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψεις 30 και 37), και της 10ης Ιουλίου 2003, C-11/00, Επιτροπή κατά EΚΤ (Συλλογή 2003, σ. I-7147, σκέψη 75). Πάντως, η ανωτέρω νομολογία αφορά μόνον υποθέσεις στο πλαίσιο των οποίων η άσκηση προσφυγής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και η τυχόν υποβολή προδικαστικού ερωτήματος για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως μπορούν, λόγω του αντικειμένου τους, να θέσουν εν αμφιβόλω το κύρος μιας πράξεως κοινοτικού οργάνου· βλ. αποφάσεις Banks (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 112), και Wiljo (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψεις 27 και 29).
29 – Αποφάσεις TWD Textilwerke Deggendorf (σκέψη 25), Wiljo (σκέψη 24), και Nachi Europe (σκέψη 40), προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 24. Κατά την απόφαση Atzeni κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψεις 30 και 34), τυχόν αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με το κύρος της επίδικης κοινοτικής πράξεως θα ήταν απαράδεκτη.
30 – Από πάγια νομολογία, η οποία απορρέει από τις αποφάσεις TWD Textilwerke Deggendorf (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψη 24), Wiljo (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψεις 21 και 23), Nachi Europe (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψεις 37 και 38), Banks (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 111), και της 8ης Μαρτίου 2007, C‑441/05, Roquette Frères (Συλλογή 2007, σ. I‑1993, σκέψεις 40, 41, 47 και 48), συνάγεται ότι ο ιδιώτης πρέπει να έχει, κατά τρόπο «που δεν χωρεί αμφιβολία» ή «αναμφίβολα», το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή βάσει του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ. Ομοίως, οι αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C‑241/95, Accrington Beef (Συλλογή 1996, σ. I-6699, σκέψεις 15 και 16), της 11ης Νοεμβρίου 1997, C-408/95, Eurotunnel κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-6315, σκέψεις 28 και 29), καθώς και Atzeni κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 34) εξέτασαν το αν η άσκηση από τον ιδιώτη προσφυγής ακυρώσεως θα ήταν «προδήλως», «προφανώς» ή «αναντιρρήτως» παραδεκτή.
31 – Βλ. σημεία 15 έως 17 των ανά χείρας προτάσεων.
32 – Αποφάσεις της 5ης Μαΐου 1998, C‑386/96 P, Dreyfus κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑2309, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 2ας Μαΐου 2006, C‑417/04 P, Regione Siciliana κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. Ι‑3881, σκέψη 28).
33 – Απόφαση Dreyfus κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 32, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 1996, T‑380/94, AIUFFASS και AKT κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. II‑2169, σκέψη 46).
34 – Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937, 942), και πάγια νομολογία, π.χ. αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 2005, C‑78/03 P, Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum (Συλλογή 2005, σ. I‑10737, σκέψη 33), και της 29ης Νοεμβρίου 2007, C‑176/06 P, Stadtwerke Schwäbisch Hall κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψη 19).
35 – Αποφάσεις Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψη 35), και Stadtwerke Schwäbisch Hall κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψεις 19 έως 22).
36 – Στο ίδιο πνεύμα, σε σχέση με προσφυγή ακυρώσεως, απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, T‑254/05, Fachvereinigung Mineralfaserindustrie κατά Επιτροπής (σκέψεις 48 έως 56, ιδίως 48 και 56).
37 – Αποφάσεις Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψη 37), και Stadtwerke Schwäbisch Hall κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψη 24, καθώς 28 και 29)· βλ., περαιτέρω, αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2007, C‑525/04 P, Ισπανία κατά Lenzing (Συλλογή 2007, σ. I‑9947, σκέψη 31), και C‑260/05 P, Sniace κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑10005, σκέψη 54)· βλ., επίσης, απόφαση Fachvereinigung Mineralfaserindustrie κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψη 35).
38 – Δεν μπορεί να γίνει λόγος για επαρκή εξατομίκευση στην περίπτωση που η επίμαχη απόφαση μπορούσε απλώς να επηρεάσει τις υφιστάμενες στη σχετική αγορά σχέσεις ανταγωνισμού, καθώς και στην περίπτωση που η ενδιαφερόμενη επιχείρηση τελούσε σε κάποιου είδους ανταγωνιστική σχέση με τον αποδέκτη της αποφάσεως (βλ., συναφώς, απόφαση Ισπανία κατά Lenzing, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 32).
39 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1998, T‑188/95, Waterleiding Maatschappij κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II‑3713, σκέψεις 67 και 68)· βλ., επίσης, σε σχέση με το ζήτημα του κατά πόσον μία πράξη αφορά ένα πρόσωπο λόγω της ιδιότητάς του ως επιχειρηματία βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σ. 937 καθώς και αποφάσεις της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϊκή Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 207, σκέψη 14), της 24ης Φεβρουαρίου 1987, 26/86, Deutz και Geldermann κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 941, σκέψη 12), και της 22ας Νοεμβρίου 2001, C-451/98, Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. I-8949, σκέψη 51).
40 – Σε σχέση με το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα, βλ. άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (που υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950), καθώς και άρθρο 47, παράγραφος 1, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (που διακηρύχθηκε στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000, ΕΕ C 364, σ. 1)· βλ., περαιτέρω, αποφάσεις της 15ης Μαΐου 1986, 222/84, Johnston (Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέψεις 18 και 19), της 25ης Ιουλίου 2002, C‑50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. I‑6677, σκέψη 39), της 13ης Μαρτίου 2007, C‑432/05, Unibet (Συλλογή 2007, σ. I‑2271, σκέψη 37), και της 15ης Απριλίου 2008, C‑268/06, Impact (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 43).
41 – Βλ., συναφώς, και προτάσεις μου της 26ης Οκτωβρίου 2006 επί της υποθέσεως Roquette Frères (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 30, σημείο 33).
42 – Αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C‑415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I‑4921, σκέψη 59), της 18ης Ιουλίου 2007, C‑119/05, Lucchini (Συλλογή 2007, σ. I‑6199, σκέψη 43), και της 17ης Απριλίου 2008, C-404/06, Quelle (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 19).
43 – Αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 2007, C‑467/05, Dell’Orto (Συλλογή 2007, σ. I‑5557, σκέψη 40), και της 1ης Απριλίου 2008, C‑212/06, Gouvernement de la Communauté française και Gouvernement wallon (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 29)· σχετικά με το τεκμήριο ότι οι αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως έχουν σημασία για την εκδοθησόμενη από το εθνικό δικαστήριο Βλ., συναφώς, απόφαση, βλ., περαιτέρω, αποφάσεις της 15ης Μαΐου 2003, C‑300/01, Salzmann (Συλλογή 2003, σ. I‑4899, σκέψη 31), της 5ης Δεκεμβρίου 2006, C‑202/04 και C‑94/04, Cipolla (Συλλογή 2006, σ. I‑11421, σκέψη 25), και της 4ης Οκτωβρίου 2007, C‑429/05, Rampion και Godard (Συλλογή 2007, σ. I-8017, σκέψη 23).
44 – Βλ., συναφώς, κατωτέρω σημεία 101 έως 115 των ανά χείρας προτάσεων.
45 – Αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 1987, 314/85, Foto-Frost (Συλλογή 1987, σ. 4199, σκέψη 16), της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C‑143/88 και C‑92/89, Zuckerfabrik Süderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest (Συλλογή 1991, σ. I‑415, σκέψη 18), και της 6ης Δεκεμβρίου 2005, C‑453/03, C‑11/04, C‑12/04 και C‑194/04, ABNA κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I‑10423, σκέψη 109).
46 – Βλ., συναφώς, κατωτέρω σημεία 128 έως 155 των ανά χείρας προτάσεων.
47 – Το Cour administrative d’appel συμμερίζεται ως προς το σημείο αυτό τους ισχυρισμούς που προέβαλε η Régie Networks στο πλαίσιο της κύριας δίκης και οι οποίοι παρατίθενται στη διάταξη περί παραπομπής.
48 – Βλ., π.χ., αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1981, 158/80, Rewe (Συλλογή 1981, σ. 1805, σκέψεις 25 έως 27), της 26ης Μαρτίου 1987, 45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 1493, σκέψη 9), και της 15ης Απριλίου 2008, C-390/06, Nuova Agricast (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 79 έως 86).
49 – Βλ., αντί πολλών, αποφάσεις της 2ας Απριλίου 1998, C-367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (Συλλογή 1998, σ. I-1719, σκέψη 63), της 24ης Νοεμβρίου 2005, C-138/03, C-324/03 και C-431/03, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I-10043, σκέψη 54), της 1ης Φεβρουαρίου 2007, C‑266/05 P, Sison κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I‑1233, σκέψη 80), και Nuova Agricast (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 48, σκέψη 79).
50 – Αποφάσεις της 19ης Μαΐου 1993, C‑198/91, Cook κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I‑2487, σκέψη 22), της 15ης Ιουνίου 1993, C-225/91, Matra κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-3203, σκέψη 16), Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 49, σκέψη 38), Stadtwerke Schwäbisch Hall κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψη 20), και Nuova Agricast (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 48, σκέψη 57).
51 – Απόφαση Matra κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 50, σκέψη 48).
52 – Όπ.π.
53 – Απόφασεις Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (σκέψη 63), Ιταλία κατά Επιτροπής (σκέψη 55), και Sison κατά Συμβουλίου (σκέψη 80), προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 49, απόφαση Nuova Agricast (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 48, σκέψη 79), καθώς και απόφαση της 22ας Απριλίου 2008, C‑408/04 P, Επιτροπής κατά Salzgitter (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 56).
54 – Βλ., συναφώς, σημεία 19 έως 24 των ανά χείρας προτάσεων.
55 – Στο ίδιο πνεύμα απόφαση της 13ης Ιουλίου 1988, 102/87, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 4067, σκέψεις 29 έως 31).
56 – Αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 1955, 6/54, Κάτω Χώρες κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 13), της 4ης Ιουλίου 1963, 24/62, Γερμανία κατά Επιτροπής EOK (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 911), της 15ης Ιουλίου 1970, 41/69, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 397, σκέψη 78), και της 21ης Μαρτίου 2001, T‑206/99, Métropole télévision κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II‑1057, σκέψη 44, τελευταία περίοδος).
57 – Αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1957, 2/56, Geitling κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 119), της 29ης Απριλίου 2004, C‑159/01, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑4461, σκέψη 65), και της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C‑66/02, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑10901, σκέψη 55).
58 – Βλ., συναφώς, κατωτέρω σημεία 95 έως 126 των ανά χείρας προτάσεων.
59 – Αποφάσεις Επιτροπή κατά Συμβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 48, σκέψη 9), και της 12ης Δεκεμβρίου 2007, T‑308/05, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. II‑5089, σκέψη 124).
60 – Η διάταξη του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, η οποία περιελήφθη στη Συνθήκη με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, άρχισε να ισχύει από 1ης Νοεμβρίου 1993.
61 – Άρθρο 17, δεύτερο εδάφιο, σημείο 5, του διατάγματος 97-1263· βλ., συναφώς, σημείο 17 των ανά χείρας προτάσεων.
62 – Και η κοινοτική πολιτική για τον πολιτισμό εκτείνεται ρητά στην καλλιτεχνική και λογοτεχνική δημιουργία, συμπεριλαμβανομένου του οπτικοακουστικού τομέα (βλ. άρθρο 128, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ, νυν άρθρο 151, παράγραφος 2, ΕΚ).
63 – Απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 48, σκέψη 22 σε συνδυασμό με σκέψη 9).
64 – Αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1977, 74/76, Iannelli & Volpi (Συλλογή τόμος 1977, σ. 143, σκέψη 11), καθώς και 78/76, Steinike & Weinlig (Συλλογή τόμος 1977, σ. 171, σκέψη 8), βλ., περαιτέρω, αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C‑456/00, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑11949, σκέψη 41), και Atzeni κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 84).
65 – Αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 1997, C‑169/95, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I‑135, σκέψη 34), της 5ης Οκτωβρίου 2000, C‑288/96, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑8237, σκέψη 26), Γαλλία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 64, σκέψη 41), και Atzeni κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 84)· ομοίως, απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C‑372/97, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑3679, σκέψη 83).
66 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 82 των ανά χείρας προτάσεων.
67 – Αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 2005, C‑12/03 P, Επιτροπή κατά Tetra Laval (Συλλογή 2005, σ. I‑987, σκέψη 39), της 18ης Ιουλίου 2007, C‑326/05 P, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑6557, σκέψη 76), και Ισπανία κατά Lenzing (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 57)· ομοίως, απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 65, σκέψη 83).
68 – Αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2263, σκέψη 16), της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-241/94, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-4551, σκέψη 33), και της 14ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑276/02, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑8091, σκέψη 31). Βάσει της αποφάσεως Nuova Agricast (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 48, σκέψη 54), η ανωτέρω νομολογία ισχύει ρητώς και για αποφάσεις της Επιτροπής στο πλαίσιο του προκαταρκτικού σταδίου ελέγχου, με τις οποίες αποφασίζει –όπως εν προκειμένω– να μην προβάλλει αντιρρήσεις κατά μιας ενισχύσεως ή ενός καθεστώτος ενισχύσεων.
69 – Εν πάση περιπτώσει, ουδόλως προκύπτει από τα αριθμητικά στοιχεία της Επιτροπής και της Γαλλικής Κυβερνήσεως στασιμότητα, αλλά αντιθέτως αύξηση –έστω και μικρή– των δημοσιονομικών πόρων που εισέρρεαν ετησίως στο Ταμείο στηρίξεως.
70 – Η Επιτροπή είχε στη διάθεσή της σχέδιο του διατάγματος 97-1263 στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των ενισχύσεων.
71 – Σε σχέση με τα ανώτατα όρια του ύψους των τελών, βλ. ανωτέρω σημείο 10 και υποσημείωση 8 των ανά χείρας προτάσεων.
72 – Βλ. σημείο 82 των ανά χείρας προτάσεων.
73 – Αποφάσεις της 21ης Μαΐου 1980, 73/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1980/II, σ. 137, σκέψη 11), της 3ης Μαΐου 2001, C-204/97, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, I-3175, σκέψη 41), Γαλλία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 64, σκέψη 30) και –ειδικώς σε σχέση με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως– Nuova Agricast (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 48, σκέψεις 50 και 51).
74 – Αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C-113/00, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-7601, σκέψη 78), και C-114/00, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-7657, σκέψη 104), με τη νομολογία που παρατίθεται σε αυτές· βλ., περαιτέρω, αποφάσεις van Calster κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 48), και Nuova Agricast (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 48, σκέψη 50 σε συνδυασμό με σκέψη 51).
75 – Έτσι ορίζει, ρητώς, το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχεία γ΄ και δ΄, της Συνθήκης ΕΚ, ενώ ασήμαντες είναι οι διαφορές στη διατύπωση των δύο διατάξεων. Εν τω μεταξύ, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι το κοινό συμφέρον πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και στο πλαίσιο των λοιπών εξαιρέσεων του άρθρου 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης, έστω και αν δεν γίνεται ρητή μνεία του σε αυτές (βλ. απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1997, Ισπανία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 65, σκέψη 17, καθώς και C-113/00, απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 74, σκέψεις 66 και 67, και απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, C-114/00, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 74, σκέψεις 80 και 81).
76 – Απόφαση της 25ης Ιουνίου 1970, 47/69, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 341, σκέψεις 8 και 23)· ομοίως, αποφάσεις van Calster κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 48), και της 14ης Απριλίου 2005, C‑128/03 και C‑129/03, AEM και AEM Torino (Συλλογή 2005, σ. I‑2861, σκέψη 45).
77 – Αποφάσεις Γαλλία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 76, σκέψεις 4, 8 και 17), van Calster κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 46), της 27ης Νοεμβρίου 2003, C‑34/01 έως C‑38/01, Enirisorse (Συλλογή 2003, σ. I‑14243, σκέψη 44), της 15ης Ιουλίου 2004, C‑345/02, Pearle κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I‑7139, σκέψη 29), καθώς και AEM και AEM Torino (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 76, σκέψη 45).
78 – Αποφάσεις της 13ης Ιανουαρίου 2005, C‑174/02, Streekgewest (Συλλογή 2005, σ. I‑85, σκέψη 26), και C‑175/02, Pape (Συλλογή 2005, σ. I‑127, σκέψη 15), καθώς και αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 2005, C‑266/04 έως C‑270/04, C‑276/04 και C‑321/04 έως C‑325/04, Casino France κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I‑9481, σκέψη 40), AEM και AEM Torino (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 76, σκέψη 46), της 15ης Ιουνίου 2006, C‑393/04 και C‑41/05, Air Liquide Industries Belgium (Συλλογή 2006, σ. I‑5293, σκέψη 46), και της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑526/04, Laboratoires Boiron (Συλλογή 2006, σ. I‑7529, σκέψη 44).
79 – Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον και το Δικαστήριο διευκρίνισε, με την απόφαση του Streekgewest (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 78, σκέψη 21), ότι το άρθρο 93, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο διοικούμενος που υπόκειται σε φόρο που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μέτρου ενισχύσεως που εφαρμόζεται κατά παράβαση της απαγορεύσεως εφαρμογής της διατάξεως αυτής μπορεί να την επικαλεσθεί ανεξάρτητα από το αν θίγεται από τη στρέβλωση του ανταγωνισμού που προκύπτει από το μέτρο ενισχύσεως.
80 – Ούτε η απόφαση Calster κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, ιδίως σκέψεις 46 έως 52) κάνει κάποια μνεία σε ενδεχόμενη απαίτηση περί υπάρξεως μιας τέτοιας σχέσεως ανταγωνισμού.
81 – Βλ., κατωτέρω, ιδίως σημεία 122 έως 125 των ανά χείρας προτάσεων.
82 – Στο πλαίσιο αυτό, δεν εξετάζω τα λεγόμενα «λοιπά έσοδα» (recettes diverses), τα οποία εισρέουν ευκαιριακά στο Ταμείο στηρίξεως. Τα έσοδα αυτά αποτελούν πρωτίστως καθυστερούμενες καταβολές τελών από προηγούμενες περιόδους επιβολής του τέλους καθώς και επιστροφές καταβληθεισών ενισχύσεων. Όπως προέκυψε από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, το ύψος αυτών των λοιπών εσόδων είναι αμελητέο. Προσθέτω ότι σε τελευταία ανάλυση και αυτές οι καθυστερούμενες καταβολές τελών και οι επιστροφές αποτελούν χρήματα τα οποια προέρχονται από τα τέλη υπέρ τρίτων που επιβάλλονται στις ραδιοτηλεοπτικές διαφημίσεις.
83 – Αποφάσεις Pape (σκέψη 16), και Casino France κ.λπ. (σκέψεις 55 και 56), προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 78.
84 – Και ως προς το σημείο αυτό διαφέρει η υπό κρίση υπόθεση από τις προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 78 υποθέσεις Pape και Casino France κ.λπ.
85 – Αποφάσεις Pape (σκέψη 16), και Casino France κ.λπ. (σκέψεις 55 και 56), προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 78.
86 – Αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 220/83, Επιτροπής κατά Γαλλίας (Συλλογή 1986, σ. 663, σκέψη 17), της 18ης Ιουλίου 2007, C‑490/04, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2007, σ. I‑6095, σκέψη 64), και της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C‑341/05, Laval un Partneri (Συλλογή 2007, σ. I‑11767, σκέψη 101).
87 – Η ειδική απαγόρευση του άρθρου 95 ΕΚ (νυν άρθρου 90 ΕΚ) σχετικά με τους φόρους που εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις δεν αφορά τις υπηρεσίες, αλλά σκοπεί στη συμπλήρωση των διατάξεων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της τελωνειακής ενώσεως (βλ. π.χ. απόφαση της 1ης Ιουλίου 1969, 24/68, Επιτροπής κατά Ιταλίας, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 55, σκέψεις 4 και 5). Και η γενική απαγόρευση ορισμένων διακρίσεων του άρθρου 6, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (άρθρου 12, παράγραφος 1, ΕΚ) δεν έχει εφαρμογή, όταν εφαρμόζονται ειδικότερες διατάξεις όπως είναι αυτές που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών (βλ. π.χ. αποφάσεις της 28ης Οκτωβρίου 1999, C‑55/98, Vestergaard, Συλλογή 1999, σ. I‑7641, σκέψεις 16 και 17, και της 11ης Δεκεμβρίου 2003, C‑289/02, AMOK, Συλλογή 2003, σ. I‑15059, σκέψεις 25 και 26).
88 – Έτσι η πάγια νομολογία επί των τηλεοπτικών εκπομπών, βλ. π.χ. αποφάσεις της 30ής Απριλίου 1974, 155/73, Sacchi (Συλλογή τόμος 1974, σ. 217 , σκέψη 6) , της 18ης Μαρτίου 1980, 52/79, Debauve κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1980/I, σ. 443, σκέψη 8), της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-23/93, TV10 (Συλλογή 1994, σ. I-4795, σκέψη 13), της 29ης Νοεμβρίου 2001, C-17/00, De Coster (Συλλογή 2001, σ. I-9445, σκέψη 28), και της 13ης Δεκεμβρίου 2007, C‑250/06, United Pan-Europe Communications Belgium κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I-11135, σκέψη 28). Σε σχέση με τις ραδιοφωνικές εκπομπές, βλ. αποφάσεις της 26ης Απριλίου 1988, 352/85, Bond van Adverteerders κ.λπ. (Συλλογή 1988, σ. 2085, σκέψεις 14 έως 16), και της 25ης Ιουλίου 1991, C‑353/89, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1991, σ. I‑4069, σκέψεις 22 και 23).
89 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2005, C‑134/03, Viacom Outdoor (Συλλογή 2005, σ. I‑1167, σκέψεις 37 και 38).
90 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, σε σχέση με ένα τέλος υπέρ τρίτων που επιβαλλόταν στη Γαλλία επί των προϊόντων κλωστοϋφαντουργίας, απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 76, σκέψεις 20 και 21).
91 – Το ζήτημα θα μπορούσε να εξεταστεί επίσης και υπό το πρίσμα της ελευθερίας εγκαταστάσεως και δη σε σχέση με το αν συντρέχει δυσμενής διάκριση αλλοδαπών επιχειρήσεων έναντι ημεδαπών επιχειρήσεων ως προς το δικαίωμα εισπράξεως ενισχύσεων. Το Δικαστήριο ασχολήθηκε με μια παρεμφερή προβληματική με την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2007, C-464/05, Geurts και Vogten (Συλλογή 2007, σ. Ι-9325, σκέψεις 18 έως 22)· βλ., επίσης, απόφαση της 10ης Μαρτίου 2005, C‑9/04, Laboratoires Fournier (Συλλογή 2005, σ. Ι-2057, σκέψεις 15 και 16, η οποία αφορούσε την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών).
92 – Στο ίδιο πνεύμα, απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 76, σκέψη 20), στην οποία το Δικαστήριο κάνει λόγο για τα έσοδα που προκύπτουν από τον φόρο όταν επιβάλλεται σε ανταγωνιστικά προϊόντα.
93 – Απόφαση van Calster κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 45)· βλ., περαιτέρω, αποφάσεις της 21ης Νοεμβρίου 1991, C‑354/90, Fédération nationale du commerce extérieur, γνωστή ως FNCE (Συλλογή 1991, σ. I‑5505, σκέψη 14), της 11ης Ιουλίου 1996, C-39/94, SFEI κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-3547, σκέψη 42), και της 18ης Ιουλίου 2007, C‑119/05, Lucchini (Συλλογή 2007, σ. Ι‑6199, σκέψη 52)· στο ίδιο πνεύμα οι αποφάσεις Iannelli & Volpi (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 64, σκέψη 11), και Steinike & Weinlig (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 64, σκέψη 9).
94 – Αποφάσεις της 8ης Φεβρουαρίου 1996, C‑212/94, FMC κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I‑389, σκέψη 56), και Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 40, σκέψη 40).
95 – Αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 1980, 4/79, Providence agricole de la Champagne (Συλλογή τόμος 1980/III, σ. 95, σκέψεις 44 και 45), 109/79, Maïseries de Beauce (Συλλογή τόμος 1980/III, σ. 147, σκέψεις 44 και 45) και 145/79, Roquette Frères (Συλλογή τόμος 1980/III, σ. 153, σκέψεις 51 και 52), καθώς και της 29ης Ιουνίου 1988, 300/86, van Landschoot (Συλλογή 1988, σ. 3443, σκέψη 24), και της 8ης Νοεμβρίου 2001, C‑228/99, Silos (Συλλογή 2001, σ. I‑8401, σκέψη 35).
96 – Αποφάσεις της 26ης Απριλίου 1994, C‑228/92, Roquette Frères (Συλλογή 1994, σ. I‑1445, σκέψη 17), και FMC κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 95, σκέψη 55)· ως προς την αναδρομική εφαρμογή των ακυρωτικών αποφάσεων, βλ. εσχάτως εκδοθείσα απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, C‑199/06, Centre d'exportation du livre français, γνωστή ως CELF (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 61 και 63).
97 – Απόφαση της 13ης Μαΐου 1981, 66/80, International Chemical Corporation (Συλλογή 1981, σ. 1191, σκέψη 13), και διάταξη της 8ης Νοεμβρίου 2007, C‑421/06, Fratelli Martini και Cargill (σκέψη 54).
98 – Το άρθρο 231, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ αφορά, κατά τη διατύπωσή του, μόνον κανονισμούς, πλην όμως εφαρμόζεται από το Δικαστήριο και για άλλες νομικές πράξεις· σε σχέση με την αναλογική εφαρμογή της διατάξεως αυτής επί αποφάσεων που εκδίδουν κοινοτικά όργανα, βλ., π.χ., αποφάσεις της 28ης Μαΐου 1998, C‑22/96, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ. I‑3231, σκέψη 42), και της 12ης Μαΐου 1998, C‑106/96, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑2729, σκέψη 41).
99 – Αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1985, 112/83, Société des produits de maïs (Συλλογή 1985, σ. 719, σκέψη 18), και της 15ης Ιανουαρίου 1986, 41/84, Pinna (Συλλογή 1986, σ. 1, σκέψη 26).
100 – Αποφάσεις Pinna (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 99, σκέψεις 26 έως 28), Silos (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 95, σκέψη 36), και της 10ης Μαρτίου 1992, C‑38/90 και C‑151/90, Lomas κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. I‑1781, σκέψη 24).
101 – Βλ., συναφώς, σημείο 125 των ανά χείρας προτάσεων και παρατιθέμενη στην υποσημείωση 93 νομολογία.
102 – Ο εκ νέου έλεγχος του γαλλικού καθεστώτος ενισχύσεων από την Επιτροπή επιβάλλεται στην υπό κρίση υπόθεση και για τον λόγο ότι, βάσει των στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να κριθεί οριστικά το ζήτημα των συνεπειών που παράγει το είδος της χρηματοδοτήσεως του καθεστώτος ενισχύσεων επί της συμβατότητάς του με την κοινή αγορά· ειδικότερα, πρέπει να διευκρινιστεί αν και κατά πόσον εν προκειμένω οι υποκείμενοι στο τέλος και οι δικαιούχοι των ενισχύσεων τελούν σε σχέση ανταγωνισμού μεταξύ τους (βλ., συναφώς, σημεία 122 έως 124 των ανά χείρας προτάσεων).
103 – Βλ., συναφώς, σημείο 82 των ανά χείρας προτάσεων.
104 – Π.χ. από τις προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 95 αποφάσεις Providence agricole de la Champagne (σκέψεις 43 και 45, τελευταία περίοδος), Maïseries de Beauce (σκέψεις 43 και 45, τελευταία περίοδος), και Roquette Frères (σκέψη 52, τελευταία περίοδος) συνάγεται ότι το Δικαστήριο συνεκτιμά, κατά τον προσδιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεώς του, και τα προνόμια που έχει η Επιτροπή όταν προβαίνει στην εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων.
105 – Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1997, C‑169/95, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I‑135, σκέψη 53), απόφαση που επιβεβαιώθηκε το πρώτον με την εσχάτως εκδοθείσα απόφαση CELF (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 96, σκέψεις 66 και 67).
106 – Σχετικά με τη σημασία της διατηρήσεως της πολυφωνίας των μέσων μαζικής ενημερώσεως εν γένει, βλ., π.χ., απόφαση της 26ης Ιουνίου 1997, C‑368/95, Familiapress (Συλλογή 1997, σ. I‑3689, σκέψη 18)· σχετικά με τη σημασία της διατηρήσεως της πολυφωνίας στο ραδιόφωνο, βλ., π.χ., αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, C‑288/89, Collectieve Antennevoorziening Gouda (Συλλογή 1991, σ. I‑4007, σκέψη 23), και United Pan-Europe Communications Belgium κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 88, σκέψη 41).
107 – Αποφάσεις της 30ής Οκτωβρίου 1975, 23/75, Rey Soda κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1975, σ. 399, σκέψη 51), της 2ας Μαρτίου 1989, 35/87, Pinna (Συλλογή 1989, σ. 585, σκέψη 13), της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑351/04, Ikea Wholesale (Συλλογή 2007, σ. I‑7723, σκέψη 67), και διάταξη Fratelli Martini και Cargill (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 97, σκέψη 53).
108 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 96 (βλ., ιδίως, σκέψη 63 της εν λόγω αποφάσεως).
109 – Απόφαση CELF (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 96, ιδίως σκέψεις 52 και 53).
110 – Στο ίδιο πνεύμα οι προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 95 αποφάσεις Providence agricole de la Champagne (σκέψεις 45, τελευταία περίοδος, και 46), Maïseries de Beauce (σκέψεις 45, τελευταία περίοδος, και 46), και Roquette Frères (σκέψεις 52, τελευταία περίοδος, και 53).
111 – Στο ίδιο πνεύμα αποφάσεις Roquette Frères (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 96, σκέψη 27),και FMC κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 94, σκέψη 58)· βλ., επίσης, αποφάσεις Pinna (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 99, σκέψη 30),και Lomas κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 99, σκέψη 24).
112 – Σχετικά με την υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να ερμηνεύει και να εφαρμόζει το εσωτερικό δικονομικό δίκαιό του κατά τρόπο που να προάγει την παροχή ένδικης προστασίας, βλ. προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 40 αποφάσεις Unibet (σκέψη 44),και Impact (σκέψη 54). Σε σχέση με την αξίωση των ιδιωτών για την ύπαρξη ενός αποτελεσματικού ένδικου βοηθήματος προκειμένου να επιτύχουν την επιστροφή φόρων που εισπράχθησαν κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου,βλ., επίσης, αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2006, C‑446/04, Test Claimants in the FII Group Litigation (Συλλογή 2006, σ. I‑11753, σκέψη 204), και της 13ης Μαρτίου 2007, C‑524/04, Test Claimants in the Thin Cap Group Litigation (Συλλογή 2007, σ. I‑2107, σκέψη 128, πρώτη περίπτωση).
113 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 96 (σκέψη 40, πρώτη περίοδος)· βλ., επίσης, αποφάσεις NFNCE (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 93, σκέψη 16), van Calster κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 63), και της 5ης Οκτωβρίου 2006, C-368/04, Transalpine Ölleitung in Österreich (Συλλογή 2006, σ. Ι-9957, σκέψη 41).
114 – Απόφαση CELF (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 96, σκέψη 40, δεύτερη περίοδος, σε συνδυασμό με τις σκέψεις 36 και 37)· βλ., επίσης, αποφάσεις FNCE (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 93, σκέψη 16), van Calster κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 63), και Transalpine Ölleitung in Österreich (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 113, σκέψεις 41 και 42).
115 – Σχετικά με τη συνεκτίμηση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης κατά τον έλεγχο των καθεστώτων ενισχύσεων, βλ., επίσης, απόφαση της 22ας Ιουνίου 2006, C‑182/03 και C‑217/03, Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑5479, σκέψεις 147 έως 167).
116 – Βλ., αντί πολλών, αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 1983, 199/82, San Giorgio (Συλλογή 1983, σ. 3595, σκέψη 12), της 14ης Ιανουαρίου 1997, C-192/95 έως C-218/95, Comateb κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-165, σκέψη 20), της 30ής Μαρτίου 2006, C‑184/04, Uudenkaupungin kaupunki (Συλλογή 2006, σ. I‑3039, σκέψη 54), Test Claimants in the FII Group Litigation (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 112, σκέψη 202), και Test Claimants in the Thin Cap Group Litigation (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 112, σκέψη 110).
117 – Αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe-Zentralfinanz και Rewe-Zentral (Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψη 5), της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit italiana (Συλλογή τόμος 1980/I σ. 605, σκέψη 25), San Giorgio (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 115, σκέψη 12), Test Claimants in the FII Group Litigation (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 112, σκέψη 203), Test Claimants in the Thin Cap Group Litigation (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 112, σκέψη 111).
Full & Egal Universal Law Academy