ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
POIARES MADURO
της 19ης Νοεμβρίου 2008 (1)
Υπόθεση C‑348/07
Turgay Semen
κατά
Deutsche Tamoil GmbH
[αίτηση του Landgericht Hamburg (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
1. Η υπό κρίση αίτηση του Landgericht Hamburg για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την εφαρμογή του άρθρου 17 της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες) (στο εξής: οδηγία) (2). Το Landgericht ζητεί να ερμηνευθεί το άρθρο 17 και συγκεκριμένα να διαπιστωθεί αν και υπό ποιες προϋποθέσεις το δικαίωμα αποζημιώσεως του εμπορικού αντιπροσώπου μπορεί να περιοριστεί στις απολεσθείσες προμήθειες. Η ερμηνεία αυτή είναι αναγκαία προκειμένου το εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν η σχετική εθνική νομοθεσία, όπως ερμηνεύεται από τα γερμανικά δικαστήρια, είναι αντίθετη προς τις διατάξεις της οδηγίας που αφορούν τον υπολογισμό της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούται ο εμπορικός αντιπρόσωπος μετά τη λύση της συμβατικής σχέσεώς του με τον εντολέα του.
I – Τα πραγματικά περιστατικά, το νομικό πλαίσιο, τα ερωτήματα και τα προκριματικά ζητήματα.
2. Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ανέκυψε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του ενάγοντος, Turgay Semen, ο οποίος εργαζόταν ως εμπορικός αντιπρόσωπος της εναγομένης Deutsche Tamoil GmbH. Από την 1η Νοεμβρίου 2001 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2005, ο Semen λειτουργούσε, με την ιδιότητα του εμπορικού αντιπροσώπου, πρατήριο υγρών καυσίμων ιδιοκτησίας της εναγομένης. Η εναγομένη εταιρεία ανήκει στον λιβυκό όμιλο εταιρειών Oilinvest ο οποίος, εκτός του μεγάλου δικτύου πρατηρίων υγρών καυσίμων που διαθέτει στη Γερμανία, ασχολείται με την έρευνα και διύλιση πετρελαίου σε διάφορες χώρες του κόσμου.
3. Κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσεώς του με την εναγομένη, ο ενάγων εισέπραττε προμήθεια επί των πωλουμένων καυσίμων. Το ύψος της προμήθειας που κέρδιζε ο ενάγων διέφερε αναλόγως του αν οι επίμαχοι πελάτες αγόραζαν καύσιμα μέσω καρτών που προμηθεύονταν από την εναγόμενη, η οποία παρείχε εκπτώσεις, αντί να χρησιμοποιεί τις συνήθεις μεθόδους πληρωμής.
4. Το άρθρο 17 της οδηγίας παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ δύο πλαισίων που προβλέπουν την αποζημίωση του εμπορικού αντιπροσώπου κατά τη λύση της συμβατικής σχέσεώς του με τον εντολέα του. Η αποζημίωση αυτή μπορεί να λάβει τη μορφή αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της ζημίας (άρθρο 17, παράγραφος 3) ή κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεως (άρθρο 17, παράγραφος 2).
5. Οι γερμανικές αρχές επέλεξαν το πλαίσιο αποζημιώσεως του άρθρου 17, παράγραφος 2. Η διάταξη αυτή και η σχετική γερμανική νομοθεσία [άρθρο 89b του Handelsgesetzbuch (στο εξής: HGB)] ορίζουν ότι, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, αντιπρόσωποι όπως ο ενάγων θα δικαιούνται να λάβουν αποζημίωση από τον εντολέα τους μετά τη λύση της μεταξύ τους συμβατικής σχέσεως. Οι μετέχοντες στη διαδικασία διαφωνούν ως προς το μέγεθος της καταβλητέας αποζημιώσεως στην περίπτωση αυτή και, ειδικότερα, ως προς το αν η μέθοδος υπολογισμού της αποζημιώσεως που προβλέπει το γερμανικό δίκαιο συνάδει με τις προϋποθέσεις της οδηγίας.
6. Το άρθρο 17, παράγραφος 2, ορίζει τόσο τις προϋποθέσεις καταβολής της κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεως όσο και τη μέθοδο υπολογισμού της αποζημιώσεως αυτής, ως εξής:
«α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται κατ’ αποκοπή αποζημίωση εάν και εφόσον:
– έφερε νέους πελάτες στον εντολέα ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, και
– η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ή μη ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 20.
β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με μια ετήσια αποζημίωση υπολογιζόμενη με βάση τον μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη[,] αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
γ) Η χορήγηση αυτής της κατ’ αποκοπή αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της ζημίας την οποία υπέστη.»
7. Το άρθρο 89b, παράγραφος 1, του HGB, το οποίο όντως προέβλεπε το μοντέλο υπολογισμού της αποζημιώσεως στο οποίο στηρίχθηκε η οδηγία (3), ακολουθεί ευρέως τη διατύπωση του άρθρου 17, παράγραφος 2, ορίζοντας ότι:
«1. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος μπορεί, μετά τη λύση της συμβάσεως αντιπροσωπεύσεως, να ζητήσει από τον εντολέα εύλογη αποζημίωση, εάν και στο μέτρο που
(1) ο εντολέας αντλεί από τις συναλλαγές με νέους πελάτες τους οποίους έφερε ο εμπορικός αντιπρόσωπος σημαντικά οφέλη και μετά τη λύση της συμβάσεως αντιπροσωπεύσεως,
(2) συνεπεία της λύσεως της συμβάσεως αντιπροσωπεύσεως, ο εμπορικός αντιπρόσωπος χάνει το δικαίωμα επί της προμήθειας την οποία θα ελάμβανε, αν συνεχιζόταν η συμβατική σχέση, για εμπορικές πράξεις που έχουν ήδη συνομολογηθεί ή πρόκειται να συνομολογηθούν με πελάτες τους οποίους έχει φέρει ο ίδιος, και
(3) η καταβολή αποζημιώσεως είναι δίκαιη, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων.
2. Προς την απόκτηση νέου πελάτη ισοδυναμεί το γεγονός ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος διεύρυνε τόσον ουσιωδώς τις υποθέσεις με υπάρχοντα πελάτη, ώστε τούτο από οικονομικής απόψεως να αντιστοιχεί προς την απόκτηση νέου πελάτη.»
8. Με την αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι η νομολογία των γερμανικών δικαστηρίων όσον αφορά το άρθρο 89b διαλαμβάνει τα κριτήρια που ορίζει αυτό (δηλαδή τη διατήρηση σημαντικών οφελών για τον εντολέα, την απώλεια της προμήθειας του αντιπροσώπου και τον δίκαιο χαρακτήρα της αποζημιώσεως) ως σωρευτικά και αμοιβαίως περιοριστικά. Το δικαστήριο του Αμβούργου έχει αμφιβολίες ως προς το αν ο περιορισμός της καταβλητέας αποζημιώσεως που εμπεριέχεται στη διάταξη αυτή συνάδει με το άρθρο 17, παράγραφος 2, και υποβάλλει τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνάδει προς το άρθρο 17, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες) το να περιορίζεται η αποζημίωση του εμπορικού αντιπροσώπου στις προμήθειες που απώλεσε λόγω της λύσεως της συμβατικής σχέσεως, ακόμη και όταν τα οφέλη τα οποία διατηρεί ο εντολέας είναι μεγαλύτερης αξίας;
2) Στην περίπτωση κατά την οποία ο εντολέας ανήκει σε όμιλο εταιρειών, περιλαμβάνονται στα οφέλη αυτά και τα οφέλη που αντλούν οι άλλες εταιρείες του ομίλου;»
9. Προτού εξετάσω αυτά τα δύο ερωτήματα, πρέπει να ασχοληθώ με ένα προκριματικό ζήτημα. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, υποστηρίχθηκε για λογαριασμό της εναγομένης ότι οι μεταβολές στη γερμανική νομολογία που έλαβαν χώρα μετά την υποβολή της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως καθιστούν τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου άνευ αντικειμένου. Ειδικότερα, υποστηρίχθηκε ότι οι μεταβολές στην εθνική νομολογία που αφορούν τον ορισμό του «συνήθους πελάτη» έχουν ως αποτέλεσμα ότι, σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, το ποσό που προκύπτει από τον υπολογισμό των απoλεσθεισών προμηθειών υπερβαίνει το ανώτατο όριο που προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, καθιστώντας έτσι άνευ αντικειμένου το ζήτημα αν επιτρέπεται να λαμβάνονται υπόψη άλλα οφέλη που αντλεί ο εντολέας.
10. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι στις λειτουργίες που επιτελεί βάσει του άρθρου 234 δεν περιλαμβάνεται η διατύπωση συμβουλευτικών γνωμών (4) ή η απάντηση σε υποθετικά ερωτήματα (5). Περαιτέρω, με την απόφαση Zabala Erasum κ.λπ. (6), αρνήθηκε να αποφανθεί επί αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στην περίπτωση περατώσεως της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου λόγω παραγραφής των αξιώσεων ενός διαδίκου έναντι του αντιδίκου του με το σκεπτικό ότι η έκδοση αποφάσεως δεν ήταν πλέον αναγκαία για την αποτελεσματική επίλυση της ένδικης διαφοράς (7).
11. Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως τονίσει ότι «μόνο στα εθνικά δικαστήρια, στην κρίση των οποίων υποβάλλεται η διαφορά […], εναπόκειται να εκτιμούν, ενόψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως, τόσο το αν είναι αναγκαία η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, προκειμένου να είναι σε θέση να αποφανθούν, όσο και τη λυσιτέλεια των υποβαλλομένων στο Δικαστήριο ερωτημάτων» (8) και ότι «[η] απόρριψη αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου είναι δυνατή όταν είναι πρόδηλον ότι η ζητούμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της κύριας δίκης» (9).
12. Έχει κριθεί ότι οι αλλαγές που επέρχονται στην εθνική νομοθεσία μετά την υποβολή της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δεν καθιστούν απορριπτέα την αίτηση για τον λόγο αυτό· με την απόφαση CIA Security International (10), το Δικαστήριο επισήμανε ότι τα προδικαστικά ερωτήματα δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου όταν το εθνικό δίκαιο που αποτέλεσε αντικείμενο της προδικαστικής παραπομπής καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με άλλη εθνική νομοθεσία. Το ενδεχόμενο της άνευ αντικειμένου προδικαστικής παραπομπής καθίσταται ακόμη πιο απίθανο σε περιπτώσεις όπως οι επίμαχες, στις οποίες οι αλλαγές που μπορεί να επήλθαν αφορούν τη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, της οποίας η επίδραση δεν είναι ακόμη απολύτως βέβαιη. Γι’ αυτό, είμαι της γνώμης ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να αρνηθεί να αποφανθεί επί των υποβληθέντων ερωτημάτων, με το σκεπτικό ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει την επίδραση της νέας εθνικής νομολογίας επί της λυσιτέλειας των απαντήσεων του Δικαστηρίου για την τελική επίλυση της ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφοράς.
II – Ανάλυση
Το πρώτο ερώτημα
13. Η προσέγγιση της γερμανικής νομοθεσίας, όπως έχει ερμηνευθεί από τα γερμανικά δικαστήρια, οριοθετεί την καταβλητέα στον αντιπρόσωπο αποζημίωση βάσει μιας οριστικής ερμηνείας του τι πρέπει να θεωρείται δίκαιο, σύμφωνα με την οποία κάθε ποσό που καταβάλλεται πέρα και πάνω από την απολεσθείσα προμήθεια του αντιπροσώπου δεν είναι δίκαιο. Η εκτίμηση της συμβατότητας της προσεγγίσεως αυτής με την οδηγία περιλαμβάνει τον συμβιβασμό δύο ενδεχομένως ανταγωνιστικών αρχών, οι οποίες καθιερώθηκαν σε προγενέστερες υποθέσεις που αφορούσαν το άρθρο 17.
14. Αφενός, με τις αποφάσεις Ingmar (11) και Honyvem Informazioni Commerciali (12), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το σύστημα που καθιερώνει το άρθρο 17 ήταν αναγκαστικού δικαίου. Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης τον ρόλο του άρθρου 17 ως ελάχιστου προτύπου προστασίας των εμπορικών αντιπροσώπων και τόνισε ότι η εθνική νομοθεσία δεν μπορεί να θεσπίζει κανόνες που να παρέχουν στους αντιπροσώπους αυτούς μικρότερη αποζημίωση από την προβλεπόμενη στο άρθρο 17 (13).
15. Αφετέρου, με αμφότερες τις αποφάσεις Ingmar και Honyvem Informazioni Commerciali, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι το άρθρο 17 «δεν παρέχει λεπτομερείς ενδείξεις όσον αφορά τη μέθοδο υπολογισμού της αποζημιώσεως λόγω λύσεως της συμβάσεως» (14) και ότι, εντός του πλαισίου που καθορίζει το άρθρο 17, «τα κράτη μέλη μπορούν να ασκήσουν την ευχέρειά τους εκτιμήσεως όσον αφορά την επιλογή των μεθόδων υπολογισμού της αποζημιώσεως» (15). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι αυτή η ευχέρεια εκτιμήσεως ισχύει «ειδικότερα, σε συνάρτηση με το κριτήριο της αρχής της δικαιοσύνης» (16).
16. Ως εκ τούτου, μολονότι το άρθρο 17 σκοπεί στη θέσπιση ενός βασικού επιπέδου προστασίας των αντιπροσώπων, φαίνεται ότι η οδηγία λαμβάνει υπόψη το ενδεχόμενο ότι το επίπεδο της προστασίας αυτής μπορεί να ποικίλλει από κράτος σε κράτος αναλόγως της ερμηνείας, στο πλαίσιο αυτό, της έννοιας της δικαιοσύνης από κάθε μεμονωμένο κράτος μέλος. Εντούτοις, αυτή η ευχέρεια δεν μπορεί να είναι απόλυτη, καθόσον κάτι τέτοιο θα ματαίωνε τους πραγματικούς σκοπούς της οδηγίας, δηλαδή την εναρμόνιση των πρακτικών των κρατών μελών σε σχέση με τους εμπορικούς αντιπροσώπους και τη θέσπιση ενός ελάχιστου επιπέδου προστασίας των αντιπροσώπων αυτών (17).
17. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου αυτού, ο εμπορικός αντιπρόσωπος «δικαιούται κατ’ αποκοπή αποζημίωση εάν και εφόσον» πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις (η έμφαση δική μου). Η χρήση του όρου «δικαιούται» αλλά και οι αποφάσεις του Δικαστηρίου Ingmar και Honyvem Informazioni Commerciali υπογραμμίζουν τον αναγκαστικού δικαίου χαρακτήρα του συστήματος και σημαίνουν ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να λαμβάνουν μέτρα δυνάμενα να αποκλείσουν την αποζημίωση του αντιπροσώπου όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει το οικείο άρθρο.
18. Πράγματι, όπως επισήμανα στην υπόθεση Honyvem Informazioni Commerciali, το άρθρο 17, παράγραφος 2, «προβλέπει όχι μόνον τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της αποζημιώσεως […], αλλά και τα ίδια τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως αυτής» (18). Επομένως, τα μέτρα των κρατών μελών για τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από αυτή πρέπει όχι μόνο να προβλέπουν αυτές τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της αποζημιώσεως, αλλά και να λαμβάνουν υπόψη όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως.
19. Επομένως, καθίσταται σαφές ότι η ευχέρεια που παρέχεται στα κράτη μέλη λειτουργεί εντός του πλαισίου των ορίων τα οποία θέτει το σύστημα που προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 2, το οποίο τα κράτη μέλη δεν είναι ελεύθερα να παραβλέψουν.
20. Ποια είναι, επομένως, αυτά τα αναγκαστικού δικαίου όρια τα οποία επιβάλλει το σύστημα που προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 2; Με την απόφαση Honyvem Informazioni Commerciali, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ένα ιταλικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο το ποσό της αποζημιώσεως στηριζόταν αποκλειστικά και μόνο σε καθορισμένα ποσοστά προμηθειών προγενεστέρων ετών, ήταν αντίθετο προς την οδηγία για τον λόγο ότι δεν παρείχε στους αντιπροσώπους που θα είχαν ευνοϊκότερη μεταχείριση βάσει προσεγγίσεως στηριζόμενης στη συνεκτίμηση των οφελών που είχε ο εντολέας τη δυνατότητα αποζημιώσεως μεγαλύτερης από τα εν λόγω καθορισμένα ποσοστά (19). Υπό το φως της αποφάσεως αυτής και της διατυπώσεως του πρώτου εδαφίου του άρθρου 17, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, καθίσταται σαφές ότι η αξιοκρατική προσέγγιση που συνδέει το ποσό της καταβλητέας αποζημιώσεως με τα οφέλη που αντλεί ο εντολέας από την εργασία του αντιπροσώπου μετά τη λύση της συμβάσεως αποτελεί ένα τέτοιο αναγκαστικού δικαίου στοιχείο.
21. Η διατύπωση της οδηγίας καθιστά επίσης σαφές ότι η έννοια της δικαιοσύνης πρέπει να συνεκτιμάται κατά τον καθορισμό του ποσού της αποζημιώσεως και ότι η διαδικασία αυτή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις απολεσθείσες προμήθειες του αντιπροσώπου λόγω λύσεως της συμβατικής σχέσεώς του με τον εντολέα του.
22. Οι μετέχοντες στη διαδικασία διαφωνούν ως προς το ζήτημα αν η έννοια της δικαιοσύνης μπορεί να λειτουργεί κατά τρόπο που να αυξάνει ή να περιορίζει το ύψος της αποζημιώσεως που καταβάλλεται στον αντιπρόσωπο. Ο ενάγων υποστηρίζει ότι πρωταρχικό ρόλο για τον καθορισμό του ποσού της αποζημιώσεως παίζει το μέγεθος των οφελών που αντλεί ο εντολέας και ότι το ύψος των προμηθειών που απώλεσε ο αντιπρόσωπος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον ως στοιχείο εκτιμήσεως του δικαίου χαρακτήρα της αποζημιώσεως, το οποίο μπορεί να λειτουργεί έτσι ώστε να αυξάνει ή να μειώνει το ύψος αυτής. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι η έννοια της δικαιοσύνης λειτουργεί τόσο ως «κατώτατο όριο» δυνάμενο να αυξήσει το ποσό της καταβλητέας αποζημιώσεως όσο και ως «ανώτατο όριο» δυνάμενο να μειώσει το ποσό αυτό. Η εναγόμενη, αφετέρου, ισχυρίζεται ότι τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 17, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, είναι σωρευτικά και αμοιβαίως περιοριστικά και ότι καθένα από αυτά λειτουργεί ως «ανώτατο όριο» το οποίο περιορίζει το καταβλητέο ποσό στο μικρότερο από τα τρία προβλεπόμενα.
23. Είμαι της γνώμης ότι η φράση «εάν και στο μέτρο που» σημαίνει ότι πρόθεση του νομοθέτη υπήρξε η έννοια της δικαιοσύνης να λειτουργεί ως περιορισμός του ποσού της αποζημιώσεως και όχι ως παράγοντας δυνάμενος επίσης να αυξήσει την αποζημίωση αυτή πέρα από το ποσό που προκύπτει από τον υπολογισμό των οφελών που αντλεί ο εντολέας. Εντούτοις, αν η έννοια της δικαιοσύνης λειτουργεί εν προκειμένω αποκλειστικά ως ανώτατο όριο ή ως ανώτατο και κατώτατο όριο δεν είναι καθοριστικής σημασίας για τα ζητήματα που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση. Η οδηγία είναι σαφής ώστε η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί αυτό που θεωρείται δίκαιο. Το κύριο ζήτημα μεταξύ των μετεχόντων στη διαδικασία είναι αν στην ευχέρεια που το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι διαθέτουν τα κράτη μέλη κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως, και ιδίως σε σχέση με την έννοια της δικαιοσύνης, περιλαμβάνεται το δικαίωμα καθορισμού του δίκαιου χαρακτήρα της κατά τρόπο που να περιορίζει το ύψος της αποζημιώσεως αυτής στο ποσό των προμηθειών που απώλεσε ο αντιπρόσωπος. Τούτο έχει σχέση με το ζήτημα του περιεχομένου της έννοιας της δικαιοσύνης, ήτοι με τη μέθοδο υπολογισμού του δίκαιου «ανώτατου ορίου». Το ερώτημα αυτό δεν επηρεάζεται από το ζήτημα αν η έννοια της δικαιοσύνης μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως «κατώτατο όριο».
24. Πώς, επομένως, η γερμανική άποψη, η οποία περιορίζει τον ορισμό της δικαιοσύνης κατ’ αυτόν τον τρόπο, συνάδει με τα αναγκαστικού δικαίου στοιχεία της οδηγίας που εκτίθενται ανωτέρω; Όπως σημειώθηκε ανωτέρω, ο HGB, όπως έχει ερμηνευθεί από τα γερμανικά δικαστήρια, δεν θεωρεί δίκαιη την αποζημίωση που υπερβαίνει τις απολεσθείσες προμήθειες του αντιπροσώπου. Όπως επισημαίνει η εναγομένη, η άποψη αυτή στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο αντιπρόσωπος δεν πρέπει να βρεθεί λόγω της αποζημιώσεως σε καλύτερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν στην περίπτωση συνεχίσεως της συμβατικής σχέσεως. Ο ενάγων και η Ιταλική Κυβέρνηση φρονούν ότι η άποψη αυτή στερεί από τον αντιπρόσωπο ένα δικαίωμα που του παρέχει η οδηγία, και συγκεκριμένα το δικαίωμα εισπράξεως μιας από κάθε απόψεως και όχι μόνον υπό το φως των απολεσθεισών προμηθειών δίκαιης αποζημιώσεως. Επιπλέον, καθίσταται σαφές ότι η εφαρμογή ενός κριτηρίου περί δικαίου δεν πρέπει να λειτουργεί κατά τρόπο που να στερεί από κάθε χρήσιμο αποτέλεσμα την αξιοκρατική άποψη που ενστερνίζεται η οδηγία και αντανακλάται, ιδίως, στο άρθρο 17, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο.
25. Ωστόσο, προκειμένου να έχει νόημα η ευχέρεια των κρατών μελών κατά την εκτίμηση του δίκαιου χαρακτήρα της αποζημιώσεως, τα κράτη μέλη πρέπει να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν την έννοια της δικαιοσύνης για την οριοθέτηση του ύψους της αποζημιώσεως σύμφωνα με τις εθνικές αντιλήψεις τους περί δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν θίγουν τα αναγκαστικού δικαίου στοιχεία του συστήματος που καθιερώνει το άρθρο 17, παράγραφος 2, όπως σημειώθηκε ανωτέρω.
26. Η ερμηνεία της έννοιας της δικαιοσύνης κατά τρόπο που να αποκλείει την καταβολή αποζημιώσεων που υπερβαίνουν τις απολεσθείσες προμήθειες σαφώς δεν αντιβαίνει προς την υποχρέωση να λαμβάνονται υπόψη οι απολεσθείσες προμήθειες του αντιπροσώπου. Η οδηγία είναι επίσης σαφής ώστε, κατά την εκτίμηση του δίκαιου χαρακτήρα της αποζημιώσεως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις. Ωστόσο, ο περιορισμός των αποζημιώσεων στο ύψος των απολεσθεισών προμηθειών αντανακλά απλώς μια κρίση για τη σχετική σημασία των διαφορετικών περιστάσεων και όχι την απόφαση να αγνοηθούν περιστάσεις που οφείλουν να ληφθούν υπόψη και δεν πρέπει, καταρχήν, να θεωρείται ως παράβαση της οδηγίας.
27. Η άποψη αυτή ουδόλως αντίκειται, αυτή καθαυτή, προς την αξιοκρατική απαίτηση για σύνδεση της αποζημιώσεως με τα μελλοντικά κέρδη του εντολέα, υπό την προϋπόθεση ότι η έννοια των απολεσθεισών προμηθειών ερμηνεύεται κατά τρόπο που καθιστά δυνατή τη συνεκτίμηση των εν λόγω κερδών. Σε πολλές περιπτώσεις, το ύψος των προμηθειών που απώλεσε ο αντιπρόσωπος κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσεως θα αντανακλά τα κέρδη του εντολέα. Ωστόσο, αυτό μπορεί να μην ισχύει πάντα. Σύμφωνα με την έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 17, και όπως επιβεβαιώθηκε από τον δικηγόρο της εναγομένης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το γερμανικό σύστημα υπολογίζει, για τον καθορισμό της αποζημιώσεως, τις απολεσθείσες προμήθειες του αντιπροσώπου βάσει των προμηθειών που αυτός έλαβε κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών πριν από τη λύση της συμβατικής σχέσεώς του. Οι προμήθειες που εισπράχθηκαν κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα της συμβατικής σχέσεως αποτελούν συνήθως έναν καλό δείκτη των κερδών του εντολέα και των προμηθειών που απώλεσε ο αντιπρόσωπος μετά τη λύση της συμβάσεώς του. Εντούτοις, σύμφωνα με το σύστημα που καθιερώνει το άρθρο 17, παράγραφος 2, η αποζημίωση πρέπει να υπολογίζεται σε σχέση με τα μελλοντικά κέρδη του εντολέα και τις ζημίες του αντιπροσώπου. Η διατύπωση του άρθρου 17, παράγραφος 2, καθιστά σαφές ότι αυτός ο μελλοντικός προσανατολισμός είναι επιβεβλημένος. Προγενέστερες προμήθειες μπορούν να αποτελέσουν απλώς απόδειξη αυτών των μελλοντικών κερδών και ζημιών.
28. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο υπολογισμός προγενέστερων προμηθειών ενδέχεται να μην αντανακλά τα πραγματικά μελλοντικά κέρδη και ζημίες, για παράδειγμα, όταν ο αντιπρόσωπος πραγματοποιεί μια μεγάλη και πετυχημένη εκστρατεία μάρκετινγκ λίγο πριν από τη λύση της συμβάσεως ή στην περίπτωση αυξήσεως της τιμής του προϊόντος που πωλείται για λογαριασμό του εντολέα αμέσως πριν ή μετά τη λύση της συμβάσεως (20). Στις περιπτώσεις αυτές, ο υπολογισμός της αποζημιώσεως βάσει της τελικής περιόδου της συμβάσεως πρέπει να αναπροσαρμόζεται έτσι ώστε να αντανακλά τα πραγματικά μελλοντικά κέρδη και ζημίες. Ο ορισμός των «απολεσθεισών προμηθειών» πρέπει, επομένως, να είναι αρκετά ευέλικτος ώστε να μπορεί να διασφαλίζει την καταβολή της αποζημιώσεως κατά τρόπο που να αντανακλά πράγματι τα μελλοντικά κέρδη και ζημίες του εντολέα και του αντιπροσώπου αντίστοιχα και πρέπει, επομένως, να είναι σε θέση να αντανακλά την τυχόν μεταβολή των περιστάσεων που υφίστανται πριν και μετά τη λύση της συμβάσεως. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να αποφασίσει αν, δεδομένου του επιβεβλημένου χαρακτήρα του μελλοντικού προσανατολισμού της διαδικασίας υπολογισμού της αποζημιώσεως, ο γερμανικός τρόπος υπολογισμού της αποζημιώσεως, ιδίως όσον αφορά τον ορισμό των «απολεσθεισών προμηθειών», είναι αρκετά ευέλικτος στο πλαίσιο αυτό.
Το δεύτερο ερώτημα
29. Το δεύτερο ερώτημα επικεντρώνεται στο ζήτημα αν, στην περίπτωση που ο εντολέας ανήκει σε όμιλο επιχειρήσεων, τα πλεονεκτήματα που αντλούν οι επιχειρήσεις του ομίλου αυτού πρέπει να θεωρούνται ότι αποτελούν τμήμα των πλεονεκτημάτων τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως του άρθρου 17 της οδηγίας.
30. Ο ενάγων υποστηρίζει ότι στα πλεονεκτήματα που διατηρεί ο εντολέας περιλαμβάνεται επίσης το γεγονός ότι η λιβυκή μητρική εταιρεία έχει κέρδη από τη θυγατρική της, τον εντολέα, ο οποίος τα χρησιμοποιεί για να αυξήσει τον κύκλο εργασιών του, να μειώσει τις φορολογικές υποχρεώσεις του και να αυξήσει τα κέρδη του.
31. Η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι ούτε το άρθρο 89b του HGB ούτε το άρθρο 17 της οδηγίας επιδιώκει να ρυθμίσει το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ θυγατρικών και μητρικών εταιρειών. Τα ερωτήματα αυτά μπορεί να συνδέονται με το ζήτημα του δίκαιου χαρακτήρα της αποζημιώσεως αλλά εναπόκειται στις εθνικές αρχές, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειάς τους, να αποφασίσουν αν και κατά πόσο πρέπει να ληφθούν υπόψη τα κέρδη άλλων εταιρειών ενός ομίλου ιδιοκτησίας των κυρίων του εντολέα.
32. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι για τον υπολογισμό των πλεονεκτημάτων που αντλεί ο εντολέας για τους σκοπούς του άρθρου 17 δεν απαιτείται, καταρχήν, να λαμβάνονται υπόψη άλλες εταιρείες του ιδίου ιδιοκτήτη, εκτός αν στις συμβατικές υποχρεώσεις του αντιπροσώπου περιλαμβάνεται επίσης η υποχρέωση δημιουργίας ή ανάπτυξης εμπορικών σχέσεων τρίτων με άλλες εταιρείες του ιδίου ομίλου. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα σχετικά πλεονεκτήματα για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως το άρθρου 17, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, είναι όσα συνδέονται με συναλλαγές που ο αντιπρόσωπος πέτυχε με νέους πελάτες ή συναλλαγές που υπήρξαν αποτέλεσμα της εκ μέρους του αντιπροσώπου αναπτύξεως επιχειρηματικών σχέσεων με υφιστάμενους πελάτες. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, επικεντρώνεται στις συμβατικές σχέσεις. Καθόσον η αποζημίωση συνδέεται με τις εν λόγω διαδικασίες αποκτήσεως νέων πελατών για λογαριασμό του εντολέα ή αυξήσεως των επιχειρηματικών σχέσεων με προϋφιστάμενους πελάτες του εντολέα, δεν υπάρχει λόγος να λαμβάνονται υπόψη άλλα πλεονεκτήματα πλην εκείνων που αντλεί ο ίδιος ο εντολέας, εκτός αν οι υποχρεώσεις του αντιπροσώπου επεκτείνονται και στη διεκπεραίωση παρόμοιων εργασιών για άλλες εταιρείες που ανήκουν στη μητρική εταιρεία του εντολέα.
33. Η εναγόμενη ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η παροχή στον αντιπρόσωπο της δυνατότητας να προβάλλει αξιώσεις στηριζόμενες στα κέρδη επιχειρήσεων με τις οποίες δεν έχει καμία συμβατική σχέση ενέχει τον κίνδυνο ανεξέλεγκτων και ανώμαλων αποτελεσμάτων και υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει λόγος ο μισθωτής ενός πρατηρίου υγρών καυσίμων στη Γερμανία να έχει πρόσβαση στα κέρδη μιας μητρικής εταιρείας που ασχολείται με την εκμετάλλευση πετρελαίου στη Λιβύη.
34. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, μολονότι ο εν γένει υπολογισμός των πλεονεκτημάτων για τους σκοπούς του άρθρου 17 πρέπει να περιορίζεται στα οφέλη που αντλεί ο εντολέας, η αναγκαιότητα τήρησης των αρχών της αγαστής συνεργασίας και της καλής πίστεως που καθιερώνει το άρθρο 4 της οδηγίας σημαίνει ότι βασίμως υποστηρίζεται ότι, όταν ο εντολέας επιχειρεί να περιορίσει την καταβλητέα αποζημίωση, αποδίδοντας σε άλλες εταιρείες του ομίλου κέρδη που απορρέουν από τη δραστηριότητα του αντιπροσώπου, πρέπει να είναι δυνατή η αντίκρουση της εν λόγω προσβολής των αρχών της αγαστής συνεργασίας και της καλής πίστεως. Ωστόσο, όπως σημειώνει η ίδια η κυβέρνηση αυτή, αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την υποβολή αιτήματος αποζημιώσεως.
35. Καθίσταται σαφές ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, επικεντρώνεται, καταρχάς, σε δραστηριότητες που ωφελούν τον εντολέα, οι οποίες απορρέουν από δραστηριότητες του αντιπροσώπου βάσει της μεταξύ τους συναφθείσας συμβάσεως. Η διατύπωση της οδηγίας παραπέμπει ρητώς στους πελάτες του εντολέα και στα πλεονεκτήματα που αυτός αντλεί. Δεν κάνει λόγο για τυχόν άλλα πλεονεκτήματα δυνάμενα να ληφθούν υπόψη. Η κοινοτική νομοθεσία θα μπορούσε να έχει επιλέξει να συμπεριλάβει πλεονεκτήματα που αντλούν άλλες εταιρείες με τις οποίες συνδέεται ο εντολέας, αλλά φαίνεται πως δεν επέλεξε κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, η συμβατική προέλευση του δικαιώματος αποζημιώσεως συνηγορεί κατά της αναγνωρίσεως δικαιωμάτων αποζημιώσεως απορρεόντων από πρόσωπα με τα οποία ο αντιπρόσωπος δεν διατηρεί καμία συμβατική σχέση.
36. Αφετέρου, τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη «όλες τις περιστάσεις» κατά την εκτίμηση του δίκαιου χαρακτήρα της καταβλητέας αποζημιώσεως. Ωστόσο, στις «περιστάσεις» δεν μπορεί να συγκαταλέγονται, στην περίπτωση αυτή, όλα τα πιθανά γεγονότα αλλά μόνον οι παράγοντες που συνδέονται με τη συμβατική σχέση εντολέα και αντιπροσώπου. Κατά πόσο ο αντιπρόσωπος μιας θυγατρικής εταιρείας μπορεί να θεωρηθεί ότι συνδέεται με τη μητρική εταιρεία της λόγω της συμβάσεως που τον συνδέει με τον εντολέα του είναι ζήτημα το οποίο θα κριθεί βάσει του εθνικού δικαίου και λαμβανομένης υπόψη, κατά περίπτωση, της συγκεκριμένης συμβατικής σχέσεως του αντιπροσώπου με τον εντολέα και των πιθανών δεσμών με τη μητρική εταιρεία. Αν το εθνικό δίκαιο δεν προβλέπει τέτοια σχέση μεταξύ αντιπροσώπου και μητρικής εταιρείας του εντολέα του, τα κέρδη που αντλεί η εν λόγω μητρική εταιρεία δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στις περιστάσεις που προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 2, στοιχείο α΄.
37. Οι παράγοντες αυτοί συνηγορούν κατά του συμπεράσματος ότι η οδηγία απαιτεί να λαμβάνονται υπόψη, κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως για τους σκοπούς του άρθρου 17, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, τα πλεονεκτήματα που αντλούν άλλες εταιρείες του ιδίου ομίλου στον οποίο ανήκει ο εντολέας.
III – Πρόταση
38. Κατόπιν των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα από το εθνικό δικαστήριο ερωτήματα ως εξής:
«1) Εθνική νομοθεσία η οποία περιορίζει την καταβλητέα σε εμπορικούς αντιπροσώπους αποζημίωση στο ποσό των προμηθειών που αυτοί απώλεσαν μετά τη λύση της συμβατικής σχέσεώς τους με τον εντολέα τους δεν είναι αυτή καθαυτή ασυμβίβαστη προς την αξιοκρατική και επικεντρωμένη στο μέλλον μέθοδο που απαιτεί το σύστημα του άρθρου 17, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), υπό την προϋπόθεση ότι η μέθοδος υπολογισμού των απολεσθεισών προμηθειών αντανακλά το πραγματικό ύψος των απολεσθεισών προμηθειών κατά τον μετά τη λύση της συμβατικής σχέσεως χρόνο, λαμβάνοντας υπόψη τα οφέλη που αντλεί ο εντολέας από τη δραστηριότητα του αντιπροσώπου.
2) Το άρθρο 17, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 86/653 δεν απαιτεί για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως να λαμβάνονται υπόψη τα πλεονεκτήματα που αντλούν άλλες εταιρείες μέλη ενός ευρύτερου ομίλου εταιρειών, με τις οποίες ο αντιπρόσωπος δεν διατηρεί καμία συμβατική σχέση.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ L 382, σ. 17.
3 – Βλ. Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Έκθεση για την εφαρμογή του άρθρου 17 της οδηγίας του Συμβουλίου για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες) (86/653/ΕΟΚ), Βρυξέλλες, 23.07.1996 COM(96) 364 τελικό, σ. 1-3.
4 – Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981, 244/80, Foglia (Συλλογή 1981, σ. 3045, σκέψη 18).
5 – Απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑467/04, Gasparini κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑9199).
6 – Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑422/93, C‑423/93 και 424/93 (Συλλογή 1995, σ. I‑01567).
7 – Όπ.π. σκέψεις 28 και 29.
8 – Απόφαση της 16ης Ιουλίου 1998, C-264/96, ICI (Συλλογή 1998, σ. Ι-4695, σκέψη 15).
9 – Όπ.π.
10 – Απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, C‑194/94 (Συλλογή 1996, σ. I‑2201).
11 – Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2000, C‑381/98, Ingmar (Συλλογή 2000, σ. I‑6007, σκέψεις 21 και 22).
12 – Απόφαση της 23ης Μαρτίου 2006, C‑465/04 (Συλλογή 2006, σ. Ι-2879).
13 – Όπ.π. σκέψη 28.
14 – Όπ.π. σκέψη 34.
15 – Απόφαση Ingmar, σκέψη 21.
16 – Απόφαση Honyvem Informazioni Commerciali, σκέψη 36.
17 – Αυτοί είναι οι σκοποί που παρατίθενται στο προοίμιο της οδηγίας.
18 – Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση Honyvem Informazioni Commerciali, σημείο 41.
19 – Απόφαση Honyvem Informazioni Commerciali, σκέψη 29.
20 – Αν αυτό δεν ληφθεί υπόψη, ενδέχεται να ενθαρρυνθεί ακόμη και η καιροσκοπική συμπεριφορά του εντολέα ως προς την επιλογή του χρόνου λύσεως της συμβάσεως.
Full & Egal Universal Law Academy