ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 18ης Νοεμβρίου 2008 (1)
Υπόθεση C‑350/07
Kattner Stahlbau GmbH
κατά
Maschinenbau- und Metall- Berufsgenossenschaft
[αίτηση του Sächsisches Landessozialgericht (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Ανταγωνισμός – Υποχρεωτική υπαγωγή σε φορέα ασφαλίσεως κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών – Χαρακτηρισμός του φορέα αυτού ως επιχειρήσεως – Όρια της αρμοδιότητας των κρατών μελών να διαρρυθμίζουν τα συστήματά τους κοινωνικής ασφαλίσεως – Συμμόρφωση προς το κοινοτικό δίκαιο – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών»
1. Το Sächsisches Landessozialgericht (Γερμανία) ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί αν ένας φορέας όπως το Maschinenbau- und Metall- Berufsgenossenschaft (στο εξής: MMB), το οποίο παρέχει ασφάλιση κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η υποχρεωτική κατά το γερμανικό δίκαιο υπαγωγή ορισμένων εργοδοτών σε φορέα όπως το MMB (2) αντιβαίνει στις διατάξεις της Συνθήκης και, ειδικότερα, στις διατάξεις περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, τόσο από απόψεως παρέχοντος όσο και από απόψεως αποδέκτη.
I – Εθνική νομοθεσία
2. Το έβδομο κεφάλαιο του γερμανικού κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως (Sozialgesetzbuch) αφορά την υποχρεωτική ασφάλιση κατά των ατυχημάτων (στο εξής: SGB VII) (3). Το άρθρο 152 του SGB VII, το οποίο φέρει τον τίτλο «Κατανομή», ορίζει τα εξής:
«1. Οι εισφορές καθορίζονται βάσει κατανομής μεταξύ των υπόχρεων μετά τη λήξη του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η υποχρέωση καταβολής της εισφοράς. Η κατανομή πρέπει να καλύπτει τις ανάγκες του προηγούμενου έτους, περιλαμβανομένων των χρηματικών ποσών που απαιτούνται για τη δημιουργία αποθεματικού. Επιπλέον εισφορές εισπράττονται μόνο για να τροφοδοτηθεί ο λογαριασμός εκμεταλλεύσεως.»
3. Το άρθρο 153 του SGB VII, το οποίο φέρει τον τίτλο «Βάση υπολογισμού», προβλέπει ότι:
«1. Οι εισφορές υπολογίζονται, εκτός αν ορίζουν άλλως οι κατωτέρω διατάξεις, βάσει των οικονομικών αναγκών (ποσό προς κατανομή), των αποδοχών των ασφαλισμένων και των κατηγοριών κινδύνου ατυχήματος και ασθένειας.
2. Οι αποδοχές των ασφαλισμένων λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό μέχρι του ποσού των καθορισμένων ως ανώτατων ετήσιων αποδοχών.
3. Ο κανονισμός λειτουργίας του φορέα μπορεί να προβλέπει ως κατώτατο όριο υπολογισμού τις κατώτατες ετήσιες αποδοχές ασφαλισμένου που έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του. Σε περίπτωση κατά την οποία ασφαλισμένος δεν εργάσθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή δεν εργάσθηκε κατά πλήρη απασχόληση, ως βάση υπολογισμού λαμβάνεται το αντίστοιχο ποσοστό του ποσού αυτού.
4. Κατά τον υπολογισμό των εισφορών, είναι δυνατό να μη ληφθεί υπόψη, εν όλω ή εν μέρει, ο βαθμός κινδύνου ατυχήματος και ασθένειας αναλόγως των δραστηριοτήτων επιχειρήσεως, στο μέτρο που οι δαπάνες για συντάξεις, επιδόματα λόγω θανάτου και αποζημιώσεις αφορούν:
1. ατυχήματα ή ασθένειες σε επιχειρήσεις οι οποίες έπαυσαν να λειτουργούν τέσσερα τουλάχιστον έτη πριν από το τρέχον έτος, ή
2. ατυχήματα που διαπιστώθηκαν ή ασθένειες που διαγνώσθηκαν για πρώτη φορά τέσσερα τουλάχιστον έτη πριν από το τρέχον έτος.
Το συνολικό ποσό των δαπανών που κατανέμονται μεταξύ των επιχειρήσεων χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός κινδύνου αναλόγως των δραστηριοτήτων επιχειρήσεως δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30 % του συνόλου των δαπανών για συντάξεις, επιδόματα λόγω θανάτου και αποζημιώσεις. Οι σχετικές εκτελεστικές διατάξεις καθορίζονται από τον κανονισμό λειτουργίας.»
4. Το άρθρο 157 του SGB VII, το οποίο φέρει τον τίτλο «Κλίμακα κινδύνου ατυχήματος και ασθένειας», ορίζει ότι:
«1. Ο φορέας ασφαλίσεως κατά των ατυχημάτων καθορίζει αυτοτελώς κλίμακα κινδύνου ατυχήματος και ασθένειας. Η κλίμακα πρέπει να περιλαμβάνει κατηγορίες κινδύνου έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η διαβάθμιση των καταβλητέων εισφορών. […]
2. Η κλίμακα κινδύνου περιλαμβάνει κατηγορίες, αναλόγως των κινδύνων που διατρέχουν οι ασφαλισμένοι και λαμβανομένης υπόψη της κατανομής των ασφαλιστικών κινδύνων. […]
3. Οι εισφορές που αντιστοιχούν σε κάθε κατηγορία κινδύνου υπολογίζονται βάσει της σχέσεως μεταξύ παροχών και αποδοχών.
[…]»
5. Το άρθρο 176 του SGB VII, το οποίο φέρει τον τίτλο «Υποχρέωση αναλογικής κατανομής των ασφαλιστικών βαρών», ορίζει:
«1. Εφόσον
1) οι δαπάνες ενός ασφαλιστικού ταμείου για συντάξεις υπερβαίνουν κατά 4,5 φορές τον μέσο όρο των αντίστοιχων δαπανών των ασφαλιστικών ταμείων,
2) οι δαπάνες για συντάξεις ενός ασφαλιστικού ταμείου, το οποίο κατανέμει μεταξύ των επιχειρήσεων κατ’ ελάχιστο όριο το 20 % και κατά μέγιστο όριο το 30 % των δαπανών του για την καταβολή συντάξεων, επιδομάτων λόγω θανάτου και αποζημιώσεων χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός κινδύνου, βάσει του άρθρου 153, παράγραφος 4, υπερβαίνουν το τριπλάσιο του μέσου όρου των αντίστοιχων δαπανών των ασφαλιστικών ταμείων, ή
3) οι δαπάνες ενός ασφαλιστικού ταμείου για την καταβολή αποζημιώσεων υπερβαίνουν το πενταπλάσιο του μέσου όρου των αντίστοιχων δαπανών των ασφαλιστικών ταμείων,
το επιπλέον ποσό δαπανών κατανέμεται αναλογικά μεταξύ των ασφαλιστικών ταμείων. Εφόσον το κατά την ανωτέρω περίπτωση 2 ποσό που πρέπει να κατανεμηθεί υπερβαίνει το ποσό το οποίο κατανέμει το ασφαλιστικό ταμείο μεταξύ των επιχειρήσεων χωρίς να λαμβάνει υπόψη τον βαθμό κινδύνου ανά δραστηριότητα επιχειρήσεως, αφαιρείται το δεύτερο αυτό ποσό από το ποσό προς κατανομή.»
II – Η διαφορά της κύριας δίκης και η απόφαση περί παραπομπής
6. Η Kattner Stahlbau GmbH (στο εξής: Kattner) είναι γερμανικού δικαίου εταιρία περιορισμένης ευθύνης, η οποία ιδρύθηκε στις 13 Νοεμβρίου 2003 και άρχισε να ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα από 1ης Ιανουαρίου 2004. Με την από 27 Ιανουαρίου 2004 επιστολή το MMB γνωστοποίησε στην Kattner ότι αποτελεί τον κατά νόμο αρμόδιο φορέα ασφαλίσεως κατά των ατυχημάτων όσον αφορά την εν λόγω εταιρία. Η Kattner εγγράφηκε, βάσει του άρθρου 136 του SGB VII, ως το υπ’ αριθ. 600212360 μέλος του ταμείου. Το επίμαχο έγγραφο περιείχε επίσης απόφαση περί υπαγωγής της Kattner στο MMB.
7. Με το από 1ης Νοεμβρίου 2004 έγγραφο η Kattner γνωστοποίησε στο MMB την εκ μέρους της καταγγελία της υποχρεωτικής υπαγωγής της στον εν λόγω φορέα, από το τέλος του 2004. Κατά την απόφαση περί παραπομπής, η Kattner είχε την πρόθεση να συνάψει με ιδιωτική εταιρία σύμβαση ασφαλίσεως κατά των προαναφερθέντων κινδύνων.
8. Με το από 15 Νοεμβρίου 2004 έγγραφο το MMB γνωστοποίησε στην Kattner ότι, βάσει των διατάξεων του SGB VII, αποτελεί για την εταιρία αυτή τον εκ του νόμου αρμόδιο φορέα ασφαλίσεως κατά των ατυχημάτων. Νομικώς, η καταγγελία της υπαγωγής της εταιρίας ή η λήξη της ασφαλιστικής σχέσεως δεν ήταν δυνατή. Ως εκ τούτου, το αίτημα της Kattner να παύσει η υπαγωγή της στο MMB απορρίφθηκε. Το έγγραφο της 15ης Νοεμβρίου 2004 επιβεβαιώθηκε με την από 20 Απριλίου 2005 απόφαση του MMB, καθώς και με απόφαση του Sozialgericht Leipzig, της 21ης Νοεμβρίου 2005.
9. Κατά την απόφαση περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, η Kattner, με την έφεση που άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ισχυρίζεται ότι η υποχρεωτική υπαγωγή της στο MMB αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο, καθόσον περιορίζει την ελευθερία της ως αποδέκτριας υπηρεσιών. Η Kattner προσκόμισε τη γραπτή προσφορά δανικής ασφαλιστικής εταιρίας, κατά την οποία η εταιρία αυτή θα παρείχε στην Kattner ασφαλιστική κάλυψη, σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο περί ασφαλίσεως κατά των ατυχημάτων, κατά των εργατικών ατυχημάτων, των επαγγελματικών ασθενειών και των ατυχημάτων κατά τη μετάβαση προς και την επιστροφή από τον τόπο εργασίας με τους ίδιους όρους που παρείχε την κάλυψη αυτή το MMB. Επιπλέον, οι παροχές της εταιρίας αντιστοιχούν επακριβώς στις παροχές που προβλέπει ο πίνακας παροχών που έχει καταρτίσει η Deutsche Gesetzliche Unfallversicherung (γερμανική Ένωση Φορέων Εκ του Νόμου Ασφαλίσεως κατά των Ατυχημάτων). Η Kattner ισχυρίζεται ότι «η αποκλειστικότητα της οποίας απολαύει το MMB όσον αφορά την παροχή ασφαλιστικής καλύψεως «αντιβαίνει στα άρθρα 82 ΕΚ και 86 ΕΚ, ο δε περιορισμός του ανταγωνισμού δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Το αυτό ισχύει και όσον αφορά τον συνακόλουθο περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά το άρθρο 49 ΕΚ επ. Κανένας επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος δεν δικαιολογεί τη μονοπωλιακή θέση που κατέχουν οι γερμανικοί φορείς ασφαλίσεως κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών στους αντίστοιχους τομείς αρμοδιότητάς τους.»
10. Κατά το αιτούν δικαστήριο, υφίστανται διαφορές θεμελιώδους σημασίας μεταξύ του γερμανικού και του ιταλικού συστήματος εκ του νόμου ασφαλίσεως κατά των εργατικών ατυχημάτων και, συνεπώς, η απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Cisal (4) δεν καθιστά δυνατή την επίλυση όλων των ζητημάτων τα οποία είναι ουσιώδη για την υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά το δεύτερο σημείο της περιλήψεως της αποφάσεως Cisal, «στην έννοια της επιχειρήσεως, όπως ορίζεται στα [άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ], δεν εμπίπτει οργανισμός στον οποίο έχει ανατεθεί νομοθετικώς η διαχείριση του συστήματος ασφαλίσεως κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, εφόσον το ύψος των παροχών και των εισφορών υπόκεινται στην εποπτεία του κράτους, η δε υποχρεωτική υπαγωγή που χαρακτηρίζει αυτό το ασφαλιστικό σύστημα είναι εκ των ων ουκ άνευ για τη χρηματοοικονομική του ισορροπία καθώς και για την εφαρμογή της αρχής της αλληλεγγύης, η οποία προϋποθέτει ότι οι παροχές προς τον ασφαλισμένο δεν είναι ανάλογες προς τις εισφορές που αυτός καταβάλλει
Ο οργανισμός αυτός εκπληρώνει μια αποστολή αποκλειστικά κοινωνικού χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, η δραστηριότητά του δεν είναι οικονομική κατά την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού».
11. Κατά το αιτούν δικαστήριο, είναι αμφίβολο αν το MMB «αποτελεί οργανισμό στον οποίο έχει ανατεθεί νομοθετικώς η διαχείριση του συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών». Επίσης, μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ του ιταλικού και του γερμανικού συστήματος έγκειται στο γεγονός ότι, κατά το αιτούν δικαστήριο, το Istituto nazionale per l’assicurazione contro gli infortuni sul lavoro (INAIL), το οποίο αφορούσε η υπόθεση Cisal, έχει μονοπωλιακή θέση, ενώ το γερμανικό σύστημα εκ του νόμου ασφαλίσεως κατά των ατυχημάτων είναι διαρθρωμένο ως ολιγοπώλιο. Επιπροσθέτως, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι στο MMB δεν έχει ανατεθεί η διαχείριση του συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, αλλά αυτό παρέχει απευθείας την εν λόγω ασφαλιστική κάλυψη. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η «διαχειριστική δραστηριότητα» του MMB είναι κατ’ ουσία παρεμφερής με αυτή των επιχειρήσεων, ιδίως δε με τη δραστηριότητα των ασφαλιστικών εταιριών.
12. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sächsisches Landessozialgericht αποφάσισε, με απόφαση της 24ης Ιουλίου 2004, να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αποτελεί το [MMB] επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ;
2) Αντιβαίνει στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου η υποχρεωτική υπαγωγή της [Kattner] στο [MMB];»
III – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
13. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Kattner, το MMB, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Δεν ζητήθηκε και δεν πραγματοποιήθηκε επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
IV – Παραδεκτό
14. Προβλήθηκαν πλείονες ενστάσεις απαραδέκτου όσον αφορά τα ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Sächsisches Landessozialgericht.
15. Πρώτον, κατά το MMB και την Επιτροπή, το Δικαστήριο μπορεί απλώς να ερμηνεύει το κοινοτικό δίκαιο, συνεπώς δεν μπορεί να αποφαίνεται αν ορισμένο εθνικό δίκαιο ή εθνικά μέτρα είναι συμβατά με το κοινοτικό δίκαιο. Συναφώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι το πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο χρήζει αναδιατυπώσεως, καθόσον με αυτό ζητείται η ερμηνεία του εθνικού δικαίου, ενώ δεν διευκρινίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες ένας φορέας όπως το MMB μπορεί, κατά το αιτούν δικαστήριο, να αποτελεί επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ. Πάντως, οι περιπτώσεις αυτές παρατίθενται στο σώμα της αποφάσεως περί παραπομπής.
16. Πρέπει να υπομνησθεί καταρχάς ότι, στο πλαίσιο της κατ’ άρθρο 234 ΕΚ διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να προβεί σε εφαρμογή των κανόνων του κοινοτικού δικαίου επί συγκεκριμένης περιπτώσεως και, συνεπώς, να αποφανθεί περί του αν διατάξεις του εθνικού δικαίου είναι συμβατές με κοινοτική διάταξη. Δύναται, πάντως, να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο κάθε ερμηνευτικό στοιχείο που αφορά το κοινοτικό δίκαιο και το οποίο είναι, ενδεχομένως, χρήσιμο για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων των διατάξεων του εθνικού δικαίου (5).
17. Φρονώ ότι, με το πρώτο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να προβεί σε εφαρμογή των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ επί συγκεκριμένης περιπτώσεως. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο πρέπει να αναδιατυπώσει το πρώτο ερώτημα που του υποβλήθηκε (6). Πρέπει, συνεπώς να γίνει δεκτό ότι με το πρώτο ερώτημα ερωτάται αν φορέας που παρέχει ασφάλιση κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, όπως το MMB, εμπίπτει στην έννοια της επιχειρήσεως σύμφωνα με τα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ. Επιπλέον, φρονώ ότι τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο με την απόφασή του, όπως συμπληρώθηκαν με τις γραπτές παρατηρήσεις της Kattner, του MMB, της Γερμανικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, είναι επαρκή όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά και την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική νομοθεσία προκειμένου το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού από απόψεως των ζητημάτων που ανακύπτουν στην υπόθεση της κύριας δίκης.
18. Δεύτερον, όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η Επιτροπή θεωρεί ότι το αιτούν δικαστήριο δεν προσδιόρισε επακριβώς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου των οποίων είναι αναγκαία η ερμηνεία από το Δικαστήριο.
19. Μολονότι με το δεύτερο ερώτημα δεν προσδιορίζονται οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου των οποίων απαιτείται η ερμηνεία, από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου στο σύνολό της προκύπτει σαφώς ότι το δικαστήριο αυτό ερωτά αν τα άρθρα 49 ΕΚ επ., 82 ΕΚ και 86 ΕΚ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν την υποχρεωτική υπαγωγή μιας επιχειρήσεως όπως η Kattner σε φορέα όπως το MMB.
20. Τρίτον, κατά το MMB, τα ερωτήματα που υπέβαλε το Sächsisches Landessozialgericht στο Δικαστήριο δεν επιδέχονται «χρήσιμη» για το αιτούν δικαστήριο απάντηση, καθόσον αυτό δεν μπορεί να ακυρώσει την υπαγωγή της Kattner στο MMB. Η υπαγωγή της Kattner στο MMB μπορεί να παύσει μόνον αν ακυρωθεί ή τροποποιηθεί η απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2004 περί υπαγωγής, η οποία δεν έχει προσβληθεί.
21. Κατά πάγια νομολογία, η διαδικασία του άρθρου 234 ΕΚ αποτελεί μέσο συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων. Στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Εντούτοις, εναπόκειται στο Δικαστήριο, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να εξετάζει τις συνθήκες υπό τις οποίες υποβλήθηκαν ερωτήματα από το εθνικό δικαστήριο, προκειμένου να ελέγξει την αρμοδιότητά του και, ειδικότερα, να αποφανθεί αν η ζητούμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου έχει σχέση με το υποστατό και το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην είναι υποχρεωμένο να διατυπώνει συμβουλευτικές γνώμες επί γενικών και υποθετικών ερωτημάτων. Εφόσον προκύπτει ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι προδήλως άσχετο με την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς, το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως (7).
22. Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά κυρίως τη νομιμότητα της υποχρεωτικής υπαγωγής στο MMB, την οποία επιβάλλει το εθνικό δίκαιο στην Kattner, καθόσον το αιτούν δικαστήριο διατηρεί επιφυλάξεις ως προς το αν η υπαγωγή αυτή είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, η ζητούμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου έχει σχέση με τα πραγματικά περιστατικά και το αντικείμενο της κύριας δίκης και, συνεπώς, δεν είναι προδήλως άσχετη με την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς.
23. Φρονώ, συνεπώς, ότι οι προβληθείσες ενστάσεις απαραδέκτου πρέπει να απορριφθούν.
V – Επί της ουσίας
Α – Επί του πρώτου ερωτήματος
1. Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
24. Η Kattner ισχυρίζεται ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση και ότι, επομένως, ένα ασφαλιστικό ταμείο όπως το MMB πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ.
25. Αντιθέτως προς το ιταλικό σύστημα ασφαλίσεως, το οποίο αφορούσε η υπόθεση Cisal, στη Γερμανία το ύψος των παροχών και των εισφορών δεν καθορίζεται από τον νόμο, αλλά σύμφωνα με το καταστατικό ή τον κανονισμό λειτουργίας κάθε ασφαλιστικού ταμείου. Βεβαίως η βάση υπολογισμού των εισφορών καθορίζεται από τον νόμο, η Kattner, όμως, θεωρεί ότι τα κριτήρια αυτά παρέχουν στα ασφαλιστικά ταμεία ευρεία διακριτική ευχέρεια. Η Kattner επισημαίνει ότι η νομοθεσία ουδόλως επηρεάζει τις κατ’ άρθρο 152 του SGB VII οικονομικές ανάγκες ενός ασφαλιστικού ταμείου για το προηγούμενο έτος ή τις αποδοχές των ασφαλισμένων. Μολονότι για τον υπολογισμό των εισφορών ισχύει ανώτατο όριο όσον αφορά τις αποδοχές των ασφαλισμένων (8), το αρμόδιο ασφαλιστικό ταμείο μπορεί, βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του SGB VII, να αυξήσει αυτό το όριο. Πράγματι, όλα τα γερμανικά ασφαλιστικά ταμεία έκαναν χρήση αυτής της δυνατότητας. Επιπλέον, τα ασφαλιστικά ταμεία μπορούν, βάσει του άρθρου 153, παράγραφος 3, του SGB VII, να θέσουν ως κατώτατο όριο υπολογισμού των εισφορών τις κατώτατες ετήσιες αποδοχές. Πάντως, η διάταξη αυτή είναι εξ ορισμού προαιρετική. Εξάλλου, μολονότι ο νόμος δεν προβλέπει κατώτατη εισφορά, το άρθρο 161 του SGB VII παρέχει τη δυνατότητα εισπράξεως ενιαίας κατώτατης εισφοράς, της οποίας έκαναν χρήση σχεδόν όλα τα γερμανικά ασφαλιστικά ταμεία. Η Kattner υποστηρίζει επίσης ότι από το γράμμα του άρθρου 157 του SGB VII προκύπτει σαφώς ότι ο καθορισμός της κλίμακας κινδύνου εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του οικείου ασφαλιστικού ταμείου και υπόκειται σε περιορισμένο μόνον δικαστικό έλεγχο. Κατά το άρθρο 158 του SGB VII, η κλίμακα κινδύνου την οποία έχει καθορίσει ένα ασφαλιστικό ταμείο υποβάλλεται προς έγκριση στην αρμόδια εποπτεύουσα αρχή. Πάντως, η έγκριση αυτή είναι πράξη καθαρά τυπικού χαρακτήρα και δεν παρέχεται σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις. Επιπλέον, το γεγονός ότι βάσει του άρθρου 162 του SGB VII είναι δυνατή η εκ μέρους ασφαλιστικού ταμείου είσπραξη επιπλέον ασφαλίστρων, ή η παροχή από αυτό εκπτώσεων και πριμοδοτήσεων καταδεικνύει ότι οι εισφορές δεν αποτελούν αντικείμενο κρατικής ρυθμίσεως.
26. Όσον αφορά τις παροχές προς τους ασφαλισμένους, το ύψος των παροχών αυτών καθορίζεται κυρίως από τα ασφαλιστικά ταμεία και όχι νομοθετικώς. Μολονότι τα άρθρα 26 επ. και 81 επ. του SGB VII καθορίζουν γενικώς τις παροχές που πρέπει να προσφέρουν τα ασφαλιστικά ταμεία, καμία διάταξη νόμου δεν καθορίζει το ύψος των παροχών αυτών. Για παράδειγμα, ένα ασφαλιστικό ταμείο μπορεί, βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 2, του SGB VII, να αυξήσει το ύψος των ανώτατων ετήσιων αποδοχών, οι οποίες χρησιμοποιούνται ως βάση υπολογισμού για την καταβολή ορισμένων παροχών.
27. Η Kattner διατείνεται ότι τα σχετικά με την αρχή της αλληλεγγύης στοιχεία του γερμανικού συστήματος δεν επαρκούν για να γίνει δεκτό ότι τα ασφαλιστικά ταμεία δεν αποτελούν επιχειρήσεις κατά την έννοια των άρθρων 81 ΕΚ επ. Συναφώς, η Kattner επισημαίνει, πρώτον, ότι κατά την απόφαση Cisal, ο κοινωνικός σκοπός ενός συστήματος ασφαλίσεως καταδεικνύεται από το γεγονός ότι οι παροχές καταβάλλονται ακόμη και αν οι οφειλόμενες εισφορές δεν έχουν καταβληθεί. Εντούτοις, το γεγονός ότι ένα σύστημα ασφαλίσεως επιδιώκει κοινωνικό σκοπό δεν αρκεί αφεαυτού για να αποκλεισθεί η πιθανότητα να χαρακτηρισθεί η οικεία δραστηριότητα ως οικονομική. Κατά την Kattner, ελλείψει στοιχείων σχετικά με το ύψος των εισφορών που δεν έχουν καταβληθεί, αυτό το στοιχείο αλληλεγγύης δεν έχει καθοριστική σημασία. Επίσης, οι εισφορές που δεν έχουν καταβληθεί μπορεί να εισπραχθούν μελλοντικά από τα ταμείο. Δεύτερον, η Kattner θεωρεί ότι, κατά το άρθρο 157 του SGB VII, οι εισφορές υπολογίζονται κυρίως βάσει του πραγματικού κινδύνου να συμβεί ατύχημα και όχι βάσει γενικών κριτηρίων. Τρίτον, η Kattner ισχυρίζεται ότι, αντιθέτως προς την υπόθεση Cisal –όπου το ύψος των παροχών καθοριζόταν από τον ιταλικό νόμο και όπου οι παροχές αυτές καταβάλλονταν ανεξαρτήτως των εισφορών που είχαν εισπραχθεί και των χρηματοοικονομικών αποτελεσμάτων των επενδύσεων στις οποίες είχε προβεί το ασφαλιστικό ταμείο–, στη Γερμανία δεν υφίσταται ενδεχόμενο καταβολής παροχών που δεν καλύπτονται από τις εισφορές, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 152, παράγραφος 1, του SGB VII, οι εισφορές καθορίζονται βάσει κατανομής μετά τη λήξη του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η υποχρέωση καταβολής της εισφοράς. Τέταρτον, η Kattner επισημαίνει ότι στην υπόθεση Cisal το γεγονός ότι δεν υπήρχε άμεση σχέση μεταξύ των εισφορών που καταβάλλονται και των παροχών που προσφέρονται ήταν καθοριστικό για να γίνει δεκτό ότι το σύστημα ασφαλίσεως διέπεται από την αρχή της αλληλεγγύης. Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ εισφορών και παροχών στο γερμανικό σύστημα, η Kattner ισχυρίζεται ότι το γερμανικό δίκαιο δεν προβλέπει καμία απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής εισφορών σε περίπτωση κατά την οποία οι αποδοχές υπολείπονται ορισμένου κατώτατου ορίου. Επίσης, βάσει του άρθρου 161 του SGB VII, τα ασφαλιστικά ταμεία μπορούν να εισπράττουν ενιαία κατώτατη εισφορά. Η πλειονότητα των ασφαλιστικών ταμείων έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής, η οποία καθιστά δυνατή την εναρμόνιση των κατώτατων εισφορών και των ελάχιστων παροχών. Επιπροσθέτως, η υποχρέωση καταβολής ανώτατης εισφοράς μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι, κατά τον υπολογισμό των εισφορών, λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, το καθοριζόμενο από τον νόμο ανώτατο όριο ετήσιων αποδοχών. Πάντως, οι ανώτατες ετήσιες αποδοχές λαμβάνονται υπόψη και κατά τον υπολογισμό των παροχών, στοιχείο που διασφαλίζει ότι εισφορές και παροχές τελούν σε σχέση αναλογικότητας. Πέμπτον, η Kattner υποστηρίζει επίσης ότι η αρχή της αλληλεγγύης συνεπάγεται ότι οι επιχειρήσεις των οποίων οι δραστηριότητες ενέχουν υψηλό κίνδυνο ατυχήματος χρηματοδοτούνται από τις επιχειρήσεις για τις οποίες ο κίνδυνος ατυχήματος είναι χαμηλός. Η Kattner, όμως, ισχυρίζεται ότι οι γερμανικές διατάξεις περί αναλογικής κατανομής των ασφαλιστικών βαρών διασφαλίζουν απλώς τη διατήρηση του συστήματος και όχι την εφαρμογή της αρχής της αλληλεγγύης. Η Kattner επισημαίνει ότι η κατανομή αυτή συντελείται κυρίως εντός της ίδιας κατηγορίας επικινδυνότητας, ενώ η οποιαδήποτε κατανομή μεταξύ των διαφόρων κλάδων του αυτού ασφαλιστικού ταμείου ή μεταξύ ταμείων σκοπεί αποκλειστικά στη διατήρηση του συστήματος. Έκτον, η Kattner διατείνεται ότι, καθόσον είναι δυνατός ο διαχωρισμός παλαιοτέρων και πρόσφατων βαρών, δεν είναι απαραίτητη η διατήρηση του συστήματος της υποχρεωτικής υπαγωγής για την κάλυψη των παλαιοτέρων βαρών, των οποίων η σημασία βαίνει μειούμενη με την πάροδο του χρόνου.
28. Η Kattner ισχυρίζεται επίσης ότι ο τρόπος χρηματοδοτήσεως ενός φορέα δεν είναι καθοριστικός για τον χαρακτηρισμό του ως επιχειρήσεως κατά την έννοια των άρθρων 81 ΕΚ επ. Η Kattner, πάντως, υποστηρίζει ότι, μολονότι οι εισφορές για την υποχρεωτική ασφάλιση κατά των ατυχημάτων καθορίζονται βάσει κατανομής, το γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως λειτουργεί σε ορισμένο βαθμό και βάσει της αρχής της κεφαλαιοποιήσεως. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 164 του SGB VII και προκειμένου να εξασφαλισθεί η καταβολή των εισφορών, τα ασφαλιστικά ταμεία μπορούν, μεταξύ άλλων, να εισπράττουν προκαταβολικά εισφορές κατά τη διάρκεια του έτους με σκοπό την κάλυψη των ασφαλιστικών αναγκών. Συνεπώς, ο τρόπος χρηματοδοτήσεως των ταμείων αυτών δεν διαφέρει ουσιωδώς από αυτόν των ασφαλιστικών εταιριών του ιδιωτικού τομέα, όπου επίσης λαμβάνονται υπόψη οι προβλεπόμενες ετήσιες δαπάνες προκειμένου να υπολογισθούν οι εισφορές.
29. Το MMB, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν ότι ένα ασφαλιστικό ταμείο όπως το MMB δεν αποτελεί επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ. Φρονούν ότι, κατά την απόφαση Cisal, αυτά τα ασφαλιστικά ταμεία δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα, αλλά επιδιώκουν την επίτευξη αμιγώς κοινωνικών σκοπών και αποτελούν τμήμα του γερμανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Εξάλλου, οι εργαζόμενοι μπορούν να ασκούν τα δικαιώματα που τους παρέχονται βάσει του οικείου ασφαλιστικού συστήματος ανεξαρτήτως πταίσματος, ακόμη και ανεξαρτήτως καταβολής εργοδοτικών εισφορών. Το MMB και η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνουν ότι κανένας κίνδυνος δεν εξαιρείται από την οικεία ασφαλιστική κάλυψη. Το MMB και η Επιτροπή επισημαίνουν επίσης ότι αυτά τα γερμανικά ασφαλιστικά ταμεία δεν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα.
30. Το MMB, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι ο τρόπος εισπράξεως των ασφαλιστικών εισφορών και ο τρόπος καταβολής των παροχών καταδεικνύει ότι το επίμαχο σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως εφαρμόζει την αρχή της αλληλεγγύης.
31. Όσον αφορά τις εισφορές, το MMB επισημαίνει ότι κατά το άρθρο 150 του SGB VII, υπεύθυνος για την καταβολή τους είναι αποκλειστικά ο εργοδότης και όχι ο εργαζόμενος. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς τα ασφάλιστρα στον ιδιωτικό τομέα, τα οποία καθορίζονται βάσει των κινδύνων που αφορούν τον ασφαλισμένο, στο επίμαχο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως οι παράγοντες που επιτείνουν τον κίνδυνο, για παράδειγμα το ιατρικό ιστορικό του εργαζομένου, δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό των καταβλητέων εισφορών ή προκειμένου να αποκλεισθεί η καταβολή παροχών. Οι παροχές καταβάλλονται ανεξαρτήτως πταίσματος του εργοδότη ή συντρέχοντος πταίσματος του εργαζομένου και ανεξαρτήτως καταβολής των εισφορών.
32. Το MMB, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι το γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως κατά των ατυχημάτων χρηματοδοτείται σύμφωνα με την αρχή της εκ των υστέρων καλύψεως των δαπανών. Συνεπώς, οι εισφορές των ασφαλισμένων ενός ταμείου υπολογίζονται κατόπιν κατανομής μεταξύ των ασφαλισμένων των συνολικών δαπανών του ταμείου κατά το προηγούμενο έτος, περιλαμβανομένων των αναγκαίων δαπανών για τη σύσταση αποθεματικών. Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι εισφορές μιας επιχειρήσεως υπολογίζονται βάσει των μισθών που καταβάλλει στους ασφαλισμένους, λαμβανομένης υπόψη της κατηγορίας κινδύνου στην οποία υπάγεται ο κλάδος δραστηριότητας της οικείας επιχειρήσεως. Κατά το άρθρο 153, παράγραφος 1, του SGB VII, οι διάφοροι κλάδοι δραστηριότητας κατατάσσονται σε κατηγορίες επικινδυνότητας, αναλόγως του αριθμού και της σοβαρότητας των ατυχημάτων σε κάθε κλάδο.
33. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, οι κανόνες περί εισφορών εφαρμόζουν την αρχή της αλληλεγγύης σε τρία επίπεδα. Πρώτον, κάθε ασφαλιστικό ταμείο οφείλει να καθορίζει κλίμακα κινδύνου ατυχήματος και ασθενειών, η οποία περιλαμβάνει κατηγορίες κινδύνου. Οι επιχειρήσεις συγκεκριμένου κλάδου συγκροτούν ενιαίο σύνολο στο πλαίσιο μιας κοινότητας κινδύνων, ανεξαρτήτως του κινδύνου που ενέχουν οι δραστηριότητες κάθε επιχειρήσεως ατομικά. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, δεδομένου ότι οι εισφορές υπολογίζονται βάσει των κινδύνων που συνδέονται με ορισμένο κλάδο δραστηριότητας, η αρχή της αλληλεγγύης εφαρμόζεται μεταξύ των επιχειρήσεων του ιδίου κλάδου. Δεύτερον, τα ασφαλιστικά ταμεία καθορίζουν την κλίμακα κινδύνου ανά κλάδο δραστηριότητας βάσει των ατυχημάτων που έχουν συμβεί πρόσφατα και όχι των παλαιοτέρων, μη λαμβάνοντας, συνεπώς, υπόψη κατά την εκτίμηση του κινδύνου ανά κλάδο δραστηριότητας διάφορους παράγοντες. Ως εκ τούτου, η αρχή της αλληλεγγύης εφαρμόζεται μεταξύ των κλάδων δραστηριότητας του αυτού ασφαλιστικού ταμείου. Τρίτον, η αρχή της αλληλεγγύης εφαρμόζεται μεταξύ των ασφαλιστικών ταμείων. Κατά τα άρθρα 176 επ. του SGB VII, εφόσον οι δαπάνες ενός ασφαλιστικού ταμείου για παροχές υπερβαίνουν ορισμένο ποσό, τα λοιπά ασφαλιστικά ταμεία είναι υποχρεωμένα να καταβάλουν το επιπλέον ποσό. Το MMB επισημαίνει συναφώς ότι επί του παρόντος καταβάλλονται 500 έως 600 εκατομμύρια ευρώ βάσει της κατά τα άρθρα 176 επ. του SGB VII υποχρεώσεως αναλογικής κατανομής μεταξύ ταμείων των ασφαλιστικών βαρών. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, δεδομένης της αναλογικής κατανομής μεταξύ ασφαλιστικών ταμείων, βάσει των άρθρων 176 επ. του SGB VII, δεν είναι αναγκαία για το οικείο ασφαλιστικό σύστημα η ύπαρξη κεντρικού διαχειριστικού φορέα προκειμένου να διασφαλισθεί η τήρηση της αρχής της αλληλεγγύης.
34. Η Επιτροπή και το MMB υπογραμμίζουν τη σημασία του οικείου γερμανικού συστήματος ασφαλίσεως όσον αφορά την πρόληψη των ατυχημάτων. Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι το γερμανικό σύστημα προσαρμόζει προληπτικώς τις καταβλητέες εισφορές αναλόγως του ποσοστού των ατυχημάτων που συμβαίνουν εντός ορισμένης επιχειρήσεως, συνδέοντας, επομένως, σε κάποιο βαθμό το ύψος των εισφορών με τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο. Πάντως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η σύνδεση εισφορών και κινδύνου είναι ατελής και ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση περί σχέσεως «απόλυτης αναλογικότητας» που έχει θέσει το Δικαστήριο.
35. Όσον αφορά το ζήτημα των παροχών, το MMB, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι το ύψος των παροχών που έχουν καταβληθεί δεν είναι κατ’ ανάγκη ανάλογο προς τις αποδοχές των ασφαλισμένων. Η Γερμανική Κυβέρνηση και το MMB υπογραμμίζουν ότι οι παροχές των ασφαλιστικών ταμείων είναι σε ποσοστό μεγαλύτερο του 30 % παροχές σε είδος, μεταξύ άλλων, για την πρόληψη ατυχημάτων και επιστροφή ιατρικών δαπανών, οι οποίες δεν συνδέονται με τις αποδοχές του ασφαλισμένου και με τις εισφορές που έχουν καταβληθεί. Όσον αφορά παροχές όπως η αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων από εργασία και οι συντάξεις, οι οποίες εξαρτώνται από τις προ του ατυχήματος αποδοχές του ασφαλισμένου, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι το κατώτατο και το ανώτατο όριο αποδοχών που μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό καθορίζονται από το άρθρο 85 του SGB VII, γεγονός που συνεπάγεται ότι οι παροχές που καταβάλλονται δεν εξαρτώνται από τις αποδοχές του ασφαλισμένου.
36. Το MMB, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή επισημαίνουν ότι το επίμαχο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως κατά των ατυχημάτων υπόκειται σε κρατική εποπτεία. Το MMB ισχυρίζεται ότι διέπεται από το δημόσιο δίκαιο και ότι οφείλει να επιτελεί την αποστολή που του έχει ανατεθεί από τον νόμο. Επίσης, κατά το άρθρο 31 του SGB VII, τα σχετικά με κοινωνικές παροχές δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τον SGB γεννώνται, τροποποιούνται και ακυρώνονται μόνο στο μέτρο που ο νόμος ορίζει. Κατά το MMB, τη Γερμανική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, οι παροχές και οι προϋποθέσεις καταβολής τους καθορίζονται από τον νόμο. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, ο υπολογισμός των εισφορών εμπίπτει, κατ’ ουσία, στην αρμοδιότητα των ασφαλιστικών ταμείων, καθόσον αυτά καθορίζουν την κλίμακα κινδύνου. Πάντως, το MMB και η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνουν ότι ο καθορισμός της κλίμακας αυτής προϋποθέτει τη ρητή έγκριση του κρατικού εποπτεύοντος φορέα. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, τα ασφαλιστικά ταμεία οφείλουν, κατά τον καθορισμό της κλίμακας κινδύνου, να συμμορφώνονται προς τον νόμο, ιδίως δε προς το Γερμανικό Σύνταγμα, και είναι υποχρεωμένα, βάσει του άρθρου 157 του SGB VII, να καθορίζουν κατηγορίες κινδύνου προκειμένου να καταστεί δυνατή η διαβάθμιση των καταβλητέων εισφορών. Το MMB διατείνεται ότι οι εισφορές πρέπει να υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 150 του SGB VII και ότι δεν υπάρχει δυνατότητα να εξαιρεθεί ορισμένη εταιρία. Επιπλέον, απαγορεύεται τα ασφαλιστικά ταμεία να επιδίδονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους.
2. Εκτίμηση
37. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ένας φορέας όπως το MMB μπορεί να χαρακτηρισθεί ως επιχείρηση υπό την έννοια των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ. Πρέπει να υπομνησθεί ότι η διαφορά ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αφορά το ζήτημα αν η Kattner μπορεί να καταγγείλει την υποχρεωτική υπαγωγή της στο MMB. Συγκεκριμένα, η Kattner υποστήριξε, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ότι η αποκλειστικότητα της οποίας απολαύει το MMB όσον αφορά την παροχή ασφαλιστικής καλύψεως αντιβαίνει στα άρθρα 82 ΕΚ και 86 ΕΚ.
38. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία προκύπτει σαφώς ότι στη Γερμανία οι εργοδότες υποχρεούνται, καταρχήν, να συνάπτουν σύμβαση ασφαλίσεως κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών. Με την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου επισημαίνεται ότι η υποχρεωτική υπαγωγή στα διάφορα ασφαλιστικά ταμεία που παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη της αστικής ευθύνης των εργοδοτών στηρίζεται στις διατάξεις περί καθορισμού της κατά τομέα και κατά τόπο αρμοδιότητας εκάστου ασφαλιστικού ταμείου.
39. Στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι στην έννοια της επιχειρήσεως εμπίπτει κάθε φορέας που ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος του και του τρόπου χρηματοδοτήσεώς του (9).
40. Με την απόφαση Albany (10), το Δικαστήριο, συνοψίζοντας τις κρίσεις που είχε εκφέρει με την απόφαση Poucet και Pistre (11), αποφάνθηκε ότι στην έννοια της επιχειρήσεως δεν εμπίπτουν οι φορείς που είναι επιφορτισμένοι με τη διαχείριση ορισμένων υποχρεωτικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, τα οποία στηρίζονται στην αρχή της αλληλεγγύης. Στο πλαίσιο του συστήματος ασφαλίσεως υγείας και μητρότητας το οποίο αφορούσε η υπόθεση εκείνη, οι παροχές ήταν όντως πανομοιότυπες για όλους τους δικαιούχους, μολονότι οι εισφορές ήταν ανάλογες προς τις αποδοχές· στο σύστημα ασφαλίσεως γήρατος, η χρηματοδότηση των συντάξεων εξασφαλιζόταν από τους εν ενεργεία εργαζομένους· επιπλέον, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, τα οποία καθορίζονταν από τον νόμο, δεν ήταν ανάλογα προς τις εισφορές που είχαν καταβληθεί στο σύστημα ασφαλίσεως γήρατος· τέλος, τα συστήματα που είχαν πλεόνασμα συνέδραμαν στη χρηματοδότηση των συστημάτων που αντιμετώπιζαν διαρθρωτικές οικονομικές δυσχέρειες. Η αλληλεγγύη αυτή συνεπαγόταν κατ’ ανάγκη τη διαχείριση των διαφόρων συστημάτων από ενιαίο φορέα και την υποχρεωτική υπαγωγή στα συστήματα αυτά (12).
41. Στην απόφαση Albany, το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι, με την απόφαση Fédération Française des Sociétés d’Assurance κ.λπ. (13), είχε αποφανθεί, αντιθέτως, ότι ένας μη κερδοσκοπικός φορέας που διαχειρίζεται σύστημα ασφαλίσεως γήρατος, το οποίο είναι επικουρικό του υποχρεωτικού βασικού συστήματος, έχει θεσπισθεί από τον νόμο ως προαιρετικό και λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή της κεφαλαιοποιήσεως, αποτελεί επιχείρηση υπό την έννοια των άρθρων 81 ΕΚ επ. Η προαιρετική υπαγωγή, η εφαρμογή της αρχής της κεφαλαιοποιήσεως και το γεγονός ότι οι παροχές εξαρτώνται αποκλειστικώς από ύψος των εισφορών που έχουν καταβάλει οι δικαιούχοι και από τα αποτελέσματα των επενδύσεων στις οποίες είχε προβεί ο φορέας διαχειρίσεως συνεπάγονται ότι ο φορέας αυτός ασκεί οικονομική δραστηριότητα ανταγωνιστική προς τις εταιρίες ασφαλειών ζωής (14).
42. Στον τομέα της ασφαλίσεως κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, το Δικαστήριο αποφάνθηκε, με την απόφαση Cisal, ότι ένας φορέας, συγκεκριμένα το INAIL, στον οποίο έχει ανατεθεί η διαχείριση του συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, επιτελεί αποστολή αμιγώς κοινωνικού χαρακτήρα και δεν ασκεί οικονομική δραστηριότητα κατά την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το INAIL δεν αποτελεί επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ (15).
43. Το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί της υποθέσεως Cisal, επισήμανε ότι η κάλυψη των κινδύνων εργατικού ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας περιλαμβάνεται από μακρού χρόνου στην κοινωνική πρόνοια που τα κράτη μέλη διασφαλίζουν σε ολόκληρο τον πληθυσμό τους ή σε τμήμα του (16). Πάντως, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το γεγονός ότι ένα σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως επιδιώκει κοινωνικό σκοπό δεν αρκεί αφεαυτού για να αποκλεισθεί η πιθανότητα να χαρακτηρισθεί η οικεία δραστηριότητα ως οικονομική (17). Επομένως, εκτός του κοινωνικού σκοπού, το σύστημα ασφαλίσεως πρέπει να εφαρμόζει την αρχή της αλληλεγγύης (18). Καθόσον το INAIL χρηματοδοτούνταν από εισφορές, των οποίων το ύψος δεν ήταν κατ’ ανάγκη ανάλογο προς τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο και καθόσον η αξία των παροχών που καταβάλλονταν δεν ήταν κατ’ ανάγκη ανάλογη προς τις αποδοχές των ασφαλισμένων, το Δικαστήριο έκρινε ότι η έλλειψη άμεσης σχέσεως μεταξύ των εισφορών και των παροχών προϋπέθετε ως εκ τούτου την ύπαρξη αλληλεγγύης μεταξύ των καλύτερα αμειβόμενων εργαζομένων και εκείνων οι οποίοι, λαμβανομένων υπόψη των ισχνών εισοδημάτων τους, θα στερούνταν επαρκούς κοινωνικοασφαλιστικής καλύψεως εάν υπήρχε μια τέτοια σχέση (19). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η υποχρεωτική υπαγωγή που χαρακτηρίζει αυτό το ασφαλιστικό σύστημα είναι αναγκαία για την οικονομική του ισορροπία καθώς και για την εφαρμογή της αρχής της αλληλεγγύης, η οποία προϋποθέτει ότι οι παροχές προς τον ασφαλισμένο δεν είναι ανάλογες προς τις εισφορές που αυτός καταβάλλει (20).
44. Στην απόφαση Cisal, το Δικαστήριο, αφού επισήμανε ότι το επίμαχο ιταλικό σύστημα εφαρμόζει την αρχή της αλληλεγγύης, υπογράμμισε ότι τα δύο ουσιώδη στοιχεία του συστήματος που διαχειρίζεται το INAIL, δηλαδή το ύψος των εισφορών και το ύψος των παροχών που καταβάλλονται στους ασφαλισμένους, υπόκεινται σε κρατική εποπτεία (21).
45. Μολονότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι αυτή και μόνη η επιδίωξη κοινωνικού σκοπού από ένα ασφαλιστικό σύστημα δεν αρκεί για να αποκλεισθεί η πιθανότητα να χαρακτηρισθεί η οικεία δραστηριότητα ως οικονομική, φρονώ ότι ο σκοπός αυτός αποτελεί, πάντως, παράγοντα ασκούντα επιρροή ο οποίος, μεταξύ άλλων, πρέπει να ληφθεί υπόψη προκειμένου να εξετασθεί αν η συγκεκριμένη δραστηριότητα είναι ως εκ της φύσεώς της οικονομική. Ως εκ τούτου, πρέπει να εξετασθεί αν το επίμαχο στην κύρια δίκη σύστημα εκ του νόμου ασφαλίσεως κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών επιδιώκει την επίτευξη κοινωνικού σκοπού.
46. Υπό την επιφύλαξη της διακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, από το άρθρο 1 του SGB VII προκύπτει ότι το επίμαχο σύστημα ασφαλίσεως σκοπεί, αφενός μεν, στην με κάθε πρόσφορο μέσο πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, καθώς και κάθε συνδεόμενου με την εργασία κινδύνου της υγείας, αφετέρου δε, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας, στην με κάθε πρόσφορο μέσο αποκατάσταση της υγείας και της ικανότητας προς εργασία των ασφαλισμένων, καθώς και στην αποζημίωση σε χρήμα των ασφαλισμένων ή των προσώπων που έλκουν από αυτούς δικαιώματα. Επιπλέον, και υπό την επιφύλαξη της διακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, συνάγεται ότι στο σύστημα αυτό η ασφαλιστική κάλυψη παρέχεται ανεξαρτήτως πταίσματος του θύματος ή του εργοδότη και ανεξαρτήτως καταβολής των εργοδοτικών εισφορών. Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι τα ασφαλιστικά ταμεία αποτελούν οργανισμούς δημοσίου δικαίου και δεν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα.
47. Πρέπει επίσης να εξετασθεί αν το επίμαχο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως εφαρμόζει την αρχή της αλληλεγγύης και αν τα ουσιώδη στοιχεία του συστήματος αυτού υπόκεινται σε κρατική εποπτεία.
48. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ένα συγκεκριμένο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως εφαρμόζει την αρχή της αλληλεγγύης, ιδιαίτερη σημασία έχει το ύψος των εισφορών που καταβάλλονται και των παροχών που χορηγούνται βάσει του συστήματος αυτού. Η αρχή της αλληλεγγύης δεν τηρείται σε περίπτωση κατά την οποία οι παροχές προς τους ασφαλισμένους εξαρτώνται άμεσα από τις εισφορές τις οποίες αυτοί καταβάλλουν ή οι οποίες καταβάλλονται για λογαριασμό τους. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως το οποίο παρέχει ασφάλιση κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, φρονώ ότι το σύστημα αυτό πρέπει να περιλαμβάνει στοιχεία αναδιανομής που θα υπερβαίνουν αυτά της ιδιωτικής ασφαλίσεως (22).
49. Όσον αφορά το ύψος των εισφορών που καταβάλλονται βάσει του επίμαχου γερμανικού συστήματος, διαπιστώνεται ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση Cisal, επισήμανε ότι το επίμαχο σε εκείνη την υπόθεση ιταλικό σύστημα ασφαλίσεως χρηματοδοτούνταν από εισφορές, των οποίων το ύψος δεν ήταν κατ’ ανάγκη ανάλογο προς τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο. Από τη δικογραφία, και υπό την επιφύλαξη της διακριβώσεως των στοιχείων της από το αιτούν δικαστήριο, συνάγεται ότι οι εισφορές τις οποίες καταβάλλουν οι εργοδότες βάσει του επίμαχου γερμανικού συστήματος δεν υπολογίζονται αποκλειστικά σύμφωνα με αναλογιστικό υπολογισμό του κινδύνου όσον αφορά την επιχείρηση ατομικά (23), αλλά, σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με τις διατάξεις των άρθρων 152 και 153 του SGB VII, αναλόγως, πρώτον, των οικονομικών αναγκών του ασφαλιστικού ταμείου για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος, δεύτερον, των αποδοχών των ασφαλισμένων και, τρίτον, της κατηγορίας κινδύνου του κλάδου δραστηριότητας της επιχειρήσεως.
50. Επιπλέον, προκύπτει ότι, σύμφωνα με το επίμαχο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως, οι κλάδοι δραστηριότητας κατατάσσονται σε κατηγορίες κινδύνου αναλόγως των κινδύνων που ενέχει κάθε δραστηριότητα και ότι, συνεπώς, οι εισφορές υπολογίζονται, μεταξύ άλλων, βάσει του βαθμού κινδύνου του οικείου κλάδου δραστηριότητας και όχι αποκλειστικά βάσει του κινδύνου που ενέχει η δραστηριότητα μιας επιχειρήσεως ατομικά. Η συγκρότηση αυτών των κατηγοριών κινδύνου προκειμένου να καθορισθεί το ύψος των εισφορών διασφαλίζει, κατά τη γνώμη μου, την εφαρμογή της αρχής της αλληλεγγύης μεταξύ επιχειρήσεων του ιδίου κλάδου. Επίσης, υπό την επιφύλαξη διακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, προκύπτει ότι το άρθρο 176 του SGB VII προβλέπει την κατανομή μεταξύ των ταμείων ορισμένων δαπανών ενός ασφαλιστικού ταμείου οι οποίες υπερβαίνουν ουσιωδώς τον μέσο όρο των αντίστοιχων δαπανών των γερμανικών ασφαλιστικών ταμείων. Η δυνατότητα της κατανομής αυτής διασφαλίζει ότι το επίμαχο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως προϋποθέτει τη σε ορισμένο βαθμό εφαρμογή της αρχής της αλληλεγγύης επί εθνικής βάσεως και μεταξύ του συνόλου των ασφαλισμένων στη Γερμανία.
51. Το ύψος των παροχών που προσφέρονται βάσει του επίμαχου γερμανικού συστήματος ασφαλίσεως δεν είναι, ούτε αυτό, κατ’ ανάγκη ανάλογο προς τις αποδοχές των ασφαλισμένων, δεδομένου ότι ορισμένες παροχές είναι ενιαίες ανεξαρτήτως αν για έναν ασφαλισμένο καταβλήθηκαν σχετικά υψηλές εισφορές ή όχι. Μολονότι, κατά το άρθρο 153 του SGB VII, οι αποδοχές του ασφαλισμένου λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό των εισφορών, με την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου επισημαίνεται ότι ποσοστό 12,4 % του συνόλου των δαπανών για παροχές το 2002 αφορούσε παροχές όπως η νοσοκομειακή και εξωνοσοκομειακή περίθαλψη, οι οποίες δεν εξαρτώνται από τις αποδοχές του ασφαλισμένου.
52. Συναφώς, όπως επισήμανε το Δικαστήριο με την απόφαση Cisal, «το γεγονός ότι δεν υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ των εισφορών και των παροχών που καταβάλλονται προϋποθέτει ως εκ τούτου την ύπαρξη αλληλεγγύης μεταξύ των καλύτερα αμειβόμενων εργαζομένων και εκείνων οι οποίοι, λαμβανομένων υπόψη των ισχνών εισοδημάτων τους, θα στερούνταν επαρκούς κοινωνικοασφαλιστικής καλύψεως εάν υπήρχε μια τέτοια σχέση» (24). Επιπλέον, φρονώ ότι, καθόσον οι ασφαλιστικές εισφορές δεν υπολογίζονται αποκλειστικά βάσει του βαθμού κινδύνου της δραστηριότητας συγκεκριμένης επιχειρήσεως ή συγκεκριμένου κλάδου, μεταξύ των εργαζομένων στη Γερμανία ισχύει η αρχή της αλληλεγγύης, ανεξαρτήτως των δραστηριοτήτων τους.
53. Όσον αφορά το ζήτημα αν τα ουσιώδη στοιχεία του επίμαχου γερμανικού συστήματος ασφαλίσεως υπόκεινται σε κρατική εποπτεία, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι κατώτατες και οι ανώτατες αποδοχές που λαμβάνονται υπόψη μπορούν να καθορίζονται από τον κανονισμό λειτουργίας του ασφαλιστικού ταμείου και ότι τα ποσά αυτά λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον κατά τον υπολογισμό των εισφορών, αλλά και των παροχών, ιδίως δε των συντάξεων (25). Πρέπει, ίσως, να επισημανθεί επίσης, μολονότι στην απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου δεν θίγεται το ζήτημα αυτό, ότι η Kattner ισχυρίζεται ότι ο καθορισμός της κλίμακας κινδύνου αποτελεί αρμοδιότητα του οικείου ασφαλιστικού ταμείου, υπόκειται δε σε περιορισμένο μόνον δικαστικό έλεγχο. Το MMB και η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν πάντως ότι ο καθορισμός της κλίμακας αυτής απαιτεί τη ρητή έγκριση του κρατικού εποπτεύοντος φορέα.
54. Μολονότι τα γερμανικά ασφαλιστικά ταμεία διαθέτουν ορισμένη αυτονομία όσον αφορά τον καθορισμό των εισφορών και μολονότι τα ταμεία αυτά μπορούν να τροποποιήσουν μέχρις ορισμένου βαθμού το ύψος συγκεκριμένων παροχών, συνάγεται, υπό την επιφύλαξη της διακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, ότι η ευχέρεια αυτή προβλέφθηκε ειδικά από τον νόμο και ότι τα προαναφερθέντα στοιχεία αλληλεγγύης του συστήματος (26) εξακολουθούν να υφίστανται στο πλαίσιο αυτού του ευέλικτου συστήματος. Συνεπώς, φαίνεται ότι οι παράμετροι-κλειδιά όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους των εισφορών που καταβάλλονται βάσει του επίμαχου γερμανικού συστήματος ασφαλίσεως, το είδος των παροχών που προσφέρονται βάσει του συστήματος αυτού και οι προϋποθέσεις χορηγήσεως των παροχών αυτών (27) καθορίζονται από τον νόμο, προς του οποίου τις υποδείξεις είναι υποχρεωμένα να συμμορφώνονται τα ασφαλιστικά ταμεία.
55. Φρονώ, συνεπώς, ότι το επίμαχο γερμανικό ασφαλιστικό σύστημα φαίνεται να εφαρμόζει την αρχή της αλληλεγγύης και ότι τα ουσιώδη στοιχεία του συστήματος αυτού υπόκεινται σε κρατική εποπτεία. Πρέπει, πάντως, να εξετασθούν ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του επίμαχου συστήματος, τα οποία επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο και τα οποία διαφέρουν από τα χαρακτηριστικά άλλων συστημάτων που είχαν εξετασθεί προγενέστερα από το Δικαστήριο.
56. Με την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου επισημαίνεται ότι, αντιθέτως προς την υπόθεση Cisal, στη Γερμανία δεν υφίσταται διάταξη που να θέτει ανώτατο όριο όσον αφορά το ύψος των εισφορών στην περίπτωση δραστηριότητας με υψηλή επικινδυνότητα (28).
57. Κατά τη γνώμη μου, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως και η εκ μέρους του εφαρμογή της αρχής της αλληλεγγύης πρέπει να εκτιμώνται ανά περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ασκούντων επιρροή παραγόντων. Το αν υφίστανται ή όχι ορισμένα χαρακτηριστικά συστήματος για τα οποία το Δικαστήριο, με προηγούμενες αποφάσεις, έκρινε ότι αποδεικνύουν την εφαρμογή της αρχής της αλληλεγγύης δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη καθοριστικό στοιχείο σε άλλες υποθέσεις. Φρονώ ότι η διαπίστωση του αιτούντος δικαστηρίου περί του ότι δεν υφίσταται στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως ρητή πρόβλεψη ανώτατου ορίου όσον αφορά το ύψος των εισφορών (29) δεν μπορεί να άρει τα στοιχεία αλληλεγγύης που υπάρχουν στο σύστημα αυτό ή να μειώσει τη σημασία τους (30). Ο παράγοντας αυτός μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνον εφόσον επηρεάζει ουσιωδώς τη σχέση μεταξύ εισφορών που καταβάλλονται και παροχών που προσφέρονται βάσει του επίμαχου συστήματος, με συνέπεια την ουσιαστική εγκατάλειψη της εφαρμογής της αρχής της αλληλεγγύης (31). Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να διακριβώσει αν συμβαίνει αυτό.
58. Το αιτούν δικαστήριο κρίνει επίσης ότι υφίσταται μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ του ιταλικού ασφαλιστικού συστήματος της υποθέσεως Cisal και του επίμαχου γερμανικού συστήματος, δεδομένου ότι το INAIL κατέχει μονοπωλιακή θέση, ενώ το γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως είναι διαρθρωμένο ως ολιγοπώλιο. Επιπλέον, κατά το αιτούν δικαστήριο, η «διαχειριστική δραστηριότητα» του MMB είναι κατ’ ουσίαν παρεμφερής με τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων και ειδικότερα των ασφαλιστικών εταιριών. Το MMB «δεν διαχειρίζεται το σύστημα, αλλά αποτελεί μέρος του συστήματος».
59. Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός και μόνον ότι ένα κράτος μέλος επέλεξε να κατανείμει την ευθύνη για τη λειτουργία ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως μεταξύ πλειόνων φορέων, βάσει τομέων δραστηριότητας και/ή γεωγραφικής περιφέρειας, δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι οι δραστηριότητες των φορέων αυτών είναι οικονομικές, παρότι υφίστανται τα απαιτούμενα στοιχεία της αρχής της αλληλεγγύης και της κρατικής εποπτείας. Τυχόν διαφορετική κρίση θα απέδιδε υπέρμετρη σημασία στην τεχνική ή οργανωτική μορφή της διαρρυθμίσεως που επέλεξε το κράτος μέλος όσον αφορά την ανάθεση της ευθύνης για τη λειτουργία μέρους του συστήματός του κοινωνικής ασφαλίσεως, σε βάρος των ουσιωδών χαρακτηριστικών του συστήματος αυτού.
60. Συγκεκριμένα, με την απόφαση Poucet και Pistre, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δραστηριότητες ενός συστήματος ασφαλίσεως υγείας, μητρότητας και γήρατος, το οποίο λειτουργούσε στη Γαλλία σε επίπεδο περιφέρειας και επαγγελματικού κλάδου, δεν ήταν οικονομικής φύσεως. Επίσης, με την απόφαση AOK (32), το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δραστηριότητες γερμανικών ταμείων υγείας, διαρθρωμένων σε επίπεδο περιφέρειας και τομέα δραστηριότητας, δεν ήταν οικονομικές.
61. Ομοίως, το γεγονός, το οποίο επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, ότι στα γερμανικά ασφαλιστικά ταμεία δεν έχει ανατεθεί η διαχείριση συστήματος που παρέχει υποχρεωτική ασφάλιση κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, αλλά παρέχει απευθείας αυτές τις υπηρεσίες ασφαλιστικής καλύψεως (33), δεν αρκεί αφεαυτού για να γίνει δεκτό ότι οι δραστηριότητες αυτές είναι οικονομικές, εφόσον υφίστανται τα απαιτούμενα στοιχεία της εφαρμογής της αρχής της αλληλεγγύης και της κρατικής εποπτείας.
62. Φρονώ συνεπώς ότι στο πρώτο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι στην κατά τα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ έννοια της επιχειρήσεως δεν εμπίπτουν φορείς όπως το MMB, στο οποίο έχει ανατεθεί η ευθύνη της λειτουργίας συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως το οποίο στηρίζεται στην αρχή της αλληλεγγύης, εφόσον όλα τα ουσιώδη στοιχεία που επισημάνθηκαν με τις παρούσες προτάσεις υπόκεινται στην κρατική εποπτεία, ζήτημα του οποίου η διακρίβωση εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο.
Β – Επί του δευτέρου ερωτήματος
63. Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσία αν, αφενός, τα άρθρα 82 ΕΚ και 86 ΕΚ και, αφετέρου, 49 ΕΚ επ., πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν την, βάσει του δικαίου κράτους μέλους, υποχρεωτική υπαγωγή εργοδοτών όπως η Kattner σε φορέα όπως το MMB, όσον αφορά την ασφάλιση κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών.
64. Όσον αφορά το ζήτημα της ερμηνείας των άρθρων 82 ΕΚ και 86 ΕΚ, φρονώ ότι από το γράμμα των διατάξεων αυτών προκύπτει σαφώς ότι έχουν εφαρμογή όσον αφορά τη δραστηριότητα επιχειρήσεων (34). Καθόσον φρονώ ότι, στο πλαίσιο του επίμαχου γερμανικού συστήματος, ένας φορέας όπως το MMB δεν αποτελεί επιχείρηση, τα άρθρα 82 ΕΚ και 86 ΕΚ δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν την υποχρεωτική υπαγωγή εργοδότη όπως η Kattner σε ένα τέτοιο φορέα.
1. Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων όσον αφορά τα άρθρα 49 ΕΚ επ.
65. Η Kattner υποστηρίζει ότι τα μονοπώλια υπηρεσιών συνιστούν μη ενέχουσα διακρίσεις παρακώλυση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της ελευθερίας εγκαταστάσεως που μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον από επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος. Η Kattner ισχυρίζεται ότι λόγω της υποχρεωτικής υπαγωγής σε ασφαλιστικό ταμείο καθίσταται de facto αδύνατος ο ανταγωνισμός μεταξύ των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιριών και των ταμείων αυτών. Εξάλλου, ο περιορισμός δεν δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, καθόσον οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες μπορούν να παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη όσον αφορά τα εργατικά ατυχήματα και τις επαγγελματικές ασθένειες.
66. Το MMB ισχυρίζεται ότι ελλείψει της υποχρεωτικής υπαγωγής τα ταμεία θα αδυνατούσαν να επιτελέσουν την αποστολή που τους έχει ανατεθεί από τον νόμο, καθόσον για τις περιπτώσεις χαμηλού κινδύνου οι ενδιαφερόμενοι θα επέλεγαν να συνάψουν σύμβαση ασφαλίσεως με ιδιωτική εταιρία, ενώ στους φορείς του Δημοσίου θα παρέμεναν μόνον οι περιπτώσεις υψηλού κινδύνου. Αυτή η μεταβολή θα έθετε σε κίνδυνο την οικονομική ισορροπία του συστήματος συνολικά, καθόσον για τις περιπτώσεις υψηλού κινδύνου θα υπήρχε δυνατότητα ασφαλίσεως στον ιδιωτικό τομέα μόνον αν οι ενδιαφερόμενοι κατέβαλλαν ιδιαίτερα υψηλά ασφάλιστρα, ενδεχομένως δε αυτοί να μην είχαν καν δυνατότητα ιδιωτικής ασφαλιστικής καλύψεως. Ο ισχυρισμός ότι οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες μπορούν να παρέχουν την κάλυψη αυτή αποκρύπτει το γεγονός ότι οι εν λόγω εταιρίες δεν θα ήταν κατ’ ανάγκη σε θέση να καλύψουν όλο το φάσμα των αναγκών ασφαλίσεως τις οποίες καλύπτει το ισχύον σύστημα.
67. Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, καθόσον τα οικεία ασφαλιστικά ταμεία, λαμβανομένου υπόψη του αμιγώς κοινωνικού χαρακτήρα της δραστηριότητάς τους, δεν αποτελούν επιχειρήσεις, το αρμόδιο κράτος μέλος, επιβάλλοντας την υποχρεωτική υπαγωγή σε αυτούς του φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν περιορίζει, μεταξύ άλλων, την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
68. Κατά την Επιτροπή, η υποχρέωση υπαγωγής σε ασφαλιστικό ταμείο η οποία επιβάλλεται σε επιχείρηση όπως η Kattner δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Τα κράτη μέλη έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα όσον αφορά τους κανόνες περί υποχρεωτικής υπαγωγής στα συστήματα αυτά κοινωνικής ασφαλίσεως.
2. Εκτίμηση
69. Κατά πάγια νομολογία, το κοινοτικό δίκαιο δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών να διαρρυθμίζουν τα συστήματά τους κοινωνικής ασφαλίσεως. Ως εκ τούτου, ελλείψει εναρμονίσεως σε κοινοτικό επίπεδο (35), εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να καθορίζει νομοθετικώς, αφενός μεν, τις προϋποθέσεις του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, αφετέρου δε, τις προϋποθέσεις κτήσεως του δικαιώματος λήψεως παροχών (36).
70. Φρονώ ότι αυτό δεν έχει ως αποτέλεσμα να εξαιρούνται τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως από το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚ, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, να τηρούν το κοινοτικό δίκαιο (37). Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η ιδιάζουσα φύση ορισμένων υπηρεσιών δεν συνεπάγεται την εξαίρεσή τους από το πεδίο εφαρμογής της θεμελιώδους αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση αφορά την κοινωνική ασφάλιση δεν συνεπάγεται, καταρχήν, την εξαίρεσή της από το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 49 ΕΚ και 50 ΕΚ (38).
71. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι στη Γερμανία ένας εργοδότης υποχρεούται, καταρχήν, όχι μόνο να συνάψει σύμβαση ασφαλίσεως κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, αλλά και να συνάψει τη σύμβαση αυτή με συγκεκριμένο ασφαλιστικό ταμείο. Η κατά το γερμανικό δίκαιο υποχρέωση υπαγωγής σε καθορισμένο ασφαλιστικό φορέα όσον αφορά την υποχρεωτική εκ του νόμου ασφαλιστική κάλυψη φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να περιορίζει τις δυνατότητες του εργοδότη να επιλέξει ασφαλιστή, καθόσον δεν μπορεί να επιλέξει το γερμανικό ασφαλιστικό ταμείο στο οποίο θα υπαχθεί ούτε μπορεί να συνάψει σύμβαση για την παροχή της εν λόγω ασφαλιστικής καλύψεως αποκλειστικά από ιδιωτική ασφαλιστική εταιρία, εγκατεστημένη στη Γερμανία ή σε άλλο κράτος μέλος (39).
72. Πάντως, όπως επισήμανα κατά την εξέταση του πρώτου ερωτήματος, φρονώ, υπό την επιφύλαξη της διακριβώσεως ορισμένων στοιχείων από το αιτούν δικαστήριο, ότι το επίμαχο γερμανικό ασφαλιστικό σύστημα στηρίζεται στην αρχή της αλληλεγγύης και περιλαμβάνει στοιχεία αναδιανομής τα οποία υπερβαίνουν την κάλυψη που παρέχει η ασφάλιση σε ιδιωτικό φορέα. Ως εκ τούτου, διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις για το αν οι ασφαλιστικές εταιρίες του ιδιωτικού τομέα μπορούν να παρέχουν εντός της Γερμανίας ασφαλιστική κάλυψη για την περίπτωση εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών, η οποία θα περιλαμβάνει τα επίμαχα στοιχεία αλληλεγγύης (40). Φρονώ συνεπώς ότι, καταρχήν, η υποχρεωτική υπαγωγή σε ασφαλιστικό ταμείο όπως το MMB δεν συνιστά, στην πράξη, περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (41).
73. Εάν, πάντως, το Δικαστήριο κρίνει ότι η υποχρεωτική υπαγωγή σε ασφαλιστικό ταμείο όπως το MMB συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, θα πρέπει, πριν αποφανθεί αν τα άρθρα 49 ΕΚ επ. απαγορεύουν αυτήν την υποχρεωτική υπαγωγή, να εξετάσει αν αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί αντικειμενικώς. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επανειλημμένα ότι ο κίνδυνος σοβαρής διαταράξεως της οικονομικής ισορροπίας ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως ενδέχεται να αποτελεί επιτακτική ανάγκη γενικού συμφέροντος δυνάμενη να δικαιολογήσει έναν περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (42).
74. Στην απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου αναφέρεται συνοπτικά ότι η υποχρεωτική υπαγωγή δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση ούτε της οικονομικής ισορροπίας του επίμαχου γερμανικού συστήματος ούτε της εφαρμογής της αρχής της αλληλεγγύης. Φρονώ, εντούτοις, ότι δεν προκύπτει σαφώς από την απόφαση αυτή αν με τη διαπίστωση του αιτούντος δικαστηρίου εννοείται ότι η υποχρεωτική υπαγωγή δεν είναι αναγκαία για το γερμανικό σύστημα ως αυτό έχει ή ότι δεν θα ήταν αναγκαία σε περίπτωση τροποποιήσεως του ισχύοντος καθεστώτος.
75. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που διαθέτει, αν η υποχρεωτική υπαγωγή σε ασφαλιστικό ταμείο όπως το MMB είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της οικονομικής ισορροπίας του ισχύοντος γερμανικού συστήματος ασφαλίσεως κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών ή αν υπάρχει η δυνατότητα λήψεως λιγότερο περιοριστικών μέτρων.
76. Κατόπιν των ανωτέρω και υπό την επιφύλαξη της διακριβώσεως ορισμένων στοιχείων από το αιτούν δικαστήριο, φρονώ ότι τα άρθρα 49 ΕΚ επ. πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν την υποχρεωτική υπαγωγή εργοδότη όπως η Kattner σε φορέα όπως το MMB, όσον αφορά την ασφάλιση κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών.
VI – Πρόταση
77. Συνεπώς, φρονώ ότι στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο πρέπει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις:
(1) Στην κατά τα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ έννοια της επιχειρήσεως δεν εμπίπτουν φορείς όπως το Maschinenbau- und Metall- Berufsgenossenschaft στο οποίο έχει ανατεθεί η ευθύνη της λειτουργίας συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως το οποίο στηρίζεται στην αρχή της αλληλεγγύης, εφόσον όλα τα ουσιώδη στοιχεία του συστήματος αυτού υπόκεινται στην κρατική εποπτεία, ζήτημα του οποίου η διακρίβωση εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο.
(2) Τα άρθρα 49 ΕΚ επ., 82 ΕΚ και 86 ΕΚ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν την υποχρεωτική υπαγωγή εργοδότη όπως η Kattner Stahlbau GmbH σε φορέα όπως το Maschinenbau- und Metall- Berufsgenossenschaft, όσον αφορά την ασφάλιση κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Κατά το γερμανικό δίκαιο, ένας φορέας όπως το MMB χαρακτηρίζεται ως ασφαλιστικός φορέας για την αστική ευθύνη των εργοδοτών. Χάρη συντομίας, οι φορείς αυτοί θα αναφέρονται ως «ασφαλιστικά ταμεία».
3 – 20 Απριλίου 2007, BGBl. 2007 I, σ. 554.
4 – Απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2002, C‑218/00 (Συλλογή 2002, σ. I‑691).
5 – Βλ., ιδίως, απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1987, 37/86, van Gastel (Συλλογή 1987, σ. 3589, σκέψη8).
6 – Βλ. απόφαση της 26ης Ιουνίου 2008, C‑329/06 και C‑343/06, Wiedemann και Funk (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 45).
7 – Βλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2006, C‑152/03, Ritter-Coulais (Συλλογή 2006, σ. I‑1711, σκέψεις 13 έως 15).
8 – Για παράδειγμα, το 2003 ίσχυε ανώτατο όριο ύψους 57 120 ευρώ.
9 – Απόφαση της 23ης Απριλίου 1991, C‑41/90, Höfner και Elser (Συλλογή 1991, σ. I‑1979, σκέψη 21), και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Cisal (σκέψη 22). Κατά πάγια, επίσης, νομολογία, οποιαδήποτε δραστηριότητα η οποία συνίσταται στην παροχή αγαθών και υπηρεσιών εντός συγκεκριμένης αγοράς αποτελεί οικονομική δραστηριότητα: αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1987, 118/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 2599, σκέψη 7), και της 18ης Ιουνίου 1998, C‑35/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1998, σ. I‑3851, σκέψη 36).
10 – Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑67/96 (Συλλογή 1999, σ. I‑5751).
11 – Απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1993, C‑159/91 και C‑160/91 (Συλλογή 1993, σ. I‑637).
12 – Προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 10 αποφάσεως Albany (σκέψη 78).
13 – Απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1995, C‑244/94 (Συλλογή 1995, σ. I‑4013).
14 – Προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 10 αποφάσεως Albany )σκέψη 79).
15 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Cisal (σκέψεις 32 και 45).
16 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Cisal (σκέψη 32).
17 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Cisal (σκέψη 37), προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10 απόφαση Albany (σκέψη 86), και απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2000, C‑180/98 έως C‑184/98, Pavlov κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I‑6451, σκέψη 118).
18 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Cisal (σκέψη 38).
19 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Cisal (σκέψεις 39 έως 42).
20 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Cisal (σκέψη 44).
21 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Cisal (σκέψη 44).
22 – Βλ., σχετικώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. Jacobs στην προπαρατεθείσα με την υποσημείωση 10 υπόθεση Albany (σημεία 37 έως 82), καθώς και στην προπαρατεθείσα με την υποσημείωση 4 υπόθεση Cisal (σημεία 50 έως 66).
23 – Φαίνεται, πάντως, ότι οι εισφορές κάθε επιχειρήσεως ατομικά είναι δυνατό να προσαρμοσθούν μέχρις ορισμένου βαθμού αναλόγως του αριθμού των ατυχημάτων που συνέβησαν εντός αυτής. Επισημαίνω ότι από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. Jacobs στην προπαρατεθείσα με την υποσημείωση 4 υπόθεση Cisal (σημείο 22) προκύπτει ότι, βάσει του ιταλικού συστήματος ασφαλίσεως κατά των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, το ύψος των εισφορών που καταβάλλονται για λογαριασμό των εργαζομένων αντιστοιχεί σε ορισμένο ποσοστό των αποδοχών τους. Το ποσοστό αυτό εξαρτάται από την επικινδυνότητα της δραστηριότητας της επιχειρήσεως στην οποία απασχολούνται. Το ποσοστό που καθορίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να τροποποιηθεί όσον αφορά μια επιχείρηση ατομικά, εφόσον αυτή μπορεί να αποδείξει ότι, ιδίως λόγω του ότι έχει λάβει μέτρα ασφαλείας, η επικινδυνότητα των δραστηριοτήτων της είναι χαμηλότερη από τον εθνικό μέσο όρο.
24 – Σκέψη 42.
25 – Βλ., αντιθέτως, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Cisal (σκέψεις 40 και 41).
26 – Βλ. σημεία 49 έως 52 ανωτέρω.
27– Βλ., αντιθέτως, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17 απόφαση Pavlov κ.λπ. (σκέψη 114), στην οποία το Δικαστήριο επισήμανε ότι το ταμείο το οποίο αφορούσε η υπόθεση εκείνη «καθορίζει από μόνο του το ποσό των εισφορών και των παροχών και λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή της κεφαλαιοποιήσεως. Επομένως, το ποσό των παροχών που χορηγούνται από το Ταμείο συντάξεων εξαρτάται από τα αποτελέσματα των επενδύσεων που πραγματοποιεί […]».
28– Φαίνεται ότι το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στη σκέψη 39 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Cisal, με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «το [ιταλικό] ασφαλιστικό σύστημα χρηματοδοτείται από εισφορές το ύψος των οποίων δεν είναι κατ’ ανάγκη ανάλογο προς τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο. Έτσι, από τη δικογραφία προκύπτει ότι το ύψος των εισφορών δεν μπορεί να υπερβεί ένα ανώτατο όριο, έστω και αν η ασκούμενη δραστηριότητα είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη, δεδομένου ότι το υπόλοιπο ποσό της χρηματοδοτήσεως βαρύνει όλες τις επιχειρήσεις που ανήκουν στην ίδια κατηγορία όσον αφορά τον κίνδυνο αυτόν» (η υπογράμμιση δική μου).
29 – Υπό την επιφύλαξη της διακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, φαίνεται ότι το άρθρο 152 του SGB VII θέτει όρια όσον αφορά το ύψος των εισπρακτέων εισφορών και, μεταξύ άλλων, το άρθρο 153 του SGB VII παραθέτει τους παράγοντες που μπορούν να λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό των εισφορών.
30 – Βλ. σημεία 49 έως 52 ανωτέρω.
31 – Βλ. σημεία 49 έως 52 ανωτέρω.
32 – Απόφαση της 16ης Μαρτίου 2004, C‑264/01, C‑306/01, C‑354/01 και C‑355/01 (Συλλογή 2004, σ. I‑2493).
33 – Με την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου επισημαίνεται ότι «η δραστηριότητα [του MMB] συνίσταται κυρίως στην προσφορά, διαχείριση και διεκπεραίωση υπηρεσιών ασφαλίσεως».
34 – Δεν υπάρχει κανένας λόγος να γίνει δεκτό ότι η κατ’ άρθρο 86 ΕΚ έννοια του όρου «επιχείρηση» διαφέρει από την έννοια του ιδίου όρου κατά τα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ.
35 – Κατά τη γνώμη μου, η παροχή ασφαλιστικής καλύψεως για τις περιπτώσεις εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών ως τμήμα του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως δεν έχει εναρμονισθεί από το κοινοτικό δίκαιο. Βλ., μεταξύ άλλων, άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής, ΕΕ 1992 L 228, σ. 1), το οποίο ορίζει ότι «η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται ούτε στις ασφαλίσεις και πράξεις ούτε στις επιχειρήσεις και οργανισμούς που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, ούτε στους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας». Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 157), «η παρούσα οδηγία δεν αφορά: […] δ) τις ασφαλίσεις που περιλαμβάνονται σε σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων». Βλ., επίσης, άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 2002/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 2002, σχετικά με την ασφάλιση ζωής (ΕΕ 2002 L 345, σ. 1). Μολονότι δεν αφορά τη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, βλ., επίσης, άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/83.
36 – Απόφαση της 28ης Απριλίου 1998, C‑158/06, Kohll (Συλλογή 1998, σ. I‑1931, σκέψεις 17 και 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
37 – Βλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 2001, C‑157/99, Smits και Peerbooms (Συλλογή 2001, σ. I‑5473, σκέψεις 45 και 46), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τα κράτη μέλη κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς τους να καθορίζουν «τις προϋποθέσεις του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως […] οφείλουν να τηρούν το κοινοτικό δίκαιο» (η υπογράμμιση δική μου).
38 – Βλ., σχετικώς, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36 απόφαση Kohll (σκέψεις 20 και 21, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, απόφαση της 22ας Μαΐου 2003, C‑355/00, Φρέσκοτ (Συλλογή 2003, σ. I‑5263, σκέψη 53).
39 – Πρέπει να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η υποχρέωση υπαγωγής σε συγκεκριμένο ασφαλιστικό φορέα θεσπίσθηκε με σκοπό τη δημιουργία δυσμενών διακρίσεων ή ότι όντως ενέχει δυσμενή διάκριση, πέραν των αποτελεσμάτων που είναι εγγενή στην υποχρέωση αυτή καθαυτή. Φαίνεται, πάντως, ότι η υποχρεωτική υπαγωγή σε συγκεκριμένο ασφαλιστικό ταμείο διασφαλίζει ότι οποιαδήποτε σύμβαση ασφαλίσεως συνάπτεται με ιδιώτη ασφαλιστή μπορεί να παρέχει μόνο συμπληρωματική ασφαλιστική κάλυψη ως προς αυτήν που προβλέπει ο νόμος.
40 – Με την απόφαση περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι η ασφαλιστική κάλυψη των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών παρέχεται από ασφαλιστικές εταιρίες του ιδιωτικού τομέα στο Βέλγιο, τη Δανία, τη Φινλανδία και την Πορτογαλία. Εντούτοις, αυτά τα συστήματα ιδιωτικής ασφαλίσεως φαίνεται, υπό την επιφύλαξη της διακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, ότι λειτουργούν σε κερδοσκοπική βάση και δεν περιλαμβάνουν τα στοιχεία αλληλεγγύης που χαρακτηρίζουν το γερμανικό σύστημα. Επιπλέον, μολονότι στην απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου επισημαίνεται ότι η Kattner προσκόμισε την προσφορά δανικής ασφαλιστικής εταιρίας, κατά την οποία η εταιρία αυτή θα ασφαλίσει την Kattner σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο περί ασφαλίσεως κατά των ατυχημάτων, παρέχοντας ασφαλιστική κάλυψη για την περίπτωση εργατικού ατυχήματος, επαγγελματικής ασθένειας και ατυχήματος κατά τη μετάβαση προς ή την επιστροφή από τον τόπο εργασίας, υπό τους ίδιους όρους με αυτούς του MMB και προσφέροντας παροχές αυστηρά βάσει του καταλόγου παροχών της Deutsche Gesetzliche Unfallversicherung, από την εν λόγω απόφαση δεν προκύπτει κανένα στοιχείο περί του ότι η δανική εταιρία δεν θα παρέχει ασφαλιστική κάλυψη σε αποκλειστικά κερδοσκοπική βάση.
41 – Βλ., κατ’ αναλογία, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 απόφαση Φρέσκοτ (σκέψεις 67 και 68).
42 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36 απόφαση Kohll (σκέψη 41), προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 37 απόφαση Smits και Peerbooms (σκέψη 72), απόφαση της 13ης Μαΐου 2003, C‑385/99, Müller-Fauré και Van Riet (Συλλογή 2003, σ. I‑4509, σκέψη 73), και απόφαση της 19ης Απριλίου 2007, C‑444/05, Σταματελάκη (Συλλογή 2007, σ. I‑3185, σκέψη 30).
Full & Egal Universal Law Academy