ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 23ης Απριλίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑370/07
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
«Απόφαση – Απόφαση sui generis – Καθορισμός των θέσεων που θα υιοθετηθούν εξ ονόματος της Κοινότητας σε συσταθέν με συμφωνία όργανο – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Αναφορά της νομικής βάσεως – 14η Διάσκεψη των συμβαλλομένων μερών στη Σύμβαση περί του διεθνούς εμπορίου των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (CITES)»
I – Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση διαφορά αφορά το ζήτημα σε ποιες περιπτώσεις πρέπει σε νομικές πράξεις της Κοινότητας να υπάρχει αναφορά της νομικής βάσεως και ποιες συνέπειες έχει η έλλειψη της απαιτούμενης αναφοράς.
2. Αντικείμενο της προσφυγής είναι η απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως για τη θέση που έπρεπε να καθορισθεί εξ ονόματος της Κοινότητας για ορισμένες προτάσεις, οι οποίες συζητήθηκαν κατά τη 14η Διάσκεψη των συμβαλλομένων μερών στη Σύμβαση της Ουάσιγκτον για την προστασία των ειδών (Σύμβαση περί του διεθνούς εμπορίου των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση, CITES (2)) από τις 3 έως τις 15 Ιουνίου 2007. Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί να ακυρωθεί αυτή η απόφαση, διότι το Συμβούλιο δεν ανέφερε καμία νομική βάση στην απόφαση.
II – Νομικό πλαίσιο
3. Το άρθρο 253 ΕΚ ορίζει τα εξής:
«Οι κανονισμοί, οι οδηγίες και οι αποφάσεις που εκδίδονται από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, καθώς και οι κανονισμοί, οι οδηγίες και οι αποφάσεις του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, πρέπει να αιτιολογούνται και να αναφέρονται στις προτάσεις ή γνώμες που απαιτούνται κατά την παρούσα συνθήκη.»
4. Το άρθρο 300, παράγραφος 2, ΕΚ ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τη διαδικασία για τον καθορισμό των θέσεων της Κοινότητας που θα υιοθετηθούν σε όργανα διεθνών οργανισμών:
«Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής στον τομέα αυτό, η υπογραφή, η οποία ενδέχεται να συνοδεύεται από απόφαση περί προσωρινής εφαρμογής πριν από την έναρξη ισχύος, και η σύναψη των συμφωνιών, αποφασίζονται από το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία μετά από πρόταση της Επιτροπής. Το Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα όταν η συμφωνία αφορά τομέα στον οποίο απαιτείται ομοφωνία για τη θέσπιση εσωτερικών κανόνων, καθώς και προκειμένου περί συμφωνιών του άρθρου 310.
Κατά παρέκκλιση από τους κανόνες της παραγράφου 3, η ίδια διαδικασία εφαρμόζεται και για απόφαση περί αναστολής της εφαρμογής συμφωνίας, καθώς και για τον καθορισμό των θέσεων που θα υιοθετηθούν εξ ονόματος της Κοινότητας, σε όργανο το οποίο συνιστάται από συμφωνία, όταν το εν λόγω όργανο καλείται να λάβει αποφάσεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα, με εξαίρεση τις αποφάσεις που συμπληρώνουν ή τροποποιούν το θεσμικό πλαίσιο της συμφωνίας.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημερώνεται αμέσως και εμπεριστατωμένα για οποιαδήποτε απόφαση η οποία λαμβάνεται δυνάμει της παρούσας παραγράφου και η οποία αφορά την προσωρινή εφαρμογή ή την αναστολή συμφωνιών, ή τον καθορισμό της θέσης της Κοινότητας σε όργανο που συνιστάται από συμφωνία.»
5. Η προσβαλλόμενη απόφαση εκθέτει με τις αιτιολογικές της σκέψεις 2 έως 4 τους λόγους για τον καθορισμό κοινής θέσεως:
«(2) Τροποποιήσεις στα παραρτήματα της Συμβάσεως και ορισμένα ψηφίσματα της Διασκέψεως των συμβαλλομένων μερών μπορούν να επηρεάζουν, στις περισσότερες περιπτώσεις, τη σχετική κοινοτική νομοθεσία και ενδέχεται να απαιτούν αντίστοιχες προσαρμογές.
(3) Δεδομένου ότι οι «τροποποιήσεις της Gaboron» της Συμβάσεως CITES δεν έχουν ακόμη τεθεί σε ισχύ, η Κοινότητα δεν είναι μέχρι τούδε συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση.
(4) Όταν, επομένως, έχουν θεσπιστεί κοινοτικές διατάξεις για την επίτευξη των σκοπών της Συνθήκης ΕΚ, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να αναλάβουν, εκτός του πλαισίου των κοινοτικών θεσμικών οργάνων, υποχρεώσεις οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν τις εν λόγω διατάξεις ή να αλλοιώσουν το πεδίο εφαρμογής τους.»
6. Η απόφαση ορίζει με τα δύο της άρθρα τα εξής:
«Άρθρο 1
Η θέση της Κοινότητας, την οποία θα υιοθετήσουν τα κράτη μέλη, ενεργώντας από κοινού προς το συμφέρον της Κοινότητας, στη 14η Διάσκεψη των συμβαλλομένων μερών στη CITES, όσον αφορά τους τομείς που εμπίπτουν στον τομέα της αρμοδιότητας της Κοινότητας, είναι σύμφωνη με τα παραρτήματα της παρούσας απόφασης.
Άρθρο 2
Όταν επιστημονικά ή τεχνικά στοιχεία τα οποία ενδεχομένως θα υποβληθούν μετά την έκδοση αυτής της αποφάσεως και πριν από τη συνεδρίαση της Διάσκεψης των μερών ή κατά τη διάρκειά της είναι πιθανόν να επηρεάσουν τη θέση που αναφέρεται στο άρθρο 1, καθώς και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατατίθενται νέες προτάσεις κατ’ αυτή τη σύνοδο σε θέματα τα οποία δεν έχουν ακόμη αποτελέσει αντικείμενο κοινοτικής θέσης, η κοινοτική θέση, όσον αφορά τους τομείς που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Κοινότητας, διαμορφώνεται μέσω επί τόπου συντονισμού, προτού κληθεί η Διάσκεψη των μερών να ψηφίσει επ’ αυτών των προτάσεων.»
III – Το ιστορικό της διαφοράς
7. Η προσβαλλόμενη απόφαση σκοπό είχε την εντός κοινοτικού πλαισίου προετοιμασία της θέσεως που θα καθόριζαν τα κράτη μέλη κατά τη 14η Διάσκεψη των συμβαλλομένων μερών στη CITES.
8. Η Σύμβαση CITES είναι μια διεθνής σύμβαση. Σκοπό έχει την προστασία των απειλουμένων ειδών πανίδας και χλωρίδας, με τον έλεγχο του διεθνούς εμπορίου δειγμάτων των ειδών αυτών (3).
9. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα δεν είναι ακόμη συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση (4). Η προσχώρησή της εξαρτάται από μια τροποποίηση της Συμβάσεως CITES, η οποία δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ. Επί του παρόντος, επομένως, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα είναι απλώς παρατηρητής στις διασκέψεις των συμβαλλομένων μερών στη CITES. Από το 1982, εντούτοις, η Κοινότητα θεσπίζει αυτοτελώς μέτρα, με τα οποία εφαρμόζει εντός της Κοινότητας τις απορρέουσες από τη Σύμβαση CITES υποχρεώσεις των κρατών μελών σαν να ήταν η ίδια συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση (5).
10. Το πλέον πρόσφατο μέτρο για την εφαρμογή της Συμβάσεως CITES συνιστά ο κανονισμός (ΕΚ) 338/97 του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1996, για την προστασία των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας με τον έλεγχο του εμπορίου τους (6). Ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε με έρεισμα το άρθρο 130 Σ, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 175, παράγραφος 1, ΕΚ).
11. Η 14η Διάσκεψη των συμβαλλομένων μερών στη CITES πραγματοποιήθηκε στη Χάγη από τις 3 έως τις 14 Ιουνίου 2007. Αντικείμενο αυτής της Διασκέψεως ήταν, μεταξύ άλλων, οι ψήφοι για τροποποιήσεις των παραρτημάτων, στα οποία απαριθμούνται τα προστατευόμενα είδη (7).
12. Η Επιτροπή διατύπωσε στις 4 Απριλίου 2007 πρόταση για απόφαση του Συμβουλίου για τον καθορισμό της εξ ονόματος της Κοινότητας θέσεως επί ορισμένων προτάσεων που θα υποβληθούν προς συζήτηση και ψήφιση κατ’ αυτή τη Διάσκεψη (8). Στήριξε αυτή την πρόταση στα άρθρα 175, παράγραφος 1, ΕΚ (περιβάλλον), 133 ΕΚ (εμπορική πολιτική), καθώς και στο άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
13. Στη συνέχεια, το Συμβούλιο υιοθέτησε ομοφώνως, στις 24 Μαΐου 2007, την προσβαλλόμενη νομική πράξη, που επιγράφεται ως «Απόφαση του Συμβουλίου» (9), χωρίς πάντως να αναφέρει νομική βάση (10).
14. Όπως προέβαλε η Επιτροπή, χωρίς να αντικρουσθεί, το Συμβούλιο παραιτήθηκε από την αναφορά μιας νομικής βάσεως, διότι δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη συμφωνίας ως προς το ποια θα έπρεπε να είναι η νομική βάση. Ορισμένοι εκπρόσωποι αντιτάχθηκαν στην αναφορά μιας διπλής νομικής βάσεως ουσιαστικής φύσεως υπό τη μορφή του άρθρου 175, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 133 ΕΚ και τάχθηκαν υπέρ της αναφοράς μόνο του άρθρου 175, παράγραφος 1, ΕΚ. Άλλοι απέρριψαν την αναφορά του άρθρου 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ ως νομικής βάσεως τυπικής φύσεως.
15. Η Επιτροπή είχε τη γνώμη ότι η αναφορά μιας νομικής βάσεως ήταν απαραίτητη και επέμεινε κατά το προκαταρκτικό στάδιο της αποφάσεως του Συμβουλίου στη ρητή αναφορά στα άρθρα 133, 175, παράγραφος 2, και 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
16. Με δικόγραφο της 1 Αυγούστου 2007, η Επιτροπή, στηριζόμενη στο άρθρο 230 ΕΚ, άσκησε προσφυγή κατά «της αποφάσεως του Συμβουλίου για τον καθορισμό εξ ονόματος της Κοινότητας της θέσεως επί ορισμένων προτάσεων, που υποβάλλονται προς συζήτηση και ψήφιση κατά την 14η Διάσκεψη των συμβαλλομένων μερών στη Σύμβαση για το διεθνές εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (CITES), στη Χάγη, Κάτω Χώρες, από τις 3 έως τις 15 Ιουνίου 2007».
17. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να ακυρώσει αυτή την απόφαση και
– να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
18. Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή,
– επικουρικώς, για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα ακύρωνε την προσβαλλόμενη απόφαση, να κρίνει ότι τα αποτελέσματά της διατηρούν την ισχύ τους, και
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
19. Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 20ής Νοεμβρίου 2007 επιτράπηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας να παρέμβει υπέρ του Συμβουλίου.
20. Το Δικαστήριο εξέτασε την προσφυγή της Επιτροπής κατ’ αρχάς στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας, κατόπιν δε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Μαρτίου 2009.
V – Νομική εκτίμηση
Το ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής
21. Πρέπει κατ’ αρχάς να διευκρινισθεί αν η επίδικη απόφαση συνιστά καν πράξη δυνάμενη να προσβληθεί, κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ. Αυτό πρέπει να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.
22. Απόφαση ληφθείσα από το Συμβούλιο για τον καθορισμό της θέσεως της Κοινότητας συνιστά αναμφιβόλως πράξη δυνάμενη να προσβληθεί, κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ. Πράγματι, κατά το άρθρο 230 ΕΚ, οι πράξεις του Συμβουλίου υπόκεινται στον έλεγχο του Δικαστηρίου και, κατά πάγια νομολογία, επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά κάθε θεσπισμένου από κοινοτικό όργανο μέτρου, ανεξαρτήτως της φύσεως ή της μορφής του, με το οποίο επιδιώκεται η παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων (11).
23. Διαφορετική είναι όμως η κατάσταση όσον αφορά απόφαση των συνελθόντων στα πλαίσια του Συμβουλίου εκπροσώπων των κρατών μελών, με την οποία τα κράτη μέλη συντονίζουν το εξωτερικό τους εμπόριο. Μια τέτοια απόφαση δεν συνιστά νομική πράξη δεκτική δικαστικού ελέγχου κατά το άρθρο 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ (12). Πράγματι, δεν συνιστά πράξη του Συμβουλίου, αλλά από κοινού πράξη εκπροσώπων των κρατών μελών.
24. Αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς δεν είναι η τυπική περίπτωση του καθορισμού θέσεως της Κοινότητας σε συνάρτηση με μια συμφωνία, στην οποία συμμετέχει η Κοινότητα. Όλως αντιθέτως, η Κοινότητα δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Διάσκεψη CITES. Εφόσον, επομένως, η Κοινότητα δεν μπορεί να συμμετέχει στη Διάσκεψη CITES ως συμβαλλόμενο μέρος, ομοίως με την προσβαλλόμενη απόφαση καθορίζεται όχι η θέση που πρέπει να υιοθετήσει η Κοινότητα, αλλά η θέση που πρέπει να υιοθετηθεί κατά τη Διάσκεψη από τα κράτη μέλη ως μόνα συμβαλλόμενα μέρη.
25. Με βάση αυτά τα δεδομένα, πρέπει να εξετασθεί αν εδώ πρόκειται για νομική πράξη του Συμβουλίου ή για απόφαση των συνελθόντων στα πλαίσια του Συμβουλίου εκπροσώπων των κρατών μελών.
26. Το γράμμα της αποφάσεως συνηγορεί υπέρ του ότι πρόκειται για νομική πράξη του Συμβουλίου. Πράγματι, η απόφαση λέει ρητώς ότι το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως αποφασίζει. Όπως προκύπτει από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλόμενης νομικής πράξεως, τροποποιήσεις της Συμβάσεως CITES μπορεί να επηρεάσουν τη σχετική κοινοτική νομοθεσία. Κατά συνέπεια, η απόφαση καθορίζει ποια στάση θα υιοθετήσουν τα κράτη μέλη κατά τη Διάσκεψη. Στο άρθρο 1 της νομικής πράξεως γίνεται λόγος για τη «θέση της Κοινότητας, την οποία θα υιοθετήσουν τα κράτη μέλη, ενεργώντας από κοινού προς το συμφέρον της Κοινότητας».
27. Από αυτό συνάγεται ότι η προσβαλλόμενη νομική πράξη είναι νομική πράξη του Συμβουλίου.
28. Επίσης, μια απόφαση του Συμβουλίου κατά το άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ δεν είναι μια απλώς προπαρασκευαστική πράξη, αλλά συνιστά τη περάτωση της σε ενδοκοινοτικό πλαίσιο διαδικασίας σχηματισμού βουλήσεως. Με αυτή καθορίζεται οριστικά και δεσμευτικά η θέση της Κοινότητας, όπως θα πρέπει να υιοθετηθεί αργότερα σε διεθνή όργανα (13). Δεδομένου ότι ορίζει στα κράτη μέλη ποιες θέσεις πρέπει να υιοθετήσουν κατά τη 14η Διάσκεψη CITES, παράγει επομένως και δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα. Συνεπώς, είναι πράξη δυνάμενη να προσβληθεί, κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ.
29. Τέλος, πρέπει να δοθεί προσοχή στην παρατήρηση του Συμβουλίου ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, εφόσον η προσβαλλόμενη νομική πράξη έχει ήδη παραγάγει όλα τα αποτελέσματά της και ως εκ τούτου η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου.
30. Συναφώς, πρέπει κατ’ αρχάς να σημειωθεί ότι στην περίπτωση ενός προνομιούχου προσφεύγοντος η χρήση του δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής δεν εξαρτάται από την απόδειξη υπάρξεως εννόμου συμφέροντος (14).
31. Ακόμη κι αν απαιτούνταν έννομο συμφέρον, αυτό θα ήταν δεδομένο εν προκειμένω. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει κρίνει σε σχέση με προσφυγές ιδιωτών κατά της Επιτροπής ότι το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος δεν παύει να υφίσταται λόγω του ότι κατά το χρονικό σημείο της ασκήσεως της προσφυγής μια προσβαλλόμενη απόφαση έχει εκτελεσθεί (15) ή η προσβαλλόμενη νομική πράξη δεν είναι πλέον εφαρμόσιμη (16). Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο συνάγει το έννομο συμφέρον από το γεγονός ότι με την προσφυγή μπορεί να αποτραπεί η επανάληψη του νομικού σφάλματος που αποτέλεσε αντικείμενο αιτιάσεως.
32. Η Επιτροπή επισήμανε εν προκειμένω ότι με την προσφυγή θέλει να εμποδίσει το ενδεχόμενο να εκδίδει και στο μέλλον το Συμβούλιο αποφάσεις που δεν θα αναφέρουν τη νομική τους βάση. Επομένως, προβάλλει πειστικώς τον κίνδυνο επαναλήψεως.
33. Κατά συνέπεια, η προσφυγή της Επιτροπής ασκείται παραδεκτώς.
Το ζήτημα του βασίμου της προσφυγής
34. Η προσφυγή της Επιτροπής στηρίζεται σε ένα μόνο λόγο ακυρότητας. Η Επιτροπή διατυπώνει την αιτίαση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται καμία νομική βάση. Αυτό συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου, ιδίως δε της υποχρεώσεως αιτιολογίας κατά το άρθρο 253 ΕΚ, και έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της νομικής πράξεως.
1. Υποχρέωση αναφοράς της νομικής βάσεως
35. Το άρθρο 253 ΕΚ ορίζει ότι οι κανονισμοί, οι οδηγίες και οι αποφάσεις πρέπει να αιτιολογούνται. Η υποχρέωση αναφοράς μιας νομικής βάσεως αποτελεί μέρος της υποχρεώσεως αιτιολογίας (17).
36. Το άρθρο 249 ΕΚ απαριθμεί νομικές πράξεις, των οποίων τα κοινοτικά όργανα μπορούν να κάνουν χρήση για την εκπλήρωση της αποστολής τους. Κατονομάζει συναφώς: κανονισμούς, οδηγίες, αποφάσεις, συστάσεις και γνώμες.
37. Εν προκειμένω, οι διάδικοι ερίζουν ως προς το αν η προσβαλλόμενη νομική πράξη, η οποία στη γερμανική απόδοση επιγράφεται ως «Beschluss» [απόφαση], είναι απόφαση sui generis ή απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 249 ΕΚ, ως προς την οποία υφίσταται υποχρέωση αιτιολογήσεως κατά το άρθρο 253 ΕΚ.
38. Η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι μια απόφαση, η οποία κατά το άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ καθορίζει μια θέση της Κοινότητας, είναι απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 249 ΕΚ και, επομένως, υφίσταται ως προς αυτή η υποχρέωση αιτιολογήσεως κατά το άρθρο 253 ΕΚ.
39. Το Συμβούλιο, αντιθέτως, έχει την άποψη ότι το άρθρο 253 ΕΚ δεν έχει εφαρμογή σε μια νομική πράξη, όπως την εν προκειμένω. Στην περίπτωση καθορισμού θέσεως κατά το άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, πρόκειται για απόφαση sui generis, η οποία δεν είναι απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 249 ΕΚ και, επομένως, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 253 ΕΚ. Συνεπώς, ούτε υφίσταται υποχρέωση αιτιολογήσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
40. Η Επιτροπή, προκειμένου να θεμελιώσει την άποψή της, στηρίζεται κυρίως στο ότι στις περισσότερες γλωσσικές αποδόσεις της Συνθήκης ο χρησιμοποιούμενος στο άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΕΚ για τον χαρακτηρισμό της νομικής πράξεως όρος περιέχεται στις χρήζουσες αιτιολογήσεως νομικές πράξεις που παρατίθενται στο άρθρο 253 ΕΚ. Συγκεκριμένα, χάριν παραδείγματος, η γαλλική γλωσσική απόδοση, χρησιμοποιεί, σε αμφότερες τις διατάξεις, τον όρο «décision», η δε αγγλική τον όρο «decision».
41. Το Συμβούλιο, αντιθέτως, επικαλείται το γεγονός ότι σε τέσσερις γλωσσικές αποδόσεις της Συνθήκης υφίσταται διαφοροποίηση από απόψεως ορολογίας. Στη γερμανική, το άρθρο 253 ΕΚ χρησιμοποιεί τον όρο «Entscheidung», ενώ το άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΕΚ κάνει λόγο για «Beschluss». Η δανική κάνει διάκριση μεταξύ «afgørelse» και «beslutning», η ολλανδική μεταξύ «beschikking» και «besluit» και, τέλος, η σλοβενική μεταξύ «odločba» και «sklep». Το Συμβούλιο θεωρεί ότι η από απόψεως ορολογίας διαφοροποίηση σε τέσσερις γλωσσικές αποδόσεις αποτελεί απόδειξη του ότι ο καθορισμός θέσεως κατά το άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ συνιστά απόφαση sui generis και, επομένως, όχι απόφαση κατά την έννοια των άρθρων 249 και 253 ΕΚ.
42. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εκθέτει προς επίρρωση της απόψεως του Συμβουλίου το ιστορικό θεσπίσεως του άρθρου 300, παράγραφος 2, ΕΚ. Πριν από τις επελθούσες με τη Συνθήκη της Νίκαιας τροποποιήσεις, το Συμβούλιο εξέδωσε νομικές πράξεις, όπως την προσβαλλομένη πράξη, με τις οποίες καθορίσθηκαν θέσεις της Κοινότητας, ως αποφάσεις sui generis. Με τις τροποποιήσεις τα κράτη μέλη δεν θέλησαν να αντικαταστήσουν την έκδοση αποφάσεων sui generis με αποφάσεις κατά την έννοια του άρθρου. 249 ΕΚ.
43. Βασικά, οι διάδικοι επιχειρηματολογούν σε επίπεδο καθαρά ορολογίας, αναφερόμενοι στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 300, παράγραφος 2, ΕΚ.
44. Το γεγονός πάντως ότι στην πλειονότητά τους οι γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 300, παράγραφος 2, ΕΚ χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό της νομικής πράξεως η οποία εμφανίζεται επίσης στα άρθρα 249 και 253 ΕΚ αποτελεί το πολύ μια πρώτη ένδειξη υπέρ της απόψεως της Επιτροπής (18). Αυτό πάντως δεν μπορεί να έχει καθοριστική σημασία. Πράγματι, σε όλες οι γλωσσικές αποδόσεις πρέπει, κατ’ αρχήν, να αναγνωρίζεται η ίδια αξία (19). Η ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων επιβάλλει, όταν υφίσταται διάσταση μεταξύ αυτών, το εννοιολογικό περιεχόμενο να εξακριβώνεται μέσω εκτιμήσεων αναγομένων στη γενική οικονομία και τον επιδιωκόμενο σκοπό (20).
45. Εμπόδιο για μια στηριζόμενη μόνο στην ορολογία του άρθρου 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ επιχειρηματολογία αποτελεί εξάλλου το ότι ουδόλως είναι πρόδηλο ότι μια κατάσταση όπως η εν προκειμένω εμπίπτει όντως στο πεδίο εφαρμογής αυτής της διατάξεως. Πράγματι, εκ πρώτης όψεως το άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο έχει εφαρμογή μόνο σε σχέση με συμφωνίες, στις οποίες η ίδια η Κοινότητα είναι μέρος. Ακριβώς εν προκειμένω, όμως, η Κοινότητα δεν είναι μέρος στη Σύμβαση CITES. Αν η διάταξη αυτή δεν αποτελεί πράγματι τη σχετική νομική βάση, μια στηριζόμενη μόνο στον χρησιμοποιούμενο στο άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, όρο επιχειρηματολογία, προκειμένου να συναχθεί υποχρέωση αιτιολογήσεως, δεν θα κατέληγε πουθενά.
46. Επομένως, για να εξακριβωθεί αν η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να είναι αιτιολογημένη δεν μπορεί να ληφθεί ως βάση μόνον η ορολογία στο άρθρο 300, παράγραφος 2, ΕΚ. Αντιθέτως, αποφασιστικής σημασίας είναι τα ουσιαστικά κριτήρια που πρέπει να πληρούν οι νομικές πράξεις για να μπορούν να χαρακτηρίζονται ως χρήζουσες αιτιολογίας αποφάσεις κατά την έννοια των άρθρων 249 ΕΚ και 253 ΕΚ.
47. Από ουσιαστικής απόψεως, μια «απόφαση» κατά την έννοια του άρθρου 249 ΕΚ χαρακτηρίζεται από το ότι παράγει δεσμευτικά και άμεσα έννομα αποτελέσματα και καθορίζει έναν αποδέκτη.
48. Η τυπική περίπτωση, που έχει προ οφθαλμών το άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ έχει ως γνώρισμα ότι καθορίζεται μια θέση της Κοινότητας, την οποία θα πρέπει να υιοθετήσει η Επιτροπή σε ένα όργανο διεθνούς οργανισμού, του οποίου η Κοινότητα είναι μέλος. Επομένως, μια τέτοια νομική πράξη δεν έχει άμεσο αποδέκτη, διότι μόνον ενδοκοινοτικώς είναι καθοριστική για τη δράση ενός άλλου οργάνου. Αυτό συνηγορεί υπέρ του ότι στην περίπτωση μιας τέτοιας νομικής πράξεως πρόκειται όχι για απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 249 ΕΚ, αλλά για απόφαση sui generis.
49. Η υπό κρίση περίπτωση χαρακτηρίζεται αντιθέτως από το ότι η νομική πράξη απευθύνεται στα κράτη μέλη. Καθορίζει τη θέση που θα πρέπει να υιοθετήσουν τα κράτη μέλη, δεδομένου ότι η Κοινότητα δεν είναι πράγματι μέλος του διεθνούς οργανισμού, μολονότι, κατά την άποψη του Συμβουλίου και της Επιτροπής, έχει σε ενδοκοινοτικό πλαίσιο αρμοδιότητα για τη σύμβαση. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη νομική πράξη έχει ως αποδέκτες, όπως επίσης παραδέχεται το Συμβούλιο, τα κράτη μέλη. Επομένως, πλησιάζει περισσότερο προς μια απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 249 ΕΚ απ’ ό,τι η τυπική περίπτωση του άρθρου 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
50. Τελικώς, πάντως, μπορεί εν προκειμένω να παραμείνει ανοιχτό το ζήτημα του χαρακτηρισμού ως αποφάσεως κατά την έννοια του άρθρου. 249 ΕΚ ή ως αποφάσεως sui generis.
51. Πράγματι, ακόμη κι αν η προσβαλλόμενη νομική πράξη χαρακτηρισθεί ως απόφαση sui generis, υφίσταται ως προς αυτή υποχρέωση αιτιολογήσεως. Αυτό προκύπτει, ανάλογα με τη δογματική μέθοδο συναγωγής, είτε από ευρεία ερμηνεία του όρου «απόφαση» στο άρθρο 253 ΕΚ είτε κατ’ ανάλογη εφαρμογή του. Από την κατ’ αρχήν υφιστάμενη υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να διακρίνεται η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως (μόνον αναφορά της νομικής βάσεως ή και λεπτομερέστερη αιτιολόγηση), την οποία θα εξετάσω λεπτομερέστερα κατωτέρω.
52. Η καθιερωθείσα με το άρθρο 253 ΕΚ υποχρέωση αιτιολογήσεως απαιτεί όλες οι κατονομαζόμενες σ’ αυτό νομικές πράξεις να περιέχουν έκθεση των λόγων, οι οποίοι ώθησαν το όργανο στην έκδοσή τους. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο λόγος για την καθιερωθείσα με το άρθρο 253 ΕΚ υποχρέωση αιτιολογήσεως έγκειται προ πάντων στο ότι πρέπει να παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα ασκήσεως του δικαστικού ελέγχου του (21). Επιπλέον, τα κράτη μέλη αλλά και οι ενδιαφερόμενοι θα λαμβάνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο γνώση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες τα κοινοτικά όργανα εφάρμοσαν τη Συνθήκη (22).
53. Ο λόγος υπάρξεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, ήτοι η διασφάλιση κατά το δυνατόν πληρέστερου δικαστικού ελέγχου, δεν υφίσταται μόνο για τις αποφάσεις κατά την έννοια του άρθρου 249 ΕΚ, αλλά ομοίως για νομικές πράξεις, όπως είναι η προσβαλλόμενη, που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα.
54. Κατά τη δοθείσα από το Δικαστήριο ερμηνεία, το άρθρο 230 ΕΚ έχει την έννοια ότι επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά κάθε θεσπισμένου από κοινοτικό όργανο μέτρου, ανεξαρτήτως της φύσεως ή της μορφής του, με το οποίο επιδιώκεται η παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων (23). Επομένως, είναι συνεπές, κατά παραλληλία, να υφίσταται και γι’ αυτές τις νομικές πράξεις υποχρέωση αιτιολογήσεως, προκειμένου να παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα ασκήσεως του δικαστικού ελέγχου του. Συνεπώς, το άρθρο 253 ΕΚ δεν συμπεριλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής του μόνον εκείνες από τις κατονομαζόμενες στο άρθρο 249 ΕΚ πράξεις που δεν παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, δηλαδή συστάσεις και γνώμες. Από αυτό μπορεί να συναχθεί ότι το άρθρο 253 ΕΚ, όπως και το άρθρο 230 ΕΚ, θεωρεί ότι σημασία έχει το αν ένα μέτρο παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα. Επομένως, και αποφάσεις sui generis, που παράγουν έννομα αποτελέσματα, πρέπει να αιτιολογούνται.
55. Η αναφορά νομικής βάσεως ως ελάχιστης προϋποθέσεως αιτιολογίας είναι επίσης επιβεβλημένη για τη διασφάλιση της καθιερούμενης με το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, ΕΚ αρχής των κατ’ απονομήν αρμοδιοτήτων. Η αρχή αυτή σημαίνει ότι η Κοινότητα μπορεί να ενεργεί μόνον εντός των ορίων των εξουσιών που της έχουν παρασχεθεί και των σκοπών που της έχουν καθορισθεί και ισχύει για την κοινοτική δράση τόσο σε εσωτερικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο διεθνούς δικαίου(24). Χωρίς την υποχρέωση αναφοράς μιας νομικής βάσεως θα υφίστατο ο κίνδυνος να οικειοποιείται η Κοινότητα, σε περίπτωση ασαφούς νομικής βάσεως, αρμοδιότητες, οι οποίες πράγματι ανήκουν στα κράτη μέλη. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως επιτελεί επί πλέον σ’ αυτές τις περιπτώσεις μια προειδοποιητική λειτουργία. Αναγκάζει τα αρμόδια όργανα, πριν από την έκδοση μιας νομικής πράξεως, να συνειδητοποιούν πλήρως αν υφίσταται καν αρμοδιότητα της Κοινότητας.
56. Η αναφορά της νομικής βάσεως είναι επίσης αναγκαία για την προστασία της λήψεως αποφάσεως στο Συμβούλιο. Το άρθρο 300, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΚ προβλέπει απόφαση με ειδική πλειοψηφία, εκτός αν η συμφωνία αφορά τομέα στον οποίο απαιτείται ομοφωνία για τη θέσπιση εσωτερικών κανόνων. Επομένως, ο τρόπος ψηφοφορίας εξαρτάται από τη σχετική νομική βάση. Συνεπώς, η υποχρέωση ρητώς προσδιορισμού της εξασφαλίζει ότι το Συμβούλιο καθορίζει τη νομική βάση και, επομένως, τον τρόπο ψηφοφορίας πριν από τη λήψη αποφάσεως. Αυτό είναι κατά μείζονα λόγο σημαντικό, καθόσον ο τρόπος ψηφοφορίας μπορεί να έχει επίδραση στο περιεχόμενο της αποφάσεως. Μια χάριν προνοίας προκληθείσα ομοφωνία μπορεί να έχει ως συνέπεια την επίτευξη μιας ελάχιστης συναινέσεως και, επομένως, διαφορετικό αποτέλεσμα απ΄ ό,τι στην περίπτωση λήψεως αποφάσεως με ειδική πλειοψηφία.
57. Υπέρ της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως συνηγορεί επί πλέον η αρχή της διαφάνειας. Αυτή εκφράζεται με το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, κατά το οποίο οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοικτά. Όπως έκρινε το Δικαστήριο σε σχέση με τον κανονισμό (ΕΚ) 1049/2001 (25), η αρχή της διαφάνειας έχει ιδιαίτερη σημασία οσάκις το Συμβούλιο ενεργεί ως νομοθέτης (26). Η διαφάνεια εν προκειμένω συμβάλλει στην ενίσχυση της δημοκρατίας παρέχοντας στον πολίτη τη δυνατότητα να ελέγχει το σύνολο των πληροφοριών που αποτέλεσαν τη βάση μιας νομοθετικής πράξης (27).
58. Σε μια κατά το δυνατόν διάφανη λήψη αποφάσεων συγκαταλέγεται το ότι σε μια νομική πράξη αναφέρεται η νομική της βάση. Η αρχή της διαφάνειας μπορεί να τύχει αναφοράς και στην εν προκειμένω αλληλουχία, μολονότι νομικές πράξεις του είδους της εν προκειμένω δεν δημοσιεύονται πάντοτε. Ενδεχομένως το Συμβούλιο να αποφεύγει κατ’ αρχάς τη δημοσίευση, προκειμένου να μην αποδυναμώσει με τη φανέρωση της θέσεως της Κοινότητας τη διαπραγματευτική της θέση. Όπως εξέθεσε το Συμβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αυτό δεν σημαίνει πάντως ότι η νομική πράξη δεν μπορεί να δοθεί σε μεμονωνομένα άτομα κατόπιν αιτήσεώς τους. Προς διασφάλιση της διαπραγματευτικής θέσεως της Κοινότητας θα αρκούσε εξάλλου τέτοιες νομικές πράξεις να δημοσιεύονται μόνο μετά το πέρας των Διασκέψεων.
59. Προς στήριξη της αρνήσεώς του ότι υφίσταται υποχρέωση αιτιολογήσεως στην περίπτωση νομικών πράξεων sui generis, το Συμβούλιο παραθέτει την απόφαση AETR του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτή η απόφαση είναι άσχετη, δεδομένου ότι αφορούσε απλώς «ορισμένες διαδικασίες» στο Συμβούλιο και όχι μια πράξη παρόμοιας φύσεως προς την επίδικη νομική πράξη.
60. Η υπόθεση AETR αφορούσε προσφυγή της Επιτροπής κατά μιας αποφάσεως του Συμβουλίου. Η απόφαση αυτή είχε ως αντικείμενο τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη από τα κράτη μέλη της Κοινότητας, στο πλαίσιο της Οικονομικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη, της συμφωνίας περί των όρων εργασίας των πληρωμάτων οχημάτων που εκτελούν οδικές μεταφορές. Με την απόφαση αυτή, το Συμβούλιο, «μετά από ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των μελών του και των εκπροσώπων της Επιτροπής, κατέληξε σε ένα σύνολο «συμπερασμάτων» (conclusions) σχετικά με τη στάση που θα έπρεπε να υιοθετούσαν οι κυβερνήσεις των κρατών μελών στις αποφασιστικές διαπραγματεύσεις για την AETR» (28). Prima facie, επομένως, υπάρχει μεταξύ των περιστατικών της αποφάσεως AETR και αυτών της υπό κρίση διαφοράς κάποια ομοιότητα.
61. Πρέπει πάντως να παρατηρηθεί ως προς τη διατύπωση της αποφάσεως σ’ αυτό το χωρίο ότι το Δικαστήριο ήταν πολύ προσεκτικό να μην εκφέρει κρίση ενέχουσα τον χαρακτήρα αρχής, αλλά αποφάσισε μόνον επί της ειδικής συγκεκριμένης περιπτώσεως. Χαρακτηριστικό αυτής της περιπτώσεως ήταν ότι ένας εκπρόσωπος της Επιτροπής ήταν παρών κατά τις διαπραγματεύσεις στο Συμβούλιο και, επομένως, η Επιτροπή, ως μόνος ενδιαφερόμενος τρίτος (29), ήταν πλήρως ενημερωμένη για την κατάρτιση της νομικής πράξεως.
62. Στην περίπτωση, πάντως, κατά την οποία η εν προκειμένω νομική πράξη θα είχε ως έρεισμα το άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, υπάρχει ένας τρίτος, ο οποίος δεν συμμετέσχε στην κατάρτιση της νομικής πράξεως και, ως εκ τούτου, έχει συμφέρον στην αιτιολόγηση της νομικής πράξεως ή τουλάχιστον στην αναφορά της νομικής βάσεως.
63. Πράγματι, το άρθρο 300, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ υποχρεώνει το Συμβούλιο να ενημερώσει αμέσως και εμπεριστατωμένα το Κοινοβούλιο για οποιαδήποτε απόφαση που λαμβάνεται. Η προσβαλλόμενη απόφαση θα έπρεπε αμέσως να διαβιβασθεί σ’ αυτό. Συναφώς, θα απαιτούνταν επίσης μνεία της νομικής βάσεως, προκειμένου να καταστούν πλήρως ευκρινή τα δικαιώματα πληροφορήσεως του Κοινοβουλίου και κατ’ αυτόν το τρόπο ο αποτελεσματικός έλεγχος του σεβασμού αυτών των δικαιωμάτων. Εξάλλου, λόγω του ότι το Συμβούλιο διαβίβασε εν προκειμένω στο Κοινοβούλιο τη νομική πράξη έξι μόλις εβδομάδες μετά την έκδοσή της και μόνο ταυτόχρονα με την έναρξη της Διασκέψεως CITES, δεν τηρήθηκε ο όρος της άμεσης πληροφορήσεως κατά το άρθρο 300, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο ΕΚ.
64. Συνεπώς, σε αντίθεση προς την άποψη του Συμβουλίου, η προσβαλλόμενη νομική πράξη δεν αφορά μόνο τα κράτη μέλη.
65. Εξάλλου, το Δικαστήριο, με μεταγενέστερη απόφαση, η οποία αφορούσε μια ανακοίνωση της Επιτροπής που υποχρεώνει μεταξύ άλλων, τα κράτη μέλη να διαβιβάζουν στην Επιτροπή ετησίως με γενικό και συστηματικό τρόπο στοιχεία για τις χρηματοοικονομικές σχέσεις μιας κατηγορίας επιχειρήσεων, διευκρίνισε το πεδίο εφαρμογής της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Κατά την απόφαση αυτή, σύμφωνα με την επιταγή της ασφάλειας δικαίου, η δεσμευτικότητα κάθε πράξεως που προορίζεται να παραγάγει έννομα αποτελέσματα πρέπει να απορρέει από διάταξη του κοινοτικού δικαίου, η οποία πρέπει να αναφέρεται ρητά ως νομική της βάση και η οποία προβλέπει τη μορφή την οποία πρέπει να περιβληθεί η πράξη αυτή (30).
66. Στη συνέχεια, πρέπει να εξετασθεί μια αντίρρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, που αφορά την από πρακτικής απόψεως δυνατότητα εφαρμογής της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει ότι η επιβολή υποχρεώσεως αιτιολογήσεως για νομικές πράξεις όπως την εν προκειμένω θα είχε ως συνέπεια τη διαμόρφωση ενός πλαισίου καταρτίσεώς τους χαρακτηριζόμενου από υπερβολική δυσκινησία και ακαμψία. Το Συμβούλιο επισημαίνει συναφώς ότι για την έκδοση της προσβαλλόμενης νομικής πράξεως διέθετε μόνο δύο μήνες μεταξύ της προτάσεως της Επιτροπής και της ημερομηνίας της Διασκέψεως.
67. Ως προς τις αντιρρήσεις αυτές, μπορεί ενδεχομένως να γίνει δεκτό ότι η ευκαμψία στις δυνατότητες δράσεως στον τομέα ακριβώς του εξωτερικού εμπορίου έχει μεγάλη σημασία. Δυσχέρειες που ενδεχομένως ανακύπτουν εν προκειμένω μπορούν πάντως να αντιμετωπίζονται μέσω ηπιότερων απαιτήσεων ως προς την έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Ανάλογα με τη φύση της νομικής πράξεως και του πλαισίου της, μπορεί να απαιτείται μια περισσότερο ή λιγότερο λεπτομερής αιτιολογία (31). Ως ελάχιστη, πάντως, προϋπόθεση πρέπει πάντοτε να απαιτείται η αναφορά της νομικής βάσεως. Αυτή ουδέποτε θα μπορούσε να αποτελέσει υπέρμετρο βάρος από απόψεως αιτιολογήσεως.
68. Αυτό δεν επιδέχεται εξαίρεση ούτε για λόγους χρονικής πιέσεως. Όσο πιο περίπλοκο είναι το θέμα και όσο πιο πολλές νομικές βάσεις είναι δυνατές, τόσο πιο σημαντικό και επείγον είναι να υπάρχει σαφήνεια ως προς τις σχετικές νομικές βάσεις και τόσο πιο σε βάθος πρέπει να εξετάζεται αυτό το θέμα. Πράγματι, από την αρχή των κατ’ απονομήν αρμοδιοτήτων έπεται ότι η Κοινότητα μπορεί να ενεργεί μόνον όταν η Συνθήκη της παρέχει αρμοδιότητα για τη δράση της. Επομένως, πριν αναλάβει δράση, πρέπει απαραιτήτως να έχει διασαφηνίσει ποια νομική βάση της παρέχει αυτή η αρμοδιότητα. Το να την περιλάβει κατόπιν στη νομική πράξη δεν συνιστά υπέρμετρο βάρος. Ούτε μπορεί να αρκεί –όπως προβάλλει το Συμβούλιο– το ότι η νομική βάση θα αναφερθεί μεταγενεστέρως σε μια ενδεχομένως εκδοθείσα πράξη για τη μεταφορά σε κοινοτικό επίπεδο τροποποιήσεων της Συμβάσεως CITES. Πράγματι, αυτό ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι και για τον καθορισμό μιας θέσεως που θα υιοθετηθεί από τα κράτη μέλη κατά τη Δάσκεψη CITES η Κοινότητα χρειάζεται μια αρμοδιότητα, την οποία επομένως πρέπει επίσης να αναφέρει αυτή η νομική πράξη (32).
69. Τέλος, πρέπει ακόμη να εξετασθεί το επιχείρημα του Συμβουλίου ότι ούτε στο παρελθόν παρόμοιες αποφάσεις ανέφεραν νομική βάση. Σ’ αυτό το στηριζόμενο στην προηγούμενη πρακτική επιχείρημα μπορεί να αντιταχθεί ότι η απλή πρακτική του Συμβουλίου δεν μπορεί να συνιστά παρέκκλιση από κανόνες της Συνθήκης και, επομένως, δεν μπορεί να δημιουργεί προηγούμενο (33).
70. Τελικώς, δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό ότι ως προς την προσβαλλόμενη νομική πράξη υφίστατο η υποχρέωση αναφοράς νομικής βάσεως.
2. Συνέπειες από την έλλειψη αναφοράς νομικής βάσεως
71. Στη συνέχεια, πρέπει ακόμη να εξετασθεί το ποιες συνέπειες έχει για το κύρος της νομικής πράξεως η μη αναφορά της νομικής βάσεως.
Μπορεί να προσδιορισθεί η νομική βάση μέσω άλλων στοιχείων της νομικής πράξεως;
72. Η έλλειψη αναφοράς σε συγκεκριμένη διάταξη της Συνθήκης δεν συνιστά κατ’ ανάγκη πάντοτε παράβαση της κατά το άρθρο 253 ΕΚ υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, που συνεπάγεται την ακυρότητά της. Δεν υφίσταται ουσιώδης πλημμέλεια, όταν η νομική βάση μιας νομικής πράξεως μπορεί να προσδιοριστεί βάσει άλλων στοιχείων αυτής της πράξεως (34).
73. Στην υπό κρίση περίπτωση, όμως, η νομική βάση δεν μπορεί να προσδιορισθεί με σαφήνεια βάσει άλλων στοιχείων της νομικής πράξεως. Αυτό συνάγεται, κατ’ αρχάς, από το ότι κατά τις διαπραγματεύσεις στο Συμβούλιο υπήρξε έντονη διαμάχη ως προς το ποια είναι η ορθή νομική βάση και διατυπώθηκαν σχετικώς διάφορες προτάσεις προς συζήτηση. Η Επιτροπή προβάλλει εν προκειμένω, χωρίς να αντικρουσθεί, ότι τέθηκαν προς συζήτηση τόσο η αναφορά μόνο του άρθρου 300, παράγραφος 2, ΕΚ ως νομικής βάσεως διαδικαστικής φύσεως ή η αναφορά μόνο μιας νομικής βάσεως ουσιαστικής φύσεως, όσο και ο συνδυασμός αμφοτέρων. Ως προς το ορθό ουσιαστικό έρεισμα σε σχέση με την αρμοδιότητα, ήτοι ή μόνο το άρθρο 175 ΕΚ ή το άρθρο 175 ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 133 ΕΚ, διεξήχθησαν επίσης συζητήσεις άνευ αποτελέσματος.
74. Με τα υπομνήματά τους κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, το Συμβούλιο και η Επιτροπή φαίνεται να θεωρούν κατ’ αρχήν ότι το άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ είναι η διαδικαστικής φύσεως νομική βάση της προσβαλλόμενης νομικής πράξεως. Η διάταξη αυτή ορίζει τη διαδικασία για αποφάσεις περί καθορισμού των θέσεων «που θα υιοθετηθούν εξ ονόματος της Κοινότητας, σε όργανο το οποίο συνιστάται από συμφωνία, όταν το εν λόγω όργανο καλείται να λάβει αποφάσεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα.»
75. Σ’ αυτή την αλληλουχία, ανακύπτει επίσης το ζήτημα αν το άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ έχει εφαρμογή μόνο σε συγκυρίες, όπου η Κοινότητα είναι μέρος στη Διεθνή Συμφωνία. Καταφατική απάντηση θα μπορούσε να δοθεί μέσω ιδίως ερμηνείας βάσει της οικονομίας της διατάξεως, δεδομένου ότι η παράγραφος 1 αυτού του άρθρου έχει αναμφισβητήτως ως αντικείμενο μόνο τη σύναψη διεθνών συμφωνιών από την Κοινότητα. Στην περίπτωση της Συμβάσεως CITES, όμως, η Κοινότητα δεν είναι η ίδια μέρος, αλλά μόνο τα κράτη μέλη.
76. Η τελολογική ερμηνεία θα μπορούσε εντούτοις να έχει ως αποτέλεσμα ότι το άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ πρέπει επίσης να έχει εφαρμογή σε συμφωνίες, το περιεχόμενο των οποίων εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Κοινότητας, στις οποίες όμως η Κοινότητα δεν μπορεί ακόμη να είναι μέρος λόγω της μορφής που έχει λάβει η διεθνής συμφωνία.
77. Λόγω ακριβώς αυτού του ερμηνευτικού προβλήματος, δεν μπορεί να θεωρηθεί κατ’ αρχήν ότι η σχετική νομική βάση προκύπτει σαφώς από την προσβαλλόμενη νομική πράξη.
78. Ακόμη και αν ελαμβάνετο ως νομική βάση το άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, δεν θα αρκούσε η αναφορά μόνον αυτής της διαδικαστικής φύσεως διατάξεως ως νομικής βάσεως. Αντιθέτως, η νομική πράξη χρήζει της αναφοράς μιας νομικής βάσεως ουσιαστικής φύσεως, από την οποία να προκύπτει η έκταση των αρμοδιοτήτων και, επομένως, τελικώς το πεδίο δράσεως της Κοινότητας που έχει προκαθορισθεί από τη Συνθήκη ΕΚ (35).
79. Ούτε η ουσιαστικής φύσεως νομική βάση μπορεί να συναχθεί με σαφήνεια από την προσβαλλόμενη νομική πράξη, δεδομένου ότι εν προκειμένω υπάρχει δυνατότητα περισσότερων νομικών βάσεων. Αυτές θα μπορούσαν να είναι η εμπορική πολιτική, η αφορώσα το περιβάλλον πολιτική, καθώς και ένας συνδυασμός αμφοτέρων (36).
80. Επομένως, η αποτελούσα το έρεισμα νομική βάση δεν μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα από τη νομική πράξη.
Πρόκειται απλώς για αμιγώς τυπικό ελάττωμα;
81. Το Συμβούλιο έχει την άποψη ότι, αν θεωρηθεί ότι υφίσταται υποχρέωση αιτιολογήσεως, αυτή δεν θα έχει ως συνέπεια την ακυρότητα, δεδομένου ότι πρόκειται απλώς για αμιγώς τυπικό ελάττωμα της νομικής πράξεως.
82. Το Δικαστήριο έχει κρίνει σε περιπτώσεις που αφορούσαν τη χρησιμοποίηση εσφαλμένης νομικής βάσεως, μαζί με την πράγματι ορθή νομική βάση, ότι αυτό μπορεί να επιφέρει την ακυρότητα της επίμαχης νομικής πράξεως μόνον αν πρόκειται για κάτι περισσότερο από ένα τυπικό ελάττωμα, δηλαδή για ελάττωμα που μπορεί να είχε συνέπειες επί της εφαρμοστέας διαδικασίας και τελικώς, επομένως, επί του περιεχομένου της νομικής πράξεως (37).
83. Η νομολογία αυτή δύσκολα μπορεί να έχει εφαρμογή σε μια περίπτωση, όπου δεν αναφέρεται καν μια νομική βάση. Όταν δεν αναφέρεται κανενός είδους νομική βάση, είναι ως εκ τούτου δύσκολο να διαπιστωθεί ποια πράγματι διαδικασία εφαρμόσθηκε και, επομένως, αν η έλλειψη αναφοράς της νομικής βάσεως μπορεί να είχε συνέπειες επί της εφαρμοστέας διαδικασίας. Επομένως, ορθότερο είναι, εν πάση περιπτώσει όταν η έλλειψη αιτιολογίας συνίσταται στην εξ ολοκλήρου παράλειψη αναφοράς μιας νομικής βάσεως, να θεωρείται ότι υφίσταται ένα μέχρι τέτοιου βαθμού ουσιώδες ελάττωμα, ώστε αυτό να επιφέρει πάντοτε την ακύρωση της αποφάσεως. Πράγματι, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, η αναφορά της νομικής βάσεως αποτελεί απαραίτητο όρο της αιτιολογίας.
84. Τέλος, η αποδοχή της απόψεως ότι υφίσταται ένα αμιγώς τυπικό ελάττωμα προσκρούει στην ακόλουθη σκέψη. Όσον αφορά την ουσιαστικής φύσεως νομική βάση της προσβαλλόμενης νομικής πράξεως, υπάρχει η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 133 ΑΚ ή του άρθρου 175 ΕΚ, καθώς και των δύο σε συνδυασμό μεταξύ τους. Το άρθρο 133 ΕΚ θεσπίζει αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας, ενώ το άρθρο 175 ΕΚ, αντιθέτως, προβλέπει από κοινού αρμοδιότητα της Κοινότητας και των κρατών μελών. Η επιλογή επομένως μεταξύ των δύο αυτών άρθρων έχει επιπτώσεις στην κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών. Γι’ αυτόν επίσης τον λόγο, δεν μπορεί να θεωρηθεί εν προκειμένω ότι υφίσταται ένα αμιγώς τυπικό ελάττωμα (38).
3. Προσωρινό συμπέρασμα
85. Εν κατακλείδι, διαπιστώνεται ότι η προσβαλλόμενη νομική πράξη πρέπει να ακυρωθεί λόγω ελλείψεως αναφοράς μιας νομικής βάσεως.
VI – Ως προς τον περιορισμό των αποτελεσμάτων ενδεχόμενης ακυρώσεως
86. Το Συμβούλιο ζητεί, στην περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να διατηρηθούν τα αποτελέσματά της. Το αίτημα αυτό πρέπει να γίνει δεκτό.
87. Κατά το άρθρο 231, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, το Δικαστήριο μπορεί να προσδιορίσει, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, εκείνα τα αποτελέσματα μιας ακυρωθείσας νομικής πράξεως που θεωρούνται ότι διατηρούν την ισχύ τους. Βεβαίως, κατά το γράμμα της, η ρύθμιση αυτή αφορά πράγματι μόνο κανονισμούς, πλην όμως το Δικαστήριο την έχει εφαρμόσει κατ’ αναλογία σε αποφάσεις (39).
88. Εν προκειμένω, δικαιολογείται η διατήρηση της ισχύος των αποτελεσμάτων της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διότι η 14η Διάσκεψη. CITES έχει ήδη πραγματοποιηθεί και ελήφθησαν εκεί αποφάσεις. Βεβαίως, η από απόψεως διεθνούς δικαίου δεσμευτικότητα αυτών των αποφάσεων για τα κράτη μέλη δεν θα επηρεαζόταν από την ακύρωση μιας ληφθείσας σε προκαταρκτικό στάδιο αποφάσεως για τον καθορισμό της θέσεως της Κοινότητας, δεδομένου ότι κατά τους γενικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου παραβάσεις εσωτερικών διατάξεων κατά την προετοιμασία της θέσεως που θα υιοθετηθεί στο πλαίσιο μιας διεθνούς διασκέψεως δεν ασκούν κατ’ αρχήν επιρροή. Σε ενδοκοινοτικό επίπεδο, όμως, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν καταστάσεις αβεβαιότητας περί το δίκαιο, όσον αφορά τα σημεία που υιοθετήθηκαν στη Διάσκεψη. Επομένως, για να αποφευχθεί οποιαδήποτε αβεβαιότητα περί το δίκαιο επιβάλλεται η διατήρηση των αποτελεσμάτων της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
89. Το Συμβούλιο δεν υποχρεούται πάντως να εκδώσει νέα απόφαση χωρίς την προσαπτόμενη σ’ αυτό νομική πλάνη. Πράγματι, εφόσον πραγματοποιήθηκε ήδη η 14η Διάσκεψη CITES, θα ήταν παράλογο να υποχρεωθεί το Συμβούλιο να καθορίσει εκ νέου τη θέση του γι’ αυτή τη Διάσκεψη.
VII – Επί των δικαστικών εξόδων
90. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή το Συμβούλιο ηττήθηκε εξ ολοκλήρου, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
91. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Ηνωμένο Βασίλειο που παρενέβη στη δίκη φέρει τα έξοδά του.
VIII – Πρόταση
92. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
1) Ακυρώνει την απόφαση του Συμβουλίου της 24ης Μαΐου 2007 για τον καθορισμό εξ ονόματος της Κοινότητας της θέσεως επί ορισμένων προτάσεων που υποβάλλονται προς συζήτηση και ψήφιση κατά την 14η Διάσκεψη των συμβαλλομένων μερών στη Σύμβαση για το διεθνές εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (CITES), στη Χάγη, Κάτω Χώρες, από τις 3 έως τις 15 Ιουνίου 2007.
2) Τα αποτελέσματα της ως άνω στο σημείο 1 αυτού του διατακτικού αποφάσεως διατηρούνται.
3) Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας φέρει τα έξοδά του. Κατά τα λοιπά, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως φέρει τα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Στο εξής: Σύμβαση Cites.
3 – Βλ. την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (EK) 338/97 του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1996, για την προστασία των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας με τον έλεγχο του εμπορίου τους, ΕΕ L 61, σ.1.
4 – Το κείμενο της Συμβάσεως υιοθετήθηκε από 80 κράτη στις 3 Μαρτίου 1970. Η Σύμβαση άρχισε να ισχύει την 1η Ιουλίου 1975.
5 – Κανονισμός (EΟK) 3626/82 του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1982, για την εφαρμογή στην Κοινότητα της σύμβασης για το διεθνές εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση, ΕΕ L 384, σ. 1.
6 – Παρατεθείς στην υποσημείωση 2.
7 – Βλ. τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
8 – Πρόταση για απόφαση του Συμβουλίου για τον καθορισμό εξ ονόματος της Κοινότητας της θέσεως επί ορισμένων προτάσεων, που υποβάλλονται προς συζήτηση και ψήφιση κατά την 14η Διάσκεψη των συμβαλλομένων μερών στη Σύμβαση για το διεθνές εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (CITES), Χάγη, Κάτω Χώρες, 3 έως 15 Ιουνίου 2007 [SEC(2007) 443 οριστικό].
9 – Στα γαλλικά «Décision du Conseil», στα αγγλικά «Council Decision».
10 – Η απόφαση δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
11 – Βλ. απλώς τις αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1971, 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου («AETR», Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 729, σκέψεις 39 και 42), της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, IBM κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψη 9), και της 17ης Ιουλίου 2008, C‑521/06 P, Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 42).
12 – Βλ. σχετικώς και τις προτάσεις μου της 26ης Μαρτίου 2009 στην υπόθεση C‑13/07, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημείο 33 επ.).
13 – Βλ. σχετικώς τις προτάσεις μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σημείο 34).
14 – Απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987, 45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 1493, σκέψη 3).
15 – Απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986, 53/85, AKZO κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 1493, σκέψη 21).
16 – Απόφαση της 26ης Απριλίου 1988, 207/86, APESCO κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 2151, σκέψη 16).
17 – Βλ. απλώς τις αποφάσεις Επιτροπή κατά Συμβουλίου (παρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 9) και της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 203/86, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 4563, σκέψη 36 επ.).
18 – Πράγματι, το Δικαστήριο αναφέρεται σε μια πλειονότητα ομοιόμορφων γλωσσικών αποδόσεων μόνο προς επιβεβαίωση ενός ερμηνευτικού συμπεράσματος: βλ. τη απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1996, C‑298/94, Henke (Συλλογή 1996, σ. I‑4989, σκέψη 15).
19 – Διαφορετική προσέγγιση θα ήταν ασυμβίβαστη προς την απαίτηση της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου: βλ. απλώς τη απόφαση της 27ης Μαρτίου 1990, C‑372/88, Cricket St Thomas (Συλλογή 1990, σ. I‑1345, σκέψη 18).
20 – Βλ. μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1977, 30/77, Bouchereau (Συλλογή τόμος 1977, σ. 617, σκέψεις 13 και14), της 7ης Δεκεμβρίου 1995, C‑449/93, Rockfon (Συλλογή 1995, σ. I‑4291, σκέψη 28), της 24ης Οκτωβρίου 1996, C‑72/95, Kraaijeveld κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I‑5403, σκέψη 28), και της 13ης Απριλίου 2000, C‑420/98, W. N. (Συλλογή 2000, σ. I‑2847, σκέψη 21).
21 – Απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου («AETR», παρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 11).
22 – Βλ. την απόφαση της 13ης Μαΐου 1997, C-233/94, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 1997, σ. I-2405, σκέψη 25), με αναφορά στην απόφαση της 17ης Μαΐου 1994, C-41/93, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-1829, σκέψη 34).
23 – Βλ. απλώς τις αποφάσεις «AETR» (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψεις 38 και 42), IBM κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 9), και Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 42).
24 – Βλ. τη γνωμοδότηση 2/94 της 28ης Μαρτίου 1996 («γνωμοδότηση ΕΣΔΑ», Συλλογή 1996, σ. I‑1759, σκέψη 24)
25 – Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, ΕΕ L 145, σ. 43.
26 – Απόφαση της 1ης Ιουλίου 2008, C‑39/05 P και C‑52/05 P, Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 46).
27 – Απόφαση Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου (παρατεθείσα στην υποσημείωση 26, σκέψη 46).
28 – Απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου («AETR», παρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψεις 44 και 45).
29 – Διαφορετικά απ’ ό,τι κατά το άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, το Κοινοβούλιο δεν είχε τότε δικαίωμα πληροφορήσεως.
30 – Απόφαση της 16ης Ιουνίου 1993, C-325/91, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-3283, σκέψη 26).
31 – Βλ. τις αποφάσεις της 30ής Μαρτίου 2000, C‑265/97 P, VBA κατά Florimex κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I‑2061), της 10ης Ιουλίου 2008, C‑413/06 P, Bertelsmann και Sony Corporation of America κατά Impala (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 166), και της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑333/07, Regie Networks (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 63).
32 – Βλ. σχετικώς την απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2003, C‑378/00, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2003, σ. I‑937, σκέψη 66), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η αιτιολογία μιας κοινοτικής νομικής πράξεως πρέπει να περιέχεται στην ίδια νομική πράξη.
33 – Βλ. απλώς την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 68/86,, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 855, σκέψη 24), και της 26ης Μαρτίου 1996, C‑271/94, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, σ. I‑1689, σκέψη 24).
34 – Απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (παρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 9).
35 – Βλ. σχετικώς και τις προτάσεις μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σημείο 47)..
36 – Ως προς το ζήτημα της δυνατότητας συνδυασμού του άρθρου 133 ΕΚ με το άρθρο 175, παράγραφος 1, ΕΚ, βλ. τις αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 2006, C-178/03, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2006, σ. I-107, σκέψη 59), της 6ης Νοεμβρίου 2008, C-155/07, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2008, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 77 έως 83), της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑94/03, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2006, σ. I‑1, σκέψεις 52 έως 55), τις προτάσεις μου σ’ αυτές τις υποθέσεις, καθώς και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro της 26ης Μαΐου 2009 στην υπόθεση C-411/06, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημείο 6).
37 – Βλ. τις αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 165/87, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5545, σκέψη 19 επ.), και της 14ης Δεκεμβρίου 2004, C‑210/03, Swedish Match (Συλλογή 2004, σ. I‑11893, σκέψη 44), καθώς και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
38 – Βλ. σχετικώς τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro στην υπόθεση Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (παρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σημείο 7).
39 – Αποφάσεις της 28ης Μαΐου 1998, C 22/96, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ.I 3231, σκέψη 42), και Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (παρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψη 87).
Full & Egal Universal Law Academy