ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
VERICA TRSTENJAK
της 18ης Οκτωβρίου 2008 (1)
Υπόθεση C‑375/07
Staatssecretaris van Financiën
κατά
Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods Trading BV
[αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 – Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Άρθρα 220 και 239 – Εκ των υστέρων είσπραξη δασμών – Εκ των υστέρων βεβαίωση – Διαγραφή εισαγωγικών δασμών – Λόγοι επιεικείας – Παράλληλες δίκες ενώπιον των εθνικών και των κοινοτικών δικαστηρίων – Κοινό δασμολόγιο – Δασμολογική κατάταξη – Συνδυασμένη Ονοματολογία – Ερμηνεία και κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 1196/97 – Ριζόχαρτο/φύλλα ριζόχαρτου»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως του Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) υποβάλλεται στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Staatssecretaris van Financiën (Υφυπουργού Οικονομικών) και της εταιρίας Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods Trading BV (στο εξής: Heuschen & Schrouff) και αφορά εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών δασμών.
2. Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά, αφενός, τη δασμολογική κατάταξη εμπορεύματος που περιγράφεται ως «rice-paper» (ριζόχαρτο ή φύλλα ριζόχαρτου, στο εξής: ριζόχαρτο) και, αφετέρου, το κύρος κανονισμού της Επιτροπής που αφορά τη δασμολογική κατάταξη του εμπορεύματος αυτού.
3. Παράλληλα με την παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου μια δεύτερη υπόθεση που αφορά τις ίδιες εισαγωγές ριζόχαρτου από την εταιρία Heuschen & Schrouff και τη δασμολογική μεταχείρισή τους. Η εταιρία Heuschen & Schrouff ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως REM 19/2002 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2004. Η απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Νοεμβρίου 2006 (2) αποτελεί το αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως στην υπόθεση C‑38/07 P (3).
4. Έχοντας υπόψη αυτή τη διαφορά μεταξύ της Heuschen & Schrouff και της Επιτροπής, η οποία εκκρεμεί επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει ερωτήματα σχετικά με την αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων σε περίπτωση παράλληλων δικών που διεξάγονται ταυτόχρονα σε εθνικό και σε κοινοτικό επίπεδο, καθώς και με τις διατάξεις που εξασφαλίζουν, στην περίπτωση αυτή, την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
II – Νομικό πλαίσιο
Κοινοτικό δίκαιο
1. Διατάξεις περί δασμολογικής κατατάξεως
5. Η Συνδυασμένη Ονοματολογία (στο εξής: ΣΟ) που θεσπίστηκε με το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (4) στηρίζεται στο εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποιήσεως των εμπορευμάτων (στο εξής: ΕΣ) που κατάρτισε το Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας, νυν Παγκόσμιος Οργανισμός Τελωνείων, και θεσπίστηκε με τη Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών της 14ης Ιουνίου 1983, η οποία εγκρίθηκε, μαζί με το σχετικό πρωτόκολλο της 7ης Απριλίου 1987, εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 87/369/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1987 (5). Η ΣΟ επαναλαμβάνει τις κλάσεις και τις εξαψήφιες διακρίσεις του ΕΣ, ενώ σχηματίζει τις δικές της υποδιαιρέσεις μόνο με το έβδομο και το όγδοο ψηφίο (6).
6. Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 2658/87, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, επικουρούμενη από επιτροπή αποτελούμενη από εκπροσώπους των κρατών μελών, είναι αρμόδια να θεσπίζει μέτρα που αφορούν την κατάταξη των εμπορευμάτων στη ΣΟ σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 10 του κανονισμού 2658/87.
7. Οι γενικοί κανόνες για την ερμηνεία της ΣΟ, οι οποίοι περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι, πρώτο μέρος, τίτλος Ι, Α, του κανονισμού 2658/87, ορίζουν, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Η κατάταξη των εμπορευμάτων στη Συνδυασμένη Ονοματολογία πραγματοποιείται σύμφωνα με τις παρακάτω αρχές:
1. Το κείμενο των τίτλων των τμημάτων, των κεφαλαίων ή των υποκεφαλαίων θεωρείται ότι έχει μόνον ενδεικτική αξία, δεδομένου ότι η κατάταξη καθορίζεται νόμιμα σύμφωνα με το κείμενο των κλάσεων και των σημειώσεων των τμημάτων ή των κεφαλαίων και σύμφωνα με τους παρακάτω κανόνες, εφόσον αυτοί δεν είναι αντίθετοι προς το κείμενο των εν λόγω κλάσεων και σημειώσεων.
[…]
3. Όταν εμπορεύματα πρέπει, εκ πρώτης όψεως, να καταταγούν σε δύο ή περισσότερες κλάσεις [...], η κατάταξη γίνεται σύμφωνα με τα παρακάτω:
α) Η περισσότερο εξειδικευμένη κλάση πρέπει να έχει προτεραιότητα έναντι των κλάσεων με γενικότερο περιεχόμενο [...]»
8. Το παράρτημα I, δεύτερο μέρος, τμήμα IV, κεφάλαιο 19, του κανονισμού 2658/87 αφορά τις κλάσεις της ΣΟ για «Παρασκευάσματα με βάση τα δημητριακά, τα αλεύρια, τα άμυλα κάθε είδους ή το γάλα. Είδη ζαχαροπλαστικής».
9. Η κλάση 1901 της ΣΟ αφορά «Εκχυλίσματα βύνης. Παρασκευάσματα διατροφής από αλεύρια, πλιγούρια, σιμιγδάλια, άμυλα κάθε είδους ή εκχυλίσματα βύνης, που δεν περιέχουν κακάο ή που περιέχουν λιγότερο από [...]. Παρασκευάσματα διατροφής από προϊόντα των κλάσεων 0401 μέχρι 0404 [...] (7)» και περιλαμβάνει τη διάκριση 1901 90 99 ΣΟ, η οποία αφορά «άλλα» προϊόντα.
10. Η κλάση 1905 της ΣΟ αφορά «Προϊόντα αρτοποιίας, ζαχαροπλαστικής ή μπισκοτοποιίας, έστω και με προσθήκη κακάου. Όστιες, κάψουλες κενές των τύπων που χρησιμοποιούνται για φάρμακα, αζυμοσφραγίδες, ξεραμένες ζύμες από αλεύρι ή άμυλο κάθε είδους σε φύλλα και παρόμοια προϊόντα [...]» και περιλαμβάνει, στη διάκριση 1905 90 ΣΟ «άλλα», την περαιτέρω διάκριση 1905 90 20 ΣΟ «Όστιες, κάψουλες κενές των τύπων που χρησιμοποιούνται για φάρμακα, αζυμοσφραγίδες, ξεραμένες ζύμες από αλεύρι ή άμυλο κάθε είδους σε φύλλα και παρόμοια προϊόντα».
11. Σύμφωνα με το σημείο 1 του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) 1196/97 της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 1997, για κατάταξη εμπορευμάτων στη Συνδυασμένη Ονοματολογία (8) (ο οποίος βασίζεται στο προαναφερθέν άρθρο 9 του κανονισμού 2658/87), τα ακόλουθα προϊόντα πρέπει να κατατάσσονται στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ:
«Παρασκευάσματα διατροφής υπό μορφή αποξηραμένων ημιδιαφανών φύλλων, διαφόρων μεγεθών, παρασκευασμένων από αλεύρι, αλάτι και νερό.
Τα φύλλα αυτά, αφού διαβραχούν με νερό για να καταστούν εύπλαστα, χρησιμοποιούνται, εν γένει, για την παρασκευή των “περιτυλιγμάτων” των spring rolls (φύλλα ζύμης σε ρολά με γέμιση λαχανικών) ή άλλων ομοειδών προϊόντων.»
12. Το σημείο 1 του παραρτήματος του κανονισμού 1196/97 περιέχει την ακόλουθη σχετική αιτιολογία:
«Η κατάταξη καθορίζεται από τους γενικούς κανόνες 1 και 6 για την ερμηνεία της Συνδυασμένης Ονοματολογίας και από το κείμενο των κωδικών ΣΟ 1905, 1905 90 και 1905 90 20.»
2. Διατάξεις περί μη βεβαιώσεως εκ των υστέρων ή περί διαγραφής/επιστροφής για λόγους επιεικείας και περί των συναφών διαδικαστικών αρμοδιοτήτων της εθνικών και των κοινοτικών οργάνων
13. Το άρθρο 220 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (9) (στο εξής: τελωνειακός κώδικας) περιέχει διατάξεις σχετικά με τον εκ των υστέρων καταλογισμό τελωνειακής οφειλής, όταν το ποσό των δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή δεν έχει καταλογισθεί ή έχει καταλογισθεί σε ύψος χαμηλότερο εκείνου που νομίμως οφειλόταν.
14. Το άρθρο 220, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα ορίζει μεταξύ άλλων:
«[...] δεν επιτρέπεται εκ των υστέρων καταλογισμός όταν:
[…]
β) το νομίμως οφειλόμενο ποσό των δασμών δεν βεβαιώθηκε από λάθος των ίδιων των τελωνειακών αρχών, το οποίο λογικά δεν μπορούσε να ανακαλυφθεί από τον οφειλέτη, εφόσον ο τελευταίος ενήργησε με καλή πίστη και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση·
[...]»
15. Όσον αφορά την ενδεχόμενη επιστροφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, το άρθρο 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα ορίζει τα εξής:
«Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε περιπτώσεις [οι οποίες] προκύπτουν από περιστάσεις που δεν συνεπάγονται ούτε δόλο ούτε πρόδηλη αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου. [...]»
16. Η διοικητική διαδικασία για την έκδοση αποφάσεων σύμφωνα με το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, και το άρθρο 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα διέπεται από το κεφάλαιο «Είσπραξη του ποσού της τελωνειακής οφειλής» του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 (10), ο οποίος έχει τροποποιηθεί κατ’ επανάληψη. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα (11) το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στον κανονισμό 2454/93, όπως τροποποιήθηκε (12) με τον κανονισμό (ΕΚ) 1677/98 της Επιτροπής, της 29ης Ιουλίου 1998 (13), ο οποίος μετέβαλε την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών τελωνειακών αρχών και της Επιτροπής όσον αφορά τις επίμαχες τελωνειακές διαδικασίες. Στη συνέχεια, οι διατάξεις περί κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών τελωνειακών αρχών και της Επιτροπής αναδιατυπώθηκαν σε μεγάλη έκταση, με ισχύ από 1ης Αυγούστου 2003, μετά την τροποποίηση του κανονισμού 2454/93 με τον κανονισμό (ΕΚ) 1335/2003 της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 2003 (14). Επειδή τόσο το προηγούμενο όσο και το επόμενο της τροποποιήσεως του 2003 νομοθετικό κείμενο είναι κρίσιμα εν προκειμένω, ανάλογα με την εκάστοτε απόφαση και χρονική στιγμή, θα πρέπει να εξετάσω και τα δύο με τις παρούσες.
17. Η διαδικασία εκδόσεως των αποφάσεων που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα διέπεται από τα άρθρα 869 έως 876, στοιχείο α΄, του κανονισμού 2454/93, ενώ η διαδικασία εκδόσεως των αποφάσεων που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα διέπεται από τα άρθρα 899 και 905 επ. του κανονισμού 2454/93.
18. Με βάση τόσο τις διατάξεις που ίσχυαν μέχρι τις 31 Ιουλίου 2003 όσο και αυτές που ισχύουν μετά την 1η Αυγούστου 2003 (15), ο κανόνας είναι ότι οι εθνικές τελωνειακές αρχές είναι πάντα αρμόδιες για τις αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα και για τις αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, εφόσον κρίνουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπουν οι εν λόγω διατάξεις (16).
19. Όταν οι εθνικές τελωνειακές αρχές προτίθενται να εκδώσουν απόφαση ευνοϊκή για τον υπόχρεο καταβολής τελωνειακής οφειλής, εφαρμόζονται ειδικοί κανόνες κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών τελωνειακών αρχών και της Επιτροπής, τόσο για τη διοικητική διαδικασία εκδόσεως των αποφάσεων του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα όσο και για τη διαδικασία εκδόσεως των αποφάσεων του άρθρου 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα. Το κείμενο του κανονισμού 2454/93 στο οποίο παραπέμπει το αιτούν δικαστήριο με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, δηλαδή η νομοθεσία που ίσχυε μέχρι τις 31 Ιουλίου 2003, χαρακτηριζόταν από ανώτατο όριο 50 000 ευρώ, πέραν του οποίου η υπόθεση έπρεπε να διαβιβαστεί στην Επιτροπή για τη λήψη αποφάσεως, εφόσον η απόφαση προβλεπόταν ευνοϊκή. Για μικρότερα ποσά, υπήρχε η δυνατότητα να διαβιβαστεί η υπόθεση στην Επιτροπή, για παράδειγμα σε περίπτωση αμφιβολιών. Σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν από την 1η Αυγούστου 2003, αντιθέτως, το ανώτατο όριο διαμορφώθηκε στις 500 000 ευρώ, ενώ διαπιστώνεται στην πράξη και έντονη τάση εκδόσεως των αποφάσεων από τις εθνικές τελωνειακές αρχές (17). Μικρός μόνον αριθμός υποθέσεων διαβιβάζεται στην Επιτροπή.
20. Το άρθρο 869 του κανονισμού 2454/93 στο οποίο παραπέμπει το αιτούν δικαστήριο, όπως ίσχυε μέχρι τις 31 Ιουλίου 2003, όριζε τα εξής:
«Οι τελωνειακές αρχές αποφασίζουν μόνες τους να μη βεβαιώνουν εκ των υστέρων τους μη εισπραχθέντες δασμούς:
[…]
β) στις περιπτώσεις που κρίνουν ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του [τελωνειακού] κώδικα και εφόσον το ποσό που δεν κατέβαλε ο επιχειρηματίας λόγω σφάλματος, και το οποίο μπορεί, ενδεχομένως, να αφορά πολλές πράξεις εισαγωγής ή εξαγωγής, είναι κατώτερο των 50 000 [ευρώ]·
[…]»
21. Το άρθρο 871, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93, στο οποίο παραπέμπει επίσης το αιτούν δικαστήριο, όπως ίσχυε μέχρι τις 31 Ιουλίου 2003, όριζε τα εξής:
«Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 869, όταν οι τελωνειακές αρχές, είτε κρίνουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του [τελωνειακού] κώδικα, είτε έχουν επιφυλάξεις όσον αφορά την εφαρμογή των κριτηρίων της προαναφερθείσας διάταξης σε μία συγκεκριμένη περίπτωση, διαβιβάζουν την υπόθεση στην Επιτροπή για να εξετασθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 872 έως 876.»
Εθνικό δίκαιο
22. Το άρθρο 8:72, παράγραφος 4, του Algemene Wet Bestuursrecht (γενικού νόμου διοικητικού δικαίου) ορίζει τα εξής:
«Αν το δικαστήριο κρίνει την προσφυγή βάσιμη, μπορεί να διατάξει το διοικητικό όργανο να εκδώσει νέα απόφαση ή να προβεί σε νέα πράξη που να λαμβάνει υπόψη την απόφασή του, είτε να ορίσει ότι η απόφασή του αντικαθιστά την ακυρωθείσα απόφαση ή το ακυρωθέν τμήμα της αποφάσεως.»
III – Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
23. Η Heuschen & Schrouff, εταιρία εισαγωγής τροφίμων και συστατικών τροφίμων, εισάγει εδώ και πολλά χρόνια ριζόχαρτο από το Βιετνάμ.
24. Το 1996 και κατά τα επόμενα έτη, ο εντεταλμένος από τη Heuschen & Schrouff εκτελωνιστής προέβη στη διασάφηση του εισαγόμενου από το Βιετνάμ ριζόχαρτου για τη θέση του σε ελεύθερη κυκλοφορία, υπό τη διάκριση 1901 90 99 της ΣΟ. Οι αρμόδιες εθνικές τελωνειακές αρχές δέχονταν τις εκάστοτε δηλώσεις, ακόμα και μετά τη λήψη δείγματος στο πλαίσιο μιας διασάφησης, το οποίο αναλύθηκε ως προς τη δασμολογική κατάταξή του (18).
25. Στις 16 Μαρτίου 1998, επ’ ευκαιρία μιας διασαφήσεως για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία της 14ης Ιανουαρίου 1998, η αρμόδια τελωνειακή αρχή του Ρότερνταμ κατέταξε το ριζόχαρτο, μετά από έλεγχο, στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ (19).
26. Με πράξη επιβολής της 22ας Νοεμβρίου 2000, η Heuschen & Schrouff κλήθηκε να καταβάλει δασμούς συνολικού ύψους 645 399,50 ολλανδικών φιορινίων (NLG) (292 869,52 ευρώ (20)) για όλες τις εισαγωγές ριζόχαρτου που πραγματοποιήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 13 Νοεμβρίου 1997 έως 31 Δεκεμβρίου 1998. Επικαλούμενες τον κανονισμό 1196/97, οι τελωνειακές αρχές δήλωσαν ότι εσφαλμένως είχε υποδειχθεί με τις διασαφήσεις η διάκριση 1901 90 99 της ΣΟ και ότι οι αντίστοιχες πράξεις επιβολής έπρεπε να διορθωθούν.
27. Κατόπιν διοικητικής ενστάσεως της Heuschen & Schrouff, ο Inspecteur επικύρωσε, με απόφαση της 9ης Μαρτίου 2001, τα εντάλματα πληρωμής, με εξαίρεση ένα ένταλμα ποσού 13 650,30 NLG (6 194,24 ευρώ (21)) το οποίο αφορούσε διασάφηση της 16ης Μαρτίου 1998 και το οποίο ακυρώθηκε (22).
28. Στις 29 Μαρτίου 2001, η Heuschen & Schrouff άσκησε προσφυγή ενώπιον του Tariefcommissie, νυν τμήματος τελωνειακών υποθέσεων του Gerechtshof te Amsterdam (στο εξής: Gerechtshof te Amsterdam), κατά της αποφάσεως με την οποία ο Inspecteur είχε απορρίψει την ένστασή της.
29. Η υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του Gerechtshof te Amsterdam κατά τη δικάσιμο της 17ης Δεκεμβρίου 2002.
30. Με απόφασή του που εκδόθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 2004, το Gerechtshof te Amsterdam αποφάνθηκε, όσον αφορά τις ιδιότητες του ριζόχαρτου, ότι πρόκειται για προϊόν το οποίο παρασκευάζεται από αλεύρι ρυζιού, νερό και αλάτι. Τα τρία αυτά συστατικά αναμειγνύονται και ζυμώνονται έως ότου δημιουργηθεί ζύμη, η οποία διαιρείται σε σφαιρικά τεμάχια. Τα τεμάχια ανοίγονται σε κυκλικής μορφής ημιδιαφανή φύλλα, τα οποία στη συνέχεια αποξηραίνονται. Το προϊόν δεν είναι κατάλληλο για άμεση κατανάλωση ως έχει, αλλά πρέπει να υποστεί προηγουμένως θερμική επεξεργασία.
31. Το Gerechtshof te Amsterdam έκρινε ότι, για τον προσδιορισμό του δασμού, το εμπόρευμα έπρεπε να καταταγεί στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ. Δεν έπρεπε, βάσει του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα, να πραγματοποιηθεί εκ των υστέρων βεβαίωση τελωνειακής οφειλής, καθόσον η Heuschen & Schrouff είχε ενεργήσει καλόπιστα και είχαν τηρηθεί όλες οι εφαρμοστέες διατάξεις σχετικά με την τελωνειακή διασάφηση. Το Gerechtshof te Amsterdam έκρινε την προσφυγή βάσιμη και ακύρωσε την απόφαση του Inspecteur, καθώς και τα εντάλματα πληρωμής.
32. Παράλληλα με τη διαδικασία ενώπιον του Gerechtshof te Amsterdam, η Heuschen & Schrouff υπέβαλε στις 13 Σεπτεμβρίου 2002 (23) αίτηση στις εθνικές τελωνειακές αρχές για τη διαγραφή της σχετικής τελωνειακής οφειλής σύμφωνα με το άρθρο 239, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα. Η αίτηση αυτή διαβιβάσθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 2002 στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία, με απόφαση της 17ης Ιουνίου 2004, την απέρριψε κρίνοντας ότι, μολονότι επρόκειτο πράγματι για ιδιαίτερη περίπτωση κατά την έννοια του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, εντούτοις η Heuschen & Schrouff επέδειξε πρόδηλη αμέλεια.
33. Κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως του Gerechtshof te Amsterdam, στις 7 Δεκεμβρίου 2004, εκκρεμούσε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως της Επιτροπής ,κατατεθείσα στις 23 Σεπτεμβρίου 2004. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2006, κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου (24).
34. Στο πλαίσιο της εκδικάσεως της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Gerechtshof te Amsterdam, το Hoge Raad der Nederlanden, με διάταξη της 13ης Ιουλίου 2007, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα προδικαστικά ερωτήματα που εξετάζονται με τις παρούσες:
«1) Υπάγονται φύλλα, όπως περιγράφονται στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΚ) 1196/97 της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 1997 (ΕΕ L 170), στην κλάση 1905 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας όταν πρόκειται για φύλλα παρασκευασμένα με αλεύρι ρυζιού, αλάτι και νερό που έχουν αποξηρανθεί, αλλά δεν έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία;
2) Είναι, λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, ισχυρός ο πιο πάνω κανονισμός;
3) Έχει το άρθρο 871 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1677/98 της Επιτροπής, της 29ης Ιουλίου 1998 (ΕΕ L 212, σ. 18), την έννοια ότι, όταν κατά το πιο πάνω άρθρο 871, παράγραφος 1, η τελωνειακή αρχή υποχρεούται να φέρει μια υπόθεση στην Επιτροπή πριν μπορέσει να αποφασιστεί ότι εν προκειμένω δεν πρέπει να γίνει εκ των υστέρων βεβαίωση, το εθνικό δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει προσφυγή του οφειλέτη της επιβαρύνσεως κατά της αποφάσεως της τελωνειακής αρχής να προβεί (παρά ταύτα) στην εκ των υστέρων βεβαίωση, δεν έχει την εξουσία να ακυρώσει την εκ των υστέρων βεβαίωση λόγω της διαπιστώσεώς του ότι πληρούνται οι κατά το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, προϋποθέσεις να μη γίνει εκ των υστέρων βεβαίωση, διαπιστώσεως η οποία δεν υποστηρίζεται από την Επιτροπή;
4) Αν στο ερώτημα 3 δοθεί η απάντηση ότι το γεγονός ότι στην Επιτροπή έχει δοθεί κάποια εξουσία για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την εκ των υστέρων είσπραξη δασμών ουδόλως συνεπάγεται περιορισμό της εξουσίας του εθνικού δικαστηρίου που εκδικάζει προσφυγή σχετική με την εκ των υστέρων είσπραξη δασμών, υπάρχει τότε στο κοινοτικό δίκαιο άλλος μηχανισμός που να εξασφαλίζει την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου όταν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχουν μεταξύ της Επιτροπής και του εθνικού δικαστηρίου αποκλίνουσες εκτιμήσεις ως προς τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμοστούν στο πλαίσιο του άρθρου 220 του [τελωνειακού κώδικα] προκειμένου να διαπιστωθεί αν ένα λάθος της τελωνειακής αρχής είναι δυνατόν να ανακαλυφθεί από τον οφειλέτη της επιβαρύνσεως;»
35. Παραπέμποντας στις διαπιστώσεις του Gerechtshof te Amsterdam σχετικά με τα χαρακτηριστικά του ριζόχαρτου, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει, όσον αφορά τα δύο πρώτα ερωτήματά του, ότι υπάρχουν δύο εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις όσον αφορά την επισήμανση της ιδιότητας ενός προϊόντος, όπως το ριζόχαρτο, που πρέπει να θεωρείται καθοριστική για την κατάταξή του στις κλάσεις 1901 και 1905 της ΣΟ. Αμφιβολίες όσον αφορά την κατάταξη στην κλάση 1905 της ΣΟ γεννά ιδίως η απόφαση Uelzena Milchwerke (25). Αν η κατάταξη στην κλάση 1905 της ΣΟ δεν είναι ορθή, ανακύπτει ζήτημα κύρους του κανονισμού 1196/97.
36. Το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα υποβάλλονται από το αιτούν δικαστήριο στην προοπτική της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, και ειδικότερα του άρθρου 220, παράγραφος 2, και του άρθρου 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, καθώς και για να αποφευχθεί ο κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, τον οποίον προκαλεί η ύπαρξη παράλληλων διαδικασιών, ενώπιον της Επιτροπής και των κοινοτικών δικαστηρίων, αφενός, και των εθνικών τελωνειακών αρχών και δικαστηρίων, αφετέρου.
37. Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (26), προκειμένου να εκτιμηθεί αν ο οφειλέτης τελωνειακής οφειλής επέδειξε πρόδηλη αμέλεια, κατά την έννοια του άρθρου 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, πρέπει να εφαρμόζονται τα κριτήρια που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του άρθρου 220 του τελωνειακού κώδικα προκειμένου να διαπιστωθεί αν ένα σφάλμα της τελωνειακής αρχής ήταν δυνατόν να διαγνωσθεί από τον οφειλέτη τελωνειακής οφειλής.
38. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί ειδικότερα να πληροφορηθεί αν δικαστήριο, κατά της αποφάσεως του οποίου χωρεί έφεση ή αναίρεση και το οποίο δεν έχει υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο, μπορεί να εκδώσει απόφαση η οποία, παρακάμπτοντας την Επιτροπή, απορρίπτει την εκ των υστέρων είσπραξη ή αν μπορεί μόνο να εκδώσει απόφαση με την οποία να ακυρώνει την, εγγενή στην απόφαση περί εκ των υστέρων εισπράξεως, απόφαση της εθνικής τελωνειακής αρχής να μην παραπέμψει το θέμα στην Επιτροπή.
39. Μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση στις 22 Μαΐου 2008, στην οποία έλαβαν μέρος η Heuschen & Schrouff, η Επιτροπή και οι Κυβερνήσεις των Κάτω Χωρών, της Ελλάδας και της Ιταλίας. Από τη συζήτηση αυτή δεν προέκυψε κάποιο νέο στοιχείο.
IV – Νομική εκτίμηση
Επί της δασμολογικής κατατάξεως του ριζόχαρτου
40. Το πρώτο ερώτημα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο αφορά τα κριτήρια (27) που καθιστούν δυνατή την ορθή κατάταξη του ριζόχαρτου στη ΣΟ. Ενόψει των κλάσεων 1901 και 1905 της ΣΟ, το ερώτημα που τίθεται είναι ποια ιδιότητα του προϊόντος είναι κρίσιμη για την κατάταξή του. Με το προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ιδίως, ενόψει της κλάσεως 1905 της ΣΟ, την απουσία θερμικής επεξεργασίας. Το δεύτερο ερώτημα που αφορά το κύρος του κανονισμού 1196/97 συνδέεται με την απάντηση που θα δοθεί στο πρώτο ερώτημα.
41. Πριν εξεταστούν οι αρχές κατατάξεως στη ΣΟ, θα πρέπει να εξεταστεί λεπτομερέστερα το προς κατάταξη προϊόν: το ασιατικό ριζόχαρτο (ή φύλλα ριζόχαρτου) σε βρώσιμη μορφή (28) χρησιμοποιείται ως (βρώσιμο) περιτύλιγμα τροφίμων. Όπως δέχθηκε το Gerechtshof te Amsterdam, πρόκειται για προϊόν που παρασκευάζεται από αλεύρι ρυζιού, νερό και αλάτι. Τα τρία αυτά συστατικά αναμειγνύονται και ζυμώνονται έως ότου δημιουργηθεί ζύμη, η οποία διαιρείται σε σφαιρικά τεμάχια που ανοίγονται σε κυκλικά ημιδιαφανή φύλλα, τα οποία στη συνέχεια αποξηραίνονται. Το Gerechtshof te Amsterdam δέχθηκε επίσης ότι το προϊόν δεν είναι κατάλληλο για άμεση κατανάλωση ως έχει, αλλά πρέπει να υποστεί προηγουμένως θερμική επεξεργασία. Πρέπει να προστεθεί ότι, πριν από οποιαδήποτε χρησιμοποίηση, συμπεριλαμβανομένης της θερμικής επεξεργασίας, τα εξαιρετικά λεπτά φύλλα ριζόχαρτου πρέπει να διαβραχούν με νερό. Ψήνονται ή τηγανίζονται με τη γέμισή τους (για παράδειγμα, υπό μορφή spring rolls), αλλά κατά τα φαινόμενα μπορούν να καταναλωθούν, ανάλογα με τη συνταγή, και ωμά μαζί με το περιεχόμενό τους, ως γεμιστά ρολά.
42. Σύμφωνα με το σημείο 1 των γενικών διατάξεων για την ερμηνεία της ΣΟ (29), καθοριστική σημασία για την κατάταξη έχει το κείμενο των κλάσεων και των σημειώσεων της ΣΟ (30). Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για να υπάρχει ασφάλεια δικαίου και να διευκολύνονται οι έλεγχοι, το αποφασιστικό κριτήριο για τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων πρέπει γενικά να αναζητείται στα αντικειμενικά τους χαρακτηριστικά και στις αντικειμενικές τους ιδιότητες, όπως ορίζονται στο κείμενο της κλάσης της ΣΟ και των σημειώσεων των τμημάτων ή των κεφαλαίων (31).
43. Συμφωνώ με την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου ότι το κριτήριο να είναι τα προϊόντα που απαριθμούνται στην κλάση 1905 της ΣΟ ψημένα δεν προκύπτει σαφώς από το κείμενο της εν λόγω κλάσεως. Ασφαλώς, η κλάση αναφέρει, ως πρώτη ομάδα προϊόντων, «προϊόντα αρτοποιίας, ζαχαροπλαστικής και μπισκοτοποιίας, έστω και με προσθήκη κακάου». Ακολουθεί μια άλλη ομάδα προϊόντων, σαφώς διαχωριζόμενη με τελεία, για την οποία το κριτήριο αυτό δεν αναφέρεται καν: «όστιες, κάψουλες κενές των τύπων που χρησιμοποιούνται για φάρμακα, αζυμοσφραγίδες, ξεραμένες ζύμες από αλεύρι ή άμυλο κάθε είδους σε φύλλα και παρόμοια προϊόντα». Αυτή η ομάδα προϊόντων κατατάσσεται από το κείμενο σαφώς και ρητώς στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ. Η έννοια του «ψησίματος» δεν αναφέρεται ρητώς σε κανένα σημείο. Τα κοινά χαρακτηριστικά που επαναλαμβάνονται σε αυτή τη διάκριση είναι μάλλον η εμφάνιση υπό μορφή φύλλων και η ξηρότητα που επιτυγχάνεται με διάφορες μεθόδους (αποξήρανση με ή χωρίς θερμική επεξεργασία).
44. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από τα κείμενα της διατάξεως στις διάφορες επίσημες γλώσσες (32). Σε ορισμένα κείμενα, αν και όχι στο ολλανδικό (33), αναφέρονται ρητώς «ξεραμένα» προϊόντα και ειδικότερα «ξεραμένες ζύμες από αλεύρι» (34), όπως το προς κατάταξη εν προκειμένω προϊόν. Ορισμένα μάλιστα κείμενα, όπως το αγγλικό και το σλοβενικό, αναφέρουν ρητώς τον όρο «ριζόχαρτο» (35).
45. Βάσει των προεκτεθέντων, η κατάταξη του προϊόντος στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ δεν εμποδίζεται από την απόφαση Uelzena Milchwerke (36). Ασφαλώς, η Heuschen & Schrouff, με το υπόμνημα που υπέβαλε στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, υπογράμμισε, παραπέμποντας στην απόφαση αυτή, ότι το «ψήσιμο» αποτελεί προϋπόθεση που πρέπει οπωσδήποτε να πληρούται για να μπορεί ένα προϊόν να καταταγεί στην κλάση 1905 της ΣΟ. Θα πρέπει, εντούτοις, να επισημανθεί ότι η απόφαση Uelzena Milchwerke αφορά αποκλειστικά και μόνον την πρώτη ομάδα προϊόντων της κλάσεως 1905 της ΣΟ, των οποίων τα χαρακτηριστικά και οι ιδιότητες περιγράφονται ως «προϊόντα αρτοποιίας, ζαχαροπλαστικής και μπισκοτοποιίας, έστω και με προσθήκη κακάου», και συγκεκριμένα τη διάκριση 1905 30 της ΣΟ, «μπισκότα με προσθήκη γλυκαντικών». Συνεπώς, εφόσον δεν αφορά την ομάδα προϊόντων «όστιες, κάψουλες κενές των τύπων που χρησιμοποιούνται για φάρμακα, αζυμοσφραγίδες, ξεραμένες ζύμες από αλεύρι ή άμυλο κάθε είδους σε φύλλα και παρόμοια προϊόντα», δεν μπορεί να αποτελέσει ερμηνευτικό βοήθημα στην παρούσα δίκη.
46. Από σύγκριση, εξάλλου, της περιγραφής των προϊόντων που περιλαμβάνονται στην κλάση 1901 της ΣΟ προκύπτει ότι η διατύπωση της κλάσεως αυτής, και ιδίως της διακρίσεως 1901 90 99 της ΣΟ («άλλα») την οποία η Heuschen & Schrouff θεωρεί ορθή, δεν περιλαμβάνει κάποια ένδειξη που θα μπορούσε να αποτελέσει περισσότερο εξειδικευμένο ορισμό των προϊόντων κατά την έννοια του σημείου 3, υπό α΄, των γενικών κανόνων για την ερμηνεία της ΣΟ (37).
47. Σε μια υπόθεση όπως η υπό κρίση, στην οποία είναι σαφές ότι η κατάταξη μπορεί να πραγματοποιηθεί βάσει της σχετικής κλάσεως της ΣΟ, φρονώ ότι δεν απαιτείται προσφυγή στις επεξηγηματικές σημειώσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Τελωνείων (38) τις οποίες επικαλείται η Heuschen & Schrouff (39).
48. Συνεπώς, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου θα πρέπει να είναι καταφατική, όπως υποστηρίζουν εξάλλου οι Κυβερνήσεις των Κάτω Χωρών, της Ελλάδας και της Ιταλίας, καθώς και η Επιτροπή. Κατά συνέπεια, φύλλα ζύμης όπως τα περιγραφόμενα στο παράρτημα του κανονισμού 1196/97 πρέπει να καταταγούν στην κλάση 1905 –και πιο συγκεκριμένα στη διάκριση 1905 90 20– της ΣΟ, εφόσον παρασκευάζονται από αλεύρι ρυζιού, αλάτι και νερό και έχουν αποξηρανθεί, αλλά δεν έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία.
49. Εφόσον τελικά η κατάταξη των φύλλων ριζόχαρτου δυνάμει του κανονισμού 1196/97 αντιστοιχεί στον τρόπο με τον οποίο τα προϊόντα αυτά πρέπει να καταταγούν σύμφωνα με το κείμενο της ΣΟ, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία όσον αφορά το κύρος του κανονισμού.
Επί της μη βεβαιώσεως εκ των υστέρων ή της διαγραφής/επιστροφής για λόγους επιεικείας και των συναφών διαδικαστικών αρμοδιοτήτων της εθνικών και των κοινοτικών οργάνων
50. Με το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί ποια είναι τα μέτρα που μπορούν να εξασφαλίσουν την ομοιόμορφη εφαρμογή του άρθρου 220, παράγραφος 2, και του άρθρου 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, όταν υπόθεση ανάλογη με την υπό κρίση φέρεται ενώπιον δικαστηρίου κατά των αποφάσεων του οποίου χωρεί έφεση ή αναίρεση.
51. Για να μπορέσει να δοθεί απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, θα πρέπει κατ’ αρχάς να διευκρινιστεί αν υπάρχει ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 220, παράγραφος 2, και του άρθρου 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, τα οποία περιλαμβάνουν διατάξεις παραπέμπουσες σε λόγους επιεικείας. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα είναι καταφατική αν τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμοστούν είναι εν όλω ή εν μέρει ταυτόσημα.
52. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να επισημανθεί, όσον αφορά τη θέση των επίμαχων διατάξεων, ότι εφαρμόζονται σε διαφορετικά χρονικά στάδια. Και οι δύο διατάξεις περιλαμβάνονται στον τίτλο VII του τελωνειακού κώδικα που επιγράφεται «Τελωνειακή οφειλή», αλλά σε διαφορετικά κεφάλαια. Το άρθρο 220, παράγραφος 2, ανήκει στο κεφάλαιο 3 «Είσπραξη του ποσού της τελωνειακής οφειλής», το οποίο διέπει την αρχή της βεβαιώσεως –δηλαδή τον υπολογισμό και την εγγραφή «στα λογιστικά βιβλία» του ποσού των δασμών (40)– καθώς και τις λεπτομέρειες της διαδικασίας αυτής, όπως για παράδειγμα τη βεβαίωση εκ των υστέρων, την οποία προβλέπει το άρθρο 220, δηλαδή τις περιπτώσεις στις οποίες το ποσό των δασμών δεν βεβαιώνεται σε πρώτη φάση, για τις οποίες το άρθρο 220, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα προβλέπει ότι δεν επιτρέπεται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, βεβαίωση εκ των υστέρων για λόγους επιεικείας. Το άρθρο 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα ανήκει στο κεφάλαιο 5 «Επιστροφή και διαγραφή δασμών». Τούτο χρονολογείται μετά τη βεβαίωση ή την εκ των υστέρων βεβαίωση. Το άρθρο 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα προβλέπει μία από τις πιθανές περιπτώσεις διορθώσεως με επιστροφή ή διαγραφή ποσών που έχουν βεβαιωθεί, με άλλα λόγια που έχουν εγγραφεί, και περιλαμβάνει μια γενική ρήτρα επιεικείας (41) που υποτίθεται ότι καλύπτει την εξαιρετική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο διασαφηστής σε σχέση με άλλους επιχειρηματίες που ασκούν την ίδια δραστηριότητα (42). Αυτή η γενική ρήτρα εφαρμόζεται ιδίως στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες θα ήταν άδικο, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της σχέσεως μεταξύ του διασαφηστή και της διοικήσεως, να επιβληθεί στον διασαφηστή ζημία την οποία υπό ομαλές συνθήκες δεν θα υφίστατο (43).
53. Ακριβώς όπως το άρθρο 220, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα το άρθρο 239, παράγραφος 1, αφήνει περιθώριο για λόγους επιεικείας. Ο σκοπός των δύο ρυθμίσεων είναι ο ίδιος (44): ο περιορισμός της εκ των υστέρων καταβολής εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες κάτι τέτοιο δικαιολογείται και συνάδει με τη θεμελιώδη αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (45). Πρόκειται λοιπόν για λόγους επιεικείας συνδεόμενους ιδίως με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που αλληλεπικαλύπτονται εν μέρει (όπως θα αποδείξω στη συνέχεια), αλλά δεν συμπίπτουν απολύτως (46), πράγμα που σημαίνει ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 239, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα είναι ευρύτερο από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 220, παράγραφος 2.
54. Η νομολογία έχει λάβει θέση ως προς το θέμα της ταυτότητας ορισμένων κριτηρίων που προβλέπουν τα άρθρα 220, παράγραφος 2, και 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα (47). Με τις αποφάσεις Hewlett Packard France (48), Söhlke & Söhlke (49) και Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (50), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ρητώς ότι, όσον αφορά την επίδικη εν προκειμένω έννοια της «πρόδηλης αμέλειας» σύμφωνα με το άρθρο 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, πρέπει να εφαρμόζονται τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο του άρθρου 220 του τελωνειακού κώδικα προκειμένου να εξεταστεί αν ο επιχειρηματίας μπορούσε να διαγνώσει το σφάλμα των τελωνειακών αρχών.
55. Εφόσον τα επίμαχα κριτήρια είναι σε μεγάλο βαθμό ταυτόσημα, αλλά οι συναφείς αποφάσεις δεν λαμβάνονται σε όλες τις περιπτώσεις από τις ίδιες αρχές, η ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο σε περίπτωση παράλληλων διαδικασιών.
56. Η νομολογία του Δικαστηρίου παρέχει κατευθύνσεις επί της ουσίας που επιτρέπουν να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή των κοινών στοιχείων των δύο επίμαχων διατάξεων και να αποφευχθεί ο κίνδυνος λήψεως αντιφατικών αποφάσεων, ο οποίος ελλοχεύει στην ύπαρξη παράλληλων διαδικασιών ενώπιον της Επιτροπής και των κοινοτικών δικαστηρίων, αφενός, και των εθνικών τελωνειακών αρχών και δικαστηρίων, αφετέρου. Ορθώς η Ελληνική Κυβέρνηση επικαλείται τις σχετικές με το τελωνειακό δίκαιο αποφάσεις Deutsche Fernsprecher (51), Mecanarte (52), Faroe Seafood κ.λπ. (53) και Conseil général de la Vienne (54), οι οποίες ασφαλώς δεν έκριναν παράλληλες διαδικασίες, αλλά αφορούσαν την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών αρχών και της Επιτροπής σε περίπτωση εκ των υστέρων εισπράξεως δασμών. Βάσει των κατευθύνσεων που χαράχθηκαν με τις αποφάσεις αυτές, η απόφαση Masterfoods (55), η οποία έκρινε υπόθεση δικαίου του ανταγωνισμού και αφορούσε παράλληλες διαδικασίες ενώπιον των εθνικών και των κοινοτικών δικαστηρίων, έθεσε αρχές που μπορούν να μεταφερθούν και σε άλλους κλάδους του δικαίου, όπως υπογράμμισε η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών. Την ίδια κατεύθυνση υποδεικνύει, κατά την άποψή μου, η προεκτεθείσα νομολογιακή τάση.
57. Με τη σκέψη 33 της αποφάσεως Mecanarte, το Δικαστήριο υπογράμμισε σαφώς, όπως είχε πράξει και προηγουμένως με την απόφαση Deutsche Fernsprecher, όσον αφορά την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών αρχών και της Επιτροπής κατά την εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, ότι, σε περίπτωση όπως η επίδικη, «η ομοιομορφία του κοινοτικού δικαίου μπορεί να εξασφαλιστεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως». Αν συνεπώς ο ενδιαφερόμενος προσβάλει την απόφαση περί εισπράξεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, η ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου θα πρέπει να εξασφαλιστεί με αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
58. Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Mecanarte, δεν ήταν απαραίτητο, λαμβανομένων υπόψη των προδικαστικών ερωτημάτων που είχαν υποβληθεί, να εξεταστούν λεπτομερέστερα οι πτυχές της προβληματικής αυτής που ασκούν επιρροή εν προκειμένω.
59. Για την υπό κρίση υπόθεση, για την οποία ενδέχεται να είναι επίσης ενδιαφέρον να κριθεί αν δικαστήριο που δεν υποχρεούται να υποβάλει αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234, παράγραφος 3, ΕΚ, αλλά δεν επιθυμεί να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως και να αναμείνει, μπορεί εντούτοις, κατ’ εξαίρεση, να υποχρεούται να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο (56), η απόφαση Masterfoods αποτελεί τη λογική συνέχεια της προσεγγίσεως που σκιαγραφήθηκε με τις αποφάσεις Deutsche Fernsprecher, Mecanarte, Faroe Seafood κ.λπ. και Conseil général de la Vienne.
60. Η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Masterfoods (57) αφορούσε παράλληλες διαδικασίες ενώπιον των εθνικών και των κοινοτικών δικαστηρίων, μολονότι οι διαδικασίες εξετάστηκαν υπό το πρίσμα των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 81 EΚ και 82 EΚ). Μια επιπλέον διαφορά σε σχέση με την παρούσα υπόθεση έγκειται στο ότι η έκβαση της δίκης που εκκρεμούσε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου εξηρτάτο από το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής, ενώ εν προκειμένω το κρίσιμο ζήτημα είναι η ταυτότητα των κριτηρίων αξιολογήσεως.
61. Με τη σκέψη 51 της αποφάσεως Masterfoods, το Δικαστήριο, παραπέμποντας στη σκέψη 47 της αποφάσεως Δηλιμίτης (58), αποφάνθηκε, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, και του άρθρου 86, παράγραφος 3, ΕΚ, ότι όταν τα εθνικά δικαστήρια αποφαίνονται επί συμφωνίας ή πρακτικής σχετικά με τις οποίες ενδέχεται να εκδοθεί στη συνέχεια απόφαση της Επιτροπής, πρέπει να αποφεύγουν να λαμβάνουν αποφάσεις αντίθετες προς απόφαση που προτίθεται να εκδώσει η Επιτροπή.
62. Με τη σκέψη 52 της ίδιας αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι, κατά μείζονα λόγο, όταν τα εθνικά δικαστήρια αποφαίνονται επί συμφωνιών ή πρακτικών που έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο αποφάσεως της Επιτροπής, δεν μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις αντίθετες προς εκείνη της Επιτροπής, ακόμη και αν η τελευταία αυτή έρχεται σε σύγκρουση με την απόφαση που εξέδωσε το εθνικό δικαστήριο πρωτοδίκως.
63. Οι κρίσεις αυτές του Δικαστηρίου διατυπώθηκαν με την απόφαση Masterfoods κατά εξαιρετικά γενικό τρόπο και δεν είναι ειδικά διαμορφωμένες έτσι ώστε να εφαρμόζονται σε υποθέσεις δικαίου του ανταγωνισμού. Δεν φρονώ, συνεπώς, ότι υπάρχει κάποιο εμπόδιο που θα μπορούσε να αποτρέψει τη μεταφορά τους στον τομέα του τελωνειακού δικαίου στο οποίο υπάρχει, όπως εν προκειμένω, κίνδυνος μη ομοιόμορφης εφαρμογής και εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων στο πλαίσιο παράλληλων διαδικασιών για τα ίδια νομικά στοιχεία.
64. Η απάντηση την οποία δίδει η απόφαση Masterfoods στο ερώτημα τι πρέπει να κάνει ένα εθνικό δικαστήριο για να αντιμετωπίσει μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη παράλληλων διαδικασιών, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, έχει δύο σκέλη: προκειμένου να μην εκδώσει απόφαση αντίθετη προς την απόφαση της Επιτροπής, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να αναστείλει την ενώπιόν του δίκη μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως των κοινοτικών δικαστηρίων επί της προσφυγής ακυρώσεως, εκτός αν κρίνει δικαιολογημένη, ενόψει των περιστάσεων, την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο σχετικά με το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής (59).
65. Η απάντηση αυτή αφήνει να διαφανεί σαφής προτίμηση για την αναστολή της δίκης μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της προσφυγής ακυρώσεως, χωρίς να αποκλείεται, εντούτοις, η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Η προτίμηση αυτή προς την προσφυγή ακυρώσεως είναι απολύτως κατανοητή σε υποθέσεις όπως η υπό κρίση, λαμβανομένων υπόψη των εντελώς διαφορετικών προσεγγίσεων που ακολουθεί η διαδικασία της προσφυγής ακυρώσεως και η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως (60).
66. Από την άλλη πλευρά, ενδέχεται να είναι εξαιρετικά χρήσιμο, για συγκεκριμένους λόγους, σε υπόθεση όπως η υπό κρίση, να μην ανασταλεί η διαδικασία και να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο. Πράγματι, σε υπόθεση όπως η υπό κρίση, η απόφαση της Επιτροπής αφορά το, δευτερεύον στην πραγματικότητα, ζήτημα της διαγραφής εισαγωγικών δασμών, της οποίας στην πραγματικότητα προηγείται η διευκρίνιση του βασικού ζητήματος (εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών δασμών). Για να επιλυθεί το βασικό αυτό ζήτημα θα πρέπει να αναλυθεί, στην παρούσα δίκη, η ορθή δασμολογική κατάταξη του ριζόχαρτου (61), στο πλαίσιο της οποίας ενδέχεται να ανακύψει ένας ειδικός λόγος προδικαστικής παραπομπής, μολονότι δεν μπορεί να αποκλειστεί και το ενδεχόμενο το εθνικό δικαστήριο να κρίνει αποκλειστικά και μόνον αυτή την πτυχή εκδίδοντας μερικώς οριστική απόφαση.
67. Η μεταφορά εν προκειμένω της νομολογίας Masterfoods δεν προσκρούει σε αποφάσεις όπως οι αποφάσεις Sportgoods (62) και Sommer (63) οι οποίες αφορούσαν υποθέσεις διαφορετικές από την προκείμενη. Στις δύο αυτές περιπτώσεις η απόφαση του Δικαστηρίου αφορούσε, αντιθέτως προς ό,τι συμβαίνει εν προκειμένω, υποθέσεις στις οποίες η απόφαση της Επιτροπής δεν περιλάμβανε κάποιο πραγματικό ή νομικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι ο επίμαχος κανονισμός μπορούσε να αποτελέσει τη νομική βάση για την εκ των υστέρων είσπραξη του εισαγωγικού δασμού. Συνεπώς, η απόφαση της Επιτροπής δεν είχε από την άποψη αυτή δεσμευτικό αποτέλεσμα επί των αρχών του κράτους αποδέκτη, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών (64).
68. Κατόπιν των προεκτεθέντων φρονώ ότι, σε υποθέσεις όπως η προκειμένη, οι οποίες χαρακτηρίζονται από παράλληλες διαδικασίες, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να σέβονται την αρμοδιότητα λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής, ειδικότερη έκφραση της οποίας αποτελεί η διαδικασία την οποία θεσπίζει ο κανονισμός 2454/93.
69. Σε περιπτώσεις όπου έχει ήδη εκδοθεί απόφαση της Επιτροπής, η ακύρωση της οποίας έχει ζητηθεί στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας, ο σκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί κυρίως με την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της προσφυγής ακυρότητας, και μάλιστα από τα αρχικά της στάδια. Μια άλλη, δευτερεύουσα δυνατότητα στην περίπτωση αυτή, όταν η πρώτη προσκρούει σε συγκεκριμένους λόγους, είναι η προσφυγή στη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ (65).
70. Η κατάσταση διαφέρει, όπως υπογράμμισε και η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της, αν η απόφαση της Επιτροπής δεν έχει εκδοθεί ακόμα. Η πτυχή αυτή παραμένει υποθετική, εφόσον δεν περιλαμβάνεται στα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο. Επειδή, εντούτοις, είναι σκόπιμο κατά την έκδοση αποφάσεως να λαμβάνονται υπόψη και υποθετικές καταστάσεις και να εξετάζεται η μελετώμενη λύση από όλες τις απόψεις, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ συνοπτικά σε αυτήν: όπως και η Επιτροπή, φρονώ ότι σε μια τέτοια περίπτωση ο σεβασμός της αρμοδιότητας λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής θα πρέπει να επιβάλει την αναστολή της δίκης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων μέχρι την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής (66). Πράγματι, στην αντίθετη περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος η δικαστική απόφαση να προδικάσει και να υποκαταστήσει την απόφαση της Επιτροπής.
71. Προκειμένου να εξασφαλιστεί πρακτικώς η συνεργασία αυτή μεταξύ εθνικών και κοινοτικών δικαστηρίων, φρονώ ότι είναι απαραίτητο κάθε εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται ζητημάτων κοινοτικού δικαίου να επιβεβαιώνει ζητώντας αυτεπαγγέλτως πληροφορίες, αν έχει κατατεθεί ή μπορεί ακόμα να κατατεθεί εμπροθέσμως (67) παράλληλη αίτηση επί της οποίας θα πρέπει να αποφανθεί η Επιτροπή και σε ποιο στάδιο βρίσκεται ενδεχομένως η διεκπεραίωση της αιτήσεως αυτής (έκδοση αποφάσεως, δεσμευτική ισχύς) (68).
72. Θα πρέπει επίσης να εξεταστεί η ειδικότερη πτυχή που περιλαμβάνει το τρίτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου. Το ερώτημα αυτό αφορά συγκεκριμένα την ερμηνεία του άρθρου 871, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93, το οποίο περιέχει διαδικαστικές διατάξεις για τις εθνικές τελωνειακές αρχές. Το ερώτημα θεμελιώνεται στο ότι, όπως προκύπτει από την επιχειρηματολογία της Κυβερνήσεως των Κάτω Χωρών, η οποία επικαλείται το άρθρο 8:72, παράγραφος 4, του Algemene Wet Bestuursrecht, η διάταξη αυτή επιτρέπει να προσβληθούν με την απόφαση επί της προσφυγής ακυρώσεως στις τελωνειακές αρχές των Κάτω Χωρών υποχρεώσεις ή όροι σχετικοί με τη συνέχιση της διαδικασίας. Ένας τέτοιος όρος μπορεί να είναι, για παράδειγμα, η υποχρέωση των εθνικών τελωνειακών αρχών να διαβιβάσουν την αίτηση του οφειλέτη στην Επιτροπή, εφόσον υπάρχει το ενδεχόμενο να εκδοθεί απόφαση ευνοϊκή για τον οφειλέτη.
73. Παρέχεται έτσι μία ακόμα δυνατότητα να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη ερμηνεία του άρθρου 220, παράγραφος 2, και του άρθρου 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα και συγκεκριμένα η ακύρωση της αποφάσεως της εθνικής τελωνειακής αρχής, χωρίς όμως να ληφθεί απόφαση επί της ουσίας. Συναφώς επισημαίνεται ότι, εφόσον το εθνικό δικονομικό δίκαιο προβλέπει ανάλογη δυνατότητα ακυρώσεως της αποφάσεως της εθνικής αρχής και εκ νέου παραπομπής του θέματος σε αυτήν υπό όρους, η προσέγγιση αυτή μπορεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου (69) υπό την προϋπόθεση του σεβασμού της αρμοδιότητας λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής.
V – Πρόταση
74. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden, ως εξής:
1) Φύλλα ζύμης όπως τα περιγραφόμενα στο παράρτημα του κανονισμού 1196/97 κατατάσσονται στην κλάση 1905 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας όταν πρόκειται για φύλλα παρασκευασμένα με αλεύρι ρυζιού, αλάτι και νερό που έχουν αποξηρανθεί, αλλά δεν έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία.
2) Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο προηγούμενο ερώτημα, ο κανονισμός 1196/97 πρέπει να θεωρηθεί ισχυρός.
3) Προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν, ανεξαρτήτως της θέσεώς τους στο πλαίσιο της δίκης περί ακυρώσεως, εφόσον ο τελωνειακός κώδικας περιέχει ταυτόσημα ουσιαστικά κριτήρια, να σέβονται την αρμοδιότητα λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής. Προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αποφάσεως αντίθετης προς την απόφαση της Επιτροπής, σε περίπτωση παράλληλων διαδικασιών που αφορούν τις ίδιες (έστω και εν μέρει) διατάξεις, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να αναστέλλει την έκδοση αποφάσεως μέχρις ότου τα κοινοτικά δικαστήρια εκδώσουν οριστική απόφαση επί της προσφυγής περί ακυρώσεως, εκτός αν κρίνει ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, δικαιολογείται η υποβολή στο Δικαστήριο προδικαστικού ερωτήματος περί του κύρους της αποφάσεως της Επιτροπής. Είναι επίσης δυνατή η παραπομπή της υποθέσεως εκ νέου στις τελωνειακές αρχές υπό την προϋπόθεση να τη διαβιβάσουν στην Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας διοικητικής συνεργασίας μεταξύ των τελωνειακών αρχών και της Επιτροπής.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Νοεμβρίου 2006, Τ-382/04, Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods κατά Επιτροπής.
3 – Βλ., συναφώς, προτάσεις μου της 4ης Σεπτεμβρίου 2008 στην υπόθεση C‑38/07 P, Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods κατά Επιτροπής.
4 – ΕΕ L 256, σ. 1.
5 – ΕΕ L 198, σ. 1.
6 – Βλ. αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2658/87 (και ιδίως τρίτη αιτιολογική σκέψη), άρθρα 1 και 3 του ίδιου κανονισμού, καθώς και απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑208/06 και C‑209/06, Medion (Συλλογή 2007, σ. I‑7963, σκέψη 3).
7 – Οι κλάσεις 0401 μέχρι 0404 περιλαμβάνουν προϊόντα όπως το γάλα και η κρέμα γάλακτος, ο ορός γάλακτος και τα προϊόντα που παράγονται από αυτά.
8 – ΕΕ L 170, σ. 13.
9 – ΕΕ L 302, σ. 1.
10 – ΕΕ L 253, σ. 1.
11 – Βλ. σημείο 34 των παρουσών.
12 – Εντούτοις, σε ένα σημείο του σκεπτικού αναφέρεται στο «κείμενο της 1ης Αυγούστου 2003», αναφέροντας όμως ανώτατο όριο 50 000 ευρώ, το οποίο παραπέμπει στο κείμενο που ίσχυε μέχρι την 31η Ιουλίου 2003.
13 – ΕΕ L 212, σ. 18. Με τον κανονισμό αυτόν, η διοικητική διαδικασία εκδόσεως των αποφάσεων του άρθρου 239, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα συμπληρώθηκε, για παράδειγμα, στο άρθρο 905, παράγραφος 1, με την προσθήκη ενός δεύτερου εδαφίου.
14 – ΕΕ L 187, σ. 16. Σύμφωνα με τους Berr/Trémeau, Ledroitdouanier, Communautaireetnational, 7η έκδοση, 2006, σ. 232, αυτή η εκτεταμένη αναδιατύπωση πραγματοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, προκειμένου να εξαλειφθούν τα μειονεκτήματα του προϊσχύοντος συστήματος που προέβλεπε διπλή αρμοδιότητα, να μειωθεί ουσιαστικά ο φόρτος εργασίας της Επιτροπής και να αποκατασταθεί η αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον αφορά τη διαχείριση των ίδιων πόρων. Συναφώς, βλ. και δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1335/2003 που αναφέρεται κατωτέρω, στην υποσημείωση 17.
15 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 16 των παρουσών όσον αφορά την ημερομηνία της νομοθετικής μεταβολής.
16 – Με την απόφαση της 27ης Ιουνίου 1991, C‑348/89, Mecanarte (Συλλογή 1991, σ. I‑3277, σκέψη 33), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε, σε σχέση με ρύθμιση παλαιότερη της επίμαχης διοικητικής διαδικασίας, ότι η ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, η οποία πρέπει να εξασφαλίζεται, απειλείται στις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται δεκτή αίτηση μη εισπράξεως εκ των υστέρων, διότι η αξιολόγηση στην οποία το κράτος μέλος θεμελιώνει την ευνοϊκή απόφασή του πιθανότατα δεν θα προσβληθεί δικαστικά, προκαλώντας έτσι στην πράξη τον κίνδυνο να μην πραγματοποιηθεί ο έλεγχος ο οποίος θα μπορούσε να εξασφαλίσει την ομοιόμορφη εφαρμογή των προϋποθέσεων του κοινοτικού δικαίου. Αντιθέτως, στην περίπτωση κατά την οποία οι εθνικές αρχές προβαίνουν σε είσπραξη εκ των υστέρων, ανεξαρτήτως του εκάστοτε ποσού, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προσβάλει τη σχετική απόφαση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Έτσι, το Δικαστήριο μπορεί να εξασφαλίσει την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
17 – Βλ., συναφώς, αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 4 του κανονισμού 2454/93, όπως αναφέρονται στον κανονισμό 1335/2003:
«1) Το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, και το άρθρο 239 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 προβλέπουν ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εισαγωγικοί ή εξαγωγικοί δασμοί δεν απαιτείται να βεβαιώνονται εκ των υστέρων ή είναι δυνατό να αποτελούν το αντικείμενο επιστροφής ή διαγραφής για λόγους επιείκειας.
2) Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η είσπραξη των παραδοσιακών ιδίων πόρων υπάγεται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 8 της απόφασης 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, είναι σκόπιμο να ανατεθεί στις αρχές των κρατών μελών η φροντίδα να αποφασίζουν, κατ’ αρχήν, εάν οι εισαγωγικοί ή οι εξαγωγικοί δασμοί πρέπει ή όχι να βεβαιώνονται εκ των υστέρων βάσει του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 ή να αποτελούν το αντικείμενο επιστροφής ή διαγραφής βάσει του άρθρου 239 του ίδιου κανονισμού.
3) Για να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη μεταχείριση των επιχειρήσεων και η προστασία των δημοσιονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων, είναι ωστόσο σκόπιμο να διατηρηθεί υποχρέωση διαβίβασης στην Επιτροπή των υποθέσεων προς λήψη σχετικής απόφασης όταν τα κράτη μέλη κρίνουν ότι θα έπρεπε να ληφθεί κάποια ευνοϊκή απόφαση και ότι α) διαπράχθηκε λάθος ή υπήρξε παράλειψη εκ μέρους της Επιτροπής ή β) εφόσον οι περιστάσεις που περιγράφονται στην εκάστοτε περίπτωση συνδέονται με κοινοτικές έρευνες που διενεργούνται ιδίως σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) 515/97 του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 1997, περί της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και της συνεργασίας των αρχών αυτών με την Επιτροπή με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των τελωνειακών και γεωργικών ρυθμίσεων ή γ) το ποσό των σχετικών δασμών είναι μεγαλύτερο από ή ίσο με 500 000 ευρώ.
4) Η εν λόγω υποχρέωση διαβίβασης, ωστόσο, δεν ισχύει εάν η Επιτροπή έχει ήδη λάβει απόφαση για περίπτωση που παρουσιάζει παρόμοια πραγματικά και νομικά στοιχεία, οπότε τα κράτη μέλη δύνανται, κατά τη λήψη της δικής τους απόφασης, να βασιστούν στην πλέον πρόσφατη απόφαση της Επιτροπής για υπόθεση που παρουσιάζει παρόμοια πραγματικά και νομικά στοιχεία.»
18 – Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2004 του Gerechtshof te Amsterdam, Douanekamer, υπόθεση 01/900096 DK, σ. 2.
19 – Όπως προκύπτει από την απόφαση του Πρωτοδικείου Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2), η οποία αφορά την παράλληλη υπόθεση για την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής REM 19/2002 της 17ης Ιουνίου 2004, μετά την έκδοση του κανονισμού 1196/97, που δημοσιεύθηκε στις 28 Ιουνίου 1997 και άρχισε να ισχύει στις 19 Ιουλίου 1997, η Heuschen & Schrouff συνέχισε να εισάγει ριζόχαρτο από το Βιετνάμ το οποίο κατέτασσε στη διάκριση 1901 90 99 της ΣΟ, πράγμα που έγινε δεκτό από τις τελωνειακές αρχές των Κάτω Χωρών για 29 διασαφήσεις εντός περιόδου έξι μηνών (μετά από έλεγχο των εγγράφων και –σε μία περίπτωση– έλεγχο του εμπορεύματος). Στις 16 Μαρτίου 1998, οι τελωνειακές αρχές των Κάτω Χωρών υπέδειξαν ότι η διασάφηση έπρεπε να γίνει υπό τη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ. Αργότερα την ίδια ημέρα, εντούτοις, οι ίδιες τελωνειακές αρχές επιβεβαίωσαν την ορθότητα διασάφησης στην οποία είχε χρησιμοποιηθεί η διάκριση 1901 90 99 της ΣΟ. Από τις 17 Μαρτίου 1998, η Heuschen & Schrouff χρησιμοποιεί για την εισαγωγή ριζόχαρτου τη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ.
20 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση του Gerechtshof te Amsterdam, Douanekamer, σ. 1 και 3, και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση του Πρωτοδικείου Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods κατά Επιτροπής, σκέψη 12.
21 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση του Gerechtshof te Amsterdam, Douanekamer, σ. 3.
22 – Σύμφωνα με τη σκέψη 12 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 12 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods κατά Επιτροπής, πρόκειται τελικά για καταβολή ποσού 636 518,40 NLG (282 645,21 ευρώ).
23 – Βλ., όσον αφορά την ημερομηνία, σκέψη 13 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 12 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods κατά Επιτροπής.
24 – Βλ. σημείο 3 των παρουσών.
25 – Απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995, C‑12/94, Uelzena Milchwerke (Συλλογή 1995, σ. I‑2397).
26 – Απόφαση της 13ης Μαρτίου 2003, C‑156/00, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I‑2527).
27 – Όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται προδικαστικής παραπομπής σε θέματα δασμολογικής κατατάξεως, το έργο του συνίσταται μάλλον στο να διαφωτίσει το εθνικό δικαστήριο ως προς τα κριτήρια η εφαρμογή των οποίων θα επιτρέψει στο δικαστήριο αυτό να κατατάξει ορθώς τα επίδικα προϊόντα στη ΣΟ, αντί να προβεί το ίδιο στην κατάταξη αυτή· τούτο δε κατά μείζονα λόγο καθόσον το Δικαστήριο δεν έχει οπωσδήποτε υπόψη του όλα τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία, ενώ το εθνικό δικαστήριο έχει περισσότερες δυνατότητες να προβεί στην κατάταξη αυτή (απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2002, C‑260/00 έως C‑263/00, Lohmann και Medi Bayreuth, Συλλογή 2002, σ. I‑10045, σκέψη 26).
28 – Το ασιατικό ριζόχαρτο μπορεί να παραχθεί από διάφορες φυτικές ίνες και χρησιμοποιείται κατά διάφορους τρόπους, για παράδειγμα στην Ιαπωνία και στην Κίνα ακόμα και στον τομέα του εξοπλισμού κατοικίας (διαχωριστικά πετάσματα –παραβάν– και λάμπες).
29 – Βλ. σημείο 7 των παρουσών.
30 – Την καθοριστική αυτή σημασία υπογραμμίζει και ο Lyons, ECCustomsLaw, δεύτερη έκδοση, 2008, σ. 142.
31 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, C‑42/99, Eru Portuguesa (Συλλογή 2000, σ. I‑7691, σκέψη 13), της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑495/03, Intermodal Transports (Συλλογή 2005, σ. I-8151, σκέψη 47), και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση Medion, σκέψη 34.
32 – Οι κοινοτικοί κανονισμοί πρέπει να ερμηνεύονται ομοιόμορφα. Κατά πάγια νομολογία, η ανάγκη αυτή αποκλείει, σε περίπτωση αμφιβολίας, να λαμβάνεται μεμονωμένα υπόψη το κείμενο μιας διατάξεως, αλλ’ αντιθέτως απαιτεί να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται υπό το πρίσμα των κειμένων στις άλλες επίσημες γλώσσες (απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1999, C‑48/98, Söhl & Söhlke, Συλλογή 1999, σ. I‑7877, σκέψη 46· σχετικά με την πάγια νομολογία, βλ. και απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2007, C‑408/06, Götz, Συλλογή 2007, σ. Ι-11295, σκέψη 29 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
33 – Το ολλανδικό («dergelijke producten van meel of van zetmeel»), το δανικό («lignende varer af mel eller stivelse») και το σουηδικό («liknande produkter») κείμενο περιέχουν στο τέλος της απαριθμήσεως λιγότερο ή περισσότερο λεπτομερειακή παραπομπή σε «παρόμοια προϊόντα» και έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο λιγότερο διεξοδικό από ορισμένα άλλα κείμενα που περιλαμβάνουν μεταξύ των «αζυμοσφραγίδων» και των «παρόμοιων προϊόντων» άλλους όρους που παρατίθενται στην επόμενη υποσημείωση.
34 – Αυτό ισχύει, μεταξύ άλλων, για το γερμανικό («getrocknete Teigblätter aus Mehl oder Stärke»), το γαλλικό («pâtes séchées de farine, d’amidon ou de fécule en feuilles»), το ισπανικό («pastas secas de harina, almidón o fécula, en hojas») και το πορτογαλικό («pastas secas de farinha, amido ou fécula») κείμενο.
35 – Βλ. «rice paper» στο αγγλικό κείμενο και «rižev papir» στο σλοβενικό κείμενο.
36 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25 των παρουσών.
37 – Βλ. ανωτέρω σημείο 7 των παρουσών.
38 – Οι επεξηγηματικές σημειώσεις οι οποίες καταρτίστηκαν από την Επιτροπή, όσον αφορά τη ΣΟ, και από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τελωνείων, όσον αφορά το εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποιήσεως των εμπορευμάτων (ΕΣ), συμβάλλουν σημαντικά στην ερμηνεία του περιεχομένου των διαφόρων δασμολογικών κλάσεων, χωρίς, πάντως, να έχουν υποχρεωτική νομική ισχύ (απόφαση της 17ης Μαρτίου 2005, C‑467/03, Ikegami, Συλλογή 2005, σ. I‑2389, σκέψη 17).
39 – Τις επεξηγηματικές σημειώσεις αναφέρει και το αιτούν δικαστήριο, αλλά για διαφορετικό λόγο.
40 – Για λεπτομέρειες σχετικά με την αρχή της βεβαιώσεως βλ. άρθρο 217 του τελωνειακού κώδικα.
41 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 3ης Απριλίου 2008, C‑230/06, Militzer & Münch (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 50).
42 – Για τις προϊσχύσασες μορφές του άρθρου 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα και για το άρθρο 905 του κανονισμού 2454/93, βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑61/98, De Haan (Συλλογή 1999, σ. I‑5003, σκέψη 52), και της 18ης Οκτωβρίου 2007, C‑62/05 P, Nordspedizionieri di Danielis Livio κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. Ι-8647, σκέψη 41).
43 – Βλ. σημεία 68 και 69 των προτάσεών μου της 13ης Μαρτίου 2008 για την υπόθεση C‑204/07 P, CAS SpA κατά Επιτροπής και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
44 – Απόφαση της 1ης Απριλίου 1993, C‑250/91, Hewlett Packard France (Συλλογή 1993, σ. I‑1819, σκέψη 46)· Alexander, «Vorbemerkungen zu Art. 220, 221», στο Witte, Zollkodex, Kommentar, 4η έκδοση, 2006, σημείο 5· Huchatz, «Art. 239 – Erstattung oder Erlass in Sonderfällen», όπ.π., σημείο 32.
45 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 44 απόφαση Hewlett Packard France, σκέψη 46.
46 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 42 απόφαση De Haan, σκέψη 42, σε συνδυασμό με τη σκέψη 41, όσον αφορά την προϊσχύσασα μορφή του άρθρου 220, παράγραφος 2, και του άρθρου 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα. Ο Alexander, στο «Vorbemerkungen zu Art. 220, 221», όπ.π. υποσημείωση 44, σημείο 2, υπογραμμίζει ότι το άρθρο 220, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα περιέχει μια μερική απλώς ρύθμιση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Συνεπώς, η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν ορίζεται εξαντλητικά. Επίσης, η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει τη λήψη υπόψη συντρέχοντος πταίσματος των τελωνειακών αρχών και του οφειλέτη. Προκειμένου να αποφευχθούν τα προβλήματα αυτά, οι διασαφητές υποβάλλουν όλο και συχνότερα παράλληλες αιτήσεις επιστροφής ή ασκούν αγωγές λόγω ευθύνης του Δημοσίου. Ο Alexander επισημαίνει ότι ελλοχεύει σοβαρός κίνδυνος σφαλμάτων λόγω της διεξαγωγής διαφόρων, νομικά μεμονωμένων διαδικασιών που αφορούν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, αλλά υπόκεινται σε διαφορετικές τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις. Συγχρόνως, είναι γενικά απαραίτητο ο μεν οφειλέτης να διαθέτει εκτεταμένες, και συνεπώς δαπανηρές, επαγγελματικές συμβουλές, οι δε τελωνειακές αρχές που επιλαμβάνονται του θέματος, έως και η Επιτροπή, να καταβάλλουν δυσανάλογη διοικητική προσπάθεια. Για λόγους οικονομίας της διαδικασίας, οι διαδικασίες συνήθως δεν προχωρούν παράλληλα, αλλά αντιθέτως αναστέλλονται εν μέρει. Για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα αυτά, είναι απαραίτητη μια επείγουσα, σε βάθος μεταρρύθμιση της εκ των υστέρων βεβαιώσεως και του δικαιώματος διαγραφής και επιστροφής. Βλ. και Lyons, όπ.π. στην υποσημείωση 30, σ. 496, ο οποίος υποστηρίζει ότι οι δύο ρυθμίσεις δεν αλληλεπικαλύπτονται πλήρως και παραπέμπει συμπληρωματικά στην απόφαση του Πρωτοδικείου της 19ης Φεβρουαρίου 1998, T‑42/96, Eyckeler & Malt κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II‑401, σκέψη 135 επ.), σχετικά με τις προϊσχύσασες μορφές του άρθρου 220, παράγραφος 2, και του άρθρου 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα.
47 – Βλ. υποσημείωση 46 των παρουσών σχετικά με το ότι οι οικείες διατάξεις δεν συμπίπτουν πλήρως.
48 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 44, σκέψη 46.
49 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 32, σκέψεις 55 και 56.
50 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26, σκέψη 92.
51 – Απόφαση της 26ης Ιουνίου 1990, C‑64/89, Deutsche Fernsprecher (Συλλογή 1990, σ. I‑2535, σκέψη 13).
52 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψη 33.
53 – Απόφαση της 14ης Μαΐου 1996, C‑153/94 και C‑204/94, Faroe Seafood κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I‑2465, σκέψη 80).
54 – Απόφαση της 22ας Ιουνίου 2006, C‑419/04, Conseil général de la Vienne (Συλλογή 2006, σ. I‑5645, σκέψη 42).
55 – Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2000, C‑344/98, Masterfoods και HB (Συλλογή 2000, σ. I‑11369).
56 – Όπως έχει αναγνωριστεί, για παράδειγμα, για τη διαπίστωση της ακυρότητας κοινοτικής πράξεως· βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 1987, 314/85, Foto-Frost (Συλλογή 1987, σ. 4199, σκέψη 20), και της 21ης Μαρτίου 2000, C‑6/99, Greenpeace France κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I‑1651, σκέψη 54). Βλ., επίσης, απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C‑143/88 και C‑92/89, Zuckerfabrik Süderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest (Συλλογή 1991, σ. I‑415, σκέψη 24).
57 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 55.
58 – Απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C‑234/89, Δηλιμίτης (Συλλογή 1991, σ. I‑935, σκέψεις 43 έως 54).
59 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 55, σκέψεις 57 και 59.
60 – Στις προτάσεις του της 16ης Μαΐου 2000 για την υπόθεση Masterfoods (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 55, σημεία 40 έως 55), ο γενικός εισαγγελέας Γ. Κοσμάς εξέτασε λεπτομερώς αυτή την προβληματική στην οποία είχαν αναφερθεί με τα υπομνήματά τους και οι τότε διάδικοι. Ο γενικός εισαγγελέας εξετάζει, μεταξύ άλλων, το ενδεχόμενο να προσπαθήσουν οι διάδικοι, ή ένας διάδικος, να επιλέξουν είδος διαδικασίας προκρίνοντας το κοινοτικό ένδικο βοήθημα. Η διαδικασία της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, η οποία δεν σκοπεί στην αξιολόγηση πραγματικών περιστατικών, δεν είναι κατάλληλη για να αξιολογηθεί η νομιμότητα αποφάσεως της Επιτροπής (στο πλαίσιο της απαντήσεως σε προδικαστικό ερώτημα), εφόσον για τέτοιες διοικητικές πράξεις απαιτείται η άσκηση δικαιώματος ελέγχου χωρίς περιορισμούς προκειμένου να εξασφαλιστεί αποτελεσματική δικαστική προστασία. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να προστεθεί ότι υπάρχουν σοβαρά προβλήματα και από την άποψη του βάρους αποδείξεως, το οποίο έχει θεμελιώδη σημασία στο πλαίσιο της προσφυγής περί ακυρώσεως, αντιθέτως προς ό,τι συμβαίνει στο πλαίσιο της διαδικασίας υποβολής προδικαστικού ερωτήματος. Θα πρέπει να προστεθεί επίσης η σχετικά ανελαστική δομή των «νομικών λόγων» στο πλαίσιο της άμεσης προσφυγής, λόγω της οποίας πολλά κρίνονται ήδη στο πλαίσιο της αξιολογήσεως του παραδεκτού, χωρίς να εξετάζεται το βάσιμο, ενώ η διαδικασία υποβολής προδικαστικού ερωτήματος χαρακτηρίζεται από αξιολόγηση των επιχειρημάτων όλων των διαδίκων (συμπεριλαμβανομένων ενδεχομένως κρατών μελών). Όλες αυτές οι διαφορές μπορούν ασφαλώς να οδηγήσουν σε σημαντικές ανισορροπίες, ανάλογα με το είδος διαδικασίας που θα κινηθεί πρώτη ενώπιον του Δικαστηρίου.
61 – Βλ., συναφώς, σημείο 36 των προτάσεών μου της 4ης Σεπτεμβρίου 2008 επί της υποθέσεως C‑38/07 P, Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods κατά Επιτροπής.
62 – Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑413/96, Sportgoods (Συλλογή 1998, σ. I‑5285, σκέψεις 41 έως 43).
63 – Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2000, C‑15/99, Sommer (Συλλογή 2000, σ. I‑8989, σκέψη 31).
64 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 62 απόφαση Sportgoods, σκέψη 41.
65 – Θα πρέπει, εντούτοις, να επισημανθεί συναφώς ότι αν η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής περί ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230, παράγραφος 5, ΕΚ έχει ήδη παρέλθει και η απόφαση της Επιτροπής έχει καταστεί δεσμευτική για τον αποδέκτη της, η κοινοτική αυτή πράξη που παράγει έννομες συνέπειες δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με προσφυγή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και ενδεχομένως με συναφή αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως (βλ. αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1994, C‑188/92, TWD Textilwerke Deggendorf, Συλλογή 1994, σ. I‑833, σκέψεις 13 έως 26, και της 30ής Ιανουαρίου 1997, C‑178/95, Wiljo, Συλλογή 1997, σ. I‑585, σκέψεις 20 έως 31).
66 – Αυτό φαίνεται να υποδεικνύει και η σκέψη 48 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 42 αποφάσεως De Haan.
67 – Για παράδειγμα, για την αίτηση του άρθρου 239, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα, προβλέπεται προθεσμία 12 μηνών από την ημερομηνία γνωστοποιήσεως του χρέους, η οποία μπορεί να παραταθεί σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις.
68 – Σε πολλές περιπτώσεις η πληροφορία αυτή θα μπορεί να δοθεί από τους διαδίκους, διότι αφορά ενέργειες που έχουν ήδη γίνει. Διαφορετικά, επισημαίνεται ότι υπάρχει ενδεχομένως και η δυνατότητα λήψεως πληροφοριών από την Επιτροπή σχετικά με την πρόοδο της διαδικασίας. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ, η Επιτροπή υπέχει υποχρέωση αγαστής συνεργασίας με τα δικαστήρια των κρατών μελών. Βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 58 απόφαση Δηλιμίτης, σκέψη 53 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
69 – Θα πρέπει, εντούτοις, να ληφθεί υπόψη ότι σε μια υπόθεση όπως η υπό κρίση, η δυνατότητα παραπομπής του θέματος στην Επιτροπή είναι εξαιρετικά περιορισμένη μετά την τροποποίηση της 1ης Αυγούστου 2003 (βλ. σημεία 16 έως 19 των παρουσών), όπως επισήμανε και η Ιταλική Κυβέρνηση. Συνεπώς, το επιλαμβανόμενο δικαστήριο πρέπει να εξετάσει in concreto αν συνεχίζει να υπάρχει δυνατότητα παραπομπής.
Full & Egal Universal Law Academy