ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 4ης Δεκεμβρίου 2008 (1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑378/07 έως C‑380/07
Κυριακή Αγγελιδάκη κ.λπ.
[αίτηση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης (Ελλάδα) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Εργασία ορισμένου χρόνου – Οδηγία 1999/70/ΕΚ – Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου – Δημόσιος τομέας – Μοναδική σύμβαση και διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου – Αντικειμενικοί λόγοι – Μέτρα για την πρόληψη καταχρήσεων – Ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα – Απαγόρευση χειροτέρευσης – Κυρώσεις – Απαγόρευση της μετατροπής των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου – Ερμηνεία σύμφωνη με την οδηγία»
I – Εισαγωγή
1. Για άλλη μια φορά το Δικαστήριο καλείται να παρέμβει σε μια έντονα φορτισμένη αντιδικία σχετικά με την προστασία των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα στην Ελλάδα. Αυτή τη φορά όμως το κύριο αντικείμενο της διαφοράς είναι ένα πρόβλημα που δεν εξετάστηκε καθόλου ή εξετάστηκε ελάχιστα στις υποθέσεις Αδενέλερ κ.λπ. (2) και Βασιλάκης κ.λπ. (3), επί των οποίων το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ήδη: Αντιβαίνουν οι διατάξεις που ισχύουν στην Ελλάδα στον δημόσιο τομέα για την εργασία ορισμένου χρόνου στην απαγόρευση χειροτέρευσης που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο; Η σημασία της ερμηνείας της απαγόρευσης αυτής, στην οποία καλείται να προβεί εν προκειμένω το Δικαστήριο, θα μπορούσε να υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της Ελλάδας.
2. Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει ιδιαίτερα την ελληνική ρύθμιση κατά την οποία απαγορεύεται στον δημόσιο τομέα η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου· η ρύθμιση αυτή μάλιστα περιλαμβάνεται πλέον στο ελληνικό Σύνταγμα. Το αιτούν δικαστήριο και ορισμένοι από τους διαδίκους φρονούν πάντως ότι η προϊσχύσασα ελληνική νομοθεσία ήταν πολύ ευνοϊκότερη για τους εργαζομένους με σύμβαση ορισμένου χρόνου από ό,τι η ισχύουσα σήμερα και αμφιβάλλουν συνεπώς κατά πόσον η ισχύουσα νομοθεσία συμβιβάζεται με τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου, και ιδιαίτερα με την απαγόρευση χειροτέρευσης.
3. Για να δοθεί απάντηση στις τρεις αιτήσεις έκδοσης προδικαστικής απόφασης εν προκειμένω θα χρειαστεί, εν τινι μέτρω, αναδρομή στην απόφαση Mangold (4), η οποία έχει επανειλημμένα σχολιαστεί αρνητικά. Θα ήθελα όμως να διευκρινίσω από τώρα ότι δεν πρόκειται εδώ για τα αμφισβητούμενα χωρία της εν λόγω απόφασης σχετικά με την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας, και συγκεκριμένα δεν τίθεται ζήτημα για τη δογματική διαμόρφωση της απαγόρευσης αυτής ούτε για τα αποτελέσματα που έχει στις μεταξύ ιδιωτών διαφορές.
II – Νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
4. Το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η υπό κρίση υπόθεση από άποψη κοινοτικού δικαίου συνίσταται στην οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (5) (στο εξής: οδηγία 1999/70). Με την οδηγία αυτή τίθεται σε εφαρμογή η συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου (η οποία θα αναφέρεται στο εξής και ως «συμφωνία-πλαίσιο»), η οποία συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 μεταξύ τριών γενικών διεπαγγελματικών οργανώσεων (της CES, της UNICE και του CEEP) και προσαρτάται στην οδηγία ως παράρτημα.
5. Η συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου «σηματοδοτεί μια ακόμα συμβολή προς την επίτευξη καλύτερης ισορροπίας μεταξύ ευελιξίας στον χρόνο εργασίας και ασφάλειας για τους εργαζομένους» (6). Η συμφωνία στηρίζεται καταρχάς στην αντίληψη ότι «οι συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων» (7). Παράλληλα η συμφωνία-πλαίσιο αναγνωρίζει ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου «αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο της απασχόλησης σε ορισμένους τομείς, επαγγέλματα και δραστηριότητες που μπορεί να εξυπηρετεί και τους εργοδότες και τους εργαζομένους» (8). Επιπλέον, η συμφωνία-πλαίσιο στηρίζεται στη γενική αντίληψη ότι «η χρήση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου βάσει αντικειμενικών λόγων είναι ένας τρόπος για να προληφθεί η κατάχρηση» (9).
6. Η ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου ορίζει το αντικείμενο της συμφωνίας ως εξής:
«Σκοπός της παρούσας συμφωνίας-πλαισίου είναι:
α) η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης,
β) η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου».
7. Σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου η ρήτρα 2, σημείο 1, ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος.»
8. Για τους σκοπούς της συμφωνίας, ως «εργαζόμενος ορισμένου χρόνου» νοείται, σύμφωνα με τον ορισμό που περιέχεται στη ρήτρα 3, σημείο 1, της ίδιας αυτής συμφωνίας,
«ένα πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, η ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος».
9. Η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου αφορά τα μέτρα προς αποτροπή καταχρήσεων σε περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου:
«1. Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:
α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας,
β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου,
γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
2. Τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:
α) θεωρούνται “διαδοχικές”,
β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.»
10. Τέλος, στη ρήτρα 8 της συμφωνίας-πλαισίου προβλέπονται, υπό τον τίτλο «Διατάξεις εφαρμογής», τα ακόλουθα:
«1. Τα κράτη μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν ευνοϊκότερες διατάξεις για τους εργαζομένους από τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας.
[…]
3. Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία.
[…]
11. Όσον αφορά τους όρους που χρησιμοποιούνται στη συμφωνία-πλαίσιο, χωρίς όμως να ορίζονται επακριβώς, η οδηγία 1999/70 αναθέτει στα κράτη μέλη τη μέριμνα προσδιορισμού του περιεχομένου τους σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία και/ή την εθνική τους πρακτική, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικοί ορισμοί δεν θα έρχονται σε αντίθεση προς τη συμφωνία-πλαίσιο (10). Η μέθοδος αυτή παρέχει τη δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχιακής φύσης (11).
12. Τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 1999/70, να «θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι απαραίτητες για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 10 Ιουλίου 2001» ή να διασφαλίσουν, το αργότερο μέχρι την ημερομηνία αυτή, «ότι οι κοινωνικοί εταίροι λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα μέσω συμφωνίας». Εάν είναι απαραίτητο και ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, προκειμένου να ληφθούν υπόψη ιδιαίτερες δυσχέρειες ή η υλοποίηση με συλλογική σύμβαση, επιτρέπεται να χορηγηθεί στα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας, συμπληρωματικό χρονικό διάστημα ενός έτους κατ’ ανώτατο όριο. Στην Ελλάδα χορηγήθηκε τέτοια παράταση της προθεσμίας κατά ένα έτος, μέχρι τις 10 Ιουλίου 2002 (12).
Η εθνική νομοθεσία
13. Όσον αφορά την ελληνική νομοθεσία, πρέπει να αναφερθούν αφενός τα προεδρικά διατάγματα που εκδόθηκαν ειδικά για τη μεταφορά της οδηγίας 1999/70 στο ελληνικό δίκαιο και αφετέρου το άρθρο 103 του ελληνικού Συντάγματος και διάφορες διατάξεις των νόμων 2190/1994, 3250/2004 (13) και 2112/1920.
1. Τα προεδρικά διατάγματα που εκδόθηκαν για τη μεταφορά της οδηγίας 1999/70 στο ελληνικό δίκαιο
14. Το προεδρικό διάταγμα (Π.Δ.) 81/2003 (14), το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 2 Απριλίου 2003, περιλαμβάνει «Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου», εφαρμοζόταν δε αρχικά, σύμφωνα με το άρθρο του 2, παράγραφος 1, «στους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου». Ωστόσο, με το μεταγενέστερο Π.Δ. 180/2004 (15), το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 23 Αυγούστου 2004, το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης περιορίστηκε στις σχέσεις εργασίας του ιδιωτικού τομέα (16).
15. Τέλος, με το Π.Δ. 164/2004 (17), το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 19 Ιουλίου 2004, θεσπίστηκαν ιδιαίτερες ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του διατάγματος αυτού ορίζει ως εξής το πεδίο εφαρμογής του:
«Οι διατάξεις αυτού του διατάγματος εφαρμόζονται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα [...] καθώς και στο προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας.»
16. Ως προς το επιτρεπτό των διαδοχικών συμβάσεων στον δημόσιο τομέα, το άρθρο 5 του Π.Δ. 164/2004 περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες διατάξεις:
«1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.
2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης.
[…]
4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου.»
17. Το άρθρο 6 του Π.Δ. 164/2004 περιλαμβάνει εξάλλου διατάξεις για τη μέγιστη διάρκεια των συμβάσεων:
«1. Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ’ εφαρμογήν του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ’ εφαρμογήν άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας.
2. Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς.»
18. Όσον αφορά τις συνέπειες των παραβάσεων, το άρθρο 7 του Π.Δ. 164/2004 προβλέπει τα εξής:
«1. Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη.
2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται. Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του. Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις. Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο.
3. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος τιμωρείται με φυλάκιση […]. Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από αμέλεια, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Η ίδια παράβαση στοιχειοθετεί παράλληλα και σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα».
19. Οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 προβλέπουν, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δεκαοκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.
β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α΄ να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση […].
γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.
δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. […]
2. Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και, όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία. Στις δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις αρμόδιο όργανο είναι, σε κάθε περίπτωση, το Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο του οικείου Ο.Τ.Α, ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου ή του διοικούντος οργάνου της επιχείρησης. Το κατά τα ανωτέρω αρμόδιο όργανο κρίνει περαιτέρω εάν στις συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις υποκρύπτεται σχέση εξαρτημένης εργασίας. Η κατά τις ως άνω διατάξεις κρίση του αρμόδιου οργάνου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός πέντε (5) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος.
3. Οι κατά την παράγραφο 2 κρίσεις των αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων.
4. Στις διατάξεις αυτού του άρθρου υπάγονται οι εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα [...] καθώς και στις δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις […].
5. Στις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδαφίου α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης.
[…]»
2. Οι λοιπές νομοθετικές διατάξεις που παράγουν αποτελέσματα σε σχέση με την εργασία ορισμένου χρόνου
α) Οι διατάξεις του ελληνικού Συντάγματος
20. Το άρθρο 103, παράγραφος 2, του ελληνικού Συντάγματος ορίζει τα εξής:
«Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου.»
21. Η παράγραφος 8 του άρθρου 103 του ελληνικού Συντάγματος, η οποία άρχισε να ισχύει στις 7 Απριλίου 2001, προβλέπει τα εξής:
«Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου.»
β) Οι νόμοι 2190/1994, 2527/1997 και 3250/2004
22. Από το άρθρο 21 του νόμου 2190/1994 (18) προκύπτει ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών. Η διάρκεια απασχόλησης του προσωπικού αυτού δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες.
23. Κατά το άρθρο 1 του νόμου 3250/2004, το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου επιτρέπεται να προσλαμβάνουν προσωπικό, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, μερικής απασχόλησης, για την κάλυψη αναγκών τους που αποσκοπούν στην παροχή υπηρεσιών κοινωνικού χαρακτήρα προς τους πολίτες. Οι προσλήψεις αυτές αποβλέπουν αποκλειστικώς στην αντιμετώπιση αναγκών συμπληρωματικής εξυπηρέτησης των πολιτών και δεν ασκούν επιρροή στην οργανική σύνθεση των υπηρεσιών του οικείου φορέα. Η διάρκεια της σύμβασης δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ μήνες. Νέα σύμβαση με τον ίδιο απασχολούμενο επιτρέπεται να καταρτιστεί μετά την πάροδο τεσσάρων τουλάχιστον μηνών από τη λήξη της προηγούμενης. Ο χρόνος εργασίας, για κάθε συμβασιούχο, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις είκοσι ώρες εβδομαδιαίως.
24. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του νόμου 2527/1997, για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα απαιτείται, μεταξύ άλλων, το έργο να μην ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και να μην μπορεί να εκτελεστεί από υπαλλήλους του. H σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ’ ολοκληρία άκυρη.
γ) Ο νόμος 2112/1920
25. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχει το αιτούν δικαστήριο, ο νόμος 2112/1920 (19) μπορεί να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται στις σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ακόμη και σε σχέση με τους εργαζομένους του δημόσιου τομέα (20). Το άρθρο 8, παράγραφος 3, του εν λόγω νόμου (21) ορίζει τα εξής:
«Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου.»
26. Όπως εκθέτει το αιτούν δικαστήριο παραπέμποντας στη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, από το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920 συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να θεωρηθεί αόριστου χρόνου, αν δεν υπάρχει αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί την ορισμένη διάρκεια της σύμβασης. Αυτό ισχύει ακόμη και αν πρόκειται για μία και μοναδική σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, δηλαδή δεν χρειάζεται να έχουν συναφθεί πολλές διαδοχικές σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.
27. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει εξάλλου ότι ο Άρειος Πάγος (22) έχει θεωρήσει τη ρύθμιση του άρθρου 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920 ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα, πράγμα που δεν αντιβαίνει, κατά το αιτούν δικαστήριο, στο άρθρο 103, παράγραφος 8, του ελληνικού Συντάγματος (23).
28. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, ο Άρειος Πάγος μετέβαλε στη συνέχεια τη νομολογία του και αποφάνθηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν μπορούν, με δεδομένη την απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 103, παράγραφος 8, του ελληνικού Συντάγματος, να μετατρέπονται σε σχέσεις εργασίας αόριστου χρόνου, ακόμη και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες (24).
III – Τα πραγματικά περιστατικά και οι κύριες δίκες
29. Καθεμία από τις ενάγουσες της κύριας δίκης στην υπόθεση C‑378/07 συνήψε το 2005 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με τον εναγόμενο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ρεθύμνης (25) στην Κρήτη. Όλες οι συμβάσεις αυτές είχαν διάρκεια ισχύος 18 μήνες και κατά τη λήξη της ισχύος τους δεν παρατάθηκαν ούτε ανανεώθηκαν (26).
30. Αντίθετα, η ενάγουσα της κύριας δίκης στην υπόθεση C-379/07 και οι δύο ενάγοντες της υπόθεσης C-380/07 είχαν συνάψει με τον εναγόμενο ΟΤΑ, τον Δήμο Γεροποτάμου (27) στην Κρήτη, τρεις διαδοχικές σχέσεις εργασίας. Οι σχέσεις αυτές στηρίζονταν σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες χαρακτηρίζονταν άλλοτε ως συμβάσεις έργου και άλλοτε ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, οι συμβάσεις αφορούσαν το διάστημα από τον Δεκέμβριο του 2003 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2006· σε μία περίπτωση, τη λήξη της ισχύος της σύμβασης ορισμένου χρόνου ακολούθησε αμέσως νέα σύμβαση ορισμένου χρόνου, στις άλλες περιπτώσεις το διάστημα μεταξύ των συμβάσεων ήταν από μία έως 28 ημέρες (28).
31. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης (29) (το οποίο θα αναφέρεται στο εξής και ως «αιτούν δικαστήριο») οι ενάγοντες και των τριών υποθέσεων ισχυρίζονται ότι οι εργασιακές τους σχέσεις εξυπηρετούσαν στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες και ότι τους προσδόθηκε η μορφή σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβασης έργου με μόνο σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων του εργατικού δικαίου (30). Επικαλούνται, μεταξύ άλλων, το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920, το οποίο πρέπει, κατ’ αυτούς, να ερμηνευθεί και εφαρμοστεί σύμφωνα με την οδηγία 1999/70, με συνέπεια οι συμβάσεις τους να πρέπει να θεωρηθούν ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου. Τούτο δεν αντιβαίνει ούτε στο άρθρο 103, παράγραφος 8, του ελληνικού Συντάγματος, διότι η ισχύουσα για τον δημόσιο τομέα απαγόρευση της μετατροπής των εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου σε αόριστου χρόνου αφορά μόνο τις συμβάσεις εκείνες που πράγματι καλύπτουν πρόσκαιρες, απρόβλεπτες ή επείγουσες ανάγκες του εργοδότη που ανήκει στον δημόσιο τομέα.
32. Με βάση τα παραπάνω, οι ενάγοντες και στις τρεις υποθέσεις ζητούν από το δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι με τον εκάστοτε εναγόμενο ΟΤΑ τους συνδέουν συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου και να υποχρεώσει τον εναγόμενο να εξακολουθήσει να τους απασχολεί.
IV – Αιτήσεις έκδοσης προδικαστικής απόφασης και διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
Υπόθεση C-378/07
33. Στην υπόθεση C‑378/07 το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε, με απόφαση της 19ης Ιουλίου 2007, τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης επί των εξής ερωτημάτων:
«1) Η ρήτρα 5 και η ρήτρα 8, σημεία 1 και 3, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνιστά αναπόσπαστο τμήμα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ, έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπεται από το κοινοτικό δίκαιο (με αιτιολογία την εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου) η θέσπιση από το κράτος μέλος μέτρων:
α) όταν στην εθνική έννομη τάξη ήδη υπάρχει, πριν τη θέση σε ισχύ της οδηγίας, ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, και
β) όταν με τα θεσπιζόμενα προς εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου μέτρα υποβαθμίζεται το γενικό επίπεδο προστασίας των εργαζομένων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στην εθνική έννομη τάξη;
2) Σε περίπτωση θετικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, η υποβάθμιση της παρεχόμενης προστασίας των εργαζομένων ορισμένου χρόνου στις περιπτώσεις όχι περισσοτέρων και διαδοχικών αλλά μιας και μόνης συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, που στην πραγματικότητα όμως έχει αντικείμενο την προσφορά υπηρεσιών από τον εργαζόμενο για την κάλυψη όχι πρόσκαιρων ή εκτάκτων ή επειγουσών, αλλά “παγίων και διαρκών” αναγκών, συνδέεται με την εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου και της ως άνω οδηγίας και, συνακόλουθα, είναι ανεπίτρεπτη ή επιτρεπτή μια τέτοια υποβάθμιση από άποψη κοινοτικού δικαίου;
3) Σε περίπτωση θετικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, εφόσον στην εθνική έννομη τάξη προϋπάρχει της θέσης σε ισχύ της οδηγίας 1999/70 ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, όπως το επίμαχο στο πλαίσιο της κυρίας δίκης άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920, τότε συνιστά ανεπίτρεπτη υποβάθμιση του γενικού επιπέδου των εργαζομένων ορισμένου χρόνου στην εθνική έννομη τάξη, κατά την έννοια της ρήτρας 8, σημεία 1 και 3, της συμφωνίας-πλαισίου, η θέσπιση νομοθετικού μέτρου, με αιτιολογία την εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου, όπως του επίμαχου στο πλαίσιο της κυρίας δίκης άρθρου 11 του προεδρικού διατάγματος 164/2004:
α) όταν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω νομοθετικού μέτρου, για την εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου, εμπίπτουν μόνο οι περιπτώσεις περισσοτέρων διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και δεν συμπεριλαμβάνονται οι περιπτώσεις συμβασιούχων που έχουν συνάψει (όχι περισσότερες και διαδοχικές αλλά) μία και μόνη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για την κάλυψη από τον εργαζόμενο “παγίων και διαρκών” αναγκών του εργοδότη, ενώ το προϋπάρχον ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο αφορά όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ακόμη και αυτές [στις οποίες] ο εργαζόμενος έχει συνάψει μία και μόνη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που στην πραγματικότητα όμως έχει αντικείμενο την προσφορά υπηρεσιών από τον εργαζόμενο για την κάλυψη όχι πρόσκαιρων ή εκτάκτων ή επειγουσών, αλλά “παγίων και διαρκών” αναγκών;
β) όταν το εν λόγω νομοθετικό μέτρο, για την εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου, προβλέπει ως έννομη συνέπεια για την προστασία των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και την αποτροπή της κατάχρησης, κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως αορίστου χρόνου εφεξής (ex nunc), ενώ το προϋπάρχον ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο προβλέπει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως αορίστου χρόνου από τον χρόνο της αρχικής τους κατάρτισης (ex tunc);
4) Σε περίπτωση θετικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, εφόσον στην εθνική έννομη τάξη προϋπάρχει της θέσης σε ισχύ της οδηγίας 1999/70 ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, όπως το επίμαχο στο πλαίσιο της κυρίας δίκης άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920, τότε συνιστά ανεπίτρεπτη υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων ορισμένου χρόνου στην εθνική έννομη τάξη, κατά την έννοια της ρήτρας 8, σημεία 1 και 3, της συμφωνίας πλαισίου, η επιλογή του Έλληνα νομοθέτη, κατά την μεταφορά της ως άνω οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, αφενός να αφήσει εκτός του προστατευτικού πεδίου του ως άνω προεδρικού διατάγματος 164/2004 τις εν λόγω περιπτώσεις καταχρήσεως [στις οποίες] ο εργαζόμενος έχει συνάψει μία και μόνη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία όμως στην πραγματικότητα έχει αντικείμενο την προσφορά υπηρεσιών από τον εργαζόμενο για την κάλυψη όχι πρόσκαιρων ή εκτάκτων ή επειγουσών, αλλά “παγίων και διαρκών” αναγκών, και αφετέρου η παράλειψή του να θεσπίσει κάποιο ανάλογο, ειδικό για την περίπτωση και αποτελεσματικό μέτρο-έννομη [συνέπεια] για την προστασία των εργαζομένων έναντι της ειδικής αυτής περιπτώσεως της κατάχρησης, πέρα από τη γενική προστασία που προβλέπεται παγίως από το γενικό εργατικό δίκαιο της ελληνικής έννομης τάξης σε κάθε περίπτωση παροχής εργασίας με άκυρη σύμβαση, ανεξαρτήτως της ύπαρξης κατάχρησης κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου, και περιλαμβάνει την αξίωση του εργαζομένου για καταβολή του μισθού του και αποζημίωσης απόλυσης, είτε εργάσθηκε με έγκυρη σύμβαση εργασίας είτε όχι, λαμβανομένου υπόψη:
α) ότι η υποχρέωση καταβολής μισθού και αποζημίωσης απόλυσης προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο σε κάθε περίπτωση σχέσης εργασίας και δεν αποσκοπεί ειδικά στην αποτροπή της κατάχρησης, κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου, και
β) ότι η εφαρμογή του προϋπάρχοντος ισοδύναμου νομοθετικού μέτρου έχει ως έννομη συνέπεια την αναγνώριση της (μιας και μοναδικής) συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου ως αορίστου χρόνου;
5) Σε περίπτωση θετικής απάντησης στα άνω ερωτήματα, πρέπει ο εθνικός δικαστής, ερμηνεύοντας το εθνικό του δίκαιο σύμφωνα με την οδηγία 1999/70, να παραμερίσει τις μη συμβατές προς αυτή διατάξεις του νομοθετικού μέτρου που θεσπίστηκε με αιτιολογία την εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου, αλλά άγει σε υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων ορισμένου χρόνου στην εθνική έννομη τάξη, όπως εκείνες του προεδρικού διατάγματος 164/2004, που σιωπηρώς και εμμέσως, πλην σαφώς, αποκλείουν την παροχή σχετικής προστασίας στις περιπτώσεις καταχρήσεως που ο εργαζόμενος έχει συνάψει μία και μόνη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία όμως στην πραγματικότητα έχει αντικείμενο την προσφορά υπηρεσιών από τον εργαζόμενο για την κάλυψη όχι πρόσκαιρων ή εκτάκτων ή επειγουσών, αλλά “παγίων και διαρκών” αναγκών, και στη θέση τους να εφαρμόσει τις διατάξεις του προϋπάρχοντος της θέσης σε ισχύ της οδηγίας ισοδύναμου εθνικού νομοθετικού μέτρου, όπως εκείνες του άρθρου 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920;
6) Σε περίπτωση που κριθεί από τον εθνικό δικαστή ως –καταρχήν– εφαρμοστέα, σε διαφορά που αφορά την εργασία ορισμένου χρόνου, διάταξη (εν προκειμένω το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920) που συνιστά ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο, 1, της συμφωνίας-πλαισίου […] που συνιστά αναπόσπαστο τμήμα της οδηγίας 1999/70, και με βάση την οποία διάταξη η διάγνωση σύναψης –έστω και μιας– συμβάσεως εργασίας ως ορισμένου χρόνου άνευ αντικειμενικού λόγου συνδεόμενου με τη φύση, το είδος και τα χαρακτηριστικά της παρεχόμενης εργασίας συνεπάγεται την αναγνώριση της συμβάσεως αυτής ως συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, τότε:
α) Είναι συμβατή με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία και εφαρμογή του εθνικού δικαίου από τον εθνικό δικαστή, σύμφωνα με την οποία συνιστά σε κάθε περίπτωση αντικειμενικό λόγο για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου το γεγονός ότι ως νομική βάση για την κατάρτισή τους χρησιμοποιήθηκε νομοθετική διάταξη για την απασχόληση με ορισμένου χρόνου συμβάσεις εργασίας προς κάλυψη εποχιακών, περιοδικών, πρόσκαιρων, έκτακτων ή συμπληρωματικών κοινωνικών αναγκών (εν προκειμένω οι διατάξεις του νόμου 3250/2004), ακόμη και όταν στην πραγματικότητα οι καλυπτόμενες ανάγκες είναι πάγιες και διαρκείς;
β) Είναι συμβατή με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία και εφαρμογή του εθνικού δικαίου από τον εθνικό δικαστή, σύμφωνα με την οποία [η] διάταξη που απαγορεύει την μετατροπή συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι στον δημόσιο τομέα απαγορεύεται απολύτως και σε κάθε περίπτωση η μετατροπή συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, ακόμη και εάν αυτή καταχρηστικώς συνήφθη ως ορισμένου χρόνου, ήτοι όταν στην πραγματικότητα οι καλυπτόμενες ανάγκες είναι πάγιες και διαρκείς, και ότι δεν καταλείπεται στον εθνικό δικαστή, σε μια τέτοια περίπτωση, η δυνατότητα διαγνώσεως του αληθούς χαρακτήρα της επίδικης έννομης σχέσης εργασίας και ορθού χαρακτηρισμού αυτής ως συμβάσεως αορίστου χρόνου; ΄Η, μήπως, η εν λόγω απαγόρευση πρέπει να περιορίζεται μόνο στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που πράγματι συνήφθησαν προς κάλυψη πρόσκαιρων, απρόβλεπτων, επειγουσών, έκτακτων ή αναλόγου είδους ειδικών αναγκών και όχι και στην περίπτωση που στην πραγματικότητα συνήφθησαν προς κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών;»
Υπόθεση C-379/07
34. Στην υπόθεση C-379/07 το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε, με απόφαση της 20ής Ιουλίου 2007, την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης επί των εξής ερωτημάτων:
«1) Η ρήτρα 5 και η ρήτρα 8, σημεία 1 και 3, της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνιστά αναπόσπαστο τμήμα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ, έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπεται από το κοινοτικό δίκαιο (με αιτιολογία την εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου) η θέσπιση από το κράτος μέλος μέτρων,
α) όταν στην εθνική έννομη τάξη ήδη υπάρχει, πριν τη θέση σε ισχύ της οδηγίας, ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, και
β) όταν με τα θεσπιζόμενα, προς εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου μέτρα, υποβαθμίζεται το γενικό επίπεδο προστασίας των εργαζομένων ορισμένου χρόνου στην εθνική έννομη τάξη;
2) Σε περίπτωση θετικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, εφόσον στην εθνική έννομη τάξη προϋπάρχει της θέσης σε ισχύ της οδηγίας 1999/70 ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, κατά την έννοια της ρήτρας 5, παράγραφος 1, της συμφωνίας-πλαισίου, όπως το επίμαχο στα πλαίσια της κυρίας δίκης άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920, τότε συνιστά ανεπίτρεπτη υποβάθμιση του γενικού επιπέδου των εργαζομένων ορισμένου χρόνου στην εθνική έννομη τάξη, κατά την έννοια της ρήτρας 8, σημεία 1 και 3, της συμφωνίας-πλαισίου, η θέσπιση νομοθετικού μέτρου, με αιτιολογία την εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου, όπως του επίμαχου στα πλαίσια της κυρίας δίκης άρθρου 11 του προεδρικού διατάγματος 164/2004:
α) όταν το εν λόγω νομοθετικό μέτρο, για την εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου, θεσπίζεται μετά την παρέλευση της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 1999/70, αλλά στο χρονικό πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν μόνο συμβάσεις και σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος του ή έληξαν σε ορισμένο χρονικό διάστημα προ της θέσης του σε ισχύ, αλλά μετά την παρέλευση της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας, ενώ το προϋπάρχον ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο δεν έχει χρονικά περιορισμένο πεδίο εφαρμογής και καταλαμβάνει όλες τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που είχαν καταρτισθεί, ήταν ενεργές ή έληξαν κατά τον χρόνο θέσης σε ισχύ της οδηγίας 1999/70 και κατά την παρέλευση της προθεσμίας μεταφοράς της;
β) όταν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω νομοθετικού μέτρου, για την εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου, εμπίπτουν μόνο συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου οι οποίες, προκειμένου να θεωρηθούν ως διαδοχικές κατά την έννοια του εν λόγω μέτρου, απαιτείται σωρευτικώς: i) να έχουν μέγιστο μεσοδιάστημα μεταξύ τους το τρίμηνο και ii) να έχουν συνολική διάρκεια τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων μηνών έως την έναρξη ισχύος του εν λόγω μέτρου, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων, ή να έχει υπάρξει βάσει αυτών συνολικός ελάχιστος χρόνος απασχόλησης δέκα οκτώ μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων μηνών από την αρχική σύμβαση, εφόσον υπάρχουν τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης, ενώ το προϋπάρχον ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο δεν θέτει τέτοιες προϋποθέσεις, αλλά καταλαμβάνει όλες τις (διαδοχικές) συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ανεξαρτήτως ελαχίστου συνολικού χρόνου απασχόλησης και ελαχίστου αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων;
γ) όταν το εν λόγω νομοθετικό μέτρο, για την εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου, προβλέπει ως έννομη συνέπεια για την προστασία των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και την αποτροπή της κατάχρησης, κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως αορίστου χρόνου εφεξής (ex nunc), ενώ το προϋπάρχον ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο προβλέπει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως αορίστου χρόνου από τον χρόνο της αρχικής τους κατάρτισης (ex tunc);
3) Σε περίπτωση θετικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, εφόσον στην εθνική έννομη τάξη προϋπάρχει της θέσης σε ισχύ της οδηγίας 1999/70 ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνιστά αναπόσπαστο τμήμα της εν λόγω οδηγίας, όπως το επίμαχο στο πλαίσιο της κυρίας δίκης άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920, τότε συνιστά ανεπίτρεπτη υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων ορισμένου χρόνου στην εθνική έννομη τάξη, κατά την έννοια της ρήτρας 8, σημεία 1 και 3, της συμφωνίας-πλαισίου, η θέσπιση νομοθετικού μέτρου, με αιτιολογία την εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου, όπως του επίμαχου στο πλαίσιο της κυρίας δίκης άρθρου 7 του προεδρικού διατάγματος 164/2004, όταν αυτό προβλέπει ως μόνο μέσο προστασίας των εργαζομένων ορισμένου χρόνου από την κατάχρηση την υποχρέωση του εργοδότη σε καταβολή μισθού και αποζημίωσης απόλυσης σε περίπτωση καταχρηστικής απασχόλησης με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, λαμβανομένου υπόψη:
α) ότι η υποχρέωση καταβολής μισθού και αποζημίωσης απόλυσης προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο σε κάθε περίπτωση σχέσης εργασίας και δεν αποσκοπεί ειδικά στην αποτροπή της κατάχρησης, κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου, και
β) ότι η εφαρμογή του προϋπάρχοντος ισοδύναμου νομοθετικού μέτρου έχει ως έννομη συνέπεια την αναγνώριση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως αορίστου χρόνου;
4) Σε περίπτωση θετικής απάντησης στα άνω ερωτήματα, πρέπει ο εθνικός δικαστής, ερμηνεύοντας το εθνικό του δίκαιο σύμφωνα με την οδηγία 1999/70, να παραμερίσει τις μη συμβατές προς αυτή διατάξεις του νομοθετικού μέτρου που θεσπίστηκε με αιτιολογία την εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου, αλλά άγει σε υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων ορισμένου χρόνου στην εθνική έννομη τάξη, όπως εκείνες των άρθρων 7 και 11 του προεδρικού διατάγματος 164/2004, και στη θέση τους να εφαρμόσει τις διατάξεις του προϋπάρχοντος της θέσης σε ισχύ της οδηγίας ισοδύναμου εθνικού νομοθετικού μέτρου, όπως εκείνες του άρθρου 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920;
5) Σε περίπτωση που κριθεί από τον εθνικό δικαστή ως –καταρχήν– εφαρμοστέα, σε διαφορά που αφορά την εργασία ορισμένου χρόνου, διάταξη (εν προκειμένω το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920) που συνιστά ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνιστά αναπόσπαστο τμήμα της οδηγίας 1999/70, και με βάση την οποία διάταξη η διάγνωση σύναψης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ως ορισμένου χρόνου άνευ αντικειμενικού λόγου συνδεόμενου με τη φύση, το είδος και τα χαρακτηριστικά της παρεχόμενης εργασίας συνεπάγεται την αναγνώριση των συμβάσεων αυτών ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, τότε:
α) Είναι συμβατή με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία και εφαρμογή του εθνικού δικαίου από τον εθνικό δικαστή, σύμφωνα με την οποία συνιστά σε κάθε περίπτωση αντικειμενικό λόγο για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου το γεγονός ότι ως νομική βάση για την κατάρτισή τους χρησιμοποιήθηκε νομοθετική διάταξη για την απασχόληση με ορισμένου χρόνου συμβάσεις εργασίας προς κάλυψη εποχιακών, περιοδικών, πρόσκαιρων ή έκτακτων αναγκών, ακόμη και όταν στην πραγματικότητα οι καλυπτόμενες ανάγκες είναι “πάγιες και διαρκείς”;
β) Είναι συμβατή με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία και εφαρμογή του εθνικού δικαίου από τον εθνικό δικαστή, σύμφωνα με την οποία [η] διάταξη που απαγορεύει τη μετατροπή συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι στον δημόσιο τομέα απαγορεύεται απολύτως και σε κάθε περίπτωση η μετατροπή συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, ακόμη και εάν αυτή καταχρηστικώς συνήφθη ως ορισμένου χρόνου, ήτοι όταν στην πραγματικότητα οι καλυπτόμενες ανάγκες είναι “πάγιες και διαρκείς”, και ότι δεν καταλείπεται στον εθνικό δικαστή, σε μια τέτοια περίπτωση, η δυνατότητα διαγνώσεως του αληθούς χαρακτήρα της επίδικης έννομης σχέσης εργασίας και ορθού χαρακτηρισμού αυτής ως συμβάσεως αορίστου χρόνου; Ή, μήπως, η εν λόγω απαγόρευση πρέπει να περιορίζεται μόνο στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που πράγματι συνήφθησαν προς κάλυψη πρόσκαιρων, απρόβλεπτων, επειγουσών, έκτακτων ή αναλόγου είδους ειδικών αναγκών και όχι και στην περίπτωση που στην πραγματικότητα συνήφθησαν προς κάλυψη “παγίων και διαρκών” αναγκών;»
Γ – Υπόθεση C-380/07
35. Στην υπόθεση C-380/07 το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε, με απόφαση της 23ης Ιουλίου 2007, την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης επί των ίδιων ερωτημάτων που έχει υποβάλει και στην υπόθεση C‑379/07 (31).
Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
36. Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 12ης Νοεμβρίου 2007, οι τρεις υποθέσεις C‑378/07, C‑379/07 και C‑380/07 ενώθηκαν προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής απόφασης.
37. Οι ενάγοντες των τριών υποθέσεων, η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπέβαλαν στο Δικαστήριο γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις. Οι εναγόμενοι των τριών υποθέσεων και η Ιταλική Κυβέρνηση υπέβαλαν μόνο γραπτές παρατηρήσεις.
V – Παραδεκτό των αιτήσεων έκδοσης προδικαστικής απόφασης
38. Ορισμένοι από αυτούς που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις εκφράζουν αμφιβολίες για το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων.
Α – Επί της γενικότερης διαφοράς απόψεων ως προς την ελληνική νομοθεσία
39. Η έντονη διαφορά απόψεων ως προς την εφαρμογή και την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της ελληνικής νομοθεσίας, και ειδικότερα του άρθρου 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920, οδήγησε την Ελληνική Κυβέρνηση να εκφράσει αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της αίτησης έκδοσης προδικαστικής απόφασης.
40. Δεν συμμερίζομαι τις αμφιβολίες αυτές. Το εθνικό νομικό πλαίσιο περιγράφεται στις αποφάσεις περί παραπομπής με αρκετή σαφήνεια, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εκδώσει χρήσιμη απόφαση. Στα στοιχεία αυτά και μόνο που παρέχει το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να στηριχτεί το Δικαστήριο για να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα, διότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφασίζει για τον τρόπο ερμηνείας των διατάξεων του εθνικού δικαίου ή για το αν η ερμηνεία τους από το αιτούν δικαστήριο είναι ορθή (32). Το γεγονός ότι οι απόψεις ορισμένων από τους μετέχοντες στη διαδικασία δεν συμφωνούν με τη νομική αντίληψη του αιτούντος δικαστηρίου δεν επηρεάζει συνεπώς το παραδεκτό της αίτησης για την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
Επί της μη ύπαρξης περισσότερων της μιας συμβάσεων ορισμένου χρόνου στην υπόθεση C‑378/07
41. Η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή επισημαίνουν επίσης ότι η υπόθεση C-378/07 αφορά μόνο εργασιακές σχέσεις ορισμένου χρόνου που συνήφθησαν μία και μοναδική φορά, ενώ η συμφωνία-πλαίσιο πραγματεύεται την κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου. Για τον λόγο αυτό, αμφότερες αμφιβάλλουν κατά πόσον η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα της υπόθεσης C-378/07 ή σε ορισμένα τουλάχιστον από αυτά είναι λυσιτελής.
42. Οι αμφιβολίες αυτές είναι επίσης αβάσιμες. Δεν πρέπει συγκεκριμένα να λησμονείται ότι τα προδικαστικά ερωτήματα στην υπόθεση C-378/07, όπως άλλωστε και τα προδικαστικά ερωτήματα στις δύο άλλες υποθέσεις, υποβάλλονται σε σχέση με την απαγόρευση χειροτέρευσης (ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου). Το ότι αυτή η απαγόρευση χειροτέρευσης πρέπει να ισχύει μόνο για την προστασία των εργαζομένων από τη σύναψη διαδοχικών εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου δεν προκύπτει με βεβαιότητα ούτε από τη συμφωνία-πλαίσιο ούτε από τη μέχρι σήμερα νομολογία του Δικαστηρίου. Με βάση τα δεδομένα αυτά, τα προδικαστικά ερωτήματα της υπόθεσης C‑378/07 δεν φαίνεται, εν πάση περιπτώσει, να είναι προδήλως αλυσιτελή για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Στις περιπτώσεις αυτές το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να απαντά στα ερωτήματα που του υποβάλλονται σε σχέση με την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου (33).
Γ – Επί της μη δυνατότητας εφαρμογής της ελληνικής μεταβατικής διάταξης (του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004) στις υποθέσεις C‑379/07 και C‑380/07
43. Η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί, τέλος, ότι το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στις υποθέσεις C‑379/07 και C‑380/07 έχει υποθετικό χαρακτήρα και είναι συνεπώς απαράδεκτο. Συναφώς η κυβέρνηση αυτή ισχυρίζεται ότι η δυνατότητα μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αόριστου χρόνου, την οποία παρέχει η μεταβατική διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, δεν έχει καμία σχέση με τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων στις κύριες δίκες.
44. Ούτε η άποψη αυτή με πείθει. Μολονότι δηλαδή οι ενάγοντες των υποθέσεων C‑379/07 και C‑380/07 δεν φαίνεται πράγματι να εμπίπτουν στο καθ’ ύλη πεδίο εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, εντούτοις αυτό ακριβώς που ζητείται με το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου στις δύο αυτές υποθέσεις είναι να διευκρινιστεί κατά πόσον ορθώς εξαιρέθηκαν από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω μεταβατικής διάταξης οι εργαζόμενοι που τελούν στην ίδια κατάσταση με τους ενάγοντες. Ζητείται να διευκρινιστεί αν στην ευεργετική αυτή μεταβατική διάταξη θα πρέπει, βάσει του κοινοτικού δικαίου, να υπαχθούν και οι ενάγοντες αυτοί, οπότε οι συμβάσεις τους εργασίας ορισμένου χρόνου θα μπορούν να μετατραπούν σε αορίστου.
Δ – Συμπέρασμα σε αυτό το στάδιο της ανάλυσης
45. Επομένως, οι τρεις αιτήσεις έκδοσης προδικαστικής απόφασης είναι εξ ολοκλήρου παραδεκτές.
VI – Εκτίμηση των προδικαστικών ερωτημάτων επί της ουσίας
46. Το αιτούν δικαστήριο, με τον μακρύ κατάλογο των περίπλοκα διατυπωμένων ερωτημάτων του, θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν μια εθνική ρύθμιση σαν την ελληνική είναι σύμφωνη με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου. Ειδικότερα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης ερωτά αν αντιβαίνει στην απαγόρευση χειροτέρευσης που προβλέπει η ρήτρα 8, παράγραφος 3, της συμφωνίας-πλαισίου το γεγονός ότι το προεδρικό διάταγμα 164/2004 αποκλίνει, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα, από την προϊσχύσασα νομική ρύθμιση, και συγκεκριμένα από τη δυνατότητα μετατροπής ή αναχαρακτηρισμού των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, δυνατότητα την οποία παρείχε το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920.
47. Συναφώς η αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης θεωρεί δεδομένο ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920 εξακολουθούσε να ισχύει κατά τον χρόνο της μεταφοράς της οδηγίας 1999/70 στην ελληνική νομοθεσία, ότι το άρθρο αυτό είχε πράγματι εφαρμογή τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα (34) και ότι η μετατροπή ή ο αναχαρακτηρισμός των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου επιτρεπόταν βάσει του άρθρου αυτού. Επί όλων αυτών των σημείων υπάρχει έντονη διαφωνία μεταξύ των μετεχόντων στην παρούσα διαδικασία. Όπως όμως ανέφερα ήδη, για το Δικαστήριο κρίσιμη σημασία έχουν, όσον αφορά το εθνικό δίκαιο, αυτά που του γνωστοποιεί το αιτούν δικαστήριο (35). Συνεπώς, για να διαμορφώσω την πρότασή μου για την απάντηση στα διάφορα προδικαστικά ερωτήματα, θα θεωρήσω δεδομένο ότι είναι ορθά όσα έχει δεχτεί το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης ως προς την ισχύ και το ρυθμιστικό περιεχόμενο του άρθρου 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920.
48. Προτείνω, για λόγους απλούστευσης, οι απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα να μη δοθούν με τη σειρά που επέλεξε το εθνικό δικαστήριο, αλλά τα ερωτήματα να συνοψιστούν και να υπαχθούν σε κατηγορίες ανά θέμα. Θα αρχίσω με τα ερωτήματα που έχουν γενικότατα ως αντικείμενο την έκταση εφαρμογής της απαγόρευσης χειροτέρευσης και την έννοια του όρου «ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα» (βλ. συναφώς κατωτέρω το κεφάλαιο Α)· στη συνέχεια θα ασχοληθώ με τα ερωτήματα που αφορούν το συμβατό μιας ρύθμισης σαν την ελληνική με τη συμφωνία-πλαίσιο (βλ. κατωτέρω το κεφάλαιο Β) και, τέλος, με τις συνέπειες της ενδεχόμενης παράβασης της συμφωνίας-πλαισίου (βλ. κατωτέρω το κεφάλαιο Γ).
Α – Τα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν την έκταση εφαρμογής της απαγόρευσης χειροτέρευσης και την έννοια του όρου «ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα»
49. Με την έκταση εφαρμογής της απαγόρευσης χειροτέρευσης και την έννοια του όρου «ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα» ασχολούνται το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα της υπόθεσης C‑378/07 και το πρώτο ερώτημα των υποθέσεων C‑379/07 και C‑380/07, τα οποία θα συνεξεταστούν κατωτέρω.
1. Τα περιθώρια χειρισμών που έχουν τα κράτη μέλη κατά τη μεταφορά της οδηγίας στην εθνική νομοθεσία, στην περίπτωση που υπάρχει ήδη «ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο»
50. Η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν μέτρα για να αποτρέπονται οι καταχρήσεις που προκύπτουν από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, «όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων».
51. Συναφώς το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα των περιθωρίων που έχει ακόμη το κράτος μέλος κατά τη μεταφορά της οδηγίας 1999/70 στην εθνική του νομοθεσία, όταν η νομοθεσία του προβλέπει ήδη «ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα». Το εθνικό δικαστήριο υποβάλλει το ερώτημα αυτό επειδή έχει την άποψη ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920 αποτελεί τέτοιο ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο –μια αμφισβητούμενης ορθότητας άποψη, στην οποία όμως στηρίζεται ολόκληρη η αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
α) Η έννοια του όρου «ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο»
52. Η συμφωνία-πλαίσιο δεν ορίζει την έννοια «ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο». Επομένως, μπορεί καταρχήν να πρόκειται για οποιαδήποτε διάταξη του εθνικού δικαίου. Από τον σκοπό αποτροπής των καταχρήσεων που μπορούν να προκύψουν από τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τον οποίο επιδιώκει η συμφωνία-πλαίσιο, συνάγεται μόνο ότι πρέπει να πρόκειται για διάταξη που να συμβάλλει αποτελεσματικά στην αποτροπή των καταχρήσεων (36).
53. Για να χαρακτηριστεί μια διάταξη του εθνικού δικαίου ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, δεν είναι υποχρεωτικό να έχει θεσπιστεί ειδικά προς τον σκοπό της αποτροπής των καταχρήσεων ή να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της μόνο οι διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Αντίθετα, αρκεί το πεδίο εφαρμογής και το ρυθμιστικό περιεχόμενο της διάταξης να μπορούν να συμβάλλουν τουλάχιστον και στην αποτροπή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
54. Το γεγονός και μόνο ότι μια διάταξη όπως το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920 δεν κάνει διάκριση μεταξύ των εργασιακών σχέσεων, ανάλογα με το αν βασίζονται σε μία και μοναδική σύμβαση ορισμένου χρόνου ή σε περισσότερες της μιας συμβάσεις ορισμένου χρόνου, αλλά μπορεί προφανώς να εφαρμόζεται από την πρώτη σύμβαση ορισμένου χρόνου, δεν αποτελεί κώλυμα για τον χαρακτηρισμό της διάταξης αυτής ως ισοδύναμου νομοθετικού μέτρου, κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου. Το κρίσιμο ζήτημα είναι, όπως ανέφερα ήδη, αν η διάταξη μπορεί, με δεδομένα το πεδίο εφαρμογής και το ρυθμιστικό περιεχόμενό της, να συμβάλλει στην αποτελεσματική αποτροπή των καταχρήσεων που οφείλονται στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
55. Η παραπάνω εξακρίβωση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο. Συναφώς το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τις διαμετρικά αντίθετες εκτιμήσεις που διατυπώθηκαν κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία: Ενώ οι ενάγοντες των υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου θεωρούν δεδομένο ότι η δυνατότητα μετατροπής ή αναχαρακτηρισμού των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου έχει αποτρεπτικά αποτελέσματα, η Ελληνική Κυβέρνηση αμφισβητεί τα αποτελέσματα αυτά ως προς τον δημόσιο τομέα και ισχυρίζεται ότι η οικονομική επιβάρυνση που θα συνεπαγόταν η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας στον τομέα αυτό θα επιβάρυνε το κοινωνικό σύνολο και επομένως δεν θα ήταν –αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στον ιδιωτικό τομέα– αισθητή για τον συγκεκριμένο εργοδότη.
β) Τα περιθώρια που εξακολουθούν να έχουν τα κράτη μέλη κατά τη μεταφορά της οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη
56. Ακόμη και αν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα προς αποτροπή των καταχρήσεων, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν περιθώρια χειρισμών κατά τη μεταφορά της οδηγίας στην έννομη τάξη τους. Η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου δεν πρέπει π.χ. να ερμηνεύεται με την έννοια ότι το εθνικό εργατικό δίκαιο έχει πλέον παγιωθεί και δεν επιτρέπεται η τροποποίησή του. Αντίθετα, η εν λόγω διάταξη καθιστά απλώς σαφές ότι τα κράτη μέλη, όταν μεταφέρουν την οδηγία 1999/70 στην έννομη τάξη τους, δεν χρειάζεται να θεσπίζουν νέα μέτρα για την αποτροπή των καταχρήσεων, αν το ισχύον εθνικό δίκαιο παρέχει τη δυνατότητα αποτελεσματικής αποτροπής των καταχρήσεων. Επομένως, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών το αν θα θεσπίσουν ένα ή περισσότερα μέτρα από τα προβλεπόμενα στη ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου ή, αντίθετα, θα εφαρμόσουν τα υφιστάμενα ήδη ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα (37).
57. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν την ευχέρεια να θεσπίζουν ρυθμίσεις σχετικά με την απασχόληση ορισμένου χρόνου, εφόσον οι ρυθμίσεις αυτές συνάδουν προς όλες τις επιτακτικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Επιτρέπεται ακόμη και η ριζική αναμόρφωση της εθνικής νομοθεσίας που διέπει την απασχόληση ορισμένου χρόνου, εφόσον η νέα ρύθμιση αφενός καθιστά δυνατή την αποτελεσματική αποτροπή των καταχρήσεων (ρήτρα 1, στοιχείο β΄, σε συνδυασμό με τη ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου) και αφετέρου δεν αντιβαίνει στην απαγόρευση χειροτέρευσης (ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου) (38) και στην κοινοτική νομοθεσία γενικότερα (39).
γ) Συμπέρασμα σε αυτό το στάδιο της ανάλυσης
58. Το συμπέρασμά μου είναι επομένως συνοπτικά το εξής:
Ακόμη και αν το εθνικό δίκαιο προβλέπει ήδη ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, υπό την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία έχει προσαρτηθεί στην οδηγία 1999/70 ως παράρτημα, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν την ευχέρεια να θεσπίζουν ρυθμίσεις σχετικά με την απασχόληση ορισμένου χρόνου, εφόσον οι ρυθμίσεις αυτές συνάδουν προς όλες τις επιτακτικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
2. Η απαγόρευση χειροτέρευσης
59. Κατά την ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου, η εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία. Η απαγόρευση αυτή είναι γενικά γνωστή ως απαγόρευση χειροτέρευσης (40).
α) Το καθ’ ύλη πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης χειροτέρευσης
60. Το αιτούν δικαστήριο θέτει, με το δεύτερο ειδικά ερώτημά του στην υπόθεση C‑378/07, το ζήτημα κατά πόσον η απαγόρευση χειροτέρευσης ισχύει μόνο για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση καταχρηστικής σύναψης διαδοχικών εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου ή έχει εφαρμογή και στην ενδεχόμενη υποβάθμιση της προστασίας των εργαζομένων σε περίπτωση καταχρηστικής σύναψης μιας και μοναδικής ή της πρώτης εργασιακής σχέσης ορισμένου χρόνου. Το ερώτημα αυτό υποβάλλεται λόγω του ότι η σύναψη μιας και μοναδικής ή της πρώτης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να εμπίπτει στο πεδίο της προστασίας που παρέχει το Π.Δ. 164/2004.
61. Η απαγόρευση χειροτέρευσης απαγορεύει την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία-πλαίσιο και που ορίζεται στη ρήτρα 2 της συμφωνίας-πλαισίου. Κατά τη ρήτρα 2, σημείο 1, στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου εμπίπτουν όλοι οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος. Ούτε η ρήτρα 2, σημείο 1, ούτε η ρήτρα 2, σημείο 2, παρέχουν καμία ένδειξη για περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου, υπό την έννοια ότι η συμφωνία αυτή εφαρμόζεται μόνο στους εργαζομένους που έχουν συνάψει διαδοχικές εργασιακές σχέσεις ορισμένου χρόνου. Ούτε από τον ορισμό της έννοιας «εργαζόμενος ορισμένου χρόνου», ο οποίος περιέχεται στη ρήτρα 3, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου συνάγεται κανείς τέτοιος περιορισμός.
62. Ειδικά η διάταξη της ρήτρας 5, σημείο 1 (σε συνδυασμό με τη ρήτρα 1, στοιχείο β΄) της συμφωνίας-πλαισίου επιβάλλει απλώς στα κράτη μέλη την υποχρέωση να θεσπίζουν συγκεκριμένα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων που μπορούν να προκύπτουν από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας (41). Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι και όλες οι άλλες διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου, και ειδικότερα η απαγόρευση χειροτέρευσης που προβλέπεται στη ρήτρα 8, σημείο 3, αφορούν μόνον τις διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Τούτο καθίσταται σαφές από μια απλή ανάγνωση των ρητρών 2, σημείο 1, και 3, σημείο 1, όπου ορίζονται το καθ’ ύλη και το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου.
63. Το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου γενικά και της απαγόρευσης χειροτέρευσης ειδικότερα δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά (42). Η συμφωνία-πλαίσιο αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, να συμβάλει στην επίτευξη καλύτερης ισορροπίας μεταξύ ευελιξίας στον χρόνο εργασίας και ασφάλειας για τους εργαζομένους (43). Η συμφωνία εκφράζει θεμελιώδεις σκοπούς της κοινωνικής πολιτικής της Κοινότητας, όπως εξαγγέλλονται ιδίως στο άρθρο 136, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, δηλαδή τη βελτίωση των συνθηκών διαβιώσεως και εργασίας, καθώς και την παροχή κατάλληλης κοινωνικής προστασίας. Οι ίδιοι σκοποί εξαγγέλλονται επίσης στο προοίμιο της Συνθήκης ΕΕ (44) και της Συνθήκης ΕΚ (45), καθώς επίσης και στον Κοινοτικό Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων (46) και στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη (47). Οι σκοποί αυτοί συνηγορούν υπέρ της ευρύτερης δυνατής ερμηνείας των αρχών και απαγορεύσεων που θέτει η συμφωνία-πλαίσιο.
64. Με βάση τα παραπάνω, η απαγόρευση χειροτέρευσης εφαρμόζεται ακόμη και στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος αποφασίζει να προσαρμόσει το ισχύον στο κράτος αυτό ευνοϊκότερο σύστημα προστασίας των εργαζομένων προς το κατώτατο επίπεδο προστασίας που επιβάλλει υποχρεωτικά η συμφωνία-πλαίσιο. Κάθε υποβάθμιση δηλαδή του ισχύοντος σε ένα κράτος μέλος γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων σε σχέση με την απασχόληση ορισμένου χρόνου πραγματοποιείται μόνο εφόσον τηρούνται οι επιτακτικές αρχές που απορρέουν από τη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας πλαισίου.
65. Αν επομένως το εθνικό δίκαιο κράτους μέλους προστατεύει τους εργαζομένους στην περίπτωση καταχρηστικής σύναψης όχι μόνο διαδοχικών εργασιακών συμβάσεων ή σχέσεων ορισμένου χρόνου, αλλά και μιας και μοναδικής ή της πρώτης τέτοιας σύμβασης ή σχέσης, η απαγόρευση χειροτέρευσης που προβλέπει η ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου καλύπτει και την προστασία αυτή (48).
66. Για λόγους πληρότητας θα ήθελα να προσθέσω ότι η ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου δεν εφαρμόζεται μόνο στην υποβάθμιση του επιπέδου προστασίας των εργαζομένων που οφείλεται σε «ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα» κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου. Μολονότι δηλαδή το αιτούν δικαστήριο και ορισμένοι από τους μετέχοντες στη διαδικασία φαίνεται να υπονοούν την ύπαρξη μιας τέτοιας αμοιβαίας σχέσης, ούτε το γράμμα ούτε ο σκοπός ή το ρυθμιστικό πλαίσιο της ρήτρας 8, σημείο 3, παρέχουν καμία ένδειξη για τέτοιο περιορισμό του καθ’ ύλη πεδίου εφαρμογής της. Αντίθετα, η απαγόρευση χειροτέρευσης αποτελεί τον γνώμονα για την εκτίμηση κάθε μορφής προστασίας που προβλέπει η εθνική νομοθεσία για τους εργαζόμενους με σύμβαση ορισμένου χρόνου, ανεξάρτητα από το αν η προστασία αυτή βαίνει πέραν ή υπολείπεται αυτού που θα ήταν αναγκαίο βάσει ενός αντιπροσωπευτικού ισοδύναμου νομοθετικού μέτρου αποτροπής των καταχρήσεων κατά τη ρήτρα 5, σημείο 1.
β) Η έκταση της απαγόρευσης χειροτέρευσης
67. Η ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου έχει μεν, όπως περιέγραψα αμέσως παραπάνω (49), ευρύ καθ’ ύλη πεδίο εφαρμογής, αλλά το ρυθμιστικό περιεχόμενό της είναι σχετικά περιορισμένο. Συγκεκριμένα, από άποψη περιεχομένου, η απαγόρευση χειροτέρευσης απαγορεύει απλώς την επίκληση της εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου ως αιτιολογίας για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων. Από αυτό μπορούν συνάγονται δύο συμπεράσματα.
68. Πρώτον, η υποβάθμιση της προστασίας που παρέχεται στους εργαζομένους με σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν απαγορεύεται, αυτή καθ’ εαυτή, από τη συμφωνία-πλαίσιο· αντίθετα, η υποβάθμιση αυτή επιτρέπεται, όταν δεν συνδέεται καθόλου με την εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου αυτής (50). Επομένως, η απαγόρευση χειροτέρευσης την οποία προβλέπει η ρήτρα 8, σημείο 3, δεν αποτελεί ρήτρα stand-still που απαγορεύει απολύτως την υποβάθμιση του επιπέδου της προστασίας που παρείχε το εθνικό δίκαιο κατά τον χρόνο της θέσης σε εφαρμογή της οδηγίας. Τα κράτη μέλη και οι κοινωνικοί εταίροι εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να ρυθμίζουν τα ίδια, με νομοθετικά μέτρα ή συλλογικές συμβάσεις εργασίας, τον τομέα της εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι ρυθμίσεις όμως αυτές πρέπει απλώς να θεσπίζονται ανεξάρτητα από την εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου και με διαφάνεια, είναι δε αυτονόητο ότι δεν πρέπει να αντιβαίνουν στο υπόλοιπο κοινοτικό δίκαιο, και ειδικότερα να μην έχουν ως αποτέλεσμα ένα επίπεδο προστασίας που να υπολείπεται του κατώτατου επιπέδου που επιδιώκεται με τη συμφωνία-πλαίσιο (51).
69. Δεύτερον, η απαγόρευση χειροτέρευσης της ρήτρας 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου αφορά μόνο την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Επομένως, η κατάργηση ή αποδυνάμωση ενός ειδικού μέτρου προστασίας των εργαζομένων δεν προσκρούει στην απαγόρευση χειροτέρευσης, εκτός αν υποβαθμίζει γενικά το επίπεδο προστασίας των εργαζομένων ορισμένου χρόνου. Ένα μέτρο που υποβαθμίζει την προστασία των εργαζομένων δεν αποκλείεται να μην έχει ιδιαίτερη βαρύτητα σε σχέση με το γενικό επίπεδο προστασίας ή να συνοδεύεται από άλλα μέτρα, τα οποία να βελτιώνουν την προστασία των εργαζομένων, και να αντισταθμίζεται από αυτά, με αποτέλεσμα να μην επέρχεται υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας.
70. Αν τα παραπάνω εφαρμοστούν σε μια περίπτωση όπως η υπό εξέταση, επιβάλλονται οι εξής παρατηρήσεις.
71. Στο ζήτημα αν η κατάργηση του άρθρου 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920 για τον δημόσιο τομέα, στην οποία δίδει έμφαση το αιτούν δικαστήριο, άρχισε να ισχύει πριν από τη θέση σε εφαρμογή της οδηγίας 1999/70 ή επί τη ευκαιρία της εφαρμογής αυτής δεν μπορεί να δοθεί, με βάση τα διαθέσιμα εν προκειμένω στοιχεία σχετικά με το εθνικό νομικό πλαίσιο, καμία απάντηση που να μην επιδέχεται αμφιβολίες. Δεν αμφισβητείται πάντως ότι ο νόμος 2190/1994 πρόβλεπε ήδη την απαγόρευση της μετατροπής των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αόριστου στον δημόσιο τομέα στην Ελλάδα (52). Τούτο αποτελεί ένδειξη για το ότι ο θεμέλιος λίθος τουλάχιστον για την κατάργηση του άρθρου 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920 για τον δημόσιο τομέα τέθηκε πολύ πριν από την έναρξη της ισχύος της οδηγίας 1999/70 και ότι επομένως η κατάργηση αυτή στηριζόταν σε αυτοτελή απόφαση του Έλληνα νομοθέτη, η οποία δεν είχε καμία σχέση με την εφαρμογή της οδηγίας 1999/70.
72. Εν πάση περιπτώσει όμως, η κατάργηση του άρθρου 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920 μπορεί να αντιβαίνει στην απαγόρευση χειροτέρευσης μόνο σε περίπτωση που έχει τέτοια βαρύτητα, ώστε να προκαλεί υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Η επίλυση του ζητήματος αυτού εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο. Συναφώς το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει επίσης να εξετάσει αν η κατάργηση του άρθρου 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920 έχει αντισταθμιστεί από άλλα μέτρα, τα οποία έχουν βελτιώσει την προστασία των εργαζομένων (53).
73. Δεν έχει καμία σημασία στο πλαίσιο αυτό το γεγονός ότι ορισμένες από τις τροποποιήσεις της ελληνικής νομοθεσίας που δημιουργούν αμφισβητήσεις μεταξύ των μετεχόντων στη διαδικασία –η προσθήκη ιδίως της νέας παραγράφου 8 στο άρθρο 103 του ελληνικού Συντάγματος– πραγματοποιήθηκαν ενόσω έτρεχε η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας 1999/70 στα εθνικά δίκαια (54). Τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται μεν να θέτουν σοβαρά σε κίνδυνο την υλοποίηση των σκοπών των οδηγιών κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς τους στα εθνικά δίκαια (55), από τη γενική αυτή απαγόρευση όμως δεν μπορούν να συνάγονται αυστηρότερες προϋποθέσεις από αυτές που συνάγονται από τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις της ίδιας της συμφωνίας-πλαισίου, και ιδιαίτερα από την απαγόρευση χειροτέρευσης.
γ) Συμπέρασμα σε αυτό το στάδιο της ανάλυσης
74. Το συμπέρασμά μου σε αυτό το στάδιο της ανάλυσης είναι επομένως το εξής:
Το πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης χειροτέρευσης κατά τη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου δεν περιορίζεται μόνο στην προστασία των εργαζομένων από καταχρήσεις που προκαλούνται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου. Η εθνική ρύθμιση που καταργεί ή αποδυναμώνει ένα ειδικό απλώς μέτρο προστασίας των εργαζομένων δεν εμπίπτει στην απαγόρευση που επιβάλλει η ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, εκτός αν υποβαθμίζει το γενικό επίπεδο προστασίας των εργαζομένων με σύμβαση ορισμένου χρόνου.
Τα προδικαστικά ερωτήματα ως προς το συμβατό μιας ρύθμισης σαν την ελληνική με τη συμφωνία-πλαίσιο
75. Με τα προδικαστικά ερωτήματα που θα εξετάσω παρακάτω (το τρίτο, το τέταρτο και το έκτο ερώτημα στην υπόθεση C‑378/07 και το δεύτερο, το τρίτο και το πέμπτο ερώτημα στις υποθέσεις C‑379/07 και C‑380/07) τίθεται συγκεκριμένα το ζήτημα του συμβατού μιας ρύθμισης σαν το ελληνικό Π.Δ. 164/2004 με τη συμφωνία-πλαίσιο.
1. Η απαγόρευση χειροτέρευσης ως προς τις κυρώσεις που προβλέπονται σε περίπτωση καταχρηστικής σύναψης εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου
76. Με το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα στην υπόθεση C‑378/07 και με το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα στις υποθέσεις C‑379/07 και C‑380/07 το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν μια τροποποίηση της νομοθεσίας, όπως αυτή που επήλθε στην Ελλάδα σε σχέση με τον δημόσιο τομέα, αντιβαίνει στην απαγόρευση χειροτέρευσης που επιβάλλει η ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου. Συναφώς το αιτούν δικαστήριο θεωρεί κρίσιμη τη σύγκριση του επιπέδου προστασίας των εργαζομένων αφενός εντός του πεδίου εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004 και αφετέρου εντός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920.
77. Σε τελική ανάλυση, τίθεται δηλαδή το ζήτημα αν ο Έλληνας νομοθέτης παραβίασε την απαγόρευση χειροτέρευσης, επειδή κατάργησε, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα, την υπάρχουσα αρχικά δυνατότητα αναχαρακτηρισμού ex tunc των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ή/και επέτρεψε τον αναχαρακτηρισμό αυτό –για τις παλαιές συμβάσεις– επιβάλλοντας αυστηρότατες προϋποθέσεις, και μάλιστα μόνο με αποτελέσματα ex nunc (άρθρα 5 έως 7 και 11 του προεδρικού διατάγματος 164/2004). Επιπλέον, στην υπόθεση C‑378/07 ανακύπτει ειδικότερα το πρόβλημα αν η απαγόρευση χειροτέρευσης εμπόδιζε τον Έλληνα νομοθέτη να εξαιρέσει πλήρως από το πεδίο της προστασίας του Π.Δ. 164/2004 τη σύναψη μιας και μοναδικής ή της πρώτης εργασιακής σχέσης ορισμένου χρόνου.
78. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να διατυπώσει καμία τελικά δεσμευτική άποψη επί των προβλημάτων αυτών, διότι η επίλυσή τους απαιτεί την ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας, για την οποία αποκλειστικά αρμόδιος είναι ο εθνικός δικαστής (56). Το Δικαστήριο πάντως μπορεί να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο όλα τα λυσιτελή στοιχεία για την ερμηνεία και εφαρμογή της κοινοτικής απαγόρευσης χειροτέρευσης και των λοιπών επιτακτικών διατάξεων της συμφωνίας-πλαισίου (57).
79. Θα πρέπει καταρχάς να τονιστεί ότι οι επίμαχες τροποποιήσεις της ελληνικής νομοθεσίας, τις οποίες επέφερε το προεδρικό διάταγμα 164/2004, αφορούν μόνο ένα ειδικό μέτρο προστασίας των εργαζομένων με σύμβαση ορισμένου χρόνου, και συγκεκριμένα τη δυνατότητα μετατροπής ή αναχαρακτηρισμού των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
80. Για να υπάρχει όμως χειροτέρευση, κατά την έννοια της ρήτρας 8, σημείο 3 της συμφωνίας-πλαισίου, πρέπει, όπως αναφέρθηκε παραπάνω (58), να συνεπάγεται η τροποποίηση των εφαρμοστέων διατάξεων την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων που απασχολούνται με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Αντίθετα, η κατάργηση ή αποδυνάμωση ενός ειδικού μέτρου προστασίας των εργαζομένων δεν προσκρούει στην απαγόρευση χειροτέρευσης, εκτός αν υποβαθμίζει γενικά το επίπεδο προστασίας των εργαζομένων.
81. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Π.Δ. 164/2004 περιορίζει πολύ τη δυνατότητα μετατροπής των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου στον δημόσιο τομέα και μάλιστα καταργεί πλήρως τη δυνατότητα αυτή για το μέλλον. Επιπλέον, για τις καταχρήσεις δεν προβλέπονται πλέον, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του εθνικού δικαστή, κυρώσεις ισοδύναμες με την παραπάνω μετατροπή. Ειδικότερα, κατά το αιτούν δικαστήριο, η καταβολή της αμοιβής για την εργασία και της αποζημίωσης απόλυσης (άρθρο 7 του Π.Δ. 164/2004) προβλέπεται πάντοτε ανεξάρτητα από οποιαδήποτε κατάχρηση και δεν αποτελεί ειδική κύρωση για την περίπτωση κατάχρησης. Στο σημείο αυτό οι ενάγοντες προσθέτουν ότι ο υπεύθυνος της κατάχρησης ουσιαστικά δεν διώκεται στην Ελλάδα ούτε ποινικά ούτε πειθαρχικά.
82. Με δεδομένη την κατάσταση αυτή, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εθνική νομοθεσία προβλέπει, κατόπιν της έναρξης της ισχύος του προεδρικού διατάγματος 164/2004, λιγότερο αποτελεσματικές κυρώσεις για τις καταχρήσεις στο πεδίο της απασχόλησης ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα από ό,τι συνέβαινε υπό την προϊσχύσασα νομοθεσία, όπως την περιέγραψε το αιτούν δικαστήριο.
83. Εντούτοις, δεν πρόκειται αναγκαστικά για υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων, υποβάθμιση στην οποία αναφέρεται η ρήτρα 8, σημείο 3 της συμφωνίας-πλαισίου σε σχέση με την απασχόληση ορισμένου χρόνου.
84. Πρώτον, η μεταρρύθμιση που επήλθε με το Π.Δ. 164/2004 δεν αφορά γενικά τους εργαζομένους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου στην Ελλάδα, αλλά μόνο μια συγκεκριμένη κατηγορία τους, τους εργαζομένους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου στον ελληνικό δημόσιο τομέα. Όσον αφορά μάλιστα, στο πλαίσιο της υποθέσεως C‑378/07, το γεγονός ότι η σύναψη μιας και μοναδικής ή της πρώτης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου αποκλείεται από το πεδίο προστασίας του Π.Δ. 164/2004, τούτο πλήττει μόνο μια υποκατηγορία των εργαζομένων με σύμβαση ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα. Το στοιχείο αυτό και μόνο συνηγορεί υπέρ του συμπεράσματος ότι δεν πρόκειται για υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου.
85. Δεύτερον, η αποδυνάμωση των κυρώσεων στην εθνική νομοθεσία ενδέχεται να αντισταθμίζεται από τη θέσπιση νέων μέτρων πρόληψης, κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου. Για παράδειγμα, το Π.Δ. 164/2004 θεσπίζει, με τα άρθρα 5 και 6, διάφορα μέτρα για την αποτροπή της καταχρηστικής σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα: την απαίτηση συνδρομής αντικειμενικού λόγου, καθώς και διατάξεις αφενός για τη μέγιστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και αφετέρου για τον επιτρεπόμενο αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
86. Με τη νέα αυτή ρύθμιση το βάρος μετατοπίζεται από την επιβολή κυρώσεων για τις καταχρήσεις στην πρόληψη των καταχρήσεων, πράγμα που δεν οδηγεί αναγκαστικά σε χειροτέρευση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων, κατά την έννοια της ρήτρας 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου. Άλλωστε, στο πλαίσιο της συμφωνίας-πλαισίου, οι Ευρωπαίοι κοινωνικοί εταίροι έδωσαν επίσης μεγαλύτερη έμφαση στην αποφυγή των καταχρήσεων, σε σχέση ιδίως με τις διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Αυτό συνάγεται από την ανάγνωση και μόνο της ρήτρας 1, στοιχείο β΄, όπου γίνεται λόγος για την καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτρέπονται οι καταχρήσεις που προκαλούνται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.
87. Το ότι το σημαντικότερο σημείο από την άποψη του κοινοτικού δικαίου είναι η αποφυγή των καταχρήσεων καθίσταται σαφές και από τη ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου: κατά τη ρήτρα 5, σημείο 1, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να λαμβάνουν κάποιο τουλάχιστον από τα μέτρα που απαριθμούνται στην εν λόγω διάταξη προς τον σκοπό της πρόληψης των καταχρήσεων, εφόσον βέβαια δεν εφαρμόζουν ήδη ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα. Αντίθετα, δεν προβλέπεται υποχρεωτικά η επιβολή συγκεκριμένων κυρώσεων για τις καταχρήσεις. Ακόμη και η ρητά προβλεπόμενη στη ρήτρα 5, σημείο 2, στοιχείο β΄, της συμφωνίας-πλαισίου κύρωση της μετατροπής των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου επαφίεται, όπως προκύπτει από την προσθήκη της φράσης «όταν χρειάζεται» στην αρχή της εν λόγω διάταξης, στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών: Το εθνικό δίκαιο δηλαδή μπορεί να προβλέπει αυτή την κύρωση, αλλά μπορεί εξίσου να επιβάλλει άλλες κυρώσεις, υπό την προϋπόθεση πάντοτε ότι συνολικά θα υπάρχουν αποτελεσματικά μέτρα για την αποτροπή και ενδεχομένως για τον κολασμό των καταχρήσεων (59).
88. Με αυτά τα δεδομένα, φρονώ ότι σε μια περίπτωση όπως η υπό εξέταση δεν μπορεί να συναχθεί ότι υπάρχει υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου κατά την έννοια της ρήτρας 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου.
89. Κάθε μεταβολή όμως της προστασίας των εργαζομένων με σύμβαση ορισμένου χρόνου, ανεξάρτητα από το συμβατό της με την απαγόρευση χειροτέρευσης, πρέπει να συμβιβάζεται με τις λοιπές διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου καθώς και με το υπόλοιπο κοινοτικό δίκαιο. Ακόμη δηλαδή και αν το Π.Δ. 164/2004 δεν οδήγησε σε υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου κατά την έννοια της ρήτρας 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου, η αποδυνάμωση των κυρώσεων για την κατάχρηση της απασχόλησης ορισμένου χρόνου, αποδυνάμωση την οποία επέφερε το προεδρικό αυτό διάταγμα, δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να υπολείπεται του κατώτατου ορίου που θέτει το κοινοτικό δίκαιο για την προστασία των εργαζομένων ορισμένου χρόνου.
90. Έστω και αν η συμφωνία-πλαίσιο, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δίδει ιδιαίτερη έμφαση, με τη ρήτρα 5, στην πρόληψη των καταχρήσεων, τα κράτη μέλη έχουν εντούτοις την υποχρέωση να προβλέπουν τις κατάλληλες κυρώσεις για τις περιπτώσεις στις οποίες σημειώνεται πράγματι κατάχρηση (60). Μολονότι βέβαια την αρμοδιότητα προσδιορισμού του περιεχομένου των κυρώσεων έχουν τα κράτη μέλη και οι κοινωνικοί εταίροι (61), εντούτοις πρέπει να εξασφαλίζεται ότι για τις παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου θα επιβάλλονται κυρώσεις υπό ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις ανάλογες εκείνων που επιβάλλονται για τις ανάλογης φύσης και σημασίας παραβιάσεις της εθνικής νομοθεσίας, οι δε κυρώσεις πρέπει να είναι οπωσδήποτε αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές (62).
91. Αν δηλαδή συμβεί μια τέτοια κατάχρηση, πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα εφαρμογής μέτρου που να παρέχει αποτελεσματικές και ισοδύναμες εγγυήσεις για την προστασία των εργαζομένων, προκειμένου να επιβληθούν δεόντως κυρώσεις για την κατάχρηση αυτή και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του κοινοτικού δικαίου (63). Από τη συμφωνία-πλαίσιο, και συγκεκριμένα από τη ρήτρα 5, σημείο 2, στοιχείο β΄, συνάγεται συναφώς μόνο ότι η μετατροπή των συμβάσεων και σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου είναι μια καθ’ όλα αποδεκτή κύρωση (64): τούτο όμως δεν αποκλείει άλλα είδη κυρώσεων.
92. Κατά την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των κυρώσεων που έχουν διαμορφωθεί ειδικά για τον δημόσιο τομέα στην Ελλάδα με το άρθρο 7 του Π.Δ. 164/2004, το αιτούν δικαστήριο θα κληθεί να εξετάσει, μεταξύ άλλων, αν οι ενδιαφερόμενοι εργαζόμενοι έχουν κίνητρο να προβάλουν πράγματι και να ασκήσουν τα δικαιώματα που τους απονέμονται. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να υπάρχουν εργαζόμενοι που να υποκύπτουν στον πειρασμό να ανέχονται την καταχρηστική σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ελπίζοντας ότι θα εξακολουθήσουν να απασχολούνται και στο μέλλον στον δημόσιο τομέα και να διαθέτουν έτσι κοινωνική και ασφαλιστική προστασία. Ορισμένοι εργαζόμενοι θα μπορούσαν, φοβούμενοι ότι δεν θα τους προταθεί στο μέλλον καμία σύμβαση εργασίας –ούτε καν ορισμένου χρόνου–, να επιλέξουν να μην προβάλουν τις αξιώσεις τους για αποζημίωση απόλυσης ή να μην ζητήσουν την πειθαρχική ή ποινική δίωξη των υπευθύνων για την πρακτική που συνιστά κατάχρηση.
93. Επομένως, το συμπέρασμα είναι εν συνόψει το εξής:
Η κατάργηση ή αποδυνάμωση μιας κύρωσης που προβλέπεται για την καταχρηστική χρησιμοποίηση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σχέση με συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων με απασχόληση ορισμένου χρόνου δεν αντιβαίνει στη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, αν αντισταθμίζεται από την ταυτόχρονη ενίσχυση των μέτρων που αποσκοπούν στην αποτροπή των καταχρήσεων. Τα κράτη μέλη πάντως είναι οπωσδήποτε υποχρεωμένα να θεσπίζουν και να διατηρούν σε ισχύ αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις για τις περιπτώσεις καταχρήσεων.
2. Επί της έννοιας του αντικειμενικού λόγου, όπως η έννοια αυτή χρησιμοποιείται στη ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου
94. Με το ερώτημα 6, στοιχείο α΄, στην υπόθεση C‑378/07 και με το ερώτημα 5, στοιχείο α΄, στις υποθέσεις C‑379/07 και C‑380/07, το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις σχετικά με την ερμηνεία της έννοιας του αντικειμενικού λόγου, όπως η έννοια αυτή χρησιμοποιείται στη ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου. Βασικά ο εθνικός δικαστής ερωτά αν το γεγονός και μόνο ότι μια νομοθετική διάταξη χρησιμοποιήθηκε ως βάση για τη σύναψη εργασιακής σχέσης ορισμένου χρόνου μπορεί να αποτελεί αντικειμενικό λόγο κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου, ακόμη και αν δεν πληρούνταν οι απαιτήσεις της νομοθετικής αυτής διάταξης.
95. Το ερώτημα αυτό, αν εξεταστεί επιφανειακά, θέτει ένα πρόβλημα το οποίο εξετάστηκε και στην απόφαση Αδενέλερ κ.λπ.. Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η εθνική διάταξη που περιορίζεται στο να επιτρέπει γενικά και αφηρημένα, μέσω κανόνα προβλεπομένου σε νόμο ή κανονιστική πράξη, τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία για αυτού του είδους την εργασία. Η εθνική ρύθμιση πρέπει αντίθετα να διασφαλίζει ότι η χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δικαιολογείται από την ύπαρξη συγκεκριμένων στοιχείων που άπτονται, μεταξύ άλλων, της σχετικής δραστηριότητας και των συνθηκών ασκήσεώς της (65).
96. Στην πραγματικότητα όμως το εθνικό δικαστήριο δεν αντιμετωπίζει εδώ το πρόβλημα αν η νομική βάση για τη σύναψη των επίμαχων εν προκειμένω εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου είναι υπερβολικά γενική και υπερβολικά αόριστη. Αντίθετα, το εθνικό δικαστήριο θεωρεί δεδομένο ότι οι –λεπτομερέστατες– απαιτήσεις που θέτει ο νόμος για τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου απλώς δεν τηρήθηκαν εν προκειμένω. Ως νομική βάση για τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων ορισμένου χρόνου χρησιμοποιήθηκαν δηλαδή διατάξεις που επιτρέπουν την «κάλυψη εποχιακών, περιοδικών, πρόσκαιρων, έκτακτων ή συμπληρωματικών κοινωνικών αναγκών» (66), μολονότι στην πραγματικότητα οι καλυπτόμενες ανάγκες ήταν «πάγιες και διαρκείς».
97. Στο σημείο αυτό επιβάλλεται η παρατήρηση ότι αρμόδιο για την ερμηνεία του εθνικού δικαίου και την εφαρμογή του σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι αποκλειστικά και μόνο το εθνικό δικαστήριο (67). Το Δικαστήριο είναι όμως υποχρεωμένο να παρέχει λυσιτελή στοιχεία σχετικά με τις επιτακτικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου (68), εν προκειμένω δηλαδή σχετικά με τις διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου.
98. Σύμφωνα με τη συμφωνία-πλαίσιο, η σύναψη συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν προϋποθέτει οπωσδήποτε την ύπαρξη αντικειμενικού λόγου. Η συμφωνία-πλαίσιο στηρίζεται βέβαια στην αντίληψη ότι η εργασία ορισμένου χρόνου αποτελεί την εξαίρεση (69) και ότι η χρήση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου βάσει αντικειμενικών λόγων είναι ένας τρόπος για να προληφθεί η κατάχρηση (70). Η συμφωνία-πλαίσιο πάντως επαφίεται, σε τελική ανάλυση, στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών ως προς την επιλογή, μεταξύ των τριών μέτρων που αναφέρει η ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχεία α΄ έως γ΄, της συμφωνίας-πλαισίου, των μέτρων που θα θεσπίσουν τα κράτη αυτά (71), υπό την προϋπόθεση ότι τα θεσπιζόμενα μέτρα είναι δεσμευτικά και παρέχουν τη δυνατότητα αποτελεσματικής αποτροπής των καταχρήσεων (72).
99. Επομένως, ένα κράτος μέλος δεν οφείλει να υιοθετήσει οπωσδήποτε το πρώτο από τα τρία μέτρα που αναφέρει η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου –την απαίτηση συνδρομής αντικειμενικού λόγου– και μεταξύ των οποίων καλείται να επιλέξει. Τίποτε δεν το εμποδίζει, αντί για την προϋπόθεση συνδρομής αντικειμενικών λόγων, να καθορίζει απλώς τη μέγιστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών σχέσεων εργασίας ή τον μέγιστο επιτρεπόμενο αριθμό ανανεώσεων των σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου με αυτόν τον τρόπο να προλαμβάνονται καταχρήσεις (73).
100. Όσον αφορά μάλιστα τη σύναψη μιας και μοναδικής ή της πρώτης σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου, η συμφωνία-πλαίσιο οπωσδήποτε δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να απαιτούν τη συνδρομή αντικειμενικού λόγου. Πράγματι, η ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου ασχολείται μόνο με τον ορισμό των αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν την ανανέωση των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου: με άλλα λόγια, πρόκειται για περιπτώσεις επανειλημμένης σύναψης εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.
101. Αν όμως το κράτος μέλος θεσπίσει το μέτρο που προβλέπεται στη ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου και ορίσει αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν –τουλάχιστον και– την ανανέωση των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, το κράτος μέλος αυτό έχει, κατά το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, το καθήκον να ασκεί τη διακριτική εξουσία του σύμφωνα με τους σκοπούς της οδηγίας 1999/70 και της προσαρτημένης στην οδηγία συμφωνίας-πλαισίου (74).
102. Κατά τη νομολογία, ο καθορισμός των αντικειμενικών αυτών λόγων πρέπει να συναρτάται προς επακριβώς καθοριζόμενες και συγκεκριμένες περιστάσεις, οι οποίες να χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και να δικαιολογούν συνεπώς, εντός του ειδικού αυτού πλαισίου, τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από την ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και από τα συμφυή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, από την επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (75).
103. Οι παρατιθέμενες από το αιτούν δικαστήριο διατάξεις του εθνικού δικαίου, δηλαδή οι διατάξεις των νόμων 2190/1994, 2527/1997 και 3250/2004, προβλέπουν –χρησιμοποιώντας παρόμοια διατύπωση– συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους επιτρέπεται η σύναψη εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου. Πρόκειται, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, για την κάλυψη εποχιακών ή πρόσκαιρων αναγκών (άρθρο 21, παράγραφος 1, του νόμου 2190/1994) ή για την αντιμετώπιση αναγκών συμπληρωματικής εξυπηρέτησης των πολιτών (άρθρο 1 του νόμου 3250/2004), σε αντίθεση με την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών (άρθρο 6, παράγραφος 1, του νόμου 2527/1997).
104. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχει το αιτούν δικαστήριο, από τις παρατεθείσες διατάξεις και, γενικότερα, από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων προκύπτει ουσιαστικά ότι η σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα επιτρέπεται μόνο για την κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών και όχι για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών.
105. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πρόσκαιρη και μόνο ανάγκη του εργοδότη μπορεί να αποτελεί αντικειμενικό λόγο κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου, ο οποίος μπορεί καταρχήν να δικαιολογήσει τη σύναψη εργασιακής σχέσης ορισμένου χρόνου. Τούτο είναι προφανέστατο, για παράδειγμα, στην περίπτωση της εποχιακής εργασίας και της εκτέλεσης συγκεκριμένων έργων περιορισμένης χρονικής διάρκειας και περιορισμένου περιεχομένου, εφόσον τα έργα αυτά συνεπάγονται αυξημένη για περιορισμένο χρόνο επιβάρυνση του εργοδότη και δεν δημιουργούν διαρκή φόρτο εργασίας.
106. Αν πάντως η πρόσκαιρη ανάγκη του εργοδότη ορίζεται από νομοθετικές διατάξεις ως αντικειμενικός λόγος για τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, τότε όλες οι εθνικές αρχές –άρα, και οι διοικητικές αρχές και τα δικαστήρια– οφείλουν να διασφαλίζουν, εντός του πεδίου των αρμοδιοτήτων τους, τη σύμφωνη με την οδηγία εφαρμογή των εν λόγω νομοθετικών διατάξεων, ώστε οι διατάξεις αυτές να συμβάλλουν αποτελεσματικά στην αποτροπή των καταχρήσεων (76).
107. Θα αντέβαινε στον σκοπό της αποτροπής των καταχρήσεων, στον οποίο στηρίζεται η ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου, αν η εφαρμογή των εν λόγω νομοθετικών διατάξεων οδηγούσε στην πράξη στο αντίστροφο αποτέλεσμα και οι διατάξεις αυτές μπορούσαν να θεωρηθούν ως έρεισμα για τη σύναψη εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου ακόμη και στην περίπτωση που στην πραγματικότητα δεν καλύπτονται πρόσκαιρες ανάγκες του εργοδότη, αλλά πάγιες και διαρκείς.
108. Επομένως, το συμπέρασμα είναι εν συνόψει το εξής:
Αν ένα κράτος μέλος έχει ορίσει, με διατάξεις του εθνικού του δικαίου, αντικειμενικούς λόγους κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, τότε οι εθνικές αρχές οφείλουν, σε κάθε περίπτωση, να διασφαλίζουν, εντός του πεδίου των αρμοδιοτήτων τους, τη σύμφωνη με την οδηγία εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, ώστε να αποτρέπεται αποτελεσματικά η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.
3. Επί της απαγόρευσης μετατροπής των σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου στον δημόσιο τομέα στην Ελλάδα
109. Με το ερώτημα 6, στοιχείο β΄, στην υπόθεση C‑378/07 και με το ερώτημα 5, στοιχείο β΄, στις υποθέσεις C‑379/07 και C‑380/07, το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν η απόλυτη απαγόρευση της μετατροπής των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αόριστου, η οποία ισχύει στον δημόσιο τομέα, συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο.
110. Το ερώτημα αυτό τίθεται σε σχέση με την ανάλογη απαγόρευση που έχει θεσπίσει ο Έλληνας νομοθέτης για τον δημόσιο τομέα, και συγκεκριμένα αφενός με το άρθρο 21 του νόμου 2190/1994 και αφετέρου με την προσφάτως προστεθείσα παράγραφο 8 του άρθρου 103 του ελληνικού Συντάγματος.
111. Με την απαγόρευση αυτή –όπως τουλάχιστον διατυπώνεται στην απλή νομοθετική διάταξη του άρθρου 21 του νόμου 2190/1994– ασχολήθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. Με την απόφαση εκείνη το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η συμφωνία-πλαίσιο εμποδίζει την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας η οποία, σε περίπτωση κατάχρησης, απαγορεύει απολύτως, στον δημόσιο τομέα και μόνο, τη μετατροπή σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μιας σειράς διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου (77).
112. Η διαπίστωση αυτή που περιέχεται στην απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. ισχύει, όπως αναφέρεται ρητά, μόνο «υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης», οι οποίες μπορούν ουσιαστικά να συνοψιστούν ως εξής:
– Επρόκειτο για μια σειρά διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, οι οποίες, στην πραγματικότητα, αποσκοπούσαν στην κάλυψη «πάγιων και διαρκών αναγκών» του εργοδότη και έπρεπε να θεωρηθούν καταχρηστικές (78).
– Οι συμβάσεις εργασίας αφορούσαν το διάστημα μεταξύ Μαΐου 2001 και Σεπτεμβρίου 2003 (79), δηλαδή η ισχύς τους έληξε πριν τεθεί σε ισχύ το προεδρικό διάταγμα 164/2004.
– Σύμφωνα με τα στοιχεία που διέθετε τότε το Δικαστήριο, το εθνικό δίκαιο δεν προέβλεπε για τον δημόσιο τομέα –τουλάχιστον μέχρι τη θέση σε ισχύ του προεδρικού διατάγματος 164/2004– κανένα άλλο αποτελεσματικό μέτρο προς αποφυγή και, ενδεχομένως, προς επιβολή κυρώσεων για την καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (80).
113. Αν ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες αυτές περιστάσεις, δεν επιτρέπεται να συναχθεί βιαστικά από την απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. ότι η ισχύουσα στην Ελλάδα απαγόρευση της μετατροπής των σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αόριστου στον δημόσιο τομέα αντιβαίνει ακόμη και σήμερα στη συμφωνία-πλαίσιο. Το αιτούν δικαστήριο δέχεται βέβαια και στην υπό εξέταση σήμερα υπόθεση ότι η σύναψη των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τους ενάγοντες ήταν καταχρηστική, επειδή εξυπηρετούσε στην πραγματικότητα την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών. Το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει όμως να εξετάσει περαιτέρω αν και οι άλλες περιστάσεις των υποθέσεων στις κύριες δίκες είναι συγκρίσιμες με τις περιστάσεις της υπόθεσης στην οποία εκδόθηκε η απόφαση Αδενέλερ κ.λπ.
114. Ειδικότερα, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξετάσει κατά πόσον δεν έχουν θεσπιστεί εν τω μεταξύ στο ελληνικό δίκαιο άλλα αποτελεσματικά μέτρα για την αποτροπή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και, ενδεχομένως, για την επιβολή κυρώσεων για τη χρησιμοποίηση αυτή. Αν σήμερα ισχύουν πλέον άλλα αποτελεσματικά μέτρα για την αποτροπή των καταχρήσεων και ενδεχομένως την επιβολή κυρώσεων, τότε η απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων στον δημόσιο τομέα δεν αντιβαίνει στη συμφωνία-πλαίσιο. Τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν π.χ. να συνίστανται σε επιτακτικούς κανόνες σχετικά με τη διάρκεια και την ανανέωση των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, καθώς και στο δικαίωμα αποζημίωσης σε περίπτωση κατάχρησης (81).
115. Συναφώς πρέπει και πάλι να αναφερθεί το προεδρικό διάταγμα 164/2004, το οποίο έχει ήδη αρχίσει να ισχύει (82) και με το οποίο προβλέφθηκαν, όπως ανέφερα παραπάνω (83), διάφορα νέα μέτρα για την αποτροπή της καταχρηστικής σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα και για την επιβολή κυρώσεων: η απαίτηση συνδρομής αντικειμενικού λόγου, καθώς και διατάξεις αφενός για τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και αφετέρου για τον επιτρεπόμενο αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, καθώς επίσης και η αξίωση για αποζημίωση απόλυσης και η επιβολή ποινικών και πειθαρχικών κυρώσεων (84).
116. Ούτε από την οδηγία ούτε από τη συμφωνία-πλαίσιο προκύπτει καμία γενική υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέψουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου (85): Η ρήτρα 5, σημείο 2, στοιχείο β΄, της συμφωνίας-πλαισίου δεν προβλέπει τέτοια γενική υποχρέωση μετατροπής ούτε για την καταχρηστική σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ούτε για την καταχρηστική σύναψη μιας και μοναδικής εργασιακής σχέσης ορισμένου χρόνου· ούτε σε καμία άλλη διάταξη της συμφωνίας-πλαισίου προβλέπεται άλλωστε τέτοια υποχρέωση.
117. Η συμφωνία-πλαίσιο δεν απαγορεύει εξάλλου στα κράτη μέλη να επιφυλάσσουν διαφορετική τύχη στην καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αναλόγως του αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό τομέα ή στον δημόσιο (86). Η ίδια η συμφωνία-πλαίσιο αναγνωρίζει μάλιστα ρητά «ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων» (87). Στα ιδιαίτερα αυτά πραγματικά στοιχεία μπορούν να καταλέγονται ορισμένες αρχές που διέπουν τη δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα, όπως είναι π.χ. το σύστημα των οργανικών θέσεων, το πρότυπο του μόνιμου δημόσιου υπαλλήλου και η απαίτηση επιτυχίας σε διαγωνισμό πριν από τη σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου· η εφαρμογή των αρχών αυτών πρέπει φυσικά να συνάδει προς το λοιπό κοινοτικό δίκαιο (88).
118. Επομένως, το συμπέρασμα είναι εν συνόψει το εξής:
Δεν αντιβαίνει στη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου η εθνική ρύθμιση που απαγορεύει τη μετατροπή των σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου στον δημόσιο τομέα, εκτός αν η εθνική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει κανένα άλλο αποτελεσματικό μέτρο προς αποφυγή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στον οικείο τομέα και, ενδεχομένως, προς επιβολή κυρώσεων για την καταχρηστική αυτή χρησιμοποίηση.
Επί των συνεπειών της ενδεχόμενης παράβασης της συμφωνίας-πλαισίου
119. Με το πέμπτο ερώτημα στην υπόθεση C‑378/07 και με το τέταρτο ερώτημα στις υποθέσεις C‑379/07 και C‑380/07 το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα των αναγκαίων συνεπειών που απορρέουν για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης από το ενδεχόμενο να συντρέχει παράβαση της οδηγίας 1999/70 ή της προσαρτημένης στην οδηγία συμφωνίας-πλαισίου. Με το ερώτημα αυτό επιδιώκεται συγκεκριμένα να διασαφηνιστεί αν ο εθνικός δικαστής έχει, κατά το κοινοτικό δίκαιο, την υποχρέωση να «επανενεργοποιήσει» αυτεπαγγέλτως την προϊσχύσασα ευνοϊκότερη διάταξη, όπως είναι το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920, και να στηρίξει την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης στη διάταξη αυτή.
120. Κατά πάγια νομολογία, ο εθνικός δικαστής έχει την υποχρέωση, κατά την εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου, να ερμηνεύει το δίκαιο αυτό, στο μέτρο του δυνατού, υπό το πρίσμα του γράμματος και του σκοπού της οικείας οδηγίας, ώστε να επιτυγχάνεται το αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία και να τηρείται έτσι το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ (89).
121. Σε αυτή την υποχρέωση ερμηνείας σύμφωνης με την οδηγία τίθενται βέβαια ορισμένα όρια από τις γενικές αρχές του δικαίου, και ιδίως από τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της απαγόρευσης της αναδρομικής ισχύος· ούτε εξάλλου μπορεί να στηριχθεί επ’ αυτής καμία ερμηνεία του εθνικού δικαίου contra legem (90).
122. Ανεξαρτήτως τούτου, η αρχή της σύμφωνης με την οδηγία ερμηνείας επιβάλλει πάντως στα εθνικά δικαστήρια να χρησιμοποιούν κάθε δυνατότητα εντός των ορίων της αρμοδιότητάς τους, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του εσωτερικού δικαίου και εφαρμόζοντας μεθόδους ερμηνείας που αναγνωρίζονται από το δίκαιο αυτό, προκειμένου να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της οικείας οδηγίας και να καταλήγουν σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή (91). Με άλλα λόγια, τα εθνικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο που να τους επιτρέπει να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να διασφαλίζουν τα αποτελέσματα που επιβάλλει η οδηγία (βλ. άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 1999/70) και να εξαλείφουν τις παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου (92). Συναφώς τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να εξαντλούν κάθε περιθώριο εκτιμήσεως που τους παρέχει το εθνικό δίκαιο (93).
123. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει αν και κατά πόσον το εφαρμοστέο εν προκειμένω εσωτερικό δίκαιο μπορεί να ερμηνευθεί, κατά τα ανωτέρω, σύμφωνα με τις επιτακτικές διατάξεις της οδηγίας 1999/70 και της προσαρτημένης στην οδηγία αυτή συμφωνίας-πλαισίου. Το εθνικό δικαστήριο είναι επίσης αποκλειστικά αρμόδιο να ερευνήσει τις έννομες συνέπειες που θα είχε η ερμηνεία αυτή για τις υποθέσεις στις κύριες δίκες. Στην αρμοδιότητά του εμπίπτει, τέλος, η εξέταση του ζητήματος αν επιτρέπεται να μην εφαρμοστούν στις κύριες υποθέσεις ορισμένες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου και να εφαρμοστεί, αντί για αυτές, μια διάταξη σαν το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920.
124. Αν δεν υπάρχει δυνατότητα ερμηνείας του εθνικού δικαίου σύμφωνης με την οδηγία, χάρη στην οποία να επιτυγχάνεται ο σκοπός της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας-πλαισίου, τότε το κράτος μέλος-παραβάτης μπορεί να υποχρεωθεί, σύμφωνα με την απόφαση Francovich και υπό τις προϋποθέσεις που τίθενται με την απόφαση αυτή, να αποκαταστήσει τις βλάβες ή ζημίες που έχουν προκληθεί στους πολίτες από τη μη ορθή μεταφορά της οδηγίας 1999/70 στο εσωτερικό δίκαιο (94).
125. Θα ήθελα, για λόγους πληρότητας και μόνο, να προσθέσω ότι εν προκειμένω δεν τίθεται ζήτημα άμεσης εφαρμογής των ρητρών 5 και 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου –παρά την ύπαρξη κάθετης έννομης σχέσης μεταξύ των εργαζομένων και των εργοδοτών τους του δημόσιου τομέα (95).
126. Για τη ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ρητά ότι δεν έχει απευθείας εφαρμογή (96). Οι ίδιες σκέψεις ισχύουν οπωσδήποτε και για τη ρήτρα 5, σημείο 2, της οποίας η διατύπωση είναι ακόμη περισσότερο αόριστη και η οποία παρέχει στα κράτη μέλη ευρύτερη διακριτική ευχέρεια για τη μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο από ό,τι η ρήτρα 5, σημείο 1. Από το γράμμα και μόνο της διάταξης και τη χρήση της εισαγωγικής φράσης «όταν χρειάζεται» συνάγεται ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν καμία υποχρέωση να θεσπίσουν οποιοδήποτε από τα μέτρα που απαριθμούνται στη ρήτρα 5, σημείο 2, στοιχεία α΄ και β΄, της συμφωνίας-πλαισίου.
127. Ούτε η απαγόρευση χειροτέρευσης που επιβάλλεται με τη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου μπορεί να έχει απευθείας εφαρμογή. Ο λόγος δεν είναι τόσο η χρήση αόριστων νομικών εννοιών, όπως «γενικό επίπεδο προστασίας των εργαζομένων» (97), όσο το γεγονός ότι με τη διάταξη αυτή δεν επιδιώκεται να παρασχεθεί στους ιδιώτες η αξίωση δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων τους να προασπίζουν τα συμφέροντα που έχουν ως εργαζόμενοι. Πρώτον, αυτό αποδεικνύεται από τη θέση που κατέχει η απαγόρευση χειροτέρευσης εντός του συστήματος της ρήτρας 8 της συμφωνίας-πλαισίου, μεταξύ των «Διατάξεων εφαρμογής», οι οποίες διευκρινίζουν απλώς τα ρυθμιστικά περιθώρια που εξακολουθούν να έχουν τα κράτη μέλη και οι κοινωνικοί εταίροι εντός του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου. Δεύτερον, αυτό καθίσταται άλλωστε σαφές από το ίδιο το περιεχόμενο της ρήτρας 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου: η διάταξη αυτή δεν απαγορεύει, σε τελική ανάλυση, την ίδια την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων, αλλά απαγορεύει απλώς στις αρμόδιες εθνικές αρχές να προκαλούν χειροτέρευση της προστασίας αυτής με το πρόσχημα της εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου (98).
128. Επομένως, το συμπέρασμα είναι εν συνόψει το εξής:
Τα εθνικά δικαστήρια, κατά την εκπλήρωση της υποχρέωσής τους να ερμηνεύουν το εθνικό δίκαιο σύμφωνα με την οδηγία, είναι υποχρεωμένα να λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο που να τους επιτρέπει να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να διασφαλίζουν τα αποτελέσματα που επιβάλλει η οδηγία 1999/70 και να εξαλείφουν τις παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου. Συναφώς τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να εξαντλούν κάθε περιθώριο εκτιμήσεως που τους παρέχει το εθνικό δίκαιο.
VII – Πρόταση
129. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την εξής ενιαία απάντηση στις τρεις αιτήσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης για την έκδοση προδικαστικής απόφασης:
«1) Ακόμη και αν το εθνικό δίκαιο προβλέπει ήδη ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, υπό την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία έχει προσαρτηθεί στην οδηγία 1999/70/ΕΚ ως παράρτημα, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν την ευχέρεια να θεσπίζουν ρυθμίσεις σχετικά με την απασχόληση ορισμένου χρόνου, εφόσον οι ρυθμίσεις αυτές συνάδουν προς όλες τις επιτακτικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
2) α) Το πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης χειροτέρευσης κατά τη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου δεν περιορίζεται μόνο στην προστασία των εργαζομένων από καταχρήσεις που προκαλούνται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.
β) Η εθνική ρύθμιση που καταργεί ή αποδυναμώνει ένα ειδικό απλώς μέτρο προστασίας των εργαζομένων δεν εμπίπτει στην απαγόρευση που επιβάλλει η ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, εκτός αν υποβαθμίζει το γενικό επίπεδο προστασίας των εργαζομένων με σύμβαση ορισμένου χρόνου.
γ) Η κατάργηση ή αποδυνάμωση μιας κύρωσης που προβλέπεται για την καταχρηστική χρησιμοποίηση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σχέση με συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων με απασχόληση ορισμένου χρόνου δεν αντιβαίνει στη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, αν αντισταθμίζεται από την ταυτόχρονη ενίσχυση των μέτρων που αποσκοπούν στην αποτροπή των καταχρήσεων. Τα κράτη μέλη πάντως είναι οπωσδήποτε υποχρεωμένα να θεσπίζουν και να διατηρούν σε ισχύ αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις για τις περιπτώσεις καταχρήσεων.
3) Αν ένα κράτος μέλος έχει ορίσει, με διατάξεις του εθνικού του δικαίου, αντικειμενικούς λόγους κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, τότε οι εθνικές αρχές οφείλουν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να διασφαλίζουν, εντός του πεδίου των αρμοδιοτήτων τους, τη σύμφωνη με την οδηγία εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, ώστε να αποτρέπεται αποτελεσματικά η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.
4) Δεν αντιβαίνει στη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου η εθνική ρύθμιση που απαγορεύει τη μετατροπή των σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου στον δημόσιο τομέα, εκτός αν η εθνική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει κανένα άλλο αποτελεσματικό μέτρο προς αποφυγή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στον οικείο τομέα και, ενδεχομένως, προς επιβολή κυρώσεων για την καταχρηστική αυτή χρησιμοποίηση.
5) Τα εθνικά δικαστήρια, κατά την εκπλήρωση της υποχρέωσής τους να ερμηνεύουν το εθνικό δίκαιο σύμφωνα με την οδηγία, είναι υποχρεωμένα να λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο που να τους επιτρέπει να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να διασφαλίζουν τα αποτελέσματα που επιβάλλει η οδηγία 1999/70 και να εξαλείφουν τις παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου. Συναφώς τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να εξαντλούν κάθε περιθώριο εκτιμήσεως που τους παρέχει το εθνικό δίκαιο.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Απόφαση της 4ης Ιουλίου 2006, C‑212/04 (Συλλογή 2006, σ. I‑6057).
3 – Διάταξη της 12ης Ιουνίου 2008, C-364/07 (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 49).
4 – Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2005, C-144/04 (Συλλογή 2005, σ. I‑9981).
5 – ΕΕ L 175, σ. 43.
6 – Πρώτη παράγραφος του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου· βλ. επίσης σημεία 3 και 5 των γενικών παρατηρήσεων που περιλαμβάνονται στην εν λόγω συμφωνία.
7 – Δεύτερη παράγραφος του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου· βλ. επίσης σημείο 6 των γενικών παρατηρήσεων.
8 – Σημείο 8 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας-πλαισίου· βλ. επίσης τη δεύτερη παράγραφο του προοιμίου της.
9 – Σημείο 7 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας-πλαισίου.
10 – Δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 1999/70.
11 – Σημείο 10 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας-πλαισίου για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου· βλ. επίσης την τρίτη παράγραφο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου.
12 – Βλ. επίσης απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 12).
13 – ΦΕΚ A΄ 124, της 7ης Ιουλίου 2004.
14 – ΦΕΚ A΄ 77, της 2ας Απριλίου 2003.
15 – ΦΕΚ A΄ 160, της 23ης Αυγούστου 2004. Το Π.Δ. 180/2004 άρχισε να ισχύει, δυνάμει του άρθρου του 5, παράγραφος 1, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εφόσον δεν όριζαν κάτι διαφορετικό οι επί μέρους διατάξεις του.
16 – Βλ. άρθρο 1 του Π.Δ. 180/2004.
17 – ΦΕΚ A΄ 134, της 19ης Απριλίου 2004. Το Π.Δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει, δυνάμει του άρθρου του 12, παράγραφος 1, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εφόσον δεν όριζαν κάτι διαφορετικό οι επί μέρους διατάξεις του
18 – ΦΕΚ A΄ 28, της 3ης Μαρτίου 1994· συναφώς βλ. επίσης την απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 19).
19 – ΦΕΚ B΄ 11, της 18ης Μαρτίου 1920.
20 – Το αιτούν δικαστήριο τονίζει συναφώς ιδιαίτερα την απαίτηση γραπτής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης για την απόλυση.
21 – Η Ελληνική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι πρόκειται για το άρθρο 8 του νόμου 2112/1920 όπως έχει τροποποιηθεί με τον νόμο 547/1937.
22 – Το ελληνικό ακυρωτικό δικαστήριο.
23 – Άρειος Πάγος, απόφαση 18/2006, της 22ας Ιουνίου 2006.
24 – Άρειος Πάγος, αποφάσεις 19/2007 και 20/2007, της 11ης Ιουνίου 2007.
25 – Η υποσημείωση αυτή δεν αφορά το ελληνικό κείμενο.
26 – Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε ο εναγόμενος ΟΤΑ, μία από τις συμβάσεις είχε διάρκεια ισχύος από τις 3 Μαΐου 2006 μέχρι τις 2 Νοεμβρίου 2006, ενώ όλες οι άλλες ίσχυσαν από τις 20 Απριλίου 2005 μέχρι τις 21 Οκτωβρίου 2006.
27 – Η υποσημείωση αυτή δεν αφορά το ελληνικό κείμενο.
28 – Στην περίπτωση της ενάγουσας στην υπόθεση C‑379/07, συνήφθησαν τρεις διαδοχικές συμβάσεις έργου, από τις οποίες η πρώτη ίσχυσε από την 1η Δεκεμβρίου 2003 μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 2004, η δεύτερη από την 1η Δεκεμβρίου 2004 μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 2005 και η τρίτη από τις 5 Δεκεμβρίου 2005 μέχρι τις 4 Δεκεμβρίου 2006. Στην περίπτωση του πρώτου ενάγοντος στην υπόθεση C‑380/07, συνήφθησαν τρεις διαδοχικές συμβάσεις έργου, από τις οποίες η πρώτη ίσχυσε από την 1η Ιουλίου 2004 μέχρι την 1η Δεκεμβρίου 2004, η δεύτερη από τις 29 Δεκεμβρίου 2004 μέχρι τις 28 Δεκεμβρίου 2005 και η τρίτη από τις 30 Δεκεμβρίου 2005 μέχρι τις 29 Δεκεμβρίου 2006. Στην περίπτωση του δεύτερου ενάγοντος στην υπόθεση C‑380/07, πρόκειται για σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από την 1η Ιουλίου 2004 μέχρι την 1η Δεκεμβρίου 2004, μετά την οποία συνήφθησαν δύο συμβάσεις έργου με ισχύ από 29 Δεκεμβρίου 2004 μέχρι 28 Δεκεμβρίου 2005 και από 30 Δεκεμβρίου 2005 μέχρι 29 Δεκεμβρίου 2006. Συμβαλλόμενος στις συμβάσεις της υπόθεσης C‑380/07 ήταν, πέρα από τον Δήμο Γεροποτάμου, και η δημοτική επιχείρηση «Ο Γεροπόταμος», που έχει τη μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.
29 – Η υποσημείωση αυτή δεν αφορά το ελληνικό κείμενο.
30 – Οι εν λόγω διατάξεις του εργατικού δικαίου αφορούν κυρίως την απαίτηση έγγραφης καταγγελίας και την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης απόλυσης.
31 – Τα ερωτήματα αυτά παρατίθενται στο σημείο 34 των προτάσεών μου.
32 – Αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2004, C-482/01 και C-493/01, Ορφανόπουλος και Oliveri (Συλλογή 2004, I‑5257, σκέψη 42), της 17ης Ιουλίου 2008, C‑500/06, Corporación Dermoestética (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 20), της 2ας Οκτωβρίου 2008, C-360/06, Heinrich Bauer Verlag (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 15), και της 9ης Οκτωβρίου 2008, C‑404/07, Katz (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 34).
33 – Τούτο γίνεται δεκτό κατά πάγια νομολογία: βλ., μεταξύ πολλών άλλων, τις αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑344/04, IATA και ELFAA (Συλλογή 2006, σ. I-403, σκέψη 24), της 17ης Απριλίου 2008, C‑404/06, Quelle (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 19 και 20), και Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψεις 40 έως 43).
34 – Σχετικά με το ζήτημα αν η εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920 αποτελούσε τρέχουσα πρακτική στον δημόσιο τομέα στην Ελλάδα δεν φαίνεται να υπάρχει ομοφωνία: βλ. συναφώς τις προτάσεις μου της 27ης Οκτωβρίου 2005 στην υπόθεση Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σημείο 81).
35 – Βλ. συναφώς ανωτέρω το σημείο 40 των προτάσεών μου και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
36 – Βλ. επ’ αυτού τη ρήτρα 1, στοιχείο β΄, και τη ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, καθώς και την απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψεις 65, 80, 92 και 101).
37 – Απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, C‑268/06, Impact (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 71).
38 – Βλ. συναφώς αμέσως παρακάτω τα σημεία 59 έως 71 των προτάσεών μου.
39 – Στην αμφιλεγόμενη απόφαση Mangold (παρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψεις 55 έως 78) το Δικαστήριο, κατά την εξέταση μιας εθνικής ρύθμισης στον τομέα της απασχόλησης ορισμένου χρόνου, χρησιμοποίησε ως γνώμονα όχι μόνο την απαγόρευση χειροτέρευσης, την οποία προβλέπει η συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, αλλά και την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας.
40 – Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tizzano της 30ής Ιουνίου 2005 στην υπόθεση Mangold (παρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σημείο 54, όπου παρατίθενται περαιτέρω νομολογία και διευκρινίσεις).
41 – Βλ. συναφώς επίσης την απόφαση Mangold (παρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψεις 40 έως 43).
42 – Βλ. αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso (Συλλογή 2007, σ. I‑7109, σκέψη 38), και Impact (παρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 114), που αφορούσαν την απαγόρευση των διακρίσεων που προβλέπει η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου.
43 – Πρώτη παράγραφος του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου· βλ. επίσης σημεία 3 και 5 των γενικών παρατηρήσεων της εν λόγω συμφωνίας.
44 – Στο προοίμιο της Συνθήκης ΕΕ τονίζονται η σημασία των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων (τέταρτη αιτιολογική σκέψη) και ο σκοπός της οικονομικής και κοινωνικής προόδου (όγδοη αιτιολογική σκέψη).
45 – Στο προοίμιο της Συνθήκης ΕΚ τονίζεται η σημασία της οικονομικής και κοινωνικής προόδου (δεύτερη αιτιολογική σκέψη), ενώ η σταθερή βελτίωση των όρων διαβίωσης και απασχόλησης των λαών της Ευρώπης ανάγεται σε κύριο σκοπό της ΕΚ (τρίτη αιτιολογική σκέψη)· βλ. επίσης την απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne (Συλλογή τόμος 1976, σ. 175, σκέψεις 10 και 11).
46 – Ο Κοινοτικός Χάρτης των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων ψηφίστηκε κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 9ης Δεκεμβρίου 1989 στο Στρασβούργο και περιέχεται στο έγγραφο της Επιτροπής COM (89) 471, της 2ας Οκτωβρίου 1989. Το σημείο 7 του Χάρτη έχει την ακόλουθη διατύπωση: «Η δημιουργία της εσωτερικής αγοράς πρέπει να οδηγήσει σε βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Αυτό θα επιτευχθεί με την προοδευτική προσέγγιση των εν λόγω συνθηκών ιδίως όσον αφορά τη διάρκεια και τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας και τις μορφές εργασίας, εκτός της εργασίας αορίστου χρόνου, όπως η εργασία ορισμένου χρόνου, η εργασία με μερική απασχόληση, η προσωρινή εργασία και η εποχική εργασία». Το σημείο 10, πρώτη περίπτωση, του Χάρτη προσθέτει τα εξής: «Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα σε κάθε χώρα […] κάθε εργαζόμενος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έχει δικαίωμα επαρκούς κοινωνικής προστασίας […]».
47 – Ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης υπογράφηκε στις 18 Οκτωβρίου 1961 στο Τουρίνο από τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Στο μέρος I, σημεία 2 και 4, του Χάρτη τονίζεται το δικαίωμα όλων των εργαζομένων για δίκαιες συνθήκες εργασίας και για δίκαιη αμοιβή και ότι το δικαίωμα αυτό πρέπει να νοείται ως επιδιωκόμενος στόχος (βλ. μέρος III, άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του Χάρτη).
48 – Στην υπόθεση Mangold το Δικαστήριο ερμήνευσε για πρώτη φορά την απαγόρευση χειροτέρευσης σε σχέση με μια περίπτωση πρώτης σύναψης εργασιακής σχέσης ορισμένου χρόνου (απόφαση παρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψεις 50 έως 54).
49 – Βλ. σημεία 60 έως 65 των προτάσεων.
50 – Απόφαση Mangold (παρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 52).
51 – Βλ. για το όλο θέμα τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tizzano στην υπόθεση Mangold (παρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σημεία 61, 62, 63, 65 και 70).
52 – Βλ. συναφώς την απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, και ιδίως τις σκέψεις 19 και 99).
53 – Για περισσότερες λεπτομέρειες επ’ αυτού βλ. τα σημεία 76 έως 93 των προτάσεών μου.
54 – Το γεγονός αυτό τονίζεται από το αιτούν δικαστήριο και ορισμένους από τους μετέχοντες στη διαδικασία· βλ. επίσης τη διάταξη Βασιλάκης κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 29).
55 – Αποφάσεις της 18. Δεκεμβρίου 1997, C‑129/96, Inter-Environnement Wallonie (Συλλογή 1997, σ. I‑7411), και Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 121).
56 – Βλ. συναφώς ανωτέρω το σημείο 40 των προτάσεών μου και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
57 – Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, τις αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 2008, C‑420/06, Jager (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 46), και της 10ης Ιουλίου 2008, C‑54/07, Feryn (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 19).
58 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 69 των προτάσεών μου.
59 – Βλ. απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψεις 102 και 105), καθώς επίσης τις προτάσεις μου στην ίδια υπόθεση, σημείο 73.
60 – Απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 94), καθώς και αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑53/04, Marrosu και Sardino (Συλλογή 2006, σ. I‑7213, σκέψη 51), και C‑180/04, Vassallo (Συλλογή 2006, σ. I‑7251, σκέψη 36).
61 – Δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 1999/70 και σημείο 10 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας-πλαισίου.
62 – Πάγια νομολογία από την έκδοση της απόφασης της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 68/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1989, σ. 2965, σκέψεις. 23 και 24)· βλ. την πρόσφατη απόφαση της 3ης Μαΐου 2005, C-387/02, C-391/02 και C-403/02, Berlusconi κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I‑3565, σκέψη 65), καθώς και –ειδικά σε σχέση με τη συμφωνία-πλαίσιο για τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου– τις αποφάσεις Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 94), Marrosu και Sardino (παρατεθείσα στην υποσημείωση 60, σκέψη 51) και Vassallo (παρατεθείσα στην υποσημείωση 60, σκέψη 36).
63 – Αποφάσεις Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 102), Marrosu και Sardino (παρατεθείσα στην υποσημείωση 60, σκέψη 53) και Vassallo (παρατεθείσα στην υποσημείωση 60, σκέψη 38).
64 – Βλ. συμπληρωματικά τα εκτιθέμενα στα σημεία 109 έως 118 των προτάσεών μου.
65 – Απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, βλ. εκεί τα εκτιθέμενα σχετικά με το δεύτερο ερώτημα, και ιδίως τις σκέψεις 71 έως 75).
66 – Το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται ρητά στον νόμο 3250/2004· τα ίδια περίπου συνάγονται από τους νόμους 2190/1994 και 2527/1997 (επ’ αυτού βλ. ανωτέρω σημεία 22 έως 24 των προτάσεών μου).
67 – Αποφάσεις της 19ης Ιανουαρίου 2006, C‑265/04, Bouanich (Συλλογή 2006, σ. I‑923, σκέψη 51), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C-11/07, Eckelkamp κ.λπ. (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 32).
68 – Βλ. την παρατιθέμενη στην υποσημείωση 57 νομολογία.
69 – Βλ. τα σημεία 6 και 7 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας-πλαισίου, καθώς και το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της· συναφώς βλ. επίσης την απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 62).
70 – Βλ. το σημείο 7 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας-πλαισίου. Θα ήθελα εδώ να τονίσω ότι στο γερμανικό κείμενο της συμφωνίας-πλαισίου η χρησιμοποιούμενη ορολογία δεν εμφανίζει ομοιομορφία: για παράδειγμα, στο σημείο 7 των γενικών παρατηρήσεων γίνεται λόγος για objektive Gründe («αντικειμενικούς λόγους»), ενώ στη ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, για sachliche Gründe («ουσιαστικούς λόγους»). Από την ανάγνωση και μόνο του κειμένου της συμφωνίας-πλαισίου στις άλλες γλώσσες προκύπτει όμως ότι πρόκειται για ιδιαίτερο πρόβλημα του γερμανικού κειμένου, το οποίο δεν αντανακλά καμία διαφορά στο περιεχόμενο.
71 – Τα κράτη μέλη μπορούν επιπλέον να εφαρμόζουν τα ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα που ισχύουν ήδη στην έννομη τάξη τους, με σκοπό την αποτροπή των καταχρήσεων, βλ. απόφαση Impact (παρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 71).
72 – Αποφάσεις Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 101, βλ. επίσης σκέψεις 65, 80 και 92) και Impact (παρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 70).
73 – Βλ. προτάσεις μου της 9ης Ιανουαρίου 2008 στην υπόθεση Impact (παρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σημείο 112).
74 – Απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 68).
75 – Απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψεις 69 και 70).
76 – Όσον αφορά την ανάγκη αποτελεσματικής αποτροπής των καταχρήσεων, βλ. τις αποφάσεις Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 101, καθώς και σκέψεις 65, 80 και 92) και Impact (παρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 70).
77 – Απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 105).
78 – Απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψεις 99 και 105).
79 – Απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 24).
80 – Απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψεις 100 και 105)· βλ. επίσης τις παρατεθείσες στην υποσημείωση 60 αποφάσεις Marrosu και Sardino (σκέψη 49) και Vassallo (σκέψη 34).
81 – Αποφάσεις Marrosu και Sardino (σκέψη 55) και Vassallo (σκέψη 40), παρατεθείσες στην υποσημείωση 60.
82 – Η προσθήκη της φράσης «τουλάχιστον μέχρι τη θέση σε ισχύ του προεδρικού διατάγματος 164/2004» στην απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 100) αποτελεί ένδειξη ότι το Δικαστήριο θεωρεί ότι η αξιολόγηση της κατάστασης σε σχέση με την εθνική νομοθεσία ενδέχεται να είναι διαφορετική μετά την έναρξη της ισχύος του προεδρικού αυτού διατάγματος.
83 – Βλ. σημείο 85 των προτάσεών μου.
84 – Όσον αφορά την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των κυρώσεων, ισχύουν τα εκτεθέντα ανωτέρω στο σημείο 92 των προτάσεών μου.
85 – Αποφάσεις Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 91) και Marrosu και Sardino (παρατεθείσα στην υποσημείωση 60, σκέψη 47).
86 – Αποφάσεις Marrosu και Sardino (σκέψη 48) και Vassallo (σκέψη 33), παρατεθείσες στην υποσημείωση 60.
87 – Τρίτη παράγραφος του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου· βλ. επίσης σημείο 10 των γενικών παρατηρήσεων της εν λόγω συμφωνίας.
88 – Βλ. επί του όλου ζητήματος τις προτάσεις μου στην υπόθεση Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σημεία 84 έως 86) και τις ενιαίες προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro της 20ής Σεπτεμβρίου 2005 στις υποθέσεις Marrosu, Sardino και Vasallo (Συλλογή 2006, σ. I-7215, σημεία 42 και 43).
89 – Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, τις αποφάσεις της 10ης Απριλίου 1984, 14/83, von Colson και Kamann (Συλλογή 1984, σ. 1891, σκέψη 26), της 5ης Οκτωβρίου 2004, C-397/01 έως C-403/01, Pfeiffer κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I‑8835, σκέψη 113), Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 108) και Impact (παρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 98).
90 – Αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2005, C‑105/03, Pupino (Συλλογή 2005, σ. I‑5285, σκέψεις 44 και 47), Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 110) και Impact (παρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 100).
91 – Αποφάσεις Pfeiffer (παρατεθείσα στην υποσημείωση 89, σκέψεις 115, 116, 118 και 119), Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 111) και Impact (παρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 101)· παρόμοιο περιεχόμενο είχε και η απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-106/89, Marleasing (Συλλογή 1990, σ. I-4135, σκέψη 8), με την οποία το Δικαστήριο τόνισε ότι το εθνικό δικαστήριο που καλείται να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο «οφείλει να πράξει τούτο κατά το μέτρο του δυνατού υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας».
92 – Αποφάσεις Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 102), Marrosu και Sardino (παρατεθείσα στην υποσημείωση 60, σκέψη 53) και Vassallo (παρατεθείσα στην υποσημείωση 60, σκέψη 38).
93 – Απόφαση Von Colson και Kamann (παρατεθείσα στην υποσημείωση 89, σκέψη 28)· βλ. επίσης αποφάσεις της 4ης Φεβρουαρίου 1988, 157/86, Murphy κ.λπ. (Συλλογή 1988, σ. 673, σκέψη 11), και της 11ης Ιανουαρίου 2007, C‑208/05, ITC (Συλλογή 2007, σ. I-181, σκέψη 68).
94 – Βλ. την απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, C-6/90 και C-9/90, Francovich κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. I-5357, σκέψεις 30 έως 46), και την πάγια έκτοτε νομολογία· βλ. επίσης τις αποφάσεις Αδενέλερ κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 112) και της 19ης Απριλίου 2007, C‑356/05, Farrell (Συλλογή 2007, σ. I‑3067, σκέψη 43).
95 – Οι διατάξεις των οδηγιών που παράγουν άμεσο αποτέλεσμα μπορούν επίσης να προβάλλονται έναντι του Δημοσίου υπό την ιδιότητά του ως εργοδότη· βλ., μεταξύ πολλών άλλων, τις αποφάσεις της 26ης. Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 49), και της 20ής Μαρτίου 2003, C-187/00, Kutz-Bauer (Συλλογή 2003, σ. I‑2741, σκέψεις 31 και 71).
96 – Απόφαση Impact (παρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψεις 69 έως 80).
97 – Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου μπορούν να έχουν απευθείας εφαρμογή ακόμη και στην περίπτωση που χρησιμοποιούν αόριστες νομικές έννοιες: βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση Impact (παρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σημείο 98, όπου παρατίθεται περαιτέρω νομολογία).
98 – Απόφαση Mangold (παρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 52)· βλ. επίσης το σημείο 67 των σημερινών προτάσεών μου.
Full & Egal Universal Law Academy