ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 23ης Σεπτεμβρίου 2008 (1)
Υπόθεση C-388/07
The Incorporated Trustees of the National Συμβούλιο on Ageing (Age Concern England)
κατά
Secretary of State for Business, Enterprise and Regulatory Reform
[Αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Administrative Court) (Ηνωμένο Βασίλειο)]
«Οδηγία 2000/78/ΕΚ – Άρθρο 6, παράγραφος 1 – Δυσμενής διάκριση λόγω ηλικίας – Αυτεπάγγελτη συνταξιοδότηση – Εθνική νομοθεσία επιτρέπουσα στους εργοδότες να απολύουν τους υπαλλήλους ηλικίας 65 ετών και άνω λόγω συνταξιοδοτήσεως – Δικαιολόγηση»
I – Εισαγωγή
1. Με διάταξη της 24ης Ιουλίου 2007 (2), το High Court of Justice (Queen’s Bench Division, Administrative Court) (Ηνωμένο Βασίλειο) υπέβαλε στο Δικαστήριο διάφορα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και στην εργασία (3). Με τα ερωτήματά του το High Court επιδιώκει κατ’ ουσίαν να προσδιορίσει αν η οδηγία αυτή εμποδίζει εθνική νομοθεσία που ενσωματώνει στο εθνικό δίκαιο τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας σχετικά με τη δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας που επιτρέπει στους εργοδότες, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να συνταξιοδοτήσουν αυτεπαγγέλτως τους εργαζομένους ηλικίας 65 ετών και άνω.
2. Το ζήτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο προσφυγής που άσκησε η Incorporated Trustees of the National Council on Ageing (στο εξής: Age Concern England) (φιλανθρωπική οργάνωση προώθησης της ευημερίας των ηλικιωμένων) κατά του Secretary of State for Business, Enterprise and Regulatory Reform, με την οποία η Age Concern England αμφισβητεί τη νομιμότητα της νομοθεσίας αυτής.
3. Στην υπόθεση αυτή, η οποία, κατόπιν των υποθέσεων Mangold (4), Lindorfer (5), Palacios de la Villa (6) και Bartsch (7), θα συμβάλει στη διαμόρφωση της νομολογίας επί της δυσμενούς διακρίσεως λόγω ηλικίας, καλείται το Δικαστήριο να διασαφηνίσει περαιτέρω τις υποχρεώσεις των κρατών μελών σχετικά με την απαγόρευση της δυσμενούς διακρίσεως λόγω ηλικίας που προβλέπει το άρθρο 2 της οδηγίας 2000/78 και, ειδικότερα, τον βαθμό ακρίβειας με τον οποίο η απαγόρευση αυτή πρέπει να ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο.
II – Το νομικό πλαίσιο
A – Το κοινοτικό δίκαιο
4. Η οδηγία 2000/78 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 13 ΕΚ. Η πρώτη, η δέκατη, η τέταρτη και η εικοστή πέμπτη αιτιολογική της σκέψη έχουν ως εξής:
«1) Κατά το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές για όλα τα κράτη μέλη και σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
[…]
14) Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις εθνικές διατάξεις σχετικά με τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδότησης.
[…]
25) Η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την πραγματοποίηση των στόχων που καθορίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση και για την ενθάρρυνση της ποικιλομορφίας στην απασχόληση εντούτοις, η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας μπορεί να δικαιολογείται υπό ορισμένες περιστάσεις και, συνεπώς, απαιτούνται ειδικές διατάξεις οι οποίες μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με την κατάσταση των κρατών μελών. Συνεπώς, ο διαχωρισμός μεταξύ της διαφορετικής μεταχείρισης που δικαιολογείται με βάση θεμιτούς στόχους των πολιτικών απασχόλησης, αγοράς εργασίας και επαγγελματικής κατάρτισης και των απαγορευμένων διακρίσεων είναι ουσιαστικής σημασίας.»
5. Το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78 αναφέρει ότι σκοπός της οδηγίας είναι:
«[…] η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη.»
6. Το άρθρο 2, το οποίο ορίζει την έννοια της διακρίσεως, έχει ως εξής:
«1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1.
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1:
α) συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο,
β) συντρέχει έμμεση διάκριση όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική ενδέχεται να προκαλέσει μειονεκτική μεταχείριση ενός προσώπου μιας ορισμένης θρησκείας ή πεποιθήσεων, με μια ορισμένη ειδική ανάγκη, μιας ορισμένης ηλικίας, ή ενός ορισμένου γενετήσιου προσανατολισμού, σε σχέση με άλλα άτομα εκτός εάν,
i) η εν λόγω διάταξη, κριτήριο ή πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία, ή
ii) για τα πρόσωπα με κάποιο μειονέκτημα, ο εργοδότης ή κάθε πρόσωπο ή οργανισμός έναντι του οποίου ισχύει η παρούσα οδηγία, υποχρεούται, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, να λάβει κατάλληλα μέτρα, ανταποκρινόμενα στην αρχή που θέτει το άρθρο 5, με σκοπό την εξάλειψη των μειονεκτημάτων που συνεπάγεται η εν λόγω διάταξη, κριτήριο ή πρακτική.
[…]»
7. Το άρθρο 6 αναφέρεται στη δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας:
«1. Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.
Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει:
α) την καθιέρωση ειδικών συνθηκών για την πρόσβαση στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, για την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής, για τους νέους, τους ηλικιωμένους και τους εργαζομένους που συντηρούν άλλα πρόσωπα, προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται η προστασία τους,
β) τον καθορισμό ελάχιστων όρων ηλικίας, επαγγελματικής εμπειρίας ή αρχαιότητας στην απασχόληση για την πρόσβαση στην απασχόληση ή σε ορισμένα πλεονεκτήματα που συνδέονται με την απασχόληση,
γ) τον καθορισμό ανώτατου ορίου ηλικίας για την πρόσληψη, με βάση την απαιτούμενη κατάρτιση για τη συγκεκριμένη θέση εργασίας ή την ανάγκη εύλογης περιόδου απασχόλησης πριν από τη συνταξιοδότηση.
2. Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι δεν συνιστά διάκριση λόγω ηλικίας, όσον αφορά τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, ο καθορισμός ηλικίας για την ένταξη ή την αποδοχή σε παροχές συνταξιοδότησης ή αναπηρίας, συμπεριλαμβανομένου και του καθορισμού για τα καθεστώτα αυτά διαφορετικού ορίου ηλικίας για εργαζόμενους ή για ομάδες ή κατηγορίες εργαζομένων και της χρήσης στο πλαίσιο των συστημάτων αυτών κριτηρίων ηλικίας στους αναλογιστικούς υπολογισμούς, υπό τον όρο ότι αυτό δεν καταλήγει σε διακρίσεις λόγω φύλου.»
B – Η συναφής εθνική νομοθεσία
8. Η διάταξη περί παραπομπής αναφέρει ότι, πριν από την 1η Οκτωβρίου 2006, δεν υπήρχαν στο Ηνωμένο Βασίλειο νομοθετικές διατάξεις απαγορεύουσες τις διακρίσεις λόγω ηλικίας στον τομέα της πρόσληψης και της απασχόλησης. Οι εργοδότες είχαν το δικαίωμα να απολύουν εργαζομένους οι οποίοι είχαν συμπληρώσει τη συνήθη ηλικία συνταξιοδότησης ή, ελλείψει τέτοιας ηλικίας, την ηλικία των 65 ετών. Τα άρθρα 109 και 156 του νόμου του 1996 περί των δικαιωμάτων των εργαζομένων (Employment Rights Act 1996, στο εξής: νόμος του 1996) όριζαν ότι οι εργαζόμενοι δεν μπορούσαν να απαιτήσουν καμιά αποζημίωση λόγω απολύσεως υπό τις περιστάσεις αυτές.
9. Στις 3 Απριλίου 2006, το Ηνωμένο Βασίλειο ενσωμάτωσε την οδηγία 2000/78 εκδίδοντας την κανονιστική απόφαση Employment Equality (Age) Regulations 2006, SI 1031/2006 (στο εξής: κανονιστική απόφαση).
10. Το άρθρο 3 της κανονιστικής αποφάσεως ορίζει την άμεση και έμμεση διάκριση κατά το εθνικό δίκαιο. Το άρθρο αυτό έχει ως εξής:
«(1) Κατά την έννοια της παρούσας κανονιστικής αποφάσεως, ένα πρόσωπο (Α) εφαρμόζει διακρίσεις σε βάρος ενός άλλου προσώπου (B) όταν
(α) λόγω της ηλικίας του B, ο A μεταχειρίζεται τον B κατά τρόπο λιγότερο ευνοϊκό απ’ ό,τι μεταχειρίζεται ή θα μεταχειριζόταν άλλα πρόσωπα, ή
(β) ο A εφαρμόζει στον B κάποια διάταξη, κριτήριο ή πρακτική την οποία επίσης εφαρμόζει ή θα εφάρμοζε και σε άλλα πρόσωπα που δεν ανήκουν στην ίδια ηλικιακή ομάδα με τον Β, αλλά
(i) η οποία θέτει ή θα έθετε πρόσωπα της ίδιας ηλικιακής ομάδας με τον Β σε δυσμενέστερη θέση σε σύγκριση με άλλα πρόσωπα, και
(ii) η οποία θέτει τον Β στη δυσμενέστερη αυτή θέση,
και ο A δεν είναι σε θέση να αποδείξει ότι η μεταχείριση ή, ενδεχομένως, η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική συνιστούν ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό μέσα.»
11. Κατ’ εξαίρεση, το άρθρο 30 της κανονιστικής αποφάσεως ορίζει:
«(1) Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στους εργαζομένους κατά την έννοια του άρθρου 230, παράγραφος 1, του νόμου του 1996 στα πρόσωπα στην υπηρεσία του Στέμματος, στα μέλη του House of Commons [της Βουλής των Κοινοτήτων] και στα μέλη του House of Lords [της Βουλής των Λόρδων].
(2) Καμία διάταξη των μερών 2 και 3 δεν επιτρέπει να θεωρηθεί παράνομη η απόλυση προσώπου που υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος άρθρου, κατά τη συμπλήρωση ηλικίας 65 ετών ή άνω, όταν ο λόγος της απόλυσης συνίσταται στη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδότησης.
(3) Κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, το ζήτημα αν ο λόγος της απόλυσης είναι η συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδότησης ή άλλος κρίνεται κατά τα άρθρα 98ZA έως 98ZF του νόμου του 1996.»
12. Κατά το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 30 έχει ως συνέπεια ότι το εθνικό δίκαιο δεν επιτρέπει σε εργαζόμενο ο οποίος είναι 65 ετών ή έχει υπερβεί την ηλικία αυτή, να ισχυριστεί ότι η απόλυσή του συνιστά παράνομη διάκριση λόγω ηλικίας όταν «ο λόγος της απόλυσης συνίσταται στη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδότησης».
13. Το ζήτημα αν ο λόγος της απόλυσης συνίσταται ή όχι στη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδότησης προσδιορίζεται με εφαρμογή των κριτηρίων του παραρτήματος 8 της κανονιστικής αποφάσεως. Τα κριτήρια αυτά διαφοροποιούνται αναλόγως του αν ο εργαζόμενος είναι 65 ετών η άνω, αν ο εργοδότης έχει θεσπίσει συνήθη ηλικία συνταξιοδότησης καθώς επίσης αν ο εργοδότης τήρησε την προβλεπόμενη στο παράρτημα 6 της κανονιστικής αποφάσεως διαδικασία.
14. Έτσι, σύμφωνα με το παράρτημα 6, ο εργοδότης, ο οποίος προτίθεται να επικαλεσθεί ότι «ο λόγος της απόλυσης συνίσταται σε συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδότησης» προκειμένου να κάνει χρήση του άρθρου 30, οφείλει να παράσχει στον εργαζόμενο προθεσμία από 6 μήνες έως 1 έτος πριν τη σχεδιαζόμενη απόλυση και να τον πληροφορήσει για το δικαίωμά του να ζητήσει να μην απολυθεί λόγω συμπλήρωσης της ηλικίας συνταξιοδότησης. Ο εργαζόμενος έχει τότε δικαίωμα να ζητήσει επισήμως να μην απολυθεί λόγω συμπλήρωσης της ηλικίας συνταξιοδότησης, το αίτημα δε αυτό πρέπει να εξετασθεί από τον εργοδότη σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο παράρτημα 6 διαδικασία.
15. Το άρθρο 7, παράγραφος 4, της κανονιστικής αποφάσεως συμπληρώνει το άρθρο 30 παρέχοντας στον εργοδότη τη δυνατότητα να εφαρμόζει, κατά την πρόσληψη, διακρίσεις λόγω ηλικίας σε βάρος προσώπων που έχουν συμπληρώσει ή υπερβεί το 65ο έτος ηλικίας, στην περίπτωση κατά την οποία το άρθρο 30 θα ετύγχανε εφαρμογής αν ο εργαζόμενος προσλαμβανόταν. Το άρθρο 7 ορίζει:
«1. Απαγορεύεται στον εργοδότη να εφαρμόζει όσον αφορά την απασχόληση από αυτόν σε επιχείρηση στη Μεγάλη Βρετανία διακρίσεις σε βάρος ενός προσώπου
(α) κατά τις προπαρασκευαστικές ενέργειες στις οποίες προβαίνει προκειμένου να αποφασίσει σε ποιον θα προσφέρει απασχόληση
(β) [...]
(γ) αρνούμενος να προσφέρει ή μη προσφέροντας σκόπιμα σε αυτόν απασχόληση.
[…]
4. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 5, η παράγραφος l, στοιχεία α΄ και γ΄, δεν εφαρμόζεται στα πρόσωπα
(α) των οποίων η ηλικία υπερβαίνει τη θεσπιζόμενη από τον εργοδότη συνήθη ηλικία συνταξιοδότησης ή, εφόσον ο εργοδότης δεν έχει καθορίσει τέτοια συνήθη ηλικία, την ηλικία των 65 ετών, ή
(β) τα οποία εντός έξι μηνών από την πρόσληψή τους από τον εργοδότη συμπληρώνουν τη θεσπιζόμενη από τον εργοδότη συνήθη ηλικία συνταξιοδότησης ή, εφόσον ο εργοδότης δεν έχει καθορίσει τέτοια συνήθη ηλικία, την ηλικία των 65 ετών.
5. Η παράγραφος 4 εφαρμόζεται μόνο στα πρόσωπα στα οποία, αν είχαν προσληφθεί από τον εργοδότη, θα μπορούσε να εφαρμοστεί το άρθρο 30 (εξαίρεση περί απολύσεως λόγω ηλικίας συνταξιοδότησης).
[…]
8. Η αναφερόμενη στην παράγραφο 4 “συνήθης ηλικία συνταξιοδότησης” είναι η ηλικία των 65 ετών ή άνω, η οποία ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 98ZH του νόμου του 1996.»
III – Ιστορικό, διαδικασία και υποβληθέντα ερωτήματα
16. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η Age Concern England, είναι φιλανθρωπική οργάνωση που έχει ως σκοπό την προώθηση της ευημερίας των ηλικιωμένων. Με την προσφυγή της, η Age Concern England ζητεί να αναγνωρισθούν ως παράνομες ορισμένες διατάξεις των άρθρων 3, 7 και 30 της κανονιστικής αποφάσεως επειδή δεν ενσωματώνουν ορθά την οδηγία 2000/78.
17. Προβάλλει ειδικότερα ότι τα άρθρα 7, παράγραφοι 4 και 5, και 30 εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78 και στην απαγόρευση της παράνομης διακρίσεως λόγω ηλικίας που προβλέπει και ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής δεν παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να καθιερώσουν ένα γενικό λόγο αιτιολογήσεως των άμεσων διακρίσεων λόγω ηλικίας όπως εκείνος που προβλέπεται στο άρθρο 3 της κανονιστικής αποφάσεως. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας παρέχει αποκλειστικά τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να θεσπίσουν ειδικές διατάξεις διαλαμβάνουσες τον πίνακα των περιπτώσεων διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας αυτών των διακρίσεων που μπορούν να δικαιολογηθούν όταν είναι ανάλογες με τον νόμιμο σκοπό που επιδιώκεται. Η Age Concern England θεωρεί εξάλλου ότι τα κριτήρια αντικειμενικής δικαιολογήσεως που διαλαμβάνει το άρθρο 6 της οδηγίας 2000/78 είναι κατ’ ουσίαν διαφορετικά των κριτηρίων αντικειμενικής δικαιολογήσεως κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της εν λόγω οδηγίας και το απαιτούμενο επίπεδο αντικειμενικής δικαιολογήσεως δεν έχει επιτευχθεί στην υπόθεση της κύριας δίκης.
18. Οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου αμφισβητούν την άποψη αυτή και προβάλλουν ότι οι βαλλόμενες διατάξεις της κανονιστικής αποφάσεως δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78 και, σε κάθε περίπτωση, είναι σύμφωνες προς το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής.
19. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το High Court ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«Όσον αφορά την οδηγία 2000/78 […]
Εθνικές διατάξεις σχετικές με τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδότησης και το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας
1) Εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας εθνικές διατάξεις οι οποίες επιτρέπουν στους εργοδότες να απολύουν εργαζομένους ηλικίας 65 ετών ή άνω λόγω συμπλήρωσης της ηλικίας συνταξιοδότησης;
2) Εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας εθνικές διατάξεις οι οποίες επιτρέπουν στους εργοδότες να απολύουν εργαζομένους ηλικίας 65 ετών ή άνω λόγω συμπλήρωσης της ηλικίας συνταξιοδότησης, σε περίπτωση κατά την οποία οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν μετά την έκδοση της οδηγίας;
3) Λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων στα ανωτέρω ερωτήματα 1 και 2
– θα μπορούσαν να θεωρηθούν το άρθρο 109 και/ή το άρθρο 156 του νόμου του 1996, και/ή
– μπορούν να θεωρηθούν τα άρθρα 30 και 7, σε συνδυασμό με τα παραρτήματα 8 και 6, της κανονιστικής αποφάσεως,
ως εθνικές διατάξεις σχετικά με τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδότησης κατά την έννοια της αιτιολογικής σκέψης 14 [της οδηγίας];
Ως προς την άμεση διάκριση λόγω ηλικίας και τους δικαιολογητικούς λόγους
4) Επιτρέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση, εφόσον αποδεικνύεται ότι αποτελεί μέσο ανάλογο για την επίτευξη ενός θεμιτού σκοπού ή, [αντίθετα], υποχρεώνει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας τα κράτη μέλη να ορίζουν ρητώς τις περιπτώσεις διαφορετικής μεταχείρισης που δικαιολογούνται κατά τα ανωτέρω, δι’ αναγραφής σε κατάλογο ή με άλλο τρόπο ανάλογο κατά τη μορφή και το περιεχόμενο προς τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας;
Ως προς τις προϋποθέσεις δικαιολόγησης της άμεσης και έμμεσης διάκρισης
5) Υφίσταται ουσιώδης πρακτική διαφορά και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, σε τί συνίσταται αυτή, μεταξύ των προϋποθέσεων του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας, όσον αφορά τη δικαιολόγηση των έμμεσων διακρίσεων και εκείνων του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, όσον αφορά τη δικαιολόγηση των άμεσων διακρίσεων λόγω ηλικίας;»
IV – Νομική ανάλυση
A – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
20. Ενώ η εκδοθησόμενη απόφαση στην υπόθεση της κύριας δίκης μπορεί, όπως υπογράμμισε η Age Concern England με τις παρατηρήσεις της, να είναι πολύ σημαντική για το υφιστάμενο στο Ηνωμένο Βασίλειο συνταξιοδοτικό σύστημα και να έχει σημαντική επίπτωση σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων σχετικών με την αυτεπάγγελτη συνταξιοδότηση που εκκρεμούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων του Ηνωμένου Βασιλείου, η εμβέλεια της υπό κρίση προδικαστικής υποθέσεως είναι στην πραγματικότητα σχετικά περιορισμένη.
21. Ειδικότερα, με την απόφαση του περί παραπομπής, το High Court συνειδητά απέφυγε να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του συμβατού μεταξύ της οδηγίας 2000/78 και του είδους της εθνικής νομοθεσίας που είναι επίδικη στην κύρια δίκη, η οποία επιτρέπει στους εργοδότες να απολύουν τους υπαλλήλους ηλικίας 65 ετών ή άνω για συνταξιοδοτικούς λόγους. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο δεν υπέβαλε στο Δικαστήριο ουσιώδεις πληροφορίες που θα επέτρεπαν να εκτιμηθεί αν οι κανόνες αυτοί μπορούν να δικαιολογηθούν κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας. Ούτε έχουν συζητηθεί λεπτομερώς από τους διαδίκους στην παρούσα διαδικασία οι πιθανοί στόχοι που επιδιώκονται με τους επίδικους εθνικούς κανόνες ή ο ανάλογος χαρακτήρας των μέτρων αυτών.
22. Αντιθέτως, όπως ορθώς παρατηρούν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το High Court υπέβαλε στο Δικαστήριο ερωτήματα εντελώς ειδικά τα οποία έχουν ειδικότερα ως στόχο να του επιτρέψουν να ρυθμίσει ορισμένα ζητήματα που έχει εγείρει η Age Concern England και να προβεί στη δική του αξιολόγηση της συμφωνίας της κανονιστικής αποφάσεως προς την οδηγία 2000/78.
23. Προς τούτο, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν, με τα ερωτήματά του 1, 2 και 3 τα οποία, κατ’ εμέ, μπορούν να εξετασθούν από κοινού, αν η νομοθεσία αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78. Το ερώτημα αυτό μπορεί να επιλυθεί γρήγορα αν ληφθεί υπόψη η απόφαση Palacios de la Villa (8).
24. Τα εναπομένοντα δύο ερωτήματα είναι στενά συνδεδεμένα καθόσον αμφότερα αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 6 της οδηγίας 2000/78 και τη συμβατότητα μεταξύ του άρθρου αυτού και νομοθεσίας όπως της επίδικης στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, πρώτον, να πληροφορηθεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να ορίζουν τις περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως που είναι δυνατό να δικαιολογούνται κατά το άρθρο 6. Δεύτερον, διερωτάται ως προς τα κριτήρια δικαιολογήσεως των άμεσων διακρίσεων λόγω ηλικίας.
25. Πάντως, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, κληθέν να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμες απαντήσεις, είναι αρμόδιο να παράσχει ενδείξεις ικανές να δώσουν τη δυνατότητα στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί, στο μέτρο που η δικογραφία της υποθέσεως της κύριας δίκης και οι γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που του υποβλήθηκαν του το επιτρέπουν (9).
B – Η ηλικία συνταξιοδοτήσεως κατά το εθνικό δίκαιο και το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78 [ερωτήματα 1, 2 και 3]
26. Με τα ερωτήματά του 1), 2) και 3), το αιτούν δικαστήριο ζητεί ουσιαστικά να πληροφορηθεί αν οι εθνικές διατάξεις σχετικά με τη συνταξιοδότηση, όπως η κανονιστική απόφαση, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα απολύσεως λόγω συνταξιοδοτήσεως ενός προσώπου ηλικίας 65 ετών ή άνω, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78.
1. Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
27. Στην παρούσα υπόθεση, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι Age Concern England, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή. Με εξαίρεση την Ιταλική Κυβέρνηση, οι διάδικοι αυτοί αντιπροσωπεύθηκαν επίσης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία πραγματοποιήθηκε στις 2 Ιουλίου 2008.
28. Όλοι οι διάδικοι είναι κατ’ ουσίαν σύμφωνοι ως προς το γεγονός ότι από την απόφαση Palacios de la Villa (10) προκύπτει σαφώς ότι οι εθνικές διατάξεις σχετικά με την ηλικία συνταξιοδοτήσεως όπως η κανονιστική απόφαση εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78. Ωστόσο, η Ιταλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, στο μέτρο που το ερώτημα iii πρέπει να νοηθεί ότι αφορά την ερμηνεία μιας διατάξεως εθνικού δικαίου, αυτό πρέπει να κριθεί απαράδεκτο.
2. Ανάλυση
29. Η οδηγία 2000/78 αποβλέπει στη δημιουργία ενός γενικού πλαισίου για να διασφαλίσει σε κάθε πρόσωπο ίση μεταχείριση «στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας», προσφέροντας σ’ αυτό αποτελεσματική προστασία κατά των διακρίσεων που στηρίζονται σε έναν από τους λόγους του άρθρου 1 της οδηγίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ηλικία (11).
30. Το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78 ορίζεται λεπτομερώς στο άρθρο 3 αυτής. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της εν λόγω οδηγίας, αυτή εφαρμόζεται, εντός των ορίων των εξουσιών που απονέμονται στην Κοινότητα, «σε όλα τα πρόσωπα […] όσον αφορά τις εργασιακές συνθήκες και τους όρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων των απολύσεων και των αμοιβών».
31. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τη 14η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/78, η οποία πρέπει να συνεκτιμηθεί στο πλαίσιο της ερμηνείας της εν λόγω οδηγίας, η τελευταία δεν θίγει τις εθνικές διατάξεις σχετικά με την ηλικία συνταξιοδότησης.
32. Πάντως, με την απόφαση Palacios de la Villa, το Δικαστήριο ερμήνευσε την αιτιολογική αυτή σκέψη στενά κρίνοντας ότι «απλώς διευκρινίζει ότι η οδηγία δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών να καθορίζουν ηλικίες συνταξιοδοτήσεως» και ότι «ουδόλως κωλύει την εφαρμογή της οδηγίας αυτής επί εθνικών μέτρων που διέπουν τους όρους λύσεως μιας σύμβασης εργασίας οσάκις έχει συμπληρωθεί η καθορισθείσα ηλικία συνταξιοδοτήσεως» (12).
33. Βάσει των αρχών αυτών, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση Palacios de la Villa, ότι η επίδικη νομοθεσία στην υπόθεση αυτή, η οποία θεωρούσε έγκυρη την αυτοδικαία λύση της σχέσεως εργασίας που είχε συναφθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου εφόσον ο τελευταίος είχε συμπληρώσει το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, επηρεάζει τη διάρκεια της σχέσεως εργασίας που συνδέει τα μέρη καθώς και, γενικότερα, την άσκηση από τον εργαζόμενο της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, εμποδίζοντας τη συμμετοχή του στην ενεργό ζωή, και ότι μια τέτοια νομοθεσία έπρεπε, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί ως θεσπίζουσα κανόνες που αφορούν τις «εργασιακές συνθήκες και τους όρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων […] των απολύσεων και των αμοιβών», κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2000/78 (13).
34. Είναι προφανές ότι η ίδια συλλογιστική εφαρμόζεται σε νομοθεσία όπως η επίδικη στην προκειμένη περίπτωση η οποία παρέχει τη δυνατότητα στους εργοδότες να απολύουν τους εργαζομένους ηλικίας 65 ετών και άνω όταν ο λόγος απολύσεως είναι η συνταξιοδότηση.
35. Κατά συνέπεια, πρέπει στα ερωτήματα 1) έως 3) να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2000/78 εφαρμόζεται στις εθνικές διατάξεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα στους εργοδότες να απολύσουν τους εργαζομένους ηλικίας 65 ετών ή άνω λόγω συνταξιοδοτήσεως.
Γ – Η απαίτηση ειδικής δικαιολογήσεως [τέταρτο ερώτημα]
36. Με το τέταρτο ερώτημα, με το οποίο το αιτούν δικαστήριο ζητεί προφανώς τον ορισμό της διακρίσεως λόγω ηλικίας για τους σκοπούς των διατάξεων του εθνικού δικαίου του άρθρου 3 της γενικής αποφάσεως, το High Court ζητεί κατ’ ουσίαν να πληροφορηθεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 επιτρέπει τη γενική δικαιολόγηση για τη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας, όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 της γενικής αποφάσεως, ή αν το άρθρο αυτό επιβάλλει στα κράτη μέλη να καθορίζουν τις περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως που είναι δυνατό να δικαιολογούνται, δι’ αναγραφής σε κατάλογο ή με άλλο τρόπο ανάλογο κατά τη μορφή και το περιεχόμενο προς τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
1. Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
37. Κατά την Age Concern England, το άρθρο 3 της γενικής αποφάσεως θέτει τρία προβλήματα. Δεν προβαίνει σε καμιά διάκριση μεταξύ των δικαιολογητικών λόγων που στηρίζονται στο άρθρο 6 και εκείνων που στηρίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2000/78· δεν εξηγεί ποιες είναι οι περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως που στηρίζονται στην ηλικία που μπορούν εν δυνάμει να δικαιολογηθούν· τέλος, δεν αναφέρει ποιοι στόχοι μπορούν να δικαιολογήσουν τέτοιες περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως.
38. Όσον αφορά ειδικότερα το τέταρτο ερώτημα, η Age Concern England φρονεί ότι η απαγόρευση της διακρίσεως λόγω ηλικίας που θέτει σε εφαρμογή η οδηγία 2000/78 συνιστά μια ειδική πτυχή του θεμελιώδους δικαιώματος ίσης μεταχειρίσεως και όλες οι εξαιρέσεις από την αρχή αυτή πρέπει να δικαιολογούνται σαφώς. Επιπλέον, μόνο στις πλέον εξαιρετικές περιπτώσεις η άμεση διάκριση, η οποία άλλως θα συνιστούσε προσβολή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, μπορεί να δικαιολογηθεί.
39. Θεωρεί ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο στενής ερμηνείας ώστε να περιορίσει τις περιστάσεις υπό τις οποίες η δικαιολόγηση επιτρέπεται. Κατά την προσφεύγουσα της κύριας δίκης, προβλέποντας, στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ έως γ΄, της εν λόγω οδηγίας, έναν επεξηγηματικό κατάλογο των αντικειμενικών και νόμιμων δικαιολογήσεων, ο κοινοτικός νομοθέτης ήθελε να επιβάλει στα κράτη μέλη υποχρέωση να εκθέτουν, στις διατάξεις περί ενσωματώσεως της οδηγίας, έναν ειδικό κατάλογο των περιπτώσεων διαφορετικής μεταχειρίσεως που μπορούσαν να δικαιολογηθούν από ένα νόμιμο στόχο. Αυτή η άποψη επιρρωννύεται από την 25η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/78. Αντιθέτως, η εν λόγω οδηγία δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος να θεσπίσει νομοθετικές διατάξεις κατά τις οποίες η (μη οριζόμενη) διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας δεν συνιστά διάκριση αν αυτή θεωρείται ως μέσο ανάλογο προς επίτευξη του νόμιμου σκοπού.
40. Ως γενική παρατήρηση, το Ηνωμένο Βασίλειο παρατηρεί ότι η Age Concern England προσπαθεί, κατά τρόπο απρόσφορο, να διευρύνει το περιεχόμενο του προδικαστικού ερωτήματος το οποίο, ωστόσο, περιορίζεται από τα ειδικά ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το High Court. Τονίζει ότι το λεπτομερές σύστημα συνταξιοδοτήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και το ζήτημα αν το σύστημα αυτό είναι αναλογικό και δικαιολογείται, πράγμα που συνεπάγεται πολλές περίπλοκες εκτιμήσεις, δεν αμφισβητούνται, αυτά καθεαυτά, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Αμφισβητεί επίσης το ότι η πρόσβαση στη δικαιοσύνη είναι αδύνατη, όπως φαίνεται να υποβάλλει η Age Concern England. Ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται σε σύγχυση μεταξύ, αφενός, της υποχρεώσεως να λαμβάνεται μέριμνα, σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 2000/78, όπως οι δικαστικές διαδικασίες που αποβλέπουν στην τήρηση των υποχρεώσεων οι οποίες απορρέουν από την εν λόγω οδηγία είναι προσβάσιμες και, αφετέρου, του δικαιώματος των κρατών μελών, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, να μη θεωρούν ορισμένες περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας ως παράνομη διάκριση.
41. Όσον αφορά το τέταρτο ερώτημα, το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητεί την ερμηνεία που προτείνει η Age Concern England και φρονεί ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να ορίζουν, με κατάλογο ή οποιοδήποτε άλλο μέτρο το οποίο να είναι ανάλογο κατά τη μορφή και το περιεχόμενο προς τον κατάλογο του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, τις περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως που μπορούν να δικαιολογούνται, ως μέσο ανάλογο προς επίτευξη νόμιμου σκοπού κατά την έννοια της διατάξεως αυτής. Προς στήριξη της απόψεώς του, το Ηνωμένο Βασίλειο παραπέμπει στη διατύπωση του άρθρου 6, παράγραφος 1, και στην 24η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, στην απόφαση Palacios de la Villa (14), στη γένεση της οδηγίας 2000/78 και στο περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη για την εφαρμογή των οδηγιών σύμφωνα με το άρθρο 249 ΕΚ. Κατά τη σύνταξη του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, ο κοινοτικός νομοθέτης είχε πλήρη συνείδηση του ότι δεν θα ήταν πραγματιστικό να ορίσει εκ των προτέρων τις καταστάσεις στις οποίες οι περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας μπορούν να δικαιολογούνται. Είναι ακόμη περισσότερο απρόσφορο να επιβάλλεται στα κράτη μέλη να καταρτίσουν έναν τέτοιο κατάλογο.
42. Η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί επίσης ότι η ευχέρεια που παρέχεται στα κράτη μέλη για την ενσωμάτωση των οδηγιών καθιστά περιττό τον ορισμό, με ειδικό κατάλογο, των περιπτώσεων διαφορετικής μεταχειρίσεως που μπορεί να δικαιολογούνται.
43. Η Επιτροπή φρονεί ότι οποιαδήποτε προσβολή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, η οποία συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου, πρέπει να δικαιολογείται από τον στόχο του δημοσίου συμφέροντος/κοινωνικής πολιτικής. Φρονεί ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, ερμηνευόμενο υπό το φως της 25ης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας 2000/78, προβλέπει μια περιορισμένη μορφή παρεκκλίσεως από τη θεμελιώδη αυτή αρχή που μπορεί να δικαιολογείται από την ειδική εκτίμηση κοινωνικής πολιτικής την οποία εφαρμόζει συγκεκριμένο κράτος μέλος. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 προϋποθέτει, επομένως, την κατ’ ανάγκη θέσπιση ενός ειδικού εθνικού μέτρου που να αντικατοπτρίζει ένα ειδικό σύνολο περιστάσεων και στόχων. Το άρθρο 30 της κανονιστικής αποφάσεως το οποίο προβλέπει ότι η απόλυση προσώπου ηλικίας 65 ετών ή άνω είναι νόμιμη «όταν ο λόγος της απόλυσης συνίσταται στη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδότησης» συνιστά παράδειγμα ενός τέτοιου μέτρου. Ο εργοδότης εφαρμόζει, επομένως, μια εθνική πολιτική σε ειδικές περιστάσεις, αλλά η επιλογή αυτής της πολιτικής εναπόκειται στο κράτος μέλος και όχι στον εργοδότη.
2. Ανάλυση
44. Δεδομένου ότι το ερώτημα αυτό αφορά ένα πρόβλημα «νομοθετικής τεχνικής» ενσωματώσεως του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 μάλλον παρά το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής, φαίνεται σκόπιμο να αρχίσω με την υπόμνηση ορισμένων βασικών αρχών σχετικών με την έκταση της αρμοδιότητας των κρατών μελών να ενσωματώνουν τις οδηγίες.
45. Αφενός, η ίδια η διατύπωση του άρθρου 249 ΕΚ αναφέρει ότι, αφού οι οδηγίες είναι δεσμευτικές ως προς το προς επίτευξη αποτέλεσμα, τα κράτη μέλη έχουν κατ’ αρχήν την ελευθερία επιλογής ως προς τον τύπο και τα μέσα προκειμένου να διασφαλίσουν την εφαρμογή μιας οδηγίας. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο βαθμός ευελιξίας που απολαύουν τα κράτη μέλη στην εφαρμογή των οδηγιών συνεπάγεται επίσης ότι η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο μιας οδηγίας δεν απαιτεί κατ’ ανάγκη νομοθετική πράξη σε κάθε κράτος μέλος. Το Δικαστήριο επανειλημμένως έκρινε ότι δεν απαιτείται πάντοτε τυπική και κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεων της οδηγίας σε ειδική και ρητή νομοθετική διάταξη, αλλά αρκεί, σε συνάρτηση με το περιεχόμενό της, ένα γενικό νομικό πλαίσιο (15).
46. Αφετέρου, είναι προφανές ότι, ενώ τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως ως προς την επιλογή των μέσων, έχουν σε κάθε περίπτωση την υποχρέωση να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της οδηγίας σύμφωνα με τον στόχο που αυτή επιδιώκει (16).
47. Η ανάγκη διασφαλίσεως της πλήρους εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου επιβάλλει πρωτίστως στα κράτη μέλη να προσαρμόζουν τις νομοθεσίες τους προς το κοινοτικό δίκαιο και, προφανώς, να μη θεσπίζουν νέους νόμους οι οποίοι θα μπορούσαν να διακυβεύσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα μιας οδηγίας. Πάντως, πέρα από την πτυχή αυτή, μπορεί να είναι αναγκαίο, ειδικότερα στην περίπτωση κατά την οποία η οδηγία έχει σκοπό την παροχή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, να θεσπίζονται κανόνες δικαίου προκειμένου να δημιουργηθεί ακριβής, σαφής και διαφανής κατάσταση, ώστε οι ιδιώτες να μπορούν να γνωρίζουν το σύνολο των δικαιωμάτων τους και να τα επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (17).
48. Στο πλαίσιο αυτό, ο στόχος της οδηγίας 2000/78 είναι κατά το άρθρο 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, αυτής, να προσφέρει σε όλα τα πρόσωπα, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όσον αφορά τους όρους απασχόλησης και εργασίας, αποτελεσματική προστασία έναντι των διακρίσεων που στηρίζονται σε έναν από τους λόγους του άρθρου 1 αυτής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ηλικία (18).
49. Η οδηγία 2000/78 αποβλέπει, επομένως, στο να προσφέρει αποτελεσματική προστασία στα πρόσωπα, ειδικότερα στις (οριζόντιες) σχέσεις με άλλα πρόσωπα σε πλαίσια όπως αυτό της απασχόλησης, έναντι της διακρίσεως που στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην ηλικία. Από τα άρθρα 9 και 10 της οδηγίας 2000/78 και την 29η και 31η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να εξασφαλίσουν προς τούτο τα πρόσφορα μέσα έννομης προστασίας και προβλέπει αναστροφή του βάρους αποδείξεως εφόσον υπάρχει τεκμήριο διακρίσεως, καθόσον το βάρος αποδείξεως περνά από το πρόσωπο που διατείνεται ότι είναι θύμα στον εναγόμενο.
50. Λαμβάνοντας υπόψη την ουσιαστική προστασία που η οδηγία 2000/78 αποβλέπει, επομένως, να προσφέρει στα πρόσωπα κατά των περιπτώσεων διακρίσεως που απαγορεύονται από την εν λόγω οδηγία, η πλήρης εφαρμογή της οδηγίας αυτής αναμφίβολα δεν πραγματοποιείται απλώς με διασφάλιση του ότι η εθνική νομοθεσία η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής είναι όντως σύμφωνη προς τις απαιτήσεις ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας που απορρέουν από την οδηγία αυτή.
51. Αντιθέτως, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στα πρόσωπα να απολαύσουν αποτελεσματικά, στον τομέα εφαρμογής της οδηγίας 2000/78, του δικαιώματός τους περί ίσης μεταχειρίσεως και, ειδικότερα, του δικαιώματός τους να μην υποστούν την απαγορευόμενη διάκριση λόγω ηλικίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται επιπλέον, κατ’ εμέ, να θεσπίσουν στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, κανόνες που να προβλέπουν ειδικά και κατά τρόπο επαρκώς σαφή την απαγόρευση διακρίσεως λόγω ηλικίας, όπως αυτή καθιερώνεται ειδικότερα με το άρθρο 1 σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78. Νομίζω ότι το άρθρο 3 της κανονιστικής αποφάσεως φαίνεται κατ’ αρχήν ως τέτοιος κανόνας εθνικού δικαίου, στο μέτρο που προβλέπει ορισμό της διακρίσεως λόγω ηλικίας για τους σκοπούς του εθνικού δικαίου.
52. Πάντως, αντίθετα προς ό,τι φαίνεται να προτείνει το Age Concern England, νομίζω ότι η μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 2000/78 και, ειδικότερα του άρθρου 6, παράγραφος 1, αυτής, δεν έχει την αναγκαία ακρίβεια ή δεν είναι επαρκώς συγκεκριμένη για τον μόνο λόγο ότι η επίδικη εθνική νομοθεσία δεν ορίζει ειδικά τις περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως οι οποίες μπορεί να δικαιολογούνται κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78.
53. Όπως υπογράμμισε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78 απαριθμεί απλώς αρκετά παραδείγματα διαφορετικής μεταχειρίσεως προκειμένου να απεικονίσει τα είδη διαφορετικής μεταχειρίσεως που αναφέρει το πρώτο εδάφιο της διατάξεως αυτής, δηλαδή τη διαφορετική μεταχείριση που μπορεί να θεωρηθεί ως αντικειμενικά και εύλογα δικαιολογημένη από τον νόμιμο σκοπό και, επομένως, συμβατή προς τις απαιτήσεις της οδηγίας 2000/78 (19).
54. Δεν μπορεί εκ τούτου να συναχθεί ότι τα κράτη μέλη έχουν υποχρέωση να περιλαμβάνουν, στις διατάξεις τους περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, ειδικό κατάλογο των περιπτώσεων διαφορετικής μεταχειρίσεως που μπορεί να δικαιολογούνται από νόμιμο σκοπό. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη την ποικιλία των καταστάσεων στις οποίες τέτοιες περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως μπορούν να προκύψουν, είναι αναμφίβολα αδύνατο να καταρτισθεί εκ των προτέρων ένας τέτοιος κατάλογος χωρίς να περιορίζεται κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το περιεχόμενο της δικαιολογήσεως που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78.
55. Τέλος, πρέπει επίσης να έχουμε υπόψη ότι το άρθρο 3 της κανονιστικής αποφάσεως δεν καθορίζει το περιεχόμενο της απαγορεύσεως, στο εθνικό δίκαιο, της διακρίσεως λόγω ηλικίας στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας ανεξάρτητα από άλλους ειδικούς κανόνες που διέπουν ιδιαίτερες καταστάσεις και ζητήματα, όπως το άρθρο 30 της κανονιστικής αποφάσεως όσον αφορά την αυτεπάγγελτη συνταξιοδότηση.
56. Καταλήγω στο ότι εθνική νομοθεσία όπως το άρθρο 3 της κανονιστικής αποφάσεως δεν είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 για τον απλό και μόνο λόγο ότι δεν περιλαμβάνει ειδικό κατάλογο των περιπτώσεων διαφορετικής μεταχειρίσεως που επιτρέπονται.
57. Επομένως, προτείνω στο τέταρτο ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν νομοθετικές διατάξεις κατά τις οποίες η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας δεν συνιστά διάκριση αν αυτή προορίζεται να αποτελέσει ανάλογο μέσο προς επίτευξη θεμιτού σκοπού κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1. Ωστόσο, το άρθρο αυτό δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να ορίσουν τις περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως που μπορούν να δικαιολογούνται κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, δι’ αναγραφής σε κατάλογο ή με άλλο τρόπο ανάλογο κατά τη μορφή και το περιεχόμενο προς τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78.
Δ – Τα κριτήρια δικαιολογήσεως των άμεσων και έμμεσων διακρίσεων
58. Με το πέμπτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί πώς προσδιορίζεται αν τα άρθρα 7, παράγραφοι 4 και 5, και 30 της κανονιστικής αποφάσεως, στο μέτρο που επιτρέπουν στους εργοδότες να απολύουν τους υπαλλήλους ηλικίας 65 ετών και άνω όταν ο λόγος απολύσεως είναι η συνταξιοδότηση, δικαιολογούνται κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78. Προς τούτο, ζητεί να πληροφορηθεί αν υπάρχει οποιαδήποτε πρακτική διαφορά μεταξύ των κριτηρίων δικαιολογήσεως που διαλαμβάνει το άρθρο 2, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας και εκείνων που διαλαμβάνει το άρθρο 6, παράγραφος 1, αυτής.
1. Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
59. Η Age Concern England εμμένει στον εξαιρετικό χαρακτήρα του άρθρου 6 της οδηγίας 2000/78 και στη στενή ερμηνεία που πρέπει να γίνει γι’ αυτόν τον λόγο. Προς στήριξη της απόψεώς της, η Age Concern England επικαλείται τον σκοπό και το γράμμα του άρθρου 6 και της 25ης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας 2000/78 καθώς και τις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας.
60. Η Age Concern England παρατηρεί ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περιορίζει τις παρεκκλίσεις από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων στα μέτρα τα οποία δικαιολογούνται διότι αυτά είναι τόσο «αντικειμενικά» όσο και «εύλογα». Παρατηρεί ότι η χρήση αυτού του διττού όρου είναι μοναδική στο παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και συνδέεται άμεσα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στον τομέα της διακρίσεως λόγω φύλου ή φυλής. Δεδομένου ότι, σύμφωνα με την απόφαση Mangold (20), η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας συνιστά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, κάθε δικαιολόγηση της άμεσης διακρίσεως λόγω ηλικίας πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερα εμπεριστατωμένης εξετάσεως.
61. Η Age Concern England φρονεί, επομένως, ότι τα κριτήρια δικαιολογήσεως που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78 όσον αφορά την έμμεση διάκριση είναι προφανώς διαφορετικά από εκείνα που ορίζει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας σχετικά με την άμεση διάκριση.
62. Η Age Concern England καταλήγει στο ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο καθού μπορεί να δικαιολογήσει μία δυσμενή μεταχείριση λόγω ηλικίας αποκλειστικά αν αποδείξει ότι η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικά και εύλογα. Η χρήση των όρων αυτών καταδεικνύει ότι μια τέτοια δικαιολόγηση δεν μπορεί να επιτρέπεται παρά μόνον αν στηρίζεται σε σοβαρούς λόγους και σε πολύ εξαιρετικές και περιορισμένες περιστάσεις, που να συγκρίνονται με εκείνες που αναφέρει το άρθρο 6 της οδηγίας 2000/78 ή σε άλλες παρόμοιες ειδικές περιστάσεις.
63. Αντιθέτως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φρονεί, με βάση την έννοια και τον σκοπό της οδηγίας 2000/78, τη γένεσή της και την απόφαση Palacios de la Villa (21), ότι δεν υπάρχει πρακτική διαφορά μεταξύ των κριτηρίων δικαιολογήσεως του άρθρου 2, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας και εκείνων του άρθρου 6, παράγραφος 1, αυτής σχετικά με την άμεση διάκριση. Επικαλείται το γεγονός ότι η Age Concern England προσδίδει πάρα πολύ μεγάλη σημασία στη χρήση της λέξεως «λογικά» σε συνδυασμό με τη λέξη «αντικειμενικά». Παρατηρείται ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 παραπέμπει επίσης σε καταστάσεις που συνιστούν έμμεση διάκριση, για παράδειγμα όσον αφορά τις ελάχιστες προϋποθέσεις επαγγελματικής εμπειρίας ή αρχαιότητας στην απασχόληση που απαιτούνται για την πρόσβαση στην απασχόληση (άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας). Μια αντικειμενική και αναλογική δικαιολόγηση μπορεί γενικώς να προβληθεί για την αντίκρουση μιας αιτιάσεως περί διακρίσεως, τόσο στο κοινοτικό δίκαιο όσο και στον τομέα της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
64. Η Ιταλική Κυβέρνηση φρονεί ότι τα άρθρα 2, παράγραφος 2, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 έχουν διαφορετικό περιεχόμενο υπό την έννοια ότι οι παρεκκλίσεις από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, είναι ευρύτερες από εκείνες του άρθρου 2 της οδηγίας 2000/78.
65. Η Επιτροπή συμφωνεί με την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επί του γεγονότος ότι η διαφορά διατυπώσεως μεταξύ του άρθρου 2, παράγραφος 2, και του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 δεν είναι σημαντική. Φρονεί μάλλον ότι η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των δύο άρθρων ενυπάρχει στο ζήτημα ποιος οφείλει να παράσχει τη δικαιολόγηση, ανεξάρτητα από τη φύση της και πως πρέπει να αποδεικνύεται. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή εξήγησε ότι θεωρεί το άρθρο 6, παράγραφος 1, ως μια μορφή lex specialis σε σχέση με το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78 που προβλέπει τη μόνη πιθανή δικαιολόγηση της άμεσης διακρίσεως λόγω ηλικίας.
66. Όπως το άρθρο 6, παράγραφος 1, ορίζει τούτο ρητά, στο κράτος μέλος εναπόκειται να δικαιολογήσει τις επιλογές της πολιτικής του «στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου». Επίσης, προκύπτει σαφώς από την απόφαση Palacios de la Villa (22) ότι ο στόχος που διαπνέει το ειδικό νομοθετικό μέτρο πρέπει να μπορεί να εξακριβώνεται είτε άμεσα από το γράμμα του είτε από το γενικό του πλαίσιο, μεταξύ των οποίων, για παράδειγμα, τα επίσημα έγγραφα. Αντιθέτως, το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78 τονίζει την ικανότητα του εργοδότη να δικαιολογήσει τις ειδικές πρακτικές απασχολήσεως.
67. Η Επιτροπή, η οποία παραπέμπει στις επεξηγηματικές σημειώσεις που δημοσίευσε το Department of Trade and Industry (Υφυπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας), παρατηρεί ότι οι στόχοι κοινωνικής πολιτικής που επιδιώκονται με την κανονιστική απόφαση είναι «ο προγραμματισμός ως προς το προσωπικό» και η αποφυγή ανεπιθύμητων αποτελεσμάτων στις συντάξεις και άλλες κοινωνικές παροχές που συνδέονται με την εργασία και οι στόχοι αυτοί εμπίπτουν στην κατηγορία των θεμιτών στόχων που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78. Η Επιτροπή παραπέμπει επίσης σε ορισμένες εκτιμήσεις και κριτήρια που το αιτούν δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της αναλογικότητας των επίδικων διατάξεων (δηλ. την εξέταση του ζητήματος αν αυτές είναι πρόσφορες και αναγκαίες).
2. Ανάλυση
68. Σε έναν τέλειο κόσμο, όλοι θα κρίνονταν ατομικά και σε συνάρτηση με τα προσόντα τους, όλα τα πρόσωπα θα τύγχαναν της ίδιας μεταχειρίσεως στο μέτρο που είναι ίδιοι και διαφέρουν στο μέτρο που είναι διαφορετικοί. Σε έναν τέλειο κόσμο, καθένας θα είχε επομένως ό,τι του οφειλόταν και θα υπήρχε δικαιοσύνη.
69. Δυστυχώς, η τέλεια δικαιοσύνη υπό την έννοια αυτή πρέπει να παραμείνει εκτός της εμβέλειας του νόμου σ’ αυτό τον κόσμο. Ως «κανόνας» ο νόμος πρέπει, από τη φύση του, να είναι γενικός· δεν μπορεί, αυτός καθεαυτόν, να προσεγγίσει την πραγματικότητα παρά μόνον αφηρημένα και εναπόκειται τότε στα δικαστήρια, στη διοίκηση και στα πρόσωπα να τον εφαρμόσουν στις ατομικές περιπτώσεις και, επομένως, να «μεταφράσουν» τον γενικό νόμο, στην ιδεώδη περίπτωση, σε ατομική δικαιοσύνη.
70. Κατά συνέπεια, ο νόμος γενικεύει και κατατάσσει κατά κατηγορίες· αντιμετωπίζει τα άτομα και τις ατομικές καταστάσεις με τη βοήθεια τυποποιήσεων, κατηγοριών, χαρακτηριστικών και τάξεων· διαφοροποιείται σε συνάρτηση με ορισμένα κριτήρια (23). Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, η έννομη τάξη αναγνώρισε ορισμένες κατηγοριοποιήσεις ως απαράδεκτες και αντίθετες προς τις αξίες στις οποίες στηρίζεται. Σε συμφωνία με το άρθρο 13 ΕΚ, το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78 μνημονεύει τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις, τις ειδικές ανάγκες, την ηλικία ή τον γενετήσιο προσανατολισμό ως κριτήρια βάσει των οποίων οι νόμιμες διαφοροποιήσεις δεν μπορούν κατ’ αρχήν να στηρίζονται, εκτός αν αποδεικνύεται ότι τέτοιες διαφοροποιήσεις δικαιολογούνται αντικειμενικά.
71. Οι κατηγοριοποιήσεις ή οι περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως που στηρίζονται, άμεσα ή έμμεσα, σ’ αυτούς τους λόγους είναι επομένως, κατ’ αρχήν «ύποπτες» και μπορούν να αποτελέσουν (απαγορευόμενες διακρίσεις), μολονότι προκύπτει από τις δυνατότητες δικαιολογήσεως που προβλέπει το άρθρο 2 της οδηγίας 2000/78 να μη συμβαίνει κατ’ ανάγκη κάτι τέτοιο. Τούτο εξαρτάται –ειδικότερα– όσον αφορά τις περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας.
72. Όσον αφορά ειδικότερα την ηλικία, ο κοινοτικός νομοθέτης υπογραμμίζει, στην 25η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/78, ότι «ο διαχωρισμός μεταξύ της διαφορετικής μεταχείρισης που δικαιολογείται με βάση θεμιτούς στόχους των πολιτικών απασχόλησης, αγοράς εργασίας και επαγγελματικής κατεύθυνσης και των απαγορευμένων διακρίσεων είναι ουσιαστικής σημασίας».
73. Η ηλικία διακρίνεται επίσης μεταξύ των λόγων που μνημονεύει το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78, διότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, περιλαμβάνει ειδική δικαιολόγηση για τις περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας προβλέποντας ότι οι ανισότητες αυτές δεν συνιστούν διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 2 «εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από ένα θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία».
74. Υπογραμμίσθηκε ήδη ότι αυτή η ειδικά διαφορετική προσέγγιση των περιπτώσεων διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας αντικατοπτρίζει μια πραγματική διαφορά μεταξύ της ηλικίας και των άλλων λόγων που μνημονεύει το άρθρο 2 της οδηγίας 2000/78 (24). Η ηλικία δεν είναι, εκ φύσεως, «ύποπτος λόγος» τουλάχιστον όχι τόσο, για παράδειγμα όσο η φυλή ή το φύλο. Κατ’ αρχήν εύκολες στη διαχείριση, σαφείς και διαφανείς οι διαφοροποιήσεις λόγω ηλικίας, τα όρια ηλικίας και τα μέτρα που συνδέονται με την ηλικία είναι αντιθέτως συνήθη στη νομοθεσία και ειδικότερα στην κοινωνική νομοθεσία και τη σχετική με την απασχόληση. Συγχρόνως, η ηλικία συνιστά απροσδιόριστο κριτήριο. Ο χαρακτήρας της διακρίσεως λόγω ηλικίας της διαφορετικής μεταχειρίσεως μπορεί όχι μόνο να εξαρτάται από το ζήτημα αν αυτή στηρίζεται άμεσα ή έμμεσα στην ηλικία, αλλά και από το ζήτημα ποια είναι η ηλικία για την οποία γίνεται λόγος. Κατά συνέπεια, μπορεί να είναι πολύ πιο δυσχερές απ’ ό,τι, για παράδειγμα, στην περίπτωση της διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω φύλου να προσδιορισθεί πού τελειώνουν οι δικαιολογημένες περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας και πού αρχίζει η αδικαιολόγητη διάκριση. Τέλος, στο μέτρο που τα όρια ηλικίας όπως η ηλικία συνταξιοδοτήσεως που προβλέπει η κανονιστική απόφαση επιβάλλουν διάκριση στηριζόμενη ευθέως στην ηλικία, πρέπει αυτές να εξετάζονται αυτόματα βάσει της άμεσης διακρίσεως όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 της οδηγίας 2000/78.
75. Προβλέποντας τη δυνατότητα πρόσθετης και ειδικής δικαιολογήσεως, το άρθρο 6, παράγραφος 1, αποβλέπει στο να λαμβάνεται υπόψη η ειδική φύση της διακρίσεως λόγω ηλικίας και οι δυσχέρειες που αυτή θέτει. Ο στόχος είναι προφανώς να επιτρέψει στα κράτη μέλη να διατηρήσουν τις πρακτικές που στηρίζονται στην ηλικία στον τομέα της απασχόλησης και να θέσουν σε εφαρμογή ή να διατηρήσουν τα όρια ηλικίας στο μέτρο που αυτά δικαιολογούνται από ένα θεμιτό στόχο, κοινωνικής πολιτικής ή απασχόλησης. Προς τούτο, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 προβλέπει επίσης τη δικαιολόγηση των περιπτώσεων διαφορετικής μεταχειρίσεως που στηρίζονται ευθέως στην ηλικία, πράγμα που είναι μοναδικό μεταξύ των περιπτώσεων απαγορευμένων από την οδηγία 2000/78 διακρίσεων (25).
76. Κατά συνέπεια, αντίθετα προς ό,τι η Age Concern England προτείνει, οι δυνατότητες δικαιολογήσεως των περιπτώσεων διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας στο πλαίσιο της οδηγίας 2000/78 είναι ευρύτερες από εκείνες των περιπτώσεων διαφορετικής μεταχειρίσεως που στηρίζονται στους άλλους λόγους που μνημονεύει το άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας. Πάντως, η διαπίστωση αυτή δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως κατατάσσουσα τη διάκριση λόγω ηλικίας στην τελευταία θέση της φαινομενικής «ιεραρχίας» των λόγων διακρίσεως που προβλέπει η οδηγία 2000/78. Συνιστά μάλλον έκφραση των υλικών διαφορών μεταξύ αυτών των διαφόρων λόγων διακρίσεως και των διαφόρων τρόπων λειτουργίας ως νομικών κριτηρίων. Πρόκειται όχι για ζήτημα αξίας ή σημασίας, αλλά για ζήτημα πώς να οριοθετηθεί κατά πρόσφορο τρόπο το περιεχόμενο της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
77. Όσον αφορά, ειδικότερα, εθνική νομοθεσία όπως η επίδικη η οποία επιτρέπει στους εργοδότες να απολύουν τους υπαλλήλους ηλικίας 65 ετών και άνω όταν ο λόγος απολύσεως είναι η συνταξιοδότηση, αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως εισάγουσα διαφορετική μεταχείριση στηριζόμενη ευθέως στην ηλικία και ως συνιστώσα εν δυνάμει άμεση διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2000/78.
78. Η ενδεχόμενη δικαιολόγησή της δεν μπορεί επομένως να αποτιμηθεί παρά μόνο σε σχέση με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78. Συναφώς, η απόφαση Palacios de la Villa, η οποία αφορούσε επίσης κανόνα προβλέποντα τη συνταξιοδότηση αυτεπαγγέλτως (καίτοι κατά τρόπο διαφορετικό όσον αφορά ορισμένες πτυχές), παρέχει τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς αρκετές πτυχές συναφείς στην προκειμένη περίπτωση.
79. Όσον αφορά τα κριτήρια δικαιολογήσεως που έχουν εφαρμογή στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, συμφωνώ με την Επιτροπή και την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επί του γεγονότος ότι, όσον αφορά τον βαθμό ελέγχου που εφαρμόζεται στα εθνικά μέτρα τα οποία εμπίπτουν στο άρθρο 6, παράγραφος 1, καμιά σημασία δεν πρέπει να προσδίδεται στη χρήση της λέξης «λογικά» που συμπληρώνει τη λέξη «αντικειμενικά». Προκύπτει από τη νομολογία ότι το Δικαστήριο δεν εφαρμόζει, όταν εξετάζει τη δικαιολόγηση των εθνικών μέτρων βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, ένα ειδικό κριτήριο σχετικό με τον καθαυτό «εύλογο χαρακτήρα». Το Δικαστήριο φαίνεται μάλλον να χρησιμοποιεί τη διπλή έκφραση «αντικειμενικά και λογικά» για να χαρακτηρίσει τη νομιμότητα του στόχου που επιδιώκει το επίδικο εθνικό μέτρο (26). Επιπλέον, η Age Concern England δεν ήταν σε θέση να αποδώσει στον όρο «λογικά» διαφορετική σημασία από εκείνην του όρου «αντικειμενικά» όσον αφορά τον απαιτούμενο βαθμό ελέγχου.
80. Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Palacios de la Villa ότι δεν είναι αναγκαίο το επίδικο εθνικό μέτρο να παραπέμπει ρητά σε ένα θεμιτό στόχο όπως αυτούς που αναφέρει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 για να μπορεί να δικαιολογείται κατά την έννοια της διατάξεως αυτής. Αρκεί «να προκύπτει από άλλα στοιχεία του γενικού πλαισίου του συγκεκριμένου μέτρου, ενόψει ασκήσεως δικαστικού ελέγχου ως προς τη νομιμότητά του και τον πρόσφορο και αναγκαίο χαρακτήρα των μέσων που εφαρμόζονται για την επίτευξη του στόχου αυτού» (27).
81. Πράγματι, έχοντας υπόψη το αρχαίο νομικό αξίωμα «lex imperat, non docet», οι πιθανότητες δικαιολογήσεως ενός μέτρου δεν θα έπρεπε να εξαρτώνται από το γεγονός ότι οι στόχοι του εκτίθενται ρητά.
82. Νομίζω όμως ότι μια τέτοια δυνατότητα δικαιολογήσεως προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση την ύπαρξη οποιασδήποτε νομοθεσίας και συμφωνώ με την Επιτροπή επί του γεγονότος ότι τούτο συνάγεται αναμφίβολα από την 25η αιτιολογική σκέψη («ειδικές διατάξεις») και το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ίδιας της οδηγίας. Το άρθρο 6 παράγραφος 1, αφορά πρωτίστως τα εθνικά μέτρα που αντικατοπτρίζουν τις επιλογές κοινωνικής πολιτικής και απασχολήσεως και όχι τις ατομικές αποφάσεις των εργοδοτών (28). Η δικαιολόγηση των μέτρων που προβλέπουν περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας πρέπει επομένως να εκτιμάται στο επίπεδο του κράτους μέλους, «στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου».
83. Ωστόσο, τούτο δεν αποκλείει, κατ’ εμέ, τη δυνατότητα δικαιολογήσεως των εθνικών κανόνων που παρέχουν ορισμένη διακριτική εξουσία ή κάποιο βαθμό ευελιξίας στις αρχές ή ακόμη στα πρόσωπα. Τούτο σημαίνει μόνον ότι το ζήτημα που πρέπει να τεθεί σε μια τέτοια περίπτωση, όσον αφορά κανόνα όπως αυτός του άρθρου 30 της κανονιστικής αποφάσεως, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, δεν είναι το ζήτημα αν η ατομική απόφαση ενός εργοδότη να συνταξιοδοτήσει αυτεπαγγέλτως έναν υπάλληλο δικαιολογείται, αλλά το ζήτημα αν ο κανόνας με τον οποίο παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο λόγω συνταξιοδοτήσεως αν όταν ο υπάλληλος είναι ηλικίας 65 ετών ή άνω δικαιολογείται από ένα θεμιτό στόχο, όπως το άρθρο 6, παράγραφος 1, ορίζει (29).
84. Εν συνεχεία, αν ένας τέτοιος θεμιτός στόχος μπορεί να εξακριβωθεί, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 επιβάλλει όπως τα μέσα για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι «πρόσφορα και αναγκαία».
85. Συναφώς, το Δικαστήριο, με την απόφασή του Palacios de la Villa, παρέπεμψε στην πάγια νομολογία κατά την οποία «τα κράτη μέλη καθώς και, ενδεχομένως, οι κοινωνικοί εταίροι στο εθνικό επίπεδο έχουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως στην επιλογή όχι μόνον της επιδίωξης ενός συγκεκριμένου στόχου μεταξύ άλλων στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής απασχολήσεως, αλλά και στον καθορισμό των μέτρων μέσω των οποίων μπορεί να επιτευχθεί ο στόχος αυτός» (30).
86. Επιπλέον, το Δικαστήριο μνημόνευσε διάφορες πολύπλοκες εκτιμήσεις τις οποίες οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούν να λάβουν υπόψη όσον αφορά τους κανόνες για τη συνταξιοδότηση και κατέληξε στο ότι εναπόκειται στις εθνικές αρχές των κρατών μελών να εξισορροπήσουν τα διάφορα εμπλεκόμενα συμφέροντα, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιταγές περί αναλογικότητας γίνονται σεβαστές (31).
87. Τούτο φαίνεται να υποβάλλει ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν εξουσία εκτιμήσεως σχετικά ευρεία όσον αφορά την επιλογή των μέσων προς επίτευξη του νόμιμου στόχου της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής απασχολήσεως που επιδιώκεται, πράγμα που μπορεί επίσης να αντικατοπτρίζεται στη διατύπωση της απαντήσεως που έδωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Palacios de la Villa, κατά την οποία οι κανόνες αυτοί δεν αποκλείονται εφόσον «τα μέσα που εφαρμόζονται για την επίτευξη αυτού του γενικού συμφέροντος στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία προς τούτο» (32).
88. Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω επομένως στο πέμπτο ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι κανόνας, όπως ο επίδικος στην υπόθεση της κύριας δίκης, που επιτρέπει στους εργοδότες να απολύουν τους υπαλλήλους ηλικίας 65 ετών και άνω όταν ο λόγος απολύσεως είναι η συνταξιοδότηση μπορεί κατ’ αρχήν να δικαιολογείται σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 αν αυτός δικαιολογείται αντικειμενικά και λογικά, στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου, από θεμιτό σκοπό σχετικό με την πολιτική της απασχολήσεως και της αγοράς εργασίας και εφόσον τα μέσα προς επίτευξη αυτού του γενικού συμφέροντος στόχου δεν φαίνονται απρόσφορα και μη αναγκαία για τον σκοπό αυτόν.
V – Πρόταση
89. Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο, στα προδικαστικά ερωτήματα να δώσει τις εξής απαντήσεις:
«1) Η οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και στην εργασία εφαρμόζεται στις εθνικές διατάξεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα στους εργοδότες να απολύσουν τους εργαζομένους ηλικίας 65 ετών ή άνω λόγω συνταξιοδοτήσεως·
2) Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν νομοθετικές διατάξεις κατά τις οποίες η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας δεν συνιστά διάκριση αν αυτή προορίζεται να αποτελέσει ανάλογο μέσο προς επίτευξη θεμιτού σκοπού κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1. Ωστόσο, το άρθρο αυτό δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να ορίσουν τις περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως που μπορούν να δικαιολογούνται κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, δι’ αναγραφής σε κατάλογο ή με άλλο τρόπο ανάλογο κατά τη μορφή και το περιεχόμενο προς τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78·
3) Κανόνας, όπως ο επίδικος στην υπόθεση της κύριας δίκης, που επιτρέπει στους εργοδότες να απολύουν τους υπαλλήλους ηλικίας 65 ετών και άνω όταν ο λόγος απολύσεως είναι η συνταξιοδότηση μπορεί κατ’ αρχήν να δικαιολογείται σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, αν αυτός δικαιολογείται αντικειμενικά και λογικά, στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου, από θεμιτό σκοπό σχετικό με την πολιτική της απασχολήσεως και της αγοράς εργασίας και εφόσον τα μέσα προς επίτευξη αυτού του γενικού συμφέροντος στόχου δεν φαίνονται απρόσφορα και μη αναγκαία για τον σκοπό αυτόν.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Παραληφθείσα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Αυγούστου 2007 (τηλεομοιοτυπία παραληφθείσα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Αυγούστου 2007).
3 – EE 2000, L 303, σ. 16.
4 – Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2005, C-144/04 (Συλλογή 2005, σ. I‑9981).
5 – Απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, C-227/04 P (Συλλογή 2007, σ. I‑6767). Ωστόσο, το Δικαστήριο εκδίκασε την υπόθεση αυτή αποκλειστικά βάσει της δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου. Βλ., πάντως, πρώτες προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. Jacobs της 27ης Οκτωβρίου 2005 και τις προτάσεις που ανέπτυξε στις 30 Νοεμβρίου 2006 η γενική εισαγγελέας E. Sharpston, μετά την εκ νέου συζήτηση της υποθέσεως.
6 – Απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2007, C-411/05 (Συλλογή 2007, σ. I‑8531).
7 – Απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2008, C-427/06, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή.
8 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6.
9 – Βλ. προς τούτο, για παράδειγμα, αποφάσεις της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C-167/97, Seymour-Smith και Perez (Συλλογή 1999, σ. I-623, σκέψη 68), και της 7ης Μαρτίου 1996, C-278/93, Freers και Speckmann (Συλλογή 1996, σ. I-1165, σκέψη 24).
10 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6.
11 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση Palacios de la Villa (σημείο 42).
12 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σημείο 44.
13 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση Palacios de la Villa (σκέψεις 45 έως 47).
14 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψεις 51 έως 55.
15 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 2001, C-49/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2001, σ. I-8575, σκέψη 21), και της 26ης Ιουνίου 2003, C-233/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2003, σ. I-6625, σκέψη 76).
16 – Βλ. για παράδειγμα, προς τούτο, αποφάσεις της 25ης Νοεμβρίου 1991, C-208/90, Emmott (Συλλογή 1991, σ. Ι-4269, σκέψη 18), και της 9ης Νοεμβρίου 2006, C-216/05, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2006, σ. I-10787, σκέψη 26).
17 – Βλ. προς τούτο, ειδικότερα, αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 2000, C-162/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2001, σ. I-541, σκέψη 22), και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15 απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας (σκέψη 76).
18 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 28 και 29.
19 – Βλ., προς τούτο, απόφαση Palacios de la Villa (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 52).
20 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4.
21 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψεις 60 έως 65.
22 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 57.
23 – Αν ο νόμος αφήνει πολύ μεγάλο περιθώριο στις ατομικές αποφάσεις, υπονομεύει την εγγενή του αποστολή να εγγυάται την ασφάλεια δικαίου και, γενικότερα, την «αρχή του κράτους δικαίου»· αντιθέτως, αν εφαρμόζεται λαμβάνοντας πάρα πολύ υπόψη τις ατομικές καταστάσεις, μπορεί να οδηγήσει σε απαράδεκτες αδικίες: summum ius, summa iniuria […]
24 – Προς τούτο, βλ., ειδικότερα, σημεία 61 έως 63 των προτάσεών μου στην υπόθεση η οποία κατέληξε στην έκδοση της αποφάσεως Palacios de la Villa, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, και σημεία 83 και 84 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα F. Jacobs στην υπόθεση που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως Lindorfer, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5.
25 – Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όπως δέχθηκε η Age Concern England κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το άρθρο 6, παράγραφος 1, παραπέμπει επίσης, μεταξύ των παραδειγμάτων διαφορετικής μεταχειρίσεως που εν δυνάμει δικαιολογούνται, σε περιστάσεις που αντιστοιχούν περισσότερο σε έμμεση διάκριση παρά σε άμεση διάκριση, για παράδειγμα στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2000/78. Η αντιδιαστολή μεταξύ των δικαιολογήσεων που προβλέπονται, αντιστοίχως, στα άρθρα 2, παράγραφος 2, και 6, παράγραφος 1, δεν είναι επομένως αντιδιαστολή μεταξύ άμεσης και έμμεσης διακρίσεως.
26 – Βλ. αποφάσεις Mangold (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψεις 59 και 60) και Palacios de la Villa (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψεις 64 έως 66).
27 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6 (σκέψεις 54 έως 57).
28 – Βλ. επίσης, συναφώς, την παραπομπή στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο στην «επιλογή στην οποία καταλήγουν οι οικείες εθνικές αρχές» στην απόφαση Palacios de la Villa (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 69).
29 – Νομίζω ότι η παράλειψη να προβεί κάποιος στην αντιδιαστολή αυτή εξηγεί κάποιες συγχύσεις και ανακρίβειες στην παρούσα υπόθεση.
30 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 (σκέψη 68), με παραπομπή στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Mangold (σκέψη 63).
31–
Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση Palacios de la Villa (σκέψεις 68 έως 71).
32 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση Palacios de la Villa (σκέψη 77)· βλ., επίσης, συναφώς σαφέστερες προτάσεις μου στην ίδια αυτή υπόθεση, σημείο 74.
Full & Egal Universal Law Academy