ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 18ης Σεπτεμβρίου 2008 1(1)
Υπόθεση C-391/07
Glencore Grain Rotterdam BV
κατά
Hauptzollamt Hamburg-Jonas
«Επιστροφή κατά την εξαγωγή σίκαλης σε τρίτη χώρα πλην της Ελβετίας ή του Λιχτενστάιν – Απόδειξη της άφιξης στον προορισμό – Απόδειξη της εξαγωγής διά θαλάσσης αντί της αποδείξεως της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων – Δεν υφίστανται έγγραφα μεταφοράς που να αποδεικνύουν την άφιξη στον τελικό προορισμό – Κανονισμοί (ΕΚ) 1501/95 και 800/1999 της Επιτροπής»
1. Οι κοινοτικές επιστροφές κατά την εξαγωγή σιτηρών μπορούν να καταβληθούν με διαφοροποιημένα ποσοστά. Σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στην υπό κρίση υπόθεση, δεν προβλεπόταν καμία επιστροφή για την εξαγωγή σίκαλης στην Ελβετία ή στο Λιχτενστάιν, ενώ ήταν διαθέσιμες επιστροφές για εξαγωγές σε όλες τις άλλες τρίτες χώρες.
2. Δεδομένου ότι δεν είναι δυνατή η εξαγωγή προϊόντων διά θαλάσσης στο Λιχτενστάιν ή στην Ελβετία, σε ορισμένες περιπτώσεις η κοινοτική νομοθεσία δέχεται την απόδειξη της εξαγωγής διά θαλάσσης αντί της αποδείξεως της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων στον τόπο προορισμού προκειμένου να εφαρμοστεί το ποσοστό που ισχύει για τις άλλες χώρες.
3. Αυτό που δεν καθίσταται σαφές είναι αν, εντούτοις, εξακολουθεί να είναι αναγκαία η προσκόμιση, επιπροσθέτως, εγγράφων μεταφοράς που να καλύπτουν την αποστολή των προϊόντων στον τελικό προορισμό.
4. Η υπό κρίση αίτηση του Finanzgericht (φορολογικού δικαστηρίου) του Αμβούργου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά έναν εξαγωγέα ο οποίος ήταν σε θέση να αποδείξει την εξαγωγή διά θαλάσσης σε μη κοινοτικό λιμένα, αλλά δεν μπορούσε να αποδείξει την περαιτέρω οδική μεταφορά στον τελικό προορισμό στη Ρωσία.
Νομοθεσία
Καθορισμός των επιστροφών κατά την εξαγωγή
5. Σύμφωνα με τα άρθρα 1, 13 και 23 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1766/92 του Συμβουλίου (2), οι επιστροφές κατά την εξαγωγή σιτηρών σε τρίτες χώρες καθορίζονται περιοδικώς (τουλάχιστον μία φορά τον μήνα) με κανονισμό και/ή ενίοτε βάσει προκήρυξης συγκεκριμένων διαγωνισμών. Σκοπός τους είναι η παροχή αποζημίωσης, εφόσον συντρέχει περίπτωση, για τις κατώτερες τιμές της παγκόσμιας αγοράς σε σύγκριση με την Κοινότητα.
6. Καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, με τον κανονισμό (ΕΚ) 1758/1999 (3) προκηρύχθηκε διαγωνισμός για επιστροφές κατά την εξαγωγή σίκαλης σε όλες τις τρίτες χώρες. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, τα πιστοποιητικά εξαγωγής θεωρούνταν ότι εκδόθηκαν κατά την ημερομηνία υποβολής της προσφοράς. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1851/1999 (4) καθόρισε τη μέγιστη επιστροφή για τις ανακοινωθείσες προσφορές από 20 έως 26 Αυγούστου 1999 σε 66,25 ευρώ ανά τόνο. Τον τακτικό καθορισμό για την περίοδο αυτή περιείχε ο κανονισμός (ΕΚ) 1816/1999 (5), από το παράρτημα του οποίου προέκυπτε ότι δεν καταβάλλονταν επιστροφές κατά την εξαγωγή σίκαλης (κωδικός προϊόντος 1002 0000 9000) προς «όλες τις τρίτες χώρες».
Οριζόντιοι κανόνες εφαρμογής
7. Μέχρι το 1999, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3665/87 (6) ρύθμιζε το σύστημα των επιστροφών κατά την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων εν γένει. Το άρθρο 18 του κανονισμού αυτού περιείχε, μεταξύ άλλων, διάφορους κανόνες για την προσκόμιση εγγράφων από τους εξαγωγείς προκειμένου να λάβουν επιστροφές.
8. Με ισχύ από 1ης Ιουλίου 1999, ο κανονισμός 3665/87 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 800/1999 (7), σύμφωνα με το άρθρο 54, παράγραφος 2, του οποίου οι παραπομπές κοινοτικών εγγράφων στον κανονισμό 3665/87 ή σε συγκεκριμένα άρθρα αυτού πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι παραπέμπουν στον κανονισμό 800/1999 ή στα αντίστοιχα άρθρα του, όπως αυτά παρατίθενται στον πίνακα αντιστοιχίας που περιέχεται σε παράρτημα. Σύμφωνα με τον πίνακα αυτό, το άρθρο 16 του κανονισμού 800/1999 αντιστοιχεί στο άρθρο 18 του κανονισμού 3665/87.
9. Οι ακόλουθες αιτιολογικές σκέψεις του προοιμίου του κανονισμού 800/1999 μπορεί να είναι χρήσιμες γα την κατανόηση των εφαρμοστέων διατάξεων:
«(2) […] οι γενικοί κανόνες που θεσπίσθηκαν από το Συμβούλιο προβλέπουν ότι η επιστροφή πληρώνεται όταν έχει προσκομισθεί απόδειξη ότι τα προϊόντα έχουν εξαχθεί εκτός της Κοινότητας· […] το δικαίωμα της επιστροφής αποκτάται καταρχήν μόλις τα προϊόντα αποδεσμεύσουν την κοινοτική αγορά, όταν εφαρμόζεται ενιαίο ποσοστό επιστροφής για όλες τις τρίτες χώρες· […] στην περίπτωση κατά την οποία το ποσοστό της επιστροφής διαφοροποιείται συναρτήσει του προορισμού των προϊόντων, το δικαίωμα στην επιστροφή συνδέεται με την εισαγωγή σε μια τρίτη χώρα·
[…]
(15) […] στην περίπτωση που το ποσοστό της επιστροφής διαφοροποιείται ανάλογα με τον προορισμό των προϊόντων, πρέπει να εξασφαλισθεί ότι το προϊόν έχει εισαχθεί στην ή σε μία από τις τρίτες χώρες για την οποία έχει προβλεφθεί η επιστροφή· […] ένα τέτοιο μέτρο μπορεί να καταστεί ελαστικότερο χωρίς να προκύψουν μειονεκτήματα όσον αφορά τις εξαγωγές που δίνουν δικαίωμα για ένα χαμηλό ποσό επιστροφής και εφόσον βεβαίως οι εξαγωγές παρέχουν ικανοποιητικές εγγυήσεις ως προς την άφιξη των προϊόντων στον προορισμό τους· […] στόχος της διατάξεως αυτής είναι η διοικητική απλούστευση στο πλαίσιο της προσκομίσεως των αποδείξεων·
[…]
(17) […] στην περίπτωση που το ποσοστό της επιστροφής διαφοροποιείται σε συνάρτηση με τον προορισμό των εξαγόμενων προϊόντων, πρέπει να προσκομισθεί απόδειξη ότι το εν λόγω προϊόν εισήχθη στην τρίτη χώρα· […] η ολοκλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής συνίσταται ιδίως στην καταβολή των δασμών κατά την εισαγωγή για να μπορεί το προϊόν να τεθεί σε εμπορία στην αγορά της σχετικής τρίτης χώρας· […] αν ληφθούν υπόψη οι διαφορετικές καταστάσεις που επικρατούν στις τρίτες χώρες εισαγωγής, πρέπει να γίνει δεκτή η προσκόμιση τελωνειακών εγγράφων εισαγωγής που παρέχουν εγγύηση άφιξης στον προορισμό των εξαγόμενων προϊόντων και που παρακωλύουν στο ελάχιστο τις εισαγωγές·
[…]».
10. Το κεφάλαιο 1 του τίτλου II του κανονισμού 800/1999 αφορά το δικαίωμα επιστροφών κατά τις εξαγωγές προς τρίτες χώρες. Το τμήμα 1 (άρθρα 3 έως 13) περιέχει γενικές διατάξεις.
11. Σύμφωνα με το άρθρο 3, «δικαίωμα επιστροφής αποκτάται:
– κατά την έξοδο από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, εφόσον εφαρμόζεται ενιαίο ποσοστό επιστροφής για όλες τις τρίτες χώρες,
– κατά την εισαγωγή σε μια δεδομένη τρίτη χώρα όταν το διαφοροποιημένο ποσοστό επιστροφής εφαρμόζεται για την εν λόγω δεδομένη τρίτη χώρα.»
12. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 7, παράγραφος 1, προβλέπει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 14 και 20, η πληρωμή της επιστροφής εξαρτάται από την προσκόμιση της απόδειξης ότι τα προϊόντα για τα οποία έγινε αποδεκτή η διασάφηση εξαγωγής εγκατέλειψαν ως έχουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας το αργότερο σε προθεσμία 60 ημερών από την αποδοχή αυτή.»
13. Το άρθρο 9 περιέχει ειδικές διατάξεις όσον αφορά τα έγγραφα που πρέπει να προσκομίζονται στην περίπτωση εξαγωγής διά θαλάσσης (παράγραφος 1), οδικώς, σιδηροδρομικώς ή δι’ εσωτερικής πλωτής οδού (παράγραφος 2) και αεροπορικώς (παράγραφος 3). Οι διατάξεις αυτές επικεντρώνονται κατ’ ουσίαν στο ζήτημα της παροχής αποδείξεων ότι τα προϊόντα εγκατέλειψαν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Η παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και η παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του άρθρου 9 επισημαίνουν ότι, για την εν λόγω απόδειξη, απαιτούνται έγγραφα μεταφοράς που καλύπτουν τα προϊόντα μέχρι την άφιξή τους στην τρίτη χώρα, στην οποία πρόκειται να εκφορτωθούν. Αντιθέτως, στις εξαγωγές που γίνονται αεροπορικώς, η παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του άρθρου 9 απαιτεί ένα έγγραφο μεταφοράς στο οποίο να εμφαίνεται κάποιος τελικός προορισμός εκτός Κοινότητας. Στις εξαγωγές διά θαλάσσης, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, το κράτος μέλος εξόδου μπορεί να προβλέψει, αντί των όρων που προβλέπονται στο στοιχείο β΄, ότι το έγγραφο που αποδεικνύει ότι το προϊόν εγκατέλειψε το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας θεωρείται μόνο με την προσκόμιση «εγγράφου μεταφοράς στο οποίο εμφαίνεται κάποιος τελικός προορισμός εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας».
14. Το άρθρο 10 αφορά απλουστευμένες διαδικασίες και επικεντρώνεται πάλι στην «αναχώρηση» ή «έξοδο» από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
15. Τα τμήμα 2 (άρθρα 14 έως 19) αφορά τις περιπτώσεις διαφοροποίησης του ύψους της επιστροφής.
16. Το άρθρο 14, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής: «Στις περιπτώσεις διαφοροποίησης του ύψους της επιστροφής ανάλογα με τον προορισμό, η καταβολή της επιστροφής υπόκειται σε συμπληρωματικές προϋποθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 15 και 16.»
17. Το άρθρο 15, παράγραφος 1, ορίζει ότι το προϊόν πρέπει να έχει «εισαχθεί ως έχει στην τρίτη χώρα ή σε μία από τις τρίτες χώρες για την οποία προβλέπεται η επιστροφή, μέσα στους δώδεκα μήνες που έπονται της ημερομηνίας αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής». Το άρθρο 15, παράγραφος 2, παρέχει εξηγήσεις όσον αφορά το πότε ένα προϊόν «έχει εισαχθεί ως έχει». Το άρθρο 15, παράγραφος 3, προβλέπει ότι το προϊόν θεωρείται ως εισαχθέν «εφόσον έχουν ολοκληρωθεί οι τελωνειακές διατυπώσεις εισαγωγής, και ιδίως οι διατυπώσεις που αφορούν την είσπραξη των δασμών κατά την εισαγωγή στην τρίτη χώρα». Το άρθρο 15, παράγραφος 4, ορίζει ότι το διαφοροποιημένο τμήμα της επιστροφής καταβάλλεται βάσει της μάζας των προϊόντων που αποτέλεσαν αντικείμενο τελωνειακών διατυπώσεων για την εισαγωγή στην τρίτη χώρα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι μεταβολές των μαζών που έχουν συμβεί κατά τη μεταφορά από φυσικές αιτίες.
18. Σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, ως αποδεικτικό στοιχείο της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων που αφορούν την εισαγωγή πρέπει να προσκομίζεται, καταρχήν, το τελωνειακό έγγραφο ή η βεβαίωση εκφόρτωσης και εισαγωγής. Βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 2, αν ο εξαγωγέας δεν μπορεί να λάβει τα έγγραφα αυτά, μπορούν να υποβληθούν διάφορα άλλα προβλεπόμενα έγγραφα (στα οποία περιλαμβάνονται και βεβαιώσεις που συντάσσονται από εγκεκριμένες εταιρείες οι οποίες έχουν ειδικευθεί σε διεθνές επίπεδο σε θέματα ελέγχου και εποπτείας). Το άρθρο 16, παράγραφος 3, ορίζει ότι: «[ο] εξαγωγέας οφείλει να υποβάλει σε όλες αυτές τις περιπτώσεις αντίγραφο ή φωτοαντίγραφο του εγγράφου μεταφοράς» (8). Το άρθρο 16, παράγραφος 4, παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις που πρέπει να προσδιοριστούν, να προβλέψει ότι η απόδειξη εισαγωγής θεωρείται ότι παρέχεται «μέσω ενός ειδικού εγγράφου ή με κάθε άλλο τρόπο». Το άρθρο 16, παράγραφος 5, απαριθμεί τους ελάχιστους όρους έγκρισης των εταιρειών που ειδικεύονται διεθνώς σε θέματα ελέγχου και εποπτείας.
19. Το άρθρο 17 προβλέπει ότι «[τ]α κράτη μέλη μπορούν να απαλλάξουν τον εξαγωγέα από την υποχρέωση προσκόμισης των αποδεικτικών στοιχείων που προβλέπονται στο άρθρο 16, πλην του εγγράφου μεταφοράς, όταν πρόκειται για περίπτωση κατά την οποία υπάρχουν επαρκείς εγγυήσεις σχετικά με την άφιξη στον προορισμό τους, προϊόντων τα οποία αποτελούν αντικείμενο διασάφησης εξαγωγής και δικαιολογούν επιστροφή, της οποίας το διαφοροποιούμενο τμήμα αντιστοιχεί σε ποσό ύψους κατώτερου ή ίσου με» 1 200 ευρώ ή 6 000 ευρώ, αναλόγως της συνδρομής ορισμένων περιστάσεων.
20. Το τμήμα 3 (άρθρο 20) αφορά ειδικά μέτρα προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας. Το άρθρο 20, παράγραφος 1, προβλέπει, κατ’ ουσίαν και εφόσον συντρέχει περίπτωση, ότι, όταν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τον πραγματικό προορισμό του προϊόντος ή υπάρχουν συγκεκριμένες υποψίες ότι το προϊόν θα επανεισαχθεί στην Κοινότητα απολαύοντας της απαλλαγής από το δασμό ή μείωσης του δασμού, η επιστροφή θα καταβάλλεται μόνον εάν το προϊόν έχει εγκαταλείψει το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας και, στην περίπτωση διαφοροποιημένης επιστροφής, εάν το προϊόν έχει εισαχθεί ως έχει σε συγκεκριμένη τρίτη χώρα εντός των 12 μηνών που έπονται της ημερομηνίας αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής. «Εξάλλου» –συνεχίζει– «οι αρμόδιες υπηρεσίες των κρατών μελών μπορούν να ζητήσουν συμπληρωματικές αποδείξεις που καταδεικνύουν, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, ότι το προϊόν έχει πράγματι διατεθεί ως έχει στην αγορά της τρίτης χώρας εισαγωγής ή έχει υποβληθεί σε μεταποίηση ή ουσιαστική επεξεργασία […]».
21. Στο κεφάλαιο 2, με τίτλο «Προκαταβολή της επιστροφής κατά την εξαγωγή», το άρθρο 24, παράγραφος 1, προβλέπει ότι, κατόπιν αιτήσεως του εξαγωγέα, τα κράτη μέλη προκαταβάλλουν ολόκληρο ή μέρος του ποσού της επιστροφής, αφού γίνει δεκτή η διασάφηση εξαγωγής, υπό τον όρον ότι έχει συσταθεί εγγύηση της οποίας το ποσό είναι ίσο με το ποσό της προκαταβολής αυτής προσαυξημένο κατά 10 %.
22. Τέλος, το κεφάλαιο 2 του τίτλου IV (άρθρα 51 και 52) προβλέπει την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και την επιβολή κυρώσεων στους εξαγωγείς στην περίπτωση αιτήσεων για την επιστροφή ποσών που δεν οφείλονται ή υπερβαίνουν το εφαρμοστέο ποσοστό.
Τομεακοί κανόνες εφαρμογής
23. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1501/95 (9) περιέχει περαιτέρω λεπτομερείς διατάξεις που εφαρμόζονται ειδικά στις επιστροφές κατά την εξαγωγή σιτηρών.
24. Η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου έχει ως εξής:
«[…] ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής [...] ορίζει ότι, σε περίπτωση διαφοροποίησης των ποσοστών της επιστροφής ανάλογα με τον προορισμό, η καταβολή της επιστροφής εξαρτάται ιδίως από την προσκόμιση της απόδειξης ότι το προϊόν εισήχθη ως είχε στην τρίτη χώρα ή σε μία από τις τρίτες χώρες για τις οποίες προβλέπεται η επιστροφή· […] στον τομέα των σιτηρών, το μόνο ποσοστό επιστροφής κατώτερο εκείνου που ισχύει για τις εξαγωγές προς όλες τις τρίτες χώρες έχει καθοριστεί για τα προϊόντα με προορισμό την Ελβετία και το Λιχτενστάιν· […] προκειμένου να μην παρακωλύεται το μεγαλύτερο μέρος των κοινοτικών εξαγωγών με την απαίτηση παροχής αποδείξεως για την άφιξη του προϊόντος στον προορισμό του, πρέπει να διασφαλιστεί με άλλα μέσα ότι τα προϊόντα για τα οποία χορηγήθηκε επιστροφή με το ποσοστό που ισχύει για όλες τις τρίτες χώρες δεν εξάγονται στις προαναφερόμενες χώρες· […] γι’ αυτό το σκοπό, πρέπει να εγκαταλειφθεί η ιδέα της προσκόμισης απόδειξης αφίξεως σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εξαγωγή πραγματοποιείται διά θαλάσσης· […] πρέπει να θεωρηθεί ότι επαρκεί για την ίδια εγγύηση ένα πιστοποιητικό, που συντάσσεται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και παρέχει την απόδειξη του γεγονότος ότι τα προϊόντα εγκατέλειψαν [το] τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας φορτωμένα σε πλοίο κατάλληλο για θαλάσσια ναυσιπλοΐα.»
25. Το άρθρο 13 του κανονισμού 1501/95 έχει ως εξής (10):
«Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 [(11)], η απόδειξη της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων για τη θέση σε κατανάλωση δεν απαιτείται για την πληρωμή της επιστροφής που καθορίζεται στο πλαίσιο διαγωνισμού της επιστροφής κατά την εξαγωγή προς όλες τις τρίτες χώρες, εφόσον ο επιχειρηματίας παρέχει την απόδειξη ότι μια ποσότητα τουλάχιστον 1 500 τόνων σιτηρών εγκατέλειψαν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας με πλοίο κατάλληλο για θαλάσσια ναυσιπλοΐα.
Η απόδειξη αυτή παρέχεται με την αναγραφή της ακόλουθης ένδειξης, επικυρουμένης από την αρμόδια αρχή, επί του αντιτύπου ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3665/87, στο ενιαίο διοικητικό έγγραφο ή στο εθνικό έγγραφο που αποδεικνύει την έξοδο από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας:
[…]
“Εξαγωγή σιτηρών διά θαλάσσης – Άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) 1501/95”
[…]».
26. Το άρθρο 14 ορίζει τα εξής:
«Όταν εμπορευόμενος προσκομίσει την απόδειξη της τήρησης των τελωνειακών διατυπώσεων της θέσης σε κατανάλωση στην Ελβετία ή στο Λιχτενστάϊν, το ποσό της επιστροφής κατά την εξαγωγή σε «όλες τις τρίτες χώρες» που καθορίζεται στο πλαίσιο του διαγωνισμού μειώνεται κατά τη διαφορά μεταξύ αυτού του ποσού και του ποσού της επιστροφής κατά την εξαγωγή που ισχύει στους προαναφερθέντες προορισμούς κατά την ημέρα της κατακύρωσης.»
Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικό ερώτημα
27. Σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, η Glencore Grain Rotterdam BV (στο εξής: Glencore) υποβλήθηκε τον Φεβρουάριο του 2000 σε τελικό τελωνειακό έλεγχο όσον αφορά την εξαγωγή 6 725 τόνων σίκαλης στη Ρωσία σε επιμέρους παρτίδες.
28. Από τον φάκελο της υποθέσεως που διαβιβάστηκε από το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι τα σχετικά πιστοποιητικά εξαγωγής είχαν εκδοθεί κατόπιν προσφοράς που υποβλήθηκε στις 26 Αυγούστου 1999, σύμφωνα με τον κανονισμό 1758/1999. Ως εκ τούτου, όπως προκύπτει, το ποσό της επιστροφής ήταν 66,25 ευρώ ανά τόνο για τις εξαγωγές προς όλες τις τρίτες χώρες, σύμφωνα με τον κανονισμό 1851/1999, πλην της Ελβετίας και του Λιχτενστάιν, όπου, σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού 1501/1995 σε συνδυασμό με τον κανονισμό 1816/1999, δεν ήταν καταβλητέα καμία επιστροφή (12).
29. Οι διασαφήσεις εξαγωγής εκδόθηκαν με τη μνεία: «Χώρα προορισμού: όλες οι τρίτες χώρες· […] “Εξαγωγή σιτηρών διά θαλάσσης –Άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) 1501/95”».
30. Η πρώτη παρτίδα, συνολικής ποσότητας 3 041 886 τόνων (13), μεταφέρθηκε διά θαλάσσης από το Lübeck της Γερμανίας στο Klaipėda της Λιθουανίας. Η φορτωτική με ημερομηνία 8 Φεβρουαρίου 2000, αντίγραφο της οποίας υπάρχει στον εθνικό φάκελο της υποθέσεως, εμφάνιζε το Klaipėda ως λιμένα προορισμού (14).
31. Στις 12 Ιουλίου 2000, η Glencore ζήτησε από την Hauptzollamt Hamburg-Jonas (στο εξής: τελωνειακή αρχή) να της προκαταβληθεί η αντίστοιχη επιστροφή κατά την εξαγωγή.
32. Με έγγραφο της 2ας Αυγούστου 2000, η Glencore ενημερώθηκε ότι πρέπει να προσκομίσει τα έγγραφα μεταφοράς που αφορούν την περαιτέρω διαδρομή από το Klaipėda με προορισμό τη Ρωσία.
33. Ωστόσο η επιστροφή καταβλήθηκε προσωρινά με απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2000, υπό την επιφύλαξη προσκομίσεως νομότυπης και εμπρόθεσμης απόδειξης της απαίτησης.
34. Παρά τη δοθείσα παράταση, η Glencore δεν κατόρθωσε να προσκομίσει τα αιτηθέντα έγγραφα μεταφοράς (15) και, τον Δεκέμβριο του 2001, η τελωνειακή αρχή ζήτησε την απόδοση του προκαταβληθέντος ποσού, προσαυξημένου κατά 10 % (16).
35. Η προσφυγή της Glencore κατά της αποφάσεως της τελωνειακής αρχής εκκρεμεί ενώπιον του Finanzgericht του Αμβούργου, το οποίο ερωτά το Δικαστήριο:
«Έχει το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) 1501/95 την έννοια ότι, εφόσον προσκομίζεται η απόδειξη που περιγράφεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού, όχι μόνο δεν χρειάζεται να αποδειχθεί η περάτωση των τελωνειακών διατυπώσεων για τη διάθεση στην κατανάλωση, αλλά ούτε καν χρειάζεται να υποβληθεί το έγγραφο μεταφοράς [κατά το άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87, νυν άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 800/99];»
36. Γραπτές παρατηρήσεις υποβλήθηκαν από την Glencore, την τελωνειακή αρχή και την Επιτροπή. Η Glencore και η Επιτροπή ανέπτυξαν επίσης προφορικώς τα επιχειρήματά τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
37. Η Glencore υποστηρίζει ότι το πιστοποιητικό εξαγωγής διά θαλάσσης, που προβλέπει το άρθρο 13 του κανονισμού 1501/95, αντικαθιστά τόσο την ανάγκη απόδειξης της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής όσο και την ανάγκη προσκόμισης των εγγράφων μεταφοράς· η τελωνειακή αρχή και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι αντικαθιστά μόνον την ανάγκη απόδειξης της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων.
Εκτίμηση
38. Αυτό που προκύπτει σαφώς από την επίμαχη νομοθεσία είναι η πρόθεση εξισορρόπησης μεταξύ, αφενός, της ανάγκης να διασφαλίζεται ότι οι επιστροφές κατά την εξαγωγή καταβάλλονται μόνον όταν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις και, αφετέρου, της βούλησης να μην παρακωλύεται το κοινοτικό εξωτερικό εμπόριο με την επιβολή μη αναγκαίων διοικητικών διατυπώσεων. Αυτό που καθίσταται λιγότερο σαφές είναι το πώς ακριβώς επιτυγχάνεται η εν λόγω εξισορρόπηση.
Δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 1501/95 – Η σημασία της Ελβετίας και του Λιχτενστάιν
39. Στην παρούσα διαδικασία, η Glencore έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην αιτιολογία που περιέχει η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 1501/95. Η εν λόγω αιτιολογική σκέψη αναφέρει κατ’ ουσίαν ότι το μοναδικό ποσοστό επιστροφής κατώτερο εκείνου που ισχύει για τις εξαγωγές προς όλες τις τρίτες χώρες έχει καθοριστεί για τα προϊόντα με προορισμό την Ελβετία και το Λιχτενστάιν και ότι, προκειμένου να μην παρακωλύονται αδικαιολόγητα οι κοινοτικές εξαγωγές, το μόνο που χρειάζεται για να διασφαλίζεται ότι τα προϊόντα δεν εξάγονται στις προαναφερόμενες χώρες είναι η πιστοποίηση της αρμόδιας εθνικής αρχής ότι τα προϊόντα εγκατέλειψαν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας φορτωμένα σε πλοίο κατάλληλο για θαλάσσια ναυσιπλοΐα.
40. Αυτή είναι μια πειστική λογική και μπορείς κανείς να εκτιμήσει το επιχείρημα της Glencore ότι οποιαδήποτε αμφιβολία σχετική με την ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού πρέπει να επιλύεται σύμφωνα με τη λογική αυτή. Αν μια ποσότητα τουλάχιστον 1 500 τόνων σιτηρών εγκατέλειψε το κοινοτικό έδαφος διά θαλάσσης, αποκλείεται να καταλήξει στην Ελβετία ή στο Λιχτενστάιν (17). Οι χώρες αυτές όχι μόνο δεν έχουν πρόσβαση στη θάλασσα, αλλά και περικλείονται από την Κοινότητα. Κάθε αποστολή προϊόντων στις χώρες αυτές διέρχεται υποχρεωτικά από κοινοτικό έδαφος, όπου υπόκειται κατ’ αρχήν σε κοινοτικό τελωνειακό έλεγχο. Αν, στην περίπτωση αυτή, η απόδειξη της εξαγωγής διά θαλάσσης καθιστά περιττή την ανάγκη απόδειξης του εκτελωνισμού σε τρίτη χώρα πλην της Ελβετίας ή του Λιχτενστάιν, γιατί να μην καθιστά επίσης περιττή την ανάγκη απόδειξης της μεταφοράς στον συγκεκριμένο τελικό προορισμό; Το ποσοστό της επιστροφής κατά την εξαγωγή δεν επηρεάζεται από τον εν λόγω συγκεκριμένο προορισμό.
41. Θα μπορούσα να συμμεριστώ τη λογική αυτή αν καθίστατο δυνατό να επιβεβαιωθεί η βάση στην οποία στηρίζεται ότι, όπου υπάρχει διαφοροποιημένο ποσοστό επιστροφής κατά την εξαγωγή, υπάρχει πάντα κατώτερο ποσοστό για την Ελβετία και το Λιχτενστάιν και ανώτερο ενιαίο ποσοστό για όλες τις άλλες τρίτες χώρες. Διαπιστώνω, ωστόσο, αναζητώντας να επαληθεύσω την πραγματική ισχύουσα διαφορά κατά τον επίμαχο χρόνο, ότι κάτι τέτοιο ουδόλως ισχύει εν προκειμένω.
42. Την ίδια ημέρα που η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 1501/95 –29 Ιουνίου 1995– καθόρισε και την επιστροφή σε 10 ECU ανά τόνο κατά την εξαγωγή σίκαλης (και κριθαριού πλην των σπόρων, με κωδικό προϊόντος 1003 0090 000) στην Ελβετία, στο Λιχτενστάιν, στη Ceuta και στη Melilla, 8 ECU ανά τόνο κατά την εξαγωγή στη Σλοβενία, στην Ουγγαρία, στην Τσεχία, και στη Σλοβακία, και 0 κατά την εξαγωγή στις άλλες τρίτες χώρες (18). Ως εκ τούτου: πρώτον, δεν υπήρχε καμία δυαδική διαφοροποίηση μεταξύ της Ελβετίας και του Λιχτενστάιν και όλων των άλλων τρίτων χωρών· δεύτερον, οι εξαγωγές στην Ελβετία και στο Λιχτενστάιν δικαιολογούσαν το μεγαλύτερο και όχι το μικρότερο ποσοστό επιστροφής και, τρίτον, και τα τρία ποσοστά ίσχυαν για τρίτες χώρες, στις οποίες η πρόσβαση ήταν δυνατή διά θαλάσσης από κοινοτικό λιμένα. Διαφαίνεται ότι η δεξιά νομοθετική χείρα της Επιτροπής δεν γνώριζε τι ποιούσε η αριστερή εκτελεστική της χείρα.
43. Είναι συχνές, κατά τη διάρκεια των ετών, οι περιπτώσεις που εμφανίζουν ένα ή περισσότερα από τα εν λόγω τρία χαρακτηριστικά, τα οποία στο σύνολό τους διαψεύδουν την υπόθεση στην οποία στηρίζεται η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 1501/95. Ως εκ τούτου, η ερμηνεία του κανονισμού υπό το φως της εν λόγω αιτιολογικής σκέψης καθίσταται ιδιαίτερα επισφαλής. Μολονότι –εξ όσων μπορώ να συναγάγω από τους ισχύοντες κανονισμούς (19)– η υπόθεση στην οποία στηρίζεται η αιτιολογική σκέψη είναι μάλλον έγκυρη όσον αφορά τη συγκεκριμένη συναλλαγή στην υπό κρίση υπόθεση, υπάρχουν πολλές άλλες περιπτώσεις στις οποίες η υπόθεση αυτή δεν επαληθεύεται. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τον κανονισμό 1816/1999, ο οποίος ίσχυε κατά την ημερομηνία της επίμαχης συναλλαγής, για έξι άλλα προϊόντα που εμπίπτουν στην κατηγορία των σιτηρών ίσχυε ενιαίο ποσοστό επιστροφής κατά την εξαγωγή τους προς όλες τις τρίτες χώρες για ένα δε προϊόν ίσχυε θετικό ποσοστό κατά την εξαγωγή του στην Ελβετία και στο Λιχτενστάιν και μηδενικό ποσοστό κατά την εξαγωγή του στις άλλες τρίτες χώρες. Και, για να παραθέσω ένα ακόμη (μεταγενέστερο) παράδειγμα, ο κανονισμός ΕΚ 968/2005 (20) προέβλεπε την επιστροφή κατά την εξαγωγή πέντε σιτηρών προς όλες τις τρίτες χώρες πλην της Αλβανίας, της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της Κροατίας, της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, της Σερβίας και Μαυροβουνίου, της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (στις οποίες η πρόσβαση ήταν δυνατή διά θαλάσσης από κοινοτικό λιμένα), του Λιχτενστάιν και της Ελβετίας, με αποτέλεσμα να ισχύει το μικρότερο (στην περίπτωση αυτή μηδενικό) ποσοστό για όλες τις χώρες αυτές.
44. Ως εκ τούτου, είμαι της άποψης ότι η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 1501/95 δεν μπορεί να βοηθήσει στην ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού αυτού.
Άρθρο 13 του κανονισμού 1501/95 – Είναι αναγκαία τα έγγραφα μεταφοράς;
45. Η διατύπωση του άρθρου 13 του κανονισμού 1501/95, σε συνδυασμό με την του άρθρου 16 του κανονισμού 800/1999, δεν φαίνεται να θέτει ιδιαίτερες δυσκολίες. Ελλείψει καθοδήγησης που θα μπορούσε κανείς να αντλήσει από τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 1501/95, αν είχε επιβεβαιωθεί η υπόθεση στην οποία αυτή στηρίζεται (21), είμαι της γνώμης ότι οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνευθούν κατά γράμμα, σύμφωνα με τη συνήθη έννοια των φράσεων που περιέχουν.
46. Το άρθρο 16, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 800/1999 απαιτεί την απόδειξη της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων για την εισαγωγή, με την προσκόμιση ορισμένων εγγράφων. Το άρθρο 16, παράγραφος 4, παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να προβλέψει ότι η απόδειξη αυτή θα παρέχεται «μέσω ενός ειδικού εγγράφου ή με κάθε άλλο τρόπο» (22). Το άρθρο 16, παράγραφος 3, αντιθέτως, ορίζει ότι ο εξαγωγέας οφείλει να υποβάλει «σε όλες αυτές τις περιπτώσεις», δηλαδή ανεξαρτήτως του τρόπου απόδειξης του εκτελωνισμού, αντίγραφο ή φωτοαντίγραφο του εγγράφου μεταφοράς. Επομένως, η προσκόμιση του εγγράφου μεταφοράς σαφώς θεωρείται ζήτημα ανεξάρτητο από την παροχή αποδείξεων για την περάτωση των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής. Εν πάση περιπτώσει, τα έγγραφα αυτά δεν προορίζονται για τη βεβαίωση του τελωνειακού καθεστώτος των προϊόντων –που θα επηρεάσει κατά κάποιο τρόπο την πιθανότητα περαιτέρω αποστολής τους σε διαφορετικό προορισμό– αλλά παρέχουν απλώς απόδειξη της μεταφοράς τους από ένα σημείο σε άλλο.
47. Ως εκ τούτου, όταν το άρθρο 13 του κανονισμού 1501/95 ορίζει ότι, «[κ]ατά παρέκκλιση των διατάξεων του [άρθρου 16 του κανονισμού 800/1999], η απόδειξη της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων για τη θέση σε κατανάλωση δεν απαιτείται» στις δεδομένες περιστάσεις, ο όρος «κατά παρέκκλιση» πρέπει λογικά να αφορά μόνον τις διατάξεις του άρθρου αυτού, οι οποίες θα απέκλειαν, άλλως, τη χορήγηση της επιστροφής, δηλαδή τις διατάξεις που αφορούν την απόδειξη της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων.
48. Το συμπέρασμα αυτό συνάδει, επιπλέον, με την αυστηρή ερμηνεία που επιβάλλει το άρθρο 13 ως (τομεακή) παρέκκλιση από τον γενικό (οριζόντιο) κανόνα.
49. Αυτό συνάδει επίσης με την απόφαση Philipp Brothers του Δικαστηρίου (23), η οποία διακρίνει μεταξύ της υποχρέωσης προσκόμισης τελωνειακών εγγράφων (για την προσκόμιση των οποίων ήταν δυνατό να δοθεί παράταση) και της υποχρέωσης προσκόμισης εγγράφων μεταφοράς (για την προσκόμιση των οποίων δεν προβλεπόταν η δυνατότητα παράτασης). Όπως επισήμανε το Δικαστήριο, οι εξαγωγείς μπορεί να συναντήσουν δυσχέρειες κατά την απόκτηση των τελωνειακών εγγράφων από τις αρχές ενός τρίτου κράτους, επί των οποίων δεν διαθέτουν κανένα μέσο άσκησης πίεσης, όχι όμως όταν πρόκειται για έγγραφα μεταφοράς: στην περίπτωση πώλησης cif, ο εξαγωγέας φροντίζει για τη μεταφορά και, επομένως, κρατεί αντίγραφο των εγγράφων μεταφοράς, ενώ στην περίπτωση πώλησης fob μπορεί να ζητήσει από τον αγοραστή να του χορηγήσει αντίγραφο.
50. Δεν έχω πεισθεί από τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της Glencore που αντλεί από το κείμενο.
51. Η χρήση του όρου «Außerdem» (επιπροσθέτως) στο γερμανικό κείμενο του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 800/1999, που η Glencore επικαλείται ως ένδειξη ότι η υποχρέωση προσκόμισης των εγγράφων μεταφοράς είναι συμπληρωματική της κύριας υποχρέωσης απόδειξης της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων και παύει να υφίσταται με την εκπλήρωση αυτής, δεν φαίνεται, κατά τη γνώμη μου, να ασκεί επιρροή. Ακόμη κι αν θα μπορούσε να δοθεί στον ανωτέρω όρο η ερμηνεία αυτή (κάτι το οποίο θεωρώ αμφίβολο), ο όρος αυτός απουσιάζει από τα κείμενα σε άλλες γλώσσες που μπόρεσα να επαληθεύσω, προφανώς λόγω σκόπιμης τροποποίησης του αρχικού κειμένου του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 3665/87. Ο σκοπός της τροποποίησης θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο αποκλεισμός κάθε ασάφειας που θα μπορούσε να δημιουργηθεί από τον όρο αυτό, η διατήρησή του δε στο γερμανικό κείμενο είναι μάλλον συντακτικό ατόπημα.
52. Ούτε έχω πεισθεί από την αναφορά της Glencore στις διατάξεις άλλων κανονισμών.
53. Αμφότεροι οι κανονισμοί (ΕΚ) 40/2004 και (ΕΚ) 450/2005 (24) περιέχουν το άρθρο 1, παράγραφος 1, με κατ’ ουσίαν πανομοιότυπη διατύπωση, το οποίο προβλέπει ότι για συγκεκριμένες εξαγωγές: «[…] για τις οποίες ο εξαγωγέας δεν μπορεί να προσκομίσει τις αποδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 16, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΚ) 800/1999, θεωρείται, κατά παρέκκλιση από το εν λόγω άρθρο, ότι τα προϊόντα έχουν εισαχθεί σε μια τρίτη χώρα» με την προσκόμιση αντιγράφου του εγγράφου μεταφοράς, επίσημη βεβαίωση εκφόρτωσης και τραπεζικό έγγραφο που βεβαιώνει την πληρωμή.
54. Στο μέτρο που ρητώς προβλέπουν ότι τα έγγραφα μεταφοράς μπορούν να αναπληρώσουν «τις αποδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφοι 1 και 2» του κανονισμού 800/1999, αν προσκομιστούν μαζί με άλλα συγκεκριμένα έγγραφα, οι διατάξεις αυτές συνηγορούν μάλλον κατά της σύγκρισης που επιθυμεί να κάνει η Glencore με το άρθρο 13 του κανονισμού 1501/95. Δεν υπάρχει τέτοιου είδους ρητή αναφορά στο άρθρο αυτό, ούτε υπάρχει άλλη διάταξη που να προβλέπει την προσκόμιση συμπληρωματικών αποδεικτικών στοιχείων.
55. Το ίδιο ισχύει και για το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 436/2007 (25), με εξαίρεση το γεγονός ότι δεν παραπέμπει στο άρθρο 16 του κανονισμού 800/1999.
56. Έχω, επομένως, τη γνώμη ότι η προσκόμιση των αποδείξεων που ορίζονται στο άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1501/95 καθιστά περιττή μόνον την ανάγκη απόδειξης της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων για τη διάθεση στην κατανάλωση και όχι την προσκόμιση των εγγράφων μεταφοράς βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 800/1999.
Άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 800/1999 – Ποια έγγραφα μεταφοράς απαιτούνται;
57. Μολονότι με το συμπέρασμα αυτό δίνεται τυπικώς απάντηση στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, φρονώ ότι η ανάλυση δεν μπορεί να τελειώσει στο σημείο αυτό.
58. Το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 800/1999 απαιτεί την προσκόμιση αντιγράφου των «εγγράφων μεταφοράς», χωρίς να δίδει ορισμό του όρου αυτού. Η Glencore προσκόμισε αντίγραφο της φορτωτικής που αποτελεί έγγραφο μεταφοράς. Η φορτωτική αποδεικνύει ότι η σίκαλη εξήχθη σε τρίτη χώρα, για την οποία ίσχυε το επίμαχο ποσοστό επιστροφής. Υπό τις περιστάσεις αυτές, υποχρεούται ένας εξαγωγέας ευρισκόμενος στη θέση της Glencore να προσκομίσει και άλλα έγγραφα μεταφοράς που να βεβαιώνουν την περαιτέρω μεταφορά του προϊόντος στη χώρα του τελικού προορισμού, για την οποία ίσχυε το ίδιο ποσοστό επιστροφής;
59. Θα μπορούσε επίσης να υποστηριχθεί βάσιμα ότι η αναφορά του άρθρου 16, παράγραφος 3, στα «έγγραφα μεταφοράς», καθόσον έπεται των διατάξεων του άρθρου 16, παράγραφοι 1 και 2, για την απόδειξη της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων στην τρίτη χώρα εισαγωγής, πρέπει να αφορά τα έγγραφα που καλύπτουν τη μεταφορά μέχρι τον προορισμό αυτό. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να συνιστά επίπλαστη ερμηνεία της διάταξης στο πλαίσιο αυτό.
60. Ωστόσο, βρίσκω κι άλλες ενδείξεις κατά της άποψης αυτής στη διατύπωση και στην οικονομία του κανονισμού 800/1999.
61. Οι γενικές διατάξεις του τίτλου II, κεφάλαιο 1, τμήμα 1 (ιδίως τα άρθρα 7 και 9) (26) περιορίζονται κατ’ αρχήν στο να απαιτούν έγγραφα που αποδεικνύουν ότι τα προϊόντα εγκατέλειψαν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Όταν απαιτείται έγγραφο μεταφοράς που να αναγράφει τον τελικό προορισμό εκτός της Κοινότητας, αυτό προβλέπεται ρητώς (επικουρικώς, ως προϋπόθεση για την εξαγωγή διά θαλάσσης στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, ή ως προϋπόθεση για την εξαγωγή αεροπορικώς στο άρθρο 9, παράγραφος 3, στοιχείο α΄).
62. Αυτές οι γενικές διατάξεις ισχύουν για όλες τις επιστροφές, με ενιαίο ή διαφοροποιημένο ποσοστό, καθόσον καθίσταται σαφές από τη διάταξη του άρθρου 14, παράγραφος 1, ότι τα άρθρα 15 και 16 περιέχουν πρόσθετες προϋποθέσεις που ισχύουν στη δεύτερη περίπτωση.
63. Κατά την εξαγωγή διά θαλάσσης, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ορίζει ότι πρέπει συνήθως να προσκομίζεται «το έγγραφο ή τα έγγραφα μεταφοράς ή αντίγραφο ή φωτοαντίγραφο αυτών, αρχής γενομένης από το πρώτο λιμάνι […] μέχρις αφίξεως των εμπορευμάτων σε μια τρίτη χώρα στην οποία προορίζονται να εκφορτωθούν». Καθίσταται σαφές ότι η «τρίτη χώρα στην οποία προορίζονται να εκφορτωθούν» δεν είναι απαραιτήτως η τρίτη χώρα του τελικού προορισμού, όπως προκύπτει από την υπό κρίση υπόθεση, όπου η σίκαλη εκφορτώθηκε στη Λιθουανία ενώ ο τελικός προορισμός της ήταν η Ρωσία.
64. Δεν υπάρχει καμία ρητή ένδειξη στα άρθρα 15 ή 16 ότι απαιτείται η προσκόμιση εγγράφων μεταφοράς στον τελικό προορισμό όταν το ποσοστό της επιστροφής ποικίλλει αναλόγως του προορισμού, ούτε φρονώ ότι μπορεί να συναχθεί τέτοιου είδους ένδειξη. Η εισαγωγή σε τρίτη χώρα για την οποία ισχύει το αντίστοιχο ποσοστό επιστροφής (27), πρέπει να αποδεικνύεται με έγγραφα εκτελωνισμού και όχι με έγγραφα μεταφοράς. Το άρθρο 16, παράγραφος 3, απλώς επισημαίνει ότι η εν λόγω απόδειξη εισαγωγής δεν απαλλάσσει τον ενδιαφερόμενο από την υποχρέωση προσκόμισης των «εγγράφων μεταφοράς», τα οποία, εν γένει, πρέπει να αντιστοιχούν στα έγγραφα που θα απαιτούνταν εν πάση περιπτώσει, ακόμη κι αν πρόκειται για μη διαφοροποιημένο ποσοστό επιστροφής.
65. Αν αυτή είναι η φυσιολογική έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 3, πρέπει να είναι επίσης η έννοιά του και όταν, σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού 1501/95, δεν εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις του άρθρου 16, παράγραφοι 1 και 2.
66. Μπορώ να εκτιμήσω τη βαρύτητα του ισχυρισμού της Επιτροπής ότι η απαίτηση προσκόμισης των εγγράφων μεταφοράς μέχρι τον τελικό προορισμό στην τρίτη χώρα εισαγωγής θα παρείχε μια πολύτιμη πρόσθετη εγγύηση κατά της απάτης. Εντούτοις, αν η Επιτροπή δεν έχει περιλάβει σαφώς την προϋπόθεση αυτή στη νομοθεσία της, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να επιβάλλει την προϋπόθεση αυτή κατά συναγωγή.
67. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 800/1999 ορίζει ότι, αντί των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, μπορεί να απαιτηθεί η προσκόμιση «εγγράφου μεταφοράς στο οποίο εμφαίνεται κάποιος τελικός προορισμός εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας». Έτσι, αν έχει εφαρμογή το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, και όχι το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, στα έγγραφα μεταφοράς που απαιτεί το άρθρο 16, παράγραφος 3, πρέπει να αναγράφεται ο τελικός προορισμός.
68. Εντούτοις, οι εναλλακτικές προϋποθέσεις δεν μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να εφαρμόζονται κατά τη διακριτική ευχέρεια των εθνικών αρχών που διαχειρίζονται το σύστημα. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, προβλέπει ότι «το κράτος μέλος εξόδου μπορεί να προβλέψει» ότι θα εφαρμόζονται οι εναλλακτικές προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή καθίσταται, κατά τη γνώμη μου, αναγκαία η θέσπιση μιας γενικής νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής διάταξης, η οποία να αποσαφηνίζει τη θέση των εξαγωγέων. Δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει τέτοιου είδους διάταξη στη Γερμανία. Αν δεν υπάρχει, οι αρχές δεν μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να επιμείνουν στην προσκόμιση εγγράφων μεταφοράς στον τελικό προορισμό βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄.
69. Ως εκ τούτου, είμαι της γνώμης ότι, όταν τα προϊόντα εξάγονται διά θαλάσσης, το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 800/1999 απαιτεί την προσκόμιση εγγράφων μεταφοράς που να αποδεικνύουν ότι τα προϊόντα εγκατέλειψαν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας και να καλύπτουν τη μεταφορά τους μέχρι την άφιξή τους στην τρίτη χώρα όπου πρόκειται να εκφορτωθούν ή, αν το κράτος μέλος εξόδου έχει επιλέξει τη δυνατότητα του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού αυτού θεσπίζοντας μια νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη γενικής εφαρμογής, μέχρι την άφιξή τους στον τελικό προορισμό τους.
Άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/1999 – Πρόσθετες αποδείξεις σε περίπτωση αμφιβολίας
70. Πρέπει, ωστόσο, να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/1999, οι εθνικές αρχές μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να απαιτήσουν πρόσθετα στοιχεία που να αποδεικνύουν επαρκώς ότι το προϊόν πράγματι διατέθηκε στην αγορά της τρίτης χώρας εισαγωγής ή υπέστη ουσιαστική επεξεργασία ή μεταποίηση.
71. Η δυνατότητα αυτή υφίσταται ιδίως αν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τον πραγματικό προορισμό του προϊόντος ή συγκεκριμένες υποψίες ότι το προϊόν θα επανεισαχθεί στην Κοινότητα απολαύοντας δασμολογικής απαλλαγής ή μείωσης δασμού.
72. Έτσι παρέχεται μάλλον μια εύλογη προστασία κατά της απάτης στις περιπτώσεις που, σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού 1501/95 και το άρθρο 16 του κανονισμού 800/1999, ερμηνευομένων κατά τον τρόπο που προτείνω, ο εξαγωγέας προσκομίζει μόνον έγγραφα μεταφοράς που αποδεικνύουν την εξαγωγή διά θαλάσσης σε τρίτη χώρα για την οποία εφαρμόζεται το αντίστοιχο ποσοστό επιστροφής και φέρουν την ένδειξη που προβλέπει το άρθρο 13 του κανονισμού 1501/95.
73. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν παρέχει στις εθνικές αρχές τη δυνατότητα να απαιτούν συστηματικά πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία σε κάθε περίπτωση. Πρέπει καταρχάς να υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ή συγκεκριμένες υποψίες όπως οι προαναφερόμενες. Εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να κρίνουν κατά περίπτωση αν όντως συντρέχουν οι λόγοι που καθιστούν δυνατή την επιβολή πρόσθετων αποδείξεων.
Τελικές παρατηρήσεις
74. Η επίμαχη νομοθεσία είναι –εύλογα, λόγω του αντικειμένου της– περίπλοκη και τεχνικού χαρακτήρα. Ωστόσο, πάσχει επίσης από σημαντική έλλειψη σαφήνειας όσον αφορά τις λεπτομέρειες και από σημαντική ανακολουθία μεταξύ της αιτιολογίας ορισμένης διάταξης και του περιεχομένου άλλων διατάξεων που εφαρμόζονται ταυτόχρονα.
75. Θα ήθελα να υπενθυμίσω στην Επιτροπή τη συμφωνία που συνήψε για τη διατύπωση της κοινοτικής νομοθεσίας από κοινού με το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (28). Οι πρώτες δύο αιτιολογικές σκέψεις του προοιμίου της εν λόγω συμφωνίας έχουν ως εξής:
«(1) η σαφής, απλή και ακριβής διατύπωση των κοινοτικών νομοθετικών πράξεων συμβάλλει ουσιαστικά στη διαφάνεια της κοινοτικής νομοθεσίας καθώς και στην ορθή κατανόησή της από το κοινό και τους οικονομικούς κύκλους. Είναι επίσης αναγκαία για την ορθή και ομοιογενή εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας στα κράτη μέλη.
(2) Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία αποτελεί μέρος της κοινοτικής εννόμου τάξεως, απαιτεί όπως η κοινοτική νομοθεσία είναι σαφής και ακριβής, η δε εφαρμογή της προβλέψιμη για τους υποκείμενους σ’ αυτήν. Η επιταγή αυτή πρέπει να ακολουθείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα όταν πρόκειται για πράξη η οποία ενδέχεται να έχει οικονομικές επιπτώσεις και επιβάλλει βάρη στους ιδιώτες, προκειμένου να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν επακριβώς την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει η εν λόγω πράξη.»
76. Είμαι της γνώμης ότι στην υπό κρίση υπόθεση οι αρχές αυτές δεν τηρήθηκαν πλήρως στην επίμαχη νομοθεσία.
Πρόταση
77. Υπό το φως όλων των ως άνω εκτιμήσεων, έχω τη γνώμη ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να δώσει στο ερώτημα που υπέβαλε το Finanzgericht του Αμβούργου την ακόλουθη απάντηση:
– η προσκόμιση της απόδειξης που περιγράφεται στο άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 1501/95 της Επιτροπής καθιστά περιττή μόνον την απόδειξη της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων για τη διάθεση στην κατανάλωση, και όχι την προσκόμιση των εγγράφων μεταφοράς βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 800/1999 της Επιτροπής·
– στην περίπτωση εξαγωγής προϊόντων διά θαλάσσης, το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 800/1999 απαιτεί την προσκόμιση εγγράφων μεταφοράς που να αποδεικνύουν ότι τα προϊόντα εγκατέλειψαν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας και να καλύπτουν τη μεταφορά τους μέχρι την άφιξή τους στην τρίτη χώρα στην οποία πρόκειται να εκφορτωθούν ή, αν το κράτος μέλος εξόδου έχει επιλέξει τη δυνατότητα του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού αυτού θεσπίζοντας μια νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη γενικής εφαρμογής, μέχρι την άφιξή τους στον τελικό προορισμό τους·
– στις περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/1999, οι εθνικές αρχές μπορούν να απαιτούν πρόσθετα στοιχεία που να αποδεικνύουν επαρκώς ότι τα προϊόντα πράγματι διατέθηκαν στην αγορά της τρίτης χώρας εισαγωγής ή υπέστησαν ουσιαστική επεξεργασία ή μεταποίηση.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Κανονισμός της 30ής Ιουνίου 1992, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ L 81, σ. 21).
3 – Κανονισμός της 9ης Αυγούστου 1999, για το άνοιγμα διαγωνισμού για τον καθορισμό της επιστροφής ή του φόρου κατά την εξαγωγή σίκαλης προς όλες τις τρίτες χώρες (ΕΕ L 210, σ. 3).
4 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 26ης Αυγούστου 1999, για καθορισμό της μέγιστης επιστροφής κατά την εξαγωγή σίκαλης στο πλαίσιο του διαγωνισμού που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) 1758/1999 (ΕΕ L 226, σ. 20).
5 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 19ης Αυγούστου 1999, για καθορισμό των επιστροφών που εφαρμόζονται κατά την εξαγωγή των σιτηρών, των αλεύρων και των πλιγουριών και των σιμιγδαλιών σίτου ή σικάλεως (ΕΕ L 220, σ. 22).
6 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 351, σ. 1).
7 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1999, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 102, σ. 11).
8 – Από τις γλωσσικές αποδόσεις της παραγράφου αυτής, μόνον το γερμανικό κείμενο αρχίζει με τον όρο «Außerdem» (επιπροσθέτως). Ωστόσο, ανάλογος όρος υπήρχε σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις της προηγούμενης διάταξης, δηλαδή του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 3665/87.
9 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1995, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1766/92 (ΕΕ L 147, σ. 7). Εκδόθηκε ενώ εξακολουθούσε να ισχύει ο κανονισμός 3665/87 αλλά, κατά τον επίμαχο χρόνο στην υπό κρίση υπόθεση, δεν είχε τροποποιηθεί καθόσον ο κανονισμός αυτός αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 800/1999.
10 – Κείμενο το οποίο ίσχυε κατά τον επίμαχο χρόνο, δηλαδή όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1259/97 της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1997 (ΕΕ L 174, σ. 10).
11 – Ο πίνακας στο παράρτημα του κανονισμού 800/1999 (βλ. σημείο 8 ανωτέρω) αναφέρει ότι το άρθρο 18 του κανονισμού 3665/87 αντιστοιχεί στο άρθρο 16 του κανονισμού 800/1999 (βλ. σημείο 18 ανωτέρω).
12 – Βλ. σημεία 6 και 26 ανωτέρω. Το άρθρο 14 του κανονισμού 1501/1995 (τομεακός κανόνας εφαρμογής) έχει ως αποτέλεσμα τη μετατροπή μιας επιστροφής κατά την εξαγωγή προς «όλες τις τρίτες χώρες» στο πλαίσιο διαγωνισμού που αφορά ένα προϊόν του τομέα αυτού (κανονισμός 1851/1999) σε διαφοροποιημένη επιστροφή. Αυτό συμβαίνει με την παραπομπή στον τακτικό καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή του προϊόντος αυτού που εμφανίζεται επίσης ως εξαγωγή «προς όλες τις τρίτες χώρες» (κανονισμός 1816/1999).
13 – Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση επιβεβαιώθηκε ότι η διαφορά δεν αφορά τις υπόλοιπες παρτίδες, ως προς τις οποίες ίσως μπορεί να συναχθεί ότι η Glencore μπόρεσε να προσκομίσει όλα τα έγγραφα που της ζήτησε η τελωνειακή αρχή.
14 – Δεν είναι σαφής ο τελικός προορισμός της σίκαλης. Η διάταξη περί παραπομπής αναφέρει ότι ο τελικός τελωνειακός έλεγχος ζητήθηκε για την εξαγωγή στο Nazran και στο Minsk της Ρωσίας. Στη φορτωτική αναγράφεται ως παραλήπτης η «OOO Agroprodservis» στο Nazran της Ρωσίας. Το Minsk βρίσκεται στην πραγματικότητα στη Λευκορωσία ενώ το Nazran είναι στην Ingushetia, η οποία συνορεύει με τη Γεωργία. Ο εθνικός φάκελος της υποθέσεως περιέχει αντίγραφο του εγγράφου στα αγγλικά με ημερομηνία 23 Σεπτεμβρίου 2002, που υποτίθεται ότι προέρχεται από το «τελωνείο της Λευκορωσίας» στο Minsk και επιβεβαιώνει την άφιξη και τον εκτελωνισμό της εισαγωγής 3 034 150 κιλών σίκαλης τον Φεβρουάριο του 2000, «με βαγόνια από το πλοίο “VOLGOBALT – 209”»– το πλοίο αναγραφόταν στη φορτωτική. Η χερσαία μεταφορά από το Klaipėda στο Nazran θα μπορούσε όντως να διέλθει από το Minsk.
15 – Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η Glencore υποστήριξε, χωρίς να αντικρουστεί, ότι παρέδωσε τη σίκαλη στον Ρώσο εισαγωγέα στο Klaipėda και ότι οι Ρώσοι εισαγωγείς συχνά δεν ανταποκρίνονται στο αίτημα της έγγραφης απόδειξης της μεταφοράς στον τελικό προορισμό.
16 – Συνολικού ύψους, όπως προκύπτει από τον εθνικό φάκελο της υποθέσεως, 220 561,82 ευρώ.
17 – Μολονότι, ασφαλώς, τίποτε δεν μπορεί να αποκλειστεί. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής επισήμανε την αυθάδη εφευρετικότητα όσων εξαπατούν τις αρχές για να λάβουν επιστροφές λόγω εξαγωγής.
18 – Κανονισμός (ΕΚ) 1525/95 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1995, για καθορισμό των επιστροφών που εφαρμόζονται κατά την εξαγωγή των σιτηρών, των αλεύρων και των πλιγουριών και σιμιγδαλιών σίτου ή σικάλεως (ΕΕ L 147, σ. 72).
19 – Βλ. σημεία 6, 26 και 28 ανωτέρω.
20 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 2005, για καθορισμό των επιστροφών που εφαρμόζονται κατά την εξαγωγή των σιτηρών, των αλεύρων και των πλιγουριών και των σιμιγδαλιών σίτου ή σικάλεως (ΕΕ L 164, σ. 33).
21 – Βλ. σημείο 41 ανωτέρω.
22 – Ουδόλως προκύπτει ότι η Επιτροπή ενήργησε ακολούθως.
23 – Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, C-155/89 (Συλλογή 1990, σ. I-3265, σκέψεις 25 έως 32, συγκεκριμένα σκέψη 27).
24 – Κανονισμός (ΕΚ) 40/2004 της Επιτροπής, της 9ης Ιανουαρίου 2004, για την απόδειξη της περατώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής ζάχαρης σε μια τρίτη χώρα που προβλέπεται στο άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΚ) 800/1999 (ΕΕ L 6, σ. 17), και κανονισμός (ΕΚ) 450/2005 της Επιτροπής, της 18ης Μαρτίου 2005, σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία διεκπεραίωσης των τελωνειακών διατυπώσεων για την εισαγωγή γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων σε τρίτες χώρες, όπως προβλέπεται στο άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΚ) 800/1999 (ΕΕ L 74, σ. 30).
25 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 2007, για την απόδειξη της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής ζάχαρης σε μία τρίτη χώρα που προβλέπεται στο άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΚ) 800/1999 (ΕΕ L 104, σ. 14).
26 – Βλ. σημεία 10 επ. ανωτέρω.
27 – Και μπορεί να σημειωθεί ότι από καμία διάταξη των άρθρων 15 ή 16 δεν απαιτείται η απόδειξη της εισαγωγής στην τρίτη χώρα του τελικού προορισμού. Το άρθρο 15, παράγραφος 1, είναι, όντως, αρκετά σαφές όσον αφορά την απαίτηση εισαγωγής στην «τρίτη χώρα ή σε μία από τις τρίτες χώρες για την οποία προβλέπεται η επιστροφή» (η έμφαση δική μου). Η διατύπωση αυτή ασφαλώς δεν θα είχε χρησιμοποιηθεί αν ήταν αναγκαίο να αποδειχθεί η άφιξη σε συγκεκριμένο τελικό προορισμό μεταξύ προορισμών για τους οποίους ισχύει το ίδιο ποσοστό επιστροφής.
28 – Διοργανική Συμφωνία, της 22ας Δεκεμβρίου 1998, για τις κοινές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την ποιότητα της διατύπωσης της κοινοτικής νομοθεσίας (ΕΕ 1999, C 73, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy