ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 4ης Σεπτεμβρίου 2008 (1)
Υπόθεση C‑396/07
Mirja Juuri
κατά
Fazer Amica Oy
[αίτηση του Korkein oikeus (Φινλανδία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Μεταβίβαση επιχειρήσεων – Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων – Οδηγία 2001/23/ΕΚ – Άρθρο 3, παράγραφος 3 – Άρθρο 4, παράγραφος 2 – Εφαρμογή νέας συλλογικής συμβάσεως – Καταστρατήγηση νόμου – Ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας – Εκούσια καταγγελία της συμβάσεως εργασίας – Καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη – Συνέπειες της καταγγελίας επί της αποζημιώσεως – Ελάχιστο περιεχόμενο των οδηγιών»
I – Εισαγωγή
1. Η Mirja Juuri εργαζόταν επί εννέα έτη στο εστιατόριο μιας επιχειρήσεως του μεταλλουργικού τομέα στη Φινλανδία. Όταν ο εργοδότης της μετέφερε τον τομέα της εστιάσεως σε άλλη επιχείρηση, οι όροι εργασίας της M. Juuri χειροτέρευσαν. Το κοινοτικό δίκαιο προτείνει μια λύση για την κατάσταση της εργαζομένης αυτής, αλλά το εθνικό δικαστήριο έχει αμφιβολίες επί της ερμηνείας των κοινοτικών κανόνων. Συγκεκριμένα, προκειμένου περί περιπτώσεων όπως αυτής της M. Juuri, η οδηγία 2001/23/ΕΚ, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (2), προβλέπει τη σχετική ευθύνη του νέου εργοδότη. Το Δικαστήριο πρέπει να προσδιορίσει την έκταση της εν λόγω ευθύνης και τα οικονομικά αποτελέσματα που αυτή συνεπάγεται.
2. Η οδηγία 2001/23 εντάσσεται στο πλαίσιο του «κοινοτικού δικαίου των εργασιακών σχέσεων. Το μέρος αυτό του κοινοτικού δικαίου εγγυάται στους εργαζομένους ένα ελάχιστο όριο δικαιωμάτων, ενώ τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας. Λόγω της εγγενούς περιπλοκότητας της ρυθμίσεως των εθνικών αγορών εργασίας, το νομοθετικό αυτό κείμενο εκδόθηκε κατόπιν μεγάλων συμβιβασμών, έτσι ώστε οι διατάξεις του, επιδεχόμενες ερμηνεία και διφορούμενες, απαιτούν συχνά την παρέμβαση του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων.
3. Επιπλέον, το κοινοτικό δίκαιο των εργασιακών σχέσεων διακρίνεται από την αποσπασματική δομή του. Αποτελείται από ορισμένους κανόνες που προορίζονται προς επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων τα οποία ανακύπτουν κατά τη διάρκεια της σχέσεως εργασίας. Μεταφορικά, πρόκειται για έναν τομέα αποτελούμενο από ένα αρχιπέλαγος (3), οι νήσοι του οποίου δεν φαίνεται να συνδέονται μεταξύ τους με γέφυρες. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να ασχοληθεί με ζητήματα που ανακύπτουν σε μία από τις νήσους αυτές (4). Επομένως, υπάρχει κίνδυνος να δοθεί ικανοποιητική ερμηνεία ως προς την επίμαχη οδηγία, όχι όμως ως προς άλλες, με τις οποίες έχει κάποια σχέση η υπό κρίση υπόθεση. Άρα, πρέπει να ενεργήσουμε με προσοχή και να μην αγνοήσουμε τις διασυνδέσεις που υφίστανται σε έναν τομέα τόσο κατακερματισμένο όπως οι εργασιακές σχέσεις, ο οποίος, εντούτοις, είναι λιγότερο κατακερματισμένος από όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως.
II – Τα πραγματικά περιστατικά
4. Στις 5 Απριλίου 1994 η M. Juuri άρχισε να εργάζεται στην υπηρεσία της εταιρίας Rautaruukki Oyj (στο εξής: μεταβιβάζουσα), στην πόλη Hämeenlinna (Φινλανδία), στο εστιατόριο της επιχειρήσεως. Από τις 10 Δεκεμβρίου 1999 η σύμβαση της M. Juuri μετατράπηκε σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
5. Μολονότι η εργασία της περιοριζόταν στο εστιατόριο, η M. Juuri υπαγόταν στη συλλογική σύμβαση του τομέα της μεταλλουργίας, η οποία επρόκειτο να λήξει στις 31 Ιανουαρίου 2003 και θα ανανεωνόταν αυτομάτως για ένα έτος, εκτός περιπτώσεως καταγγελίας με πρωτοβουλία των μερών εντός προθεσμίας δύο μηνών προ της λήξεως αυτής. Δεν χρειάστηκε να γίνει καταγγελία, καθόσον, στις 12 Δεκεμβρίου 2002, υπεγράφη μια άλλη σύμβαση για τον ως άνω τομέα, ισχύουσα από 1ης Φεβρουαρίου 2003.
6. Την ίδια ημέρα, όταν είχε λήξει η προηγούμενη σύμβαση, η μεταβιβάζουσα επιχείρηση ανέθεσε τη διαχείριση της υπηρεσίας εστιάσεως στην εταιρία Amica Ravintolat Oy (στο εξής: προς ην η μεταβίβαση). Κατόπιν της μεταβιβάσεως, οι εργαζόμενοι άρχισαν να εργάζονται για λογαριασμό τής προς ην η μεταβίβαση, υπαγόμενοι όμως σε μια νέα συλλογική σύμβαση, εν προκειμένω στην ισχύουσα στους εργαζομένους στα ξενοδοχεία και στις υπηρεσίες εστιάσεως.
7. Η M. Juuri, που αντιτίθεται στην εφαρμογή στη σύμβαση εργασίας της της συλλογικής συμβάσεως για τους εργαζομένους στα ξενοδοχεία και στις υπηρεσίες εστιάσεως, εκτιμά ότι υπάγεται στη συλλογική σύμβαση του μεταλλουργικού τομέα. Κατά την εργαζομένη, η μεταβολή της καταστάσεώς της προκάλεσε μείωση του εισοδήματός της κατά 300 ευρώ τον μήνα, καθώς και μετακίνηση σε άλλους τόπους εργασίας. Η προς ην η μεταβίβαση εταιρία αναγνώρισε ότι η νέα σύμβαση επέβαλε στη M. Juuri μια σειρά αλλαγών, μεταξύ των οποίων η προσωρινή παροχή των υπηρεσιών της σε άλλες εγκαταστάσεις και μείωση κατά 100 ευρώ του μηνιαίου μισθού της λόγω της μειώσεως της διάρκειας της ημερήσιας εργασίας.
8. Κατόπιν των μεταβολών αυτών στο συμβατικό καθεστώς που ίσχυε στη σύμβαση εργασίας της, η M. Juuri αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβαση αυτή στις 19 Φεβρουαρίου 2003. Επικαλούμενη τη φινλανδική εργατική νομοθεσία, ζήτησε δικαστικώς από την προς ην η μεταβίβαση αποζημίωση αδείας για την περίοδο της καταγγελίας, καθώς και αποζημίωση ίση προς μισθούς δεκατεσσάρων μηνών, λόγω παράνομης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Στις 11 Φεβρουαρίου 2005 το Helsingin käräjäoikeus απέρριψε την αγωγή της M. Juuri πρωτοδίκως. Ένα έτος αργότερα, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, το Helsingin hovioikeus επιβεβαίωσε την απόφαση αυτή κατ’ έφεση, αλλά η M. Juuri άσκησε αναίρεση ενώπιον του Korkein oikeus, ανωτάτου δικαστηρίου της χώρας, το οποίο υπέβαλε ερωτήματα επί της ερμηνείας της οδηγίας 2001/23.
III – Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική ρύθμιση
9. Η οδηγία 2001/23 προβλέπει ένα σύνολο στοιχειωδών προϋποθέσεων προς προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων κατά τη μεταβίβαση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων. Στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ M. Juuri και της προς ην η μεταβίβαση, τα εφαρμοστέα άρθρα τής εν λόγω οδηγίας είναι τα άρθρα 3, παράγραφος 3, και 4, παράγραφος 2.
«Άρθρο 3
[…]
3. Μετά τη μεταβίβαση, ο [προς ον η μεταβίβαση] εξακολουθεί να τηρεί τους συμφωνηθέντες με συλλογική σύμβαση όρους εργασίας, ως αυτοί εφαρμόζονται και έναντι του [μεταβιβάζοντος], σύμφωνα με τη σύμβαση, μέχρι την ημερομηνία της καταγγελίας ή λήξεως της συλλογικής συμβάσεως ή της ενάρξεως της ισχύος ή εφαρμογής άλλης συλλογικής συμβάσεως.
Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν την περίοδο τηρήσεως των εν λόγω όρων εργασίας, υπό την αίρεση ότι η περίοδος αυτή δεν θα είναι κατώτερη του έτους.
[…]
Άρθρο 4
[…]
2. Αν η σύμβαση εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας εις βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσεως θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη.»
Η εθνική ρύθμιση
10. Κατά τη διάταξη του Korkein oikeus, το κεφάλαιο 6 του Työsopimuslaki (νόμου περί συμβάσεως εργασίας) προβλέπει, στο άρθρο 2, ότι «σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ή ισχύουσα για αόριστο χρονικό διάστημα λήγει με καταγγελία κοινοποιούμενη στον αντισυμβαλλόμενο.»
11. Στο κεφάλαιο 7 του ίδιου νόμου, το άρθρο 6, που μεταφέρει στη φινλανδική νομοθεσία το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23, προβλέπει ότι, «αν η σύμβαση εργασίας καταγγέλλεται λόγω σημαντικής χειροτερεύσεως των όρων εργασίας του εργαζομένου οφειλομένης σε μεταβίβαση της επιχειρήσεως, ο εργοδότης θεωρείται υπεύθυνος για τη λήξη της σχέσεως εργασίας».
12. Στο κεφάλαιο 8, το άρθρο 1, παράγραφος 2, του Työsopimuslaki παρέχει τη δυνατότητα στον εργαζόμενο να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας αν ο εργοδότης παραβαίνει τις υποχρεώσεις του οι οποίες έχουν ουσιώδη επίπτωση επί της σχέσεως εργασίας, ακόμα και κατά τη διάρκεια της περιόδου καταγγελίας.
13. Κατά το άρθρο 5 του Työehtosopimuslaki (φινλανδικού νόμου περί συλλογικής συμβάσεως εργασίας), αν ο εργοδότης είναι συμβαλλόμενο μέρος σε συλλογική σύμβαση ή δεσμεύεται από αυτή με άλλο τρόπο, ο διάδοχός του αναλαμβάνει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχει δυνάμει της εν λόγω συλλογικής συμβάσεως. Επομένως, στο πλαίσιο μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, ο προς ον η μεταβίβαση έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους της δεσμευτικής για τον μεταβιβάζοντα συλλογικής συμβάσεως μέχρι τη λήξη της ισχύος της και, στη συνέχεια, να τηρεί τη συλλογική σύμβαση που τον δεσμεύει υπό την έννοια του άρθρου 4 του νόμου περί συλλογικής συμβάσεως εργασίας.
14. Στο κεφάλαιο 12, το άρθρο 2 του Työsopimuslaki προβλέπει ότι ο μισθωτός δικαιούται να λάβει αποζημίωση από τον εργοδότη του σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας άνευ σοβαρού λόγου, οπότε ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει μια τέτοια αποζημίωση στην περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος προκαλεί τη λήξη της συμβάσεως χωρίς να συντρέχουν οι λόγοι που προβλέπει ο νόμος αυτός, αλλά και να αποζημιώσει τον εργαζόμενο ο οποίος κατήγγειλε ο ίδιος τη σύμβαση εργασίας.
15. Στο ίδιο κεφάλαιο 12, το άρθρο 2 προβλέπει ότι η αποζημίωση που δικαιούται ο εργαζόμενος ισούται προς τις αποδοχές τριών έως είκοσι τεσσάρων μηνών.
16. Ο εργαζόμενος δεν δικαιούται την αποζημίωση που προβλέπει το άρθρο 2 του κεφαλαίου 12 του Työsopimuslaki αν ο εργοδότης έχει καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας για βάσιμο και σοβαρό λόγο, αλλά, ακόμα και στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος έχει αξίωση να λάβει τον μισθό του και άλλες παροχές που αντιστοιχούν στο διάστημα της καταγγελίας. Αν αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης έχει ιδιαίτερα σοβαρούς λόγους για την άμεση καταγγελία της συμβάσεως, ο μισθωτός δεν λαμβάνει ούτε τον μισθό του ούτε άλλες παροχές που συνδέονται με τη σχέση εργασίας.
17. Σε περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης παρέβη εκ προθέσεως ή εξ αμελείας τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη σύμβαση εργασίας ή από τον Työsopimuslaki, στο ίδιο κεφάλαιο 12, το άρθρο 1 του Työsopimuslaki τον υποχρεώνει να αποκαταστήσει τη ζημία που προκάλεσε στον εργαζόμενο.
IV – Τα προδικαστικά ερωτήματα
18. Στο πλαίσιο της αστικής διαδικασίας που κίνησε η M. Juuri κατά της προς ην η μεταβίβαση επιχειρήσεως, με διάταξη της 24ης Αυγούστου 2007 το Korkein oikeus υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ […] υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ένας εργαζόμενος έχει καταγγείλει ο ίδιος τη σύμβαση εργασίας του κατόπιν σημαντικής χειροτερεύσεως των όρων εργασίας του λόγω μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως, κάθε κράτος μέλος πρέπει να εγγυάται στον εργαζόμενο, στο πλαίσιο της εσωτερικής εννόμου τάξεώς του, μια αξίωση για οικονομική αποζημίωση έναντι του εργοδότη αντίστοιχη με εκείνη που προβλέπεται όταν ο εργοδότης καταγγέλλει παράνομα τη σύμβαση εργασίας, σε περίπτωση που ο εργοδότης έχει τηρήσει, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, τη συλλογική σύμβαση που δέσμευε τον μεταβιβάζοντα και εξασφάλιζε καλύτερους όρους εργασίας μόνο μέχρι τη λήξη της και η χειροτέρευση των όρων εργασίας απορρέει από τη λήξη αυτή;
2) Εάν η ευθύνη του εργοδότη σύμφωνα με την οδηγία δεν είναι τέτοιας εκτάσεως όπως περιγράφεται στο πρώτο ερώτημα, υφίσταται παρά ταύτα κάποια υποχρέωση του εργοδότη, παραδείγματος χάρη προς καταβολή αποδοχών ή άλλης παροχής κατά το διάστημα της προθεσμίας καταγγελίας της συμβάσεως, που πρέπει να τηρεί ο εργοδότης;»
19. Εντός της τασσόμενης από το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου προθεσμίας κατέθεσαν παρατηρήσεις η Φινλανδική και η Ουγγρική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
20. Κατά τη συνεδρίασή του επί γενικών ζητημάτων της 29ης Απριλίου 2008 το Δικαστήριο αποφάσισε να θέσει δύο έγγραφες ερωτήσεις στη Φινλανδική Κυβέρνηση, οι απαντήσεις στις οποίες περιήλθαν στη Γραμματεία στις 23 Μαΐου του έτους αυτού.
V – Η αναδιατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων
21. Τα δύο προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το φινλανδικό δικαστήριο αφορούν το ίδιο φαινόμενο: τη μεταβολή του εργασιακού καθεστώτος που προβλέπει το εργατικό δίκαιο μετά τη λήξη της συλλογικής συμβάσεως στον τομέα της μεταλλουργίας. Το αρχικό αυτό ζήτημα δεν είναι τόσο αδιαμφισβήτητο όσο θα μπορούσε να υποτεθεί, διότι και οι δύο κυβερνήσεις που υπέβαλαν παρατηρήσεις αλλά και η Επιτροπή ασχολήθηκαν με αυτό με τα υπομνήματά τους. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23 έχει εφαρμογή άπαξ επιβεβαιωθεί η νομιμότητα της μεταβολής των εφαρμοστέων στη σύμβαση εργασίας ρυθμίσεων. Αν η σχετική τροποποίηση δεν είναι νόμιμη, ως αντίθετη προς το άρθρο 3, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, τα αποτελέσματα διαφέρουν. Επομένως, πρέπει να διευκρινιστούν οι πραγματικές περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης προκειμένου να προσδιοριστεί αν διαπράχθηκαν παρατυπίες, διότι η λήξη της συλλογικής συμβάσεως η οποία δέσμευε αρχικά τη M. Juuri επήλθε την ίδια ημερομηνία με τη μεταβίβαση της υπηρεσίας εστιάσεως της μεταβιβάζουσας επιχειρήσεως. Η χρονική αυτή σύμπτωση δημιούργησε ορισμένες αμφιβολίες στο Δικαστήριο, που το οδήγησαν να θέσει πολλές ερωτήσεις στη Φινλανδική Κυβέρνηση (5) και με οδηγεί να επαναδιατυπώσω τα ερωτήματα του Korkein oikeus (6).
22. Στην ως άνω υπόθεση θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω τα δύο ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου ως εάν ήταν ένα ενιαίο ερώτημα, έτσι ώστε, αφού αναλύσω όλα τα στοιχεία που αφορούν τη διαδοχή των συλλογικών συμβάσεων, να εξετάσω στη συνέχεια τις επιπτώσεις που έχει ως προς την αποζημίωση το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23.
23. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αναδιατυπώσει τα δύο προδικαστικά ερωτήματα ως ακολούθως:
– Είναι σύμφωνη προς το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/23 η διατήρηση των όρων εργασίας που έχουν συμφωνηθεί με συλλογική σύμβαση μέχρι την ημερομηνία λήξεως της τελευταίας όταν η ημερομηνία της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως συμπίπτει με την ως άνω ημερομηνία λήξεως;
– Έχει την έννοια το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23 ότι ένα κράτος μέλος υποχρεούται να εγγυάται στον εργαζόμενο, στο πλαίσιο της εννόμου τάξεώς του, ένα δικαίωμα λήψεως οικονομικής αποζημιώσεως εκ μέρους του εργοδότη, ή πρέπει να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως κανόνας περί ευθύνης;
VI – Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα
24. Το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/23 δημιούργησε ένα σύστημα προστασίας του εργαζομένου, που παρέχει ασφάλεια δικαίου στους μισθωτούς όταν ο εργοδότης προβαίνει σε μεταβίβαση της επιχειρήσεώς του. Αν υφίσταται προγενέστερη της μεταβιβάσεως συλλογική σύμβαση, οι εργαζόμενοι μπορούν να την επικαλούνται μέχρι την ημερομηνία λήξεώς της, ή μέχρι την ημερομηνία «ενάρξεως της ισχύος […] άλλης συλλογικής συμβάσεως». Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν τη διάρκεια της προστασίας αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική χρονική περίοδος δεν θα είναι κατώτερη του έτους (7).
25. Η οδηγία 2001/23 επιδιώκει μιαν ισορροπία μεταξύ της σταθερότητας της σχέσεως εργασίας και της ελαστικότητας της δράσεως του εργοδότη. Τα δικαιώματα του εργαζομένου συνεχίζουν να υφίστανται μετά τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως, κατά τη διάρκεια μιας οριζόμενης περιόδου. Όταν τα εν λόγω δικαιώματα παύουν να ισχύουν, ο εργαζόμενος μπορεί να λάβει κάποια σχετική απόφαση, πράγμα που οδηγεί στην εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας. Η διάταξη αυτή θεωρεί τον εργοδότη υπεύθυνο για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας όταν η μεταβίβαση οδήγησε σε «ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας εις βάρος του εργαζομένου» (8). Επιπλέον, η νομολογία δέχεται τις μεταβολές αυτές, παρά τον επιτακτικό χαρακτήρα των κανόνων της οδηγίας 2001/23, αν το εθνικό δίκαιο τις επιτρέπει στο πλαίσιο της συνήθους εξελίξεως της σχέσεως εργασίας, ανεξάρτητα από το αν επήλθε μεταβίβαση επιχειρήσεως (9).
26. Τα άρθρα 3, παράγραφος 3, και 4, παράγραφος 2, της οδηγίας δεν αποτελούν στεγανά (10). Το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης παρέχει στον εργαζόμενο τη δυνατότητα να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας απορρέει από τη χειροτέρευση της σχέσεως με τον εργοδότη του, η οποία προκλήθηκε λόγω της μεταβολής του σχετικού νομικού πλαισίου. Είναι πρόδηλον ότι το άρθρο 3 διασφαλίζει μεν τα προγενέστερα δικαιώματα του εργαζομένου, επιτρέπει όμως μια μεταβολή του εφαρμοστέου νομικού καθεστώτος. Ακριβώς επειδή προβλέπεται μια τέτοια μεταβολή, η οδηγία 2001/23 προσδιορίζει τον φέροντα την ευθύνη γι’ αυτήν όσον αφορά τη λύση της συμβάσεως: τον εργοδότη (11). Με τον τρόπο αυτό αντισταθμίζεται το γεγονός ότι ένας κανόνας που απαγορεύει τη μεταβολή των όρων εργασίας έχει εξαιρέσεις. Δεδομένου ότι η ευθύνη επιρρίπτεται στον προς ον η μεταβίβαση, ο εργαζόμενος μπορεί να διατηρεί τα δικαιώματά του, τουλάχιστον σε οικονομικό επίπεδο (12).
27. Στο πλαίσιο του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να εξεταστούν οι συνέπειες της καταγγελίας από πλευράς αποζημιώσεως περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23, στο στάδιο αυτό όμως πρέπει να εκτεθεί εκ των προτέρων ένα μέρος της σχετικής συλλογιστικής προς στήριξη της ακόλουθης σκέψεως.
28. Η διατήρηση των δικαιωμάτων του εργαζομένου που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/23 επιβάλλει στα κράτη μέλη μια θετική υποχρέωση, η οποία έχει συγκεκριμένο αντίκτυπο στους εργοδότες. Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η διάταξη αυτή, ο εργαζόμενος διατηρεί τους όρους εργασίας του μετά τη μεταβίβαση επ’ αόριστον ή, εντός ορισμένων ορίων, για μια συγκεκριμένη περίοδο (13). Όμως, η παράβαση της διατάξεως αυτής παρέχει στον εργαζόμενο το δικαίωμα να ζητήσει να του αναγνωριστεί, και δικαστικώς, η νομική κατάσταση που προβλεπόταν υπέρ αυτού από το εργατικό δίκαιο πριν από τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως, ή αντίστοιχο οικονομικό αντιστάθμισμα (14). Η τελευταία αυτή περίπτωση ρυθμίζεται σύμφωνα με τους ουσιαστικούς και δικονομικούς κανόνες του εθνικού εργατικού δικαίου, αλλά χωρίς να αγνοείται η οδηγία 2001/23, η οποία διευκρινίζει ποιος πρέπει να είναι ο σκοπός των εθνικών κανόνων.
29. Στο πλαίσιο αυτό, είναι προφανές ότι η ως άνω διάταξη εισάγει, εμμέσως και προβλέποντας ένα ελάχιστο όριο προϋποθέσεων, ένα διπλό σύστημα αποζημιώσεως κατά τη λήξη της σχέσεως εργασίας. Σε μια πρώτη περίπτωση, ο εργαζόμενος καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας, όταν όμως συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/23. Σε μια δεύτερη περίπτωση, η καταγγελία της συμβάσεως με πρωτοβουλία του εργαζομένου επέρχεται μετά από παράβαση του άρθρου αυτού. Η βαρύτητα των δύο αυτών περιπτώσεων διαφέρει, καθόσον στη δεύτερη περίπτωση ο εργαζόμενος έχει λιγότερη υποστήριξη, οπότε το εθνικό δίκαιο πρέπει να μεταχειριστεί αυστηρότερα τον εργοδότη. Η λύση αυτή ισχύει επίσης όταν, τηρουμένου του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/23, διαπράττεται κάποια καταστρατήγηση νόμου, περίσταση που μπορεί μεν να συντρέχει στην υπό κρίση υπόθεση, λαμβανομένου όμως υπόψη του προδικαστικού χαρακτήρα της υποθέσεως, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να τη διευκρινίσει.
30. Για την εκτίμηση της καταστρατηγήσεως νόμου απαιτούνται πραγματικά στοιχεία τα οποία εξακολουθεί να αγνοεί το Δικαστήριο (15). Εντούτοις, η νομολογία (16) δίδει ιδιαίτερη προσοχή στις διαφορές στις οποίες ένας των διαδίκων συμπεριφέρεται καταχρώμενος τα δικαιώματά του (17). Η ευαισθησία αυτή κατέστη επίσης αισθητή σε υποθέσεις αφορώσες το κοινοτικό εργατικό δίκαιο, συγκεκριμένα την εφαρμογή της οδηγίας 2001/23. Έτσι, στην υπόθεση Bork International κ.λπ. (18), το Δικαστήριο εξέτασε μια περίπτωση απολύσεως του συνόλου του προσωπικού μιας επιχειρήσεως, αμέσως μετά την οποία ακολούθησε η μεταβίβαση της επιχειρήσεως αυτής και η επαναπρόσληψη ουσιώδους μέρους του ως άνω προσωπικού, αλλά με λιγότερο ευνοϊκούς όρους. Σύμφωνα με μια συνήθη μέθοδο, το Δικαστήριο σημείωσε ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να προβεί στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, στη συνέχεια να εφαρμόσει τους κοινοτικούς κανόνες, σημειώνοντας τα κριτήρια που πρέπει να ακολουθηθούν για την έκδοση της αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο υποχρεούται να εκτιμήσει τις «αντικειμενικές περιστάσεις υπό τις οποίες επήλθε η απόλυση και ιδίως, σε περίπτωση όπως η προκείμενη, το γεγονός ότι η απόλυση συντελέστηκε σε ημερομηνία ελάχιστα απέχουσα της ημερομηνίας της μεταβιβάσεως, οι δε εν λόγω εργαζόμενοι αναπροσλήφθηκαν από τον [προς ον η μεταβίβαση]» (19). Βάσει των σκέψεων αυτών, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση που επιβεβαιώνει την εφαρμογή της οδηγίας 2001/23 σε κατάσταση όπως η προκείμενη (20).
31. Από την ως άνω απόφαση Bork προκύπτει ότι το Δικαστήριο παρέχει στο εθνικό δικαστήριο ευρύ περιθώριο δράσεως, για να το περιορίσει όμως στη συνέχεια. Δεδομένου ότι του επιβάλλονται ειδικά κριτήρια, το εθνικό δικαστήριο επικυρώνει τον χαρακτηρισμό των εφαρμοστέων κοινοτικών κανόνων προς επίλυση της υποθέσεως, ενώ περιορίζεται η ανάλυση των πραγματικών στοιχείων και του ανατίθεται μια άχαρη αποστολή. Δεν εγκρίνω τον τρόπο αυτόν δράσεως του Δικαστηρίου. Τούτο καθόσον μάλιστα πρόκειται για μια επίπλαστη τεχνική η οποία προκαλεί πόλωση των διαδίκων, αποτελώντας εκδήλωση μιας τάσεως να βρίσκεται κανείς συνέχεια στην πρώτη σειρά, αλλά και μια στάση που ελάχιστο σεβασμό δείχνει έναντι της θεσμικής αυτονομίας που πρέπει να αναγνωρίζεται στο εθνικό δικαστήριο (21). Στην υπό κρίση υπόθεση, η σχετική συζήτηση μπορεί να αποφευχθεί, χωρίς να θιγεί το κύρος του Δικαστηρίου αλλ’ ούτε και οι αρμοδιότητες του Korkein oikeus.
32. Δεχόμενοι ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να προσδιορίσει αν υπήρξε καταστρατήγηση νόμου επειδή επιδιώχθηκε να συμπέσει η ημερομηνία της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως με εκείνη της λήξεως της συλλογικής συμβάσεως, η Φινλανδική Κυβέρνηση παρέσχε στο Δικαστήριο ορισμένα ενδιαφέροντα συμπληρωματικά στοιχεία. Διαπιστώθηκε ότι η συλλογική σύμβαση που δέσμευε αρχικά τη M. Juuri και τον εργοδότη της έληξε την ημέρα της μεταβιβάσεως. Δεν υπήρξε σιωπηρή παράτασή της, διότι, πολλούς μήνες προηγουμένως, είχε υπογραφεί μια νέα συλλογική σύμβαση για τον τομέα των εργαζομένων στα ξενοδοχεία και στις υπηρεσίες εστιάσεως, που υποκατέστησε πλήρως την προηγούμενη. Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της επικυρώσεως της νέας συμβάσεως και της ενάρξεως της ισχύος της ήταν πολύ βραχύ, μόλις ενάμισης μήνας. Η συμπεριφορά της μεταβιβάζουσας επιχειρήσεως κατά τη διάρκεια της προ της μεταβιβάσεως περιόδου, κυρίως η στάση της έναντι των μισθωτών και των εκπροσώπων τους, παρέχει επίσης ενδείξεις επί του τρόπου με τον οποίο εξελίχθηκαν τα πράγματα. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν μπορεί να συναχθεί από την εν λόγω διαδοχή συμβάσεων, καθώς και από τον χρόνο που διέρρευσε και τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν στους εργαζομένους, ότι η μεταβιβάζουσα και η προς ην η μεταβίβαση διέπραξαν καταστρατήγηση νόμου και, επομένως, αν παρέβησαν τους κανόνες που απαγορεύουν τη μεταβολή των όρων εργασίας σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως.
33. Αφού εξετάσει τα πραγματικά περιστατικά, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη τους σαφείς κανόνες που θα διατυπώσει το Δικαστήριο για να εκδώσει νομικά ορθή απόφαση. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να διαπραγματευτεί τη συνεργασία του και, συναφώς, επαναλαμβάνω τα λεπτομερή επιχειρήματα που αναπτύσσονται στα σημεία 29 έως 32 των προτάσεών μου: αν το Korkein oikeus δεχθεί, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών και νομικών στοιχείων που γνωρίζει, ότι υπήρξε καταστρατήγηση νόμου, τότε υφίσταται παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/23. Η μη τήρηση της διατάξεως αυτής συνεπάγεται μια πιο περιοριστική ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας. Στην περίπτωση αυτή, ο εργοδότης διαπράττει εσκεμμένα παράβαση, πράγμα το οποίο δικαιολογεί τη βαρύτερη ευθύνη του.
34. Κατά συνέπεια, και σε απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, εκτιμώ ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/23 δεν επιτρέπει οι προβλεπόμενοι από συλλογική σύμβαση όροι εργασίας να παύουν να ισχύουν τη στιγμή κατά την οποία λήγει η σύμβαση αυτή όταν η ημερομηνία της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως συμπίπτει με εκείνη της λήξεως της ισχύος της τελευταίας αυτής συμβάσεως και όταν ο μεταβιβάζων και ο προς ον η μεταβίβαση διέπραξαν καταστρατήγηση νόμου. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να προσδιορίσει αν η σύμπτωση της ημερομηνίας της μεταβιβάσεως και εκείνης της λήξεως της ισχύος της συλλογικής συμβάσεως συνιστά δόλια συμπεριφορά.
35. Στη συνέχεια πρέπει να προσδιοριστεί το περιεχόμενο και τα όρια της ευθύνης αυτής, πράγμα το οποίο συνεπάγεται ανάπτυξη του λόγου υπάρξεως του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23.
VII – Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
36. Η Φινλανδική και η Ουγγρική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, συμφωνούν ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23 περιορίζεται στην κατανομή των ευθυνών μετά την επέλευση ουσιαστικής μεταβολής στη σχέση εργασίας. Επομένως, η οδηγία 2001/23 δεν επιδιώκει να παράσχει ένα συγκεκριμένο πλεονέκτημα ρυθμίζοντας τη νομική κατάσταση του εργαζομένου τον οποίο αφορά η μεταβίβαση. Η θέση αυτή στηρίζεται στην ιδέα ότι η οδηγία αποτελεί ένα ελάχιστο όριο εναρμονίσεως, ενώ η ερμηνεία της απαιτεί ευρύ περιθώριο δράσεως του εθνικού νομοθέτη (22). Μολονότι συμμερίζομαι κατ’ ουσίαν την άποψη αυτή, εκτιμώ ότι πρέπει να εξεταστεί περισσότερο σε βάθος η ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως. Το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα θέλησε να προβεί σε ένα ελάχιστο όριο εναρμονίσεως δεν σημαίνει ότι αποκλείεται a priori κάθε μορφή οικονομικής προστασίας του εργαζομένου. Μόνον από λεπτομερή εξέταση της διατάξεως μπορεί να συναχθεί κάποια βέβαιη εξήγηση, γι’ αυτό δε πρέπει να εξεταστούν ένα προς ένα τα διάφορα στοιχεία που συνθέτουν τον επίμαχο κανόνα.
Η ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζομένου
37. Ο βασικός κανόνας κατά τον οποίο ο εργαζόμενος δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβασή του, προβλεπομένου παράλληλα ότι τη σχετική ευθύνη φέρει ο εργοδότης, περιέχεται στο πρώτο μέρος του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας, που απαιτεί η μεταβίβαση επιχειρήσεως να «συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας εις βάρος του εργαζομένου».
38. Το εθνικό δικαστήριο μπορεί να κρίνει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον αν υπήρξε εν προκειμένω σημαντική μεταβολή σε βάρος της M. Juuri. Μολονότι το φινλανδικό δίκαιο προβλέπει αναμφίβολα τη δυνατότητα του Korkein oikeus να αποφανθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η νομολογία του Δικαστηρίου παρέχει κριτήρια προς διαπίστωση της υπάρξεως δυσμενούς μεταβολής (23). Στην υπόθεση Merckx και Neuhuys (24) δύο εργαζόμενοι κατήγγειλαν τη σύμβαση εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23 όταν ο εργοδότης αρνήθηκε να εγγυηθεί τον προγενέστερο μισθό τους, που αποτελούσε συνάρτηση του κύκλου εργασιών. Το Δικαστήριο προτίμησε να προβεί απευθείας στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, δεχόμενο ότι «αλλαγή όσον αφορά την αμοιβή που καταβάλλεται στον εργαζόμενο συγκαταλέγεται μεταξύ των ουσιωδών μεταβολών των όρων εργασίας κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ακόμα και όταν η αμοιβή εξαρτάται ιδίως από τον πραγματοποιούμενο κύκλο εργασιών» (25).
39. Πολλά έτη αργότερα, η απόφαση στην υπόθεση Delahaye (26) παρέσχε τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να αποφανθεί μια ακόμη φορά επί «της ουσιώδους μεταβολής» της συμβάσεως εργασίας, αλλά σε ένα άλλο πλαίσιο έναντι εκείνου στο οποίο εντασσόταν η προαναφερθείσα απόφαση Merckx και Neuhuys. Σε μια διαφορά μεταξύ εργαζομένου και του νέου εργοδότη του σχετικά με μια μείωση μισθού κατά 37 %, το Δικαστήριο δεν έδωσε συγκεκριμένη απάντηση στο εθνικό δικαστήριο, περιορισθέν να διαπιστώσει ότι «η εφαρμογή των κανόνων του εθνικού δικαίου που διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων επιφέρει μείωση της αμοιβής των επηρεαζόμενων από τη μεταβίβαση εργαζομένων. Μια τέτοια μείωση, εφόσον είναι ουσιώδης, πρέπει να εκτιμάται ως ουσιώδης μεταβολή των όρων εργασίας εις βάρος των εν λόγω εργαζομένων, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας» (27).
40. Σε αντίθεση με αυτό που συνέβη στην υπόθεση Merckx και Neuhuys, με την προαναφερθείσα απόφαση Delahaye το Δικαστήριο επανέλαβε με μεγαλύτερη αυστηρότητα ότι απαιτείται η μεταβολή να έχει «ουσιώδη» χαρακτήρα, αποφεύγοντας να προβεί σε νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης. Ωστόσο, και οι δύο αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκαν στο πλαίσιο παρόμοιων περιστάσεων, που χαρακτηρίζονταν από μείωση του μισθού η οποία οδήγησε τον εργαζόμενο να καταγγείλει μονομερώς τη σύμβαση εργασίας του. Για τον προσδιορισμό του τι εννοεί η οδηγία 2001/23 με τον όρο «ουσιώδης μεταβολή», επιβάλλεται η υποκειμενική θεώρηση της εν λόγω εκφράσεως, από πλευράς του εργαζομένου, εξεταζομένης της νομικής και οικονομικής της πτυχής. Αν προτιμηθεί μια αντικειμενική θεώρηση της εκφράσεως αυτής, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες εξωτερικούς ως προς την ατομική θέση του εργαζομένου, υπάρχει κίνδυνος συναγωγής συμπερασμάτων ασυμβίβαστων προς τον σκοπό της οδηγίας 2001/23. Στις δύο προπαρατεθείσες υποθέσεις, το Δικαστήριο έδειξε στο εθνικό δικαστήριο άλλα στοιχεία, επίσης κρίσιμα, που συνηγορούσαν υπέρ της μονομερούς καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Στην υπόθεση που οδήγησε στην προαναφερθείσα απόφαση Delahaye, μνημονεύθηκε (στην απόφαση) η αρχαιότητα της ενάγουσας προκειμένου να ληφθεί υπόψη το συνολικό γενικό πλαίσιο της θέσεως της εργαζομένης (28). Η προαναφερθείσα απόφαση Merckx και Neuhuys, ναι μεν δεν αναφέρεται, στη σκέψη 38, σε άλλους κρίσιμους παράγοντες, υπογράμμισε όμως ότι η θέση των εναγόντων δεν χειροτέρευε μόνον σε μισθολογικό επίπεδο, διότι η μεταβίβαση της επιχειρήσεως είχε επίσης προκαλέσει μεταφορά του τόπου εργασίας (29).
41. Επομένως, χωρίς να το εκφράσει ρητά, το Δικαστήριο επέλεξε έναν υποκειμενικό ορισμό της «ουσιαστικής μεταβολής», εκτιμώντας τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη θέση του εργαζομένου ο οποίος καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας του βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23. Εν προκειμένω, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να χαρακτηρίσει τα ως άνω στοιχεία με βάση τα κριτήρια που συνάγονται από τις αποφάσεις Merckx και Neuhuys και Delahaye. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια αυτά στην περίπτωση της M. Juuri, διαπιστώνεται ότι το εισόδημά της περιορίστηκε κατ’ αναλογία προς τις ώρες εργασίας της. Επιπλέον, η αλλαγή της συλλογικής συμβάσεως μπορεί να οδήγησε σε περαιτέρω μεταβολή της εφαρμοστέας κανονιστικής ρυθμίσεως, που πρέπει να ληφθεί υπόψη στη διαφορά της κύριας δίκης, καθόσον αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία προς εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου των επελθουσών μεταβολών. Σ’ αυτά προστίθεται η ευκαιριακή και σποραδική μετακίνηση της M. Juuri από τον αρχικό τόπο εργασίας της. Το εθνικό δικαστήριο, στο πλαίσιο των νομικών και οικονομικών περιστάσεων που αφορούν τη M. Juuri, πρέπει να εκτιμήσει αν όλοι αυτοί οι παράγοντες αποτελούν ουσιαστική μεταβολή της συμβάσεως εργασίας.
Η ευθύνη του εργοδότη: σημείο αφετηρίας ή τέλος του σχετικού συλλογισμού;
42. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23, όταν επέρχεται ουσιαστική μεταβολή στη σχέση εργασίας, η καταγγελία «θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη». Η ενάγουσα της κύριας δίκης εκτιμά ότι η έκφραση αυτή δεν περιλαμβάνει μόνον έναν κανόνα περί ευθύνης, αλλά και ρύθμιση όσον αφορά το ύψος της αποζημιώσεως. Στη διαφορά που οδήγησε στην υπό εξέταση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Korkein oikeus διερωτάται επί της εκτάσεως της οφειλομένης στη M. Juuri αποζημιώσεως αν η οδηγία 2001/23 υπερβαίνει τα όρια του απλού προσδιορισμού της ευθύνης, ενώ οι αμφιβολίες του δικαστηρίου αυτού αφορούν την αποζημίωση που προβλέπει το φινλανδικό δίκαιο σε περίπτωση καταχρηστικής απολύσεως και εκείνη που οφείλεται για την περίοδο καταγγελίας την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να τηρεί.
43. Έχω την άποψη, όπως και η Φινλανδική και η Ουγγρική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, ότι η οδηγία 2001/23 προβλέπει αποκλειστικά μια κατανομή της ευθύνης. Αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε θελήσει να καθορίσει τις οικονομικές επιπτώσεις της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, θα το είχε προβλέψει σαφώς. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23 έχει ως σκοπό να κατανείμει την ευθύνη της καταγγελίας και όχι να ορίσει τις έννομες συνέπειές της. Η άποψη αυτή στηρίζεται σε γραμματική, αλλά και σε τελολογική, ανάλυση της οδηγίας 2001/23, καθώς και άλλων νομικών ρυθμίσεων περί εναρμονίσεως του κοινοτικού δικαίου των εργασιακών σχέσεων (30).
1. «Taking words seriously»
44. Η λεπτομερής φιλολογική ερμηνεία δεν αποτελεί το καλύτερο μέσο στην υπηρεσία του νομικού, είναι όμως πάντοτε το πρώτο που χρησιμοποιείται. Το κοινοτικό δίκαιο, ένα σύνολο που συντάσσεται σε μεγάλο αριθμό γλωσσών, οι οποίες είναι όλες αυθεντικές, παρέχει σημαντικά επιχειρήματα στηριζόμενα στο γράμμα των διατάξεών του (31). Το πλεονέκτημα αυτό μετατρέπεται ενίοτε σε μειονέκτημα, ενισχύοντας μια κάποια σύγχυση όταν πρόκειται να προσδιοριστεί ποιοι κανόνες ισχύουν σε μια συγκεκριμένη διαφορά (32). Η υπό κρίση υπόθεση ανήκει σε αυτή την τελευταία κατηγορία, όπου η πλειάδα γλωσσών περισσότερο δημιουργεί σύγχυση παρά οδηγεί στη διαφάνεια. Τούτο προκύπτει από τη μελέτη των όρων που χρησιμοποιεί το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23.
45. Η εν λόγω διάταξη ορίζει, in fine, ακριβώς ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας «θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη». Το ισπανικό κείμενο, καθώς και το γαλλικό, το τσεχικό και το γερμανικό, αναφέρονται στην υπαιτιότητα (33). Άλλες μεταφράσεις του άρθρου αναφέρονται στην ευθύνη του επιχειρηματία, χωρίς να κάνουν λόγο για υπαιτιότητα. Τούτο συμβαίνει στο ιταλικό, το πορτογαλικό, το πολωνικό, το βουλγαρικό ή το αγγλικό κείμενο, όπου, για παράδειγμα, η καταγγελία «è considerata come dovuta alla responsabilità del datore di lavoro» (34). Κατά συνέπεια, ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις τονίζουν την υπαιτιότητα και άλλες την ευθύνη (35). Στο πλαίσιο μιας ευρείας ερμηνείας, τα κείμενα που τείνουν προς την κατεύθυνση της «ευθύνης» δείχνουν τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να υπερβεί την απλή υπαιτιότητα, για να υποστηρίξει μιαν αυτόνομη έννοια του όρου, με οικονομικό περιεχόμενο τροφοδοτούμενο από το κοινοτικό δίκαιο και όχι από το εθνικό.
46. Επαναλαμβάνω αυτό που είπα στην αρχή του παρόντος τμήματος, διαπιστώνοντας ότι η γραμματική ερμηνεία οδηγεί σε ορισμένες περιπτώσεις περισσότερο σε σύγχυση παρά στη σαφήνεια. Το γραμματικό περιεχόμενο των γραπτών κανόνων αποκτά μιαν ιδιαίτερη διάσταση όταν η ανάλυσή του οδηγεί σε μια εύκολα αντιληπτή εκτίμηση, όχι όμως σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη, όπου οι λέξεις και οι μεταφράσεις τους οδηγούν σε διαφορετικά και αντιφάσκοντα μεταξύ τους συμπεράσματα. Δεν πιστεύω ότι οι συντακτικές διαφορές ορισμένων κειμένων έχουν κάποιες σημαντικές έννομες συνέπειες, οπότε, λαμβάνοντάς τις ως βάση, ακολουθούμε μια πορεία προς την αβεβαιότητα.
47. Ο φαινομενικά αυθαίρετος τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνται οι όροι «υπαιτιότητα» και «ευθύνη» στις διάφορες επίσημες γλώσσες με οδηγεί στη σκέψη ότι η λύση δεν έγκειται στο γράμμα αλλά στον σκοπό του σχετικού κανόνα.
2. «Taking goals seriously»
48. Η οδηγία 2001/23, όπως και άλλες νομοθετικές πράξεις του κοινοτικού δικαίου των εργασιακών σχέσεων, αποσκοπεί στην προστασία των εργαζομένων στην εσωτερική ευρωπαϊκή αγορά. Η δυναμική της που τείνει στην προστασία του ασθενέστερου μέρους της σχέσεως εργασίας πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της αλληλουχίας στην οποία η οδηγία αυτή εντάσσεται, ήτοι στο πλαίσιο της θεσπίσεως ενός εναρμονισμένου επιπέδου προστασίας εντός της Κοινότητας, όπου οι διαφορές μεταξύ των υφισταμένων νομικών ρυθμίσεων δεν πρέπει να αποτελούν εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των συντελεστών παραγωγής (36). Επομένως, οι διατάξεις στον τομέα των εργασιακών σχέσεων αντιστοιχούν σε κανόνες με περίπλοκους σκοπούς, αλλά και με περίπλοκη φύση και περίπλοκα αποτελέσματα. Δεν αποτελεί σύμπτωση το ότι, στο πλαίσιο αυτό, χρειάστηκε η προσφυγή στην οδηγία 2001/23, ή και σε οδηγίες προβλέπουσες ένα ελάχιστο όριο ρυθμίσεων, οι διατάξεις των οποίων αφήνουν περιθώρια μεγαλύτερης προστασίας σε εθνικό επίπεδο (37).
49. Η προστατευτική αυτή τάση εκφράζεται στις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 2001/23, που εκδόθηκε «για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα, και ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους» (38). Προς επίτευξη του σκοπού αυτού ο νομοθέτης αποφάσισε να εξαλείψει τις διαφορές που υπήρχαν στα κράτη μέλη «όσον αφορά την έκταση της προστασίας των εργαζομένων» (39). Το Δικαστήριο και οι γενικοί εισαγγελείς του ερμηνεύουν την οδηγία 2001/23 υπογραμμίζοντας τη σημασία των κοινωνικών πτυχών της. Ο γενικός εισαγγελέας Γ. Κοσμάς, στο σημείο 15 των προτάσεών του στην υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1995, C-472/93, Spano κ.λπ., αναγνωρίζει ότι «πρόκειται για ένα νομοθέτημα που έχει σαφέστατο κοινωνικό σκοπό» (40), σκέψη η οποία αντικατοπτρίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου (41).
50. Ο κοινωνικός αυτός σκοπός συνοδεύεται, εντούτοις, από άλλες πρωτοβουλίες. Η οδηγία 2001/23, όπως και η προϊσχύσασα οδηγία 77/187, αποσκοπούν στην εύρεση ισορροπίας μεταξύ της προστασίας των εργαζομένων και της ευελιξίας της οργανώσεως των επιχειρήσεων (42). Προς τούτο, οι κοινοτικές διατάξεις επιδιώκουν την απάμβλυνση ορισμένων εθνικών κανόνων, η εφαρμογή των οποίων όχι μόνον παρεμποδίζει την αναδιάρθρωση σε ορισμένους τομείς, αλλά και παρεμβάλλει προσκόμματα στην ελεύθερη κυκλοφορία και στον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά. Ο συμβιβασμός μεταξύ των διαφόρων συμφερόντων καθίσταται πρόδηλος με τη σύγκριση του αρχικού κειμένου της Επιτροπής (43) προς εκείνο που ενέκρινε το Συμβούλιο. Από το τελικό κείμενο συνάγεται ότι καταβλήθηκε έντονη προσπάθεια να επιτευχθεί συμβιβασμός μεταξύ προστασίας του εργαζομένου και προωθήσεως μέτρων αναδιοργανώσεως της επιχειρήσεως, πράγμα το οποίο προκύπτει με σαφήνεια από τα άρθρα περί των οποίων πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση. Στα σημεία 25 έως 29 των προτάσεών μου σημείωσα ότι τα δικαιώματα του εργαζομένου εξακολουθούν να υφίστανται, μετά τη μεταβίβαση, κατά τη διάρκεια μια συγκεκριμένης ή αόριστης περιόδου. Η οδηγία 2001/23 χορηγεί στον προς ον η μεταβίβαση ευρύ περιθώριο δράσεως προκειμένου να μεταβάλει τους όρους εργασίας του προσωπικού του, αλλά αντισταθμίζει την ελαστικότητα αυτή με ένα σύνολο μέτρων υπέρ του εργαζομένου, ειδικότερα με τη δυνατότητα μονομερούς καταγγελίας. Το αποτέλεσμα αυτό αποτελεί την επιτομή του συμβιβασμού μεταξύ των συμφερόντων των δύο μερών, καθόσον η οδηγία 2001/23 προσθέτει ότι η καταγγελία επέρχεται εξαιτίας του εργοδότη αν η κατάσταση του εργαζομένου χειροτερεύσει λόγω της μεταβιβάσεως όσον αφορά την εργασία του. Η ίδια η Επιτροπή επιβεβαίωσε, με το σχέδιο οδηγίας, ήδη από το 1974, ότι, λόγω της ως άνω σταθμίσεως συμφερόντων, το άρθρο 4 περιορίζεται να κατανείμει την ευθύνη, αφήνοντας στα εθνικά δίκαια το έργο του προσδιορισμού της (44).
51. Το σημείο ισορροπίας μεταξύ της προστασίας του εργαζομένου και της ευελιξίας της επιχειρήσεως επιτυγχάνεται αναθέτοντας τη ρύθμιση του συστήματος αποζημιώσεως στο εθνικό δίκαιο. Η οδηγία 2001/23, που περιλαμβάνει ένα ελάχιστο όριο ρυθμίσεων και επιτρέπει την πρόβλεψη αυστηρότερων συναφών κανόνων από το εθνικό δίκαιο, δίδει μιαν εύλογη λύση. Αφενός, παρέχει στον εργαζόμενο τη βεβαιότητα ότι ο προς ον η μεταβίβαση θα τον αποζημιώσει για τη χειροτέρευση των όρων εργασίας του. Αφετέρου, αφήνει στο εθνικό δίκαιο το έργο της διευκρινίσεως των οικονομικών λεπτομερειών της αποζημιώσεως. Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της οδηγίας 2001/23, είμαι πεπεισμένος ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, προβλέπει κανόνα περί υπαιτιότητας και δεν διευκρινίζει απλώς την ευθύνη του εργοδότη.
3. «Taking directives seriously»
52. Πάντως, υπάρχουν και άλλοι λόγοι, συστηματικού χαρακτήρα, συνηγορούντες υπέρ μιας περιοριστικής ερμηνείας του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας. Από το κοινοτικό δίκαιο των εργασιακών σχέσεων, στο σύνολό του, προκύπτει ποια ήταν η πρόθεση των κοινοτικών οργάνων όταν εξέδωσαν την οδηγία 2001/23, διότι, όταν τα όργανα αυτά θέλησαν να προσδιορίσουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής του συστήματος της αποζημιώσεως την οποία θα εδικαιούτο η ενάγουσα εν προκειμένω, το έπραξαν με σαφήνεια. A contrario, πρέπει να συναχθεί, κατά συνέπεια, ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, περιορίζεται στην επίρριψη της ευθύνης στον εργοδότη, χωρίς όμως να την προσδιορίζει ειδικότερα.
53. Η οδηγία 2006/54/ΕΚ, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (αναδιατύπωση) (45), οι διατάξεις της οποίας αναδιατυπώνουν το σύνολο των κοινοτικών κανόνων περί απαγορεύσεως των διακρίσεων, υποχρεώνει με το άρθρο 18 τα κράτη μέλη να προβλέπουν μηχανισμούς αποζημιώσεως για τα θύματα δυσμενούς διακρίσεως. Καταρχήν, διευκολύνει τη λήψη μέτρων «για να εξασφαλίζεται πραγματική και αποτελεσματική αποζημίωση ή αντιστάθμιση […] για την απώλεια και τη ζημία που υφίσταται ένα πρόσωπο […] κατά τρόπο αποτρεπτικό και ανάλογο προς την [προκληθείσα] ζημία». Η διάταξη αυτή ενσωματώνει ένα στοιχείο πρόδηλης κοινοτικής φύσεως στις εθνικές έννομες τάξεις, ειδικότερα στον τομέα του εργατικού δικαίου και της αποκαταστάσεως της ζημίας (46). Ομοίως, η οδηγία 2006/54 όχι μόνον επιρρίπτει την ευθύνη στον εργοδότη, αλλά απαγορεύει επιπλέον κάθε ανώτατο όριο, προκειμένου να διασφαλίσει τα δικαιώματα των θυμάτων δυσμενούς διακρίσεως (47). Τούτο διαφέρει σαφώς από αυτό που συνέβη με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23.
54. Η οδηγία 2004/113/ΕΚ, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στην πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την παροχή αυτών (48), προτείνει μιαν ανάλογη λύση, καθόσον, με φρασεολογία παρόμοια προς εκείνη που χρησιμοποιεί η οδηγία 2006/54, ορίζει, στο άρθρο 8, ότι τα κράτη μέλη πρέπει να λάβουν «τα μέτρα που απαιτούνται για να εξασφαλίζεται η πραγματική και αποτελεσματική αποζημίωση ή αποκατάσταση, σύμφωνα με τον τρόπο που αυτά ορίζουν, όσον αφορά την απώλεια ή τη ζημία που υπέστη ένα πρόσωπο λόγω διακρίσεων […], με τρόπο αποτρεπτικό και αναλογικό σε σχέση με την επελθούσα ζημία». Ο κανόνας αυτός θέτει έναν περιορισμό στο εθνικό δίκαιο, όχι μόνο θετικό, αλλά και αρνητικό, καθόσον ορίζει ειδικότερα στη συνέχεια ότι «ο καθορισμός εκ των προτέρων ανώτατου ορίου δεν περιορίζει την εν λόγω αποζημίωση ή αποκατάσταση».
55. Οι λοιπές διατάξεις περί εναρμονίσεως του δικαίου των εργασιακών σχέσεων σιγούν επί της υποχρεώσεως αποζημιώσεως που είναι εγγενής προς τις παραβάσεις για τις οποίες ευθύνεται ο εργοδότης. Η οδηγία 2001/23 προβλέπει συναφώς ρητές διατάξεις, αλλά δεν είναι τόσο σαφής όσο οι οδηγίες 2004/113 και 2006/54, πράγμα το οποίο με οδηγεί στη σκέψη ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23 επιτυγχάνει την πλήρη ισορροπία των εμπλεκομένων συμφερόντων, προβλέποντας ένα κριτήριο ευθύνης, αλλά όχι ένα αυτοτελές σύστημα περί ευθύνης. Πρέπει μόνον να προστεθεί, προς συμπλήρωση των εκτιθεμένων στα σημεία 25 έως 29 των προτάσεών μου, ότι, όπως προανέφερα, τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 2001/23 είναι συμπληρωματικά, πράγμα το οποίο δικαιολογεί, κατά τη γνώμη μου, την ανάλογη προσαρμογή της ερμηνείας τους όταν τα άρθρα αυτά είναι εφαρμοστέα.
4. Η εξαίρεση από τον γενικό κανόνα περί ευθύνης: ένα στοιχείο με διαβαθμίσεις
56. Υποστήριξα ότι μια καταγγελία της συμβάσεως εργασίας τηρουμένου του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/23 δεν χρήζει της ίδιας μεταχειρίσεως με την καταγγελία που επέρχεται λόγω παραβάσεως της εν λόγω διατάξεως. Υφίσταται εν προκειμένω μια διαφορά συμπεριφοράς του εργοδότη η οποία, σε συνάρτηση με τις εκάστοτε περιστάσεις, επιβάλλει μια προσαρμοσμένη ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23. Η συνέπεια αυτή απορρέει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, που απαιτεί από τα εθνικά δικαστήρια ένα επίπεδο δικονομικής και ουσιαστικής προστασίας σύμφωνο προς τις αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοτιμίας, ακόμα και στους τομείς που αποτελούν το αντικείμενο εναρμονίσεως των σχετικών στοιχειωδών κανόνων (49). Έτσι, όταν ο προς ον η μεταβίβαση έχει τηρήσει το άρθρο 3 κατά την πραγματοποίηση της μεταβιβάσεως, αλλά η σύμβαση εργασίας καταγγέλλεται δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, η ευθύνη εξακολουθεί να διέπεται από τους γενικούς κανόνες του εθνικού εργατικού δικαίου. Σε αντίθετη περίπτωση, εκτιμώ ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, μολονότι δεν προβλέπει ένα ιδιαίτερο σύστημα αποζημιώσεως, επιβάλλει σε κάθε κράτος μέλος να προβλέψει ειδική ρύθμιση για τις καταστάσεις αυτές, ομοίως με το εσωτερικό του δίκαιο.
57. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να υποδείξει στο Korkein oikeus το πλέον πρόσφορο σύστημα αποζημιώσεως προκειμένου το δικαστήριο αυτό να αποφανθεί επί των αιτημάτων της M. Juuri. Οφείλει όμως να του παράσχει γενικές οδηγίες και να του υποδείξει ότι η οδηγία 2001/23 προβλέπει δύο επίπεδα ευθύνης. Το κοινοτικό δίκαιο δεν ασχολείται με το συγκεκριμένο οικονομικό αποτέλεσμα των διατάξεών του, αλλά ανησυχεί όταν επέρχονται ίδια έννομα αποτελέσματα σε σαφώς διαφορετικές καταστάσεις (50). Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να προσδιορίσει την πλέον πρόσφορη λύση όσον αφορά την ευθύνη, ακολουθώντας ένα κριτήριο προσαρμογής των εφαρμοστέων διατάξεων, στηριζόμενο στο άρθρο 3 της οδηγίας 2001/23, σε συνάρτηση με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας.
58. Συνοψίζοντας, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23 είναι διάταξη περί ευθύνης. Εντούτοις, το κοινοτικό δίκαιο απαιτεί τη διαβάθμιση της ευθύνης αυτής, σε συνάρτηση με την τήρηση του άρθρου 3 της οδηγίας 2001/23. Προς τούτο, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει τα προβλεπόμενα από το εθνικό δίκαιο κριτήρια περί απαμβλύνσεως ή επιβαρύνσεως της ευθύνης.
VIII – Πρόταση
59. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Korkein oikeus ως εξής:
1) Το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, δεν επιτρέπει οι προβλεπόμενοι από συλλογική σύμβαση όροι εργασίας να παύουν να ισχύουν τη στιγμή κατά την οποία λήγει η σύμβαση αυτή όταν η ημερομηνία της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως συμπίπτει με εκείνη της λήξεως της ισχύος της τελευταίας αυτής συμβάσεως και όταν ο μεταβιβάζων και ο προς ον η μεταβίβαση διέπραξαν καταστρατήγηση νόμου. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να προσδιορίσει αν η σύμπτωση της ημερομηνίας της μεταβιβάσεως και εκείνης της λήξεως της ισχύος της συλλογικής συμβάσεως συνιστά δόλια συμπεριφορά.
2) Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23 είναι διάταξη περί ευθύνης. Εντούτοις, το κοινοτικό δίκαιο απαιτεί τη διαβάθμιση της ευθύνης αυτής, σε συνάρτηση με την τήρηση του άρθρου 3 της οδηγίας 2001/23. Προς τούτο, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει τα προβλεπόμενα από το εθνικό δίκαιο κριτήρια περί απαμβλύνσεως ή επιβαρύνσεως της ευθύνης.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ L 82, σ. 16). Η οδηγία αυτή κωδικοποιεί την οδηγία 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998 (ΕΕ L 201, σ. 88).
3 – Για να παραθέσω την έκφραση του M. C. Rodríguez-Piñero Royo, «Transmisión de empresas y derecho europeo», στο La transmisión de empresas en Europa, Cacucci Editore, Bari, 1999, σ. 1, όπου ο συγγραφέας αυτός υποστηρίζει ότι, παρά τη σημασία του, το κοινοτικό δίκαιο των εργασιακών σχέσεων προβλέπει μια παρέμβαση ασφαλώς περιορισμένη, καθόσον δεν ασχολείται παρά μόνο με ορισμένες πτυχές της ρυθμίσεως αυτής, ενώ οι υπόλοιπες δεν είναι καθόλου εναρμονισμένες. Τούτο δημιουργεί τη λεγόμενη «αποσπασματική δομή» ή τη «δομή αρχιπελάγους» του κοινοτικού εργατικού δικαίου, όπου λαμβάνονται υπόψη μόνον ορισμένα ζητήματα της εθνικής νομοθεσίας· αντιθέτως, το εθνικό εργατικό δίκαιο είναι πιο ομοιογενές και καλύπτει όλες τις πλευρές της σχέσεως εργασίας.
4 – Τούτο μου θυμίζει τις συμβουλές που δίδει ο Δον Κιχώτης στον Σάντσο Πάντσα, πριν εκείνος αναλάβει τη διακυβέρνηση της νήσου Μπαρατάρια. Γνωρίζοντας ότι η διδαχή του στηρίζεται μόνο στα επιχειρήματά του, ο Δον Κιχώτης καταλήγει με τα ακόλουθα λόγια: «Να γεννάν μέσα σου περισσότερη συμπάθεια, όχι όμως κι ευνοϊκότερη κρίση, τα δάκρυα του φτωχού, παρά τα στοιχεία κι οι αποδείξεις του πλούσιου. Προσπάθησε να φέρεις στο φως την αλήθεια, και μέσα απ’ τις υποσχέσεις και τα δώρα του πλούτου, αλλά και μέσα απ’ τους λυγμούς και στεναγμούς του φτωχού. Οσάκις πρέπει να επιδείξεις αμεροληψία, μη φορτώνεις μ’ όλη την αυστηρότητα του νόμου τον παραβάτη του, γιατί δεν έχει καλύτερη φήμη ο αυστηρός δικαστής απ’ ό,τι ο επιεικής […]» (Μ. ντε Θερβάντες, τόμος II, κεφάλαιο XLII, μετάφραση και σχόλια Ηλία Ματθαίου, Εξάντας, 1994, σ. 334).
5 – Οι έγγραφες ερωτήσεις προς τη Φινλανδική Κυβέρνηση αφορούσαν αποκλειστικά το σύστημα της ενάρξεως της ισχύος και της λήξεως της συλλογικής συμβάσεως του τομέα της μεταλλουργίας.
6 – Η αναδιατύπωση ερωτημάτων αποτελεί τρέχουσα πρακτική στη νομολογία του Δικαστηρίου από την υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1965, 16/65, Schwarze (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 191). Ως πλέον πρόσφατες, βλ. αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 1996, C-171/94 και C 172/94, Merckx και Neuhuys (Συλλογή 1996, σ. I-1253, σκέψη 28)· της 22ας Απριλίου 1997, C-66/95, Sutton (Συλλογή 1997, σ. I 2163, σκέψη 35)· της 17ης Ιουλίου 1997, C-334/95, Krüger (Συλλογή 1997, σ. I-4517, σκέψη 22)· της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C‑284/96, Tabouillot (Συλλογή 1997, σ. I-7471, σκέψεις 20 και 21)· της 28ης Νοεμβρίου 2000, C-88/99, Roquette Frères (Συλλογή 2000, σ. I-10465, σκέψη 18)· της 20ής Μαΐου 2003, C‑469/00, Ravil (Συλλογή 2003, σ. I-5053, σκέψη 27)· της 4ης Μαΐου 2006, C-286/05, Haug (Συλλογή 2006, σ. I-4121, σκέψη 17), και της 4ης Οκτωβρίου 2007, C-429/05, Rampion και Godard (Συλλογή 2007, σ. I-8017, σκέψη 27). Σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε το 1998, «La cooperación entre el Tribunal de Justicia y los jueces nacionales. Límites del procedimiento prejudicial», Scritti in onore di G. F. Mancini, Μιλάνο, 1998, σ. 481 και 482, εξέφρασα την επιδοκιμασία μου για την πρακτική αυτή του Δικαστηρίου. Βλ. επίσης, επ’ αυτού, Adinolfi, A., L’accertamento in via pregiudiziale della validità di atti comunitari, Μιλάνο, 1997, σ. 129 έως 137, και Jimeno Bulnes, M., La cuestión prejudicial del artículo 177 CEE, Βαρκελώνη 1996, σ. 365 και 366. Στο γνωστό έργο του Rasmussen, H., On Law and Policy in the European Court of Justice, Dordrecht, 1986, σ. 481 και 482, περιλαμβάνεται μια πολύ επικριτική στάση έναντι της πρακτικής της αναδιατυπώσεως.
7 – Άρθρο 3, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2001/23.
8 – Το ιστορικό της θεσπίσεως της οδηγίας 2001/23 και οι τροποποιήσεις της αποδεικνύουν ότι οι επιτευχθέντες πολιτικοί συμβιβασμοί εξηγούν τον ελαστικό χαρακτήρα των διατάξεων αυτών. Eπ’ αυτού, βλ. Hardy, S., και Painter, R., «Revising the Acquired Rights Directive», Industrial Law Journal, τόμ. 25, nº 2, 1996.
9– Ακολουθώντας την πάγια νομολογία του με την απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1988, 324/86, Tellerup, λεγόμενη «Daddy’s Dance Hall» (Συλλογή 1988, σ. 739), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι «[…] η μεταβολή αυτή δεν αποκλείεται από το γεγονός και μόνον ότι η επιχείρηση εν τω μεταξύ μεταβιβάστηκε και, κατά συνέπεια, η συμφωνία συνήφθη με νέο επιχειρηματία. Πράγματι, η σχέση εργασίας, δεδομένου ότι ο προς ον η μεταβίβαση υποκαθιστά τον μεταβιβάζοντα δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας [77/187], όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν απ’ αυτήν, μπορεί να τροποποιηθεί έναντι του προς ον η μεταβίβαση εντός των ορίων που ίσχυαν έναντι του μεταβιβάζοντος, εξυπακουομένου ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί αυτή καθαυτή η μεταβίβαση επιχειρήσεως να αποτελεί την αιτία αυτής της τροποποιήσεως» (απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1992, C‑209/91, Watson Rask και Christensen, Συλλογή 1992, σ. I-5755, σκέψη 28).
10 – Όπως υποστηρίζει ο C. Barnard, EC Employment Law, 3η έκδ., Oxford University Press, Οξφόρδη, 2006, σ. 663 και 664.
11 – Επί της ελαστικότητας των όρων εργασίας: Arrigo, G., Il diritto del lavoro dell’ Unione europea, τόμος II, Guiffrè, Μιλάνο, 2001, σ. 97 έως 103.
12 – Η ελαστικότητα αυτή δημιουργεί προβλήματα ερμηνείας, όπως υπογραμμίζει ο C. Barnard, C:, όπ.π., σ. 657 και 658.
13 – Ο επιτακτικός χαρακτήρας των δικαιωμάτων που απονέμει η οδηγία 2001/23 επιβεβαιώθηκε επανειλημμένα από το Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε, για πρώτη φορά, με την προαναφερθείσα υπόθεση Daddy’s Dance Hall, ότι «οι εν λόγω εργαζόμενοι δεν έχουν την ευχέρεια να παραιτηθούν από τα δικαιώματα που τους παρέχει η οδηγία και ότι ο περιορισμός των δικαιωμάτων αυτών δεν επιτρέπεται ούτε και με τη συναίνεσή τους. Η ερμηνεία αυτή δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι, όπως εν προκειμένω, ο εργαζόμενος λαμβάνει, ως αντιστάθμισμα των μειονεκτημάτων που απορρέουν γι’ αυτόν από την τροποποίηση της σχέσεώς του εργασίας, νέα πλεονεκτήματα βάσει των οποίων δεν περιέρχεται, γενικώς, σε λιγότερο ευνοϊκή κατάσταση από αυτή στην οποία βρισκόταν προηγουμένως». Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη νομολογία αυτή με τις αποφάσεις του της 25ης Ιουλίου 1991, C-362/89, D’Urso κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. I-4105, σκέψη 9)· Watson Rask και Christensen, προαναφερθείσα (σκέψη 28)· της 14ης Νοεμβρίου 1996, C‑305/94, Rotsart de Hertaing (Συλλογή 1996, σ. I‑5927, σκέψη 18)· της 6ης Νοεμβρίου 2003, C-4/01, Martin κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I‑12859, σκέψεις 42 και 43), και της 9ης Μαρτίου 2006, C-499/04, Werhof (Συλλογή 2006, σ. I-2397, σκέψη 26).
14 – Τα έννομα αποτελέσματα της παραβάσεως διέπονται από το εθνικό δίκαιο, όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του της 11ης Ιουλίου 1985, 105/84, Foreningen af Arbejdsledere i Danmark (Συλλογή 1985, σ. 2639, σκέψεις 26 έως 28)· της 5ης Μαΐου 1988, 144/87 και 145/87, Berg και Busschers (Συλλογή 1988, σ. 2559)· της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C‑132/91, C-138/91 και C-139/91, Κατσικάς κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. I-6577, σκέψη 21), και της 12ης Νοεμβρίου 1998, C‑399/96, Europièces (Συλλογή 1998, σ. I-6965, σκέψη 37).
15 – «Καταστρατήγηση νόμου» υφίσταται όταν «πράξεις στηριζόμενες σε κανόνα δικαίου αποσκοπούν σε αποτέλεσμα απαγορευόμενο από το νομικό σύστημα […], χωρίς να εμποδίζεται η κανονική εφαρμογή του κανόνα του οποίου επιδιώκεται η καταστρατήγηση». Με αυτόν τον τρόπο την περιγράφει ο ισπανικός αστικός κώδικας στο άρθρο 6, παράγραφος 4, με τρόπο ανάλογο προς εκείνον του άρθρου 1344 του ιταλικού αστικού κώδικα, που την περιορίζει εντούτοις στον τομέα των συμβατικών σχέσεων: «si reputa altresì illecita la causa quando il contratto costituisce il mezzo per eludere l’ applicazione di una norma imperativa» (η αιτία θεωρείται επίσης παράνομη όταν η σύμβαση αποτελεί μέσον αποφυγής της εφαρμογής επιτακτικού κανόνα). Χωρίς να κάνει λόγο για καταστρατήγηση, το άρθρο 39 του τσεχικού αστικού κώδικα χρησιμοποιεί ανάλογη φρασεολογία: «Neplatný je právní úkon, který svým obsahem nebo účelem odporuje zákonu nebo jej obchází anebo se příčí dobrým mravům» (είναι άκυρη κάθε νομική πράξη της οποίας το περιεχόμενο ή ο σκοπός είναι ασυμβίβαστοι προς τον νόμο, οδηγούν στην αποφυγή του ή προσβάλλουν τα χρηστά ήθη). Στο γαλλικό δίκαιο, η καταστρατήγηση νόμου προσδιορίζεται περισσότερο στο πλαίσιο της νομολογίας παρά με τη νομοθεσία, όμως το άρθρο 336 του αστικού κώδικα περιλαμβάνει ρητή μνεία της εννοίας αυτής. Στις εθνικές έννομες τάξεις υπάρχει μια ορισμένη εννοιολογική σύγχυση μεταξύ «καταστρατηγήσεως νόμου» και «καταχρήσεως δικαιώματος», αλλά και με άλλες νομικές έννοιες, όπως είναι αυτή της καλής πίστεως. Όπως το αναγνωρίζει ο J. M. Miquel González, Comentario al artículo 7, «Comentario del Código Civil», Ministerio de Justicia, Μαδρίτη, 1993, σ. 45, «οι διαφορές μεταξύ των δύο εννοιών δεν είναι σαφείς. Η νομική θεωρία δεν έχει κατορθώσει να χαράξει τα όριά τους όπως έχει επιχειρήσει. Ούτε η νομολογία έχει καταλήξει σε ικανοποιητικό αποτέλεσμα […]». Πιστεύω ότι δεν είναι αναγκαίο να εμβαθύνω επί των διαφορών μεταξύ όλων αυτών των εννοιών, διότι το Δικαστήριο δεν έχει πράξει κάτι τέτοιο.
16 – Το Δικαστήριο έχει αναθέσει στα εθνικά δικαστήρια την εξέταση των πραγματικών στοιχείων στις περιπτώσεις όπου γίνεται επίκληση καταστρατήγησης νόμου (συγκεκριμένα, βλ. αποφάσεις της 3ης Δεκεμβρίου 1974, 33/74, Van Binsbergen, Συλλογή τόμος 1974, σ. 313, σκέψη 13· της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 115/78, Knoors, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 169· της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 205/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1986, σ. 3755, σκέψη 22· της 7ης Ιουλίου 1992, C-370/90, Singh, Συλλογή 1992, σ. I-4265, σκέψη 24· της 3ης Φεβρουαρίου 1993, C-148/91, Veronica Omroep Organisatie, Συλλογή 1993, σ. I-487, σκέψη 12, και της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-23/93, TV10, Συλλογή 1994, σ. I-4795, σκέψη 21). Ο γενικός εισαγγελέας Tesauro εκθέτει την παρούσα κατάσταση της νομολογίας στα σημεία 24 και 25 των προτάσεών του στην υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση της 12ης Μαΐου 1998, C-367/96, Κεφάλας κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-2843): «κάθε έννομη τάξη, η οποία επιδιώκει να έχει ένα ελάχιστο βαθμό πληρότητας, πρέπει να περιλαμβάνει μέτρα αυτοπροστασίας […] προκειμένου να αποφεύγεται όπως τα απονεμόμενα απ’ αυτήν δικαιώματα ασκούνται καταχρηστικά, καθ’ υπέρβαση ή κατά τρόπο αλλοιώνοντα τη φύση τους. Μια τέτοια απαίτηση δεν είναι καθόλου ξένη προς την κοινοτική έννομη τάξη, […] [ούτε προς τη] νομολογία του Δικαστηρίου», δυνάμει της οποίας «“οι διευκολύνσεις που παρέχονται από τη Συνθήκη δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα να καθίσταται δυνατό στα πρόσωπα που ευνοούνται από τη Συνθήκη να διαφεύγουν, καταχρώμενα ευκολιών που παρέχει η Συνθήκη, την υπαγωγή τους στην εθνική τους νομοθεσία και να εμποδίζουν τα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για την παρεμπόδιση τέτοιων καταχρήσεων”». Η ιδέα αυτή αναπτύσσεται στα σημεία 80 και 81 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro στην υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2006, C‑255/02, Halifax κ.λπ., Συλλογή 2006, σ. I-1609).
17 – Δεν πιστεύω ότι είναι σκόπιμο να προχωρήσω στην εξέταση του εριζόμενου ζητήματος αν η καταστρατήγηση νόμου (ή η κατάχρηση δικαιώματος) καλύπτεται από μια αρχή του κοινοτικού δικαίου. Στην υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, C-296/95, EMU Tabac κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-1605), στο σημείο 89 των προτάσεών μου, κάλεσα το Δικαστήριο «να εφαρμόσει τη γενική αρχή του δικαίου που απαγορεύει κάθε καταστρατήγηση του νόμου», το ζήτημα αυτό όμως απαιτεί, ακόμη και σήμερα, ενδελεχέστερη μελέτη. Μολονότι η προαναφερθείσα απόφαση Halifax φαίνεται να επιβεβαίωσε την τάση αυτή, η σχετική συζήτηση παραμένει ανοιχτή. Βλ, επ’ αυτού, De la Feria, R., «Prohibition of abuse of (Community) Law: the creation of a new general principle of EC Law through tax», CMLRev, 2008, σ. 45.
18 – Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1988, 101/87 (Συλλογή 1988, σ. 3057).
19 – Όπ.π.
20 – Το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας έπρεπε να ερμηνευθεί «υπό την έννοια ότι η οδηγία εφαρμόζεται σε κατάσταση κατά την οποία, ύστερα από την καταγγελία ή τη λύση μιας συμβάσεως μισθώσεως, ο ιδιοκτήτης της επιχειρήσεως την αναλαμβάνει για να την πωλήσει στη συνέχεια σε τρίτον, ο οποίος, λίγο αργότερα, συνεχίζει την εκμετάλλευσή της με το ήμισυ και πλέον του προσωπικού που απασχολούνταν στην επιχείρηση από τον προηγούμενο μισθωτή, εφόσον η εν λόγω επιχείρηση διατηρεί την ταυτότητά της».
21 – Έχω εκφράσει την άποψή μου επί των ορίων της απαντήσεως του Δικαστηρίου σε προδικαστικά ερωτήματα και επί του σεβασμού της θεσμικής αυτονομίας του αιτούντος δικαστηρίου στο σημείο 35 των προτάσεών μου στην υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση της 17ης Ιουνίου 2004, C-30/02, Recheio - Cash & Carry (Συλλογή 2004, σ. I 6051).
22 – Προαναφερθείσες αποφάσεις Daddy’s Dance Hall (σκέψη 16)· Watson Rask και Christensen (σκέψη 27), και Martin κ.λπ. (σκέψη 41). Βλ. επί του περιθωρίου εκτιμήσεως των κρατών μελών στους τομείς στους οποίους επιχειρείται η πρόβλεψη μιας στοιχειώδους εναρμονίσεως και επί των ορίων της, Curtin, D., «Emerging Institutional Parameters and Organised Difference in the European Union», De Witte, B., Hanf, D. και Vos, E. (éd.), The Many Faces of Differentiation in EU Law, Intersentia, Αμβέρσα, 2001, σ. 348 έως 354, και Marciali, S., La flexibilité du droit de l’Union européenne, Bruylant, Βρυξέλλες, 2007, σ. 61 έως 65.
23 – Γενικά, η νομολογία αυτή αναλύεται από τον Barnard, C., όπ.π., σ. 656 έως 664.
24 – Προαναφερθείσα.
25 – Όπ.π. (σκέψη 38).
26 – Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2004, C-425/02 (Συλλογή 2004, σ. I-10823).
27 – Όπ.π. (σκέψη 33).
28 – Όπ.π. (σκέψη 34).
29 – Απόφαση Merckx και Neuhuys, προαναφερθείσα (σκέψη 9).
30 – Μεθοδολογία η οποία, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει ο Dworkin, R., Taking Rights Seriously, Harvard University Press, Cambridge, 1977, δεν οδηγεί στη μοναδική ορθή απάντηση, αλλά στην πλέον ενδεδειγμένη λύση.
31 – Το Δικαστήριο δέχθηκε το συμπέρασμα αυτό με την απόφαση της 23ης Μαρτίου 2000, C‑310/98 και C-406/98, Met-Trans και Sagpol (Συλλογή 2000, σ. I-1797, σκέψη 32): «Ανεξάρτητα από τους λόγους των οποίων μπορεί να γίνει επίκληση […] δεν απόκειται στο Δικαστήριο να υποκαταστήσει τον κοινοτικό νομοθέτη και να ερμηνεύσει μια διάταξη αντίθετα προς το ρητό περιεχόμενό της». Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα απλό κόμμα στο κείμενο μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία, όπως συνέβη με την απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1997, C‑83/96, Dega (Συλλογή 1997, σ. I‑5001, σκέψεις 13 και 14).
32 – Στην απόφαση Bulmer c. Bollinger του Court of Appeal του Ηνωμένου Βασιλείου της 22ας Μαΐου 1974, γνωστή ως «απόφαση της γαλλικής σαμπάνιας», ο Λόρδος Denning υπογράμμισε τη σχετική σημασία του γράμματος των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου: «Seeing these differences, what are the English courts to do when they are faced with a problem of interpretation? They must follow the European pattern. No longer must they examine the words in meticulous detail. No longer must they argue about the precise grammatical sense. They must look to the purpose or intent. […]
They must not confine themselves to the English text. They must consider, if need be, all the authentic texts […]. They must divine the spirit of the treaty and gain inspiration from it. If they find a gap, they must fill it as best they can. They must do what the framers of the instrument would have done if they had thought about it. So we must do the same. Those are the principles, as I understand it, on which the European Court acts.»
33 – Στο ισπανικό κείμενο: «la rescisión del contrato de trabajo o de la relación laboral se considerará imputable al empresario»· στο τσεχικό κείμενο: «je zaměstnavatel považován za osobu, z jejíž strany byly pracovní smlouva nebo pracovní poměr ukončeny» και στο γερμανικό κέιμενο: «dass die Beendigung des Arbeitsvertrags oder Arbeitsverhältnisses durch den Arbeitgeber erfolgt ist».
34 – Στο πορτογαλικό κείμενο: «a rescisão do contrato ou da relação de trabalho considera-se como sendo da responsabilidade da entidade patronal»· στo πολωνικό κείμενο: «pracodawcę uważa się za odpowiedzialnego za rozwiązanie umowy o pracę lub stosunku pracy»· στο βουλγαρικό κείμενο: «работодателят се счита за отговорен за прекратяването на трудовия договор или трудовото правоотношение» και, στο αγγλικό κείμενο: «the employer shall be regarded as having been responsible for termination of the contract of employment or of the employment relationship».
35 – Το σλοβακικό εκφράζει μιαν ενδιάμεση θέση, καθόσον περιλαμβάνει τόσο την υπαιτιότητα όσο και την ευθύνη: «zodpovednosť za skončenie pracovnej zmluvy alebo pracovnoprávneho vzťahu sa bude pripisovať zamestnávateľovi».
36 – Επί της αναζητήσεως ενός σημείου ισορροπίας μεταξύ της προστασίας του εργαζομένου και της προωθήσεως της οικονομικής δραστηριότητας, βλ. Ball, C. A., «The Making of a transnational capitalist society: The European Court of Justice, social policy and individual rights under the European Community’s legal order», Harvard International Law Journal, nº 37, 1996, σ. 307 επ. Το Δικαστήριο έχει επιδείξει επίσης ιδιαίτερη ευαισθησία στο ως άνω μείγμα συμφερόντων κατά την ερμηνεία των κανόνων του κοινοτικού δικαίου των εργασιακών σχέσεων, όπως υπογραμμίζει ο O’Leary, S., Employment Law and the European Court of Justice. Judicial Structures, Policies and Processes, Hart Publishing, Oxford, Portland, Oregon, 2002, σ. 119 έως 128.
37 – Η επίκληση της οδηγίας είναι συχνότερη στον τομέα αυτόν, το γεγονός όμως ότι κάθε παρέμβαση στον εν λόγω τομέα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή οδήγησε στη συχνή προσφυγή στο «soft law», όπως σημειώνουν οι Kenner, J., «EC Labour Law: The Softly, Softly Approach», IJCLLIR, nº 14, 1995· Goetschy, J., «The European Employment Strategy: Genesis and Development», EJIR, nº 5, 1999· Santana, M., «La Internalización de la Estrategia Europea de Empleo en España», REDE, nº 21, 2007, και Zeitlin, J., και Trubek D., (éd.), Governing Work and Welfare in a New Economy, Oxford University Press, Οξφόρδη, 2003. Η ευρεία διάδοση του «soft law» έχει συνέπειες νομικές, αλλά και θεσμικού επιπέδου, όπως υπογραμμίζουν οι Senden, L., SoftlawinEuropeanCommunityLaw, Hart Publishers, Οξφόρδη, 2004· Alonso García, R., «El softlaw comunitario», RevistadeAdministraciónPública, nº 154, 2001· Sarmiento, D., Elsoftlawadministrativo, Thomson-Civitas, Pamplona, 2008· Cini, M., «The Soft law Approach: Commission Rule-Making in the EU’s State Aid Regime», JournalofEuropeanPublicPolicy, nº 8, 2001· Hillgenberg, H., «A Fresh Look at Soft law», EuropeanJournalofInternationalLaw, nº 10, 1999, και Klabbers, J., «The Undesirability of Soft Law», NordicJournalofInternationalLaw, nº 36, 1998.
38 – Τρίτη αιτιολογική σκέψη.
39 – Τέταρτη αιτιολογική σκέψη.
40 – Σημείο 15 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Γ. Κοσμά στην υπόθεση Luigi Spano κ.λπ. (απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1995, C-472/93, Συλλογή σ. I-4321).
41 – Aποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1987, 287/86, Ny Mølle Kro (Συλλογή 1987, σ. 5465, σκέψη 12)· Daddy’s Dance Hall, προαναφερθείσα (σκέψη 9), και της 5ης Μαΐου 1988, 144/87 και 145/87, Berg και Busschers (Συλλογή 1988, σ. 2559, σκέψη 13).
42 – Κατά τον S. O’Leary, όπ.π. (σ. 242 και 243), «[t]he purpose of the Directive was to ensure that the rights of employees, in the event of a change of employer, were safeguarded. However, the Preamble also made clear that one of the principal reasons for the introduction of a minimum level of employment protection at EC level was the fear that disparities in employment protection legislation between Member States might have a deleterious effect on the transfers and mergers which it was the common market’s aim to bring about as a result of greater economic integration. Thus, the Directive reflected the dual economic and social aims that characterised much of the Community’s Social Action Programme. Like Article 141 EC […], Directive 77/187 [σήμερα οδηγία 2001/23] reflected both the Community’s attempts to ameliorate “the unacceptable by-products of growth” and its intention to eliminate distortions of competition.»
43 – COM(74) 351 τελικό της 29ης Μαΐου 1974.
44 – Στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου της η Επιτροπή (σ. 8) σημείωσε ότι, «if the worker does not wish to continue the employment relationship with the transferee because a merger or takeover has led to some essential change in his terms of employment, it seems only fair, as provided for in article 3, that the worker should be treated as if his dismissal was due to the action of his employer. The legal consequences involved, such as severance payment, compensation, e.tc., should again be prescribed by the laws, regulations and administrative provisions of the Member States» (η υπογράμμιση δική μου) .
45 – Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006 (ΕΕ L 204, σ. 23).
46 – Η διάταξη αυτή συστηματοποιεί το προηγούμενο άρθρο 1, παράγραφος 5, της οδηγίας 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, για την τροποποίηση της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ L 269, σ. 15). Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, στο τελικό κείμενό της, η διάταξη αυτή προβλέπει ακόμη μεγαλύτερη προστασία για το θύμα δυσμενούς διακρίσεως. Στην πρόταση της Επιτροπής, δεν υπήρχε καμία αναφορά περί αποτελεσματικού, αποτρεπτικού και σύμφωνου με την αρχή της αναλογικότητας χαρακτήρα της αποζημιώσεως, καθόσον αυτή απέκλειε απλώς τον περιορισμό του οικείου ποσού και εξασφάλιζε την καταβολή τόκων υπερημερίας. Εντούτοις, στην αιτιολογική έκθεση της προτάσεώς της, είναι σαφής η πρόθεση της Επιτροπής να προσδιορίσει το περιεχόμενο της ευθύνης: «σε ό,τι αφορά το δικαίωμα ενός εργαζομένου που υπήρξε θύμα διάκρισης για αποζημίωση που μπορεί να εγγυηθεί πραγματική και αποτελεσματική δικαστική προστασία, έχει πραγματικό αποτρεπτικό αποτέλεσμα στον εργοδότη και πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι ανάλογη σε σχέση με τη ζημία που έχει υποστεί το θιγόμενο άτομο» [COM (2000) 334 τελικό, σημείο 45].
47 – Διάταξη που εκφράζει σε νομοθετικό επίπεδο τη νομολογία του Δικαστηρίου, συγκεκριμένα τις αποφάσεις της 10ης Απριλίου 1984, 14/83, von Colson και Kamann (Συλλογή 1984, σ. 1891, σκέψη 23), και 79/83, Harz (Συλλογή 1984, σ. 1921, σκέψη 26)· της 2ας Αυγούστου 1993, C‑271/91, Marshall (Συλλογή 1993, σ. I-4367, σκέψη 34), και της 22ας Απριλίου 1997, C‑180/95, Draehmpaehl (Συλλογή 1997, σ. I-2195, σκέψη 40). Επί της τεχνικής αυτής περί της αποζημιώσεως στο πλαίσιο της ισότητας, βλ. McCrudden, C., «The Effectiveness of European Equality Law: National Mechanisms for Enforcing Gender Equality Law in the Light of European Requirements», Hepple, B., και Szyszczak, E., Discrimination: Limits of Law, Mansell, Λονδίνο, 1992.
48 – Οδηγία του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2004 (ΕΕ L 373, σ. 37).
49 – Από την απόφαση της 15ης Μαΐου 1986, 222/84, Johnston (Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέψεις 18 έως 21), και μετά, το κοινοτικό δίκαιο περιλαμβάνει μιαν υποχρέωση διαδικαστικής προστασίας σε εθνικό επίπεδο, στο όνομα του θεμελιώδους δικαιώματος για αποτελεσματικό δικαιοδοτικό έλεγχο.
50 – Αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1995, C-279/93, Schumacker (Συλλογή 1995, σ. I-225, σκέψη 30)· της 17ης Ιουλίου 1997, C-354/95, National Farmers’ Union κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-4559, σκέψη 61), και της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-148/02, Garcia Avello (Συλλογή 2003, σ. I-11613, σκέψη 31).
Full & Egal Universal Law Academy