ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 10ης Ιουλίου 2008 1(1)
Υπόθεση C‑404/07
György Katz
κατά
István Roland Sós
[αίτηση του Fővárosi Bíróság (Ουγγαρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Απόφαση-πλαίσιο 2001/220 – Προστασία των θυμάτων – Ποινική δίωξη από ιδιώτη που έχει υποκαταστήσει τον εισαγγελέα – Κατάθεσή του ως μάρτυρα»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα διαδικασία αφορά για άλλη μια φορά (2) την ερμηνεία της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες (3). Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον η απόφαση-πλαίσιο απαιτεί να παρέχεται στο θύμα αξιοποίνου πράξεως η δυνατότητα να εξεταστεί ως μάρτυρας, όταν στο πλαίσιο της ποινικής δίκης έχει τη θέση του κατηγόρου.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
2. To άρθρο 35, παράγραφοι 2 και 3, ΕΕ προβλέπει τις ρυθμίσεις που διέπουν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εκδίδει προδικαστικές αποφάσεις σχετικά με αποφάσεις-πλαίσια:
«2. Με δήλωση κατά την υπογραφή της Συνθήκης του Άμστερνταμ ή οποιαδήποτε στιγμή μετά την υπογραφή, κάθε κράτος μέλος μπορεί να αποδέχεται την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις όπως ορίζεται στην παράγραφο 1.
3. Κάθε κράτος μέλος που προβαίνει σε δήλωση σύμφωνα με την παράγραφο 2 ορίζει είτε:
α) ότι οποιοδήποτε δικαστήριο του κράτους αυτού, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, δύναται να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί με προδικαστική απόφαση επί ζητήματος το οποίο ανακύπτει σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιόν του και αφορά το κύρος ή την ερμηνεία πράξεως που αναφέρεται στην παράγραφο 1, εάν το δικαστήριο αυτό κρίνει ότι η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, είτε
β) ότι οποιοδήποτε δικαστήριο του κράτους αυτού δύναται να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί με προδικαστική απόφαση επί ζητήματος το οποίο ανακύπτει σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιόν του και αφορά το κύρος ή την ερμηνεία πράξεως που αναφέρεται στην παράγραφο 1, εάν το δικαστήριο αυτό κρίνει ότι η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης.»
3. Οι σκοποί που επιδιώκονται με την απόφαση-πλαίσιο 2001/220 σχετικά με την ποινική διαδικασία εκτίθενται ιδίως στην όγδοη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως:
«Οι κανόνες και οι πρακτικές σχετικά με το καθεστώς και τα κυριότερα δικαιώματα των θυμάτων, ιδιαίτερα όσον αφορά το σεβασμό της αξιοπρέπειάς τους, το δικαίωμα να παρέχουν και να λαμβάνουν πληροφορίες, το δικαίωμα να κατανοούν και να γίνονται κατανοητά, το δικαίωμα να προστατεύονται στα διάφορα στάδια της διαδικασίας και το δικαίωμα να λαμβάνεται υπόψη το μειονέκτημά του να διαμένουν σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο διεπράχθη το έγκλημα, χρειάζεται να προσεγγίσουν.»
4. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, περιγράφει γενικά πώς λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των θυμάτων στην ποινική διαδικασία:
«Κάθε κράτος μέλος παρέχει στα θύματα ουσιαστικό και κατάλληλο ρόλο στο πλαίσιο του συστήματος της ποινικής του δικαιοσύνης. Εξακολουθεί να καταβάλλει κάθε προσπάθεια προκειμένου να διασφαλίσει στα θύματα μεταχείριση που βασίζεται στον οφειλόμενο σεβασμό της αξιοπρέπειάς τους κατά τη διαδικασία και αναγνωρίζει τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντά τους, ιδίως στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας.»
5. Η ακρόαση και η προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων από τα θύματα αξιοποίνων πράξεων ρυθμίζονται ιδίως στο άρθρο 3.
«Κάθε κράτος μέλος κατοχυρώνει τη δυνατότητα των θυμάτων να ακούονται κατά τη διαδικασία και να προσκομίζουν αποδεικτικά στοιχεία.
Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίζει ότι οι αρχές του εξετάζουν τα θύματα μόνον καθόσον είναι αναγκαίο για τους σκοπούς της ποινικής διαδικασίας.»
Το ουγγρικό δίκαιο
6. Σύμφωνα με την ουγγρική ποινική δικονομία, το θύμα αξιοποίνου πράξεως δύναται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να εκτελεί χρέη κατηγόρου, ως ιδιώτης που υποκαθιστά τον εισαγγελέα. Αν ο νόμος δεν ορίζει άλλως, ο ιδιώτης που υποκαθιστά τον εισαγγελέα ασκεί, στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας, τα δικαιώματα του εισαγγελέα. Σε σχέση με τις εξουσίες που έχει ο εισαγγελέας, οι εξουσίες του ιδιώτη που τον υποκαθιστά είναι περιορισμένες, στο μέτρο που αυτός ο τελευταίος δεν μπορεί να προτείνει την αφαίρεση από τον κατηγορούμενο της γονικής μέριμνας, δεν έχει, επιπλέον, πρόσβαση στα έγγραφα τα οποία, λόγω του εμπιστευτικού τους χαρακτήρα, δεν περιέχονται στον φάκελο της δικογραφίας και δεν μπορεί να διευρύνει το κατηγορητήριο.
7. Περαιτέρω προβλέπεται ρητώς ότι δεν μπορεί να ενεργήσει ως εισαγγελέας σε ποινική υπόθεση όποιος συμμετέχει ή έχει συμμετάσχει στη διαδικασία ως μάρτυρας.
III – Η διαδικασία της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
8. Στη διαδικασία της κύριας δίκης, ο G. Katz άσκησε, υποκαθιστώντας τον εισαγγελέα, ποινική δίωξη κατά του I. Sós. Ο G. Katz κατηγορεί τον I. Sós για το αδίκημα της απάτης, από το οποίο υπέστη ιδιαιτέρως σοβαρή ζημία.
9. Ο G. Katz ζήτησε να καταθέσει ως μάρτυρας. Το αιτούν δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό. Δεδομένου ότι ο εισαγγελέας δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, το ίδιο πρέπει να ισχύσει, κατά το αιτούν δικαστήριο, και για τον ιδιώτη που υποκαθιστά τον εισαγγελέα.
10. Το Fővárosi Bíróság (Ουγγαρία) αμφιβάλλει όμως κατά πόσον το αποτέλεσμα αυτό συμβιβάζεται με την απόφαση-πλαίσιο 2001/220. Υποβάλλει συνεπώς στο Δικαστήριο, με την απόφαση της 6ης Ιουλίου 2007, αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί του ακόλουθου ερωτήματος:
«Έχουν τα άρθρα 2 και 3 της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές δίκες, την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εξετάσει το θύμα ως μάρτυρα ακόμη και στο πλαίσιο ποινικής δίκης στην οποία το θύμα έχει υποκαταστήσει τον εισαγγελέα;»
11. Στην έγγραφη διαδικασία μετέσχον ο G. Katz, η Δημοκρατία της Αυστρίας, η Δημοκρατία της Ουγγαρίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 19ης Ιουνίου 2008 μετέσχον η Δημοκρατία της Ουγγαρίας και η Επιτροπή.
IV – Εκτίμηση
12. Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά ρητώς μόνον το ερώτημα κατά πόσον το εθνικό δικαστήριο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εξετάσει το θύμα και ως μάρτυρα στο πλαίσιο ποινικής δίκης στην οποία το θύμα έχει υποκαταστήσει τον εισαγγελέα.
13. Η απόφαση-πλαίσιο 2001/220 θίγει μόνον εμμέσως το ζήτημα αυτό, διότι δεν έχει ως αντικείμενο τις εξουσίες των δικαστηρίων, αλλά τα δικαιώματα των θυμάτων αξιοποίνων πράξεων. Εφόσον όμως τα θύματα έχουν, σύμφωνα με την απόφαση-πλαίσιο, δικαίωμα να καταθέσουν ως μάρτυρες, τότε, λογικά, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, σύμφωνα με τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος, να εξετάζουν τα θύματα ως μάρτυρες. Με δεδομένη, συνεπώς, την απόφαση-πλαίσιο πρέπει, για να δοθεί απάντηση στο εθνικό δικαστήριο, να αναδιατυπωθεί το προδικαστικό ερώτημα ως ακολούθως:
«Έχουν τα άρθρα 2 και 3 της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες, την έννοια ότι πρέπει να παρέχεται στο θύμα, στο πλαίσιο ποινικής δίκης στην οποία αυτό έχει υποκαταστήσει τον εισαγγελέα, η δυνατότητα να προσκομίσει αποδείξεις στη διαδικασία αυτή καταθέτοντας ως μάρτυρας;»
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
14. Δεδομένου ότι πρόκειται για την ερμηνεία αποφάσεως-πλαισίου σύμφωνα με το άρθρο 34, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΕΕ, η ρύθμιση του άρθρου 234 ΕΚ έχει εφαρμογή στην κατά το άρθρο 35 ΕΕ αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εκδίδει προδικαστικές αποφάσεις, με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που προβλέπει η εν λόγω διάταξη (4).
15. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο μπορεί να απαντήσει στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως μόνον εφόσον η Δημοκρατία της Ουγγαρίας έχει αποδεχθεί, με δήλωσή της σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 2, ΕΕ, την αρμοδιότητά του να αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις. Η Ουγγαρία έχει προβεί σε τέτοια δήλωση.
16. Ανακύπτει, εντούτοις, το ερώτημα κατά πόσον το αιτούν δικαστήριο είναι αρμόδιο για την υποβολή αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως έχουν δημοσιευτεί, πράγματι, διάφορες ανακοινώσεις σχετικά με την αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων να υποβάλλουν αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων: Αρχικά, ανακοινώθηκε ότι η Δημοκρατία της Ουγγαρίας αποδέχθηκε την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, ΕΕ (5). Κατά συνέπεια, μόνον τα δικαστήρια που έκριναν σε τελευταίο βαθμό ήταν αρμόδια για την υποβολή αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Αφού περιήλθε στο Δικαστήριο η υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, ανακοινώθηκε ότι η Δημοκρατία της Ουγγαρίας «ανακάλεσε» αυτή την πρώτη δήλωση και, αντ’ αυτής, δήλωσε ότι αποδέχεται την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου κατά το άρθρο 35, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΕΕ. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όλα τα εθνικά δικαστήρια δύνανται να ζητούν την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (6).
17. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για το αν το Fővárosi Bíróság αποφαίνεται στην προκειμένη περίπτωση σε τελευταίο βαθμό. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις στην Επίσημη Εφημερίδα, φαίνεται πιθανό να μην ήταν, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο αρμόδιο να υποβάλει στο Δικαστήριο ερωτήματα σχετικά με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
18. Κατά το άρθρο 35, παράγραφος 3, ΕΕ, τα στοιχεία που ανακοινώνουν τα κράτη μέλη σχετικά με τα δικαστήρια που δύνανται να υποβάλλουν αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων δεν είναι, εντούτοις, υποχρεωτικώς συστατικής φύσεως, αλλά μπορούν να έχουν και απλώς αναγνωριστικό χαρακτήρα. Αντίθετα απ’ ό,τι συνάγεται, σχετικά με την αποδοχή της αρμοδιότητας, από τη διατύπωση των ανακοινώσεων στην Επίσημη Εφημερίδα, τα κράτη μέλη δεν αναγνωρίζουν ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 3, στοιχεία α΄ ή β΄, ΕΕ, δηλαδή αρμόδιο να αποφαίνεται επί των αιτήσεων εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων που υποβάλουν συγκεκριμένα δικαστήρια. Αντιθέτως, τα κράτη μέλη ορίζουν (7) ποια δικαστήρια δύνανται να υποβάλουν αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων. Ο «καθορισμός» αυτός των δικαστηρίων δεν συνδέεται αναγκαστικά με τη δήλωση αποδοχής της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Η ρύθμιση της αρμοδιότητας για την υποβολή αιτήσεων εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων μπορεί, αντιθέτως, να λάβει χώρα με αυτοτελή νομική πράξη του εσωτερικού δικαίου.
19. Τουλάχιστον στην προκειμένη υπόθεση, η αρμοδιότητα υποβολής αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ρυθμίστηκε ορθά μόνον με την ουγγρική απόφαση (Kormányhatározat) 2088/2003, η οποία προβλέπει ρητώς την αποδοχή της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΕΕ. Αυτή η ουγγρική απόφαση υφίστατο ήδη κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και σε αυτήν στήριξαν, ορθά, την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου αφενός το αιτούν δικαστήριο και αφετέρου η Ουγγρική Κυβέρνηση.
20. Κατά συνέπεια, η αρχική ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα ήταν εσφαλμένη και διορθώθηκε με τη νεότερη ανακοίνωση σχετικά με την αποδοχή εκ μέρους της Ουγγαρίας της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι, σε κάθε περίπτωση, κατά τον χρόνο που αποφαίνεται το Δικαστήριο είναι αναμφίβολο ότι υφίσταται αρμοδιότητά του.
21. Το Δικαστήριο δύναται, συνεπώς, να απαντήσει στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
22. Η Δημοκρατία της Ουγγαρίας θεωρεί, εντούτοις, ότι η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη, διότι είναι υποθετικής φύσεως. Οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου σχετικά με τη δυνατότητα του ιδιώτη που υποκατέστησε τον εισαγγελέα να καταθέσει ως μάρτυρας στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας στηρίζονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του ουγγρικού δικαίου. Από έναν σχολιασμό του ποινικού δικονομικού δικαίου και μια γνωμοδότηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκύπτει (8), κατά τη Δημοκρατία της Ουγγαρίας πάντα, ότι ο ιδιώτης που έχει υποκαταστήσει τον εισαγγελέα μπορεί, σύμφωνα με την ουγγρική ποινική δικονομία, να καταθέτει ως μάρτυρας.
23. Καταρχήν ισχύει το τεκμήριο ότι τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια είναι λυσιτελή (9). Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις το Δικαστήριο εξετάζει, προκειμένου να ελέγξει την αρμοδιότητά του, τις συνθήκες υπό τις οποίες του υποβάλλονται τα ερωτήματα από το εθνικό δικαστήριο (10). Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα υποβληθέν από εθνικό δικαστήριο μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του κοινοτικού κανόνα την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (11). Εξαιρέσει των περιπτώσεων αυτών, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να απαντά στα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου (12).
24. Η Ουγγρική Κυβέρνηση προβάλλει ισχυρές ενδείξεις υπέρ του ότι το προδικαστικό ερώτημα δεν χρήζει, σύμφωνα με το ουγγρικό δίκαιο, περαιτέρω διευκρινίσεως. Εντούτοις, από την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και από το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχει επιτραπεί στον G. Katz να καταθέσει ως μάρτυρας προκύπτει ότι τουλάχιστον το αιτούν δικαστήριο –πιθανότατα μάλιστα εν γνώσει της γνωμοδοτήσεως του Ανωτάτου Δικαστηρίου– έχει διαφορετική άποψη ως προς την ερμηνεία του ουγγρικού δικαίου.
25. Δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο, κατά την εξέταση του παραδεκτού αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, να διορθώνει την άποψη ενός εθνικού δικαστηρίου σχετικά με την ερμηνεία του εθνικού δικαίου (13). Αντιθέτως, το Δικαστήριο οφείλει να βοηθήσει στην άρση των αμφιβολιών του αιτούντος δικαστηρίου σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
26. Κατά συνέπεια, η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δεν είναι προδήλως υποθετικής φύσεως.
27. Τέλος, ο G. Katz προτείνει να ερμηνευθεί ευρέως η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και να εξετασθεί κατά πόσον η απόφαση-πλαίσιο 2001/220 απαιτεί να χορηγηθούν στον ιδιώτη που υποκαθιστά τον εισαγγελέα ορισμένες ανακριτικές εξουσίες της δημόσιας κατηγορούσας αρχής.
28. Το άρθρο 234 ΕΚ προβλέπει πάντως την άμεση συνεργασία του Δικαστηρίου με τα εθνικά δικαστήρια, με την εφαρμογή διαδικασίας χωρίς αντιδικία, στην οποία οι διάδικοι δεν έχουν δικαίωμα πρωτοβουλίας, αλλά μόνον τη δυνατότητα να εκθέσουν τις απόψεις τους (14). Κατά τη διάταξη αυτή, τη δυνατότητα υποβολής αίτησης στο Δικαστήριο έχουν μόνο τα εθνικά δικαστήρια και όχι οι διάδικοι. Δεδομένου ότι η δυνατότητα καθορισμού των προς υποβολή στο Δικαστήριο ερωτημάτων παρέχεται μόνο στο εθνικό δικαστήριο, οι διάδικοι δεν μπορούν να αλλάζουν το περιεχόμενό τους (15).
29. Κατά συνέπεια, πρέπει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.
Β – Επί του προδικαστικού ερωτήματος
30. Το προδικαστικό ερώτημα αφορά την ουγγρική διαδικασία της ποινικής διώξεως από ιδιώτη που υποκαθιστά τον εισαγγελέα, δηλαδή τη θέση του θύματος αξιοποίνου πράξεως, όταν επιτελεί το ίδιο, αντί της δημόσιας κατηγορούσας αρχής, τη λειτουργία του κατηγόρου, στο πλαίσιο ποινικής δίκης λόγω της πράξεως αυτής.
31. Στα κράτη μέλη οι ποινικές διαδικασίες κινούνται καταρχήν από δημόσιες κατηγορούσες αρχές. Σε εξαιρετικές πάντως περιπτώσεις μπορούν και ιδιώτες, κατά κανόνα τα θύματα αξιοποίνων πράξεων, να απαγγείλουν, αντί της κατηγορούσας αρχής, κατηγορία ενώπιον δικαστηρίου και να αναλάβουν, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, τον ρόλο της κατηγορούσας αρχής. Στις διαδικασίες αυτές ανακύπτει το ερώτημα σε ποιο μέτρο είναι δυνατό να ισχύσουν για τους ιδιώτες κατηγόρους οι ρυθμίσεις που ισχύουν για τις δημόσιες κατηγορούσες αρχές. Αυτό αφορά τόσο τις αρμοδιότητες των αρχών αυτών όσο και τους ενδεχόμενους περιορισμούς των εξουσιών τους.
32. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά τη δυνατότητα μαρτυρικής καταθέσεως. Το να καταθέσει κανείς ως μάρτυρας σε υπόθεση που τον αφορά προσωπικά είναι καταρχήν προβληματικό, διότι υπάρχει φόβος συγκρούσεως συμφερόντων. Από την άλλη πλευρά, η κατάθεση του θύματος είναι δυνατό να συμβάλει σημαντικά στην απόδειξη του ότι ο δράστης τέλεσε την αξιόποινη πράξη και, συνεπώς, στην έκδοση δίκαιης και ορθής αποφάσεως.
33. Η απόφαση-πλαίσιο 2001/220 δεν περιέχει ειδικές ρυθμίσεις για τα δικαιώματα των θυμάτων, όταν αυτά υποκαθιστούν την κατηγορούσα αρχή. Από τις γενικές όμως ρυθμίσεις σχετικά με τα δικαιώματα του θύματος προκύπτει ότι το θύμα πρέπει να έχει πάντοτε τη δυνατότητα να προσκομίζει, με την κατάθεσή του, αποδείξεις στην ποινική διαδικασία.
34. Αυτό συνάγεται ιδίως από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, κάθε κράτος μέλος κατοχυρώνει τη δυνατότητα των θυμάτων να ακούονται κατά τη διαδικασία και να προσκομίζουν αποδεικτικά στοιχεία.
35. Η Αυστριακή Κυβέρνηση τονίζει, βέβαια, ότι η κατάθεση του θύματος δεν προβλέπεται ρητώς. Το στοιχείο όμως της καταθέσεως εμπεριέχεται σιωπηρώς στη διατύπωση «να ακούονται». Πέραν αυτού, η κατάθεση του θύματος είναι, σε πολλές περιπτώσεις, το κυριότερο αποδεικτικό στοιχείο που μπορεί να προσκομίσει το θύμα. Όπως τονίζει η Επιτροπή, ο αποκλεισμός της καταθέσεως του θύματος ως αποδεικτικού μέσου θα καθιστούσε κενό περιεχομένου το δικαίωμα που πρέπει να διασφαλίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220.
36. Το να καταστούν, με τον τρόπο αυτό, κενά περιεχομένου τα δικαιώματα του θύματος θα ήταν ασυμβίβαστο προς τους σκοπούς της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220. Σύμφωνα με την όγδοη αιτιολογική σκέψη, το θύμα πρέπει να έχει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα να παρέχει πληροφορίες. Γενικώς, τα κράτη μέλη φροντίζουν, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, να παρέχεται στα θύματα ουσιαστικός και κατάλληλος ρόλος στο πλαίσιο του συστήματος της ποινικής τους δικαιοσύνης. Σύμφωνα με την ίδια διάταξη, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα του θύματος, ιδίως στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας.
37. Όταν τουλάχιστον τα θύματα επιθυμούν να καταθέσουν, το να τους επιτραπεί η κατάθεση εξυπηρετεί καταρχήν τα έννομα συμφέροντά τους. Δεν έχει σημασία για την υπό κρίση υπόθεση η επισήμανση της Αυστριακής Κυβερνήσεως ότι η κατάθεση μπορεί επίσης να αποτελεί βάρος για το θύμα. Όπως πράγματι τονίζει και η Επιτροπή, το ζήτημα εν προκειμένω δεν είναι κατά πόσον το θύμα μπορεί να υποχρεωθεί να καταθέσει παρά τη θέλησή του.
38. Ούτε φαίνεται να υφίσταται λόγος για τον οποίο τα δικαιώματα των θυμάτων δεν θα έπρεπε να ισχύουν στις ποινικές διαδικασίες στις οποίες τα θύματα υποκαθιστούν την κατηγορούσα αρχή. Η απόφαση-πλαίσιο 2001/220 δεν περιέχει κανένα σχετικό περιορισμό.
39. Αντιθέτως, τα θύματα πρέπει να προστατεύονται κυρίως όταν ασκούν τον ρόλο της κατηγορούσας αρχής. Πράγματι, τα θύματα αναλαμβάνουν, κατά κανόνα, αυτόν τον ρόλο επειδή η δημόσια κατηγορούσα αρχή αρνείται να απαγγείλει κατηγορία. Υπό τις συνθήκες αυτές, η απαγόρευση καταθέσεως θα συνιστούσε ένα επιπλέον μειονέκτημα: το θύμα θα έπρεπε να κινήσει τη διαδικασία μόνο του, χωρίς την υποστήριξη δημόσιας κατηγορούσας αρχής, και θα στερούνταν συγχρόνως ένα σημαντικό αποδεικτικό μέσο. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο και η Επιτροπή ορθά φοβούνται ότι θα είναι δύσκολο, ενδεχομένως δε αδύνατο, να ευδοκιμήσει η ποινική δίωξη από ιδιώτη που έχει υποκαταστήσει τον εισαγγελέα, εάν το θύμα που λειτουργεί ως κατήγορος δεν έχει τη δυνατότητα να καταθέσει.
40. Η Επιτροπή υποστηρίζει, επομένως, ότι το θύμα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να καταθέσει ως μάρτυρας, ακόμη και όταν εκτελεί χρέη κατηγόρου. Αυτό όμως δεν προκύπτει από την απόφαση-πλαίσιο 2001/220. Στο άρθρο 3, παράγραφος 1, δεν χρησιμοποιείται ο όρος μάρτυρας, αλλά προβλέπεται ότι τα θύματα έχουν το δικαίωμα να ακούονται και να προσκομίζουν αποδεικτικά στοιχεία.
41. Από την απόφαση-πλαίσιο 2001/220 προκύπτει ότι ο νομοθέτης ήταν εν γνώσει της διαφοράς του ρόλου του θύματος ως μάρτυρα και ως διαδίκου. Στο άρθρο 5 και στο άρθρο 7 αναφέρεται ρητώς ότι τα θύματα μπορούν να μετέχουν στην ποινική διαδικασία με την ιδιότητα του μάρτυρα ή του διαδίκου.
42. Κατά συνέπεια δεν χρειάζεται να υπαχθεί το θύμα που υποκαθιστά τον κατήγορο στο καθεστώς του μάρτυρα, εφόσον το εφαρμοστέο εθνικό ποινικό δικονομικό δίκαιο του παρέχει, παρ’ όλα αυτά, τη δυνατότητα να καταθέσει ενώπιον δικαστηρίου και η κατάθεση αυτή αποτελεί έγκυρο αποδεικτικό μέσο. Σύμφωνα με έρευνα της Υπηρεσίας Έρευνας και Τεκμηρίωσης του Δικαστηρίου, αυτό φαίνεται να ανταποκρίνεται στον τρόπο με τον οποίο πολλά κράτη μέλη αντιμετωπίζουν την κατάσταση αυτή: τα θύματα που εκτελούν χρέη κατηγόρου στην ποινική διαδικασία μπορούν να προσκομίζουν αποδείξεις με την κατάθεσή τους, χωρίς να εξομοιώνονται πλήρως με μάρτυρες. Αυτό δε που συνήθως αποκλείεται είναι η επιβεβαίωση της καταθέσεως με όρκο.
43. Μια τέτοια διαφοροποιημένη θεώρηση των καταθέσεων των θυμάτων που εκτελούν χρέη κατηγόρου λαμβάνει υπόψη τον δύσκολο ρόλο τους. Ακόμη και ανεξάρτητα από τον ρόλο του κατηγόρου, είναι δεδομένο ότι το θύμα έχει συμφέρον για την έκβαση της δίκης. Όταν το θύμα αναλαμβάνει επιπρόσθετα και τον ρόλο του κατηγόρου, είναι ακόμη δυσκολότερο να διατηρήσει την αντικειμενικότητα που είναι απαραίτητη για έναν καλό μάρτυρα. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν να αναγνωριστεί στην κατάθεση του θύματος δεσμευτική και αμάχητη αποδεικτική δύναμη. Αντιθέτως, τα δικαστήρια οφείλουν σε κάθε περίπτωση να αξιολογούν με ιδιαίτερη προσοχή τις καταθέσεις των θυμάτων, λαμβάνοντας συνολικά υπόψη την ατομική κατάσταση του θύματος.
44. Συμπληρωματικώς, πρέπει να επισημανθεί ότι το καθεστώς των θυμάτων που εκτελούν χρέη κατηγόρου δεν πρέπει να εφαρμόζεται έτσι ώστε να θίγονται, με οποιονδήποτε τρόπο, τα δικαιώματα άμυνας του κατηγορουμένου. Τα δικαιώματα αυτά απορρέουν από το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη που καθιερώνεται με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ), που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, και αναγνωρίζεται με τα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (16), που διακηρύχθηκε στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000. Τα δικαιώματα άμυνας συνιστούν, συνεπώς, ένα θεμελιώδες δικαίωμα, το οποίο αποτελεί μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων εγγυάται το Δικαστήριο (17). Η απόφαση‑πλαίσιο πρέπει συνεπώς να ερμηνεύεται κατά τρόπον ώστε να γίνεται σεβαστό το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, όπως έχει ερμηνευθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (18).
45. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, της ΕΣΔΑ, ο κατηγορούμενος έχει ιδίως το δικαίωμα να εξετάσει ή να ζητήσει να εξεταστούν οι μάρτυρες κατηγορίας. Αυτό ισχύει και για τις καταθέσεις του θύματος της αξιοποίνου πράξεως, ακόμη και αν το θύμα εκτελεί χρέη κατηγόρου. Δεν πρέπει να θίγεται η ισότητα των όπλων μεταξύ κατηγορίας και υπερασπίσεως.
46. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να θέσουν σε εφαρμογή τις απαιτήσεις αυτές στο ποινικό δικονομικό τους δίκαιο. Στο μέτρο που αυτό δεν έχει γίνει με την απαραίτητη σαφήνεια, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να μεριμνούν για τη σύμφωνη προς την απόφαση-πλαίσιο ερμηνεία του δικονομικού δικαίου (19).
V – Πρόταση
47. Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα ως εξής:
Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές δίκες, πρέπει να παρέχεται στο θύμα αξιοποίνου πράξεως, το οποίο επιτελεί το ίδιο, αντί της δημόσιας κατηγορούσας αρχής, τη λειτουργία του κατηγόρου στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας λόγω της πράξεως αυτής, η δυνατότητα να προσκομίζει, με την κατάθεσή του, αποδείξεις στη διαδικασία αυτή. Το θύμα όμως αυτό δεν χρειάζεται να υπαχθεί στο καθεστώς του μάρτυρα, αν το εφαρμοστέο εθνικό ποινικό δικονομικό δίκαιο του παρέχει, παρ’ όλα αυτά, τη δυνατότητα να καταθέτει ενώπιον του δικαστηρίου και η κατάθεση αυτή αποτελεί έγκυρο αποδεικτικό μέσο.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Βλ. προηγούμενες αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2005, C‑105/03, Pupino (Συλλογή 2005, σ. I‑5285), και της 28ης Ιουνίου 2007, C‑467/05, Dell'Orto (Συλλογή 2007, σ. I‑5557).
3 – ΕΕ L 82, σ. 1.
4 – Βλ. παρατιθέμενες στην υποσημείωση 2 αποφάσεις Pupino (σκέψη 19), και Dell’Orto (σκέψη 33). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2007, C‑354/04 P, Gestoras Pro Amnistía κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I‑1579, σκέψη 54), και C‑355/04 P, Segi κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I‑1657, σκέψη 54).
5 – ΕΕ 2005, L 327, σ. 19.
6 – ΕΕ 2008, L 70, σ. 23.
7 – Στη γαλλική γλώσσα: «indiquer»· στην αγγλική γλώσσα: «specify».
8 – Γνωμοδότηση 4/2007, της 4ης Μαΐου 2007.
9 – Αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑355/97, Beck και Bergdorf (Συλλογή 1999, σ. I‑4977, σκέψη 22), Pupino (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 30), της 5ης Δεκεμβρίου 2006, C‑202/04 και C‑94/04, Cipolla κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑11421, σκέψη 25), της 1ης Απριλίου 2008, C‑212/06, Gouvernement de la Communauté française και Gouvernement wallon (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 29), και της 24ης Ιουνίου 2008, C-188/07, Commune de Mesquer (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 30).
10 – Απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, C-295/04 έως C-298/04, Manfredi κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-6619, σκέψη 27).
11 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 61), της 10ης Ιανουαρίου 2006, C-344/04, IATA και ELFAA (Συλλογή 2006, σ. I‑403, σκέψη 24), και Commune de Mesquer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 30).
12 – Βλ. αποφάσεις Bosman (σκέψη 59), και IATA και ELFAA (σκέψη 24), προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 11.
13 – Βλ. αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1984, 16/83, Prantl (Συλλογή 1984, σ. 1299, σκέψη 10), της 9ης Οκτωβρίου 1984, 91/83 και 127/83, Heineken Brouwerijen (Συλλογή 1984, σ. 3435, σκέψη 10), της 16ης Απριλίου 1991, C‑347/89, Eurim‑Pharm (Συλλογή 1991, σ. I‑1747, σκέψη 16), της 12ης Ιανουαρίου 2006, C‑246/04, Turn- und Sportunion Waldburg (Συλλογή 2006, σ. I‑589, σκέψη 20), και της 14ης Φεβρουαρίου 2008, C‑244/06, Dynamic Medien (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 19).
14 – Χαρακτηριστική συναφώς είναι η απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, C‑2/06, Kempter (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 41 επ.).
15 – Αποφάσεις της 9ης Δεκεμβρίου 1965, 44/65, Singer (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 201), της 24ης Μαρτίου 1992, C‑381/89, Σύνδεσμος Μελών της Ελευθέρας Ευαγγελικής Εκκλησίας κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. I‑2111, σκέψη 19), της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑412/96, Kainuun Liikenne και Pohjolan Liikenne (Συλλογή 1998, σ. I‑5141, σκέψη 23), της 6ης Ιουλίου 2000, C‑402/98, ATB κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I‑5501, σκέψη 29), και της 30ής Νοεμβρίου 2006, C‑376/05 και C‑377/05, Brünsteiner και Autohaus Hilgert (Συλλογή 2006, σ. I‑11383, σκέψη 28).
16 – ΕΕ C 364, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε με τη διακήρυξη της 12ης Δεκεμβρίου 2007, ΕΕ C 303, σ. 1.
17 – Αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 2006, C-283/05, ASML (Συλλογή 2006, σ. I‑12041, σκέψη 27), και της 8ης Μαΐου 2008, C‑14/07, Weiss und Partner (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 47).
18 – Απόφαση Pupino (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 59).
19 – Απόφαση Pupino (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 34).
Full & Egal Universal Law Academy