ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 27ης Νοεμβρίου 2008 1(1)
Υπόθεση C‑425/07 P
AEΠI
Ελληνική Εταιρία προς Προστασίαν της Πνευματικής Ιδιοκτησίας AE
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αναίρεση κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου – Ανταγωνισμός – Απόρριψη καταγγελίας από την Επιτροπή λόγω ελλείψεως κοινοτικού συμφέροντος»
Ιστορικό της διαφοράς, διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1. Στις 22 Μαρτίου 2001 η AEΠI Ελληνική Εταιρία προς Προστασίαν της Πνευματικής Ιδιοκτησίας (στο εξής: ΑΕΠΙ ή αναιρεσείουσα), εταιρία ελληνικού δικαίου, επιφορτισμένη με τη συλλογική διαχείριση των δικαιωμάτων του δημιουργού στον τομέα της μουσικής, υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας και των τριών ελληνικών οργανισμών συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων συγγενικών προς τα δικαιώματα του δημιουργού, των οποίων είναι δικαιούχοι, αντιστοίχως, οι τραγουδιστές ερμηνευτές, οι μουσικοί εκτελεστές και οι παραγωγοί των υποθεμάτων ήχου και/ή εικόνας (Ερατώ, Απόλλων και Grammo, στο εξής: οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης συγγενικών δικαιωμάτων).
2. Με την καταγγελία αυτή, η ΑΕΠΙ υποστήριξε, αφενός, ότι οι εν λόγω οργανισμοί παρέβησαν τα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ καθορίζοντας την αμοιβή των συγγενικών δικαιωμάτων σε υπερβολικό ύψος, το οποίο έφθανε μέχρι το 5 % των ακαθαρίστων εσόδων των ελληνικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών και, αφετέρου, ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη το άρθρο 81 ΕΚ επιτρέποντας στους εν λόγω οργανισμούς να προβαίνουν σε σχετικές συμπράξεις και εναρμονισμένες πρακτικές. Η ΑΕΠΙ ισχυρίστηκε ότι υπέστη σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη ως συνέπεια της συμπεριφοράς αυτής, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η επιβολή υπερβολικής επιβάρυνσης στις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν μουσικά έργα, με συνέπεια οι επιχειρήσεις αυτές να μην είναι σε θέση να καταβάλλουν στην ΑΕΠΙ τα δικαιώματα του δημιουργού που αυτή τους ζητούσε.
3. Με δύο χωριστές αποφάσεις της 18ης και 20ής Απριλίου 2005, η Επιτροπή απέρριψε, αντιστοίχως, το σκέλος της καταγγελίας που αφορούσε τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης συγγενικών δικαιωμάτων και έθεσε στο αρχείο το σκέλος της καταγγελίας που αφορούσε την Ελληνική Δημοκρατία (2).
4. Η απόφαση της 18ης Απριλίου 2005 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) στηρίζεται, ειδικότερα, στις ακόλουθες σκέψεις:
«Στην υπό κρίση περίπτωση, η προβαλλόμενη παράβαση δεν είναι ικανή να προκαλέσει σημαντικές δυσλειτουργίες στην κοινή αγορά, δεδομένου ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα και ασκούν τις δραστηριότητές τους μόνο στην Ελλάδα. Δεν μπορεί να προβλεφθεί ότι η κατάσταση αυτή θα αλλάξει, δηλαδή ότι οι τρεις οργανισμοί [συλλογικής διαχείρισης] θα αρχίσουν σύντομα να ασκούν τις δραστηριότητές τους σε άλλες χώρες, λαμβανομένης υπόψη της διάρθρωσης των αγορών των υπηρεσιών για την προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων και των πρακτικών δυσχερειών που παρουσιάζει ένα τέτοιο εγχείρημα. Επιπλέον, οι προβαλλόμενες πρακτικές δεν έχουν συνέπειες παρά μόνο στο πλαίσιο της ελληνικής αγοράς. Οι συμβάσεις για τη χρήση της μουσικής συνάπτονται μόνο με ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς και άλλους χρήστες που βρίσκονται στην Ελλάδα. Οι τρεις οργανισμοί [συλλογικής διαχείρισης] είναι αρμόδιοι μόνο για την προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων στην Ελλάδα και δεν έχουν την πρακτική δυνατότητα να ασκήσουν την αρμοδιότητα αυτή εκτός της εν λόγω χώρας.
Αφετέρου, η Επιτροπή, προκειμένου να δεχθεί το ενδεχόμενο παράβασης, πρέπει να ξεκινήσει μια πολύπλοκη έρευνα σχετικά με τις συνθήκες που επικρατούν στη σχετική αγορά και τις διαθέσιμες εναλλακτικές λύσεις. Πρώτον, δεδομένου ότι, αφενός, ο ελληνικός νόμος (σε συμφωνία με την οδηγία 92/100/ΕΟΚ) προβλέπει ότι πρέπει να καταβάλλεται ενιαία αμοιβή για όλα τα συγγενικά δικαιώματα και ότι, αφετέρου, η προβαλλόμενη παράβαση προέρχεται από το γεγονός ότι οι τρεις οργανισμοί [συλλογικής διαχείρισης] παρουσιάζονται από κοινού στους χρήστες προκειμένου να ζητήσουν την αμοιβή αυτή, η Επιτροπή θα έπρεπε να καθορίσει την ενδεχόμενη ύπαρξη και αποτελεσματικότητα μεθόδων για να ζητείται χωριστά η καταβολή της ενιαίας αμοιβής. Δεύτερον, η Επιτροπή θα έπρεπε όχι μόνο να αποδείξει ότι οι τρεις οργανισμοί κατέχουν συλλογική δεσπόζουσα θέση αλλά, επιπλέον, σύμφωνα με τις αποφάσεις Tournier και Lucazeau [κ.λπ.] [ (3)] του Δικαστηρίου, να ερευνήσει τα σχετικά επίπεδα των τιμών των δικαιωμάτων του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων σε όλες τις χώρες της Ένωσης, τις αντίστοιχες βάσεις επί των οποίων οι τιμές αυτές υπολογίζονται, τα χρησιμοποιούμενα κριτήρια και τις συνθήκες που επικρατούν στην ελληνική αγορά σε σχέση με τις [αγορές των] λοιπών ευρωπαϊκών χωρών.
Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι η εταιρία σας έχει τη δυνατότητα να προβάλει τις αιτιάσεις της ενώπιον των εθνικών αρχών. Μπορεί ιδίως να υποβάλει την υπόθεσή της στην αρμόδια για τον ανταγωνισμό ελληνική αρχή. Η […] αρχή [αυτή] θα είναι, λόγω της εμπεριστατωμένης γνώσης της των συνθηκών της εγχώριας αγοράς, απολύτως σε θέση να εξετάσει την καταγγελία σας. Το γεγονός ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και όλοι οι οικείοι χρήστες μουσικής έχουν την έδρα τους και ασκούν τις δραστηριότητές τους στην ελληνική αγορά ενισχύει τη σημασία της λεπτομερούς γνώσης των συνθηκών της τοπικής αγοράς. Εξάλλου, η αρχή αυτή έχει την αρμοδιότητα να εφαρμόσει τα άρθρα [81 ΕΚ και 82 ΕΚ], όπως και η Επιτροπή.
Επομένως, το συμπέρασμα που επιβάλλεται είναι ότι το εύρος και η πολυπλοκότητα των μέτρων έρευνας που απαιτούνται για να διαπιστωθεί αν η συμπεριφορά των τριών οργανισμών συλλογικής διαχείρισης […] είναι ή όχι σύμφωνη προς τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού είναι δυσανάλογα σε σχέση με την πολύ περιορισμένη σημασία μιας ενδεχόμενης παράβασης όσον αφορά τη λειτουργία της κοινής αγοράς. Η υπόθεση δεν παρουσιάζει συνεπώς τον βαθμό κοινοτικού συμφέροντος που απαιτείται προκειμένου η Επιτροπή να κινήσει διαδικασία έρευνας» (4).
5. Με προσφυγή που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Πρωτοδικείο) στις 15 Ιουνίου 2005, η ΑΕΠΙ ζήτησε την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Η προσφυγή αυτή, με την οποία η προσφεύγουσα προσήψε στην Επιτροπή πρόδηλη πλάνη περί την εκτίμηση του κοινοτικού συμφέροντος και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, απορρίφθηκε με την απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Ιουλίου 2007, Τ-229/05, ΑΕΠΙ κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευτεί στη Συλλογή, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), η οποία καταδίκασε τη νυν αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
6. Στο πλαίσιο της εξετάσεως του λόγου ακυρώσεως σχετικά με την προβαλλόμενη πρόδηλη πλάνη περί την εκτίμηση, το Πρωτοδικείο (5) υπενθύμισε ότι, «[η] Επιτροπή, όταν εκτιμά το κοινοτικό συμφέρον προς συνέχιση της εξετάσεως μιας υποθέσεως, πρέπει να […] σταθμίζει τη σημασία της προβαλλόμενης παραβάσεως για τη λειτουργία της κοινής αγοράς, την πιθανότητα να μπορεί να αποδείξει την ύπαρξή της και την έκταση των μέτρων έρευνας που απαιτούνται για να εκπληρώσει η Επιτροπή, υπό τις βέλτιστες προϋποθέσεις, την αποστολή της να μεριμνά για την τήρηση των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ» (σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως) (6).
7. Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, όσον αφορά τον «επηρεασμό της λειτουργίας της κοινής αγοράς», ότι, κατά πάγια νομολογία, «για να μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, μια συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων πρέπει, βάσει ενός συνόλου νομικών και πραγματικών στοιχείων, να καθιστά δυνατό να πιθανολογηθεί επαρκώς ότι η συμφωνία αυτή μπορεί να ασκήσει άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική, επιρροή στα εμπορικά ρεύματα μεταξύ κρατών μελών, κατά τρόπο δυνάμενο να παραβλάψει την υλοποίηση των σκοπών της ενιαίας αγοράς μεταξύ κρατών» (σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως) (7). Το Πρωτοδικείο προσέθεσε ότι «κάθε σύμπραξη και κάθε πρακτική ικανή να θίξει την ελευθερία του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών κατά τρόπο δυνάμενο να παραβλάψει την υλοποίηση των σκοπών της ενιαίας αγοράς μεταξύ κρατών μελών, στεγανοποιώντας ιδίως τις εθνικές αγορές ή μεταβάλλοντας τη διάρθρωση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου», ενώ «οι συμπεριφορές των οποίων τα αποτελέσματα εντοπίζονται στο έδαφος ενός και μόνον κράτους μέλους εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εθνικής έννομης τάξης» (σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (8)).
8. Εν συνεχεία, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι, «[ε]ιδικότερα, στον τομέα των δικαιωμάτων του δημιουργού […], κατά πάγια νομολογία, όταν τα αποτελέσματα των προβαλλομένων με μια καταγγελία παραβάσεων γίνονται ουσιωδώς αισθητά στο έδαφος ενός και μόνον κράτους μέλους και όταν των διαφορών μεταξύ του καταγγέλλοντος και του καθού η καταγγελία έχουν επιληφθεί δικαστήρια και αρμόδιες διοικητικές αρχές του κράτους μέλους αυτού, η Επιτροπή δικαιούται να απορρίψει την καταγγελία λόγω ελλείψεως επαρκούς κοινοτικού συμφέροντος προς συνέχιση της εξετάσεως της υποθέσεως, υπό την προϋπόθεση [πάντως] ότι τα δικαιώματα του καταγγέλλοντος μπορούν να προστατευθούν ικανοποιητικά, ιδίως από τα εθνικά δικαστήρια» (9) (σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως).
9. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι, στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας, η νυν αναιρεσείουσα αμφισβήτησε μόνον τον πρώτο από τους τρεις λόγους στους οποίους στηρίχθηκε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση για να καταλήξει στην εν προκειμένω έλλειψη επαρκούς κοινοτικού συμφέροντος προς εξέταση των καταγγελθεισών πρακτικών, ήτοι τον λόγο που αφορά τη δυνατότητα των πρακτικών αυτών να προκαλέσουν σημαντικές δυσλειτουργίες στην κοινή αγορά. Για τον λόγο αυτό το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η ανάλυσή του μπορούσε να περιοριστεί στα «επιχειρήματα της προσφεύγουσας με τα οποία [αυτή] αμφισβητεί την έλλειψη [επηρεασμού] του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών, ισχυριζόμενη ότι η επιβολή αντιτίμου υπερβολικού ύψους για τα συγγενικά δικαιώματα αποτελεί πρακτική δυνάμενη να επηρεάσει την κοινή αγορά κατά την έννοια των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, έστω και αν περιορίζεται στο ελληνικό έδαφος (σκέψεις 45 έως 47 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως).
10. «Συναφώς», συνεχίζει το Πρωτοδικείο, «η Επιτροπή θεώρησε, […] ότι όλα τα εμπλεκόμενα στην υπόθεση μέρη είχαν την έδρα τους και ασκούσαν τις δραστηριότητές τους στην Ελλάδα, […] ότι ήταν απίθανο οι δραστηριότητες των τριών οργανισμών συλλογικής διαχείρισης [των συγγενικών δικαιωμάτων] να μπορούν να επεκταθούν σε άλλες χώρες […], ότι οι χρήστες της μουσικής είχαν την ελληνική ιθαγένεια και οι τρεις [εν λόγω] οργανισμοί διαχείρισης είχαν αρμοδιότητα περιοριζόμενη στο ελληνικό έδαφος» (σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως).
11. Σύμφωνα με το Πρωτοδικείο, από τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που προέβαλε η νυν αναιρεσείουσα δεν μπορούσε «να αποδειχθεί ότι οι καταγγελθείσες πρακτικές ασκούν επιρροή στα εμπορικά ρεύματα μεταξύ κρατών μελών δυνάμενη να παραβλάψει την υλοποίηση των σκοπών της ενιαίας αγοράς». Συγκεκριμένα, η νυν αναιρεσείουσα περιορίστηκε στην επίκληση «τ[ων] οικονομικ[ών] δυσχερει[ών] που αντιμετωπίζουν οι εταιρίες διαχείρισης των δικαιωμάτων του δημιουργού και οι χρήστες της μουσικής στην Ελλάδα και σε όλα τα κράτη μέλη», χωρίς να επιτύχει να αποδείξει την αλήθεια των ισχυρισμών της ούτε να προσκομίσει ικανά προς τούτο στοιχεία (σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως).
12. Εν συνεχεία, με τη σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, «όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι απορρέουν σημαντικές δυσλειτουργίες στην κοινή αγορά από το γεγονός ότι τα δικαιώματα των Ελλήνων και αλλοδαπών δημιουργών περιέρχονται σε εταιρίες εγκατεστημένες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης», ότι «η αρμοδιότητα των τριών οργανισμών συλλογικής διαχείρισης [των συγγενικών δικαιωμάτων] περιορίζεται στο ελληνικό έδαφος και ότι, κατά συνέπεια, οι υφιστάμενοι την απορρέουσα από τις καταγγελθείσες πρακτικές προβαλλόμενη ζημία είναι ουσιαστικά οι χρήστες μουσικής στο ελληνικό έδαφος και οι Έλληνες δημιουργοί».
13. Το Πρωτοδικείο ολοκλήρωσε τη συλλογιστική του με τις ακόλουθες σκέψεις:
«54. Κατόπιν των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται η ενεστώσα ή δυνητική ύπαρξη σημαντικών δυσλειτουργιών στην κοινή αγορά.
55. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως θεωρώντας ότι οι πρακτικές τις οποίες κατήγγειλε η προσφεύγουσα παρήγαν τα αποτελέσματά τους σε μεγάλο βαθμό ή ακόμη και εξ ολοκλήρου στην ελληνική αγορά και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορούσαν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών κατά την έννοια των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ».
14. Για τον λόγο αυτό, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον λόγο ακυρώσεως που αφορούσε πρόδηλη πλάνη περί την εκτίμηση του κοινοτικού συμφέροντος.
15. Τέλος, το Πρωτοδικείο απέρριψε επίσης τον λόγο ακυρώσεως που αφορούσε την παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, κρίνοντας ότι η Επιτροπή εξέθεσε σαφώς, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τους συγκεκριμένους λόγους που υπαγόρευσαν την εκτίμησή της και την οδήγησαν στην απόρριψη της καταγγελίας (σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως).
16. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Σεπτεμβρίου 2007, η ΑΕΠΙ ζήτησε από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να δεχτεί τα πρωτοδίκως προβληθέντα αιτήματά της ή να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο και να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
17. Η Επιτροπή ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.
18. Οι εκπρόσωποι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικώς τα επιχειρήματά τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 15ης Οκτωβρίου 2008.
Νομική ανάλυση
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
19. Η αναιρεσείουσα προβάλλει πέντε λόγους αναιρέσεως. Με τον πρώτο λόγο προσάπτει στο Πρωτοδικείο έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως όσον αφορά την εκ μέρους της Επιτροπής τήρηση των ορίων άσκησης της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει στον εν λόγω τομέα. Με τον δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγο ζητείται κατ’ ουσίαν να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέχει πλάνη περί την εκτίμηση ή πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τη διαπίστωση ότι δεν επηρεάζεται το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Με τον πέμπτο λόγο προσάπτεται στο Πρωτοδικείο εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, καθόσον το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι, για την εφαρμογή των εν λόγω άρθρων, είναι αναγκαίο να επηρεάζεται πραγματικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
Επί του παραδεκτού
20. Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή, προτού αναλύσει λεπτομερώς τους λόγους αναιρέσεως, υποστήριξε ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, καθόσον με αυτή δεν προβάλλονται επιχειρήματα για να αποδειχθεί ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέχει ορισμένο νομικό σφάλμα, αλλά επαναλαμβάνονται απλώς οι λόγοι και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου.
21. Θεωρώ ότι η εν λόγω ένσταση απαραδέκτου είναι αβάσιμη. Παρά τη μάλλον ανοργάνωτη παρουσίαση και συχνή επανάληψη των επιχειρημάτων της, ωστόσο η αναιρεσείουσα, κατά την άποψή μου, όπως προκύπτει από την έκθεση των λόγων αναιρέσεως που ακολουθεί κατωτέρω, βάλλει κατά συγκεκριμένων διαπιστώσεων της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως τις οποίες εξειδικεύει, εκθέτοντας τους λόγους των αντιρρήσεών της. Επομένως, η ένταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
– Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
22. Με τον πρώτο λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν αποφάνθηκε κατά πόσον η Επιτροπή, εν προκειμένω, άσκησε τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτει εντός των νομίμων ορίων ή υπερέβη τα όρια αυτά. Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι, κατά την αναιρεσείουσα, πλήρως αναιτιολόγητη.
23. Όπως επισήμανε η Επιτροπή, ο λόγος αυτός είναι προδήλως αβάσιμος.
24. Το Πρωτοδικείο υπενθύμισε καταρχάς ότι, αφενός, η εκτίμηση του κοινοτικού συμφέροντος που παρουσιάζει μια καταγγελία εξαρτάται από τις πραγματικές και νομικές περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης υποθέσεως, που μπορούν να διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με την υπόθεση, και όχι από προκαθορισμένα κριτήρια υποχρεωτικής εφαρμογής και, αφετέρου, ότι η Επιτροπή, στην οποία έχει ανατεθεί με το άρθρο 85, παράγραφος 1, ΕΚ η αποστολή να μεριμνά για την εφαρμογή των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, καλείται να καθορίσει και να θέσει σε εφαρμογή την κοινοτική πολιτική ανταγωνισμού και διαθέτει προς τούτο διακριτική ευχέρεια κατά την εξέταση των καταγγελιών (10). Εν συνεχεία, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι, όταν η Επιτροπή ορίζει συγκεκριμένους βαθμούς προτεραιότητας κατά την εξέταση των καταγγελιών των οποίων επιλαμβάνεται, μπορεί βασίμως να χρησιμοποιεί το κοινοτικό συμφέρον που παρουσιάζει μια υπόθεση ως κριτήριο προτεραιότητας (11). Οι διαπιστώσεις αυτές είναι απολύτως σύμφωνες με τα όσα δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση Ufex κ.λπ. κατά Επιτροπής (12).
25. Εν συνεχεία, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι η Επιτροπή, όταν εκτιμά το κοινοτικό συμφέρον προς συνέχιση της εξετάσεως μιας υποθέσεως, πρέπει, μεταξύ άλλων, να σταθμίζει τη σημασία της προβαλλόμενης παραβάσεως για τη λειτουργία της κοινής αγοράς, την πιθανότητα να μπορεί να αποδείξει την ύπαρξή της και την έκταση των μέτρων έρευνας που απαιτούνται (13). Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή στηρίχθηκε σε τρεις λόγους για να καταλήξει στην έλλειψη κοινοτικού συμφέροντος για την εκ μέρους της συνέχιση της εξέτασης της καταγγελίας και ότι οι αιτιάσεις της νυν αναιρεσείουσας αφορούσαν ένα μόνον από τους λόγους αυτούς, ήτοι τον λόγο ότι οι οικείες πρακτικές δεν ήταν ικανές να προκαλέσουν σημαντικές δυσλειτουργίες στην κοινή αγορά (14).
26. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο εστίασε την προσοχή του στην εξέταση των εν λόγω αιτιάσεων και τις έκρινε αβάσιμες, εκφέροντας εκτιμήσεις κατά των οποίων προβάλλονται συγκεκριμένα οι ακόλουθοι τέσσερις λόγοι αναιρέσεως.
27. Πράττοντας τούτο, το Πρωτοδικείο έκρινε σαφώς ότι η νυν αναιρεσείουσα δεν είχε προσκομίσει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει.
28. Συνεπώς, φρονώ ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
– Επί των λοιπών λόγων αναιρέσεως
29. Με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτονται στο Πρωτοδικείο πλάνες περί την εκτίμηση ή έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο, κατά την αναιρεσείουσα, κακώς έκρινε ότι, όταν τα αποτελέσματα μιας παραβάσεως γίνονται αισθητά αποκλειστικά στο έδαφος ενός και μόνον κράτους μέλους, η Επιτροπή βασίμως απορρίπτει την καταγγελία λόγω ελλείψεως επαρκούς κοινοτικού συμφέροντος, εφόσον δεν επηρεάζεται το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Επιπλέον, σύμφωνα με τους λόγους αυτούς, το Πρωτοδικείο στήριξε την ανωτέρω διαπίστωση σε νομολογία η οποία, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το δικαστήριο αυτό, δεν έχει σχέση με τον τομέα των δικαιωμάτων του δημιουργού, ενώ αποσιώπησε μια σειρά αποφάσεων του Δικαστηρίου, πολλές από τις οποίες εκδόθηκαν επί υποθέσεων που αφορούν τον οικείο τομέα, από τις οποίες θα μπορούσε να συναχθεί ότι είναι δυνατόν να υπάρχει παράβαση των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ ακόμα και αν η επίμαχη συμπεριφορά συντελείται αποκλειστικά στο έδαφος ενός και μόνον κράτους μέλους (15). Με τον τρίτο λόγο, η αναιρεσείουσα προβάλλει επίσης ότι η παραπομπή στην απόφαση Automec κατά Επιτροπής που γίνεται επανειλημμένως τόσο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όσο και με την επίδικη απόφαση είναι άσχετη και άστοχη, καθόσον η απόφαση Automec, αντιθέτως προς ό,τι ισχύει στην υπό κρίση υπόθεση, «δεν αφορά διαπραχθείσα παράβαση, αλλά παράβαση υποθετική», δεδομένου ότι η αποσταλείσα από την BMW Ιταλίας στους αντιπροσώπους της εγκύκλιος που αποτελούσε το αντικείμενο καταγγελίας και εξέτασης στην εν λόγω υπόθεση δεν είχε εφαρμοστεί ποτέ.
30. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλονται αιτιάσεις σχετικές με πλάνες περί την εκτίμηση ή την έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τη συλλογιστική που εκτίθεται με τις σκέψεις 49 και 50 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, σύμφωνα με τις οποίες, αφενός, η νυν αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι οι καταγγελθείσες πρακτικές ασκούν επιρροή στα εμπορικά ρεύματα μεταξύ κρατών μελών δυνάμενη να βλάψει την υλοποίηση των σκοπών της ενιαίας αγοράς και, αφετέρου, οι υφιστάμενοι τη ζημία που ισχυρίζεται η νυν αναιρεσείουσα ότι απορρέει από τις πρακτικές αυτές είναι ουσιαστικά οι χρήστες μουσικής στο ελληνικό έδαφος και οι Έλληνες δημιουργοί. Η αναιρεσείουσα προσκομίζει μια σειρά στοιχείων που αποδεικνύουν, κατ’ αυτήν και αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Δικαστήριο, ότι οι καταγγελθείσες πρακτικές όχι μόνον είναι ικανές να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, αλλά ότι το έχουν ήδη επηρεάσει.
31. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στο Πρωτοδικείο εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, καθόσον το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα άρθρα αυτά απαιτούν, για να τύχουν εφαρμογής, να επηρεάζεται πραγματικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο, μη αναγνωρίζοντας έτσι ότι ένας δυνητικός και μόνον επηρεασμός αρκεί για την εφαρμογή των άρθρων αυτών. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά του συμπεράσματος που περιλαμβάνεται στη σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, σύμφωνα με το οποίο η αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται η πραγματική ή δυνητική ύπαρξη σημαντικών δυσλειτουργιών στην κοινή αγορά λόγω των καταγγελθεισών πρακτικών. Η αναιρεσείουσα προβάλλει μια σειρά επιχειρημάτων για να αποδείξει ότι οι πρακτικές αυτές είναι ικανές να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
32. Η Επιτροπή αμφισβητεί τη βασιμότητα όλων των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως, θεωρώντας ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι πλημμελώς αιτιολογημένη ούτε ενέχει νομικές πλάνες.
33. Από την πλευρά μου, επισημαίνω ότι η διεξαχθείσα συζήτηση χαρακτηρίστηκε από μια προφανή σύγχυση μεταξύ δύο εννοιών οι οποίες πρέπει να διακρίνονται, σύγχυση στην οποία περιήλθαν, εκ περιτροπής, η αναιρεσείουσα και η Επιτροπή. Πρόκειται, αφενός, για τον επηρεασμό του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών ως προϋπόθεση εφαρμογής των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ και, αφετέρου, για την ύπαρξη σημαντικών δυσλειτουργιών στην κοινή αγορά ως κριτήριο της εκτίμησης του αν υφίσταται επαρκές κοινοτικό συμφέρον για την εκ μέρους της Επιτροπής εξέταση μιας καταγγελίας.
34. Ως γνωστόν, τα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ εφαρμόζονται, κατά τη ρητή διατύπωσή τους, στις περιοριστικές του ανταγωνισμού συμπράξεις και στις καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσης που μπορούν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Κατά τη νομολογία, η διατύπωση αυτή έχει σκοπό να οριοθετήσει το πεδίο εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων προστασίας του ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων έναντι των εθνικών νομοθεσιών περί ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, στο μέτρο ακριβώς που μια σύμπραξη περιοριστική του ανταγωνισμού ή μια κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης μπορούν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, η στρέβλωση του ανταγωνισμού που προκαλείται από μια εξ αυτών των συμπεριφορών εμπίπτει στις απαγορεύσεις των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, ενώ σε αντίθετη περίπτωση δεν εμπίπτει (16).
35. Συναφώς, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, για να μπορεί μια συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων ή η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης να επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, πρέπει, βάσει ενός συνόλου νομικών ή πραγματικών αντικειμενικών στοιχείων, να είναι δυνατόν να πιθανολογηθεί, με επαρκή βαθμό βεβαιότητας, ότι μπορεί να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, τα εμπορικά ρεύματα μεταξύ κρατών μελών κατά τρόπο που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των στόχων μιας ενιαίας αγοράς μεταξύ των κρατών (17).
36. Ο εν λόγω επηρεασμός του εμπορίου πρέπει, κατά τη νομολογία, να «μην είναι ασήμαντος»: «μια συμφωνία διαφεύγει την απαγόρευση του άρθρου [81 ΕΚ] αν δεν επηρεάζει την αγορά παρά μόνο κατά ασήμαντο τρόπο, λαμβανομένης υπόψη της ασθενούς θέσεως που κατέχουν οι ενδιαφερόμενοι στην αγορά των οικείων προϊόντων» (18).
37. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν απέρριψε την καταγγελία της αναιρεσείουσας για τον λόγο ότι θεώρησε ότι οι καταγγελθείσες πρακτικές δεν μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Η Επιτροπή δεν τοποθετήθηκε ουσιαστικά επί του ζητήματος αν οι εν λόγω πρακτικές αντίκεινται στα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ. Το όργανο αυτό απέρριψε την καταγγελία διότι, ασκώντας το αναγνωρισμένο από τη νομολογία δικαίωμά του να ορίζει διαφόρους βαθμούς προτεραιότητας στις καταγγελίες των οποίων επιλαμβάνεται (19), έκρινε ότι δεν υπάρχει επαρκές κοινοτικό συμφέρον προς συνέχιση της εξετάσεως του εν λόγω ζητήματος, δεδομένου, ειδικότερα, ότι οι επίμαχες πρακτικές δεν φαίνονταν ικανές να προκαλέσουν «σημαντικές δυσλειτουργίες στην κοινή αγορά». Με την εκτίμηση αυτή, η Επιτροπή προφανώς δεν θέλησε να δηλώσει ότι ο επηρεασμός του ενδοκοινοτικού εμπορίου που μπορούσε θεωρητικά να προκύψει από τις πρακτικές αυτές δεν υπερβαίνει τον ελάχιστο βαθμό σπουδαιότητας που υπαγορεύει την ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου 82 ΕΚ. Βούληση της Επιτροπής ήταν μόνο να υπογραμμίσει «την πολύ περιορισμένη σπουδαιότητα μιας ενδεχόμενης παράβασης για τη λειτουργία της κοινής αγοράς», δηλαδή να καταδείξει ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν επρόκειτο για πρακτικές ικανές να έχουν αισθητό αντίκτυπο στη λειτουργία της κοινής αγοράς.
38. Εξάλλου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Επιτροπή, όταν καθορίζει προτεραιότητες κατά την εξέταση των καταγγελιών των οποίων έχει επιληφθεί, δικαιούται να κάνει αναφορά στο κοινοτικό συμφέρον (20) και, στο πλαίσιο αυτό, υπέχει την υποχρέωση «να εκτιμά σε κάθε περίπτωση τη σοβαρότητα των φερομένων παραβιάσεων του ανταγωνισμού και την εξακολούθηση των αποτελεσμάτων τους», υποχρέωση η οποία «συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια και τη σημασία των καταγγελθεισών παραβιάσεων καθώς και την επίπτωσή τους στην κατάσταση του ανταγωνισμού εντός της Κοινότητας» (21).
39. Όταν η Επιτροπή επισήμανε, με το χωρίο της προσβαλλόμενης αποφάσεως που παρατίθεται στο σημείο 4 ανωτέρω, ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα και εκεί μόνον ασκούν τη δραστηριότητά τους, ότι οι καταγγελλόμενες πρακτικές δεν έχουν συνέπειες παρά μόνο στο πλαίσιο της ελληνικής αγοράς, ότι οι συμβάσεις για τη χρήση της μουσικής συνάπτονται μόνο με ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς και άλλους χρήστες που βρίσκονται στην Ελλάδα και ότι οι τρεις οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης των συγγενικών δικαιωμάτων είναι αρμόδιοι μόνο για την προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων στην Ελλάδα και δεν έχουν την πρακτική δυνατότητα να ασκήσουν την αρμοδιότητα αυτή εκτός της εν λόγω χώρας, σκοπός της δεν ήταν να αρνηθεί την ύπαρξη πραγματικού ή δυνητικού επηρεασμού του ενδοκοινοτικού εμπορίου, αλλά μόνο να αποκλείσει το ενδεχόμενο ότι, ακόμα και αν μπορούσε να διαπιστωθεί τέτοιος επηρεασμός, έστω και μη αμελητέος, ο επηρεασμός αυτός θα είχε σημαντική επίπτωση στο εμπόριο αυτό.
40. Επομένως, είναι προφανές ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο συγχέει το ζήτημα της ύπαρξης επηρεασμού του ενδοκοινοτικού εμπορίου και κατά συνέπεια παραβάσεως των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ με το ζήτημα αν μια ενδεχόμενη παράβαση είναι τόσο σοβαρή, ώστε να δικαιολογείται η διεξαγωγή έρευνας από την Επιτροπή.
41. Με τις σκέψεις 42 και 43 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο, καταρχάς, υπενθυμίζει ορισμένες νομολογιακά καθιερωθείσες αρχές σχετικές με τον επηρεασμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου, ο οποίος αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ και κριτήριο κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ κοινοτικού και εθνικού δικαίου.
42. Με την επόμενη σκέψη 44, που εισάγεται περιέργως με τη φράση «Ειδικότερα, στον τομέα των δικαιωμάτων του δημιουργού», το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει τη νομολογία του, που δεν αφορά όμως το ζήτημα του επηρεασμού του ενδοκοινοτικού εμπορίου, που εξετάστηκε με τις προηγηθείσες σκέψεις, αλλά το ζήτημα της ύπαρξης επαρκούς κοινοτικού συμφέροντος για τη συνέχιση της εξετάσεως μιας καταγγελίας που αφορά πρακτική της οποίας τα αποτελέσματα γίνονται κατ’ ουσίαν αισθητά στο έδαφος ενός και μόνον κράτους μέλους.
43. Με τη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διευκρινίζει ότι η ανάλυσή του θα περιοριστεί στα επιχειρήματα με τα οποία η νυν αναιρεσείουσα αμφισβήτησε την έλλειψη επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών, ισχυριζόμενη ότι «η επιβολή αντιτίμου υπερβολικού ύψους για τα συγγενικά δικαιώματα αποτελεί πρακτική δυνάμενη να επηρεάσει την κοινή αγορά κατά την έννοια των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, έστω και αν περιορίζεται στο ελληνικό έδαφος».
44. Με την επόμενη σκέψη 48, που εισάγεται με τη λέξη «Συναφώς», το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση όχι για να αρνηθεί την πιθανότητα επηρεασμού του ενδοκοινοτικού εμπορίου, αλλά για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν σημαντικές δυσλειτουργίες στην κοινή αγορά, όταν εκτίμησε την ύπαρξη κοινοτικού συμφέροντος για την εκ μέρους της συνέχιση της εξέτασης της καταγγελίας.
45. Η διαρκής αμφιταλάντευση του Πρωτοδικείου μεταξύ των αναφορών στον επηρεασμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου (ή της κοινής αγοράς) και των αναφορών στις σημαντικές δυσλειτουργίες της κοινής αγοράς γίνεται εν συνεχεία προφανής στις επόμενες σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, που άλλοτε αφορούν το πρώτο ζήτημα (σκέψεις 49 και 51) και άλλοτε το δεύτερο (σκέψη 50), χωρίς να διαφαίνεται κάποια λογική συνέχεια, ώσπου το Πρωτοδικείο καταλήγει σε πρόδηλη ανακολουθία των δύο τελευταίων σημείων της συλλογιστικής του, με τα οποία διαπιστώνει καταρχάς ότι «η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται η ενεστώσα ή δυνητική ύπαρξη σημαντικών δυσλειτουργιών στην κοινή αγορά» (σκέψη 54), για να συμπεράνει εν συνεχεία ότι «[κ]ατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως θεωρώντας ότι οι πρακτικές τις οποίες κατήγγειλε η προσφεύγουσα παρήγαν τα αποτελέσματά τους σε μεγάλο βαθμό ή ακόμη και εξ ολοκλήρου στην ελληνική αγορά και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορούσαν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών κατά την έννοια των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ» (22).
46. Ανεξάρτητα από την ατυχή αυτή διατύπωση, δεν μπορεί πάντως να θεωρηθεί ότι το Πρωτοδικείο εννοούσε, κατ’ ουσίαν, αντιθέτως προς τη λογική σειρά των σκέψεων 54 και 55 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, αφού εν προκειμένω δεν επηρεάζεται καθόλου το ενδοκοινοτικό εμπόριο, δεν υπάρχουν, κατά μείζονα λόγο, ούτε σημαντικές δυσλειτουργίες στην κοινή αγορά.
47. Η ερμηνεία αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως όχι μόνον αντιφάσκει προς το ίδιο της το περιεχόμενο, αλλά έρχεται σε αντίθεση με τα όρια του δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας που ο κοινοτικός δικαστής καλείται να διεξαγάγει δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο αυτό, ο κοινοτικός δικαστής καλείται ειδικότερα να εξετάζει την επάρκεια και την ορθότητα της αιτιολογίας που παραθέτει ο συντάκτης της προσβαλλόμενης πράξης και να ακυρώνει την πράξη αυτή στην περίπτωση που η εν λόγω εξέταση καταλήγει, ως προς ένα από τα δύο σκέλη της, σε αρνητικό αποτέλεσμα. Αντιθέτως, ο κοινοτικός δικαστής δεν έχει την εξουσία, στην ίδια περίπτωση, να προτείνει νέα ή διαφορετική αιτιολογία για το διατακτικό της προσβαλλόμενης πράξης, ώστε να δικαιολογείται η διατήρησή της σε ισχύ. Αν έπραττε τούτο, ο κοινοτικός δικαστής θα υποκαθιστούσε την εκτίμηση του θεσμικού οργάνου που είναι αρμόδιο για την έκδοση της εν λόγω πράξης με τη δική του εκτίμηση, εισβάλλοντας στον τομέα δράσης της διοίκησης και διαταράσσοντας τη θεσμική ισορροπία που καθιερώνει η Συνθήκη ΕΚ.
48. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε, στο πλαίσιο υπόθεσης στην οποία είχε προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου απόφαση της Επιτροπής με την οποία απορρίφθηκε καταγγελία σχετική με παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ, ότι, «δεδομένου ότι ο έλεγχος νομιμότητας κατά το άρθρο 173 της Συνθήκης [ΕΚ] [νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 230 ΕΚ] δεν απονέμει στο Πρωτοδικείο, σε μια υπόθεση όπως η προκειμένη, πλήρη δικαιοδοσία, αντίθετα από τη δικαιοδοσία που ασκούν τα κοινοτικά δικαστήρια βάσει του άρθρου 172 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 229 ΕΚ), όσον αφορά π.χ. τις αποφάσεις περί επιβολής κυρώσεων, το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε, στην προκειμένη υπόθεση, να αντικαταστήσει την απόφαση της Επιτροπής με άλλη απόφαση ούτε να μεταρρυθμίσει την απόφαση της Επιτροπής» (23). Με την ίδια διάταξη το Δικαστήριο έκρινε ότι «το Πρωτοδικείο, όταν εκδικάζει προσφυγή ακυρώσεως που έχει ασκηθεί κατά αποφάσεως [της Επιτροπής] με την οποία δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσης, δεν είναι υποχρεωμένο να εξακριβώνει την ύπαρξη της καταχρηστικής αυτής εκμεταλλεύσεως». Θα ήθελα να προσθέσω ότι το Πρωτοδικείο δεν έχει εξουσία ούτε καν να αποφανθεί ότι δεν υπάρχει παράβαση στην περίπτωση που η Επιτροπή απέφυγε να τοποθετηθεί επί του ζητήματος αυτού με την απόφαση της οποίας ζητείται η ακύρωση.
49. Στο μέτρο που η Επιτροπή δεν θέλησε να αποκλείσει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, την ύπαρξη παραβάσεως των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, είναι σαφές ότι ούτε το Πρωτοδικείο μπορούσε, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας της εν λόγω αποφάσεως, να αποκλείσει το ενδεχόμενο τέτοιας παράβασης.
50. Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί ότι, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή επισήμανε ότι η ΑΕΠΙ είχε «τη δυνατότητα να προβάλει τις αιτιάσεις της ενώπιον των εθνικών αρχών», ειδικότερα δε ενώπιον της αρμόδιας για τον ανταγωνισμό ελληνικής αρχής, η οποία «έχει την αρμοδιότητα να εφαρμόσει τα άρθρα [81 ΕΚ και 82 ΕΚ], όπως και η Επιτροπή», η εκ μέρους του Πρωτοδικείου διαπίστωση ότι δεν υπάρχει εν προκειμένω επηρεασμός του ενδοκοινοτικού εμπορίου θα δέσμευε τις εν λόγω αρχές, οι οποίες, κατά συνέπεια, δεν θα μπορούσαν πλέον να παρέμβουν για να εφαρμόσουν τα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, αλλά μόνον, ενδεχομένως, το εθνικό τους δίκαιο περί ανταγωνισμού.
51. Θεωρώ ότι λόγω της σύγχυσης που χαρακτηρίζει τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι προδήλως αντιφατικές, και μάλιστα προτού καν διαπιστωθεί ενδεχόμενο νομικό σφάλμα σε συγκεκριμένες σκέψεις της εν λόγω αποφάσεως και ανεξάρτητα από μια τέτοια διαπίστωση.
52. Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου είναι ενδεχομένως αντιφατική αποτελεί νομικό ζήτημα, το οποίο μπορεί επομένως να προβληθεί κατ’ αναίρεση (24).
53. Μολονότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε την αντιφατικότητα των αιτιολογιών που μόλις εξέθεσα, παρά το γεγονός ότι ισχυρίστηκε, με τους πρώτους τέσσερις λόγους αναιρέσεως, ότι η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι πλημμελής, το Δικαστήριο μπορεί, κατά την άποψή μου, να διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη του ελαττώματος αυτού, το οποίο, πέραν του ότι επηρέασε αρνητικά την πλήρη άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας της αναιρεσείουσας καθιστώντας εξαιρετικά δυσχερή την εκ μέρους της κατανόηση της συλλογιστικής στην οποία στηρίχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, κατά συνέπεια, την εξέταση της βασιμότητάς της (25), εμποδίζει τον εκ μέρους του Δικαστηρίου ενδεδειγμένο έλεγχο της νομιμότητας της εν λόγω αποφάσεως.
54. Επομένως, φρονώ ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, λόγω αντιφατικής αιτιολογίας, κατά το μέρος που απορρίπτει τον λόγο ακυρώσεως που επικαλέστηκε η νυν αναιρεσείουσα σχετικά με πρόδηλη πλάνη περί την εκτίμηση του κοινοτικού συμφέροντος.
Επί της προσφυγής κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως
55. Βάσει του άρθρου 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο μπορεί είτε να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, όταν η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο για να την κρίνει.
56. Εν προκειμένω, θεωρώ ότι η υπόθεση είναι ώριμη προκειμένου να αποφανθεί το ίδιο το Δικαστήριο οριστικά επί της διαφοράς.
57. Με τον λόγο ακυρώσεως που αφορά πρόδηλη πλάνη περί την εκτίμηση του κοινοτικού συμφέροντος και ο οποίος προβλήθηκε με τα σημεία 1 και 3 του δικογράφου της προσφυγής, η αναιρεσείουσα προσήψε στην Επιτροπή ότι δεν μπορούσε να συναγάγει ότι «η καταγγελλόμενη παράβαση είναι ασήμαντη» απλώς και μόνο διότι συντελέστηκε στο έδαφος ενός και μόνον κράτους μέλους. Η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε, συναφώς, διάφορες αποφάσεις των κοινοτικών δικαστών, ορισμένες από τις οποίες εκδόθηκαν επί υποθέσεων που αφορούν ακριβώς τον τομέα των δικαιωμάτων του δημιουργού και από τις οποίες προκύπτει ότι είναι δυνατόν να υπάρχει παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ ακόμα και αν η παράβαση συντελείται αποκλειστικά στο έδαφος ενός και μόνον κράτους μέλους (26)· η αναιρεσείουσα υπενθύμισε επίσης ότι τα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ απαιτούν, προκειμένου να διαπιστωθεί παράβασή τους, η επίμαχη συμπεριφορά να «δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών» και όχι να το έχει πραγματικά επηρεάσει και επισήμανε ορισμένα λυσιτελή, κατά την άποψή της, στοιχεία προς απόδειξη του γεγονότος ότι οι καταγγελθείσες πρακτικές συνιστούν σοβαρή παράβαση των εν λόγω άρθρων.
58. Τα στοιχεία αυτά ήταν, αφενός, η οικονομική βαρύτητα της εμπορικής δραστηριότητας της αναιρεσείουσας –της οποίας το σύνολο εισπράξεων από καταβληθέντα δικαιώματα του δημιουργού κατά το έτος υποβολής της καταγγελίας (2001) είχαν υπερβεί τα 30 εκατομμύρια ευρώ– και το γεγονός ότι, δεδομένης της ευρείας χρήσης ξένης μουσικής στην Ελλάδα, ένα ικανό ποσοστό των ανωτέρω εισπράξεων περιέρχεται σε αντίστοιχους οργανισμούς που έχουν την έδρα τους κυρίως στα λοιπά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι οποίοι εκπροσωπούν τα συμφέροντα των εγκατεστημένων στα εν λόγω κράτη δημιουργών και, αφετέρου, το ασυνήθιστα υψηλό επίπεδο των ποσών τα οποία εισπράττουν οι τρεις οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης των συγγενικών δικαιωμάτων.
59. Αν και πολλά από τα εκ μέρους της αναιρεσείουσας πρωτοδίκως προβληθέντα επιχειρήματα χαρακτηρίζονται από αμφισημία και σύγχυση, παρόμοιες με αυτές που χαρακτηρίζουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, θεωρώ ωστόσο ότι από την προσφυγή προκύπτει με επαρκή σαφήνεια ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να αποκλείσει ότι οι καταγγελθείσες πρακτικές ήταν ικανές να έχουν σοβαρό αντίκτυπο στη λειτουργία της κοινής αγοράς με το αιτιολογικό ότι οι πρακτικές αυτές περιορίζονταν στο ελληνικό έδαφος. Η νυν αναιρεσείουσα, αμφισβητώντας, με το δικόγραφο της προσφυγής της, ότι «η καταγγελλόμενη παράβαση είναι ασήμαντη», έκανε αναφορά αναγκαστικά όχι στο ζήτημα της ύπαρξης παραβάσεως, δηλαδή αν υφίσταται μια περιοριστική του ανταγωνισμού πρακτική, ικανή να επηρεάσει σημαντικά (ήτοι, κατά τρόπο μη αμελητέο) το ενδοκοινοτικό εμπόριο, αλλά στο ζήτημα του βαθμού βαρύτητας της καταγγελθείσας πρακτικής. Οι αναφορές στη βαρύτητα της εν λόγω παράβασης οι οποίες εμπεριέχονται στην τέταρτη και στην έκτη παράγραφο του σημείου 1 του δικογράφου της προσφυγής επιβεβαιώνουν τον ανωτέρω ισχυρισμό.
60. Επομένως, για την εξέταση του συγκεκριμένου λόγου ακυρώσεως πρέπει να εξακριβωθεί, υπό το φως των αιτιάσεων της αναιρεσείουσας, αν η Επιτροπή μπορούσε βασίμως να αποκλείσει εν προκειμένω την ύπαρξη σημαντικών δυσλειτουργιών στην κοινή αγορά στηριζόμενη στις σκέψεις που εκτίθενται συναφώς στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σημείο 39 ανωτέρω).
61. Προτού όμως πραγματοποιηθεί η εξακρίβωση αυτή, πρέπει να τεθεί το ερώτημα κατά πόσο αυτή έχει σημασία προκειμένου να γίνει δεκτή η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στηρίχθηκε σε τρία αυτοτελή στοιχεία για να καταλήξει στην έλλειψη, εν προκειμένω, επαρκούς κοινοτικού συμφέροντος: τη μη ύπαρξη σημαντικών δυσλειτουργιών στην κοινή αγορά, την πολυπλοκότητα της έρευνας που θα έπρεπε να διεξαχθεί προς απόδειξη της υπάρξεως της προβαλλόμενης παραβάσεως και τη δυνατότητα των ενδιαφερομένων να διασφαλίσουν την προστασία των δικαιωμάτων τους από τις εθνικές αρχές. Όμως, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα, με τον παρόντα λόγο ακυρώσεως, βάλλει μόνον κατά των εκτιμήσεων της Επιτροπής σχετικά με το πρώτο από τα ανωτέρω στοιχεία.
62. Ωστόσο, θεωρώ προφανές ότι ο λόγος αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί αλυσιτελής εξ αιτίας των ανωτέρω.
63. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι, αν ληφθεί υπόψη η οικονομία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθένα από τα τρία αυτά στοιχεία αρκούσε για να δικαιολογήσει την απόρριψη της καταγγελίας της προσφεύγουσας.
64. Η Επιτροπή, αφού ανέλυσε χωριστά τα τρία αυτά στοιχεία, έκρινε ότι «το συμπέρασμα που επιβάλλεται είναι ότι το εύρος και η πολυπλοκότητα των μέτρων έρευνας που απαιτούνται για να διαπιστωθεί αν η συμπεριφορά των τριών οργανισμών συλλογικής διαχείρισης […] [των συγγενικών δικαιωμάτων] είναι ή όχι σύμφωνη προς τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού είναι δυσανάλογα σε σχέση με την πολύ περιορισμένη σημασία μιας ενδεχόμενης παράβασης όσον αφορά τη λειτουργία της κοινής αγοράς».
65. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή κατέληξε στην έλλειψη εν προκειμένω επαρκούς κοινοτικού συμφέροντος στηριζόμενη στη συνολική εκτίμηση των εν λόγω στοιχείων, σταθμίζοντας ειδικότερα τα πρώτα δύο.
66. Για τον λόγο αυτό, η πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, στην οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να έχει υποπέσει η Επιτροπή με τα συμπεράσματά της ως προς το πρώτο από τα στοιχεία αυτά θα είχε επηρεάσει αναγκαστικά και τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
67. Όσον αφορά τώρα την εξέταση της βασιμότητας του παρόντος λόγου ακυρώσεως, μου φαίνεται ότι αποκτά αποφασιστική σημασία το γεγονός, που υπενθύμισε η αναιρεσείουσα, ότι, βάσει συμβάσεων αμοιβαίας εκπροσώπησης που συνάπτονται με αντίστοιχους οργανισμούς με έδρα σε άλλα κράτη μέλη, η αναιρεσείουσα εισπράττει στην Ελλάδα και τα δικαιώματα του δημιουργού που συνδέονται με τη χρήση μουσικής δημιουργών που είναι εγκατεστημένοι στα εν λόγω κράτη και τα αποδίδει στους εν λόγω οργανισμούς. Το γεγονός αυτό, που επισημάνθηκε από την αναιρεσείουσα με την καταγγελία της, δεν αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή (παρά μόνο σε περιορισμένη έκταση και εκπρόθεσμα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου) και αποτελεί στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι η μείωση των εσόδων από τα δικαιώματα του δημιουργού στην Ελλάδα, την οποία καταγγέλλει η αναιρεσείουσα και την οποία αποδίδει στις καταγγελθείσες πρακτικές, δεν δύναται να θίξει μόνο τα συμφέροντα των Ελλήνων δημιουργών αλλά και τα συμφέροντα των εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη δημιουργών (και των οργανισμών που τους εκπροσωπούν).
68. Η αναιρεσείουσα προέβαλε δηλαδή στοιχεία τα οποία, έχοντας υποβληθεί στην Επιτροπή πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μου φαίνεται ότι ανατρέπουν τις δύο διαπιστώσεις στις οποίες στηρίχθηκε ουσιαστικά η Επιτροπή για να καταλήξει στη μη ύπαρξη εν προκειμένω σημαντικών δυσλειτουργιών στην κοινή αγορά, ήτοι τις διαπιστώσεις ότι «όλα τα εμπλεκόμενα μέρη έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα και εκεί μόνον ασκούν τη δραστηριότητά τους» και ότι «οι προβαλλόμενες πρακτικές δεν έχουν συνέπειες παρά μόνο στο πλαίσιο της ελληνικής αγοράς».
69. Το γεγονός ότι «οι συμβάσεις για τη χρήση της μουσικής συνάπτονται μόνο με ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς και άλλους χρήστες που βρίσκονται στην Ελλάδα» και ότι «οι τρεις οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης των συγγενικών δικαιωμάτων είναι αρμόδιοι μόνο για την προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων στην Ελλάδα και δεν έχουν την πρακτική δυνατότητα να ασκήσουν την αρμοδιότητα αυτή εκτός της εν λόγω χώρας» ουδόλως επιτρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να γίνονται τα αποτελέσματα των καταγγελθεισών πρακτικών αισθητά εκτός του ελληνικού εδάφους και εις βάρος δημιουργών και οργανισμών εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη. Βάσει των στοιχείων αυτών, στα οποία γίνεται μνεία με την προσβαλλόμενη απόφαση, διαπιστώνεται απλώς ότι, μεταξύ των χρηστών μουσικής, μόνο εκείνοι που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα υφίστανται τα ζημιογόνα αποτελέσματα της προβαλλόμενης παραβάσεως. Αντιθέτως, όσον αφορά τον κύκλο των δικαιούχων των δικαιωμάτων του δημιουργού και των οργανισμώνπροστασίας των εν λόγω δικαιωμάτων οι οποίοι μπορούν να υποστούν ζημία, δεν μπορεί να συναχθεί, βάσει των ίδιων αυτών στοιχείων, ότι ο κύκλος αυτός περιορίζεται σε εκείνους που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα (27).
70. Η Επιτροπή βέβαια, με το υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε πρωτοδίκως, επισήμανε ότι «εκείνο το οποίο έχει σημασία είναι να κριθεί αν η πρακτική των ανωτέρω τριών οργανισμών που κατήγγειλε η [αναιρεσείουσα] παράγει τα αποτελέσματά της σε σημαντικό βαθμό ή εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό της ελληνικής αγοράς». Συναφώς, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι όλα τα συστατικά στοιχεία της προβαλλόμενης παράβασης των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ «λαμβάνουν χώρα σε σημαντικό βαθμό, αν όχι αποκλειστικά, στο εσωτερικό της ελληνικής αγοράς» και έκρινε ότι είναι «λογικό να θεωρηθεί ότι το κέντρο βάρους της καταγγελλόμενης παράβασης βρίσκεται στο εσωτερικό της ελληνικής αγοράς, αφού εκεί μόνο αναμένεται να γίνουν ουσιαστικά αισθητές οι επιπτώσεις από την [προβαλλόμενη] παράβαση» (28).
71. Εντούτοις, η άποψη αυτή φαίνεται να εισάγει μια σημαντική διαφοροποίηση σε σχέση με τα όσα διαπιστώνονται με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπου η Επιτροπή απέκλεισε σαφώς και κατηγορηματικώς τη δυνατότητα τα αποτελέσματα των καταγγελθεισών πρακτικών να γίνουν αισθητά εκτός του ελληνικού εδάφους. Με το υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε πρωτοδίκως, η Επιτροπή, αντιθέτως, χρησιμοποιώντας τους όρους «σε σημαντικό βαθμό» και «ουσιαστικά», επιφύλαξε τη δυνατότητα η προβαλλόμενη παράβαση να μπορεί να παραγάγει ορισμένα αποτελέσματα, έστω και σχεδόν ανεπαίσθητα, εκτός του ελληνικού εδάφους.
72. Όμως, με την προσφυγή ακυρώσεως, ο κοινοτικός δικαστής καλείται να αποφανθεί επί της νομιμότητας της προσβαλλόμενης με την προσφυγή αποφάσεως και όχι των εκτιμήσεων που ο συντάκτης της αποφάσεως αυτής εκθέτει ενώπιόν του τροποποιώντας, ολικώς ή μερικώς, τις εκτιμήσεις στις οποίες είχε στηριχθεί για την έκδοση την εν λόγω αποφάσεως.
73. Με την προσβαλλόμενη απόφαση όμως, το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν εν προκειμένω σημαντικές δυσλειτουργίες στην κοινή αγορά στηρίζεται στη διαπίστωση, που η αναιρεσείουσα απέδειξε ότι είναι προδήλως εσφαλμένη, ότι οι ενδιαφερόμενοι φορείς και τα ενδεχόμενα αποτελέσματα της καταγγελθείσας πρακτικής εντοπίζονται αποκλειστικά στο ελληνικό έδαφος.
74. Επομένως, ακόμα και αν γίνει δεκτό, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε πρωτοδίκως, ότι τα αποτελέσματα που παράγει η καταγγελθείσα πρακτική στο έδαφος άλλων κρατών μελών είναι σχεδόν ανεπαίσθητα –πράγμα που, παρά ταύτα, δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να τεκμαίρεται από το γεγονός και μόνον ότι η αρμοδιότητα των καταγγελθέντων από την αναιρεσείουσα οργανισμών περιορίζεται στην Ελλάδα–, τούτο ουδόλως θεραπεύει την πρόδηλη πλάνη της διαπίστωσης αυτής και, κατά συνέπεια, για τους λόγους που εκτέθηκαν με τα σημεία 63 έως 66 ανωτέρω, την έλλειψη νομιμότητας της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
75. Συνεπώς, δεν μπορώ παρά να προτείνω στο Δικαστήριο να δεχτεί τον υπό εξέταση λόγο ακυρώσεως και να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Επί των δικαστικών εξόδων
76. Σύμφωνα με το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των δικαστικών εξόδων. Επίσης, κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο, δυνάμει του άρθρου 118 αυτού του κανονισμού, εφαρμόζεται στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως του Πρωτοδικείου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
77. Δεδομένου ότι προτείνω στο Δικαστήριο να δεχτεί τόσο την αναίρεση όσο και την προσφυγή ακυρώσεως τις οποίες άσκησε η αναιρεσείουσα, προτείνω και την καταδίκη της Επιτροπής, λόγω της ήττας της, στα έξοδα αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τα συναφή αιτήματα της αναιρεσείουσας.
Πρόταση
78. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«Το Δικαστήριο:
1) Αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 12ης Ιουλίου 2007 στην υπόθεση T-229/04, ΑΕΠΙ κατά Επιτροπής.
2) Ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 18ης Απριλίου 2005, με την οποία απορρίπτεται καταγγελία σχετική με παράβαση των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ εκ μέρους των ελληνικών οργανισμών συλλογικής διαχείρισης των συγγενικών προς τα δικαιώματα του δημιουργού δικαιωμάτων στον τομέα της μουσικής.
3) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα τόσο της πρωτοβάθμιας όσο και της αναιρετικής διαδικασίας.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – Κατά της αποφάσεως της 20ής Απριλίου 2005 η ΑΕΠΙ άσκησε προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία απορρίφθηκε με την απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2006, T-242/05, ΑΕΠΙ κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευτεί στη Συλλογή), και επικυρώθηκε με διάταξη του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 2007, C-461/06 P, ΑΕΠΙ κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευτεί στη Συλλογή).
3 – Αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1989, αφενός, στην υπόθεση 395/87 (Συλλογή 1989, σ. 2521) και, αφετέρου, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 110/88, 241/88 και 242/88 (Συλλογή 1989, σ. 2811).
4 – Το πρωτότυπο κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης έχει συνταχθεί στα γαλλικά και το παρατιθέμενο χωρίο αποτελεί μετάφρασή του, όπως έχει περιληφθεί στην απόφαση του Πρωτοδικείου.
5 – Η υποσημείωση 5 δεν αφορά την ελληνική μετάφραση των προτάσεων.
6 – Συναφώς, το Πρωτοδικείο παραθέτει τις αποφάσεις του της 18ης Σεπτεμβρίου 1992, Τ-24/90, Automec κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2223, σκέψη 86), της 24ης Ιανουαρίου 1995, Τ-5/93, Tremblay κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-185, σκέψη 62), και της 14ης Φεβρουαρίου 2001, Τ-62/99, Sodima κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-655, σκέψη 46).
7 – Συναφώς, το Πρωτοδικείο παραθέτει τις αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1985, 42/84, Remia κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 2545, σκέψη 22), και της 28ης Φεβρουαρίου 2002, T‑395/94, Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-875, σκέψη 90).
8 – Συναφώς, το Πρωτοδικείο παραθέτει, ειδικότερα, την απόφαση της 31ης Μαΐου 1979, 22/78, Hugin κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 951, σκέψη 17).
9 – Το Πρωτοδικείο παραθέτει, συναφώς, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις του Automec κατά Επιτροπής (σκέψεις 89 και 90), Tremblay κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψεις 65 και 74) και την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1995, T‑114/92, BEMIM κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-147, σκέψη 86).
10 – Βλ. αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 38.
11 – Βλ. αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 39.
12 – Απόφαση της 4ης Μαρτίου 1999, C-119/97 P (Συλλογή 1999, σ. I‑1341, συγκεκριμένα σκέψεις 79 έως 81, 88, 89 και 92).
13 – Βλ. αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 40.
14 – Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψεις 45 και 46.
15 – Η αναιρεσείουσα παραπέμπει στις προπαρατεθείσες αποφάσεις Hugin κατά Επιτροπής, Lucazeau κ.λπ. και Tournier, καθώς και στις αποφάσεις της 23ης Απριλίου 1991, C‑41/90, Höfner και Elser (Συλλογή 1991, σ. I‑1979), της 10ης Δεκεμβρίου 1991, C‑179/90, Merci convenzionali porto di Genova (Συλλογή 1991, σ. I‑5889), της 17ης Μαΐου 1994, C‑18/93, Corsica Ferries (Συλλογή 1994, σ. I‑1783), της 6ης Απριλίου 1995, C‑241/91 P και C‑242/91 P, RTE και ITP κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I‑743), στην προπαρατεθείσα απόφαση Tremblay κ.λπ. κατά Επιτροπής, και στην απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 1999, T‑228/97, Irish Sugar κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II‑2969).
16 – Βλ. αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1966, 56/64 και 58/64, Consten και Grundig κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 363), και της 6ης Μαρτίου 1974, 6/73 και 7/73, Commercial Solvents κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 113, σκέψη 31).
17 – Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Remia κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψη 22) και απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1999, C‑215/96 και C‑216/96, Bagnasco κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. Ι-135, σκέψη 47).
18 – Βλ. απόφαση της 9ης Ιουλίου 1969, 5/69, Völk (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 93, σκέψη 8). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 25ης Νοεμβρίου 1971, 22/71, Béguelin (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1004, σκέψη 16), και της 28ης Απριλίου 1998, C‑306/96, Javico (Συλλογή 1998, σ I‑1983, σκέψη 16).
19 – Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Ufex κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψη 88) και Automec κατά Επιτροπής (σκέψη 83).
20 – Βλ., εμμέσως, προπαρατεθείσα απόφαση Ufex κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψεις 52, 79, 95 και 96), απόφαση της 17ης Μαΐου 2001, C-449/98 P, IECC κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. Ι-3875, σκέψη 46), και C-450/98 P, IECC κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. Ι-3947, σκέψεις 54 και 58), καθώς και διάταξη της 13ης Δεκεμβρίου 2000, C-39/00 P, SGA κατά Επιτροπής (Συλλογή Ι-11201, σκέψη 67).
21 – Προπαρατεθείσα απόφαση Ufex κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψεις 92 και 93). Η υπογράμμιση δική μου.
22 – Η υπογράμμιση δική μου.
23 – Διάταξη του Δικαστηρίου της 11ης Μαΐου 2000, C-428/98 P, Deutsche Post AG κατά IECC και Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-3061, σκέψη 28).
24 – Βλ. αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1998, C‑401/96 P, Somaco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑2587, σκέψη 53), της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C‑446/00 P, Cubero Vermurie κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I‑10315, σκέψη 20), και της 8ης Φεβρουαρίου 2007, C-3/06, Groupe Danone κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. Ι-1331, σκέψη 45).
25 – Βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1959, 18/57, Nold κατά Ανωτάτης Αρχής ΕΚΑΧ (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 323), της 1ης Ιουλίου 1986, 185/85, Usinor κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2079, σκέψεις 20 και 21), και της 20ής Φεβρουαρίου 1997, C-166/95 P, Επιτροπή κατά Daffix (Συλλογή 1997, σ. Ι-983, σκέψεις 23 και 24).
26 – Πρόκειται για τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Tournier, Lucazeau κ.λπ., Merci convenzionali porto di Genova, Corsica Ferries, RTE και ITP κατά Επιτροπής και Irish Sugar κατά Επιτροπής, στις οποίες παραπέμπει και η αίτηση αναιρέσεως, καθώς και για την απόφαση της 2ας Μαρτίου 1983, 7/82, GVL κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 483).
27 – Συναφώς, φαίνεται αλυσιτελής η ανάλυση που πραγματοποιεί το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, σκέψη κατά της οποίας βάλλει η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως.
28 – Βλ. υπόμνημα αντικρούσεως, σημεία 29 και 30 (η υπογράμμιση δική μου).
Full & Egal Universal Law Academy