ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ KOKOTT – ΥΠΟΘΕΣΗ C-441/07 P
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 17ης Σεπτεμβρίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑441/07 P
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Alrosa Company Ltd
«Αίτηση αναιρέσεως – Ανταγωνισμός – Κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως (άρθρο 82 ΕΚ) – Παγκόσμια αγορά παραγωγής και προμήθειας ακατέργαστων διαμαντιών – Ανάληψη δεσμεύσεων από την κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση – Απόφαση της Επιτροπής που καθιστά υποχρεωτικές τις δεσμεύσεις [άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003] – Αρχή της αναλογικότητας – Ελευθερία των συμβάσεων – Δικαίωμα ακροάσεως»
Πίνακας περιεχομένων
I – Εισαγωγή
II – Νομικό πλαίσιο
1. Α – Ο κανονισμός 1/2003
2. Β – Ο κανονισμός 773/2004
III – Το ιστορικό της διαφοράς και η διοικητική διαδικασία
IV – Η ένδικη διαδικασία
V – Εκτίμηση των λόγων αναιρέσεως
Α – Πρώτος λόγος αναιρέσεως: ζητήματα ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την αρχή της αναλογικότητας
1. Προκαταρκτική παρατήρηση επί της δυνατότητας εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας
2. Προϋποθέσεις για την αναλογικότητα αποφάσεων που αφορούν δεσμεύσεις (πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
3. Συγκεκριμένη εξέταση της αναλογικότητας της σχετικής με τις δεσμεύσεις αποφάσεως (δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
α) Επί της υπερβάσεως των ορίων του δικαστικού ελέγχου από το Πρωτοδικείο
i) Ύπαρξη περιθωρίου εκτιμήσεως της Επιτροπής
ii) Επί της εκ μέρους του Πρωτοδικείου προσβολής του περιθωρίου εκτιμήσεως της Επιτροπής
β) Επί των λοιπών επικρίσεων της Επιτροπής σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο έκρινε το Πρωτοδικείο
i) Επί της προβαλλόμενης «παραμορφώσεως του περιεχομένου της προσωρινής έρευνας»
ii) Επί της μονομερούς εκτιμήσεως των ισχυρισμών και των συμφερόντων της Alrosa
iii) Επί του από νομικής απόψεως εσφαλμένου χαρακτηρισμού της δημοσιεύσεως κατά το άρθρο 27, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003
iv) Επί των προβαλλομένων παραβάσεων του άρθρου 82 ΕΚ
– Ως προς το ότι δεν ελήφθη υπόψη η θέση της De Beers ως παραγωγού
– Επί της παραλείψεως λήψεως υπόψη της δυνατότητας καταχρηστικής συμπεριφοράς των υποβαλλόντων προσφορές στο πλαίσιο δημοπρασιών
Β – Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: το δικαίωμα ακροάσεως κατά τη διοικητική διαδικασία
1. Προκαταρκτικό ζήτημα: προβάλλεται αλυσιτελώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως;
2. Εξέταση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
α) Επί της ανεπαρκούς αιτιολογίας (πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως)
β) Επί της αρχής ne ultra petita και ως προς την αξίωση για δίκαιη δίκη (δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως)
i) Επί της αρχής ne ultra petita
ii) Επί της αξιώσεως για δίκαιη δίκη
γ) Επί των συνεπειών της τυχόν προσβολής του δικαιώματος ακροάσεως της Alrosa επί της αποφάσεως της Επιτροπής (τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως)
δ) Επί του περιεχομένου του δικαιώματος ακροάσεως της Alrosa (τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως)
i) Προκαταρκτική παρατήρηση
ii) Επί της αιτιάσεως της Επιτροπής
Γ – Προσωρινό συμπέρασμα
VI – Εκτίμηση της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής της Alrosa
Α – Η τυπική ακυρότητα της επίδικης αποφάσεως (πρώτος λόγος προσφυγής)
1. Το δικαίωμα ακροάσεως της Alrosa
2. Το περιεχόμενο του δικαιώματος ακροάσεως της Alrosa
3. Ουδεμία προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως της Alrosa
Β – Η ουσιαστική νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως (δεύτερος και τρίτος λόγος ακυρώσεως)
1. Ως προς την παράβαση του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003 (δεύτερος λόγος προσφυγής)
α) Επί του δικαιώματος των επιχειρήσεων να προτείνουν δεσμεύσεις κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003
α) Ως προς την επιβολή χρονικού περιορισμού στη διάρκεια ισχύος της αποφάσεως για τις δεσμεύσεις
γ) Επί μέρους συμπέρασμα
2. Ως προς την παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ, του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003 και την παραβίαση των αρχών της ελευθερίας των συμβάσεων και της αναλογικότητας (τρίτος λόγος προσφυγής)
α) Ως προς την ελευθερία των συμβάσεων (πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου προσφυγής)
β) Επί της αναλογικότητας (δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου προσφυγής)
i) Ως προς την ύπαρξη προβλήματος ανταγωνισμού
ii) Επί του πρόσφορου και αναγκαίου χαρακτήρα των ατομικών δεσμεύσεων της De Beers
iii) Επί του εν στενή εννοία αναλογικού χαρακτήρα
iv) Επί της προβαλλόμενης δυσμενούς διακρίσεως σε βάρος της Alrosa
v) Επί μέρους συμπέρασμα
Γ – Επί μέρους συμπέρασμα
VII – Δικαστικά έξοδα
VIII – Πρόταση
I – Εισαγωγή
1. Ποιες απαιτήσεις απορρέουν από την αρχή της αναλογικότητας, όταν η Επιτροπή, ως αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή, αποδέχεται και καθιστά υποχρεωτικές δεσμεύσεις (2) μιας επιχειρήσεως, που έχουν επίδραση στα συμφέροντα μιας άλλης επιχειρήσεως; Το ερώτημα αυτό, που έχει μεγάλη σημασία για την περαιτέρω εξέλιξη του ευρωπαϊκού δικαίου του ανταγωνισμού, αποτελεί το βασικό σημείο σ’ αυτή την αναιρετική διαδικασία. Από την απάντηση σ’ αυτό εξαρτάται ουσιαστικά η έκταση της νέας αρμοδιότητας για την έκδοση υποχρεωτικών αποφάσεων για δεσμεύσεις, που παρασχέθηκε στην Επιτροπή με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (3). Η απόφαση του Δικαστηρίου μπορεί όμως να ρίξει φως και σε άλλους επιμέρους τομείς του δικαίου του ανταγωνισμού, ιδίως δε στο δίκαιο των ενισχύσεων και στον έλεγχο των συγχωνεύσεων.
2. Η υπό κρίση διαφορά αφορά δέσμευση, την οποία πρότεινε η επιχείρηση De Beers στην Επιτροπή το 2006, προκειμένου να μην εκτεθεί στη μομφή της καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως (άρθρο 82 ΕΚ). Ως νούμερο 1 στο εμπόριο διαμαντιών επί παγκοσμίου επιπέδου, η De Beers δεσμεύτηκε να μην αγοράζει πλέον στο μέλλον ακατέργαστα διαμάντια από την Alrosa, τον δεύτερο μεγάλο παραγωγό, πράγμα που σήμαινε τη λήξη μιας μακρόχρονης εμπορικής σχέσεως μεταξύ των δύο ομίλων. Η Επιτροπή κατέστησε υποχρεωτική αυτή τη δέσμευση της De Beers μέσω εκδόσεως αποφάσεως κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003 (4). Η Alrosa διατείνεται ότι αυτό είναι αντίθετο προς την αρχή της αναλογικότητας και ότι επιπλέον υπήρξε προσβολή του δικαιώματός της ακροάσεως. Η Alrosa ζήτησε επιτυχώς ενώπιον του Πρωτοδικείου την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως (5). Η Επιτροπή άσκησε κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
3. Η αντιδικία μεταξύ της Επιτροπής και της Alrosa καθιστά εμφανές το πόσο δύσκολη μπορεί να είναι, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, η σωστή εξισορρόπηση του συμφέροντος για αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού με τα ατομικά συμφέροντα των επιχειρήσεων, χωρίς να θίγονται εν προκειμένω τα διαδικαστικά τους δικαιώματα ή η οικονομία της διαδικασίας.
II – Νομικό πλαίσιο
4. Εκτός από το άρθρο 82 ΕΚ και το άρθρο 54 ΕΟΧ, διάφορες διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 και του κανονισμού (ΕΚ) 773/2004 (6) συνιστούν το νομικό πλαίσιο της υποθέσεως.
1. Ο κανονισμός 1/2003
5. Με τον κανονισμό 1/2003, ο οποίος έχει εφαρμογή από την 1η Μαΐου 2004 (7), το διέπον τη διαδικασία δίκαιο των συμπράξεων επιχειρήσεων εκσυγχρονίσθηκε και οι αρμοδιότητες της Επιτροπής, ως αρμόδιας για τον ανταγωνισμό κοινοτικής αρχής, διευρύνθηκαν.
6. Στις νέες αρμοδιότητες της Επιτροπής περιλαμβάνονται ιδίως οι κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003, το οποίο φέρει την επιγραφή «Αναλήψεις δεσμεύσεων» και έχει ως ακολούθως:
«1. Όταν η Επιτροπή σκοπεύει να εκδώσει απόφαση με την οποία να απαιτεί την παύση μιας παράβασης και οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις προσφέρονται να αναλάβουν ορισμένες δεσμεύσεις για να ανταποκριθούν στις αντιρρήσεις της Επιτροπής κατά την προκαταρκτική της εκτίμηση, τότε η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να καταστήσει αυτές τις δεσμεύσεις υποχρεωτικές για τις επιχειρήσεις. Η απόφαση της Επιτροπής δύναται να εκδοθεί για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και πρέπει να συμπεραίνει ότι δεν συντρέχουν πλέον λόγοι να αναλάβει δράση η Επιτροπή.
2. Η Επιτροπή δύναται κατόπιν αιτήματος ή αυτεπαγγέλτως να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία:
α) σε περίπτωση ουσιαστικής μεταβολής των γεγονότων στα οποία βασίσθηκε η απόφαση·
β) αν οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις αθετήσουν τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει·
γ) αν η απόφαση έχει στηριχθεί σε ελλιπείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες των εμπλεκομένων μερών.»
7. Παράλληλα, πρέπει να επισημανθεί το άρθρο 7 του κανονισμού 1/2003. Η διάταξη αυτή φέρει την επιγραφή «Διαπίστωση και παύση της παράβασης» και ορίζει στην παράγραφο 1 αυτής τα εξής:
«Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει, κατόπιν καταγγελίας ή αυτεπαγγέλτως, παράβαση του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της Συνθήκης, δύναται να υποχρεώσει με απόφασή της τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να θέσουν τέλος στη διαπιστωθείσα παράβαση. Για τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή δύναται να τους επιβάλλει μέτρα συμπεριφοράς ή διαρθρωτικού χαρακτήρα, ανάλογα προς τη διαπραχθείσα παράβαση και αναγκαία για την παύση της […]».
8. Το άρθρο 27 του κανονισμού 1/2003, το οποίο ρυθμίζει τα της ακροάσεως των μερών, των καταγγελλόντων και των λοιπών τρίτων ενδιαφερομένων, έχει ως εξής:
«1. Πριν από τη λήψη των αποφάσεων που προβλέπονται στα άρθρα 7, 8 και 23 και στο άρθρο 24 παράγραφος 2, η Επιτροπή παρέχει στις επιχειρήσεις ή τις ενώσεις επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η διαδικασία που έχει κινήσει η Επιτροπή τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τις αιτιάσεις της Επιτροπής. Η Επιτροπή θεμελιώνει τις αποφάσεις της μόνο στις αιτιάσεις για τις οποίες δόθηκε στα μέρη η δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους. Οι καταγγέλλοντες μετέχουν στενά στη διαδικασία.
2. Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα υπεράσπισης των εμπλεκόμενων μερών, τα οποία έχουν το δικαίωμα να αποκτούν γνώση του φακέλου της Επιτροπής, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος των επιχειρήσεων για την προστασία του επιχειρηματικού απόρρητου. [...]
3. Εφόσον η Επιτροπή το κρίνει αναγκαίο μπορεί να δεχθεί σε ακρόαση και άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Εάν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ζητήσει να γίνει δεκτό σε ακρόαση επικαλούμενο σχετικό έννομο συμφέρον, το αίτημά του γίνεται δεκτό. […]
4. Όταν η Επιτροπή προτίθεται να λάβει απόφαση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9 ή του άρθρου 10, δημοσιεύει περίληψη της υπόθεσης και το βασικό περιεχόμενο των δεσμεύσεων ή των προτεινόμενων ενεργειών. Τα ενδιαφερόμενα τρίτα μέρη μπορούν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εντός προθεσμίας την οποία ορίζει η Επιτροπή στη δημοσίευσή της και η οποία δεν μπορεί να είναι βραχύτερη του ενός μηνός. Στη δημοσίευση λαμβάνεται υπόψη το έννομο συμφέρον των επιχειρήσεων για την προστασία του επιχειρηματικού τους απορρήτου.»
2. Ο κανονισμός 773/2004
9. Με τον κανονισμό 773/2004, ο οποίος άρχισε να ισχύει την 1η Μαΐου 2004, η Επιτροπή θέσπισε διατάξεις για την εφαρμογή του κανονισμού 1/2003 (8).
10. Το άρθρο 10 του κανονισμού 773/2004 είχε κατά τον χρόνο εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως ως ακολούθως:
«1. Η Επιτροπή ενημερώνει εγγράφως τα εμπλεκόμενα μέρη σχετικά με τις αιτιάσεις που διατυπώνονται εναντίον τους. Η κοινοποίηση αιτιάσεων αποστέλλεται χωριστά σε κάθε εμπλεκόμενο μέρος.
2. Κατά την αποστολή της κοινοποίησης αιτιάσεων στα εμπλεκόμενα μέρη, η Επιτροπή τάσσει προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη αυτά μπορούν να διατυπώσουν εγγράφως τις απόψεις τους. Η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να λάβει υπόψη της παρατηρήσεις που λαμβάνονται εκπρόθεσμα.
[…]»
11. Το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 773/2004 προέβλεπε εξάλλου τα εξής:
«1. Εάν της ζητηθεί, η Επιτροπή χορηγεί στα μέρη προς τα οποία έχει αποσταλεί κοινοποίηση αιτιάσεων πρόσβαση στον φάκελο της υπόθεσης. Η πρόσβαση αυτή χορηγείται μετά την αποστολή της κοινοποίησης αιτιάσεων.»
12. Οι εν τω μεταξύ επελθούσες τροποποιήσεις του κανονισμού 773/2004 (9) άρχισαν να ισχύουν μετά την έκδοση της επίδικης αποφάσεως και, επομένως, δεν έχουν εφαρμογή στην εν προκειμένω περίπτωση.
III – Το ιστορικό της διαφοράς και η διοικητική διαδικασία
13. Στην απόφαση του Πρωτοδικείου (10), το ιστορικό της διαφοράς και η ενώπιον της Επιτροπής διοικητική διαδικασία εκτίθενται ως ακολούθως.
14. Η Alrosa Company Ltd (11) είναι εταιρία με έδρα το Mirny (Ρωσία). Δραστηριοποιείται κυρίως στην παγκόσμια αγορά παραγωγής και προμήθειας ακατέργαστων διαμαντιών, στην οποία κατέχει τη δεύτερη θέση. Οι κύριες εργασίες της πραγματοποιούνται στη Ρωσία. Εκεί ασκεί δραστηριότητες αναζητήσεως, εξορύξεως, αξιολογήσεως και προμήθειας, καθώς και στον τομέα της κοσμηματοποιΐας.
15. Ο όμιλος De Beers (12), του οποίου η De Beers SA αποτελεί την κύρια εταιρία holding με έδρα το Λουξεμβούργο, δραστηριοποιείται στην παγκόσμια αγορά παραγωγής και προμήθειας ακατέργαστων διαμαντιών, στην οποία κατέχει την πρώτη θέση. Είναι κυρίως παρών στη Νότια Αφρική, στην Μποτσουάνα, στη Ναμίμπια και στην Τανζανία, καθώς και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στις χώρες αυτές ασκεί τις δραστηριότητες αναζητήσεως, εξορύξεως, συλλογής, αξιολογήσεως, προμήθειας, εμπορίας και παρασκευής διαμαντιών, καθώς και στον τομέα της κοσμηματοποιΐας, καλύπτοντας έτσι όλο το φάσμα του διαμαντιού.
16. Στις 5 Μαρτίου 2002, η Alrosa και η De Beers κοινοποίησαν στην Επιτροπή συμφωνία, συναφθείσα στις 17 Δεκεμβρίου 2001 μεταξύ της Alrosa και δύο θυγατρικών του ομίλου De Beers, με σκοπό να λάβουν αρνητική πιστοποίηση ή απαλλαγή γι’ αυτή τη συμφωνία βάσει του τότε ακόμη ισχύοντος κανονισμού 17 (13).
17. Η κοινοποιηθείσα συμφωνία, που εντασσόταν στο πλαίσιο της μακρόχρονης εμπορικής σχέσεως μεταξύ της Alrosa και της De Beers, είχε κυρίως ως αντικείμενο την προμήθεια ακατέργαστων διαμαντιών. Η συμφωνία συνήφθη για περίοδο πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή θα επιβεβαίωνε στους συμβαλλομένους ότι αυτή δεν αντιβαίνει στο άρθρο 81 ΕΚ ή στο άρθρο 82 ΕΚ.
18. Κατ’ αυτή την περίοδο, η Alrosa δεσμευόταν να πωλεί ετησίως στην De Beers ακατέργαστα φυσικά διαμάντια παραγωγής Ρωσίας αντί ποσού 800 εκατομμυρίων USD, ενώ η De Beers δεσμευόταν να τα αγοράζει. Ωστόσο, για το τέταρτο και πέμπτο έτος εφαρμογής της κοινοποιηθείσας συμφωνίας, η Alrosa είχε το δικαίωμα να μειώσει την αξία αυτή σε 700 εκατομμύρια USD. Το ποσό των 800 εκατομμυρίων USD, που ορίστηκε βάσει των τιμών που ίσχυαν κατά την ημερομηνία συνάψεως της κοινοποιηθείσας συμφωνίας, αντιστοιχούσε στο ήμισυ περίπου της ετήσιας παραγωγής της Alrosa και στο σύνολο της παραγωγής της που εξήγετο εκτός της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών (ΚΑΚ).
19. Κατόπιν αυτής της κοινοποιήσεως, η Επιτροπή κίνησε δύο παράλληλες διαδικασίες, τη μία βάσει του άρθρου 81 ΕΚ και την άλλη βάσει του άρθρου 82 ΕΚ.
20. Στις 14 Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή, αφενός, απηύθυνε στην Alrosa και στην De Beers ανακοίνωση αιτιάσεων (υπόθεση COMP/E‑3/38.381), με την οποία υποστήριξε ότι η κοινοποιηθείσα συμφωνία ήταν ικανή να αποτελέσει αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμφωνία απαγορευόμενη από το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ και δεν μπορούσε να τύχει απαλλαγής κατά το άρθρο 81, παράγραφος 3, ΕΚ. Την ίδια ημέρα, αφετέρου, η Επιτροπή απηύθυνε χωριστή ανακοίνωση αιτιάσεων στην De Beers (υπόθεση COMP/E‑2/38.381), με την οποία υποστήριξε ότι η συμφωνία συνιστά ενδεχομένως κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως απαγορευόμενη από το άρθρο 82 ΕΚ.
21. Στις 31 Μαρτίου 2003, η Alrosa και η De Beers απηύθυναν από κοινού γραπτές παρατηρήσεις στην Επιτροπή ως απάντηση στη σχετική με την υπόθεση COMP/E‑3/38.381 ανακοίνωση αιτιάσεων.
22. Την 1η Ιουλίου 2003, η Επιτροπή απηύθυνε συμπληρωματική ανακοίνωση αιτιάσεων στην Alrosa και την De Beers, με την οποία υποστήριξε ότι η κοινοποιηθείσα συμφωνία μπορούσε επίσης να συνιστά αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμφωνία, απαγορευόμενη από το άρθρο 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ και δεν μπορεί να τύχει απαλλαγής βάσει του άρθρου 53, παράγραφος 3, της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Την ίδια ημέρα, εξάλλου, απηύθυνε συμπληρωματική χωριστή ανακοίνωση αιτιάσεων στην De Beers σύμφωνα με την οποία η κοινοποιηθείσα συμφωνία συνιστά ενδεχομένως κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως απαγορευόμενη από το άρθρο 54 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ.
23. Στις 7 Ιουλίου 2003, η Alrosa και η De Beers διατύπωσαν προφορικώς τις απόψεις τους στο πλαίσιο ακροάσεως ενώπιον της Επιτροπής.
24. Στις 12 Σεπτεμβρίου 2003, η Alrosa προσφέρθηκε να αναλάβει δεσμεύσεις (14), οι οποίες συνίσταντο στη σταδιακή μείωση της ποσότητας των πωλούμενων στην De Beers ακατέργαστων διαμαντιών από το έκτο έτος εφαρμογής της κοινοποιηθείσας συμφωνίας και, από το 2013, στη μη πώληση πλέον ακατέργαστων διαμαντιών στην De Beers. Στη συνέχεια, όμως, η Alrosa ανακάλεσε αυτές τις δεσμεύσεις.
25. Στις 14 Δεκεμβρίου 2004, η Alrosa και η De Beers πρότειναν από κοινού να αναλάβουν δεσμεύσεις (15) ως απάντηση στους ενδοιασμούς που διατύπωσε η Επιτροπή. Οι από κοινού αυτές δεσμεύσεις προέβλεπαν τη σταδιακή μείωση των πωλήσεων ακατέργαστων διαμαντιών από την Alrosa στην De Beers, των οποίων η αξία θα μειωνόταν από τα 700 εκατομμύρια USD το 2005 στα 275 εκατομμύρια USD το 2010. Για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, θα ίσχυε ένα ανώτατο όριο σ’ αυτό το επίπεδο.
26. Η Επιτροπή δημοσίευσε στις 3 Ιουνίου 2005 ανακοίνωση σχετική με αυτές τις από κοινού δεσμεύσεις στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (16). Με την ανακοίνωση αυτή, κάλεσε τους τρίτους ενδιαφερομένους να της υποβάλουν τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις τους εντός ενός μηνός. Επιπλέον, γνωστοποίησε την πρόθεσή της να εκδώσει απόφαση με την οποία θα καθίσταντο υποχρεωτικές οι από κοινού δεσμεύσεις, με την επιφύλαξη του αποτελέσματος της έρευνας αγοράς.
27. Κατόπιν της δημοσιεύσεως αυτής, 21 τρίτοι ενδιαφερόμενοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στην Επιτροπή, η οποία ενημέρωσε σχετικώς την Alrosa και την De Beers στις 27 Οκτωβρίου 2005. Συγχρόνως, η Επιτροπή ζήτησε από τις δύο επιχειρήσεις να της υποβάλουν, πριν από τα τέλη Νοεμβρίου του 2005, βάσει των πορισμάτων της έρευνας αγοράς, νέες από κοινού δεσμεύσεις με αντικείμενο την πλήρη παύση των εμπορικών τους σχέσεων από το 2009.
28. Στις 25 Ιανουαρίου 2006, η De Beers πρότεινε να αναλάβει ατομικώς δεσμεύσεις (17) ως απάντηση στους ενδοιασμούς που εξέφρασε η Επιτροπή (18). Με αυτές τις ατομικές δεσμεύσεις της, η De Beers ανέλαβε την υποχρέωση να μειώσει σταδιακά τις αγορές της ακατέργαστων διαμαντιών από την Alrosa, των οποίων η αξία θα μειωνόταν από τα 600 εκατομμύρια USD το 2006 στα 400 εκατομμύρια USD το 2008, κατόπιν δε οι αγορές θα σταματούσαν εξ ολοκλήρου.
29. Στις 26 Ιανουαρίου 2006, η Επιτροπή διαβίβασε στην Alrosa απόσπασμα των ατομικών αυτών δεσμεύσεων της De Beers και την κάλεσε να υποβάλει τις σχετικές παρατηρήσεις της. Συγχρόνως, της χορήγησε αντίγραφο των μη εμπιστευτικών κειμένων των παρατηρήσεων που υπέβαλαν τρίτοι.
30. Ακολούθως, η Alrosa και η Επιτροπή αντάλλαξαν απόψεις επί ορισμένων πτυχών της διαδικασίας του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003 και της εφαρμογής τους σ’ αυτή την υπόθεση. Επρόκειτο κυρίως για το ζήτημα της προσβάσεως στον φάκελο, καθώς και για τα δικαιώματα άμυνας, ειδικότερα δε για το δικαίωμα ακροάσεως. Επι- πλέον, με το από 6 Φεβρουαρίου 2006 έγγραφό της, η Alrosa διατύπωσε παρατηρήσεις επί των ατομικών δεσμεύσεων της De Beers και των παρατηρήσεων των τρίτων.
31. Στις 22 Φεβρουαρίου 2006, η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση, με το άρθρο 1 της οποίας όρισε ότι «οι δεσμεύσεις που αριθμούνται στο παράρτημα είναι υποχρεωτικές για την De Beers». Το άρθρο 2 αυτής της αποφάσεως έχει ως εξής: «Η κινηθείσα εν προκειμένω διαδικασία περατώθηκε». Η επίδικη απόφαση εκδόθηκε κατά τη βάσει του άρθρου 82 ΕΚ και του άρθρου 54 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ διαδικασία. Επομένως, η βάσει του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ παράλληλη διαδικασία στερείται πλέον αντικειμένου (19).
IV – Η ένδικη διαδικασία
32. Η Alrosa άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της επίδικης αποφάσεως, στις 29 Ιουνίου 2006, ζητώντας να ακυρωθεί αυτή η απόφαση, καθώς και να καταδικασθεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. Αντιστοίχως, η Επιτροπή ζήτησε να απορριφθεί η προσφυγή ως αβάσιμη και να καταδικασθεί η Alrosa στα δικαστικά έξοδα. Το Πρωτοδικείο εφάρμοσε την ταχεία διαδικασία κατά το άρθρο 76α του Κανονισμού Διαδικασίας του (20).
33. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την προσφυγή της Alrosa στις 11 Ιουλίου 2007. Ακύρωσε την επίδικη απόφαση και όρισε ότι η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα, καθώς και ότι καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της Alrosa.
34. Με την αίτησή της αναιρέσεως, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Σεπτεμβρίου 2007 (21), η Επιτροπή ζητεί τώρα από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
– να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς, απορρίπτοντας την προσφυγή ακυρώσεως που αποτέλεσε το αντικείμενο της υποθέσεως Τ-170/06 ως αβάσιμη,
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα της υποθέσεως Τ-170/06 στα δικαστικά έξοδα στα οποία η Επιτροπή υποβλήθηκε τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ’ αναίρεση.
35. Η Alrosa ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά της έξοδα και τις εν γένει δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε η Alrosa σε σχέση με αυτή την υπόθεση, και
– να λάβει όλα τα λοιπά μέτρα που το Δικαστήριο θα κρίνει κατάλληλα.
36. Το Δικαστήριο εξέτασε την αίτηση αναιρέσεως κατ’ αρχάς στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας, κατόπιν δε, στις 3 Ιουνίου 2009, στο πλαίσιο της προφορικής διαδικασίας.
V – Εκτίμηση των λόγων αναιρέσεως
37. Η Επιτροπή προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, από τους οποίους ο πρώτος αφορά ζητήματα ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με τον τρόπο εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας, ενώ ο δεύτερος αφιερώνεται στα δικαιώματα ακροάσεως στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας.
Α – Πρώτος λόγος αναιρέσεως: ζητήματα ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την αρχή της αναλογικότητας
38. Με τον πρώτο της λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή προσάπτει ουσιαστικώς στο Πρωτοδικείο ότι ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως την αρχή της αναλογικότητας στην υπό κρίση περίπτωση. Σ’ αυτή την αλληλουχία, προβάλλει επίσης ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένως το άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003 και το άρθρο 82 ΕΚ, καθώς και ότι η αιτιολογία του ήταν πεπλανημένη, ότι παραμόρφωσε περιστατικά και ότι υπερέβη τα όρια του δικαστικού ελέγχου.
39. Το απώτερο ζήτημα είναι αν το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε εν προκειμένω ότι υφίσταντο εναλλακτικές λύσεις ως προς τις ατομικές δεσμεύσεις της De Beers –ιδίως οι από κοινού δεσμεύσεις της De Beers και της Alrosa– που θα είχαν λιγότερο δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα της Alrosa και τις οποίες η Επιτροπή δεν θα έπρεπε να αμελήσει να λάβει υπόψη.
1. Προκαταρκτική παρατήρηση επί της δυνατότητας εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας
40. Στις διαδικασίες που αφορούν το διέπον τις συμπράξεις επιχειρήσεων δίκαιο, ο σκοπός που επιδιώκει η Επιτροπή συνίσταται στην εξασφάλιση ανόθευτου ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς (άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, ΕΚ). Προς τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή αναλαμβάνει δράση κατά, αφενός, συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών που έχουν αντίθετο προς τον ανταγωνισμό σκοπό ή αποτέλεσμα (άρθρο 81 ΕΚ, άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ) και, αφετέρου, της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσποζουσών θέσεων (άρθρο 82 ΕΚ, άρθρο 54 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ). Προκειμένου να εξαλειφθούν οι ενδοιασμοί της Επιτροπής, οι επιχειρήσεις έχουν την ευχέρεια να αναλάβουν δεσμεύσεις, τις οποίες η Επιτροπή μπορεί να καταστήσει υποχρεωτικές με απόφασή της κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003.
41. Κατ’ αρχήν, οι διάδικοι δεν διαφωνούν ως προς το ότι οι κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003 αποφάσεις της Επιτροπής πρέπει να είναι σύμφωνες προς την αρχή της αναλογικότητας.
42. Είναι αληθές ότι στο άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003, διαφορετικά απ’ ό,τι στο άρθρο 7 αυτού, δεν υπάρχει καμία ρητή αναφορά στην αναλογικότητα. Η αρχή της αναλογικότητας, όμως, ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, αποτελεί κριτήριο της νομιμότητας κάθε πράξεως των κοινοτικών οργάνων (22), περιλαμβανομένων των αποφάσεων της Επιτροπής υπό την ιδιότητά της ως αρμόδιας για τον ανταγωνισμό αρχής (23).
43. Επομένως, όταν δεσμεύσεις μιας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων αποδεικνύονται δυσανάλογες σε σχέση με τον σκοπό της Επιτροπής, που συνίσταται στην προστασία του ανταγωνισμού από νοθεύσεις, τότε η Επιτροπή δεν πρέπει να τις καθιστά υποχρεωτικές. Αντιθέτως, πρέπει να επισημαίνει στην επιχείρηση ή στις επιχειρήσεις τον δυσανάλογο χαρακτήρα και ενδεχομένως να ενθαρρύνει τροποποιήσεις των δεσμεύσεων. Επιπλέον, καθόσον μια δέσμη δεσμεύσεων μπορεί να διαχωρισθεί σε επιμέρους δεσμεύσεις, τίποτα δεν εμποδίζει την Επιτροπή να καθιστά υποχρεωτικό ένα μέρος μόνον των δεσμεύσεων (24).
44. Έντονη είναι πάντως η διάσταση απόψεων μεταξύ των διαδίκων ως προς το ποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις απορρέουν από την αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με αποφάσεις που αφορούν δεσμεύσεις κατά την έννοια του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003.
2. Προϋποθέσεις για την αναλογικότητα αποφάσεων που αφορούν δεσμεύσεις (πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
45. Το ζήτημα αν το Πρωτοδικείο εφάρμοσε τα ορθά κριτήρια κατά τον έλεγχο της αναλογικότητας της επίδικης αποφάσεως αποτελεί νομικό ζήτημα, το οποίο μπορεί να τεθεί στο πλαίσιο ενός λόγου αναιρέσεως (25).
46. Κατά πάγια νομολογία, από την αρχή της αναλογικότητας απορρέει ότι οι πράξεις των κοινοτικών θεσμικών οργάνων δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια του ενδεδειγμένου και αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει νομίμως η οικεία ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, οσάκις υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ πλειόνων ενδεδειγμένων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό, ενώ τα προξενούμενα μειονεκτήματα δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς (26).
47. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση λαμβάνει ως βάση ότι η αρχή της αναλογικότητας έχει, στο πλαίσιο σχετικών με δεσμεύσεις αποφάσεων κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003, τα ίδια αποτελέσματα όπως στο πλαίσιο σχετικών με απαγορεύσεις αποφάσεων κατά το άρθρο 7 αυτού του κανονισμού (27). Το άρθρο 7 και το άρθρο 9 έχουν, κατά την εκτίμηση του Πρωτοδικείου, τον ίδιο σκοπό. Η μοναδική ιδιομορφία του άρθρου 9 είναι ότι η Επιτροπή απαλλάσσεται από τη συνέχιση της διαδικασίας του άρθρου 85 ΕΚ και, ειδικότερα, από την υποχρέωση να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως (28).
48. Δικαιολογημένα η Επιτροπή αμφισβητεί την ορθότητα αυτής της προσεγγίσεως του ζητήματος από το Πρωτοδικείο.
49. Το Πρωτοδικείο δεν έλαβε δεόντως υπόψη την ύπαρξη θεμελιωδών διαφορών μεταξύ του άρθρου 9 και του άρθρου 7 του κανονισμού 1/2003, οι οποίες έχουν μεγάλη σημασία για τον έλεγχο της αναλογικότητας των αποφάσεων που λαμβάνει αντιστοίχως η Επιτροπή.
50. Αντιθέτως προς το άρθρο 7, το άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003 δεν αποτελεί μέσο διαπιστώσεως παραβιάσεων του ανταγωνισμού (29), αλλά απλώς και μόνον παρέχει τη δυνατότητα άρσεως τυχόν ενδοιασμών της Επιτροπής από απόψεως ανταγωνισμού για το μέλλον.
51. Χαρακτηριστικό του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003 είναι η προσπάθεια για την επίτευξη οικονομίας της διαδικασίας. Η Επιτροπή λύνει τα διαγνωσθέντα από αυτή προβλήματα ανταγωνισμού, χωρίς να έχει προηγουμένως προβεί σε διαπίστωση παραβάσεως (30), σε συνεργασία με τις οικείες επιχειρήσεις, στηριζόμενη εν προκειμένω στις γνωστοποιηθείσες εκουσίως δεσμεύσεις τους. Στο πλαίσιο αποφάσεως κατά το άρθρο 7, θα όφειλε, εν προκειμένω, να εξεύρει ενδεχομένως η ίδια τα κατάλληλα μέτρα αντιμετωπίσεως της καταστάσεως, πράγμα που θα απαιτούσε σε μεγάλο βαθμό από αυτή εκτεταμένες και χρονοβόρες έρευνες, καθώς και πλήρη εκτίμηση των περιστατικών.
52. Οι ιδιομορφίες του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003 επενεργούν διττώς στον έλεγχο της αναλογικότητας εκδιδομένων βάσει αυτής της διατάξεως αποφάσεων σχετικών με δεσμεύσεις.
53. Πρώτον, στο πλαίσιο του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003 πρέπει να τίθενται υψηλές απαιτήσεις ως προς την καταλληλότητα των δεσμεύσεων που καθίστανται υποχρεωτικές. Αν οι δεσμεύσεις αυτές δεν είναι προδήλως κατάλληλες για την εξάλειψη των διαγνωσθέντων από την Επιτροπή προβλημάτων ανταγωνισμού, τότε η Επιτροπή δικαιούται να τις απορρίψει. Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η σύμφωνα με τον σκοπό του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003 εξασφάλιση ταχείας και αποτελεσματικής επιλύσεως των σχετικών με τον ανταγωνισμό προβλημάτων από την Επιτροπή, χωρίς να απαιτείται μεγαλύτερος κόπος για έρευνες και εκτιμήσεις. Η Επιτροπή δεν έχει υποχρέωση να ασχολείται με δεσμεύσεις, η καταλληλότητα των οποίων θα μπορούσε να εκτιμηθεί μόνον κατόπιν διεξοδικής εξετάσεως εκ μέρους της.
54. Δεύτερον, κατά την εξέταση της αναγκαιότητας των δεσμεύσεων για την εξάλειψη των σχετικών με τον ανταγωνισμό προβλημάτων που διέγνωσε η Επιτροπή, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ του αν πρόκειται για τα συμφέροντα της επιχειρήσεως, η οποία δήλωσε ότι αναλαμβάνει δεσμεύσεις, ή αν αντιθέτως για τα συμφέροντα τρίτων.
55. Καίτοι τεκμαίρεται άνευ ετέρου ότι υφίσταται αναγκαιότητα ως προς τα συμφέροντα της επιχειρήσεως που δήλωσε ότι αναλαμβάνει δεσμεύσεις (εν προκειμένω η De Beers) (31), δεν τεκμαίρεται το ίδιο όταν πρόκειται για τα συμφέροντα τρίτων (εν προκειμένω της Alrosa). Πράγματι, οι δεσμεύσεις δεν προέρχονται από αυτούς, οπότε η εκούσια ανάληψη δεσμεύσεων δεν μπορεί να αποτελεί εγγύηση για τη διαφύλαξη των συμφερόντων τους. Αντιθέτως, όσον αφορά τα συμφέροντα τρίτων πρέπει πάντοτε να εξετάζεται αν οι δεσμεύσεις βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου για την εξάλειψη των σχετικών προβλημάτων ανταγωνισμού.
56. Βεβαίως, όσον αφορά αποφάσεις κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003, η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να αναζητεί η ίδια λιγότερο δραστικές εναλλακτικές λύσεις σε σχέση με τις δεσμεύσεις που της υποβλήθηκαν. Εντούτοις, οφείλει να εξετάζει όλες τις γνωστές σ’ αυτή εναλλακτικές λύσεις γι’ αυτές τις δεσμεύσεις –ιδίως, εν προκειμένω, για τις από κοινού δεσμεύσεις της De Beers και της Alrosa– ως προς το αν συνιστούν ηπιότερα μέσα για την επίλυση των διαγνωσθέντων προβλημάτων ανταγωνισμού, με τα οποία τα συμφέροντα τρίτων δεν θίγονται ή θίγονται σε μικρότερο βαθμό.
57. Εν προκειμένω, όμως, η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη μόνον εναλλακτικές λύσεις που είναι εξίσου κατάλληλες με τις υποβληθείσες σ’ αυτή δεσμεύσεις για την επίλυση των διαγνωσθέντων προβλημάτων ανταγωνισμού. Επομένως, τόσο οι όντως προταθείσες σ’ αυτή δεσμεύσεις όσο και οι ενδεχομένως εναλλακτικές προς αυτές λύσεις πρέπει να είναι προδήλως κατάλληλες για την επίλυση των προβλημάτων ανταγωνισμού (32).
58. Εσφαλμένως, επομένως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι κακώς η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη «εναλλακτικές λύσεις λιγότερο δεσμευτικές [για τις επιχειρήσεις] […] επικαλούμενη τη φερόμενη δυσκολία προσδιορισμού τους» (33). Πράγματι, σύμφωνα με το πνεύμα και τον σκοπό του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003, η εκτίμηση εναλλακτικών λύσεων δεν θα πρέπει να απαιτεί εκτεταμένες και χρονοβόρες έρευνες ή αξιολογήσεις. Η Επιτροπή μπορεί στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 9 να μη λαμβάνει υπόψη εναλλακτικές λύσεις, η καταλληλότητα των οποίων δεν θα μπορούσε να εξακριβωθεί με επαρκή ασφάλεια άνευ καταβολής μιας τέτοιας προσπάθειας.
59. Επομένως, διαφορετικά απ’ ό,τι εκτιμά το Πρωτοδικείο (34), είναι κάλλιστα δυνατό να απορρίπτει η Επιτροπή, στο πλαίσιο του άρθρου 9, ορισμένες οδούς για την εξεύρεση λύσεως, τις οποίες θα όφειλε να ακολουθήσει στο πλαίσιο του άρθρου 7 του κανονισμού 1/2003. Πράγματι, λόγω της επιδιωκόμενης οικονομίας της διαδικασίας η επιλογή των μέσων που μπορούν να ληφθούν υπόψη για την επίλυση ενός προβλήματος ανταγωνισμού έχει την τάση να είναι πιο περιορισμένη στο πλαίσιο του άρθρου 9 απ’ ό,τι ενδεχομένως θα ήταν στο πλαίσιο του άρθρου 7.
60. Το γενικό συμφέρον, το οποίο συνίσταται στην εξεύρεση κατά το δυνατό ταχείας και σύμφωνης προς την οικονομία της διαδικασίας λύσεως για προβλήματα ανταγωνισμού, δικαιολογεί τον περιορισμό της επιλογής των μέτρων που μπορούν να ληφθούν στο πλαίσιο του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003. Επιχειρήσεις, που δηλώνουν ότι αναλαμβάνουν δεσμεύσεις, αποδέχονται εν γνώσει τους το ενδεχόμενο οι παραχωρήσεις τους να βαίνουν πιθανώς πέραν αυτού που η Επιτροπή θα μπορούσε να τους επιβάλει κατόπιν ενδελεχούς εξετάσεως με απόφαση εκδιδόμενη κατά το άρθρο 7 του κανονισμού 1/2003. Ως αντάλλαγμα, επιτυγχάνουν ταχέως, με την αναστολή της διεξαγόμενης κατ’ αυτών βάσει του διέποντος τη διαδικασία δικαίου των συμπράξεων επιχειρήσεων, ασφάλεια δικαίου και μπορούν να αποφύγουν τη βλαπτική γι’ αυτές διαπίστωση παραβάσεως του ανταγωνισμού, καθώς και ενδεχομένως επαπειλούμενη επιβολή χρηματικού προστίμου.
61. Οι τρίτοι, επίσης, ωφελούνται ως επί το πλείστον από το ότι μια επιχείρηση κάνει σχετικώς μεγάλες παραχωρήσεις στην Επιτροπή προς αποτροπή εκδόσεως αποφάσεως επιβάλλουσας απαγόρευση. Όπως όμως δείχνει παραστατικά η εν προκειμένω περίπτωση, δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003 μπορούν κάποτε να αποβαίνουν σε βάρος των συμφερόντων τρίτων. Αυτό συμβαίνει ιδίως, όταν στον τρίτο δημιουργήθηκε η εμπιστοσύνη ότι θα συνεχισθεί μια δημιουργούσα ενδοιασμούς από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού πρακτική μιας επιχειρήσεως με δεσπόζουσα θέση. Λαμβανομένου πάντως υπόψη του γενικού συμφέροντος για ανόθευτο ανταγωνισμό, η εμπιστοσύνη αυτή είναι άξια προστασίας σε περιορισμένη μόνον έκταση.
62. Μη λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις ιδιομορφίες της κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003 διαδικασίας, το Πρωτοδικείο εφάρμοσε ως προς την επίδικη απόφαση ένα υπερβολικά αυστηρό κριτήριο αναλογικότητας και, ως εκ τούτου, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Αυτή η πλάνη περί το δίκαιο είχε ως αποτέλεσμα την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως. Επομένως, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι βάσιμο και δικαιολογεί την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
3. Συγκεκριμένη εξέταση της αναλογικότητας της σχετικής με τις δεσμεύσεις αποφάσεως (δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)
63. Η Επιτροπή διατυπώνει, επίσης, σειρά λεπτομερών επικριτικών παρατηρήσεων κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες αφορούν τη συγκεκριμένη εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στην υπό κρίση περίπτωση. Αντικείμενο της ασκούμενης κριτικής είναι η εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των εναλλακτικών λύσεων σε σχέση με τις ατομικές δεσμεύσεις της De Beers που κατέστησαν υποχρεωτικές. Το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι η Επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη αυτές τις εναλλακτικές λύσεις (35).
64. Η Alrosa αμφισβητεί κατ’ αρχάς συλλήβδην το παραδεκτό των ισχυρισμών της Επιτροπής, δεδομένου ότι με αυτούς τίθεται μόνον το ζήτημα αν το Πρωτοδικείο προέβη ορθώς στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
65. Είναι αληθές ότι η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα και το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει με τη δική του εκτίμηση των περιστατικών και των αποδείξεων το Πρωτοδικείο (36). Πράγματι, κατά το άρθρο 225, παράγραφος 1, ΕΚ και το άρθρο 58, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, μόνον το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά –εκτός αν η ανακρίβεια των διαπιστώσεών του απορρέει από έγγραφα της δικογραφίας που του υποβλήθηκαν– και να εκτιμήσει τα περιστατικά αυτά (37).
66. Όντως, εκ πρώτης όψεως εμφανίζεται η Επιτροπή ως έχουσα την πρόθεση να χρησιμοποιήσει το εν λόγω δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως απλώς και μόνον ως πρόσχημα για να θέσει το ζήτημα αν το Πρωτοδικείο προέβη ορθώς στην εκτίμηση των περιστατικών και των αποδείξεων, πράγμα που είναι απαράδεκτο στην κατ’ αναίρεση διαδικασία.
67. Κατ’ ακριβέστερη όμως θεώρηση, από τις –σε υπερβολικό βαθμό μακροσκελώς διατυπωθείσες– αιτιάσεις της Επιτροπής συνάγεται ότι αυτή προσάπτει στο Πρωτοδικείο, μεταξύ άλλων, ότι κατά την εξέταση της αναλογικότητας της επίδικης αποφάσεως υπερέβη τα όρια του δικαστικού ελέγχου. Το ζήτημα αυτό, στο οποίο επικεντρώνω εφεξής την προσοχή μου (βλ. υπό α), είναι νομικό ζήτημα (38), που μπορεί να εξετασθεί στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας. Με τα άλλα σημεία των επικρίσεων της Επιτροπής θα ασχοληθώ δια βραχέων στη συνέχεια (βλ. υπό β).
α) Επί της υπερβάσεως των ορίων του δικαστικού ελέγχου από το Πρωτοδικείο
68. Η Επιτροπή προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο, υποκαθιστώντας με τη δική του εκτίμηση των συνθηκών της αγοράς την Επιτροπή, υπερέβη τα όρια του δικαστικού ελέγχου. Η αιτίαση αυτή στρέφεται ιδίως κατά των σκέψεων 134, 135, 138 και 153 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Πρωτοδικείο εξέτασε τις διάφορες εναλλακτικές λύσεις σε σχέση με τις ατομικές δεσμεύσεις της De Beers. Συναφώς, πρόκειται, αφενός, για τις από κοινού δεσμεύσεις της De Beers και της Alrosa και, αφετέρου, για την πρόταση της Alrosa να θέτει σε δημοπρασία υπέρ του πλειοδοτούντος μέρος των ακατέργαστων διαμαντιών της.
69. Προκειμένου να εξακριβωθεί αν ευσταθεί αυτή η αιτίαση, πρέπει, αφενός, να εξετασθεί αν η Επιτροπή είχε εν προκειμένω περιθώριο εκτιμήσεως κατά την αξιολόγηση των δεσμεύσεων που πρότεινε η De Beers και, αφετέρου, αν το Πρωτοδικείο έθιξε αυτό το περιθώριο εκτιμήσεως.
i) Ύπαρξη περιθωρίου εκτιμήσεως της Επιτροπής
70. Η εξέταση του ζητήματος αν ορισμένα μέτρα είναι κατάλληλα και αναγκαία για την εξάλειψη ενός διαγνωσθέντος από την Επιτροπή προβλήματος ανταγωνισμού απαιτεί περίπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις. Προς τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως (39).
71. Αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Πρωτοδικείο (40), δεν υφίσταται ως προς την εκτίμηση δεσμεύσεων επιχειρήσεων καμία θεμελιώδης διαφορά μεταξύ διαδικασιών κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003 και διαδικασιών ελέγχου των συγχωνεύσεων. Πράγματι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις η Επιτροπή καλείται να λάβει απόφαση έχουσα τον χαρακτήρα προγνώσεως, με την οποία θα πρέπει να εκτιμηθεί πώς θα εμφανίζεται η μελλοντική λειτουργία της αγοράς υπό το πρίσμα των δεσμεύσεων. Το γεγονός ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003, «υφιστάμενες πρακτικές» δίνουν την αφορμή για την κίνηση της διαδικασίας ουδόλως μεταβάλλει την αναγκαιότητα για μια «οικονομική ανάλυση των προοπτικών» αναφορικά με τις αναμενόμενες επιπτώσεις των δεσμεύσεων στη λειτουργία της αγοράς.
72. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο ήταν υποχρεωμένο να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή έχει, στο πλαίσιο του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003, το ίδιο περιθώριο εκτιμήσεως με αυτό που διαθέτει κατά τη νομολογία όσον αφορά την εκτίμηση δεσμεύσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των συγχωνεύσεων (41).
73. Το συμπέρασμα αυτό δεν επηρεάζεται ούτε από τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι η Επιτροπή ουδόλως «πραγματοποίησε περίπλοκη οικονομική ανάλυση» (42) εν προκειμένω. Πράγματι, η διαπίστωση του Πρωτοδικείου αφορά μόνον την «εύρεση εναλλακτικών λύσεων», στην οποία η Επιτροπή, κατά το Πρωτοδικείο, δεν θέλησε να προβεί. Η Επιτροπή όμως, όπως ήδη μνημονεύθηκε, ουδόλως υποχρεούται, στο πλαίσιο του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003, να αναζητήσει η ίδια τέτοιες εναλλακτικές λύσεις σε σχέση με τις προταθείσες σ’ αυτή δεσμεύσεις.
74. Αποφασιστικής σημασίας είναι –και αυτό δεν το λαμβάνει δεόντως υπόψη το Πρωτοδικείο– το ότι η Επιτροπή πρέπει πριν από την έκδοση οποιασδήποτε αποφάσεως κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003 να προβαίνει σε αξιολόγηση της καταστάσεως της αγοράς, στην οποία εντάσσονται οι προτεινόμενες σ’ αυτή δεσμεύσεις. Πρέπει να εξετάζει ποιες επιπτώσεις θα έχουν οι δεσμεύσεις αυτές στη μελλοντική λειτουργία της αγοράς και αν οι γνωστές σ’ αυτή εναλλακτικές λύσεις είναι εξίσου κατάλληλες για να εξαλειφθεί το διαγνωσθέν πρόβλημα ανταγωνισμού. Αυτό και μόνον απαιτεί περίπλοκες οικονομικές αναλύσεις. Το Πρωτοδικείο δεν διαπίστωσε ότι η Επιτροπή παρέλειψε εν προκειμένω να προβεί σε μια τέτοια εκτίμηση της λειτουργίας της αγοράς και των γνωστών σ’ αυτή εναλλακτικών λύσεων σε σχέση με τις ατομικές δεσμεύσεις της De Beers.
75. Επομένως, γεγονός παραμένει ότι υφίστατο εν προκειμένω περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής, το οποίο αυτή και εξάντλησε. Στη συνέχεια, θα εξετασθεί αν το Πρωτοδικείο, κατά τις αιτιάσεις της Επιτροπής, έθιξε αυτό το περιθώριο εκτιμήσεως.
ii) Επί της εκ μέρους του Πρωτοδικείου προσβολής του περιθωρίου εκτιμήσεως της Επιτροπής
76. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι «η [επίδικη] απόφαση πάσχει πλάνη εκτιμήσεως, η οποία, επιπλέον, είναι πρόδηλη» (43). Εξεταστέο είναι αν με αυτή τη διαπίστωση το Πρωτοδικείο τήρησε τις κατά νόμο προϋποθέσεις ή αντιθέτως υπερέβη τα όρια του δικαστικού ελέγχου αποφάσεων της Επιτροπής.
77. Η ύπαρξη περιθωρίου εκτιμήσεως επί οικονομικών ζητημάτων δεν σημαίνει ότι το κοινοτικό δικαστήριο θα πρέπει να απέχει από οποιονδήποτε έλεγχο της ερμηνείας οικονομικών δεδομένων, στην οποία προβαίνει η Επιτροπή. Αντιθέτως, έχει την εξουσία να ελέγχει την ουσιαστική νομιμότητα αποφάσεων της Επιτροπής ως προς το υποστατό των πραγματικών περιστατικών και ως προς την έλλειψη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως (44). Συναφώς, οφείλει να ελέγχει όχι μόνον την ακρίβεια των προβαλλομένων αποδεικτικών στοιχείων, την αξιοπιστία και τη συνοχή τους, αλλ’ οφείλει επίσης να ελέγχει αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των ληπτέων υπόψη ουσιωδών στοιχείων για την εκτίμηση σύνθετης καταστάσεως και αν είναι ικανά να θεμελιώσουν τα εξ αυτών αρυόμενα συμπεράσματα (45).
78. Επομένως, το Πρωτοδικείο δικαιούνταν να εξετάσει αν τα διαπιστωθέντα από την Επιτροπή περιστατικά ήταν ικανά να θεμελιώσουν τα αρυόμενα από αυτή συμπεράσματα, ήτοι ότι οι ατομικές δεσμεύσεις της De Beers ήταν όχι μόνον κατάλληλες, αλλά και απαραίτητες για να εξαλειφθεί το διαγνωσθέν πρόβλημα ανταγωνισμού.
79. Όπως ορθώς εξέθεσε εν προκειμένω το Πρωτοδικείο, η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί από την Επιτροπή, πριν αυτή λάβει απόφαση επί των δεσμεύσεων, να εξετάζει την καταλληλότητα, γνωστών σ’ αυτή, λιγότερο επαχθών μέτρων. Μόνον όταν αυτά τα λιγότερο επαχθή μέτρα αποδεικνύονται ακατάλληλα για να αρθούν οι σχετικές με τον ανταγωνισμό αντιρρήσεις της, μπορεί να προβεί στην επιλογή του τρόπου ενεργείας με τα περισσότερο δεσμευτικά αποτελέσματα (46).
80. Εν προκειμένω, δεν υφίσταται διαφωνία ως προς το ότι η Επιτροπή γνώριζε ότι υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις με λιγότερο δραστικές επιπτώσεις για τα συμφέροντα της Alrosa, ιδίως δε μάλιστα οι από κοινού δεσμεύσεις της De Beers και της Alrosa (47). Η Επιτροπή κατέληξε όμως στο συμπέρασμα –ιδίως βάσει των πορισμάτων της έρευνας αγοράς στην οποία προέβη– ότι τέτοιες εναλλακτικές λύσεις δεν ήταν κατάλληλες για να εξαλειφθούν τα διαγνωσθέντα από αυτή προβλήματα ανταγωνισμού (48).
81. Μόνον αν αυτό το τελευταίο συμπέρασμα της Επιτροπής δεν είχε ως έρεισμα τα διαπιστωθέντα από αυτή περιστατικά, θα μπορούσε το Πρωτοδικείο να διαπιστώσει την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως.
82. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτές τις προϋποθέσεις.
83. Σε κανένα σημείο της αποφάσεώς του δεν καταλήγει το Πρωτοδικείο στο συμπέρασμα ότι το συναχθέν από την Επιτροπή συμπέρασμα δεν ερείδεται στα διαπιστωθέντα από αυτή περιστατικά. Το Πρωτοδικείο εκφράζει απλώς την αποκλίνουσα εκτίμησή του σε σχέση με την καταλληλότητα των εναλλακτικών δυνατοτήτων εξευρέσεως λύσεως για τα διαγνωσθέντα από την Επιτροπή προβλήματα ανταγωνισμού.
84. Ακριβώς όμως προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη πλάνης εκτιμήσεως, δεν αρκεί μόνον το ότι η κρίση του Πρωτοδικείου διαφέρει από την άποψη της Επιτροπής. Πράγματι, όταν τα πραγματικά περιστατικά και το αποδεικτικό υλικό παρέχουν προφανώς τη δυνατότητα ποικίλων βάσιμων εκτιμήσεων, δεν μπορεί να επικρίνεται από απόψεως εφαρμογής δικαίου το ότι η Επιτροπή επέλεξε μια από αυτές, έστω κι αν αυτή δεν είναι η προτιμηθείσα από το Πρωτοδικείο. Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως υφίσταται μόνον όταν, λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών και του αποδεικτικού υλικού, τα συναχθέντα από την Επιτροπή συμπεράσματα δεν μπορούν πλέον να ευσταθούν (49), δηλαδή όταν δεν διαγιγνώσκεται καμία λογική βάση γι’ αυτά (50).
85. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο δεν παραθέτει στοιχεία ως προς το ότι τα συναχθέντα από την Επιτροπή συμπεράσματα ήταν αβάσιμα. Αντιθέτως, περιορίζεται ουσιαστικά σε αόριστες υποθέσεις και προσωρινές εκτιμήσεις. Συγκεκριμένα, εκθέτει ότι οι από κοινού δεσμεύσεις της De Beers και της Alrosa «μπορούσαν εκ πρώτης όψεως να θεωρηθούν ικανές να ανταποκριθούν στις αντιρρήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή» (51), ότι η De Beers «δύσκολα» μπορούσε να επηρεάσει τις τιμές της Alrosa και ότι ο συντονισμός της πολιτικής τιμών των De Beers και Alrosa «δύσκολα μπορούσε να πραγματοποιηθεί» (52).
86. Από τις εκτιμήσεις που περιέχονται στην απόφαση του Πρωτοδικείου δεν καθίσταται σαφές αν οι από κοινού δεσμεύσεις της De Beers και της Alrosa ήταν προδήλως κατάλληλες να εξαλείψουν τα διαγνωσθέντα από την Επιτροπή προβλήματα ανταγωνισμού, πολλώ δε μάλλον αν ήταν εξίσου κατάλληλες με τις ατομικές δεσμεύσεις της De Beers, που κατέστησαν τελικώς υποχρεωτικές από την Επιτροπή. Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο έκρινε επαρκές το ότι μια εναλλακτική λύση «περιόρι[ζ]ε [...] τους κινδύνους στρεβλώσεως του ανταγωνισμού (53) και δεν «έθι[γ]ε κατ’ ανάγκη» την εκπλήρωση των σκοπών που επιδιώκει η Επιτροπή (54). Ορθότερα, όμως, το Πρωτοδικείο έπρεπε να κρίνει θετικά ότι οι από κοινού δεσμεύσεις της De Beers και της Alrosa ήταν επαρκείς για να αποκλεισθούν οι κίνδυνοι στρεβλώσεως του ανταγωνισμού και να επιτευχθούν οι σκοποί της Επιτροπής που αποβλέπουν στην προστασία του ανταγωνισμού.
87. Επομένως, η κρίση του Πρωτοδικείου δεν ανταποκρίνεται στις, όπως εκτέθηκαν ανωτέρω, κατά νόμο προϋποθέσεις του ελέγχου της αναλογικότητας στο πλαίσιο του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003 (55).
88. Με τις εκτιμήσεις του, εξάλλου, για τις από κοινού δεσμεύσεις της De Beers και της Alrosa, το Πρωτοδικείο εγκαταλείπει το πεδίο του ελέγχου της αναλογικότητας μιας αποφάσεως της Επιτροπής και προβαίνει στην πραγματικότητα σε δική του αξιολόγηση περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων. Αυτό συμβαίνει για παράδειγμα με την εκτίμηση του Πρωτοδικείου ότι μια μείωση των πωλήσεων ακατέργαστων διαμαντιών από την Alrosa στην De Beers από το 2009 στο 35 % της πωληθείσας το 2004 ποσότητας (αντίστοιχης αξίας 275 εκατομμυρίων USD) κατέστησε δυνατή στους τρίτους την αποτελεσματική πρόσβαση σε μια εναλλακτική και ανεξάρτητη πηγή εφοδιασμού (56). Το ίδιο ισχύει ως προς την αξιολόγηση της προτάσεως της Alrosa να θέτει κάθε έτος σε δημοπρασία υπέρ του πλειοδοτούντος ένα μέρος των ακατέργαστων διαμαντιών της (57). Τέτοιες κρίσεις, στην περίπτωση κατά την οποία θα αποτελούσαν κάτι περισσότερο από απλές εκτιμήσεις, θα έχρηζαν ενδελεχούς αναλύσεως των συνθηκών της αγοράς, για την οποία όμως όχι το Πρωτοδικείο, αλλά η Επιτροπή είναι αρμόδια.
89. Στο πλαίσιο της κατ’ αναίρεση διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν οφείλει να αναλάβει το έργο διαιτητή για τις αντιτιθέμενες οικονομικές θεωρήσεις του Πρωτοδικείου και της Επιτροπής και να κρίνει αν πρέπει να προτιμηθούν οι εκτιμήσεις του ενός ή της άλλης σε σχέση με την καταλληλότητα εναλλακτικών δυνατοτήτων εξευρέσεως λύσεως. Αυτό πράγματι θα σήμαινε ότι το Δικαστήριο υποκαθιστά απαραδέκτως με την εκτίμησή του την Επιτροπή και το Πρωτοδικείο και προβαίνει σε αξιολόγηση περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων.
90. Αποφασιστικής σημασίας είναι μόνον το ότι το Πρωτοδικείο υποκατέστησε εν προκειμένω την Επιτροπή στην εκτίμησή της και επομένως υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, θίγοντας το περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής (58). Συνεπώς, η αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή. Δεδομένου ότι αυτή η πλάνη περί το δίκαιο του Πρωτοδικείου προκάλεσε την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως, δικαιολογεί επίσης την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
β) Επί των λοιπών επικρίσεων της Επιτροπής σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο έκρινε το Πρωτοδικείο
91. Στη συνέχεια, θα εξετάσω τα απομένοντα σημεία των επικρίσεων της Επιτροπής στο πλαίσιο του εν λόγω δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
i) Επί της προβαλλόμενης «παραμορφώσεως του περιεχομένου της προσωρινής έρευνας»
92. Η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι «παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προσωρινής της έρευνας της υποθέσεως». Αγνόησε το γεγονός ότι μεταξύ της De Beers και της Alrosa, τελείως ανεξάρτητα από τις σχεδιαζόμενες συμφωνίες βάσει συμβάσεως, εξακολουθούσαν να υφίστανται ad hoc πωλήσεις του τύπου «βουλόμενος αγοραστής/βουλόμενος πωλητής» [«willing buyer/willing seller»]. Το Πρωτοδικείο θεώρησε αυτές τις ad hoc πωλήσεις ως απλώς παρελθούσα πρακτική, χωρίς όμως να λάβει υπόψη τα νυν υφιστάμενα αποτελέσματά τους.
93. Η αιτίαση αυτή διατυπώνεται παραδεκτώς, διότι με αυτή προβάλλεται παραμόρφωση πραγματικών περιστατικών ή αποδεικτικών στοιχείων (59).
94. Κατ’ ουσίαν, όμως, η αιτίαση της παραμορφώσεως των περιστατικών ή των αποδεικτικών στοιχείων είναι αβάσιμη. Πράγματι, παραμόρφωση του περιεχομένου των αποδεικτικών στοιχείων υπάρχει όταν, χωρίς να διεξαχθούν νέες αποδείξεις, προκύπτει ότι η εκτίμηση των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων είναι προδήλως εσφαλμένη (60). Αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
95. Βεβαίως, το Πρωτοδικείο μνημόνευσε αποσπασματικώς στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με τις ad hoc πωλήσεις, την «ύπαρξη ιστορικών σχέσεων» μεταξύ της De Beers και της Alrosa και αναφέρθηκε στην «προγενέστερ[η] πρακτικ[ή]» των δύο επιχειρήσεων (61). Η απόφαση δεν περιέχει όμως κανένα σαφές στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο εξέλαβε τις ad hoc πωλήσεις αποκλειστικώς ως φαινόμενο του παρελθόντος και όχι ως συνεχιζόμενη πρακτική των δύο επιχειρήσεων.
96. Επομένως, η αιτίαση αυτή της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
ii) Επί της μονομερούς εκτιμήσεως των ισχυρισμών και των συμφερόντων της Alrosa
97. Η Επιτροπή ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραλείπει να λάβει υπόψη τα πορίσματα της έρευνας αγοράς. Το Πρωτοδικείο λαμβάνει μονομερώς υπόψη τα συμφέροντα και τις απόψεις της Alrosa και τους αποδίδει υπερβολικά μεγάλη βαρύτητα, ενώ δεν λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα του ανταγωνισμού. Η απόφαση αντιπαρέρχεται πολυάριθμους ισχυρισμούς της Επιτροπής και περιορίζεται ουσιαστικώς στην κρίση ότι ο έλεγχος της αναλογικότητας έχει αντικειμενικό χαρακτήρα (62).
98. Όπως διευκρινίζει η Επιτροπή με το υπόμνημά της απαντήσεως, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να νοηθεί ως αιτίαση που αφορά έλλειψη αιτιολογίας. Θεωρεί ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αντιφατική και ανεπαρκώς αιτιολογημένη.
99. Το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου είναι αντιφατική ή ανεπαρκής αποτελεί νομικό ζήτημα, το οποίο μπορεί, ως τοιούτο, να προβληθεί στο πλαίσιο μιας αιτήσεως αναιρέσεως (63).
100. Από ουσιαστικής απόψεως, εντούτοις, η υποχρέωση του Πρωτοδικείου να αιτιολογεί τις αποφάσεις του δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως συνεπαγόμενη την υποχρέωσή του να απαντά λεπτομερώς σε κάθε επιχείρημα που προβάλλει ένας διάδικος (64). Αντιθέτως, πρέπει να θεωρείται επαρκές το ότι η συλλογιστική του Πρωτοδικείου προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο από την αιτιολογία της αποφάσεως, ούτως ώστε οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η απόφαση αυτή και το Δικαστήριο να δύναται να ασκήσει τον δικαστικό έλεγχό του (65).
101. Το Πρωτοδικείο τήρησε εν προκειμένω αυτές τις προϋποθέσεις. Ο αναγνώστης μπορεί εύκολα να διαγνώσει για ποιους λόγους το Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την προσφυγή της Alrosa. Ούτε η Επιτροπή είχε καμία δυσκολία να κατανοήσει αυτή την αιτιολογία της αποφάσεως και να προσβάλει την απόφαση με μια μακροσκελή αίτηση αναιρέσεως.
102. Νομίζω ότι στην πραγματικότητα οι επικρίσεις της Επιτροπής στόχο έχουν όχι τόσο την απαιτούμενη αιτιολόγηση και, επομένως, την από τυπικής απόψεως νομιμότητα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όσο την από ουσιαστικής απόψεως ορθότητά της. Το γεγονός και μόνον ότι το Πρωτοδικείο καταλήγει από ουσιαστικής απόψεως σε διαφορετικό απ’ ό,τι η αναιρεσείουσα συμπέρασμα δεν μπορεί πάντως να συνιστά έλλειψη αιτιολογίας (66).
103. Επομένως, η αιτίαση της ελλείψεως αιτιολογίας είναι αβάσιμη.
iii) Επί του από νομικής απόψεως εσφαλμένου χαρακτηρισμού της δημοσιεύσεως κατά το άρθρο 27, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003
104. Επιπλέον, η Επιτροπή προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο δεν εκτίμησε δεόντως την ανακοίνωσή της στην Επίσημη Εφημερίδα βάσει του άρθρου 27, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003 (67). Η αιτίασή της στρέφεται κατά των σκέψεων 136 και 192 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου το Πρωτοδικείο συνάγει από την ύπαρξη απλώς αυτής της δημοσιεύσεως ότι η ίδια η Επιτροπή εκτίμησε ότι οι από κοινού δεσμεύσεις της De Beers και της Alrosa «ανταποκρίνονται εκ πρώτης όψεως» στις σχετικές με τον ανταγωνισμό αντιρρήσεις της. Η Επιτροπή φρονεί ότι αυτό συνιστά είτε παραμόρφωση πραγματικών περιστατικών είτε νομικώς εσφαλμένο χαρακτηρισμό της ανακοινώσεώς της στην Επίσημη Εφημερίδα.
105. Τόσο η ενδεχόμενη παραμόρφωση όσο και ο νομικός χαρακτηρισμός πραγματικών περιστατικών μπορούν να ελεγχθούν στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας (68). Επομένως, η αιτίαση αυτή της Επιτροπής προβάλλεται παραδεκτώς.
106. Η Επιτροπή έχει και κατ’ ουσίαν δίκαιο, προβάλλοντας αυτή την αιτίαση.
107. Το Πρωτοδικείο επιχειρεί με τις σκέψεις 136, 192 και 194 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως να μην αποσυνδεθεί η Επιτροπή από την αρχική της αξιολόγηση των από κοινού δεσμεύσεων της De Beers και της Alrosa. Εκτιμά ότι η αξιολόγηση αυτή αποτελεί ένδειξη για το ότι οι από κοινού δεσμεύσεις ήταν κατάλληλες για να εξαλειφθούν τα διαγνωσθέντα από την Επιτροπή προβλήματα ανταγωνισμού.
108. Συναφώς, το Πρωτοδικείο δεν λαμβάνει δεόντως υπόψη ότι κατά κανόνα μια ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα κατά το άρθρο 27, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003 δεν μπορεί να στηρίζεται παρά σε προσωρινή εκτίμηση της Επιτροπής. Η έννοια και ο σκοπός αυτής της ανακοινώσεως είναι να δοθεί η δυνατότητα σε ενδιαφερομένους τρίτους, στο πλαίσιο της έρευνας αγοράς, να διατυπώσουν τις απόψεις τους αναφορικά με προτεινόμενη ανάληψη δεσμεύσεων. Υπό το πρίσμα των πορισμάτων αυτής της έρευνας αγοράς, η Επιτροπή πρέπει να επανεξετάσει την προσωρινή της εκτίμηση της καταστάσεως στην αγορά και να αξιολογήσει εκ νέου την καταλληλότητα των δεσμεύσεων για την εξάλειψη των διαγνωσθέντων από αυτή προβλημάτων ανταγωνισμού. Εν προκειμένω, η έρευνα αγοράς δεν είναι αναγκαίο να φέρνει στην επιφάνεια νέα περιστατικά ή να δημιουργεί νέους ενδοιασμούς. Μια μεταβολή αξιολογήσεως μπορεί επίσης να προκύπτει από γνωστά περιστατικά και από γνωστούς ενδοιασμούς, η δε από απόψεως ανταγωνισμού κατάσταση μπορεί τελικώς να συνάγεται από τα πορίσματα της έρευνας αγοράς. Η έρευνα αγοράς θα αποτελούσε ανούσια διαδικασία, αν δεν μπορούσε να έχει ως συνέπεια μεταβολή της αρχικής θέσεως της Επιτροπής.
109. Αν το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ως κριτήριο για τον έλεγχο της νομιμότητας μιας αποφάσεως της Επιτροπής μια ανακοίνωση αιτιάσεων (69), κατά μείζονα λόγο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει μια ανακοίνωση κατά το άρθρο 27, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003. Πράγματι, μια τέτοια ανακοίνωση εκφράζει απλώς την προσωρινή εκτίμηση της Επιτροπής, είναι πολύ λιγότερο λεπτομερής και στηρίζεται μόνο σε μια συνοπτική εξέταση της περιπτώσεως.
110. Εν προκειμένω, εξάλλου, από το κείμενο της ανακοινώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα (70) διαφαίνεται επίσης σαφώς ότι η Επιτροπή δεν είχε ακόμη προβεί σε οριστική αξιολόγηση των από κοινού δεσμεύσεων που της πρότειναν οι De Beers και Alrosa. Μολονότι το Πρωτοδικείο είχε σαφώς γνώση του περιεχομένου αυτής της προτάσεως (71), δεν συνάγει από αυτό με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα αναγκαία συμπεράσματα όσον αφορά τον προσωρινό χαρακτήρα των περιεχομένων στην ανακοίνωση αξιολογήσεων της Επιτροπής.
111. Επομένως, εκλαμβάνοντας την ανακοίνωση της Επιτροπής στην Επίσημη Εφημερίδα ως στοιχείο υπέρ της καταλληλότητας των από κοινού δεσμεύσεων της De Beers και της Alrosa, το Πρωτοδικείο προέβη σε νομικώς εσφαλμένο χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών.
112. Επομένως, η αφορώσα την ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη. Θεωρούμενη πάντως αυτοτελώς αυτή η πλάνη περί το δίκαιο, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, διότι η αναφορά σ’ αυτή την ανακοίνωση συνιστά ένα μόνον από τα περισσότερα στοιχεία της συλλογιστικής, στην οποία στήριξε το Πρωτοδικείο τις εκτιμήσεις του για την ύπαρξη και την καταλληλότητα εναλλακτικών λύσεων (72).
iv) Επί των προβαλλομένων παραβάσεων του άρθρου 82 ΕΚ
113. Τέλος, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο δύο παραβάσεις του άρθρου 82 ΕΚ στο πλαίσιο του ελέγχου του της αναλογικότητας.
114. Αντικείμενο αυτών των αιτιάσεων είναι τα εκτιθέμενα από το Πρωτοδικείο όσον αφορά ενδεχομένως εναλλακτικές λύσεις σε σχέση με τις ατομικές δεσμεύσεις της De Beers που κατέστησαν υποχρεωτικές. Η Επιτροπή βάλλει ειδικότερα κατά των σκέψεων 152 και 153 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Πρωτοδικείο διατυπώνει τις εκτιμήσεις του ως προς την πρόταση της Alrosa να προβαίνει ετησίως σε δημοπρασία μέρους των ακατέργαστων διαμαντιών της υπέρ του πλειοδοτούντος. Πρώτον, το Πρωτοδικείο ουδόλως έλαβε υπόψη ότι η De Beers όχι μόνον είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής στην αγορά των ακατέργαστων διαμαντιών, αλλά και ο μεγαλύτερος παραγωγός στην ίδια αυτή αγορά. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο αντιπαρήλθε το γεγονός ότι και δημοπρασίες υπέρ του πλειοδοτούντος δεν μπορούν να εμποδίσουν την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως κατά την υποβολή προσφορών.
115. Σε αντίθεση προς την Alrosa, δεν θεωρώ ότι οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες. Ουδόλως πρόκειται για πρόσχημα, που σκοπό έχει να τεθεί υπό αμφισβήτηση η εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων. Αντιθέτως, με αυτόν τον ισχυρισμό τίθεται το νομικό ζήτημα αν το Πρωτοδικείο εφάρμοσε τα ορθά κριτήρια κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 82 ΕΚ (73) και αν αγνόησε σημαντικές από νομικής απόψεως πτυχές.
– Ως προς το ότι δεν ελήφθη υπόψη η θέση της De Beers ως παραγωγού
116. Η πρώτη, στηριζόμενη στο άρθρο 82 ΕΚ, αιτίαση στρέφεται ειδικά κατά της σκέψεως 153 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο χαρακτηρίζει την De Beers ως τον «σημαντικότερο αγοραστή της οικείας αγοράς», χωρίς πάντως να το απασχολήσει το γεγονός ότι η De Beers είναι επίσης ο μεγαλύτερος παραγωγός στην ίδια αυτή αγορά.
117. Ορθώς η Επιτροπή επικρίνει αυτόν τον τρόπο προσεγγίσεως του ζητήματος.
118. Βεβαίως, το Πρωτοδικείο είχε απολύτως γνώση του γεγονότος ότι τόσο η De Beers όσο και η Alrosa είναι παραγωγοί ακατέργαστων διαμαντιών (74). Εξοστράκισε όμως πλήρως αυτό το γεγονός κατά την εξέταση ενδεχομένων εναλλακτικών λύσεων σε σχέση με τις ατομικές δεσμεύσεις της De Beers που κατέστησαν υποχρεωτικές. Στα κρίσιμα χωρία του σκεπτικού της αποφάσεως η De Beers χαρακτηρίζεται αποκλειστικώς ως ο σημαντικότερος ή ως ο μεγαλύτερος αγοραστής στην αγορά, στην οποία η Alrosa, κατά την εκτίμηση του Πρωτοδικείου, θα εξακολουθεί να έχει πρόσβαση (75).
119. Συναφώς, το Πρωτοδικείο δεν λαμβάνει δεόντως υπόψη ότι για την υπό το πρίσμα του δικαίου του ανταγωνισμού εκτίμηση μιας από μακρού υφιστάμενης σχέσεως προμήθειας μεταξύ δύο επιχειρήσεων έχει μεγάλη διαφορά το αν μεταξύ αυτών των δύο επιχειρήσεων υπάρχει ή όχι μια πραγματική ή εν δυνάμει σχέση ανταγωνισμού.
120. Πράγματι, όταν αμφότερες οι επιχειρήσεις ασκούν δραστηριότητα ως παραγωγοί στην ίδια αγορά, δεν ανταποκρίνεται κατ’ αρχήν σε μια κανονική ανταγωνιστική συμπεριφορά μια από αυτές να αγοράζει συστηματικά όλη την παραγωγή της άλλης –ή εν πάση περιπτώσει ένα αξιόλογο μέρος της– ιδίως όταν ο αγοραστής κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά. Αυτό το παραδέχθηκε και η Alrosa, ερωτηθείσα κατά την επ’ ακροστηρίου συζήτηση.
121. Ασφαλώς, μια επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση στην αγορά έχει το δικαίωμα να διασφαλίζει τα δικά της εμπορικά συμφέροντα. Το άρθρο 82 ΕΚ, όμως, δεν επιτρέπει μια συμπεριφορά επιχειρήσεως με δεσπόζουσα θέση στην αγορά που αποσκοπεί στην ενίσχυση της δεσπόζουσας θέσεώς της και την καταχρηστική εκμετάλλευση αυτής (76).
122. Υπάρχει φόβος για μια τέτοια ακριβώς καταχρηστική εκμετάλλευση, όταν μια επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση στην αγορά αγοράζει όλη την παραγωγή μιας άλλης επιχειρήσεως που ασκεί δραστηριότητα στην ίδια αγορά. Πράγματι, αυτός ο άλλος παραγωγός απαλλάσσεται τότε από την ανάγκη να δημιουργήσει ένα δικό του σύστημα διανομής και να έλθει σε ανταγωνισμό με την κατέχουσα δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχείρηση. Αυτό μπορεί να έχει δυσμενείς συνέπειες για τη δομή της αγοράς και, τελικώς, για τον καταναλωτή, ιδίως διότι ο ανταγωνισμός στην οικεία αγορά, λαμβανομένης υπόψη της παρουσίας της επιχειρήσεως με δεσπόζουσα θέση, είναι ήδη ούτως ή άλλως εξασθενημένος. Υφίσταται ο κίνδυνος η επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση να επηρεάζει μέσω της αγοράς όλης της παραγωγής του άλλου παραγωγού τις πωλήσεις και επομένως, τελικώς, τις τιμές επίσης στην οικεία αγορά προς βλάβη των καταναλωτών. Μια τέτοια συμπεριφορά δεν έχει καμία σχέση με την –κατ’ αρχήν θεμιτή– διασφάλιση των ευλόγων συμφερόντων της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχειρήσεως.
123. Το Πρωτοδικείο δεν αναφέρθηκε εν προκειμένω σε ιδιαίτερες περιστάσεις, που θα μπορούσαν κατ’ εξαίρεση να αποκλείουν την ύπαρξη καταχρηστικής συμπεριφοράς. Αντιθέτως: Το Πρωτοδικείο παρέλειψε εξ ολοκλήρου να εξετάσει τον διπλό ρόλο της De Beers ως του μεγαλύτερου σε παγκόσμια κλίμακα παραγωγού και ως του σημαντικότερου αγοραστή στην αγορά ακατέργαστων διαμαντιών, μολονότι αυτό η Επιτροπή το επισήμανε (77). Η λήψη υπόψη αυτού του διπλού ρόλου θα ήταν όμως απαραίτητη, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκτίμηση αν η κατ’ έτος δημοπρασία ενός μέρους των διαμαντιών της Alrosa υπέρ του πλειοδοτούντος μπορεί να είναι κατάλληλη για να εξαλειφθούν τα διαγνωσθέντα από την Επιτροπή προβλήματα ανταγωνισμού σε σχέση με το άρθρο 82 ΕΚ.
124. Αμελώντας να λάβει υπόψη αυτή τη σημαντική περίσταση, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά τον έλεγχό του της αναλογικότητας. Αυτή η πλάνη περί το δίκαιο δικαιολογεί την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, διότι επ’ αυτής της βάσεως το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι υφίσταντο εν προκειμένω κατάλληλες εναλλακτικές δυνατότητες εξευρέσεως λύσεων, που θα ήταν λιγότερο επαχθείς για τις οικείες επιχειρήσεις.
– Επί της παραλείψεως λήψεως υπόψη της δυνατότητας καταχρηστικής συμπεριφοράς των υποβαλλόντων προσφορές στο πλαίσιο δημοπρασιών
125. Η δεύτερη, στηριζόμενη στο άρθρο 82 ΕΚ, αιτίαση στρέφεται κατά των σκέψεων 152 και 153 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες το Πρωτοδικείο εκθέτει ότι ad hoc πωλήσεις της Alrosa μέσω της δημοπρασίας υπέρ του πλειοδοτούντος δεν μπορούν, καθεαυτές, να αντιβαίνουν στους κανόνες του ανταγωνισμού, ακόμη κι αν έχουν ως συνέπεια τη δυνατότητα της De Beers να διατηρήσει ή να ενισχύσει τον ηγετικό της ρόλο στην αγορά.
126. Ορθώς η Επιτροπή αμφισβητεί την ορθότητα αυτών των εκτιμήσεων του Πρωτοδικείου.
127. Πράγματι, το Πρωτοδικείο περιορίζεται με αυτές τις σκέψεις στη διαπίστωση ότι δεν υπάρχει φόβος προτιμησιακής μεταχειρίσεως της De Beers εκ μέρους της Alrosa στο πλαίσιο δημοπρασιών, δεδομένου ότι δεν υφίσταται κανένα στοιχείο για την εφαρμογή μη αντικειμενικών κριτηρίων κατακυρώσεως από την Alrosa («άλλα κριτήρια πλην της ποιότητας της προσφοράς») (78).
128. Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν λαμβάνει δεόντως υπόψη ότι με τις δημοπρασίες μπορεί να δίνεται ευκαιρία για καταχρηστική συμπεριφορά όχι μόνο στον πωλητή, αλλά και στους αγοραστές. Πράγματι, όταν σε μια δημοπρασία συμμετέχει επιχείρηση, η οποία παράγει και εμπορεύεται προϊόντα ανταγωνιστικά των προϊόντων που αποτελούν το αντικείμενο δημοπρασίας και επιπροσθέτως κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ο εξοβελισμός των ανταγωνιστών. Μπορεί να προκύψει μια κατάσταση, στην οποία η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση ανεβάζει τεχνητά το επίπεδο των προσφορών, προκειμένου, εκτοπίζοντας τους άλλους ενδιαφερομένους, να εξασφαλίσει τον έλεγχο της παραγωγής του –υφισταμένου ή εν δυνάμει– αντιπάλου. Αυτό μπορεί να επιφέρει συρρίκνωση της προσφοράς στην αγορά και, τελικώς, ένα τεχνητά διογκωμένο ύψος τιμών προς βλάβη των καταναλωτών. Μια τέτοια συμπεριφορά είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 82 ΕΚ και δεν έχει καμία σχέση με τη διασφάλιση των ευλόγων συμφερόντων της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχειρήσεως (79).
129. Βεβαίως, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως το αν οι υποβάλλοντες προσφορές έχουν πράγματι λόγο να φοβούνται μια τέτοια καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους κατέχουσας δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχειρήσεως. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει πάντως καμία ένδειξη για το ότι το Πρωτοδικείο ασχολήθηκε, έστω και ακροθιγώς, με αυτό το ζήτημα, αυτό δε μολονότι οι παρατηρήσεις της Επιτροπής έδιναν αφορμή προς τούτο. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή τόνισε κατ’ επανάληψη τον ρόλο της De Beers ως «διαμορφωτή της αγοράς» και επισήμανε τις μέχρι τούδε προσπάθειες της De Beers για τον έλεγχο της παραγωγής στην αγορά διαμαντιών (80).
130. Το Πρωτοδικείο αρκέσθηκε εν προκειμένω στο ότι στην περίπτωση διενέργειας των προτεινομένων από την Alrosa δημοπρασιών δεν υφίστατο κανένας κίνδυνος καταχρήσεως από την πλευρά του πωλητή κατά την κατακύρωση. Τούτο, όμως, δεν αποκλείει μια από την πλευρά του αγοραστή, ως επιχειρήσεως κατέχουσας δεσπόζουσα θέση στην αγορά, καταχρηστική συμπεριφορά κατά την υποβολή προσφορών.
131. Αμελώντας να λάβει υπόψη αυτή την ουσιώδη πτυχή, το Πρωτοδικείο υπέπεσε κατά τον έλεγχό του της αναλογικότητας σε πλάνη περί το δίκαιο. Αυτή η πλάνη περί το δίκαιο δικαιολογεί την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, διότι επ’ αυτής της βάσεως το Πρωτοδικείο έκρινε ότι υφίσταντο εν προκειμένω κατάλληλες εναλλακτικές δυνατότητες εξευρέσεως λύσεων, που θα ήταν λιγότερο επαχθείς για τις οικείες επιχειρήσεις.
Β – Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: το δικαίωμα ακροάσεως κατά τη διοικητική διαδικασία
132. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή προσάπτει ουσιαστικώς στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αναφορικά με το δικαίωμα ακροάσεως κατά τη διοικητική διαδικασία. Επιπλέον, προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ultra petita και προβάλλει εκ νέου την αιτίαση της ελλείψεως αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
1. Προκαταρκτικό ζήτημα: προβάλλεται αλυσιτελώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως;
133. Η Alrosa φρονεί ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι στρέφεται κατά εκτιμήσεων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες το Πρωτοδικείο προέβη απλώς ως εκ περισσού.
134. Είναι αληθές ότι αιτίαση του αναιρεσείοντος κατά αιτιολογίας που διατυπώνεται ως εκ περισσού σε απόφαση του Πρωτοδικείου δεν μπορεί να επιφέρει αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορρίπτεται ως αλυσιτελής ή ως μη ασκούσα επιρροή («inopérant») (81). Αυτό πάντως δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
135. Το Πρωτοδικείο χαρακτήρισε πράγματι, με τρόπο που μπορεί κάλλιστα να προκαλέσει παρανόηση, «ως εκ περισσού» τις εκτιμήσεις στις οποίες προέβη για την προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως (82). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι επρόκειτο απλώς για obiter dicta. Αντιθέτως, οι εκτιμήσεις αυτές συνιστούν ένα δεύτερο, αυτοτελές, στήριγμα της αποφάσεως περί ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως. Αυτό καθίσταται ιδιαίτερα σαφές, αν ληφθεί υπόψη η σκέψη 204 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία ο σχετικός με την προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως λόγος προσφυγής της Alrosa κρίνεται ρητώς βάσιμος. Επομένως, οι σχετικές με το δικαίωμα ακροάσεως εκτιμήσεις συνιστούν εκτιμήσεις στις οποίες στηρίζεται το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
136. Κατά συνέπεια, η αντίρρηση της Alrosa, ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως προβάλλεται αλυσιτελώς, πρέπει να απορριφθεί.
2. Εξέταση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
α) Επί της ανεπαρκούς αιτιολογίας (πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως)
137. Κατ’ αρχάς, η Επιτροπή διατυπώνει την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη, όσον αφορά το διαπιστωθέν σε σχέση με την ακρόαση ελάττωμα. Το Πρωτοδικείο αντικαθιστά μια αιτιολογία με μια απλή υπόνοια. Παραλείπει στις σκέψεις 201 και 203 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως να διευκρινίσει γιατί δεν θα είχε η Alrosa τη δυνατότητα να δώσει «χρήσιμη» απάντηση επί των εγγράφων που της γνωστοποιήθηκαν (83) και να «ασκήσει πλήρως» το δικαίωμά της ακροάσεως. Επιπλέον, δεν αποδεικνύεται ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της διαπιστωθείσας παρατυπίας και της εκβάσεως της διαδικασίας, δηλαδή της αποφάσεως για τις δεσμεύσεις.
138. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν με πείθουν.
139. Η αιτιολογία μιας πρωτόδικης αποφάσεως μπορεί επίσης ως προς ορισμένα σημεία να συνάγεται εμμέσως, εφόσον από αυτή προκύπτει σαφώς και άνευ αμφισβητήσεως η όλη συλλογιστική του Πρωτοδικείου, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους το Πρωτοδικείο εκδίδει την απόφασή του και το Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει την εξουσία ελέγχου που διαθέτει (84).
140. Εν προκειμένω, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει με επαρκή σαφήνεια ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι προσεβλήθη το δικαίωμα ακροάσεως της Alrosa λόγω καθυστερημένης διαβιβάσεως εγγράφων. Η Επιτροπή, κατά τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου, διαβίβασε στην Alrosa ένα μη εμπιστευτικό κείμενο των παρατηρήσεων τρίτων «[μόλις] στις 26 Ιανουαρίου 2006, ήτοι έξι και πλέον εβδομάδες μετά την ημερομηνία υποβολής της επίσημης σχετικής αιτήσεως που υπέβαλε η [Alrosa] και τρεις και πλέον μήνες μετά τη συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 2005». Το Πρωτοδικείο εκτιμά επίσης ως αρνητικό το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά διαβιβάστηκαν στην Alrosa μόνο «συγχρόνως με το αντίγραφο των ατομικών δεσμεύσεων της De Beers» (85). Βάσει αυτού του στοιχείου το Πρωτοδικείο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Alrosa δεν είχε τη δυνατότητα «να ασκήσει πλήρως» το δικαίωμά της ακροάσεως (86).
141. Η Επιτροπή μπορεί να έχει διαφορετική άποψη απ’ ό,τι το Πρωτοδικείο. Μπορεί να εκτιμά ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν διαβιβάσθηκαν καθυστερημένα και εν πάση περιπτώσει ότι διαβιβάστηκαν εγκαίρως, προκειμένου να δοθεί στην Alrosa η δυνατότητα να λάβει επωφελώς θέση. Αντιθέτως προς το Πρωτοδικείο, η Επιτροπή μπορεί επίσης να έχει την πεποίθηση ότι δεν προσεβλήθη το δικαίωμα ακροάσεως της Alrosa ή ότι ενδεχομένως παραβίαση δεν είχε επίπτωση στο περιεχόμενο της επίδικης αποφάσεως. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όμως, δεν διατυπώνει στην πραγματικότητα την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει τυπικώς από απόψεως νομιμότητας λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, αλλά αμφισβητεί τη βασιμότητα της αιτιολογίας του Πρωτοδικείου και, επομένως, την ουσιαστική (από απόψεως περιεχομένου) νομιμότητα της αποφάσεως.
142. Το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο κατέληξε, επί της ουσίας, σε διαφορετικό συμπέρασμα από την αναιρεσείουσα δεν καθιστά, αφεαυτού, ελλιπή την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (87).
143. Επομένως, η αιτίαση που αφορά την έλλειψη αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί.
β) Επί της αρχής ne ultra petita και ως προς την αξίωση για δίκαιη δίκη (δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως)
144. Περαιτέρω, η Επιτροπή επικρίνει το ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαπιστώνεται προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως για τελείως διαφορετικούς λόγους από αυτούς που προέβαλε η Alrosa πρωτοδίκως με την προσφυγή ακυρώσεως. Η Alrosa διατύπωσε πρωτοδίκως απλώς και μόνον την αιτίαση ότι η Επιτροπή δεν της διευκρίνισε τους λόγους για τους οποίους μετέβαλε γνώμη κατόπιν της έρευνας αγοράς και δεν της παρέσχε τη δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί της μεταβληθείσας αξιολογήσεως της περιπτώσεως. Ουδέποτε η Alrosa έθεσε τα θεωρηθέντα από το Πρωτοδικείο ως αποφασιστικής σημασίας ζητήματα σε σχέση με το δικαίωμα ακροάσεως. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν στηρίζεται στη διατυπωθείσα ενώπιον του Πρωτοδικείου αιτίαση, αλλά την απορρίπτει ρητώς (88).
145. Η Επιτροπή φρονεί ότι, κρίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Πρωτοδικείο αποφάσισε ultra petita και επιπλέον παραβίασε την αρχή της δίκαιης δίκης.
i) Επί της αρχής ne ultra petita
146. Δεν αμφισβητείται κατ’ αρχάς ότι το αρμόδιο για την προσφυγή ακυρώσεως κοινοτικό δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ultra petita (89). Ο κανόνας αυτός αποτελεί έκφραση της αρχής της διαθέσεως, κατά το οποίο οι διάδικοι καθορίζουν το αντικείμενο της διαφοράς, ο δε δικαστής δεν επιτρέπεται να εξέλθει του πλαισίου αυτού του αντικειμένου της διαφοράς.
147. Η Επιτροπή αντιλαμβάνεται προφανώς την αρχή ne ultra petita υπό την έννοια ότι το κοινοτικό δικαστήριο μπορεί να δεχθεί ότι υφίσταται προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως, μόνον αν οι προβληθέντες πρωτοδίκως από τον προσφεύγοντα λόγοι ευσταθούν.
148. Η άποψη αυτή είναι όμως υπερβολικά στενή. Βεβαίως, κατά την αρχή ne ultra petita, η ακύρωση δεν πρέπει να βαίνει πέραν του αιτήματος του προσφεύγοντος (90). Ο δικαστής δεν μπορεί όμως να δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς που προβάλλουν οι διάδικοι προς στήριξη των αιτημάτων τους, διότι άλλως διατρέχει ενδεχομένως τον κίνδυνο να αιτιολογήσει την απόφασή του κατά πλάνη δικαίου (91). Όπως ορθότατα το διατύπωσε ο γενικός εισαγγελέας P. Léger, ο ρόλος του δικαστή δεν είναι παθητικός και δεν μπορεί να του επιβληθεί να είναι απλώς και μόνον «το στόμα των διαδίκων» (92).
149. Εν προκειμένω, η Alrosa προέβαλε πρωτοδίκως με έναν από τους λόγους της προσφυγής της την αιτίαση ότι προσεβλήθη το δικαίωμά της ακροάσεως. Επομένως, σε αντίθεση προς την άποψη της Επιτροπής, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε την προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά κατόπιν αιτήματος της προσφεύγουσας. Το ότι το Πρωτοδικείο αποφάσισε επ’ αυτού του λόγου προσφυγής, στηριζόμενο σε κρίσεις που διέφεραν από τους προβληθέντες από την Alrosa ισχυρισμούς, δεν σημαίνει αφεαυτού εκτροπή από το αντικείμενο της διαφοράς κατά τη σε πρώτο βαθμό διαδικασία και, επομένως, ούτε έκδοση αποφάσεως ultra petita (93).
ii) Επί της αξιώσεως για δίκαιη δίκη
150. Περαιτέρω, η Επιτροπή επικρίνει το ότι η σχετική με την ακρόαση πλημμέλεια που διαπίστωσε τελικώς το Πρωτοδικείο ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεως μεταξύ των μερών. Θεωρεί ότι αυτό συνιστά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης.
151. Προς εξασφάλιση δίκαιης δίκης, το Πρωτοδικείο οφείλει ιδίως να σέβεται τα δικαιώματα άμυνας των διαδίκων. Η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου (94). Θα παραβιαζόταν η ως άνω αρχή σε περίπτωση θεμελιώσεως δικαστικής αποφάσεως σε πραγματικά περιστατικά και έγγραφα των οποίων οι διάδικοι ή ένας εξ αυτών δεν μπόρεσαν να λάβουν γνώση και επί των οποίων δεν είχαν επομένως τη δυνατότητα να λάβουν θέση (95). Επομένως, κατ’ άλλη διατύπωση, ο σεβασμός των δικαιωμάτων της άμυνας διασφαλίζει ότι οι διάδικοι δεν βρίσκονται αντιμέτωποι με αιφνιδιαστικές αποφάσεις εκ μέρους του Πρωτοδικείου (96).
152. Αιφνιδιαστική απόφαση μπορεί ασφαλώς να υπάρξει όχι μόνον όταν το Πρωτοδικείο στηρίζεται σε περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία που δεν ήταν γνωστά στους διαδίκους ή σε έναν από αυτούς. Μια αξιολόγηση των περιστατικών από το Πρωτοδικείο μπορεί επίσης να είναι αιφνιδιαστική για τους διαδίκους, όταν το Πρωτοδικείο στηρίζεται εν προκειμένω σε περιστατικά, τα οποία ήταν μεν γνωστά στους διαδίκους, πλην όμως δεν αποτέλεσαν καθεαυτά αντικείμενο συζητήσεως στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας (97).
153. Αυτό συνέβη εν προκειμένω με τη διαβίβαση ορισμένων εγγράφων του φακέλου στην Alrosa. Δεν αμφισβητείται το σε ποια χρονικά σημεία διαβιβάσθηκαν αυτά τα έγγραφα. Από τη δικογραφία, όμως, προκύπτει ότι κανένας από τους διαδίκους δεν έθεσε πρωτοδίκως κατά την έγγραφη διαδικασία το ζήτημα της, κακώς εν προκειμένω κατά το Πρωτοδικείο, καθυστερημένης διαβιβάσεως των εγγράφων του φακέλου (98). Ούτε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση –σύμφωνα με τα όσα εξέθεσε η Επιτροπή, χωρίς να αμφισβητηθούν από την Alrosa– συζητήθηκε αυτό το πρόβλημα. Επίσης, το Πρωτοδικείο δεν έθεσε γραπτώς ερωτήσεις επί του προβλήματος, ούτε δε έκρινε αναγκαίο να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, προκειμένου αυτό να αποτελέσει αντικείμενο συζητήσεως (99).
154. Εξάλλου, η Επιτροπή, ως καθής, δεν είχε κανένα λόγο να λάβει εξ ιδίας πρωτοβουλίας θέση επ’ αυτού του προβλήματος ως εκ περισσού. Αυτό ισχύει πολλώ μάλλον, καθόσον η εφαρμοσθείσα πρωτοδίκως ταχεία διαδικασία συνδέεται με ιδιαίτερους εξαναγκασμούς για τους διαδίκους, τόσο ως προς το εύρος των ισχυρισμών τους όσο και ως προς τις τηρητέες εν προκειμένω δικονομικές προθεσμίες (100).
155. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε τη διαπιστωθείσα από αυτό πλημμέλεια που αφορά το δικαίωμα ακροάσεως ειδικά με την καθυστερημένη διαβίβαση εγγράφων του φακέλου από την Επιτροπή συνιστά αιφνιδιαστική απόφαση.. Συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και, επομένως, διαδικαστική πλημμέλεια το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν παρέσχε στην Επιτροπή την ευχέρεια, πριν εκδώσει την απόφασή του, να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επ’ αυτής της πτυχής.
156. Συνεπώς, η σχετική αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη. Δεδομένου ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι, στην περίπτωση κατά την οποία θα είχαν συζητηθεί στο πλαίσιο της σε πρώτο βαθμό διαδικασίας τα σχετικά με την καθυστέρηση προβλήματα, η Επιτροπή θα είχε προβάλει επιχειρήματα, τα οποία θα είχαν ωθήσει το Πρωτοδικείο σε διαφορετικό συμπέρασμα, η διαδικαστική του πλημμέλεια δικαιολογεί την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
γ) Επί των συνεπειών της τυχόν προσβολής του δικαιώματος ακροάσεως της Alrosa επί της αποφάσεως της Επιτροπής (τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως)
157. Περαιτέρω, η Επιτροπή διατυπώνει την αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη, καθόσον δεν κατέδειξε ποιες επιπτώσεις θα είχε η τυχόν προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως της Alrosa στην επίδικη απόφαση.
158. Αποτελεί πάγια νομολογία ότι μια διαδικαστική πλημμέλεια δικαιολογεί ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής, μόνον όταν χωρίς αυτή τη διαδικαστική πλημμέλεια η διοικητική διαδικασία θα μπορούσε να έχει διαφορετικό αποτέλεσμα (101). Δεν θα πρέπει δηλαδή, να αποκλείεται ότι η διαδικαστική πλημμέλεια επηρέασε το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής, ότι δηλαδή η απόφαση θα μπορούσε να είχε διαφορετικό περιεχόμενο (102).
159. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε εν προκειμένω την ύπαρξη πλημμέλειας σε σχέση με το δικαίωμα ακροάσεως, συγχρόνως όμως εξέθεσε ότι «δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί επακριβώς ο βαθμός στον οποίο η παρατυπία αυτή επηρέασε την απόφαση της Επιτροπής» (103).
160. Στην πραγματικότητα, αυτή η δυνάμενη να προκαλέσει παρανόηση διατύπωση –εν πάση περιπτώσει εκ πρώτης όψεως– δημιουργεί την υπόνοια ότι το Πρωτοδικείο ακύρωσε την επίδικη απόφαση λόγω διαδικαστικής πλημμέλειας, χωρίς προηγουμένως να αξιολογήσει επαρκώς αν η διαδικαστική αυτή πλημμέλεια μπορούσε να επηρεάσει το περιεχόμενο της αποφάσεως.
161. Κατ’ εγγύτερη θεώρηση, όμως, η διατύπωση αυτή εκφράζει την πεποίθηση του Πρωτοδικείου ότι η διαπιστωθείσα από αυτό σχετική με το δικαίωμα ακροάσεως πλημμέλεια μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα της διοικητικής διαδικασίας. Μόνον η συγκεκριμένη έκταση αυτής της επιρροής δεν μπορούσε, κατά την εκτίμηση του Πρωτοδικείου, να διαπιστωθεί επακριβώς.
162. Επομένως, το Πρωτοδικείο, παρά την επιλεγείσα από αυτό διατύπωση που μπορεί να προκαλέσει παρανόηση, παραμένει εντός του πλαισίου των νομικών προϋποθέσεων για την ακύρωση μιας αποφάσεως λόγω διαδικαστικών πλημμελειών. Πράγματι, σημασία για μια τέτοια ακύρωση δεν έχει το σε ποιον ακριβώς βαθμό επηρεάσθηκε το περιεχόμενο της αποφάσεως από τη διαδικαστική πλημμέλεια.
163. Αν η διαπιστωθείσα από το Πρωτοδικείο διαδικαστική πλημμέλεια συνίσταται σε προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως, τότε θα είναι οπωσδήποτε δύσκολο να διαπιστωθεί σε ποιο βαθμό το στοιχείο αυτό επηρέασε το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί πλήρως ότι ακόμη και στην περίπτωση προσηκόντως διεξαχθείσας ακροάσεως θα εκδιδόταν μια πανομοιότυπη απόφαση.
164. Με την ακρόαση παρέχεται στον ενδιαφερόμενο η ευχέρεια να διατυπώσει τις απόψεις του και, κατ’ αυτόν το τρόπο, να επηρεάσει ουσιαστικώς τη διαδικασία λήψεως αποφάσεως της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, το ενδεχόμενο και μόνον ότι μια διαδικαστική πλημμέλεια επηρέασε το περιεχόμενο της αποφάσεως δικαιολογεί την ακύρωσή της.
165. Επομένως, το τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμο.
δ) Επί του περιεχομένου του δικαιώματος ακροάσεως της Alrosa (τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως)
166. Τέλος, η Επιτροπή διατυπώνει την αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε ορθώς υπόψη εν προκειμένω το περιεχόμενο του δικαιώματος ακροάσεως της Alrosa.
i) Προκαταρκτική παρατήρηση
167. Κατά το άρθρο 41, παράγραφος 2, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (104), κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε προηγούμενη ακρόαση προτού ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του. Το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα πρέπει να τυγχάνει σεβασμού κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του κανονισμού 1/2003 (105).
168. Το δικαίωμα ακροάσεως αποτελεί συγχρόνως μέρος των δικαιωμάτων άμυνας, ο σεβασμός των οποίων σε όλες τις διαδικασίες που μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα ένα επαχθές για τον ενδιαφερόμενο μέτρο συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου (106).
169. Όσον αφορά τις διαδικασίες που αφορούν το διέπον τις συμπράξεις επιχειρήσεων δίκαιο, το δικαίωμα ακροάσεως συγκεκριμενοποιείται, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 27 του κανονισμού 1/2003, καθώς και με τα άρθρα 10 και 15 του εκτελεστικού κανονισμού 773/2004.
ii) Επί της αιτιάσεως της Επιτροπής
170. Η Επιτροπή προσάπτει, κυρίως, στο Πρωτοδικείο ότι κακώς εξομοίωσε την Alrosa με «εμπλεκόμενη επιχείρηση».
171. Το Πρωτοδικείο εκθέτει πράγματι ότι καίτοι μόνον η De Beers μπορεί να είναι «εμπλεκόμενη επιχείρηση» στη βάσει του άρθρου 82 ΕΚ διαδικασία, η Alrosa όμως δεν είναι ένας απλώς «τρίτος ενδιαφερόμενος» (107). Προς αιτιολόγηση αυτής της εκτιμήσεως, το Πρωτοδικείο αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή διεξήγαγε στις δύο διαδικασίες τις έρευνές της για τη συμφωνία μεταξύ της De Beers και της Alrosa (108). Τονίζει επίσης βάσει παραδειγμάτων ότι οι δύο παράλληλες διαδικασίες βάσει των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ «ανέκαθεν αντιμετωπίζονταν de facto ως μία μόνο διαδικασία, τόσο από την Επιτροπή όσο και από την προσφεύγουσα και την De Beers» (109). Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, το Πρωτοδικείο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι θα έπρεπε στην Alrosa «να αναγνωρισθούν, στο πλαίσιο της εκτιμώμενης στο σύνολό της διαδικασίας, τα δικαιώματα που παρέχονται σε μια «εμπλεκόμενη επιχείρηση» κατά την έννοια του κανονισμού 1/2003», μολονότι, stricto sensu, η Alrosa δεν αποτελεί τέτοια επιχείρηση στο πλαίσιο της σχετικής με το άρθρο 82 ΕΚ διαδικασίας (110).
172. Οι σκέψεις αυτές δεν είναι πειστικές.
173. Με τη σε απλώς νομοθετικό επίπεδο διαμόρφωση του δικαιώματος ακροάσεως, ο κοινοτικός νομοθέτης προέβη ενσυνειδήτως με το άρθρο 27 του κανονισμού 1/2003, καθώς και με τα άρθρα 10 και 15 του εκτελεστικού κανονισμού 773/2004 σε μια κλιμάκωση μεταξύ των διαφόρων προσώπων που μπορεί να εμπλέκονται υπό τη μία ή την άλλη μορφή σε διαδικασίες που αφορούν το διέπον τις συμπράξεις επιχειρήσεων δίκαιο. Τα δικαιώματα των μερών στη διοικητική διαδικασία (που αποκαλούνται επίσης «εμπλεκόμενες επιχειρήσεις») έχουν ευρύτερο περιεχόμενο από τα δικαιώματα τρίτων, οι οποίοι έχουν μεν συμφέρον ως προς την έκβαση της διαδικασίας, αλλά δεν είναι αποδέκτες της αποφάσεως που θα εκδώσει η Επιτροπή.
174. Αναντιρρήτως, η Επιτροπή διεξήγαγε εν προκειμένω δύο παράλληλες διοικητικές διαδικασίες, από τις οποίες η μεν μία στηρίχθηκε στο άρθρο 81 ΕΚ η δε άλλη στο άρθρο 82 ΕΚ. Στην πρώτη διαδικασία, η Alrosa είχε ως συμβαλλόμενο μέρος στην κοινοποιηθείσα συμφωνία την ιδιότητα, όπως και η De Beers, εμπλεκομένης επιχειρήσεως. Στη δεύτερη διαδικασία, αντιθέτως, την ιδιότητα αυτή είχε μόνον η De Beers ως φερόμενη ότι κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά, όχι όμως και η Alrosa.
175. Επομένως, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 82 ΕΚ, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, η Alrosa είχε απλώς και μόνον τα λιγότερο εκτεταμένα δικαιώματα ενός ενδιαφερομένου τρίτου.
176. Μόνον αν διαπιστωνόταν ότι η Επιτροπή, αυθαιρέτως, δηλαδή χωρίς αντικειμενική αιτία, υπήγαγε εν προκειμένω μια ενιαία πραγματική κατάσταση σε δύο χωριστές διαδικασίες, θα έπρεπε να αναγνωρισθούν στην Alrosa –για να το εκφράσω αυτό με τα λόγια του Πρωτοδικείου– «στο πλαίσιο της εκτιμώμενης στο σύνολό της διαδικασίας» τα δικαιώματα που έχει μια εμπλεκόμενη επιχείρηση (111).
177. Εν προκειμένω, πάντως, το Πρωτοδικείο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη μιας τέτοιας καταχρήσεως εξουσίας. Ούτε υπήρχαν ενδείξεις για κάτι τέτοιο. Όλως αντιθέτως, η διεξαγωγή δύο χωριστών διοικητικών διαδικασιών, λαμβανομένων υπόψη των διαφορετικών τους ουσιαστικών νομικών βάσεων –του άρθρου 81 ΕΚ (άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ), αφενός, και του άρθρου 82 ΕΚ (άρθρου 54 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ), αφετέρου– ήταν αντικειμενικώς δικαιολογημένη. Σε σχέση με το άρθρο 82 ΕΚ (άρθρο 54 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ), μόνον η De Beers μπορούσε, ως φερόμενη ότι κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά, να είναι αποδέκτης της κοινοποιήσεως της εκθέσεως αιτιάσεων και της αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία περατώθηκε η διαδικασία.
178. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε ότι αναφορικά με τη διαδικασία του άρθρου 82 ΕΚ η Alrosa πρέπει να εξομοιωθεί με εμπλεκόμενη επιχείρηση.
179. Η Alrosa αντιτείνει ότι η επίδικη απόφαση ισοδυναμεί ως προς τις ουσιαστικές της επιπτώσεις με απευθυνθείσα προς αυτή απόφαση που επιβάλλει απαγόρευση κατά το άρθρο 7 του κανονισμού 1/2003. Της καθίσταται αδύνατο να έχει μελλοντικώς συναλλαγές με την De Beers.
180. Επ’ αυτού πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι διατάξεις της επίδικης αποφάσεως αποδέκτη έχουν μόνον την De Beers και καθιστούν υποχρεωτική την εκούσια παραίτησή της από αγορές από την Alrosa. Οι αναφερόμενες από την Alrosa επιπτώσεις σε μελλοντικές εμπορικές σχέσεις προκύπτουν το πολύ έμμεσα από την επίδικη απόφαση. Τέτοια όμως απλώς κατ’ αντανάκλαση αποτελέσματα αποφάσεων που αφορούν δεσμεύσεις είναι όντως χαρακτηριστικά όχι για τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις (μέρη), αλλά για ενδιαφερόμενους τρίτους.
181. Σε αντίθεση προς την άποψη της Alrosa, η επιχείρηση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί εμπλεκόμενη επιχείρηση σε σχέση με το άρθρο 82 ΕΚ, για τον λόγο επίσης ότι η Επιτροπή απέρριψε προηγουμένως τις από κοινού δεσμεύσεις της De Beers και της Alrosa. Αυτή η απόρριψη των από κοινού δεσμεύσεων επήλθε πράγματι όχι στο πλαίσιο της έχουσας σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 82 ΕΚ διαδικασίας, η οποία ενδιαφέρει εν προκειμένω, αλλά στο πλαίσιο της έχουσας σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 81 ΕΚ παράλληλης διαδικασίας. Κατά συνέπεια, η απόρριψη των από κοινού δεσμεύσεων δεν αποτελεί αντικείμενο της επίδικης αποφάσεως στο πλαίσιο της έχουσας σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 82 ΕΚ διαδικασίας, οι δε από κοινού δεσμεύσεις, αντιθέτως, ήταν απλώς μια πτυχή που έπρεπε να λάβει υπόψη η Επιτροπή για τον εκ μέρους της έλεγχο της αναλογικότητας σε σχέση με τα συμφέροντα της Alrosa ως εμπλεκομένου τρίτου.
182. Επομένως, το Πρωτοδικείο, εξομοιώνοντας την Alrosa με εμπλεκόμενη επιχείρηση, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Αυτή η πλάνη περί το δίκαιο αναφαίνεται επίσης στις περαιτέρω κρίσεις του Πρωτοδικείου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έως την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως (112). Σ’ αυτήν ειδικότερα οφείλεται το ότι το Πρωτοδικείο εκτίμησε ότι η Επιτροπή έπρεπε να επιτρέψει στην Alrosa την πρόσβαση στον φάκελο (113). Το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο έχουν μόνον τα μέρη που εμπλέκονται στη διοικητική διαδικασία (άρθρο 27, παράγραφος 2, πρώτη φράση, του κανονισμού 1/2003) και μπορούν να ασκούνται μόνο μετά την αποστολή της κοινοποιήσεως αιτιάσεων (άρθρο 15, παράγραφος 1 του κανονισμού 1/2003, δεύτερη φράση, του κανονισμού 773/2004). Δεδομένου ότι η Alrosa δεν ήταν μέρος στην έχουσα σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 82 ΕΚ διοικητική διαδικασία, η οποία ενδιαφέρει εν προκειμένω, αλλά μέρος μόνο στην έχουσα σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 81 ΕΚ διοικητική διαδικασία, η οποία διεξήχθη παραλλήλως, δεν είχε δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο κατά το πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως στάδιο.
183. Με βάση αυτά τα δεδομένα, το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως είναι βάσιμο και δικαιολογεί την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Γ – Προσωρινό συμπέρασμα
184. Μολονότι μερικές από τις διατυπωθείσες από την Επιτροπή αιτιάσεις είναι αβάσιμες, δεν μπορεί, κατά συνοπτική θεώρηση, παρά να γίνει δεκτό ότι η αίτησή της αναιρέσεως ευδοκιμεί και έχει ως συνέπεια την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της.
VI – Εκτίμηση της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής της Alrosa
185. Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του, το Δικαστήριο μπορεί το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση.
186. Αυτό συμβαίνει εν προκειμένω. Όλα τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που έχουν σημασία για την έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής της Alrosa συζητήθηκαν σε πρώτο βαθμό ενώπιον του Πρωτοδικείου και οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να διατυπώσουν αμοιβαίως επ’ αυτών τους ισχυρισμούς τους. Επομένως, δεν χρειάζεται να γίνει αναπομπή στο Πρωτοδικείο, αλλά το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το ίδιο επί της προσφυγής, με την οποία η Alrosa ζητεί την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.
Α – Η τυπική ακυρότητα της επίδικης αποφάσεως (πρώτος λόγος προσφυγής)
187. Με τον διατυπωθέντα πρωτοδίκως πρώτο λόγο προσφυγής, η Alrosa υποστηρίζει ότι προσεβλήθη το δικαίωμά της ακροάσεως.
1. Το δικαίωμα ακροάσεως της Alrosa
188. Με το υπόμνημα αντικρούσεως που υπέβαλε πρωτοδίκως, η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η Alrosa είχε εν προκειμένω δικαίωμα ακροάσεως.
189. Η άποψη αυτή στερείται νομικού ερείσματος.
190. Βεβαίως, η Alrosa, όπως μνημονεύθηκε (114), δεν ήταν μέρος («εμπλεκόμενη επιχείρηση») στην έχουσα σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 82 ΕΚ διαδικασία, η οποία ενδιαφέρει εν προκειμένω. Εντούτοις, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η Alrosa είχε έννομο συμφέρον για την έκβαση της διαδικασίας. Το συμφέρον αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι η Alrosa ήταν ο αντισυμβαλλόμενος προς τον οποίο έστρεφε τα βλέμματά της η φερόμενη ως κατέχουσα δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχείρηση. Ο αντισυμβαλλόμενος αυτός πρέπει κατόπιν αιτήσεως να τυγχάνει ακροάσεως από την Επιτροπή, πριν να είναι δυνατή η έκδοση αποφάσεως για δεσμεύσεις, με την οποία καθίσταται υποχρεωτική η λήξη οποιασδήποτε σχέσεως προμηθείας μεταξύ της έχουσας δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχειρήσεως και του αντισυμβαλλομένου της.
191. Εντούτοις, για τους σκοπούς της υπό κρίση διαφοράς, μπορεί να παραμείνει ανοικτό το ζήτημα αν η Alrosa έπρεπε ως ενδιαφερόμενος τρίτος, κατά την έννοια του άρθρου 27, παράγραφος 3, δεύτερη φράση, του κανονισμού 1/2003, να τύχει ακροάσεως (115). Πράγματι, η νομολογία έχει διευκρινίσει ότι η κατοχυρωμένη ως θεμελιώδες δικαίωμα αξίωση ακροάσεως πρέπει να διασφαλίζεται και όταν δεν υπάρχει ρύθμιση για τη σχετική διαδικασία (116). Δεδομένου ότι η απόφαση για τις δεσμεύσεις συνιστά δυσμενές ατομικό μέτρο για την Alrosa, η Alrosa έπρεπε σε κάθε περίπτωση να τύχει ακροάσεως κατόπιν αιτήσεώς της. Υπέρ αυτού συνηγορεί επίσης η εκτίμηση στην οποία προέβη ο νομοθέτης και η οποία εκφράζεται με το άρθρο 27, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003.
192. Βέβαιο είναι όμως επίσης ότι η Alrosa είχε ως ενδιαφερόμενος τρίτος λιγότερο εκτεταμένα δικαιώματα απ’ ό,τι μια «εμπλεκόμενη επιχείρηση» ή μέρος κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, και του άρθρου 27, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1/2003. Ειδικότερα, η Alrosa δεν είχε καμία αξίωση για κοινοποίηση της εκθέσεως αιτιάσεων ή ενός παρόμοιου εγγράφου, ούτε για πρόσβαση στον φάκελο (βλ. το άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, καθώς και το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, και το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 773/2004).
2. Το περιεχόμενο του δικαιώματος ακροάσεως της Alrosa
193. Οι απόψεις των διαδίκων διίστανται κυρίως ως προ το περιεχόμενο του δικαιώματος ακροάσεως της Alrosa.
194. Η Alrosa ζητεί να πληροφορηθεί τους λόγους απορρίψεως των δεσμεύσεων που πρότεινε από κοινού με την De Beers και επιθυμεί να διατυπώσει επ’ αυτού τις απόψεις της.
195. Η ανάληψη όμως από κοινού δεσμεύσεων της De Beers και της Alrosa αποτέλεσε αντικείμενο προτάσεως όχι στο πλαίσιο της έχουσας σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 82 ΕΚ διαδικασίας, αλλά στο πλαίσιο της παραλλήλως με αυτή διεξαχθείσας διαδικασίας που έχει σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 81 ΕΚ. Κατά συνέπεια, δεν αποτελούν αντικείμενο της επίδικης αποφάσεως, ούτε απορρίπτονται με αυτή, αλλά απλώς εξετάζονται προς τον σκοπό εκτιμήσεως της περιπτώσεως από την Επιτροπή υπό το πρίσμα του διέποντος τον ανταγωνισμό δικαίου. Αντικείμενο όμως της επίδικης αποφάσεως είναι αποκλειστικώς οι ατομικές δεσμεύσεις της De Beers, τις οποίες η Επιτροπή καθιστά υποχρεωτικές.
196. Κατά συνέπεια, η Alrosa έπρεπε να τύχει ακροάσεως μόνον ως προς τις ατομικές δεσμεύσεις της De Beers, καθώς και ως προς την πρόθεση της Επιτροπής να τις καταστήσει υποχρεωτικές. Αυτές οι ατομικές δεσμεύσεις είχαν τελικώς ως συνέπεια το προβαλλόμενο δυσμενές για την Alrosa αποτέλεσμα: τη διακοπή των αγοραπωλησιών της με την De Beers αναφορικά με ακατέργαστα διαμάντια.
197. Όλα αυτά όμως ουδόλως σημαίνουν ότι οι από κοινού δεσμεύσεις της De Beers και της Alrosa δεν μπορούσαν να έχουν καμία επίδραση σε σχέση με τη ακρόαση της Alrosa κατά το πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως στάδιο.
198. Πράγματι, για να παρασχεθεί σε ενδιαφερόμενους τρίτους, όπως είναι η Alrosa, η δυνατότητα να διατυπώσουν επωφελώς τις απόψεις τους, η Επιτροπή πρέπει να τους πληροφορήσει –τουλάχιστον σε γενικές γραμμές– για το περιεχόμενο της αποφάσεως που προτίθεται να λάβει. Σ’ αυτό περιλαμβάνονται όχι μόνο στοιχεία για το ουσιώδες περιεχόμενο των δεσμεύσεων, που πρόκειται να καταστούν υποχρεωτικές, αλλά και στοιχεία για τους κυριότερους λόγους που ώθησαν την Επιτροπή να αποδεχθεί αυτές τις δεσμεύσεις.
199. Εν προκειμένω, επομένως, η Επιτροπή όφειλε να πληροφορήσει την Alrosa για το ουσιώδες περιεχόμενο των ατομικών δεσμεύσεων της De Beers –το οποίο συνίσταται στην προοδευτική μείωση των ακατέργαστων διαμαντιών που αγοράζει από την Alrosa, καθώς και στην πλήρη παύση αυτών των αγορών από το έτος 2009– και να επεξηγήσει επιπλέον στην Alrosa του κυριότερους λόγους για τους οποίους σκόπευε να καταστήσει υποχρεωτικές αυτές τις ατομικές δεσμεύσεις.
200. Είναι προφανές ότι η Επιτροπή θα όφειλε να διευκρινίσει σχετικώς ότι οι από κοινού δεσμεύσεις της De Beers κα της Alrosa, που είχε λάβει προηγουμένως, δεν ήταν επαρκείς για να εξαλειφθούν τα προβλήματα ανταγωνισμού που είχε διαγνώσει. Πράγματι, μόνον έτσι θα ήταν η Alrosa σε θέση να διατυπώσει επωφελώς τις απόψεις της ως προς την αναλογικότητα της σχεδιαζόμενης αποφάσεως σε σχέση με τα εμπορικά της συμφέροντα. Κατ’ αυτή τη θεώρηση, η Alrosa έχει δίκιο, εκθέτοντας ότι η επίδικη απόφαση βρίσκεται σε στενό σύνδεσμο με την προηγούμενη άρνηση αποδοχής των από κοινού δεσμεύσεων από την Επιτροπή.
201. Με βάση αυτά τα δεδομένα, πρέπει στη συνέχεια να εξετασθεί αν η Επιτροπή σεβάσθηκε το δικαίωμα ακροάσεως της Alrosa.
3. Ουδεμία προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως της Alrosa
202. Η Alrosa ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν της γνωστοποίησε τη μεταβληθείσα εκτίμησή της της καταστάσεως, στην οποία αυτή τελικώς στήριξε με την επίδικη απόφαση την άρνησή της για τις από κοινού δεσμεύσεις και την αποδοχή της για τις ατομικές δεσμεύσεις της De Beers. Επίσης, δεν παρασχέθηκε καμία δυνατότητα στην Alrosa να διατυπώσει επωφελώς τις απόψεις της επ΄ αυτής της μεταβληθείσας εκτιμήσεως της καταστάσεως από την Επιτροπή.
203. Όπως όμως προκύπτει από τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο (117), η Επιτροπή πληροφόρησε την Alrosa και την De Beers ήδη στις 27 Οκτωβρίου 2005, σε μια συνεδρίαση για τα αποτελέσματα της πραγματοποιηθείσας από αυτή έρευνας αγοράς. Συγχρόνως, Υπό το πρίσμα των πορισμάτων της έρευνας αγοράς, η Επιτροπή κάλεσε τις δύο επιχειρήσεις να της υποβάλουν πριν από τα τέλη Νοεμβρίου 2005 νέες δεσμεύσεις, υπό την έννοια μιας πλήρους παύσεως των εμπορικών τους σχέσεων από το 2009.
204. Εξ αυτού και μόνον προκύπτει ότι, η Alrosa είχε λάβει γνώση του γεγονότος ότι η Επιτροπή δεν θεωρούσε πλέον επαρκείς τις κοινές δεσμεύσεις της De Beers και της Alrosa για την εξάλειψη των διαγνωσθέντων από αυτή προβλημάτων ανταγωνισμού. Η Alrosa γνώριζε, επίσης, μετά από τη συνεδρίαση αυτή ότι κατά την Επιτροπή δεν ήταν (πλέον) αποδεκτή η συνέχιση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ Alrosa και De Beers, όπως σχεδιαζόταν με την κοινοποιηθείσα συμφωνία, αλλά και με τις από κοινού δεσμεύσεις, και ότι ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί μόνο δεσμεύσεις υπό την έννοια μιας πλήρους παύσεως των εμπορικών σχέσεων των δύο επιχειρήσεων.
205. Αν ληφθεί υπόψη ότι η Alrosa, ως μέρος στην έχουσα σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 81 ΕΚ διεξαχθείσα διαδικασία, γνώριζε κάλλιστα τις συνθήκες της αγοράς και τα σχετικά με τη διαδικασία δεδομένα, τέτοιες προφορικές διευκρινίσεις εκ μέρους της Επιτροπής μπορούσαν να είναι επαρκείς ώστε να έχει η Alrosa την ευχέρεια να διατυπώσει επωφελώς τις απόψεις της, με τις οποίες μπορούσε να εκθέσει, αφενός, τα δικά της εμπορικά συμφέροντα και, αφετέρου, τις παρατηρήσεις της για τον –κατά την άποψή της ελλιπή– αναλογικό χαρακτήρα μιας πλήρους παύσεως των εμπορικών της σχέσεων με την De Beers. Η Alrosa, ως τρίτος, δεν είχε σε καμία περίπτωση δικαίωμα να της παρασχεθεί γραπτώς πληροφορία, ιδίως δε έγγραφο του φακέλου, παρόμοιο από απόψεως πληρότητας με έκθεση αιτιάσεων.
206. Η Alrosa είχε επομένως από της συνεδριάσεως της 27ης Οκτωβρίου 2005 την ευχέρεια να προβάλει αποτελεσματικώς τις απόψεις της όσον αφορά την πλήρη παύση των εμπορικών σχέσεων με την De Beers.
207. Η Alrosa έκανε πράγματι χρήση αυτής της ευχέρειας. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η επιχείρηση εξέθεσε λεπτομερώς τις απόψεις της με έγγραφο της 6ης Δεκεμβρίου 2005 προς το αρμόδιο για θέματα ανταγωνισμού μέλος της Επιτροπής (118). Με έγγραφο της 6ης Φεβρουαρίου 2006, η Alrosa διατύπωσε επιπλέον τις παρατηρήσεις της για τις ατομικές δεσμεύσεις της De Beers και για τις απόψεις των τρίτων που ερωτήθηκαν κατά την έρευνα αγοράς (119).
208. Η Alrosa δεν μπορούσε ως τρίτος να απαιτήσει τίποτε περισσότερο από μια τέτοια ευχέρεια διατυπώσεως των απόψεών της.
209. Επομένως, η αιτίαση της Alrosa ότι υπήρξε προσβολή του δικαιώματός της ακροάσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
210. Μόνο χάριν πληρότητας πρέπει ακόμη να μνημονευθεί ότι το δικαίωμα ακροάσεως τρίτων δεν εμπεριέχει κανενός είδους δικαίωμα προτάσεως νέων δεσμεύσεων στην Επιτροπή πριν από την έκδοση αποφάσεως. Μόνον εμπλεκόμενες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 μπορούν να προτείνουν εγκύρως δεσμεύσεις (120). Επομένως, ουδόλως μπορούν εκ των προτέρων να συναχθούν συμπεράσματα περί πλημμελειών σχετικών με την ακρόαση από το γεγονός ότι ήταν αδύνατο στην Alrosa –παραδείγματος χάριν λόγω χρόνου– «να προτείνει νέες από κοινού δεσμεύσεις με την De Beers» (121). Αυτό δεν το λαμβάνει δεόντως υπόψη το Πρωτοδικείο στη σκέψη 201 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ούτε η Alrosa, εφόσον συντάσσεται με την εκτίμηση του Πρωτοδικείου ως προς αυτό το σημείο.
Β – Η ουσιαστική νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως (δεύτερος και τρίτος λόγος ακυρώσεως)
211. Η ουσιαστική νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως αποτελεί το αντικείμενο δύο περαιτέρω λόγων προσφυγής, με τους οποίους η Alrosa προβάλλει πρωτοδίκως παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ, του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003, καθώς και παραβίαση των αρχών της ελευθερίας των συμβάσεων και της αναλογικότητας.
1. Ως προς την παράβαση του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003 (δεύτερος λόγος προσφυγής)
212. Με τον διατυπωθέντα πρωτοδίκως δεύτερο λόγο προσφυγής, η Alrosa υποστηρίζει ότι το άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003 δεν παρέχει επαρκές έρεισμα για την επίδικη απόφαση. Συναφώς, η Alrosa στηρίζεται σε μια συσταλτική ερμηνεία αυτής της διατάξεως. Αφενός, κατά την άποψή της, η Επιτροπή μπορούσε να αποδεχθεί μόνον από κοινού δεσμεύσεις της De Beers και της Alrosa. Αφετέρου, η απόφαση για τις δεσμεύσεις έπρεπε να έχει χρονικώς περιορισμένη ισχύ.
213. Ούτε ο πρώτος ούτε ο δεύτερος ισχυρισμός ευσταθεί.
α) Επί του δικαιώματος των επιχειρήσεων να προτείνουν δεσμεύσεις κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003
214. Δεσμεύσεις κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003 μπορούν να προτείνουν μόνον οι «εμπλεκόμενες επιχειρήσεις». Όπως μνημονεύθηκε (122), τέτοιες επιχειρήσεις είναι μόνον αυτές που συμμετέχουν στην εκάστοτε διαδικασία που αφορά το διέπον τις συμπράξεις επιχειρήσεων δίκαιο. Επομένως, σε μια έχουσα σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 82 ΕΚ διαδικασία, όπως είναι η εν προκειμένω, μόνον η φερόμενη ως κατέχουσα δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχείρηση (123) μπορεί να θεωρηθεί εμπλεκόμενη επιχείρηση. Μόνον αυτή η επιχείρηση μπορεί να προτείνει εγκύρως κατά νόμο δεσμεύσεις.
215. Επομένως, η Επιτροπή μπορούσε, στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 82 ΕΚ διαδικασίας, να αποδεχθεί ατομικές δεσμεύσεις της De Beers, δηλαδή της φερόμενης ως κατέχουσας δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχειρήσεως, και να τις καταστήσει υποχρεωτικές κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1 του κανονισμού 1/2003, του κανονισμού 1/2003 (124). Ουδόλως τελούσε υπό τον περιορισμό να αποδεχθεί μόνον από κοινού δεσμεύσεις της De Beers και της Alrosa. Μάλιστα δε, από κοινού δεσμεύσεις μπορούσαν να προταθούν μόνο στο πλαίσιο της παραλλήλως διεξαχθείσας διαδικασίας που έχει σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 81 ΕΚ.
216. Βεβαίως, θα ήταν νοητό να συνεχίσει η Επιτροπή, στο πλαίσιο αυτής της παραλλήλως διαξαχθείσας διαδικασίας που έχει σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 81 ΕΚ, τις προσπάθειές της προς από κοινού με τις δύο επιχειρήσεις –την De Beers και την Alrosa– εξεύρεση λύσεως για τα διαγνωσθέντα από αυτή προβλήματα ανταγωνισμού. Το αν έπρεπε να προτιμηθεί αυτή η οδός ή η οδός των ατομικών δεσμεύσεων στο πλαίσιο της έχουσας σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 82 ΕΚ διαδικασίας αποτελεί πάντως, σε τελευταία ανάλυση, όχι νομικό ζήτημα, αλλά ζήτημα σκοπιμότητας, η εκτίμηση του οποίου δεν εναπόκειται στο κοινοτικό δικαστήριο.
α) Ως προς την επιβολή χρονικού περιορισμού στη διάρκεια ισχύος της αποφάσεως για τις δεσμεύσεις
217. Όσον αφορά τη διάρκεια ισχύος της αποφάσεώς της για τις δεσμεύσεις, η Επιτροπή δεν υποχρεούται κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1 του κανονισμού 1/2003 να θέσει χρονικό όριο με αυτή την απόφαση. Πράγματι, σε αντίθεση προς την πρόταση της Επιτροπής (125) για την έκδοση του κανονισμού 1/2003, το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, ουδόλως προβλέπει ότι η απόφαση πρέπει υποχρεωτικά να ορίζει χρονικό διάστημα ισχύος (126).
218. Όταν βραχυπροθέσμως ή μεσοπροθέσμως δεν είναι ορατό ότι μια επιχείρηση όπως η De Beers θα απολέσει τη δεσπόζουσα θέση της στην αγορά, ελάχιστο νόημα θα είχε η θέση χρονικού ορίου ισχύος της αποφάσεως για τις δεσμεύσεις.
219. Στην περίπτωση επίσης αποφάσεως για δεσμεύσεις που δεν προβλέπει χρονικό όριο ισχύος της, οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και οι τρίτοι δεν στερούνται πάντως προστασίας. Πράγματι, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1/2003, ουσιαστικές μεταβολές των γεγονότων μπορούν να έχουν ως συνέπεια την εκ νέου κίνηση της διαδικασίας. Θα μπορούσε, παραδείγματος χάριν, να θεωρηθεί ότι υφίσταται μια τέτοια ουσιαστική μεταβολή, αν οι συνθήκες της αγοράς μεταβάλλονταν με την πάροδο του χρόνου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε μια κατέχουσα δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχείρηση να χάνει την κυρίαρχη θέση της στην αγορά.
220. Βάσει της αρχής της χρηστής διοικήσεως (127), η Επιτροπή υποχρεούται να εξετάζει αμελλητί κάθε εμπεριστατωμένως επισημαινόμενη σ’ αυτή ουσιαστική μεταβολή των γεγονότων και να αποφασίζει για την εκ νέου κίνηση της διαδικασίας.
γ) Επί μέρους συμπέρασμα
221. Επομένως, δεδομένου ότι η συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003, που έχει κατά νου η Alrosa, δεν μπορεί να τύχει αποδοχής, ο δεύτερος λόγος προσφυγής είναι αβάσιμος.
2. Ως προς την παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ, του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003 και την παραβίαση των αρχών της ελευθερίας των συμβάσεων και της αναλογικότητας (τρίτος λόγος προσφυγής)
222. Με τον διατυπωθέντα πρωτοδίκως τρίτο λόγο προσφυγής, η Alrosa προβάλλει ότι η αποτελούσα τη βάση της επίδικης αποφάσεως «απόλυτη και εν δυνάμει χρονικώς απεριόριστη απαγόρευση στην De Beers να αποκτά άμεσα ή έμμεσα ακατέργαστα διαμάντια από την Alrosa» συνιστά παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ και του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003, σε συνδυασμό με τις θεμελιώδεις αρχές της ελευθερίας των συμβάσεων και της αναλογικότητας.
223. Ενδείκνυται να εκτιμηθεί αυτός ο λόγος προσφυγής, αφενός, υπό το πρίσμα της ελευθερίας των συμβάσεων και, αφετέρου, από την άποψη της αναλογικότητας.
α) Ως προς την ελευθερία των συμβάσεων (πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου προσφυγής)
224. Η Alrosa ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση δεν μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 82 ΕΚ και στο άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003, διότι συνιστά παραβίαση της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων. Η Επιτροπή διέταξε de facto εμπορικό αποκλεισμό σε βάρος της Alrosa.
225. Η ελευθερία των συμβάσεων περιλαμβάνεται στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Αποτελεί απόρροια της ελευθερίας δράσεως των προσώπων. Συνδέεται επίσης με την προστατευόμενη σε επίπεδο θεμελιωδών δικαιωμάτων επιχειρηματική ελευθερία (128) αδιάσπαστα (129). Σε μια Κοινότητα, η οποία πρέπει να τηρεί την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό (130), είναι απαραίτητο να διασφαλίζεται η ελευθερία των συμβάσεων. Η νομολογία του Δικαστηρίου, επίσης, αναγνωρίζει ότι οι επιχειρηματίες πρέπει να απολαύουν της ελευθερίας των συμβάσεων (131).
226. Κατά την έκδοση αποφάσεων που αφορούν το διέπον τον ανταγωνισμό δίκαιο, η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει υπόψη την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και της επιχειρηματικής ελευθερίας (132).
227. Η ελευθερία των συμβάσεων περιλαμβάνει πάντως όχι μόνον την ελευθερία συνάψεως συμβάσεως (θετική ελευθερία των συμβάσεων), αλλά και την ελευθερία της μη συνάψεως συμβάσεως (αρνητική ελευθερία των συμβάσεων).
228. Με τις ατομικές δεσμεύσεις που αναλάμβανε έναντι της Επιτροπής, η De Beers έκανε χρήση της αρνητικής της ελευθερίας των συμβάσεων. Η επιχείρηση παραιτήθηκε εκουσίως για το μέλλον από τη σύναψη συμβάσεων με την Alrosa.
229. Ο εκούσιος χαρακτήρας αυτής της παραιτήσεως δεν μεταβάλλεται ούτε από το γεγονός ότι η De Beers πρότεινε τις δεσμεύσεις της κατά τη διάρκεια μιας αφορώσας το δίκαιο των συμπράξεων διαδικασίας προς τον σκοπό αποτροπής μιας επιβάλλουσας απαγόρευση αποφάσεως –περιλαμβανομένης της περιεχόμενης σ’ αυτή διαπιστώσεως της δεσπόζουσας θέσεώς της στην αγορά–. Η απλώς και μόνον αναγγελία κινήσεως από την Επιτροπή μιας διαδικασίας που αφορά το διέπον τις συμπράξεις δίκαιο ή η συνέχισή της έως την έκδοση αποφάσεως επιβάλλουσας απαγόρευση και ενδεχομένως πρόστιμο αποτελεί όχι αθέμιτο, αλλά απολύτως νόμιμο μέτρο, με το οποίο η Επιτροπή επιδιώκει τον εύλογο σκοπό της αποτελεσματικής προστασίας του ανταγωνισμού από νοθεύσεις (133).
230. Βεβαίως, η Alrosa έχασε κατ’ αυτόν τον τρόπο για το μέλλον τον επιθυμητό της αντισυμβαλλόμενο. Αυτό, πάντως, εμπεριέχεται στους κινδύνους που πρέπει να φέρει η Alrosa όπως κάθε επιχειρηματίας σε μια οικονομία ανοικτής αγοράς. Το στοιχείο αυτό δεν συνιστά προσβολή της ελευθερίας συνάψεως συμβάσεων της Alrosa (134).
231. Η Επιτροπή δεν παραβίασε την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων ούτε επειδή κατέστησε υποχρεωτικές τις ατομικές δεσμεύσεις και, επομένως, την παραίτηση της De Beers από μελλοντικές συμβατικές σχέσεις με την Alrosa. Αντιθέτως, διευκρίνισε απλώς με την επίδικη απόφαση τα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων, όπως αυτά προκύπτουν από τις έχουσες απευθείας εφαρμογή διατάξεις περί ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ και της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ για όλους τους επιχειρηματίες. Η (θετική) ελευθερία συνάψεως συμβάσεως των επιχειρηματιών δεν υφίσταται πλέον, όταν συνάπτεται συμφωνία με αντίθετο προς τους κανόνες του ανταγωνισμού σκοπό ή αποτέλεσμα, κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ (άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ), ή όταν μια επιχείρηση εκμεταλλεύεται καταχρηστικά μέσω συμβάσεως τη δεσπόζουσα θέση της στην αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 82 ΕΚ (άρθρου 54 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ).
232. Η Alrosa αντιτείνει ότι η Επιτροπή στράφηκε πράγματι με την απόφασή της όχι κατά μιας καταχρηστικής συμπεριφοράς, αλλά κατά μιας προδήλως νόμιμης συμπεριφοράς. Η απλώς και μόνον αγορά ή πώληση ενός προϊόντος, ακόμη κι από επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση στην αγορά, δεν μπορεί καθεαυτή να είναι καταχρηστική, εκτός αν η συναλλαγή στηρίχθηκε σε αθέμιτους όρους. Προς θεμελίωση της απόψεώς της, η Alrosa παραθέτει νομολογία, ειδικότερα δε την απόφαση Langnese-Iglo κατά Επιτροπής (135), κατά την οποία δεν μπορεί να απαγορεύεται γενικά και για αόριστο χρονικό διάστημα η σύναψη συμβάσεων αποκλειστικής προμήθειας.
233. Η επιχειρηματολογία αυτή είναι όμως έωλη. Η Alrosa παρορά το γεγονός ότι η De Beers είναι όχι απλώς ένας αγοραστής στην αγορά των ακατέργαστων διαμαντιών, αλλά επίσης ο μεγαλύτερος επί παγκοσμίου επιπέδου παραγωγός στην ίδια αυτή αγορά. Επομένως, η με την κοινοποιηθείσα συμφωνία επιδιωκόμενη σχέση προμηθείας μεταξύ Alrosa και De Beers θα ήταν όχι κάθετης, αλλά οριζόντιας φύσεως, δηλαδή συμφωνία μεταξύ ανταγωνιστών. Το στοιχείο αυτό αποτελεί βασική διαφορά σε σχέση με την υπόθεση Langnese-Iglo, στην οποία επρόκειτο για κάθετες συμβάσεις αποκλειστικής προμήθειας (136).
234. Όπως εκτέθηκε ανωτέρω, δεν ανταποκρίνεται κατ’ αρχήν σε μια κανονική ανταγωνιστική συμπεριφορά η εκ μέρους επιχειρήσεως συστηματική αγορά όλης της παραγωγής του μεγαλύτερου ανταγωνιστή της –ή εν πάση περιπτώσει ενός αξιόλογου μέρους της– ιδίως όταν αυτή κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά (137). Αυτό το παραδέχθηκε και η Alrosa σε ερώτηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
235. Επιπροσθέτως, σημασία έχουν εν προκειμένω ο γνωστός από το παρελθόν ρόλος της De Beers ως «διαμορφωτή της αγοράς» και οι προσπάθειές της να ελέγχει την παραγωγή στην αγορά διαμαντιών (138). Λαμβανομένων υπόψη αυτών των περιστάσεων, ουδόλως ήταν παράλογο να λάβει η Επιτροπή ως βάση ότι μια συνεχιζόμενη σχέση προμηθείας μεταξύ Alrosa και De Beers θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεως της De Beers. Προκειμένου να αποτραπεί αυτός ο κίνδυνος για τον ανταγωνισμό, ήταν επιτρεπτό να καταστήσει η Επιτροπή υποχρεωτικές τις ατομικές δεσμεύσεις της De Beers, οι οποίες προέβλεπαν την πλήρη παύση αυτής της σχέσεως προμηθείας.
236. Επιπλέον, η Alrosa παραπονείται για το ότι αποκλείσθηκε η πρόσβασή της προς τον μεγαλύτερο αγοραστή στην αγορά. Η Alrosa φρονεί ότι η Επιτροπή όφειλε να της επιτρέψει τουλάχιστον ad hoc πωλήσεις προς την De Beers, παραδείγματος χάριν μέσω δημοπρασιών υπέρ του πλειοδοτούντος. Το ότι κανένας από αυτούς τους ισχυρισμούς δεν ευσταθεί το εξέθεσα ήδη ανωτέρω (139).
237. Περαιτέρω, η Alrosa εκφράζει τον φόβο ότι χωρίς την De Beers ως αγοραστή δεν υφίσταται πλέον καμία εξασφάλιση γι’ αυτή ότι θα μπορεί να πωλεί τα ακατέργαστα διαμάντια της σε οικονομικώς ελκυστικές τιμές. Η διαπραγματευτική ισχύς των απομενόντων αγοραστών θα αυξηθεί, οπότε μόνο χαμηλότερες τιμές θα είναι δυνατό να επιτευχθούν, πράγμα που θα έχει ως αποτέλεσμα νόθευση του ανταγωνισμού σε βάρος της Alrosa.
238. Τον σχετικό με την πώληση των προϊόντων του κίνδυνο πρέπει όμως κάθε επιχειρηματίας να φέρει ο ίδιος σε μια οικονομία της ανοικτής αγοράς. Αν χάριν ορισμένης επιχειρήσεως επιτρεπόταν η συνέχιση μιας εγείρουσας ερωτήματα από την άποψη του άρθρου 82 ΕΚ σχέσεως προμηθείας, θα προστατεύονταν τελικώς οι ανταγωνιστές έναντι του ανταγωνισμού και θα δινόταν προτεραιότητα στα συμφέροντα των εμπλεκομένων επιχειρήσεων σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος για ανόθευτο ανταγωνισμό (άρθρο 3, παράγραφος 1 του κανονισμού 1/2003, στοιχείο ζ΄, ΕΚ). Σκοπός όμως του ευρωπαϊκού δικαίου του ανταγωνισμού πρέπει να είναι η προστασία του ανταγωνισμού και όχι των ανταγωνιστών, διότι από αυτόν ωφελούνται επίσης έμμεσα οι καταναλωτές και το κοινωνικό σύνολο (140).
239. Το ότι η Alrosa πρέπει τώρα να διεξάγει εντατικότερες απ’ ό,τι πριν διαπραγματεύσεις για τις τιμές με τους απομένοντες αγοραστές στην αγορά των ακατέργαστων διαμαντιών σημαίνει όχι λιγότερο, αλλά αντιθέτως, περισσότερο ανταγωνισμό. Όπως επιπλέον –και κατά τούτο χωρίς να αντικρουσθεί– εκθέτει η Επιτροπή, η αγορά χαρακτηρίζεται από ένα μεγάλο αριθμό σχετικώς μικρών αγοραστών, η διαπραγματευτική ισχύς των οποίων δεν πρέπει να υπερεκτιμάται.
240. Τελικώς, η Alrosa ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση θα έχει δυσμενή επίδραση στον ανταγωνισμό, διότι λόγω αυτής δημιουργείται σοβαρός κίνδυνος συρρικνώσεως της παραγωγής, αν η Alrosa δεν βρίσκει πλέον αγοραστές για τα ακατέργαστα διαμάντια της. Όπως όμως ορθώς αντιτείνει η Επιτροπή, ένα τέτοιο σενάριο είναι απίθανο, αν ληφθεί ως βάση ότι η ζήτηση διαμαντιών παραμένει η ίδια στις αγορές των επομένων σταδίων εμπορίας. Η ίδια η Alrosa δεν ανέφερε τίποτε που θα αποτελούσε ένδειξη μειώσεως της ζητήσεως στις εν λόγω αγορές.
241. Γενικώς διαπιστώνεται ότι η επίδικη απόφαση δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων. Επομένως, το πρώτο σκέλος του διατυπωθέντος πρωτοδίκως τρίτου λόγου προσφυγής είναι αβάσιμο.
β) Επί της αναλογικότητας (δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου προσφυγής)
242. Η Alrosa ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση δεν μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 82 ΕΚ και στο άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003, διότι αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας.
243. Η Alrosa προβάλλει, κυρίως, ότι δεν είναι απαραίτητη μια απόλυτη απαγόρευση στην De Beers να αποκτά ακατέργαστα διαμάντια από την Alrosa, αυτό δε για δύο λόγους. Πρώτον, η κοινοποιηθείσα συμφωνία προέβλεπε αποκλειστικώς υπέρ της De Beers οπωσδήποτε όχι πλέον του 50 % της παραγωγής διαμαντιών της Alrosa. Δεύτερον, η Επιτροπή διέθετε υπό τη μορφή των από κοινού δεσμεύσεων της De Beers και της Alrosa μια λιγότερο περιοριστική εναλλακτική λύση σε σχέση με μια ολοκληρωτική απαγόρευση πωλήσεων.
244. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.
245. Κατ’ αρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η εξέταση της καταλληλότητας και αναγκαιότητας των δεσμεύσεων, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση της Επιτροπής κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 1/2003, απαιτεί περίπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις, ως προς τις οποίες η Επιτροπή διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως (141).
246. Στο πλαίσιο αυτού του περιθωρίου εκτιμήσεως, η Επιτροπή όφειλε εν προκειμένω να αποφασίσει αν, πρώτον, η κοινοποιηθείσα συμφωνία προκαλούσε ενδοιασμούς από απόψεως ανταγωνισμού και αν, δεύτερον, οι από κοινού δεσμεύσεις της De Beers και της Alrosa μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με τις ατομικές δεσμεύσεις της De Beers.
247. Όπως μνημονεύθηκε ανωτέρω (142), το κοινοτικό δικαστήριο έχει την εξουσία να ελέγχει από ουσιαστικής απόψεως τέτοιες αποφάσεις της Επιτροπής ως προς το υποστατό των πραγματικών περιστατικών και ως προς την έλλειψη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως. Συναφώς, οφείλει να ελέγχει όχι μόνον την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων των οποίων γίνεται επίκληση, την αξιοπιστία και τη συνοχή τους, αλλά οφείλει επίσης να ελέγχει αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των ληπτέων υπόψη ουσιωδών στοιχείων για την εκτίμηση σύνθετης καταστάσεως και αν είναι ικανά να θεμελιώσουν τα εξ αυτών αρυόμενα συμπεράσματα.
248. Εν προκειμένω, το μόνον που αμφισβητείται είναι αν τα διαπιστωθέντα από την Επιτροπή περιστατικά μπορούσαν να θεμελιώσουν τα συναχθέντα από αυτή συμπεράσματα. Συναφώς, πρόκειται, αφενός, για το συμπέρασμα ότι η κοινοποιηθείσα συμφωνία αντίβαινε ίσως προς το άρθρο 82 ΕΚ και, αφετέρου, για το συμπέρασμα ότι οι από κοινού δεσμεύσεις της De Beers και της Alrosa δεν συνιστούσαν κατάλληλη εναλλακτική δυνατότητα σε σχέση με τις ατομικές δεσμεύσεις που κατέστησαν υποχρεωτικές.
i) Ως προς την ύπαρξη προβλήματος ανταγωνισμού
249. Κατ’ αρχάς, όσον αφορά την ύπαρξη προβλήματος ανταγωνισμού, η Alrosa περιορίσθηκε στη λακωνική επισήμανση ότι στο παρελθόν αποκλειστικές σχέσεις προμηθείας με κατέχουσες δεσπόζουσα θέση στην αγορά επιχειρήσεις, που αφορούσαν μεγέθη παρόμοια προς αυτά της κοινοποιηθείσας συμφωνίας (περίπου 50 % της συνολικής παραγωγής της Alrosa) θεωρήθηκαν ότι δεν δημιουργούν ενδοιασμούς από απόψεως ανταγωνισμού.
250. Δεν χρειάζεται να εξετασθεί εν προκειμένω αν είναι ορθός αυτός ο μη θεμελιούμενος ειδικότερα ισχυρισμός της Alrosa. Πράγματι, η υπό κρίση υπόθεση χαρακτηρίζεται εν πάση περιπτώσει από μια σειρά ιδιομορφιών.
251. Πρώτον, το περίπου 50 % της ετήσιας παραγωγής διαμαντιών της Alrosas, που επρόκειτο να αποτελέσει το αντικείμενο της κοινοποιηθείσας συμφωνίας με την De Beers, αποτελούσε το σύνολο της τότε προοριζόμενης για εξαγωγή παραγωγής (143). Δεύτερον, η De Beers ήταν όχι ένας οποιοσδήποτε αγοραστής των προϊόντων της Alrosa, αλλά ο κατέχων ηγετική θέση παγκοσμίως παραγωγός ακατέργαστων διαμαντιών, άρα ανταγωνιστής της Alrosa, ο οποίος επιπλέον, κατά την προσωρινή εκτίμηση της Επιτροπής, είχε δεσπόζουσα θέση στην αγορά (144). Τρίτον, κατά τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, υφίσταντο ενδείξεις για το ότι η κοινοποιηθείσα συμφωνία θα καθιστά δυνατό στην De Beers ως «βασικό φορέα της αγοράς» να ελέγχει την παραγωγή στην αγορά διαμαντιών (145).
252. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν μπορούν να υπάρξουν αντιρρήσεις για το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η κοινοποιηθείσα συμφωνία δημιουργούσε ενδοιασμούς από απόψεως δικαίου του ανταγωνισμού όσον αφορά το συμβατό της με το άρθρο 82 ΕΚ. Η Επιτροπή μπορούσε λογικά να λάβει ως βάση ότι η συμφωνία αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεως της De Beers στην αγορά.
ii) Επί του πρόσφορου και αναγκαίου χαρακτήρα των ατομικών δεσμεύσεων της De Beers
253. Όσον αφορά τον πρόσφορο και αναγκαίο χαρακτήρα των ατομικών δεσμεύσεων της De Beers που κατέστησαν υποχρεωτικές, οι οποίες προβλέπουν την πλήρη λήξη της εμπορικής σχέσεως με την Alrosa, εκτίθενται τα ακόλουθα.
254. Δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή είχε στη διάθεσή της το θεωρούμενο ως ηπιότερο μέτρο των από κοινού δεσμεύσεων της De Beers και της Alrosa. Η Επιτροπή ήταν επομένως υποχρεωμένη να εξετάσει αν οι από κοινού αυτές δεσμεύσεις ήταν το ίδιο πρόσφορες όπως οι σαφώς δραστικότερες ατομικές δεσμεύσεις της De Beers για να εξαλειφθεί το διαγνωσθέν από αυτή πρόβλημα ανταγωνισμού. Για τους σκοπούς αυτής της εξετάσεως, η Επιτροπή στηρίχθηκε σε μια έρευνα αγοράς και εξέθεσε τα αποτελέσματά της –αν και με εξαιρετικά συνοπτικό τρόπο– στην επίδικη απόφαση (146).
255. Κατά των διαπιστωθέντων από την Επιτροπή πορισμάτων της έρευνας αγοράς (147) η Alrosa διατύπωσε μεν αντιρρήσεις στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, δεν τα αμφισβήτησε όμως με την προσφυγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ενώπιον του κοινοτικού δικαστηρίου η Alrosa ισχυρίσθηκε μόλις στο στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας για πρώτη φορά ότι οι απόψεις των 21 τρίτων μερών στερούνται σημασίας (148). Ένας τέτοιος τρόπος ενεργείας είναι απαράδεκτος, διότι στην κατ’ αναίρεση διαδικασία δεν επιτρέπεται η με νέους ισχυρισμούς διεύρυνση του αντικειμένου της διαφοράς σε σχέση με αυτό της σε πρώτο βαθμό διαδικασίας (άρθρο 42, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 118 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου) (149). Στη συνέχεια, επομένως, θα στηριχθώ στις διαπιστώσεις της Επιτροπής σε σχέση με τα πορίσματα της έρευνας αγοράς, τα οποία η Alrosa δεν αμφισβήτησε εγκαίρως ενώπιον του Πρωτοδικείου.
256. Οι απόψεις των τρίτων μερών στο πλαίσιο της έρευνας αγοράς εκφράζουν, μεταξύ άλλων, την ανησυχία ότι η συνέχιση της μακροπρόθεσμης σχέσεως αγοραπωλησίας θα έδινε στην De Beers τη δυνατότητα να εμποδίσει την Alrosa να καταστεί ένας ανεξάρτητος ανταγωνιστής (150). Στη μεγάλη τους πλειονότητα, οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι είχαν επιπλέον την άποψη ότι μεταξύ της De Beers και της Alrosa δεν θα έπρεπε να υφίσταται κανενός είδους σχέση αγοραπωλησίας (151).
257. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση η ορθότητα του συμπεράσματος της Επιτροπής ότι οι από κοινού δεσμεύσεις της De Beers και της Alrosa, που θα καθιστούσαν δυνατή τη συνέχιση ποσοτικώς περιορισμένων πωλήσεων από την Alrosa στην De Beers, δεν ήταν οι κατάλληλες για να εξαλειφθούν τα διαγνωσθέντα από την Επιτροπή προβλήματα ανταγωνισμού. Εν πάση περιπτώσει, δεν ήταν παράλογο να θεωρηθεί ότι οι από κοινού δεσμεύσεις της De Beers και της Alrosa δεν ήταν το ίδιο κατάλληλες όπως οι ατομικές δεσμεύσεις της De Beers για να εξαλειφθούν οι σχετικοί με τον ανταγωνισμό ενδοιασμοί αναφορικά με το άρθρο 82 ΕΚ.
258. Επομένως, αντιθέτως προς στην περίπτωση Automec (152), στην οποία πλειστάκις αναφέρεται η Alrosa, δεν υπήρχαν εν προκειμένω περισσότερες ισοδύναμες δυνατότητες εξευρέσεως λύσεως για το διαγνωσθέν από την Επιτροπή πρόβλημα ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια, η απόφαση Automec κατά Επιτροπής δεν μπορεί να τύχει ανάλογης εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση.
259. Γενικώς, επομένως, συνάγεται ότι ούτε το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε γνώση των από κοινού δεσμεύσεων της De Beers και της Alrosa μπορούσε να την εμποδίσει να καταστήσει υποχρεωτικές τις δραστικότερες δεσμεύσεις της De Beers.
iii) Επί του εν στενή εννοία αναλογικού χαρακτήρα
260. Η Alrosa προβάλλει επιπλέον ότι η απαγόρευση οποιασδήποτε πωλήσεως προς την De Beers θίγει υπερμέτρως τα συμφέροντά της. Η ελευθερία της Alrosa να συνάπτει συμβάσεις με τον νυν σπουδαιότερο πελάτη της αίρεται εξ ολοκλήρου και εν δυνάμει για αόριστο χρόνο.
261. Ο ισχυρισμός αυτός συμπίπτει κατά περιεχόμενο με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου προσφυγής, ο οποίος αναφέρεται στην ελευθερία των συμβάσεων. Για τους εκτιθέμενους συναφώς λόγους (153), πρέπει να απορριφθεί.
iv) Επί της προβαλλόμενης δυσμενούς διακρίσεως σε βάρος της Alrosa
262. Η Alrosa ισχυρίζεται τέλος ότι η επίδικη απόφαση είναι αυθαίρετη και συνεπάγεται δυσμενή διάκριση σε βάρος της επιχειρήσεως έναντι άλλων προμηθευτών, οι οποίοι εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να πωλούν διαμάντια στην De Beers, χωρίς να οφείλουν να έρχονται σε ανταγωνισμό με την Alrosa.
263. Η Alrosa δεν εξέθεσε εμπεριστατωμένως αν άλλοι παραγωγοί πραγματοποιούν πωλήσεις προς την De Beers σε αξιόλογη έκταση. Αυτό όμως θα έπρεπε να το πράξει, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι πωλήσεις μεταξύ ανταγωνιστών δεν μπορούν άνευ ετέρου να θεωρούνται ότι συνιστούν κανονική συμπεριφορά στην αγορά (154).
264. Ακόμη όμως κι αν υποτεθεί ότι θα υπάρχουν τέτοιες πωλήσεις, η Alrosa δεν υφίσταται δυσμενή διάκριση από την επίδικη απόφαση έναντι άλλων παραγωγών.
265. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ή απαγορεύσεως των διακρίσεων επιτάσσει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (155).
266. Στην υπό κρίση περίπτωση, η Alrosa και οι λοιποί παραγωγοί ακατέργαστων διαμαντιών που ασκούν δραστηριότητες στην παγκόσμια αγορά δεν βρίσκονται κατ’ ανάγκη σε όμοια κατάσταση. Η Alrosa, κατά τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου (156), είναι το νούμερο δύο στην παγκόσμια εμπορία διαμαντιών και επιθυμεί να συνάψει με την De Beers, το νούμερο ένα, μια μακροχρόνια σύμβαση προμηθείας. Μια σχέση προμηθείας μεταξύ της De Beers και της Alrosa μπορεί λόγω και μόνον της εξέχουσας θέσεως αυτών των δύο επιχειρήσεων στην αγορά να εκτιμηθεί διαφορετικά απ’ ότι μια ενδεχομένως σχέση προμηθείας μεταξύ της De Beers και ενός άλλου, σαφώς μικρότερου, παραγωγού ακατέργαστων διαμαντιών.
267. Επιπροσθέτως, με την κοινοποιηθείσα συμφωνία επρόκειτο να συνεχισθεί μια από δεκαετίες υφιστάμενη αποκλειστική σχέση προμηθείας, που θα τη χρησιμοποιούσε η De Beers για να διασφαλίσει τον ρόλο της ως «διαμορφωτή της αγοράς» και να ελέγχει την παραγωγή στην παγκόσμια αγορά (157). Το στοιχείο αυτό επίσης διακρίνει την κατάσταση της Alrosa από αυτή των άλλων παραγωγών στην αγορά.
268. Επομένως, δεν υφίσταται παραβίαση της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η Alrosa, η επίδικη απόφαση δεν ήταν ούτε αυθαίρετη, αλλά στηρίχθηκε σε αντικειμενικές εκτιμήσεις, κατά τις οποίες ελήφθησαν ειδικότερα ως βάση τα αποτελέσματα μιας πραγματοποιηθείσας από την Επιτροπή έρευνας αγοράς.
269. Μόνο χάριν πληρότητας, προσθέτω ότι η επίδικη απόφαση δεν πρέπει να νοηθεί ως κάποια λευκή επιταγή για ενδεχομένως αγορές ακατέργαστων διαμαντιών εκ μέρους της De Beers από άλλους πλην της Alrosa παραγωγούς. Αντιθέτως, είναι αυτονόητο ότι και οι σχέσεις προμηθείας της De Beers με άλλους παραγωγούς θα πρέπει να εκτιμώνται, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της εκάστοτε περιπτώσεως με κριτήριο τα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, καθώς και τα άρθρα 53 και 54 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ.
v) Επί μέρους συμπέρασμα
270. Τελικώς, επομένως, το δεύτερο σκέλος του διατυπωθέντος πρωτοδίκως τρίτου λόγου προσφυγής είναι αβάσιμο.
Γ – Επί μέρους συμπέρασμα
271. Δεδομένου ότι κανένας από τους προβληθέντες από την Alrosa πρωτοδίκως λόγους προσφυγής δεν ευδοκιμεί, η ασκηθείσα από αυτή προσφυγή ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί.
VII – Δικαστικά έξοδα
272. Κατά το άρθρο 122, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του, το Δικαστήριο, όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των εξόδων.
273. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 118 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικασθεί η Alrosa στα δικαστικά έξοδα και δεδομένου ότι αυτή ηττήθηκε τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ’ αναίρεση, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των διαδικασιών.
VIII – Πρόταση
274. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
1) Αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 2007 στην υπόθεση T-170/06, Alrosa κατά Επιτροπής.
2) Απορρίπτει την προσφυγή, με την οποία η Alrosa ζήτησε από το Πρωτοδικείο να ακυρώσει την απόφαση 2006/520/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Φεβρουαρίου 2006.
3) Καταδικάζει την Alrosa στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των διαδικασιών.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – [Σ.τ.Μ.: η υποσημείωση αυτή αφορά μια διευκρίνιση σε σχέση με ένα ζήτημα διατυπώσεως στη γερμανική και στερείται επομένως αντικειμένου στην ελληνική μετάφραση].
3 – Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).
4 – Απόφαση 2006/520/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Φεβρουαρίου 2006, σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 82 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 54 της Συμφωνίας για τον EΟΧ (υπόθεση COMP/B‑2/38.381 – De Beers), κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2006) 521 και δημοσιευθείσα υπό συνοπτική μορφή στην ΕΕ L 205, σ. 24, στο εξής: επίδικη απόφαση.
5 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 2007, T‑170/06, Alrosa κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. II‑2601, όπως διορθώθηκε με διάταξη του Πρωτοδικείου της 27ης Αυγούστου 2007), στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή πρωτόδικη απόφαση.
6 – Κανονισμός (ΕΚ) 773/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 123, σ. 18).
7 – Άρθρο 45, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003.
8 – Νομικό έρεισμα του κανονισμού 773/2004 είναι το άρθρο 33 του κανονισμού 1/2003. Ως προς την έναρξη ισχύος, βλ. άρθρο 20 του κανονισμού 773/2004.
9 – Ο κανονισμός 773/2004 τροποποιήθηκε, αφενός, με τον κανονισμό (ΕΚ) 1792/2006 της Επιτροπής, της 23ης Οκτωβρίου 2006 (ΕΕ L 362, σ. 1) και, αφετέρου, με τον κανονισμό (ΕΚ) 622/2008 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 2008 (ΕΕ L 171, σ. 3).
10 – Σκέψεις 8 έως 26 και 179 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
11 – Στο εξής: Alrosa.
12 – Στο εξής: De Beers.
13 – Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25). Ο κανονισμός αυτός περιείχε τη ρύθμιση που ίσχυε πριν από τον κανονισμό 1/2003, ο οποίος τον αντικατέστησε με έναρξη ισχύος την 1η Μαΐου 2004.
14 – Στο εξής: ατομικές δεσμεύσεις της Alrosa.
15 – Στο εξής: από κοινού δεσμεύσεις της De Beers και της Alrosa.
16 – ΕΕ 2005, C 136, σ. 32.
17 – Στο εξής: ατομικές δεσμεύσεις της De Beers.
18 – Η Επιτροπή τονίζει με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι πρόκειται για το τελικό κείμενο των δεσμεύσεων, που της υποβλήθηκαν για πρώτη φορά στα τέλη του Νοεμβρίου 2005 ή στις αρχές του Δεκεμβρίου 2005 και στις οποίες έγιναν μερικές μεταβολές από απόψεως διατυπώσεως έως τις 26 Ιανουαρίου 2006.
19 – Όπως προκύπτει από τη σκέψη 185 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή ενημέρωσε την Alrosa, με έγγραφο της 22ας Φεβρουαρίου 2006, ότι «η διαδικασία που την αφορούσε» είχε περατωθεί.
20 – Βλ. σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
21 – Το πρωτότυπο του αρχικώς διαβιβασθέντος με τηλεομοιοτυπία δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Σεπτεμβρίου 2007.
22 – Βλ., αντί πολλών άλλων, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1989, 265/87, Schräder (Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 21), της 13ης Νοεμβρίου 1990, C‑331/88, Fedesa κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I‑4023, σκέψη 13), της 12ης Ιουλίου 2001, C‑189/01, Jippes κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I‑5689, σκέψη 81), της 9ης Μαρτίου 2006, C‑174/05, Zuid-Hollandse Milieufederatie και Natuur en Milieu (Συλλογή 2006, σ. I‑2443, σκέψη 28), και της 24ης Μαΐου 2007, C‑45/05, Maatschap Schonewille-Prins (Συλλογή 2007, σ. I‑3997, σκέψη 45).
23 – Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις της 6ης Απριλίου 1995, C‑241/91 P και C‑242/91 P, RTE και ITP κατά Επιτροπής («Magill») (Συλλογή 1995, σ. I‑743, σκέψη 93), και της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C‑202/06 P, Cementbouw Handel & Industrie κατά Επιτροπής («Cementbouw») (Συλλογή 2007, σ. I‑12129, σκέψη 52).
24 – Με αυτό το πνεύμα, επίσης, σκέψεις 88 και 139 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
25 – Με αυτό το πνεύμα, αποφάσεις της 25ης Ιανουαρίου 2007, C‑403/04 P και C‑405/04 P, Sumitomo Metal Industries και Nippon Steel κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑729, σκέψη 40), της 10ης Ιουλίου 2008, C‑413/06 P, Bertelsmann και Sony Corporation of America κατά Impala («Impala»), (Συλλογή 2008, σ. I-4951, σκέψη 117), και της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C‑47/07 P, Masdar (UK) κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I-9823, σκέψη 77).
26 – Βλ., σχετικώς και πάλι, παρατιθέμενη στην υποσημείωση 22 νομολογία.
27 – Βλ., ιδίως, σκέψεις 101, 103 και 104, καθώς και σκέψη 140 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
28 – Σκέψεις 87 και 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
29 – Η κατά τη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εκτίμηση ότι μια απόφαση βάσει του άρθρου 9 του κανονισμού 1/2003 «περατώνει τη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού» μπορεί τουλάχιστον να δημιουργήσει παρανόηση.
30 – Βλ., σχετικώς, δεύτερη φράση της δέκατης τρίτης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού 1/2003.
31 – Βλ., συναφώς –σε σχέση με μια διαδικασία ελέγχου συγχωνεύσεων– προτάσεις μου της 26ης Απριλίου 2007 στην υπόθεση Cementbouw (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σημείο 69).
32 – Βλ., σχετικώς και πάλι ανωτέρω, σημείο 53 των παρουσών προτάσεων.
33 – Σκέψη 154 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
34 – Βλ., ιδίως, σκέψεις 101, 140 και 154 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
35 – Βλ., ιδίως, σκέψη 154 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
36 – Αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2002, C‑62/01 P, Campogrande κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑3793, σκέψη 24), της 22ας Ιουνίου 2006, C‑24/05 P, Storck κατά HABM (Συλλογή 2006, σ. I‑5677, σκέψεις 34 και 35), και της 15ης Μαρτίου 2007, C‑95/04 P, British Airways κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑2331, σκέψη 137).
37 – Πάγια νομολογία, βλ. αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψη 48), της 6ης Απριλίου 2006, C‑551/03 P, General Motors κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑3173, σκέψη 51), της 10ης Μαΐου 2007, C‑328/05 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑3921, σκέψη 41), και της 2ας Απριλίου 2009, C‑431/07 P, Bouygues και Bouygues Télécom κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 137).
38 – Αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 2005, C‑12/03 P, Επιτροπή κατά Tetra Laval (Συλλογή 2005, σ. I‑987, σκέψεις 37 έως 49), της 22ας Νοεμβρίου 2007, C‑525/04 P, Ισπανία κατά Lenzing (Συλλογή 2007, σ. I‑9947, σκέψεις 56 έως 61), και Impala (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψεις 135 έως 150, ιδίως σκέψη 143).
39 – Βασική για το περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής σε διαδικασίες που αφορούν το διέπον τον ανταγωνισμό δίκαιο είναι η απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, 42/84, Remia κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 2545, σκέψη 34). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1987, 142/84 και 156/84, British American Tobacco και Reynolds Industries κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4487, σκέψη 62), και Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 279).
40 – Σκέψεις 108 έως 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
41 – Αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 3ης Απριλίου 2003, T‑119/02, Royal Philips Electronics κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II‑1433, σκέψη 78), και της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T‑158/00, ARD κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II‑3825, σκέψη 328). Βλ., επιπλέον, προτάσεις μου στην υπόθεση Cementbouw (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σημείο 67).
42 – Σκέψεις 123 έως 125, ιδίως σκέψη 125 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
43 – Σκέψη 126 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
44 – Απόφαση Impala (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 144).
45 – Αποφάσεις Επιτροπή κατά Tetra Laval (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψη 39) και Impala (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 145). Η σημασία αυτής της διαμορφωθείσας κατ’ αρχάς στο πλαίσιο του ελέγχου των συγχωνεύσεων νομολογίας εκτείνεται πλέον κατά πολύ πέραν αυτού του νομικού πεδίου και μπορεί να έχει εφαρμογή, οσάκις αποφάσεις της Επιτροπής πρέπει να ελέγχονται ως προς την ύπαρξη προδήλων πλανών εκτιμήσεως. Βλ. αποφάσεις Ισπανία κατά Lenzing (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψη 57), και της 6ης Νοεμβρίου 2008, C‑405/07 P, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I-8267, σκέψη 55), καθώς και απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑44/02 OP, T‑54/02 OP, T‑56/02 OP, T‑60/02 OP και T‑61/02 OP, Dresdner Bank κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. II‑3567, σκέψη 67).
46 – Έτσι, επίσης, σκέψη 131 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
47 – Σκέψη 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
48 – Κατ’ αυτή την έννοια, αιτιολογικές σκέψεις 41 και 42 της επίδικης αποφάσεως.
49 – Βλ., σχετικώς, προτάσεις μου στην υπόθεση Impala (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σημείο 240).
50 – Βλ. προτάσεις μου της 10ης Μαρτίου 2009, C‑558/07, S.P.C.M. κ.λπ. (δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημείο 77). Με το ίδιο πνεύμα, απόφαση της 12ης Μαρτίου 2002, C‑27/00 και C‑122/00, Omega Air κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I‑2569, σκέψη 72), κατά την οποία δεν υφίσταται πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, όταν το οικείο όργανο μπορούσε κατά την έκδοση της αποφάσεώς του να στηριχθεί «ευλόγως» σε ορισμένες υποθετικές εκτιμήσεις. Βλ., επιπλέον, προτάσεις μου της 1ης Φεβρουαρίου 2007 στην υπόθεση Ισπανία κατά Lenzing (απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σημείο 71), με τις οποίες εξέθεσα ότι μια πρόγνωση είναι προδήλως εσφαλμένη μόνον εάν αποδειχθεί ότι τίποτε δεν μπορεί «να τη δικαιολογεί από καμία άποψη».
51 – Σκέψη 133 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
52 – Σκέψη 134 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
53 – Σκέψη 153, τελευταία φράση, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
54 – Σκέψη 153, πρώτη φράση, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
55 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 57 των παρουσών προτάσεων.
56 – Σκέψη 134 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
57 – Σκέψεις 138 και 153 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
58 – Με αυτό το πνεύμα, απόφαση Impala (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 145), κατά την οποία το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την Επιτροπή στην οικονομική εκτίμησή της .
59 – Αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 2000, C-237/98 P, Dorsch Consult κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-4549, σκέψη 36), της 18ης Ιανουαρίου 2007, C‑229/05 P, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I‑439, σκέψη 35), και της 16ης Ιουλίου 2009, C-440/07 P, Επιτροπή κατά Schneider Electric (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 104).
60 – Αποφάσεις PKK και KNK κατά Συμβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 59, σκέψη 37), της 18ης Ιουλίου 2007, C‑326/05 P, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I-6557, σκέψη 60), της 22ας Νοεμβρίου 2007, C-260/05 P, Sniace κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I-10005, σκέψη 37), και της 8ης Μαΐου 2008, C-304/06 P, Eurohypo κατά HABM (Συλλογή 2008, σ. I-3297, σκέψη 34), καθώς και διάταξη της 3ης Ιουνίου 2009, C-394/08 P, Zipcar κατά HABM (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 40).
61 – Σκέψεις 115 και 150 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
62 – Στη σκέψη 99 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εκθέτει ότι «Ο έλεγχος της αναλογικότητας ενός μέτρου είναι […] αντικειμενικός έλεγχος […]».
63 – Αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1998, C‑401/96 P, Somaco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑2587, σκέψη 53), Sumitomo Metal Industries και Nippon Steel κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 77), και της 16ης Ιουλίου 2009, C-385/07 P, Der Grüne Punkt – Duales System Deutschland κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 71).
64 – Αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 2001, C-274/99 P, Connolly κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-1611, σκέψη 121), Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 372), της 2ας Απριλίου 2009, C‑202/07 P, France Télécom κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 30), και Επιτροπή κατά Schneider Electric (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 59, σκέψη 135).
65 – Αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1998, C-259/96 P, Συμβούλιο κατά de Nil και Impens (Συλλογή 1998, σ. I-2915, σκέψεις 32 και 33), Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 372), France Télécom κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 64, σκέψη 29), και Επιτροπή κατά Schneider Electric (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 59, σκέψη 135).
66 – Απόφαση της 7ης Ιουνίου 2007, C‑362/05 P, Wunenburger κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑4333, σκέψη 80).
67 – Ως προς αυτή την ανακοίνωση, βλ. σημείο 26 των παρουσών προτάσεων.
68 – Ως προς την παραμόρφωση πραγματικών περιστατικών, βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 59 νομολογία. Ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό πραγματικών περιστατικών, βλ. διάταξη της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C‑19/95 P, San Marco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I‑4435, σκέψη 39), καθώς και αποφάσεις Sumitomo Metal Industries και Nippon Steel κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 39) και Επιτροπή κατά Schneider Electric (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 59, σκέψη 191).
69 – Απόφαση Impala (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, ιδίως σκέψεις 64, 65, 73 και 76). Ως προς αυτό το σημείο, το Δικαστήριο δεν υιοθέτησε τις προτάσεις μου της 13ης Δεκεμβρίου 2007 σ’ εκείνη την υπόθεση.
70 – Στο σημείο 16 της ανακοινώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα εκτίθενται τα εξής: «Η Επιτροπή, με την επιφύλαξη του αποτελέσματος της δοκιμής αγοράς, προτίθεται να εκδώσει απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 […]» (με δική μου υπογράμμιση).
71 – Σκέψη 136, δεύτερη φράση, και σκέψη 192, πρώτη φράση, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
72 – Πρόκειται για τις σκέψεις 132 έως 154 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
73 – Συναφώς, βλ., ανωτέρω, σημείο 45 των παρουσών προτάσεων και εκεί παρατιθέμενη στην υποσημείωση 25, νομολογία.
74 – Βλ., σχετικώς, αφορώσες τα πραγματικά περιστατικά διαπιστώσεις στις σκέψεις 8 και 9, καθώς και παράθεμα από την επίδικη απόφαση στη σκέψη 116 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου μνημονεύεται η «εμπορική σχέση της [De Beers] με τον σημαντικότερο ανταγωνιστή της, την Alrosa».
75 – Σκέψεις 138 και 153 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
76 – Αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1978, 27/76, United Brands και United Brands Continentaal κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1978, σ. 75, σκέψη 189), της 16ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑468/06 έως C-478/06, Σωτ. Λέλος και Σία κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I-7139, σκέψη 50), και της 11ης Δεκεμβρίου 2008, C‑52/07, Kanal 5 και TV 4 (Συλλογή 2008, σ. I-9239, σκέψη 26).
77 – Βλ., για παράδειγμα, σημεία 58, 63 και 68 του υποβληθέντος πρωτοδίκως υπομνήματος απαντήσεως της Επιτροπής και σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
78 – Σκέψη 153 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
79 – Βλ., σχετικώς, και πάλι σημείο 121 των παρουσών προτάσεων και εκεί παρατιθέμενη στην υποσημείωση 76 νομολογία.
80 – Αιτιολογικές σκέψεις 25, 26, 28 και 30 της επίδικης αποφάσεως, καθώς και σημεία 64 και 65 του πρωτοδίκως υποβληθέντος υπομνήματος της Επιτροπής. Βλ., επίσης, σκέψη 83 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
81 – Αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1993, C-35/92 P, Κοινοβούλιο κατά Frederiksen (Συλλογή 1993, σ. I-991, σκέψη 31), της 8ης Μαΐου 2003, C-122/01 P, T. Port κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-4261, σκέψη 17), της 28ης Ιουνίου 2005, C‑189/02 P, C-202/02 P, C-205/02 P έως C‑208/02 P και C-213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I-5425, σκέψη 148), και της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C-443/05 P, Common Market Fertilizers κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I-7209, σκέψη 137).
82 – Βλ. σκέψεις 158 και 204 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κατά τη γλώσσα της διαδικασίας, οι παρατηρήσεις αυτές έγιναν «for the sake of completeness».
83 – Τα διαβιβασθέντα έγγραφα περιείχαν τις παρατηρήσεις των τρίτων ερωτηθέντων στο πλαίσιο της έρευνας αγοράς και ένα απόσπασμα των ατομικών δεσμεύσεων της De Beers (βλ. σημείο 29 των παρουσών προτάσεων).
84 – Αποφάσεις Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 372), Bouygues και Bouygues Télécom κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 42) και Επιτροπή κατά Schneider Electric (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 59, σκέψη 135).
85 – Σκέψη 201 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (με δική μου υπογράμμιση).
86 – Σκέψη 203 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
87 – Απόφαση Wunenburger κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 66, σκέψη 80).
88 – Η Επιτροπή αναφέρεται στη σκέψη 130 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
89 – Αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑310/97 P, Επιτροπή κατά AssiDomän Kraft Products κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I‑5363, σκέψη 52), της 15ης Φεβρουαρίου 2001, C‑239/99, Nachi Europe (Συλλογή 2001, σ. I‑1197, σκέψη 24), και της 19ης Ιανουαρίου 2006, C‑240/03 P, Comunità montana della Valnerina κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑731, σκέψη 43). Βλ., επίσης, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1962, 46/59 και 47/59, Meroni κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 797, συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά).
90 – Αποφάσεις Επιτροπή κατά AssiDomän Kraft Products κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 89, σκέψη 52) και Comunità montana della Valnerina κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 89, σκέψη 43).
91 – Διατάξεις της 27ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑470/02 P, UER/M6 κ.λπ. (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 69), και της 13ης Ιουνίου 2006, C‑172/05 P, Mancini κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 41).
92 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger της 2ας Απριλίου 1998, C‑252/96 P, Κοινοβούλιο κατά Gutiérrez de Quijano y Lloréns (Συλλογή 1998, σ. I‑7421, σημείο 36).
93 – Με αυτό το πνεύμα, απόφαση Parlament κατά Gutiérrez de Quijano y Lloréns (υπόθεση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 92, σκέψη 34), και διάταξη UER κατά M6 κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 91, σκέψη 74).
94 – Αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2263, σκέψη 27), της 24ης Οκτωβρίου 1996, C‑32/95 P, Επιτροπή κατά Lisrestal κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I‑5373, σκέψη 21), της 8ης Μαρτίου 2007, C‑44/06, Gerlach (Συλλογή 2007, σ. I‑2071, σκέψη 38), και της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑439/05 P και C‑454/05 P, Land Oberösterreich και Αυστρία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑7141, σκέψη 36). Ειδικά ως προς τον σεβασμό των δικαιωμάτων της άμυνας κατά την ένδικη διαδικασία, βλ. απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, C‑199/99 P, Corus UK κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I‑11177, σκέψη 19).
95 – Αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1961, 42/59 και 49/59, SNUPAT κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 599, συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά), της 10ης Ιανουαρίου 2002, C‑480/99 P, Plant κ.λπ. κατά Επιτροπής και South Wales Small Mines (Συλλογή 2002, σ. I‑265, σκέψη 24), και Corus UK κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 94, σκέψη 19).
96 – Βλ., επίσης, κατ’ αυτή την έννοια, προτάσεις μου της 27ης Σεπτεμβρίου 2006 στην υπόθεση PKK και KNK κατά Συμβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 59, σημείο 67).
97 – Από τη διάταξη UER κατά M6 κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 91, σκέψη 74) συνάγεται ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν πρέπει να στηρίζεται σε μια «nouvelle thèse inspirée par le Tribunal».
98 – Συναφώς, βλ. και πάλι σκέψη 201 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και σημείο 140 των παρουσών προτάσεων.
99 – Άρθρο 62 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
100 – Βλ., σχετικώς, άρθρο 76α του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, καθώς και απόφαση Royal Philips Electronics κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 41, σκέψη 205).
101 – Αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1980, 30/78, Distillers Company κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 465, σκέψη 26), και της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C‑301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I‑307, σκέψη 31). Με το ίδιο πνεύμα, αποφάσεις Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 73), και της 29ης Ιουνίου 2006, C‑308/04 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑5977, σκέψεις 97 και 98).
102 – Αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 1980, 209/78 έως 215/78 και 218/78, van Landewyck κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 207, σκέψη 47), και της 23ης Απριλίου 1986, 150/84, Bernardi κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1986, σ. 1375, σκέψη 28).
103 – Σκέψη 203 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
104 – Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων διακηρύχθηκε πανηγυρικά κατ’ αρχάς στις 7 Δεκεμβρίου 2000 στη Νίκαια (ΕΕ 2000, C 364, σ. 1), κατόπιν δε για δεύτερη φορά στις 12 Δεκεμβρίου 2007 στο Στρασβούργο (ΕΕ 2007, C 303, σ. 1).
105 – Αιτιολογική σκέψη 37 του κανονισμού 1/2003. Μολονότι ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων δεν παράγει ακόμη παρεμφερή προς το πρωτογενές δίκαιο δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, παρέχει όμως, ως πηγή διασαφηνίσεως του δικαίου, ορισμένα στοιχεία σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία διασφαλίζει η κοινοτική έννομη τάξη, αυτό δε ιδίως όταν μια κοινοτική νομική πράξη παραπέμπει ρητώς σ’ αυτόν. Βλ. την απόφαση της 27ης Ιουνίου 2006, C‑540/03, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου («οικογενειακή επανένωση», Συλλογή 2006, σ. I-5769, σκέψη 38), και το σημείο 108 των προτάσεών μου της 8ης Σεπτεμβρίου 2005 σ’ εκείνη την υπόθεση.
106 – Βλ., σχετικώς, παρατιθέμενη στην υποσημείωση 94 νομολογία.
107 – Σκέψεις 176 και 177 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
108 – Σκέψη 178 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
109 – Σκέψη 186 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
110 – Σκέψη 187 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
111 – Σκέψη 187 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
112 – Σκέψεις 197 έως 203 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
113 – Σκέψη 197 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
114 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 174 και 175 των παρουσών προτάσεων.
115 – Η θέση της τρίτης παραγράφου του άρθρου 27 του κανονισμού 1/2003 κάτω από την πρώτη παράγραφο υποδηλώνει ότι θα πρέπει να έχει εφαρμογή μόνον όσον αφορά την έκδοση αποφάσεων κατά τα άρθρα 7, 8, 23 και 24, παράγραφος 2, αυτού του κανονισμού.
116 – Βλ., σχετικώς, παρατιθέμενες στην υποσημείωση 106 αποφάσεις.
117 – Σκέψη 21 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Βλ., επίσης, σημείο 27 των παρουσών προτάσεων.
118 – Το έγγραφο αυτό προσκόμισε η ίδια η Alrosa ενώπιον του Πρωτοδικείου ως παράρτημα 14 του δικογράφου της προσφυγής της.
119 – Σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Βλ., επίσης, σημείο 30 των παρουσών προτάσεων.
120 – Βλ., αμέσως κατωτέρω, σημεία 214 έως 216 των παρουσών προτάσεων.
121 – Σκέψη 201 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
122 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 174 και 175 των παρουσών προτάσεων.
123 – Πολλές, επίσης, επιχειρήσεις μπορούν να κατέχουν από κοινού δεσπόζουσα θέση στην αγορά (η αποκαλούμενη συλλογική δεσπόζουσα θέση).
124 – Με αυτό το πνεύμα, επίσης, σκέψεις 89 και 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
125 – Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης και με την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 1017/68, (ΕΟΚ) 2988/74, (ΕΟΚ) 4056/86 και (ΕΟΚ) 3975/87 («κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης»), που υποβλήθηκε από την Επιτροπή στις 27 Σεπτεμβρίου 2000 [COM(2000) 582 τελικό. Δημοσιεύθηκε στην ΕΕ C 365E, σ. 284). Βλ., ειδικότερα, άρθρο 9, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, αυτής της προτάσεως.
126 – Βλ., επίσης, σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
127 – Το δικαίωμα για χρηστή διοίκηση περιελήφθη στο άρθρο 41 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στον οποίο παραπέμπει η αιτιολογική σκέψη 37 του κανονισμού 1/2003.
128 – Άρθρο 16 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
129 – Ο γενικός εισαγγελέας F. Jacobs το διατύπωσε αυτό με τις προτάσεις του της 28ης Μαΐου 1998 στην υπόθεση C-7/97, Bronner (Συλλογή 1998, I-7791, σημείο 56) ως ακολούθως: «[Τ]ο δικαίωμα επιλογής των αντισυμβαλλομένων και της ελευθερίας διαθέσεως της ιδιοκτησίας αποτελούν γενικώς αναγνωρισμένες αρχές στα δίκαια των κρατών μελών, ενίοτε δε έχουν συνταγματικό χαρακτήρα. Η προσβολή των δικαιωμάτων αυτών απαιτείται να είναι επιμελώς αιτιολογημένη.»
130 – Άρθρο 4, παράγραφος 1, ΕΚ και άρθρο 98 ΕΚ. Βλ., σχετικώς, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, C-198/01, CIF (Συλλογή 2003, σ. I-8055, σκέψη 47).
131 – Απόφαση της 28ης Απριλίου 2009, C‑518/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 66). Βλ., επιπλέον, αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 1999, C‑215/96 και C‑216/96, Bagnasco κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I‑135, σκέψεις 45 και 46), και της 18ης Ιουλίου 2007, C‑277/05, Société thermale d’Eugénie-les-Bains (Συλλογή 2007, σ. I‑6415, σκέψη 21).
132 – Με αυτό το πνεύμα, απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Σεπτεμβρίου 1992, T‑24/90, Automec κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. II‑2223, σκέψεις 51 έως 53), και –σε σχέση με την επιχειρηματική ελευθερία– απόφαση του Πρωτοδικείου της 26ης Οκτωβρίου 2000, T‑41/96, Bayer κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. II‑3383, σκέψη 180).
133 – Κατά την ίδια έννοια, προτάσεις μου στην υπόθεση Cementbouw (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σημείο 71).
134 – Δεν υφίσταται εν προκειμένω καμία ένδειξη για την ύπαρξη εξαναγκασμού προς σύναψη συμβάσεως, συνιστάμενου στο ότι η De Beers θα εξακολουθούσε να έχει την υποχρέωση να αγοράζει ακατέργαστα διαμάντια σε ορισμένες ποσότητες από την Alrosa. Μόνο χάριν πληρότητας, επισημαίνω ότι κατά την προφορική διαδικασία συζητήθηκε με τους διαδίκους, σε σχέση με το δίκτυο διανομής της De Beers, η αποκαλούμενη «Essential-facilities doctrine». Όπως όμως η ίδια η Alrosa παραδέχθηκε, ένα τέτοιο δίκτυο διανομής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τόσο ζωτικής σημασίας, ώστε να συνιστά έναν απαραίτητο μηχανισμό (essential facility), στον οποίο η De Beers θα όφειλε κατ’ ανάγκη να παρέχει πρόσβαση σε άλλους επιχειρηματίες της αγοράς. Ακόμη κι αν η δημιουργία ιδίου δικτύου διανομής δεν θα ήταν αποδοτική για την Alrosa, δεν θα υφίστατο, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, εξαναγκασμός προς σύναψη συμβάσεως ως προς τη De Beers (απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1998, C‑7/97, Bronner, Συλλογή 1998, σ. I‑7791, σκέψεις 41 έως 46, ειδικότερα σκέψη 45. Ως προς την «Essential-facilities doctrine», βλ., επιπλέον, αποφάσεις «Magill», προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψεις 49 έως 57, και της 29ης Απριλίου 2004, C-418/01, IMS Health, Συλλογή 2004, σ. I-5039).
135 – Η Alrosa επικαλείται ειδικότερα την απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουνίου 1995, T‑7/93, Langnese-Iglo κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II‑1533, σκέψεις 206 και 207), επικυρωθείσα με απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Οκτωβρίου 1998, C‑279/95 P, Langnese-Iglo κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑5609, σκέψη 74).
136 – Απόφαση T-7/93, Langnese-Iglo κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 134, σκέψεις 4 και 5).
137 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 119 έως 122 των παρουσών προτάσεων.
138 – Αιτιολογικές σκέψεις 25, 26, 28 και 30 της επίδικης αποφάσεως, καθώς και σημεία 64 και 65 του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής στη σε πρώτο βαθμό διαδικασία. Βλ., επίσης, σκέψη 83 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
139 – Βλ. σημεία 119 έως 123 και 128 έως 130 των παρουσών προτάσεων.
140 – Βλ., σχετικώς, σημείο 71 των προτάσεών μου της 19ης Φεβρουαρίου 2009, C-8/08, T-Mobile Netherlands κ.λπ. (δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
141 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 70 έως 75 των παρουσών προτάσεων.
142 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 77 των παρουσών προτάσεων.
143 – Σκέψη 13 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
144 – Σκέψεις 9 και 14 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Αιτιολογικές σκέψεις 23 έως 27 της επίδικης αποφάσεως.
145 – Αιτιολογικές σκέψεις 28 και 30 της επίδικης αποφάσεως.
146 – Αιτιολογικές σκέψεις 41 και 42 της επίδικης αποφάσεως.
147 – Βλ. αιτιολογική σκέψη 41 της επίδικης αποφάσεως.
148 – Σημεία 67 και 77 του κατ’ αναίρεση υπομνήματος αντικρούσεως και σημείο 17 του υπομνήματος ανταπαντήσεως της Alrosa. Ειδικότερα, η Alrosa εκφράζεται επικριτικά για το ότι οι περισσότερες από τις αρνητικές απόψεις τρίτων μερών στηρίζονταν σε ένα ομοιόμορφο πρότυπο απαντήσεως και δεν έθεταν κανένα ουσιώδες γι’ αυτή τη διαδικασία πρόβλημα ανταγωνισμού.
149 – Αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-1981, σκέψη 59), Storck κατά HABM (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψη 45), PKK και KNK κατά Συμβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 59, σκέψη 61) και France Télécom κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 64, σκέψη 60).
150 – Αιτιολογική σκέψη 41, δεύτερη περίπτωση, της επίδικης αποφάσεως.
151 – Αιτιολογική σκέψη 41, τρίτη περίπτωση, της επίδικης αποφάσεως.
152 – Απόφαση Automec κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 131, ειδικότερα σκέψη 52).
153 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 224 έως 241 των παρουσών προτάσεων.
154 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 119 έως 122 και 234 των παρουσών προτάσεων.
155 – Αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 2006, C-344/04, IATA και ELFAA (Συλλογή 2006, σ. I-403, σκέψη 95), της 3ης Μαΐου 2007, C‑303/05, Advocaten voor de Wereld (Συλλογή 2007, σ. I‑3633, σκέψη 56), και της 7ης Ιουλίου 2009, C‑558/07, S.P.C.M. κ.λπ. (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 74).
156 – Σκέψεις 8 και 9 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Βλ., επίσης, σημεία 14 και 15 των παρουσών προτάσεων.
157 – Αιτιολογικές σκέψεις 25, 26, 28 και 30 της επίδικης αποφάσεως, καθώς και σημεία 64 και 65 του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής στη σε πρώτο βαθμό διαδικασία. Βλ., επίσης, σκέψη 83 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Full & Egal Universal Law Academy