ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 4ης Νοεμβρίου 2008 (1)
Υπόθεση C‑459/07
Veli Elshani
κατά
Hauptzollamt Linz
[αίτηση του Unabhängiger Finanzsenat, Graz (Αυστρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Άρθρο 233 – Απόσβεση της τελωνειακής οφειλής – Έννοια της “παράτυπης εισαγωγής”»
1. Η προβληματική επί της οποίας καλείται να αποφανθεί το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση είναι μάλλον περιορισμένη καθεαυτή: πράγματι, κατ’ ουσίαν ζητείται να ερμηνευθεί ένα σύντομο χωρίο του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, και συγκεκριμένα η έκφραση «κατά την παράτυπη εισαγωγή» του άρθρου 233, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ΄.
2. Εντούτοις, μολονότι το ζήτημα φαίνεται απλό, παρουσιάζει μάλλον πολύπλοκες πτυχές. Αφενός, πράγματι, το γράμμα του νομοθετικού κειμένου δεν παρέχει σαφείς ενδείξεις για την ερμηνεία του, ενώ, αφετέρου, η επιλογή της μιας ή της άλλης πιθανής ερμηνείας μπορεί να έχει σημαντικές πρακτικές συνέπειες, ιδίως όσον αφορά την είσπραξη των δασμών.
3. Επίσης, είναι σημαντικό ότι το πρόβλημα το οποίο υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο προέκυψε λόγω της υπάρξεως αντιφατικής νομολογίας, η οποία έχει επηρεάσει και τη θεωρία και δημιουργεί αντιπαράθεση μεταξύ εθνικών δικαστηρίων όσον αφορά την ορθή ερμηνεία του προαναφερθέντος άρθρου 233.
4. Τέλος, η σύγκρουση νομολογίας την οποία το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να επιλύσει παρουσιάζει διακρατικό χαρακτήρα, μολονότι περιορίζεται σε δύο κράτη της ίδιας γλωσσικής περιοχής: τα δύο δικαστήρια που ακολουθούν αντίθετες ερμηνείες του εν λόγω κανόνα είναι, αφενός, το αυστριακό Verwaltungsgerichtshof και, αφετέρου, το γερμανικό Bundesfinanzhof. Πρόσφατα, δύο επιφανή μέλη των δύο αυτών δικαστηρίων εξέθεσαν, σε έναν εμβριθή διάλογο, τις θέσεις των αντίστοιχων δικαιοδοτικών οργάνων στα οποία ανήκουν (2).
I – Νομοθετικό πλαίσιο
Οι διατάξεις του τελωνειακού κώδικα
5. Οι διατάξεις του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (3) τις οποίες αφορά η κρινόμενη υπόθεση είναι οι ακόλουθες:
«Άρθρο 38
1. Τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας πρέπει να προσκομίζονται χωρίς καθυστέρηση από το πρόσωπο που πραγματοποίησε την είσοδο αυτή, χρησιμοποιώντας κατά περίπτωση, την οδό που καθορίζει η τελωνειακή αρχή και σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από την αρχή αυτή:
α) είτε στο τελωνείο που καθορίζει η τελωνειακή αρχή ή σε οποιοδήποτε άλλο χώρο που καθορίζει ή εγκρίνει η αρχή αυτή·
[...]
2. Κάθε πρόσωπο που αναλαμβάνει τη μεταφορά των εμπορευμάτων από τη στιγμή που τα τελευταία έχουν εισέλθει στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, ιδίως μετά από μεταφόρτωση, καθίσταται υπεύθυνο για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1. [...]
Άρθρο 202
1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:
α) από την παράτυπη εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, εμπορεύματος υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς ή [...]
β) [...]
Κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, θεωρείται ως παράτυπη εισαγωγή κάθε εισαγωγή κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 38 έως 41 και του άρθρου 177 δεύτερη περίπτωση.
2. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται τη στιγμή της παράτυπης εισαγωγής.
[...]
Άρθρο 203
1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:
– από την υπεξαίρεση υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση.
2. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται τη στιγμή κατά την οποία το εμπόρευμα διαφεύγει από την τελωνειακή επιτήρηση.
[...]
Άρθρο 233
Με την επιφύλαξη των διατάξεων που ισχύουν σχετικά με την παραγραφή της τελωνειακής οφειλής καθώς και σχετικά με την μη ανάκτηση του ποσού της τελωνειακής οφειλής σε περίπτωση δικαστικά διαπιστωμένης αφερεγγυότητας του οφειλέτη, η απόσβεση της τελωνειακής οφειλής επέρχεται:
[...]
δ) εφόσον τα εμπορεύματα για τα οποία γεννάται τελωνειακή οφειλή σύμφωνα με το άρθρο 202 κατασχεθούν κατά την παράτυπη εισαγωγή τους και συγχρόνως ή στη συνέχεια δημευθούν.
Σε περίπτωση κατάσχεσης και δήμευσης, η τελωνειακή οφειλή, λογίζεται πάντως, για την εφαρμογή της εφαρμοστέας στις τελωνειακές παραβάσεις ποινικής νομοθεσίας, ως μη αποσβεσθείσα όταν η ποινική νομοθεσία ενός κράτους μέλους προβλέπει ότι οι τελωνειακοί δασμοί χρησιμεύουν ως βάση για τον καθορισμό κυρώσεων ή ότι η ύπαρξη τελωνειακής οφειλής χρησιμεύει ως βάση για την ποινική δίωξη.»
Οι διατάξεις του κανονισμού περί εφαρμογής
6. Σκόπιμο είναι να υπενθυμιστούν δύο διατάξεις του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα (4):
«Άρθρο 867
Η δήμευση εμπορεύματος, κατά την έννοια του άρθρου 233 στοιχεία γ΄ και δ΄, του κώδικα, δεν μεταβάλλει τον τελωνειακό χαρακτήρα του εν λόγω εμπορεύματος.
Άρθρο 867α
1. Τα μη κοινοτικά εμπορεύματα που εγκαταλείπονται υπέρ του Δημοσίου, κατάσχονται ή δημεύονται θεωρείται ότι υπάγονται στο καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης.
2. Τα εμπορεύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι δυνατό μόνο να πωληθούν από τις τελωνειακές αρχές υπό τον όρο ότι ο αγοραστής διεκπεραιώνει χωρίς καθυστέρηση τις διατυπώσεις που απαιτούνται για να λάβουν αυτά τελωνειακό προορισμό.
Σε περίπτωση που πραγματοποιείται σε τιμή που περιλαμβάνει το ποσό των εισαγωγικών δασμών, η πώληση αυτή θεωρείται ότι ισχύει ως θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, οι τελωνειακές δε αρχές οφείλουν να προβούν οι ίδιες σε καταλογισμό και χρέωση των δασμών.
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, η πώληση πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διαδικασίες που ισχύουν στα κράτη μέλη.
3. Στην περίπτωση που οι διοικητικές αρχές αποφασίσουν να διαθέσουν οι ίδιες, με άλλο τρόπο εκτός της πώλησης, εμπορεύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, αυτές διεκπεραιώνουν αμέσως τις διατυπώσεις που απαιτούνται για να λάβουν αυτά έναν από τους τελωνειακούς προορισμούς που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 15 στοιχεία α΄, β΄, γ΄ και δ΄ του κώδικα.»
II – Πραγματικά περιστατικά, κύρια δίκη και προδικαστικά ερωτήματα
7. Στις 21 Μαΐου 2001, η αυστριακή αστυνομία, ενεργώντας βάσει πληροφοριών που απέκτησε από την παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, πραγματοποίησε έλεγχο στα περίχωρα του Wels, σε τουριστικό λεωφορείου προερχόμενο από το Κόσοβο, μέσα στο οποίο βρέθηκαν 150 κούτες λαθραίων τσιγάρων που κατασχέθηκαν και, στη συνέχεια, δημεύθηκαν και καταστράφηκαν.
8. Το εν λόγω λεωφορείο είχε εισέλθει στο κοινοτικό τελωνειακό έδαφος στην Ιταλία, και συγκεκριμένα στον λιμένα του Πρίντεζι, σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία μεταξύ 19 και 21 Μαΐου 2001. Προορισμός του οχήματος ήταν το χωριό Eferding, όπου δεν είχε φθάσει ακόμα όταν επενέβη η αστυνομία.
9. Στη συνέχεια, οι αυστριακές τελωνειακές αρχές υπολόγισαν τους δασμούς για τα εν λόγω τσιγάρα απαιτώντας την καταβολή τους. Το ποσό των δασμών ανερχόταν σε 961,46 ευρώ.
10. Μετά από μια σειρά προσφυγές που ασκήθηκαν ενώπιον των αυστριακών αρχών (και οι οποίες επικεντρώνονταν κυρίως σε προβλήματα σχετικά με την εξακρίβωση των πραγματικών συνθηκών του περιστατικού και των ειδικών ευθυνών των εμπλεκομένων προσώπων), το ζήτημα υποβλήθηκε στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο, λαμβάνοντας υπόψη τον κεντρικό ρόλο που διαδραματίζει το άρθρο 233 του τελωνειακού κώδικα για την έκδοση αποφάσεως, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχοντας υπόψη ότι, όσον αφορά τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 233, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, του [τελωνειακού κώδικα] δεν λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος γενέσεως της τελωνειακής οφειλής, αλλά η περίοδος μετά τη γένεση της τελωνειακής οφειλής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή προϋποθέτει "γεννηθείσα" κατά το άρθρο 202 του τελωνειακού κώδικα τελωνειακή οφειλή, πρέπει η φράση "κατά την παράτυπη εισαγωγή τους", του άρθρου 233, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, του τελωνειακού κώδικα να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι
– η εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας εμπορεύματος για το οποίο έχει γεννηθεί τελωνειακή οφειλή κατά το άρθρο 202 του τελωνειακού κώδικα, ολοκληρώνεται με την προσκόμιση του προϊόντος στο συνοριακό τελωνείο ή σε άλλο σημείο που έχουν καθορίσει οι τελωνειακές αρχές, το βραδύτερο, πάντως, με την απομάκρυνσή του από το συνοριακό τελωνείο ή από το άλλο σημείο που έχει ορισθεί, δεδομένου ότι το εμπόρευμα έχει πλέον εισέλθει στο τελωνειακό έδαφος, ώστε κατάσχεση ή δήμευση αυτού, μετά το χρονικό αυτό σημείο, να μην συνεπάγεται την απόσβεση της τελωνειακής οφειλής,
ή μήπως έχει την έννοια ότι
– η εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας εμπορεύματος για το οποίο έχει γεννηθεί τελωνειακή οφειλή κατά το άρθρο 202 του τελωνειακού κώδικα διαρκεί, από οικονομικής απόψεως, όσο διαρκεί η μεταφορά του εμπορεύματος ως ενιαία διαδικασία της εισαγωγής του εμπορεύματος στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, εφόσον το εμπόρευμα δεν έχει ακόμα αφιχθεί και αποτεθεί στον πρώτο τόπο προορισμού του, ώστε κατάσχεση ή δήμευση του εμπορεύματος μέχρι το χρονικό αυτό σημείο να συνεπάγεται απόσβεση της τελωνειακής οφειλής;
2) Έχοντας υπόψη ότι σε περίπτωση παράτυπης ενέργειας, κατά την έννοια του άρθρου 202 του τελωνειακού κώδικα, η οποία αποκαλύφθηκε κατά την εισαγωγή, αποσβένεται η τελωνειακή οφειλή, ενώ, αντιθέτως, η κατάσχεση του εμπορεύματος ευθύς μετά την απομάκρυνσή του από την τελωνειακή επιτήρηση, ως παράτυπη ενέργεια κατά την έννοια του άρθρου 203 του τελωνειακού κώδικα, δεν συνεπάγεται την άμεση απόσβεση της τελωνειακής οφειλής, μπορεί το άρθρο 233, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μολονότι προβλέπει απόσβεση της τελωνειακής οφειλής μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες γεννάται τελωνειακή οφειλή σύμφωνα με το άρθρο 202 του τελωνειακού κώδικα εντούτοις ανταποκρίνεται στην επιταγή της ίσης μεταχειρίσεως παράνομων πράξεων;»
III – Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Το πρώτο ερώτημα
11. Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα που θέτει το αιτούν δικαστήριο είναι ασφαλώς το σημαντικότερο και το δυσχερέστερο. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με την ερμηνεία της εκφράσεως «κατά την παράτυπη εισαγωγή», του άρθρου 233 του τελωνειακού κώδικα. Πιο συγκεκριμένα, το Unabhängiger Finanzsenat υποβάλλει μια ερώτηση πολλαπλών επιλογών, υποδεικνύοντας δύο πιθανές εναλλακτικές ερμηνείες. Στην πραγματικότητα, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, η προαναφερθείσα έκφραση επιδέχεται και άλλες ερμηνείες.
12. Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να γίνει πλήρως κατανοητή η προβληματική την οποία θέτει το δικαστήριο της κύριας δίκης, είναι απαραίτητο να εκτεθούν συνοπτικά κατ’ αρχάς οι δύο θέσεις της νομολογίας τις οποίες επικαλείται η διάταξη περί παραπομπής.
1. Η «ευρεία» ερμηνεία
13. Σύμφωνα με τη λιγότερο αυστηρή ερμηνεία του εν λόγω άρθρου 233 του τελωνειακού κώδικα, την οποία υποστηρίζει μεταξύ άλλων, ιδίως, το αυστριακό Verwaltungsgerichtshof, η απόσβεση της τελωνειακής οφειλής για λαθραία εμπορεύματα που εισέρχονται στην Κοινότητα επέρχεται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία τα εμπορεύματα κατάσχονται πριν φθάσουν στον πρώτο προορισμό τους στο εσωτερικό του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους.
14. Εν προκειμένω, δηλαδή, το γεγονός ότι τα τσιγάρα κατασχέθηκαν πριν το λεωφορείο στο οποίο ήταν κρυμμένα φθάσει στον προορισμό του (το χωριό Eferding) έχει ως συνέπεια την απόσβεση της τελωνειακής οφειλής.
15. Τη θέση αυτή υποστηρίζει, ιδίως, στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, η Αυστριακή Κυβέρνηση.
16. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ιδίως ότι η έννοια της «εισαγωγής» στο άρθρο 233 του τελωνειακού κώδικα δεν συμπίπτει με την έννοια της «εισαγωγής» σε άλλα σημεία του εν λόγω κώδικα. Πράγματι, κατά κανόνα, η εισαγωγή είναι μια στιγμιαία πράξη που ολοκληρώνεται τη στιγμή της διελεύσεως των συνόρων. Εντούτοις, η Αυστριακή Κυβέρνηση παρατηρεί ότι το άρθρο 202 του τελωνειακού κώδικα ορίζει την «παράτυπη εισαγωγή» ως «κάθε εισαγωγή κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 38 έως 41 και του άρθρου 177 δεύτερη περίπτωση». Κατά τη γνώμη της, η έκφραση αυτή δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αν χρησιμοποιηθεί η συνήθης έννοια της «εισαγωγής». Πράγματι, αν ως «εισαγωγή» θεωρηθεί η στιγμιαία πράξη της διελεύσεως των συνόρων, παύει να έχει οποιαδήποτε έννοια η παραπομπή στα άρθρα 38 έως 41 και 177 του τελωνειακού κώδικα, τα οποία αναφέρονται σε πράξεις μεταγενέστερες της διελεύσεως της μεθοριακής γραμμής.
17. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την Αυστριακή Κυβέρνηση, η έννοια της «εισαγωγής» στα άρθρα 202 και 233 του τελωνειακού κώδικα αποτελεί αυτόνομη έννοια που καλύπτει ένα χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από την απλή στιγμιαία διέλευση των συνόρων (5).
18. Εξάλλου, η χρησιμοποίηση μιας περιοριστικής ερμηνείας θα σήμαινε, σύμφωνα με την Αυστριακή Κυβέρνηση, έναν εντελώς παράλογο περιορισμό του αριθμού υποθέσεων στις οποίες ο κανόνας θα μπορούσε να τύχει συγκεκριμένης εφαρμογής (6).
19. Η Φινλανδική Κυβέρνηση από την πλευρά της, προτείνει μια ακόμα λιγότερο περιοριστική ερμηνεία: πράγματι, κατά τη γνώμη της, η απόσβεση της τελωνειακής οφειλής την οποία προβλέπει το άρθρο 233 επέρχεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να αποδειχθεί ότι τα εμπορεύματα που εισήλθαν παράτυπα στο τελωνειακό έδαφος δεν εντάχθηκαν στο οικονομικό κύκλωμα. Για τον λόγο αυτό, εφόσον το εμπόρευμα δεν έχει ακόμα «τεθεί σε κυκλοφορία», η υποχρέωση καταβολής του δασμού αποσβέννυται ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία η κατάσχεση έπεται του χρόνου κατά τον οποίο τα εμπορεύματα φθάνουν στον πρώτο προορισμό τους στο κοινοτικό τελωνειακό έδαφος (7).
20. Κατά τη Φινλανδική Κυβέρνηση, η θέση αυτή είναι σύμφωνη με τον σκοπό του κανόνα του άρθρου 233 του τελωνειακού κώδικα, διότι η έγκαιρη κατάσχεση των εμπορευμάτων αποτρέπει την επέλευση ζημίας του Δημοσίου. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 867α του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα, η ενδεχόμενη μεταγενέστερη πώληση των δημευθέντων εμπορευμάτων συνεπάγεται καταβολή δασμών, έτσι ώστε το ποσό των δασμών εισπράττεται.
21. Τέλος, σύμφωνα με τη Φινλανδική Κυβέρνηση, η περιοριστική ερμηνεία είναι αντίθετη με την αρχή της ισότητας, διότι συνεπάγεται ριζικά διαφορετική μεταχείριση των μάλλον όμοιων in concreto καταστάσεων της παράτυπης εισαγωγής εμπορευμάτων που κατάσχονται κατά τη διέλευση των συνόρων και εμπορευμάτων που κατάσχονται σε (έστω και ελάχιστα) μεταγενέστερο χρονικό σημείο (8).
2. Η περιοριστική ερμηνεία
22. Σύμφωνα με την περιοριστική ερμηνεία του άρθρου 233 του τελωνειακού κώδικα η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ακολουθείται το τελευταίο διάστημα από το γερμανικό Bundesfinanzhof, η απόσβεση της τελωνειακής οφειλής μετά την κατάσχεση και την επακόλουθη δήμευση των λαθραίων εμπορευμάτων περιορίζεται στις περιπτώσεις στις οποίες τα εμπορεύματα κατάσχονται ακριβώς τη στιγμή που διέρχονται από τα σύνορα ή από το συνοριακό τελωνείο και αυτό διότι η έκφραση «κατά την παράτυπη εισαγωγή» υποδηλώνει μόνο την ακριβή στιγμή κατά την οποία το εμπόρευμα εισέρχεται στο κοινοτικό τελωνειακό έδαφος.
23. Στην υπόθεση που ήχθη ενώπιον του δικαστηρίου της κύριας δίκης, το γεγονός ότι τα λαθραία τσιγάρα κατασχέθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο της διελεύσεως των συνόρων (η οποία υπενθυμίζεται ότι πραγματοποιήθηκε στον ιταλικό λιμένα του Πρίντεζι) αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής του αντίστοιχου λόγου αποσβέσεως. Κατά συνέπεια, παρά την κατάσχεση και τη δήμευση των λαθραίων τσιγάρων, οι υπεύθυνοι για την παράνομη εισαγωγή τους υποχρεούνται να καταβάλουν και τον σχετικό δασμό.
24. Η θέση αυτή υποστηρίζεται ιδίως, στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, από τη Δανική Κυβέρνηση και από την Επιτροπή.
25. Η Δανική Κυβέρνηση υποστηρίζει την περιοριστική ερμηνεία του άρθρου 233 τόσο για συστηματικούς λόγους, δεδομένου ότι σε άλλα χωρία του τελωνειακού κώδικα ο όρος «εισαγωγή» υποδηλώνει μια στιγμιαία και όχι μια παρατεταμένη πράξη (9), όσο και για λόγους ασφάλειας δικαίου, διότι έννοιες όπως η έννοια της «εντάξεως στο οικονομικό κύκλωμα» ή η έννοια του «τόπου προορισμού» είναι υπερβολικά ασαφείς (10).
26. Η Δανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, εξάλλου, ότι η περιοριστική ερμηνεία, η οποία αποτελεί εν τοις πράγμασι περαιτέρω κύρωση εις βάρος όποιου εισάγει λαθραία εμπορεύματα στο κοινοτικό τελωνειακό έδαφος, συμβάλλει στην πρόληψη της απάτης (11).
27. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η περιοριστική ερμηνεία μπορεί να υποστηριχθεί, πρώτον, βάσει της γραμματικής ερμηνείας του άρθρου 233 και της αντιπαραθέσεως μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεών του (12). Η ίδια ερμηνεία ενισχύεται και από τη συστηματική ανάγνωση, εφόσον η έννοια της «εισαγωγής» είναι ενιαία σε ολόκληρο τον τελωνειακό κώδικα. Εξάλλου, η απόσβεση της τελωνειακής οφειλής την οποία προβλέπει το άρθρο 233 αποτελεί εξαιρετικό κανόνα και, για τον λόγο αυτό, πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά (13).
3. Μια εναλλακτική άποψη: η θέση της Πολωνικής Κυβερνήσεως
28. Η Πολωνική Κυβέρνηση προτείνει στο Δικαστήριο να ακολουθήσει μια διαφορετική ερμηνευτική οδό, βάσει της οποίας δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που θέτει το αιτούν δικαστήριο. Πράγματι, η εν λόγω Κυβέρνηση επικαλείται το άρθρο 867α του κανονισμού περί εφαρμογής, το οποίο ορίζει ότι τα μη κοινοτικά εμπορεύματα που κατάσχονται ή δημεύονται θεωρείται ότι υπάγονται στο καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως. Κατά την άποψη της Πολωνικής Κυβερνήσεως, η εν λόγω διάταξη αποτελεί lex specialis σε σχέση με τους κανόνες που διέπουν τη γένεση και την απόσβεση της τελωνειακής υποχρεώσεως: στις περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται το εν λόγω άρθρο 867α, δεν γεννάται καν τελωνειακή υποχρέωση, συνεπώς δεν είναι απαραίτητο να θέτει κανείς ερωτήματα σχετικά με την απόσβεσή της κατά την έννοια του άρθρου 233 του τελωνειακού κώδικα (14).
29. Η ίδια κυβέρνηση επισημαίνει εξάλλου ότι, εφόσον θεωρηθεί ότι στα κατασχεθέντα εμπορεύματα επιβάλλονται δασμοί, σε περίπτωση μεταγενέστερης πωλήσεώς τους από τη δημόσια αρχή, θα δημιουργείται περίπτωση διπλής καταβολής δασμών (15).
4. Αξιολόγηση
30. Όπως έχω προαναφέρει, το ζήτημα που καλείται να επιλύσει εν προκειμένω το Δικαστήριο δεν είναι απλό. Το νομοθετικό κείμενο που πρέπει να ερμηνευθεί δεν παρέχει αποφασιστικής σημασίας ενδείξεις, ενώ όλες οι θέσεις των διαδίκων περιέχουν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα στοιχεία στα οποία πρέπει να αποδοθεί η μέγιστη προσοχή.
31. Η λύση που προτίθεμαι να προτείνω στο Δικαστήριο είναι αυτή που υποστήριξε η Αυστριακή Κυβέρνηση. Στη συνέχεια θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους προτιμώ τη λύση αυτή από άλλες πιθανές ερμηνείες, χωρίς εντούτοις να αποσιωπήσω ορισμένες προβληματικές πτυχές της.
α) Απόδοση της διατάξεως στις διάφορες γλώσσες
32. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η ανάλυση της αποδόσεως της διατάξεως στις διάφορες γλώσσες συνηγορεί υπέρ της περιοριστικής ερμηνείας του άρθρου 233 την οποία υποστηρίζει. Αυτό καθίσταται προφανές ιδίως από την ιταλική και την ισπανική απόδοση του τελωνειακού κώδικα. Η απόδοση σε άλλες γλώσσες, μολονότι αποδεικνύει λιγότερο προφανώς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, επιβεβαιώνει εντούτοις την περιοριστική ερμηνεία.
33. Φρονώ, εντούτοις, ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, η ανάλυση της αποδόσεως του τελωνειακού κώδικα στις διάφορες γλώσσες (16) δεν επιτρέπει την εξαγωγή αποφασιστικής σημασίας ενδείξεων όσον αφορά την ορθή ερμηνεία του άρθρου 233. Η απόδοση στην ιταλική («all’atto dell’introduzione irregolare») και στην ισπανική γλώσσα («en el momento de la introducción irregular») είναι πράγματι συμβατές τόσο με μια «στιγμιαία» όσο και με μια περισσότερο παρατεταμένη έννοια της εισαγωγής του εμπορεύματος. Πράγματι, όπως μπορεί να συναχθεί από τη χρησιμοποίηση των όρων «atto» και «momento», οι όροι αυτοί αποτελούν απλώς τμήμα μιας εκφράσεως («all’atto di» και «en el momento de», αντιστοίχως), και δεν ορίζουν ούτε προσδιορίζουν κατ’ ουδένα τρόπο τον τρόπο εισόδου του εμπορεύματος στο τελωνειακό έδαφος. Από αυτή την άποψη, οι δύο γλωσσικές αποδόσεις φαίνονται ταυτόσημες με τις υπόλοιπες (17). Από την άλλη πλευρά, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι η απόδοση στην ιταλική και την ισπανική γλώσσα υποδηλώνουν ένα γεγονός ταυτόχρονο με τη διέλευση των συνόρων, γεγονός παραμένει ότι, στις υπόλοιπες γλωσσικές εκδοχές, δεν παρουσιάζεται η διαφοροποίηση αυτή.
34. Εν κατακλείδι, φρονώ ότι η ανάλυση της αποδόσεως στις διάφορες γλώσσες δεν προσφέρει αποφασιστικής σημασίας στοιχεία για την ερμηνεία.
β) Επί της θέσεως της Πολωνικής Κυβερνήσεως
35. Φρονώ ότι η αρχική θέση την οποία υιοθέτησε η Πολωνική Κυβέρνηση, μολονότι είναι ενδιαφέρουσα, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, το να θεωρηθεί ότι, στις περιπτώσεις στις οποίες είναι εφαρμοστέο το άρθρο 867α του κανονισμού περί εφαρμογής, η τελωνειακή υποχρέωση κατά την έννοια του άρθρου 202 του τελωνειακού κώδικα δεν γεννάται καν, έτσι ώστε να μην είναι απαραίτητο να ερμηνευθεί το άρθρο 233, στοιχείο δ΄, του κώδικα, ισοδυναμεί σε τελευταία ανάλυση με την αναγνώριση ότι διάταξη εφαρμογής (το προαναφερθέν άρθρο 867α) μπορεί να αποκλείσει τη δυνατότητα εφαρμογής «κύριου» κανόνα. Πράγματι, το άρθρο 233, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ΄, το οποίο έχει ως μοναδική προϋπόθεση τη γένεση τελωνειακής οφειλής κατά την έννοια του άρθρου 202, θα έπαυε να έχει οποιοδήποτε αντικείμενο, και συνεπώς θα καθίστατο ανεφάρμοστο.
36. Επίσης, και ιδίως, το ίδιο το άρθρο 233, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ΄, αναφέρει ρητώς ότι για τα εμπορεύματα «γεννάται τελωνειακή οφειλή σύμφωνα με το άρθρο 202» (η υπογράμμιση δική μου). Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η τελωνειακή οφειλή πρέπει να γεννηθεί και, στη συνέχεια, να αποσβεσθεί.
37. Επισημαίνεται, εντούτοις, ότι η Πολωνική Κυβέρνηση υπογραμμίζει με τις παρατηρήσεις της τον κίνδυνο διπλής επιβολής δασμού στα ίδια εμπορεύματα και την ανάγκη αποτροπής του κινδύνου αυτού. Θα επανέλθω στο συγκεκριμένο αυτό πρόβλημα στη συνέχεια (18).
γ) Τα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της μη περιοριστικής ερμηνείας
i) Η έννοια της «παράτυπης εισαγωγής»
38. Ο ορισμός της «παράτυπης εισαγωγής» για τους σκοπούς της παρούσας δίκης δίδεται από το άρθρο 202 του τελωνειακού κώδικα, σύμφωνα με το οποίο «θεωρείται ως παράτυπη εισαγωγή κάθε εισαγωγή κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 38 έως 41 και του άρθρου 177 δεύτερη περίπτωση». Φρονώ, εντούτοις, ότι, με τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν γραπτώς και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι διάδικοι παρέβλεψαν ένα ζωτικής, κατά τη γνώμη μου, σημασίας στοιχείο.
39. Είναι πράγματι σαφές, και δεν το αρνείται ούτε η Επιτροπή, ότι η εισαγωγή εμπορεύματος στο κοινοτικό έδαφος δεν είναι «παράτυπη» μέχρις ότου το πρόσωπο που εισάγει το εμπόρευμα εκδηλώσει, με σαφή συμπεριφορά, τη βούλησή του να μην γνωστοποιήσει στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές την εισαγωγή του εμπορεύματος. Αυτό θα συμβεί, στην περίπτωση εισαγωγής μέσω φυλασσόμενου συνοριακού σημείου, τη στιγμή κατά την οποία το εν λόγω πρόσωπο απομακρύνεται από το τελωνείο χωρίς να δηλώσει τα εμπορεύματα που μεταφέρει. Σε περίπτωση εισαγωγής των εμπορευμάτων μέσω της λεγόμενης «πράσινης συνοριακής γραμμής», δηλαδή μέσω ενός αφύλακτου τμήματος των συνόρων, ο χρόνος συγκεκριμενοποιήσεως της παρατυπίας θα είναι ο χρόνος κατά τον οποίον εκδηλώνεται η πρόθεση να μην οδηγηθούν τα εμπορεύματα στο τελωνείο (19).
40. Κατά συνέπεια, «παράτυπη εισαγωγή» υφίσταται μόνον αφού το πρόσωπο εγκαταλείψει το συνοριακό σημείο ή εκδηλώσει σαφώς την πρόθεσή του να μην δηλώσει τα εμπορεύματα στις τελωνειακές αρχές.
41. Σύμφωνα με την περιοριστική ερμηνεία, όπως προαναφέρθηκε, η οφειλή αποσβέννυται μόνο στην περίπτωση που τα εμπορεύματα κατάσχονται πριν αυτός που τα μεταφέρει εγκαταλείψει το συνοριακό σημείο ή εκδηλώσει την πρόθεσή του να μην απευθυνθεί στην αρμόδια τελωνειακή αρχή. Μια τέτοια ερμηνεία σημαίνει ότι η απόσβεση την οποία προβλέπει το άρθρο 233, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ΄, του τελωνειακού κώδικα αφορά, αντιθέτως προς το γράμμα της διατάξεως, «εισαγωγή» που δεν είναι ακόμα «παράτυπη».
42. Αυτό αποτελεί, κατά την άποψή μου, προφανή στρέβλωση του νομοθετικού κειμένου, πολύ περισσότερο διότι, σύμφωνα με το άρθρο 202, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα «[η] τελωνειακή οφειλή γεννάται τη στιγμή της παράτυπης εισαγωγής»: συνεπώς, στην πραγματικότητα, η περιοριστική ερμηνεία θα κατέληγε στην απόσβεση οφειλής που δεν έχει γεννηθεί ακόμα.
43. Εναλλακτικά, επίσης, η περιοριστική ερμηνεία μπορεί να οδηγήσει στο να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω απόσβεση ουδέποτε επέρχεται, λόγω της ελλείψεως μιας ρητώς προβλεπόμενης προϋποθέσεως (της «παράτυπης εισαγωγής»).
44. Κατά συνέπεια, η περιοριστική ερμηνεία καταλήγει σε λογική αντίφαση, η οποία αποδεικνύει, κατά τη γνώμη μου, τις εγγενείς αδυναμίες της.
ii) Πρακτική αποτελεσματικότητα
45. Έστω και χωρίς να αναφέρει ρητώς την εν λόγω έκφραση, η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η περιοριστική ερμηνεία της ρήτρας του άρθρου 233, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ΄, του τελωνειακού κώδικα κινδυνεύει να αποστερήσει πρακτικής αποτελεσματικότητας την εν λόγω διάταξη, και αυτό διότι ο περιορισμός των περιπτώσεων αποσβέσεως της τελωνειακής οφειλής στις περιπτώσεις εκείνες όπου τα λαθραία εμπορεύματα κατάσχονται κατά τον χρόνο διελεύσεως των συνόρων σημαίνει ότι η διάταξη καθίσταται πρακτικά ανεφάρμοστη (ή μάλλον εφαρμοστέα σε εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων): πρακτικά, πράγματι, η κατάσχεση λαθραίων εμπορευμάτων δεν συμβαίνει κατά κανόνα κατά τον χρόνο διελεύσεως των συνόρων, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο (20).
46. Το επιχείρημα αυτό, μολονότι δεν είναι αποφασιστικό αφ’ εαυτού, πρέπει νομίζω να εξεταστεί με προσοχή. Είναι γνωστό ότι η αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο για την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου: βάσει της αρχής αυτής, πρέπει πάντα να προτιμάται η ερμηνεία που επιτρέπει την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει μια κοινοτική πράξη (21). Υπ’ αυτή την οπτική, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η «ευρεία» ερμηνεία κρίνεται περισσότερο κατάλληλη για την εξασφάλιση της εφαρμογής της διατάξεως.
iii) Αναλογικότητα
47. Είναι γνωστό ότι το Δικαστήριο αναγνωρίζει συστηματικά την ύπαρξη, μεταξύ των θεμελιωδών αρχών, της αρχής της αναλογικότητας. Η εν λόγω αρχή χρησιμοποιείται για την κήρυξη παράνομων κυρώσεων που θεωρούνται υπερβολικά αυστηρές (και συνεπώς «δυσανάλογες») σε σχέση με τη συμπεριφορά που κολάζουν (22). Εξάλλου, βάσει της ίδιας αρχής κρίθηκε ότι, γενικά, αν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση προσφέρονται προς επιλογή περισσότερες κυρώσεις, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο περιοριστικό από τα μέτρα που επιτρέπουν την επίτευξη του τεθέντος στόχου (23).
48. Επεκτείνοντας τη συλλογιστική που βασίζεται στην αρχή της αναλογικότητας και στην ερμηνεία των κοινοτικών πράξεων, θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα μήπως, όταν είναι δυνατές δύο ερμηνείες ενός κανόνα που έχει αρνητικές συνέπειες για ένα πρόσωπο, ο ερμηνευτής υποχρεούται να επιλέξει τη συνέπεια που επιβάλλει λιγότερο επαχθή επιβάρυνση. Κατ’ αρχήν, θεωρώ ότι το ερώτημα αυτό είναι εύλογο και συνηγορεί υπέρ της «ευρύτερης» ερμηνείας.
49. Όλα αυτά, βέβαια, υπό την προϋπόθεση ότι και οι δύο πιθανές ερμηνείες επιτρέπουν την επίτευξη του σκοπού που θέτει ο ερμηνευόμενος κανόνας. Στη συνέχεια, θα εκθέσω μερικές σκέψεις σχετικά με τον σκοπό του ερμηνευόμενου κανόνα.
iv) Η ratio του κανόνα
50. Ποιος είναι ο σκοπός που επιδιώκει ο ερμηνευόμενος κανόνας, εν προκειμένω το άρθρο 233, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ΄, του τελωνειακού κώδικα; Το ερώτημα έχει προφανώς θεμελιώδη σημασία για την ερμηνεία.
51. Θεωρώ αναμφισβήτητο ότι ο σκοπός της αποσβέσεως της οφειλής που προβλέπει το άρθρο 233, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ΄, του τελωνειακού κώδικα είναι η αποφυγή της επιβολής δασμού στην περίπτωση κατά την οποία το εμπόρευμα, μολονότι εισήχθη παράτυπα στο κοινοτικό έδαφος, δεν μπόρεσε να διατεθεί στο εμπόριο και συνεπώς δεν απετέλεσε «απειλή», από άποψη ανταγωνισμού, για τα κοινοτικά εμπορεύματα (24).
52. Είναι προφανές ότι μια αυστηρή τελολογική ερμηνεία του κανόνα, η οποία θεμελιώνεται στα προαναφερθέντα, θα μπορούσε να οδηγήσει στο να γίνει δεκτή η απόσβεση της τελωνειακής οφειλής σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες τα λαθραία εμπορεύματα κατάσχονται πριν διατεθούν στο εμπόριο, ανεξαρτήτως του τόπου και του χρόνου κατά τον οποίο συμβαίνει αυτό. Αυτή την άποψη υποστηρίζει, εξάλλου, όπως προανέφερα, η Φινλανδική Κυβέρνηση.
53. Φρονώ, εντούτοις, ότι αυτή η εξαιρετικά «ευρεία» ερμηνεία του άρθρου 233 του τελωνειακού κώδικα δεν μπορεί να γίνει δεκτή για το απλό γεγονός ότι στρεβλώνει εμφανέστατα το γράμμα της διατάξεως.
54. Πράγματι, αν ακολουθηθεί η εν λόγω ερμηνεία, η τελωνειακή οφειλή που αφορά λαθραία εμπορεύματα θα έπρεπε να αποσβέννυται και στην περίπτωση κατά την οποία τα λαθραία εμπορεύματα κατάσχονται, για παράδειγμα, μερικούς μήνες μετά την παράτυπη εισαγωγή τους, αφού παρέμειναν κρυμμένα σε «ασφαλές» μέρος εν αναμονή της διαθέσεώς τους στο εμπόριο. Είναι σαφές ότι μια τέτοια περίπτωση δεν συμβιβάζεται κατ’ ουδένα τρόπο με την εξεταζόμενη διάταξη, σύμφωνα με την οποία η τελωνειακή οφειλή αποσβέννυται εφόσον τα εμπορεύματα κατασχεθούν «κατά την παράτυπη εισαγωγή τους». Με άλλα λόγια, είναι νομίζω σαφές ότι ο κανόνας απαιτεί μια κάποια χρονική συνέχεια μεταξύ της διελεύσεως των λαθραίων εμπορευμάτων από τα σύνορα και της κατασχέσεώς τους.
55. Μολονότι η εξαιρετικά «γενναιόδωρη» ερμηνεία του κανόνα, την οποία εξέθεσα στο σημείο 52, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, παραμένει το γεγονός ότι η ratio της διατάξεως, μολονότι δεν επιτρέπει την πλήρη στρέβλωση της γραμματικής σημασίας της, επιβάλλει να της δοθεί μια έκταση όσο το δυνατόν πλησιέστερη προς τους σκοπούς του κανόνα. Στην προκειμένη περίπτωση συνεπώς, η συνεκτίμηση των σκοπών της διατάξεως συνηγορεί υπέρ μιας ερμηνείας η οποία, μολονότι σέβεται το γράμμα της διατάξεως, επεκτείνει, υπό την προϋπόθεση τα λαθραία εμπορεύματα να μην έχουν διατεθεί στο εμπόριο, το φάσμα περιπτώσεων στις οποίες η τελωνειακή οφειλή αποσβέννυται.
56. Είναι αλήθεια ότι η πιο περιοριστική ερμηνεία του άρθρου 233, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ΄, του τελωνειακού κώδικα θα μπορούσε να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα, όπως υπογράμμισε, ιδίως, η Δανική Κυβέρνηση με τις γραπτές παρατηρήσεις της και η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στο στοιχείο κυρώσεως/αποτροπής που περιέχει ο κανόνας. Συναφώς, εντούτοις, επισημαίνω τα ακόλουθα.
57. Όπως προαναφέρθηκε, ο λόγος υπάρξεως της αποσβέσεως της τελωνειακής οφειλής για κατασχεθέντα λαθραία εμπορεύματα είναι το γεγονός ότι τα εμπορεύματα αυτά δεν αντιπροσωπεύουν πλέον ανταγωνιστική απειλή για τα κοινοτικά εμπορεύματα. Αν στη συνέχεια τα εν λόγω εμπορεύματα τεθούν σε κυκλοφορία, οι σχετικοί δασμοί θα πρέπει να καταβληθούν, σύμφωνα με το άρθρο 867α του κανονισμού περί εφαρμογής.
58. Η επιχειρηματολογία της Επιτροπής και της Δανικής Κυβερνήσεως, σύμφωνα με την οποία η εφαρμογή του άρθρου 233 του τελωνειακού κώδικα υπό μορφή «κυρώσεως» δικαιολογείται λόγω του ότι τα λαθραία εμπορεύματα, αφής στιγμής διέλθουν το συνοριακό σημείο, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να εισέλθουν στο οικονομικό κύκλωμα, και συνεπώς να προκαλέσουν ζημία στα κοινοτικά προϊόντα και στο κοινοτικό ταμείο, στερείται συνεκτικότητας και βασίζεται σε λογικό σφάλμα.
59. Πράγματι, αφενός, αν τα λαθραία εμπορεύματα κατασχεθούν, ο κίνδυνος ζημίας παύει να υφίσταται: τα λαθραία προϊόντα δεν θα ανταγωνίζονται αθέμιτα τα κοινοτικά και, αν εισέλθουν στο οικονομικό κύκλωμα, αυτό θα γίνει κατόπιν καταβολής δασμών. Από την άλλη πλευρά, αν τα λαθραία προϊόντα διαφύγουν την κατάσχεση, θα διατεθούν στο εμπόριο χωρίς να καταβληθεί δασμός, ανεξαρτήτως της περισσότερο ή λιγότερο περιοριστικής ερμηνείας του άρθρου 233.
60. Δεν μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι η απειλή κυρώσεως λειτουργεί στην πραγματικότητα ως αντικίνητρο έναντι των υποψήφιων λαθρεμπόρων. Ειδικότερα, αν ο νομοθέτης είχε την πρόθεση να θεσμοθετήσει την καταβολή δασμών για τα κατασχεθέντα λαθραία εμπορεύματα ως κύρωση, δεν θα είχε προβλέψει, με το άρθρο 233 του τελωνειακού κώδικα, τη δυνατότητα αποσβέσεως των δασμών ακόμα και για τους λαθρεμπόρους. Αν ο κοινοτικός νομοθέτης ήθελε να προσδώσει στον κανόνα δυνητική αποτρεπτική ισχύ, δεν θα είχε προβλέψει καμία περίπτωση αποσβέσεως, καταδικάζοντας τον λαθρέμπορο να καταβάλει σε κάθε περίπτωση δασμούς επί των κατασχεθέντων εμπορευμάτων. Αν, αντιθέτως, ακολουθηθεί η περιοριστική ερμηνεία, η εν λόγω «κύρωση» πλήττει μόνο τον λαθρέμπορο που αποκαλύπτεται σε σχετικά προχωρημένη φάση της παράνομης δραστηριότητάς του, ενώ ο λαθρέμπορος που αποκαλύπτεται σε αρχική φάση αναγκάζεται να καταβάλει δασμούς.
61. Φρονώ ότι οι πτυχές της επιβολής κυρώσεων για δραστηριότητες που συνδέονται με δραστηριότητες λαθρεμπορίας αποτελούν αντικείμενο των ποινικών ή/και διοικητικών κανόνων που ισχύουν για τις δραστηριότητες αυτές. Αντιθέτως, οι πτυχές αυτές πρέπει να θεωρηθούν άσχετες με τη συλλογιστική που αφορά την επιβολή ή όχι δασμών, η οποία αποτελεί το αποκλειστικό αντικείμενο της παρούσας δίκης.
62. Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται από το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 233 του τελωνειακού κώδικα, το οποίο, προκειμένου ακριβώς να διατηρήσει τη δυνατότητα επιβολής ποινικών κυρώσεων ακόμα και σε περίπτωση αποσβέσεως της τελωνειακής οφειλής, διευκρινίζει ότι, για τους σκοπούς της ποινικής νομοθεσίας, η τελωνειακή οφειλή, λογίζεται ως μη αποσβεσθείσα κατόπιν της κατασχέσεως ή της δημεύσεως των λαθραίων εμπορευμάτων.
63. Το λογικό οικοδόμημα που πρότεινα έχει επιβεβαιωθεί ρητώς με μια απόφαση του Δικαστηρίου η οποία, μολονότι αφορά το νομοθετικό πλαίσιο πριν την έναρξη ισχύος του ισχύοντος τελωνειακού κώδικα, νομίζω ότι διατηρεί το κύρος της: με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο αποφάνθηκε, ειδικότερα, ότι «οι αιτίες αποσβέσεως πρέπει να βασίζονται στη διαπίστωση ότι το εμπόρευμα δεν έφθασε πράγματι στον οικονομικό προορισμό που αιτιολογεί την επιβολή εισαγωγικών δασμών» (25).
v) Η ιστορική εξέλιξη της ρυθμίσεως και της ερμηνείας της
64. Η ρύθμιση της αποσβέσεως της τελωνειακής οφειλής κατόπιν κατασχέσεως και δημεύσεως λαθραίων εμπορευμάτων, την οποία περιέχει το άρθρο 233, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ΄, του τελωνειακού κώδικα τροποποίησε επί το αυστηρότερον το καθεστώς που προέβλεπε σχετικά, μέχρι την έναρξη ισχύος του τελωνειακού κώδικα, ο κανονισμός 2144/87 (26). Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού αυτού προέβλεπε απόσβεση της τελωνειακής οφειλής σε όλες τις περιπτώσεις δημεύσεως εμπορευμάτων.
65. Από την πλευρά του, ο κανονισμός 450/2008 (27), ο οποίος περιλαμβάνει τον νέο τελωνειακό κώδικα που θα αρχίσει να ισχύει προσεχώς, επιστρέφει, με το άρθρο 86, στη λιγότερο αυστηρή γραμμή που ακολουθούσε ο κανονισμός 2144/87, ορίζοντας ιδίως ότι η τελωνειακή οφειλή αποσβέννυται «όταν εμπορεύματα που υπόκεινται σε εισαγωγικούς ή εξαγωγικούς δασμούς δημευθούν» (παράγραφος 1, στοιχείο δ΄), «όταν εμπορεύματα που υπόκεινται σε εισαγωγικούς ή εξαγωγικούς δασμούς κατασχεθούν και συγχρόνως ή στη συνέχεια δημευθούν» (στοιχείο ε΄), και «όταν εμπορεύματα που υπόκεινται σε εισαγωγικούς και εξαγωγικούς δασμούς καταστραφούν υπό τελωνειακή επιτήρηση ή εγκαταλειφθούν υπέρ του Δημοσίου» (στοιχείο στ΄). Ακόμα και στο πλαίσιο του νέου τελωνειακού κώδικα συνεπώς, ο χρόνος κατά τον οποίο πραγματοποιείται η κατάσχεση ή/και η δήμευση δεν ασκεί επιρροή για την απόσβεση της τελωνειακής οφειλής.
66. Αφής συνεπώς στιγμής ο ισχύων σήμερα τελωνειακός κώδικας παρουσιάζεται, σε σχέση με την απόσβεση της τελωνειακής οφειλής για λαθραία εμπορεύματα, ως ένας ιδιαίτερα αυστηρός κανόνας που πλαισιώνεται, από χρονολογική άποψη, από δύο λιγότερο αυστηρές ρυθμίσεις, φρονώ ότι μια εξαιρετικά περιοριστική ερμηνεία του άρθρου 233, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ΄, του τελωνειακού κώδικα θα οδηγούσε κατά πάσα πιθανότητα σε στρέβλωση της εσωτερικής λογικής της κοινοτικής έννομης τάξεως και της εικαζόμενης βουλήσεως του νομοθέτη (28).
vi) Το πρόβλημα της κατασχέσεως στην «πράσινη» συνοριακή γραμμή
67. Η περιοριστική ερμηνεία του άρθρου 233 καθίσταται ιδιαίτερα προβληματική στην περίπτωση κατά την οποία τα λαθραία εμπορεύματα εισάγονται στην Κοινότητα μέσω της «πράσινης» συνοριακής γραμμής. Στην περίπτωση αυτή, πράγματι, μπορούν να υποστηριχθούν δύο διαφορετικές ερμηνευτικές θέσεις.
68. Σύμφωνα με μια πρώτη ανάγνωση την οποία υποστήριξε και η Επιτροπή με το σημείο 26 των γραπτών παρατηρήσεών της, σε περίπτωση λαθρεμπορίου μέσω μη φυλασσόμενης συνοριακής γραμμής, η παράτυπη εισαγωγή ολοκληρώνεται με τη φυσική διέλευση από τη συνοριακή γραμμή. Είναι σαφές ότι, σύμφωνα με τη θέση αυτή, η απόσβεση της τελωνειακής οφειλής σύμφωνα με το άρθρο 233, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ΄, του τελωνειακού κώδικα δεν θα επέρχεται πρακτικά ποτέ, εφόσον θα είναι σχεδόν αδύνατον η κατάσχεση των εμπορευμάτων να πραγματοποιηθεί ακριβώς επάνω στη συνοριακή γραμμή, η οποία, εξ ορισμού, είναι μια γεωμετρική έννοια που δεν καταλαμβάνει συγκεκριμένο χώρο.
69. Σύμφωνα με μια διαφορετική ανάγνωση, την οποία υποστήριξε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σε περίπτωση εισαγωγής εμπορευμάτων μέσω της πράσινης συνοριακής γραμμής, η παράτυπη εισαγωγή κατά την έννοια του άρθρου 233 ολοκληρώνεται τη στιγμή κατά την οποία το πρόσωπο που μεταφέρει τα εμπορεύματα αρχίζει να ακολουθεί κατεύθυνση διαφορετική από αυτή που πρέπει να ακολουθηθεί για τη μετάβαση στο πλησιέστερο τελωνείο, εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεσή του να εισαγάγει λαθραία τα εμπορεύματα (29).
70. Επισημαίνω ότι η δεύτερη αυτή εκδοχή της περιοριστικής ερμηνείας φαίνεται ασφαλώς περισσότερο πειστική από την πρώτη: πράγματι, τουλάχιστον δεν καθιστά το άρθρο 233, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ΄, ουσιαστικά ανεφάρμοστο. Εντούτοις, δεν αντιμετωπίζει ορισμένα προβλήματα, δεδομένου ότι είναι σαφές ότι, in concreto, δεν είναι πάντα εύκολο να προσδιοριστεί η κατεύθυνση που θα ακολουθήσει ο εισαγωγέας μετά τη διέλευση των συνόρων, ιδίως σε δασώδεις ή δυσχερώς προσπελάσιμες περιοχές, όπως αυτές από τις οποίες διέρχεται συνήθως η «πράσινη» συνοριακή γραμμή.
71. Για τους λόγους αυτούς κρίνω προτιμότερη, και από αυτή την άποψη, τη μη περιοριστική ερμηνεία.
Τα όρια της προτεινόμενης ερμηνείας
72. Μολονότι η ερμηνεία την οποία προτείνω είναι, κατά τη γνώμη μου, σαφώς προτιμητέα, δεν παύει να παρουσιάζει ορισμένα προβλήματα.
73. Πρώτον, όπως προαναφέρθηκε, προκειμένου να μπορέσει το άρθρο 233, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ΄, του τελωνειακού κώδικα να ερμηνευθεί κατά τρόπο μη περιοριστικό, είναι απαραίτητο να γίνει δεκτό ότι η έννοια της «εισαγωγής» κατά το άρθρο 233 είναι διαφορετική από την έννοια της «εισαγωγής» σε άλλα χωρία του τελωνειακού κώδικα. Είναι σαφές ότι, υπό ιδανικές συνθήκες, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται μια τέτοια απόκλιση σημασίας. Από την άλλη πλευρά, πιστεύω ότι απέδειξα ότι το να δοθεί στον όρο «εισαγωγή» του άρθρου 233 η «στιγμιαία» και χρονικά περιορισμένη σημασία, την οποία αναμφισβήτητα έχει ο όρος σε άλλα χωρία του τελωνειακού κώδικα, θα κατέληγε στη δημιουργία περισσότερων δυσχερειών από αυτές που θα επέλυε.
74. Δεύτερον, η μη περιοριστική ερμηνεία εμπεριέχει ένα σημείο αβεβαιότητας συνδεόμενο με τον τόπο πρώτου προορισμού των λαθραίων προϊόντων. Είναι προφανές ότι η έννοια του «πρώτου προορισμού» είναι μάλλον ασαφής, δεν μπορεί να οριστεί σε μεταγενέστερο στάδιο και είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται με εκτίμηση κατά περίπτωση, όπως αναγνώρισε και η Αυστριακή Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Εξάλλου, υπάρχει επίσης η πιθανότητα να παρουσιαστούν, in concreto, περιπτώσεις κατασχέσεως εμπορευμάτων στις οποίες να μην είναι καθόλου σαφές αν τα εμπορεύματα έφθασαν ή όχι στον τελικό προορισμό τους στο εσωτερικό του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους. Στις περιπτώσεις αυτές θα είναι ίσως απαραίτητο να πραγματοποιηθούν και έρευνες σε βάθος: από την άλλη πλευρά, έρευνες αυτού του είδους είναι συνηθέστατες, για παράδειγμα, στο πλαίσιο του ποινικού δικαίου, ενώ δεν πρέπει να λησμονείται και ότι, κατά κανόνα, η λαθρεμπορία, εφόσον διώκεται ποινικά, αναγκάζει τις τοπικές αρχές να προβαίνουν σε έρευνες για σκοπούς ποινικού δικαίου. Θα μπορούσε επίσης να γίνει ενδεχομένως νοητό, σε περίπτωση κατασχέσεως εμπορευμάτων «σε κίνηση», ένα τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο, εφόσον δεν αποδεικνύεται το αντίθετο, τεκμαίρεται ότι τα εμπορεύματα δεν έχουν ακόμα φθάσει στον τόπο προορισμού.
75. Δεν μπορεί επίσης να παραβλεφθεί ότι ακόμα και η περιοριστική ερμηνεία παρουσιάζει εξίσου ασαφή στοιχεία. Αυτό ισχύει, ιδίως, για την περίπτωση κατασχέσεως εμπορευμάτων που εισάγονται λαθραία μέσω της «πράσινης» συνοριακής γραμμής, όπως προαναφέρθηκε (30).
76. Τρίτον η προτεινόμενη ερμηνεία, μολονότι περιορίζει τον κίνδυνο πιθανής διπλής καταβολής δασμών για το ίδιο εμπόρευμα, δεν τον εξουδετερώνει πλήρως (31). Πράγματι, μια τέτοια περίπτωση διπλής καταβολής θα μπορούσε να προκύψει στην περίπτωση εμπορευμάτων που κατάσχονται αφού φθάσουν στον πρώτο τόπο προορισμού τους (πράγμα που σημαίνει ότι η τελωνειακή οφειλή δεν θα έχει αποσβεσθεί), και στη συνέχεια επαναπωλούνται από τις δημόσιες αρχές με συνακόλουθη (δεύτερη) καταβολή δασμού από τον αποκτώντα, σύμφωνα με το άρθρο 867α του κανονισμού 2454/93.
77. Όπως έχω ήδη επισημάνει, ο μόνος τρόπος να αποτραπεί πλήρως ο κίνδυνος διπλής εισπράξεως δασμού θα ήταν να θεωρηθεί ότι η τελωνειακή οφειλή αποσβέννυται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες τα λαθραία εμπορεύματα κατάσχονται και δημεύονται πριν διατεθούν στο εμπόριο. Από την άλλη πλευρά, όπως έχω υπογραμμίσει, η λύση αυτή, την οποία ακολουθούσε ο κανονισμός 2144/87 και προτείνεται εκ νέου με τον κανονισμό 450/2008, φαίνεται αδύνατο να ακολουθηθεί διότι προσκρούει στο γράμμα του τελωνειακού κώδικα (32).
Πρόταση όσον αφορά το πρώτο ερώτημα
78. Φρονώ ότι οι περιορισμοί και τα προβλήματα που ανέφερα δεν εμποδίζουν σημαντικά, στο σύνολό τους, την ερμηνεία που εξέθεσα ανωτέρω. Εν πάση περιπτώσει, οι εναλλακτικές ερμηνείες παρουσιάζουν ακόμα σημαντικότερες δυσχέρειες.
79. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο ερώτημα που του υποβάλλει το Unabhängiger Finanzsenat ότι η έκφραση «κατά την παράτυπη εισαγωγή», που περιέχεται στο άρθρο 233, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ΄, του τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται στο χρονικό διάστημα από τη διέλευση των συνόρων μέχρι τη στιγμή κατά την οποία τα εμπορεύματα που εισήχθησαν παράτυπα φθάνουν στον πρώτο προορισμό τους στο εσωτερικό του κοινοτικού εδάφους.
Το δεύτερο ερώτημα
80. Με το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν αν το γεγονός ότι το άρθρο 233, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ΄, του τελωνειακού κώδικα προβλέπει ότι η τελωνειακή οφειλή αποσβέννυται μόνο μετά από την κατάσχεση των εμπορευμάτων που εισάγονται παράτυπα κατά την έννοια του άρθρου 202 του τελωνειακού κώδικα, ενώ κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται σε περίπτωση εμπορευμάτων που κατάσχονται αφού διαφύγουν την τελωνειακή επιτήρηση σύμφωνα με το άρθρο 203, παραβιάζει την αρχή της ισότητας.
81. Καθίσταται εξαρχής σαφές ότι το δεύτερο ερώτημα θέτει σοβαρά προβλήματα όσον αφορά τη λυσιτέλειά του για την έκδοση αποφάσεως επί της διαφοράς της κύριας δίκης.
1. Επί της αναγκαιότητας απαντήσεως στο ερώτημα
82. Τόσο η Επιτροπή όσο και, με διαφορετικούς κάπως όρους, η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι το ερώτημα είναι προδήλως άσχετο με το αντικείμενο της κύριας δίκης (33).
83. Φρονώ ότι οι απόψεις της Επιτροπής και της Αυστριακής Κυβερνήσεως είναι ορθές. Πράγματι, η θέση του προσφεύγοντα της κύριας δίκης διέπεται αναμφισβήτητα από το άρθρο 202 του τελωνειακού κώδικα, το οποίο αφορά την παράτυπη εισαγωγή εμπορευμάτων μέσω των συνόρων. Αντιθέτως, η περίπτωση την οποία προβλέπει το άρθρο 203, δηλαδή η υπεξαίρεση εμπορευμάτων από τον τελωνειακό έλεγχο, είναι εντελώς διαφορετική από τα πραγματικά περιστατικά της κρινόμενης υποθέσεως.
84. Είναι σαφές ότι, αν η περίπτωση που προβλέπει το άρθρο 203 ρυθμιζόταν in concreto ευνοϊκότερα από ό,τι η περίπτωση του άρθρου 202, θα μπορούσε να τεθεί πρόβλημα ακυρότητας των δυσμενέστερων διατάξεων υπό το πρίσμα της αρχής της ισότητας. Εν προκειμένω, εντούτοις, εφαρμοστέα στην κύρια δίκη είναι η ρύθμιση του άρθρου 202, με άλλα λόγια η ευνοϊκότερη.
85. Μολονότι το Δικαστήριο ορθώς αντιμετώπιζε ανέκαθεν πολύ προσεκτικά την πιθανότητα να μην δοθεί απάντηση σε προδικαστικό ερώτημα, κατά πάγια νομολογία, μπορεί να αποφασίσει να μην απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα όταν είναι προφανές ότι η εκτίμηση που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν ασκεί επιρροή για την κύρια δίκη (34). Εν προκειμένω, νομίζω ότι είναι σαφές ότι το ερώτημα έχει καθαρά υποθετικό χαρακτήρα και δεν είναι λυσιτελές για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Θεωρώ συνεπώς ότι το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να αποφανθεί επί του δεύτερου ερωτήματος.
86. Εντούτοις, θα εκθέσω μερικές σύντομες σκέψεις σχετικά, για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο αποφασίσει να εξετάσει το ερώτημα επί της ουσίας.
2. Επικουρικώς, επί της ουσίας του ερωτήματος
87. Η Δανική και η Φινλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν συναφώς ότι οι περιπτώσεις τις οποίες διέπει το άρθρο 202 και το άρθρο 203 του τελωνειακού κώδικα είναι αντικειμενικά διαφορετικές· συνεπώς η διαφορετική μεταχείρισή τους δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας (35).
88. Η Αυστριακή Κυβέρνηση, αντιθέτως, φαίνεται να φρονεί ότι το άρθρο 233 πράγματι εισάγει μια αδικαιολόγητη διάκριση μεταξύ της περιπτώσεως του άρθρου 202 και της περιπτώσεως του άρθρου 203: in concreto, αυτή η κατάσταση η οποία συνιστά διάκριση θα μπορούσε να ανατραπεί αν αναγνωριζόταν ότι η τελωνειακή οφειλή αποσβέννυται, κατ’ αναλογία, και στην περίπτωση κατασχέσεως εμπορευμάτων που έχουν υπεξαιρεθεί από την τελωνειακή επιτήρηση κατά την έννοια του άρθρου 203. Από την άλλη πλευρά όμως, το ερώτημα θα συνέχιζε να είναι απολύτως αλυσιτελές εν προκειμένω, εφόσον η περίπτωση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης διέπεται από το άρθρο 202 του τελωνειακού κώδικα (36). Η Αυστριακή Κυβέρνηση παρατηρεί επίσης ότι το πρόβλημα δεν τίθεται πλέον υπό τον νέο τελωνειακό κώδικα, εφόσον προβλέπεται ότι σε περίπτωση κατασχέσεως και δημεύσεως, η τελωνειακή οφειλή αποσβέννυται ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο επέρχεται η κατάσχεση ή/και η δήμευση (37).
89. Από την πλευρά της, η Επιτροπή με επιχειρηματολογία ανάλογη με αυτή που ανέπτυξε, σε μια γενικότερη προοπτική, η Πολωνική Κυβέρνηση (38), επικαλείται το άρθρο 867α του κανονισμού εφαρμογής και υποστηρίζει ότι, αφής στιγμής η εν λόγω διάταξη αφορά αδιακρίτως τα λαθραία εμπορεύματα του άρθρου 202 και τα εμπορεύματα που διέφυγαν την τελωνειακή επιτήρηση κατά την έννοια του άρθρου 203 του τελωνειακού κώδικα, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι το άρθρο 233, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ΄, εισάγει δυσμενή διάκριση.
90. Κρίνω απαραίτητο, προκειμένου να εξεταστεί η ουσία του ερωτήματος, να υπογραμμιστεί σαφώς η σημαντική πραγματική διαφορά που υφίσταται μεταξύ των περιπτώσεων τις οποίες διέπουν τα άρθρα 202 και 203 του τελωνειακού κώδικα.
91. Ειδικότερα, ενώ το άρθρο 202 αφορά «κλασσικές» περιπτώσεις λαθρεμπορίας εμπορευμάτων εντός του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους, το άρθρο 203 διέπει όλες τις περιπτώσεις πράξεως ή παραλείψεως που έχει ως αποτέλεσμα να παρεμποδίζει, προσωρινά έστω, την πρόσβαση της αρμόδιας τελωνειακής αρχής στο ευρισκόμενο υπό τελωνειακή επιτήρηση εμπόρευμα και την εκ μέρους της πραγματοποίηση των ελέγχων που προβλέπει η κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία (39).
92. Με άλλα λόγια, στην περίπτωση που διέπεται από το άρθρο 203 του τελωνειακού κώδικα, το εμπόρευμα, αφής στιγμής διαφύγει την τελωνειακή επιτήρηση, έχει κατ’ αρχήν περισσότερες πιθανότητες να εισαχθεί στο οικονομικό κύκλωμα, εφόσον βρίσκεται στην πραγματικότητα εντός του τελωνειακού εδάφους. Συγχρόνως όμως, η ύπαρξη του εμπορεύματος αυτού είναι γνωστή στις τελωνειακές αρχές. Αυτά τα πραγματικά στοιχεία πρέπει να αρκούν για να δικαιολογήσουν τη διαφορετική μεταχείριση των δύο περιπτώσεων.
93. Παρατηρείται επίσης ότι τα εμπορεύματα που διαφεύγουν από την τελωνειακή επιτήρηση κατά την έννοια του άρθρου 203 του τελωνειακού κώδικα είναι εξ ορισμού εμπορεύματα των οποίων η εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος έχει γίνει προηγουμένως γνωστή. Κατά συνέπεια, όπως ορθώς υπογράμμισε η Δανική Κυβέρνηση (40), η επέλευση κατασχέσεως/δημεύσεως (και συνεπώς δυνητικής εφαρμογής του άρθρου 233 του τελωνειακού κώδικα) είναι, in concreto, λιγότερο κρίσιμη για τα εμπορεύματα που υπάγονται στο άρθρο 203 από ό,τι για τα προϊόντα που εισάγονται παράνομα κατά την έννοια του άρθρου 202.
94. Είναι αλήθεια ότι, και από αυτή την άποψη, μια διάταξη όπως αυτή η οποία περιέχεται στον νέο τελωνειακό κώδικα που θα τεθεί σύντομα σε εφαρμογή και η οποία προβλέπει γενικά απόσβεση της τελωνειακής οφειλής για όλα τα εμπορεύματα που δημεύονται φαίνεται περισσότερο λογική και «δίκαιη». Από την άλλη πλευρά, φρονώ ότι, ενόψει της σαφούς έννοιας του γράμματος του άρθρου 233 του ισχύοντος τελωνειακού κώδικα, το οποίο δεν προβλέπει απόσβεση της τελωνειακής οφειλής για τα κατασχεθέντα εμπορεύματα που υπάγονται στο άρθρο 203 του κώδικα, οι αντικειμενικές διαφορές μεταξύ της περιπτώσεως που ρυθμίζει το άρθρο 202 και της περιπτώσεως που ρυθμίζει το άρθρο 203 αρκούν για να κριθεί δικαιολογημένη (αν και, ίσως, όχι «βέλτιστη») η διαφορετική μεταχείριση των δύο περιπτώσεων την οποία προέβλεψε ο κοινοτικός νομοθέτης.
IV – Πρόταση
95. Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που έθεσε το Unabhängiger Finanzsenat ότι η έκφραση «κατά την παράτυπη εισαγωγή» που περιέχεται στο άρθρο 233, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ΄, του τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται στο χρονικό διάστημα από τη διέλευση των συνόρων μέχρι τη στιγμή κατά την οποία τα εμπορεύματα που εισήχθησαν παράτυπα φθάνουν στον πρώτο προορισμό τους στο εσωτερικό του κοινοτικού εδάφους.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – Höfinger, K., Rüsken, R., «Wann erlischt die Zollschuld infolge Beschlagnahme und Einziehung von Schmuggelware?» Zeitschrift für Zölle und Verbrauchsteuern, αριθ. 8/2007, σ. 197.
3 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1).
4 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253, σ.1).
5 – Παρατηρήσεις της Αυστριακής Κυβερνήσεως, σημείο 10.
6 – Όπ.π., σημείο 15.
7 – Παρατηρήσεις της Φινλανδικής Κυβερνήσεως, σημεία 13 και 14.
8 – Όπ.π., σημεία 16 και 17.
9 – Παρατηρήσεις της Δανικής Κυβερνήσεως, σημείο 16.
10 – Όπ.π., σημείο 20.
11 – Όπ.π., σημείο 26.
12 – Παρατηρήσεις της Επιτροπής, σημεία 15 έως 23.
13 – Όπ.π., σημείο 36.
14 – Παρατηρήσεις της Πολωνικής Κυβερνήσεως, σημεία 18 έως 26.
15 – Όπ.π., σημείο 23.
16 – Ως γνωστόν, το Δικαστήριο υποστηρίζει ανέκαθεν την ανάγκη, σε περίπτωση ερμηνευτικών αμφιβολιών, να χρησιμοποιείται το ερμηνευτικό εργαλείο της συγκρίσεως των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων των κοινοτικών πράξεων. Βλ. για παράδειγμα αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 1967, 19/67, Bestuur der Sociale Verzekeringebank κατά Vecht (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 617), της 12ης Ιουλίου 1979, 9/79, Koschniske κατά Read van Arbeid (Συλλογή τόμος 1979/II, σ. 321, σκέψη 6), και της 2ας Απριλίου 1998, C‑296/95, EMU Tabac κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I‑1605, σκέψη 36). Ειδικότερα σχετικά με τον τελωνειακό κώδικα, βλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1999, C‑48/98, Söhl & Söhlke (Συλλογή 1999, σ. I‑7877, σκέψη 46).
17 – Βλ., για παράδειγμα, απόδοση στη γαλλική («lors de l'introduction irrégulière»), στην αγγλική («upon their unlawful introduction»), στη γερμανική («bei dem vorschriftswidrigen Verbringen») και στην ολλανδική γλώσσα («bij het onregelmatig binnenbrengen»).
18 – Βλ. κατωτέρω, σημεία 76 και 77.
19 – Βλ. κατωτέρω, σημεία 67 επ.
20 – Παρατηρήσεις της Αυστριακής Κυβερνήσεως, σημείο 15.
21 – Η έννοια και η εφαρμογή της αρχής της πρακτικής αποτελεσματικότητας είναι θέμα το οποίο υπερβαίνει το πλαίσιο των παρουσών, δεδομένου ότι πρόκειται για αρχή που χαρακτηρίζει την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου από το Δικαστήριο από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του. Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 1970, 9/70, Grad κατά Finanzamt Traunstein (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 467, σκέψη 5), της 21ης Οκτωβρίου 1970, 23/70, Haselhorst κατά Finanzamt Düsseldorf (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 551, σκέψη 5), της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 187/87, Saarland κ.λπ. (Συλλογή 1988, σ. 5013, σκέψη 19), και της 14ης Οκτωβρίου 1999, C‑223/98, Adidas (Συλλογή 1999, σ. I‑7081, σκέψη 24).
22 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 122/78, Buitoni (Rec. 1979, σ. 677, σκέψη 16). Για την αρχή της αναλογικότητας ως προϋπόθεση της επιβολής κυρώσεων σε τελωνειακές υποθέσεις, βλ. γενικά απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C‑210/91, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1992, σ. I‑6735, σκέψεις 19 και 20).
23 – Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1989, 265/87, Schräder κατά Hauptzollamt Gronau (Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 21), και της 5ης Μαΐου 1998, C‑157/96, National Farmers’ Union κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I‑2211, σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
24 – Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tizzano της 12ης Ιουνίου 2003 στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση C-337/01, Hamann International (Συλλογή 2003, σ. I‑1791, σημείο 50).
25 – Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1983, 186/82 και 187/82, Magazzini generali (Συλλογή 1983, σ. 2951, σκέψη 14).
26 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2144/87 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1987, σχετικά με την τελωνειακή οφειλή (ΕΕ L 201, σ.15).
27 – Κανονισμός (ΕΚ) 450/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (εκσυγχρονισμένος τελωνειακός κώδικας) (ΕΕ L 145, σ. 1).
28 – Παρατηρώ, επίσης, ότι ακόμα και στη Γερμανία, η περιοριστική ερμηνεία δεν γίνεται ομόφωνα αποδεκτή. Αποτελεί προϊόν μιας πολύ πρόσφατης, αν και έγκριτης, ερμηνευτικής θέσεως. Εναντίον της έχουν διατυπωθεί έντονες επικρίσεις, βασιζόμενες σε επιχειρήματα εν μέρει ανάλογα με αυτά που εκτίθενται στις παρούσες. Βλ., για παράδειγμα, P. Witte, Zollkodex – Kommentar (4η έκδ., Μόναχο, Beck, 2006), άρθρο 233.
29 – Επισημαίνω επίσης ότι, με τη θέση αυτή, η Επιτροπή ουσιαστικά αντιφάσκει προς τα επιχειρήματα που προέβαλε σχετικά με τον αναγκαστικά «στιγμιαίο» χαρακτήρα της εισαγωγής, ο οποίος προκύπτει, κατά την άποψή της, από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 233. Βλ. ανωτέρω σημεία 32 επ.
30 – Βλ. ανωτέρω σημεία 67 επ.
31 – Είναι αυτονόητο ότι ο κίνδυνος αυτός καθίσταται εντονότερος αν ακολουθηθεί η περιοριστική ερμηνεία, διότι στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στο ελάχιστο η δυνατότητα αποσβέσεως της τελωνειακής οφειλής.
32 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 53 και 54.
33 – Παρατηρήσεις της Αυστριακής Κυβερνήσεως, σημείο 22, και της Επιτροπής, σημείο 44.
34 – Βλ. συναφώς, για παράδειγμα, αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1992, C‑83/91, Meilicke κατά ADV-ORGA, Συλλογή 1992, σ. I‑4871, σκέψεις 26 επ. και της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑222/04, Cassa di Risparmio di Firenze κ.λπ., Συλλογή 2006, σ. I‑289, σκέψη 75.
35 – Παρατηρήσεις της Φινλανδικής Κυβερνήσεως, σημείο 22, και παρατηρήσεις της Δανικής Κυβερνήσεως, σημείο 34.
36 – Παρατηρήσεις της Αυστριακής Κυβερνήσεως, σημείο 22.
37 – Όπ.π., σημείο 24. Σχετικά με την πτυχή αυτή, βλ. ανωτέρω, σημείο 65.
38 – Η επιχειρηματολογία της Επιτροπής παρουσιάζει επίσης ορισμένες μάλλον σκοτεινές πτυχές και παραπέμπει σε μια διάταξη που χαρακτηρίζεται από ορισμένες διαφορές μεταξύ των αποδόσεων στις διάφορες γλώσσες. Πράγματι, επικαλείται την ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3665/93, με τον οποίο εισήχθη το άρθρο 867α στον κανονισμό περί εφαρμογής, σύμφωνα με την οποία, εφόσον τα εμπορεύματα δεν έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, υπάρχει πάντοτε το ενδεχόμενο γένεσης τελωνειακής οφειλής γι’ αυτά· στην ιταλική απόδοση «può sorgere nei confronti di esse un'obbligazione doganale». Την ίδια έννοια έχει και η απόδοση στη γαλλική («une dette douanière reste susceptible de naître à leur égard»), στην αγγλική («a customs debt may still be incurred with regard to them»), στην ισπανική («una deuda aduanera sigue siendo susceptible de nacer al respecto») και στην ολλανδική γλώσσα («een douaneschuld ten aanzien daarvan zou kunnen ontstaan»). Αντιθέτως, η απόδοση στη γερμανική αναφέρει ότι, μέχρις ότου τα εμπορεύματα τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, «entsteht keine Zollschuld im Hinblick auf sie» («δεν γεννάται τελωνειακή οφειλή γι’ αυτά»). Οι αποδόσεις στις διάφορες γλώσσες δεν είναι αντιφατικές, αλλά ασφαλώς τονίζουν διαφορετικές πτυχές.
39 – Βλ. αποφάσεις Hamann International (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψη 31)· βλ., επίσης, αποφάσεις της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C‑66/99, Wandel (Συλλογή 2001, σ. I‑873, σκέψη 47), και της 11ης Ιουλίου 2002, C‑371/99, Liberexim (Συλλογή 2002, σ. I‑6227, σκέψη 55).
40 – Παρατηρήσεις της Δανικής Κυβερνήσεως, σημείο 35.
Full & Egal Universal Law Academy