ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 3ης Φεβρουαρίου 2009 1(1)
Υπόθεση C‑498/07 P
Aceites del Sur-Coosur, πρώην Aceites del Sur,
κατά
Koipe και ΓΕΕΑ
«Αναίρεση – Κοινοτικό σήμα – Κανονισμός (ΕΚ) 40/94 – Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄ – Κοινοτικό εικονιστικό σήμα “La Española” – Κίνδυνος συγχύσεως – Καθοριστικό στοιχείο»
1. Με την αίτηση αναιρέσεως, η Aceites del Sur-Coosur SA, πρώην Aceites del Sur SA (στο εξής: αναιρεσείουσα), ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, T-363/04, Koipe κατά ΓΕΕΑ και Aceites del Sur (La Española) (2). Το Πρωτοδικείο μεταρρύθμισε την απόφαση του τέταρτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) της 11ης Μαΐου 2004 (3) και έκρινε ότι η προσφυγή της Aceites Carbonell, νυν Koipe Corporación SL (στο εξής: Koipe), ενώπιον του τμήματος προσφυγών ήταν βάσιμη και, κατά συνέπεια, έπρεπε να γίνει δεκτή η ανακοπή της.
I – Νομικό πλαίσιο
2. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (4), ορίζει τα εξής:
«1. Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώρηση:
[…]
β) εάν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα. Ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα.»
3. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ως “προγενέστερα σήματα” νοούνται:
α) τα σήματα τα οποία έχουν κατατεθεί πριν από την ημερομηνία αίτησης κοινοτικού σήματος, αφού ληφθεί υπόψη, ενδεχομένως, το προβαλλόμενο δικαίωμα προτεραιότητας για τα σήματα αυτά και τα οποία ανήκουν στις ακόλουθες κατηγορίες:
i) κοινοτικά σήματα,
ii) σήματα καταχωρημένα σε κράτος μέλος ή, όσον αφορά το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και τις Κάτω Χώρες, στο Γραφείο Σημάτων της Μπενελούξ […]»
II – Ιστορικό της διαφοράς
4. Στις 23 Απριλίου 1996 η αναιρεσείουσα υπέβαλε στο ΓΕΕΑ αίτηση καταχωρίσεως ως κοινοτικού σήματος του εικονιστικού σήματος που απεικονίζεται κατωτέρω (στο εξής: αιτηθέν σήμα ή σήμα La Española):
5. Η αίτηση δημοσιεύθηκε στο Δελτίο Κοινοτικών Σημάτων αριθ. 89/98 στις 23 Νοεμβρίου 1998. Στις 23 Φεβρουαρίου 1999 η Koipe άσκησε ανακοπή κατά της αιτήσεως καταχωρίσεως του εν λόγω σήματος για τα προϊόντα που αφορούσε. Η Koipe προέβαλε τον κίνδυνο συγχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφοι 1, στοιχείο β΄, 2, στοιχείο γ΄, και 5, του κανονισμού 40/94, μεταξύ του αιτηθέντος σήματος και του προγενέστερου εικονιστικού σήματός της, δηλαδή του σήματος Carbonell, το οποίο απεικονίζεται κατωτέρω (στο εξής: προγενέστερο σήμα ή σήμα Carbonell):
6. Το τμήμα ανακοπών του ΓΕΕΑ έκρινε ότι η Koipe απέδειξε την ύπαρξη μόνον τριών ισπανικών καταχωρίσεων και μιας κοινοτικής καταχωρίσεως σε σχέση με το «ελαιόλαδο» (στο εξής: προγενέστερα ισπανικά σήματα) (5). Το τμήμα ανακοπών απέρριψε την ανακοπή της Koipe με την απόφαση 2084/2000, της 21ης Σεπτεμβρίου 2000.
7. Στις 19 Ιανουαρίου 2001 η Koipe άσκησε προσφυγή ενώπιον του ΓΕΕΑ κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών. Στις 11 Μαΐου 2004 το τέταρτο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ απέρριψε την προσφυγή με την προσβαλλόμενη απόφασή του και, δεχόμενο τη συλλογιστική της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών, επιβεβαίωσε ότι η οπτική εντύπωση που δημιουργούν τα σημεία αυτά είναι τελείως διαφορετική. Το τμήμα προσφυγών υπογράμμισε ότι τα εικονιστικά στοιχεία, που απαρτίζονται βασικά από την εικόνα ενός προσώπου καθισμένου σε έναν ελαιώνα, έχουν πολύ ασθενή διακριτικό χαρακτήρα για το ελαιόλαδο, οπότε τα λεκτικά στοιχεία «la española» και «carbonell» αποκτούν πρωταρχική σημασία. Όσον αφορά τη σύγκριση των σημείων στο φωνητικό και συνειρμικό επίπεδο, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι η Koipe δεν αρνήθηκε ότι τα λεκτικά στοιχεία δεν έχουν καμία ομοιότητα ούτε ότι δεν δημιουργείται άμεσος συνειρμός μεταξύ των επίμαχων σημείων. Τέλος, το τμήμα προσφυγών αναγνώρισε ότι το τμήμα ανακοπών όφειλε να αποφανθεί όσον αφορά τη φήμη των προγενέστερων ισπανικών σημάτων. Έκρινε όμως ότι η εκτίμηση αυτή, καθώς και η εξέταση των εγγράφων που προσκομίστηκαν ενώπιον του τμήματος προσφυγών για να αποδείξουν τη φήμη αυτή, δεν ήταν απόλυτα αναγκαίες, δεδομένου ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν συνέτρεχε μία από τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την αξιολόγηση του κινδύνου συγχύσεως με φημισμένο ή γνωστό σήμα, δηλαδή η ύπαρξη ομοιότητας μεταξύ των σημείων.
III – Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
8. Στις 31 Αυγούστου 2004 η Koipe άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή για την ακύρωση της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών. Προς στήριξη του αιτήματός της, η Koipe ισχυρίστηκε ότι συνέτρεχαν: i) παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 και ii) παράβαση της υποχρεώσεως εξετάσεως των αποδείξεων της φήμης του προγενέστερου σήματος.
9. Το Πρωτοδικείο παρατήρησε καταρχάς ότι υπήρχε αντιδικία μεταξύ των διαδίκων όσον αφορά τις καταχωρίσεις που έπρεπε να ληφθούν υπόψη για να εκτιμηθεί η ύπαρξη του δικαιώματος ανακοπής που διεκδικούσε η προσφεύγουσα. Το ΓΕΕΑ και η αναιρεσείουσα υποστήριξαν ότι, δεδομένου ότι η ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως καταχωρίσεως του κοινοτικού σήματος αριθ. 338681 της Koipe (στο εξής: κοινοτικό σήμα της Koipe) ήταν μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατάθεσης της αιτήσεως του αιτηθέντος κοινοτικού σήματος, το τμήμα προσφυγών δεν είχε την υποχρέωση να τη λάβει υπόψη. Το Πρωτοδικείο έκρινε πάντως ότι το ζήτημα αυτό ήταν άσχετο και τόνισε ότι «[...] η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται βασικά στην έλλειψη ομοιότητας μεταξύ του εικονιστικού στοιχείου του σήματος Carbonell και του [αιτηθέντος] σήματος. Το εικονιστικό στοιχείο του σήματος Carbonell όμως είναι το ίδιο σε όλες τις καταχωρίσεις που επικαλείται η [Koipe], τόσο αυτές που έλαβε υπόψη το τμήμα προσφυγών όσο και αυτές που δεν έλαβε υπόψη» (6).
10. Το Πρωτοδικείο προέβη στην εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως της Koipe, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση του τμήματος προσφυγών συνιστούσε παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, καθόσον δεν λάμβανε υπόψη ούτε το γεγονός ότι τα επίμαχα σήματα είναι εκ πρώτης όψεως γενικώς παρόμοια, και, συνεπώς, ικανά να προκαλέσουν σύγχυση στην αγορά, ούτε το γεγονός ότι τα προϊόντα που αποτελούσαν το αντικείμενο της αιτήσεως καταχωρίσεως ήσαν ταυτόσημα με τα προϊόντα που κάλυπτε το προγενέστερο σήμα.
11. Έτσι, με τις σκέψεις 75 έως 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δέχτηκε ότι το τμήμα προσφυγών, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απλώς παρατήρησε, για να στηρίξει την κρίση του σχετικά με τον ασθενή διακριτικό χαρακτήρα των εικονιστικών στοιχείων των επίμαχων σημάτων, ότι αυτά ήταν συνήθη στον τομέα του ελαιολάδου. Τα εικονιστικά στοιχεία συνίστανται βασικά σε ένα πρόσωπο καθισμένο σε αγροτικό τοπίο και, συγκεκριμένα, σε ελαιώνα. Όμως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι το τμήμα προσφυγών δεν παρέθεσε καμία διευκρίνιση ως προς τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι τα εικονιστικά στοιχεία έχουν ασθενή διακριτικό χαρακτήρα, ούτε ανέφερε κάποιο άλλο σήμα, εκτός από τα επίμαχα, που να περιλαμβάνει εικονιστικά στοιχεία παρόμοια με τα σήματα αυτά. Κατόπιν αυτού, το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ότι το τμήμα προσφυγών κακώς δέχτηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι τα εικονιστικά στοιχεία των επίμαχων σημάτων έχουν ασθενή διακριτικό χαρακτήρα.
12. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το τμήμα προσφυγών εσφαλμένως δέχτηκε ότι η σύγκριση των λεκτικών στοιχείων των επίμαχων σημάτων αποκτά εν προκειμένω πρωταρχική σημασία λόγω του ασθενούς διακριτικού χαρακτήρα των εικονιστικών στοιχείων των σημάτων αυτών, έστω και αν το λεκτικό στοιχείο του σήματος La Española έχει καθεαυτό ασθενή διακριτικό χαρακτήρα (7).
13. Όσον αφορά την ομοιότητα των σημάτων και τον κίνδυνο συγχύσεως, στη σκέψη 103 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «το σύνολο των κοινών στοιχείων των δύο επίδικων σημάτων δημιουργεί συνολική οπτική εντύπωση μεγάλης ομοιότητας, δεδομένου ότι το σήμα La Española αντιγράφει με μεγάλη ακρίβεια το ουσιώδες μέρος του μηνύματος και την οπτική εντύπωση που μεταβιβάζει το σήμα Carbonell: τη γυναίκα που φέρει χαρακτηριστικό φόρεμα και κάθεται με ορισμένο τρόπο, κοντά σε ένα κλαδί ελιάς, με τον ελαιώνα στο βάθος, το σύνολο δε αυτό παρουσιάζει σχεδόν πανομοιότυπη διάταξη των χώρων, των χρωμάτων, των σημείων όπου αναγράφονται οι ονομασίες και του τρόπου κατά τον οποίο εμφανίζεται η επιγραφή». Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι αυτή η παρόμοια σφαιρική εντύπωση δημιουργεί για τον καταναλωτή, αναπόφευκτα, τον κίνδυνο συγχύσεως μεταξύ των επίμαχων σημάτων, ο οποίος δεν μειώνεται από την ύπαρξη διαφορετικού λεκτικού στοιχείου, διότι το λεκτικό στοιχείο του αιτηθέντος σήματος έχει πολύ ασθενή διακριτικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι αναφέρεται στη γεωγραφική προέλευση του προϊόντος (8).
14. Κατόπιν αυτών, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι κακώς το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αποκλείεται κάθε κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των επίμαχων σημάτων. Αντιθέτως, από το σύνολο των διαπιστώσεων του Πρωτοδικείου προέκυπτε ότι υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των εν λόγω σημάτων (9). Συνεπώς, το Πρωτοδικείο έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, που στηριζόταν σε παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 και, κρίνοντας ότι δεν χρειαζόταν να εξεταστεί ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, μεταρρύθμισε την προσβαλλόμενη απόφαση (10).
IV – Η αίτηση αναιρέσεως
15. Η αναιρεσείουσα προβάλλει δύο λόγους προς στήριξη της αναιρέσεώς της. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και η πρώτη αιτίαση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να συνεξεταστούν.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και η πρώτη αιτίαση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
16. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως,ηαναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο κακώς δέχτηκε ότι το ζήτημα ποιες καταχωρίσεις πρέπει να ληφθούν υπόψη δεν ασκεί καμία επιρροή επί της εξακριβώσεως του βασίμου της ανακοπής της Koipe. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να αποκλείσει το κοινοτικό σήμα της Koipe, διότι δεν είναι προγενέστερο σήμα κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, περίπτωση i, του κανονισμού 40/94. Τα μόνα κρίσιμα σήματα ήταν επομένως τα προγενέστερα ισπανικά σήματα. Κατά συνέπεια, το ζήτημα αν υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ του αιτηθέντος σήματος και των προγενέστερων ισπανικών σημάτων πρέπει να εξεταστεί σε σχέση μόνο με το κοινό στην Ισπανία, δηλαδή στη χώρα όπου προστατεύονται τα προγενέστερα σήματα της Koipe, και όχι σε σχέση με το κοινό σε ολόκληρη την Κοινότητα.
17. Η Koipe και το ΓΕΕΑ υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι η αναιρεσείουσα αποδίδει υπερβολική σημασία στη διατύπωση των σκέψεων 47 και 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι η ανάλυση του Πρωτοδικείου ως προς την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως μεταξύ των επίδικων σημάτων πραγματοποιήθηκε, σε όλες τις φάσεις της, μόνο σε σχέση με την ισπανική επικράτεια και αγορά.
18. Με την πρώτη αιτίαση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ηαναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, μη προσδιορίζοντας ορθά τα προγενέστερα σήματα κατά την αξιολόγηση του κινδύνου συγχύσεως, προέβη σε εσφαλμένη οριοθέτηση του σχετικού κοινού και της σχετικής εδαφικής περιοχής.
19. Η Koipe και το ΓΕΕΑ υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν ότι, στο πλαίσιο της αξιολογήσεως του κινδύνου συγχύσεως μεταξύ των επίδικων σημάτων, το Πρωτοδικείο ορθώς περιορίστηκε στην Ισπανία, όταν ανέλυσε το σχετικό κοινό και τη σχετική εδαφική περιοχή.
1. Η εκτίμησή μου
20. Θεωρώ ότι είναι ορθός ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η παράλειψη του Πρωτοδικείου να οριοθετήσει επακριβώς τα προγενέστερα σήματα που έπρεπε να ληφθούν υπόψη αποτελεί νομικό σφάλμα. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο δεν απέκλεισε ρητά το κοινοτικό σήμα της Koipe από την κατηγορία των σημάτων που έπρεπε να ληφθούν υπόψη για τον λόγο ότι το εν λόγω σήμα δεν ήταν προγενέστερο σήμα κατά την έννοια του άρθρου 8 του κανονισμού 40/94 (11).
21. Εντούτοις, το εν λόγω σφάλμα δεν φαίνεται να άσκησε αποφασιστική επιρροή επί του προσδιορισμού του σχετικού κοινού ή, έστω, επί του συμπεράσματος στο οποίο καταλήγει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (12). Πράγματι, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει σαφώς ότι το Πρωτοδικείο δεν αναφέρθηκε σε άλλο κοινό ή άλλη επικράτεια εκτός από το ισπανικό κοινό και την ισπανική επικράτεια.
22. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και η πρώτη αιτίαση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Β – Η δεύτερη αιτίαση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
23. Με τη δεύτερη αιτίαση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ηαναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, παρά το γεγονός ότι, κατά τη νομολογία, «ο κίνδυνος συγχύσεως πρέπει […] να εκτιμάται σφαιρικώς, [με βάση] όλους τους συναφείς παράγοντες της συγκεκριμένης περιπτώσεως» (13), με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Πρωτοδικείο παρέλειψε να εξετάσει δύο σημαντικότατους και κρισιμότατους παράγοντες, και συγκεκριμένα: i) το γεγονός ότι τα σήματα συνυπήρξαν προηγουμένως επί μεγάλο χρονικό διάστημα και ii) τη φήμη του αιτηθέντος σήματος και των προγενέστερων ισπανικών σημάτων.
24. Δεύτερον, η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν εξέτασε τα επίμαχα σήματα με βάση το κριτήριο της «σφαιρικής εκτιμήσεως» ή της «συνολικής εντυπώσεως», αλλά ανέλυσε χωριστά και διαδοχικά τα διάφορα συστατικά στοιχεία των σύνθετων σημάτων, πράγμα που συνιστά παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και της νομολογίας που το ερμηνεύει. Επομένως, το Πρωτοδικείο, αποδίδοντας καθοριστική σημασία στα εικονιστικά στοιχεία και καμία σημασία στα λεκτικά στοιχεία του σήματος, παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά και το περιεχόμενο των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
25. Τρίτον, σύμφωνα με την αναιρεσείουσα και το ΓΕΕΑ, το Πρωτοδικείο δεν εκτίμησε ορθά το σχετικό κοινό, καθόσον από τον τρόπο με τον οποίο περιέγραψε τον μέσο Ισπανό καταναλωτή ελαιολάδου προκύπτει μια εικόνα καταναλωτή που πλησιάζει περισσότερο στο πρότυπο του μέσου καταναλωτή που χρησιμοποιείται στη γερμανική νομολογία, δηλαδή ενός «απρόσεκτου και παρορμητικού καταναλωτή», παρά στο πρότυπο του Ευρωπαίου καταναλωτή που έχει οριστεί από την κοινοτική νομολογία ως ο καταναλωτής που «έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος» (14). Επιπλέον, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι οι καταναλωτές δεν προσέχουν ιδιαίτερα τα σήματα για το ελαιόλαδο, ενώ έπρεπε να στηριχτεί στον βαθμό προσοχής που επιδεικνύει κανονικά σε σχέση με το ελαιόλαδο ο μέσος Ισπανός καταναλωτής, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος.
26. Η Koipe, όμως, υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε ορθά το κριτήριο της σφαιρικής εκτιμήσεως, αφού εκτίμησε ορθά την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους κρίσιμους εν προκειμένω παράγοντες, μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι η συνύπαρξη των σημάτων στην ισπανική αγορά δεν είχε υπάρξει και τόσο ειρηνική. Εξάλλου, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, όλα τα συστατικά στοιχεία του σήματος δεν έχουν την ίδια αξία ή σημασία. Επομένως, το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο αποφάσισε να αναγάγει το εικονιστικό στοιχείο σε κρίσιμο στοιχείο και κατέληξε στη συνέχεια στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των επίμαχων σημάτων, ενώ παράλληλα είχε λάβει υπόψη το λεκτικό στοιχείο, δεν αντιβαίνει στη νομολογία για το κοινοτικό σήμα. Το Πρωτοδικείο δεν απέκλινε από τα παραδεδεγμένα κριτήρια εκτιμήσεως του κινδύνου αυτού. Όσον αφορά τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας σχετικά με τον εσφαλμένο, κατ’ αυτήν, προσδιορισμό του Ισπανού καταναλωτή ελαιολάδου, η Koipe υποστηρίζει ότι πρόκειται για ισχυρισμούς οι οποίοι αφορούν μόνον τα πραγματικά περιστατικά και είναι επομένως απαράδεκτοι στο στάδιο της αναίρεσης.
27. Το ΓΕΕΑ θεωρεί, πρώτον, ότι το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τη συνύπαρξη των σημάτων στη σχετική επικράτεια και τη φήμη του αιτηθέντος σήματος στην Ισπανία δεν είχε αποφασιστική βαρύτητα για το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Δεύτερον, το ΓΕΕΑ υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο συνέκρινε τα επίμαχα σημεία με βάση τα εικονιστικά στοιχεία και μόνο, λόγω του ότι έκρινε ασήμαντους τους άλλους παράγοντες, αλλά επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς την επίλυση του ζητήματος αυτού και αναφέρει απλώς δύο πιθανούς τρόπους έκβασης της αναίρεσης.
2. Η εκτίμησή μου
28. Όσον αφορά το επιχείρημα της αναιρεσείουσας σχετικά με το ζήτημα της συνυπάρξεως των επίδικων σημάτων, από τα έγγραφα που έχουν προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι η συνύπαρξη αυτή, όπου υπήρξε, ήταν κάθε άλλο παρά «ειρηνική». Οι δικαιούχοι του σήματος Carbonell άσκησαν πολλές αγωγές σε σχέση με το σήμα La Española ενώπιον, μεταξύ άλλων, των ισπανικών δικαστηρίων, με τις οποίες ζήτησαν τη μη καταχώριση του σήματος αυτού ή την ακύρωση της καταχωρίσεώς του (15).
29. Από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και από τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα ισπανικά δικαστήρια δέχονταν, κατ’ ουσίαν, παγίως τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, οπότε δημιουργήθηκε ουσιαστικά μια κατάσταση συνυπάρξεως των επίμαχων σημάτων στην ισπανική αγορά (16). Κατά τη γνώμη μου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι έχει αποδειχθεί η συνύπαρξη των σημάτων στην ισπανική αγορά, η αναιρεσείουσα δεν έχει αποδείξει προσηκόντως ότι η συνύπαρξη αυτή βασιζόταν στην απουσία κινδύνου συγχύσεως (17).
30. Δεύτερον, όσον φορά το ζήτημα της φήμης, αρκεί η υπενθύμιση ότι, όταν κρίνεται κατά πόσον η ομοιότητα μεταξύ των προϊόντων ή των υπηρεσιών που καλύπτονται από τα δύο σήματα αρκεί για τη δημιουργία κινδύνου συγχύσεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη καταρχήν η φήμη του προγενέστερου σήματος και όχι η φήμη του αιτούμενου σήματος (18).
31. Κατά τη γνώμη μου, το Πρωτοδικείο παρέλειψε, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να εκτιμήσει τη λυσιτέλεια της συνυπάρξεως των σημάτων και της φήμης του αιτηθέντος σήματος σε σχέση με τον κίνδυνο συγχύσεως. Αν ληφθούν όμως υπόψη οι διαπιστώσεις μου, όπως εκτίθενται στα σημεία 29 και 30 ανωτέρω, η παράλειψη του Πρωτοδικείου δεν επιτρέπεται να έχει ως συνέπεια την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Δεδομένου ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η συνύπαρξη των επίδικων σημάτων βασιζόταν στην απουσία κινδύνου συγχύσεως και ότι κατά την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως πρέπει να εξεταστεί η φήμη ή η έλλειψη φήμης του σήματος Carbonell και όχι του σήματος La Española, το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν επηρεάστηκε από την παράλειψη του Πρωτοδικείου.
32. Φρονώ ότι το πραγματικό πρόβλημα που θέτει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως έγκειται στην εσφαλμένη ή μη ερμηνεία και εφαρμογή από το Πρωτοδικείο του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 (όσον αφορά, ειδικότερα, τις οπτικές διαφορές μεταξύ των λεκτικών στοιχείων των επίμαχων σημάτων).
33. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, φρονώ ότι ενδείκνυται να παραθέσω την πάγια νομολογία, όπως έχει συνοψιστεί με σαφήνεια από το Δικαστήριο με την απόφαση στην υπόθεση C‑334/05 P, ΓΕΕΑ κατά Shaker (19), όπου το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με [το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94], κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση, αν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα. Ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα».
34. Με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, «επί του σημείου αυτού, ο κοινοτικός νομοθέτης διευκρίνισε, με την έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 40/94, ότι η εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, και ιδίως από το πόσο γνωστό είναι το σήμα στην αγορά, από τη συσχέτιση που μπορεί να γίνει με το χρησιμοποιηθέν ή καταχωρηθέν σημείο, από τον βαθμό της ομοιότητας μεταξύ του σήματος και του σημείου καθώς και μεταξύ των προϊόντων ή των υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα και το σημείο» (20).
35. Κατά πάγια νομολογία, «υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, όταν είναι δυνατό το κοινό να πιστεύσει ότι τα επίμαχα προϊόντα ή οι επίμαχες υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή, ενδεχομένως, από οικονομικώς συνδεόμενες μεταξύ τους επιχειρήσεις» (21).
36. Εξάλλου, η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως του κοινού πρέπει να εκτιμάται σφαιρικά, δηλαδή να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση (22).
37. Επιπλέον, η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως πρέπει, καθόσον αφορά την οπτική, φωνητική ή εννοιολογική ομοιότητα των επίμαχων σημάτων, να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που δημιουργούν τα σήματα αυτά, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους. Η αντίληψη που έχει ο μέσος καταναλωτής των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών σχετικά με τα οικεία σήματα παίζει καθοριστικό ρόλο για τη σφαιρική εκτίμηση του εν λόγω κινδύνου. Από την άποψη αυτή, ο μέσος καταναλωτής έχει συνήθως συνολική αντίληψη για το σήμα και δεν εξετάζει τις διάφορες λεπτομέρειές του (23).
38. Τέλος, το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι, «προς εκτίμηση του βαθμού ομοιότητας μεταξύ των οικείων σημάτων, πρέπει να προσδιοριστεί ο βαθμός οπτικής, φωνητικής και εννοιολογικής ομοιότητάς τους και, ενδεχομένως, να εκτιμηθεί η σημασία που πρέπει να αποδοθεί στα διάφορα αυτά στοιχεία, αφού ληφθούν υπόψη η κατηγορία των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών και οι συνθήκες υπό τις οποίες διατίθενται στην αγορά» (24).
39. Ερχόμενος και πάλι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, υπενθυμίζω ότι, στη σκέψη 87, το Πρωτοδικείο, πρώτον, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, αντίθετα απ’ ό,τι είχε γίνει δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση του τμήματος προσφυγών, έπρεπε να αποδοθεί μεγαλύτερη σημασία στα εικονιστικά στοιχεία των επίμαχων σημάτων και αποφάνθηκε ότι τα στοιχεία αυτά δεν έχουν ασθενή διακριτικό χαρακτήρα.
40. Δεύτερον, στις σκέψεις 88 έως 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή επίσης αντίθετα απ’ ό,τι είχε γίνει δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση του τμήματος προσφυγών, το Πρωτοδικείο απέδωσε μικρότερη σημασία στο λεκτικό στοιχείο του σήματος La Española και αποφάνθηκε ότι το στοιχείο αυτό δεν έχει κυρίαρχο χαρακτήρα.
41. Το Πρωτοδικείο εξέτασε στη συνέχεια την ομοιότητα των επίδικων σημάτων και τον κίνδυνο συγχύσεως.
42. Στη σκέψη 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο υπενθύμισε τη νομολογία του Πρωτοδικείου κατά την οποία δύο σήματα είναι παρόμοια οσάκις, κατά την αντίληψη του ενδιαφερομένου κοινού, ταυτίζονται, τουλάχιστον εν μέρει, ως προς μία ή πλείονες ουσιώδεις πτυχές (25). Με τις σκέψεις 100 έως 103 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο προέβη σε οπτική σύγκριση των επίδικων σημάτων.
43. Απ’ ό,τι φαίνεται, το Πρωτοδικείο συνέκρινε οπτικά ορισμένα στοιχεία της παρουσιάσεως των ονομασιών των επίμαχων σημάτων (26). Το Πρωτοδικείο εκθέτει ότι «η ονομασία του σήματος εμφανίζεται εντός λευκού πλαισίου, σε κόκκινο φόντο, και βρίσκεται στο κάτω μέρος της ετικέτας» και ότι «η ονομασία του σήματος αναγράφεται με λευκά γράμματα του ιδίου μεγέθους, πάνω στο κόκκινο φόντο του πλαισίου». Εντούτοις, θα ήθελα να τονίσω ότι το Πρωτοδικείο ούτε εξέτασε ούτε συνέκρινε το πραγματικό περιεχόμενο των λεκτικών στοιχείων των ίδιων των σημάτων.
44. Περαιτέρω, με τη σκέψη 103 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε και πάλι στις ονομασίες των σημάτων, αλλά μόνο σε σχέση με «τα σημεία όπου αναγράφονται οι ονομασίες και τον τρόπο κατά τον οποίο εμφανίζεται η επιγραφή». Το Πρωτοδικείο παρέλειψε και στο σημείο αυτό να εξετάσει το πραγματικό περιεχόμενο των λέξεων και τις οπτικές διαφορές μεταξύ των δύο λέξεων.
45. Πράγματι, μόνο με τη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε στα διάφορα λεκτικά στοιχεία των σημάτων, αλλά δέχτηκε ουσιαστικά ότι, δεδομένου ότι το σήμα «La Española» έχει πολύ ασθενή διακριτικό χαρακτήρα (27), η διαφορά αυτή δεν μειώνει τον κίνδυνο συγχύσεως. Το Πρωτοδικείο πάντως δεν προέβη σε οπτική σύγκριση των λέξεων «La Española» και «Carbonell».
46. Τέλος, με τη σκέψη 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι οι διαφορές μεταξύ των επίμαχων σημάτων στο φωνητικό επίπεδο δεν επηρεάζουν τη δυνατότητα διακρίσεως των προϊόντων.
47. Κατόπιν των ανωτέρω, φρονώ ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε, κατά τη σφαιρική εκτίμηση των επίδικων σημάτων στην οποία προέβη, να εξετάσει τα λεκτικά στοιχεία των σημάτων αυτών. Είναι σαφές ότι το Πρωτοδικείο εκτίμησε σε κάποιο βαθμό τις ονομασίες των σημάτων.
48. Η αναιρεσείουσα, πάντως, ισχυρίζεται επίσης ότι το Πρωτοδικείο, κατά την ανάλυση του κινδύνου συγχύσεως, παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά και το περιεχόμενο των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
49. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 225, παράγραφος 1, ΕΚ και το άρθρο 58, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Το Πρωτοδικείο είναι συνεπώς το μόνο αρμόδιο να προβαίνει στη διαπίστωση και εκτίμηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και να εκτιμά τα αποδεικτικά στοιχεία. Η εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών στοιχείων δεν συνιστά συνεπώς, υπό την επιφύλαξη της ενδεχόμενης παραμορφώσεως του περιεχομένου τους, νομικό ζήτημα υποκείμενο, αυτό καθ’ εαυτό, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου (28). Μια τέτοια παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας και να μη χρειάζεται να πραγματοποιηθεί νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων (29).
50. Μολονότι το Πρωτοδικείο φαίνεται εκ πρώτης όψεως να έχει προβεί σε σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως μεταξύ των επίδικων σημάτων, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο έλαβε ουσιαστικά υπόψη του, κατά την εκτίμηση αυτή, μόνον το σήμα «La Española» (30). Αντίθετα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πέρα από το ότι αναγνωρίζει, με τη σκέψη 105, ότι το λεκτικό στοιχείο είναι διαφορετικό, δεν περιέχει καμία ρητή εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα ή κάποιας άλλης ιδιότητας του σήματος «Carbonell». Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε σε μεγάλο βαθμό να συγκρίνει το πραγματικό περιεχόμενο των λεκτικών στοιχείων των σημάτων «Carbonell» και «La Española».
51. Από την ανάγνωση των σκέψεων 94 έως 112 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες αφορούν την ανάλυση της ομοιότητας των σημάτων και του κινδύνου συγχύσεως, προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο, κατά την εκτίμηση των λεκτικών στοιχείων των επίδικων σημάτων, αγνόησε το πραγματικό περιεχόμενο των λεκτικών στοιχείων του σήματος «Carbonell» και προέβη σε μονομερή, άρα νομικά εσφαλμένη, σύγκριση των δύο επίδικων σημάτων (31). Φρονώ ότι η παράλειψη αυτή είχε ως αποτέλεσμα την παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών και του περιεχομένου των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
52. Συγχρόνως, η παράλειψη αυτή του Πρωτοδικείου οδήγησε, κατά τη γνώμη μου, σε νομικά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94.
53. Θα ήθελα συναφώς να προσθέσω ότι το Πρωτοδικείο, έστω και αν θεώρησε ότι τα λεκτικά στοιχεία των σημάτων «Carbonell» και «La Española» δεν είχαν κυρίαρχο χαρακτήρα και/ή είχαν μικρότερη σημασία, ήταν εντούτοις υποχρεωμένο, εκτός αν είχε κρίνει ότι τα στοιχεία αυτά ήταν αμελητέα (32), να συγκρίνει το πραγματικό περιεχόμενο των λεκτικών στοιχείων των σημάτων (33). Έτσι, με την απόφαση Medion (34) για παράδειγμα, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τον κίνδυνο συγχύσεως δημιουργούσε ένα μη κυρίαρχο συστατικό στοιχείο.
54. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο δεν αιτιολόγησε ρητά γιατί δεν συνέκρινε άμεσα, κατά την οπτική σύγκριση των επίδικων σημάτων, το πραγματικό περιεχόμενο των λεκτικών στοιχείων των σημάτων (δηλαδή τις ονομασίες «Carbonell» και «La Española» που χρησιμοποιούνται στα εν λόγω σήματα).
55. Επιπλέον, συμφωνώ επίσης με την αναιρεσείουσα και το ΓΕΕΑ ότι το Πρωτοδικείο –μολονότι στη σκέψη 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως παρέθεσε ορθά τη νομολογία για το πρότυπο του μέσου καταναλωτή που «έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος», το οποίο λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της σφαιρικής εκτιμήσεως– εφάρμοσε στην πραγματικότητα ένα πρότυπο που πλησιάζει περισσότερο στο πρότυπο ενός εξαιρετικά αμελούς καταναλωτή.
56. Κατά τη γνώμη μου, η εκτίμηση του Πρωτοδικείου σχετικά με τον ενδιαφερόμενο καταναλωτή (35) δεν είναι σύμφωνη με τη νομολογία, κατά την οποία ο μέσος καταναλωτής «έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος».
57. Φρονώ ότι δεν ήταν λογικό το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου ότι ο μέσος καταναλωτής που «έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος» δεν θα παρατηρούσε το πραγματικό περιεχόμενο των λεκτικών στοιχείων των επίδικων σημάτων, αν μάλιστα το μέγεθός τους και η σπουδαιότητά τους εντός των επίδικων σημείων δεν είναι αμελητέες.
58. Τέλος, όσον αφορά το δικονομικό επιχείρημα του ΓΕΕΑ ότι το Πρωτοδικείο δεν έχει την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις αντίθετες προς απόφαση κοινοτικού οργάνου και ότι μπορεί μόνο να ακυρώνει την προσβαλλόμενη απόφαση, αρκεί να υπενθυμιστεί ότι, κατά το άρθρο 63, παράγραφος 3, του κανονισμού 40/94 και το άρθρο 135 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, το Πρωτοδικείο μπορεί να μεταρρυθμίζει τις αποφάσεις των τμημάτων προσφυγών και ότι, κατά το άρθρο 63, παράγραφος 6, του εν λόγω κανονισμού, το ΓΕΕΑ είναι υποχρεωμένο να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση των αποφάσεων του Δικαστηρίου (36).
59. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την άποψή μου, το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά και το περιεχόμενο των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων και παρέβη το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, οπότε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί.
60. Στην υπό κρίση υπόθεση θεωρώ ότι, σύμφωνα με το άρθρο 61, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο πρέπει να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο, προκειμένου το Πρωτοδικείο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά (να συγκρίνει εκ νέου τα επίδικα σήματα) και να προβεί σε ορθή σφαιρική εκτίμηση των επίμαχων σημείων.
V – Πρόταση
61. Φρονώ συνεπώς ότι το Δικαστήριο πρέπει:
1) να αναιρέσει την απόφαση στην υπόθεση T-363/04, Koipe κατά ΓΕΕΑ – Aceites del Sur (La Española),
2) να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την έκδοση αποφάσεως επ’ αυτής,
3) να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Συλλογή 2007, σ. II‑3355 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
3 – Υπόθεση R 1109/2000‑4 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση του τμήματος προσφυγών).
4 – ΕΕ 1994, L 11, σ. 1.
5 – Ως αποδείξεις της υπάρξεως του προγενέστερου σήματος, η Koipe είχε επικαλεστεί έξι ισπανικές καταχωρίσεις, την κοινοτική καταχώριση υπ’ αριθ. 338681, δύο διεθνείς καταχωρίσεις, καθώς και ορισμένες εθνικές καταχωρίσεις, και συγκεκριμένα μια ιρλανδική, μια δανική, μια σουηδική και μια βρετανική.
6 – Βλ. σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
7 – Βλ. σκέψεις 88 και 89 της της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στις σκέψεις 92 και 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «το ίδιο το ΓΕΕΑ έχει υποστηρίξει αντίθετη άποψη από αυτή που υποστηρίζει εν προκειμένω», καθόσον δέχτηκε, σε άλλες διαδικασίες ανακοπής, ότι «η έκφραση “la española” έχει ασθενή διακριτική ισχύ, διότι αποτελεί συνηθισμένη ονομασία στον τομέα των τροφίμων και συνιστά αναφορά στη γεωγραφική προέλευση των προϊόντων».
8 – Βλ. σκέψεις 104 και 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
9 – Βλ. σκέψη 112 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
10 – Βλ. σκέψεις 113 και 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
11 – Ο λόγος θα ήταν ότι το σήμα αυτό είναι μεταγενέστερο της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως για το αιτηθέν σήμα στις 23 Απριλίου 1996.
12 – Βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C‑94/02, Biret κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2003, σ. I‑10565, σκέψη 63).
13 – Βλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1997, C‑251/95, SABEL (Συλλογή 1997, σ. I‑6191, σκέψη 22), και απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2006, C‑361/04 P, Ruiz-Picasso κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2006, σ. I‑643, σκέψη 18).
14 – Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1998, C‑342/97, Lloyd Schuhfabrik Meyer (Συλλογή 1999, σ. I‑3819, σκέψη 26).
15 – Το αίτημά τους στηριζόταν στην ομοιότητα των εικονιστικών στοιχείων των επίδικων σημάτων.
16 – Το Πρωτοδικείο έχει δεχτεί, με πολλές αποφάσεις του, ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως το ενδεχόμενο η συνύπαρξη των σημάτων στην αγορά να μειώνει τελικά τον κίνδυνο συγχύσεως. Βλ. αποφάσεις της 11ης Μαΐου 2005, T‑31/03, Grupo Sada κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2005, σ. II‑1667, σκέψη 86), της 25ης Οκτωβρίου 2006, T‑13/05, Castell del Remei κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2006, σ. II‑85), και της 11ης Δεκεμβρίου 2007, T‑10/06, Portela & Companhia κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2007, σ. II‑166).
17 – Για παράδειγμα, δεν έχει αποδειχθεί ότι το σχετικό κοινό έχει επίγνωση του ότι τα επίμαχα σήματα ανήκουν σε διαφορετικές επιχειρήσεις.
18 – Βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑39/97, Canon (Συλλογή 1998, σ. I‑5507, σκέψη 24).
19 – Απόφαση της 12ης Ιουνίου 2007 (Συλλογή 2007, σ. I‑4529, σκέψη 31). Βλ., επίσης, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, C‑193/06 P, Nestlé κατά ΓΕΕΑ (σκέψη 31).
20 – Απόφαση ΓΕΕΑ κατά Shaker, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19 (σκέψη 32).
21 – Βλ. απόφαση ΓΕΕΑ κατά Shaker, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19 (σκέψη 33), και απόφαση Nestlé κατά ΓΕΕΑ, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19 (σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
22 – Απόφαση ΓΕΕΑ κατά Shaker, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19 (σκέψη 34), και απόφαση Nestlé κατά ΓΕΕΑ, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19 (σκέψη 33).
23 – Απόφαση ΓΕΕΑ κατά Shaker, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19 (σκέψη 35), και απόφαση Nestlé κατά ΓΕΕΑ, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19 (σκέψη 34).
24 – Απόφαση ΓΕΕΑ κατά Shaker, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψη 36.
25 – Το Πρωτοδικείο παρέπεμψε συναφώς στις αποφάσεις της 23ης Οκτωβρίου 2002, T‑6/01, Matratzen Concord κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2002, σ. II‑4335, σκέψη 30), και της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑168/04, L & D κατά ΓΕΕΑ – SAMANN (AIRE LIMPIO) (Συλλογή 2006, σ. II‑2699, σκέψη 91).
26 – Βλ. σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
27 – Αφού δηλώνει τη γεωγραφική προέλευση των προϊόντων.
28 – Βλ., ειδικότερα, αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑104/00 P, DKV κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2002, σ. I‑7561, σκέψη 22), της 12ης Ιανουαρίου 2006, C‑173/04 P, Deutsche SiSi-Werke κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2006, I‑551, σκέψη 35), και της 22ας Ιουνίου 2006, C‑25/05 P, Storck κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2006, I‑5719, σκέψη 40).
29 – Βλ. αποφάσεις της 28ης Μαΐου 1998, C‑8/95 P, New Holland Ford κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑3175, σκέψη 72), της 6ης Απριλίου 2006, C‑551/03 P, General Motors κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑3173, σκέψη 54), και της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑167/04 P, JCB Service κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑8935, σκέψη 108).
30 – Ειδικότερα, με τη σκέψη 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το σήμα «La Española» έχει πολύ ασθενή διακριτικό χαρακτήρα.
31 – Κατά τη γνώμη μου, ο ασθενής διακριτικός χαρακτήρας της λέξης «La Española» είναι σαφές ότι δεν επαρκεί ως δικαιολογητικός λόγος της παραλείψεως οπτικής συγκρίσεως της ονομασίας αυτής με το προγενέστερο σήμα «Carbonell».
32 – Βλ., συναφώς, απόφαση ΓΕΕΑ κατά Shaker, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19 (σκέψεις 41 και 42). Με τις σκέψεις αυτές, το Δικαστήριο διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι, κατά την εξέταση της ύπαρξης κινδύνου σύγχυσης, η ομοιότητα των δύο σημάτων πρέπει να εκτιμάται κατόπιν εξετάσεως καθενός από τα δύο σήματα ως ενιαίου συνόλου. Το δεσπόζον ή κυρίαρχο στοιχείο μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό κριτήριο για την εκτίμηση της ομοιότητας μόνο στην περίπτωση που όλα τα άλλα συστατικά στοιχεία του σήματος είναι αμελητέα.
33 – Βλ., συναφώς, σημείο 45 ανωτέρω, όσον αφορά το σήμα «La Española».
34 – Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2005, C‑120/04 (Συλλογή 2005, σ. I‑8551, σκέψεις 32 επ.).
35 – Ειδικότερα, με τη σκέψη 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι «το ελαιόλαδο αγοράζεται τις περισσότερες φορές σε μεγάλα καταστήματα ή σε καταστήματα όπου τα προϊόντα [με τα διάφορα σήματα] εκτίθενται σε ράφια […] [οπότε] ο καταναλωτής καθοδηγείται περισσότερο από μια εντύπωση παρά από μια άμεση σύγκριση των διαφόρων σημάτων και συχνά δεν διαβάζει όλες τις ενδείξεις που φέρουν τα δοχεία ελαιολάδου. Στις περισσότερες περιπτώσεις απλώς παίρνει μια φιάλη η ετικέτα της οποίας του δίνει την οπτική εντύπωση του σήματος που αναζητεί. [Επομένως] το εικονιστικό στοιχείο των συγκρουομένων σημάτων αποκτά αυξημένη σημασία […]».
36 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2007, T‑425/03, AMS κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2007, σ. II‑4265, σκέψη 15 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
Full & Egal Universal Law Academy