ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 12ης Φεβρουαρίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑505/07
Compañía Española de Comercialización de Aceite SA
[αίτηση του Tribunal Supremo (Ισπανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα των λιπαρών ουσιών – Ελαιόλαδο – Άρθρο 12α του κανονισμού 133/66/ΕΟΚ – Ιδιωτική αποθεματοποίηση – Εγκεκριμένοι οργανισμοί – Αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών και ενώσεις τους – Κοινή επιχείρηση που αποσκοπεί στη διατήρηση ορισμένου ελάχιστου επιπέδου τιμών – Εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού στη γεωργία – Άρθρο 2 του κανονισμού 26»
I – Εισαγωγή
1. Ποια είναι η έκταση των εξουσιών που έχουν στον τομέα της γεωργίας οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές; Αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα στην υπό κρίση υπόθεση και θα δώσει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διασαφηνίσει τη νομολογία του, όπως διαμορφώθηκε με την απόφαση Milk Marque και National Farmers’ Union (2).
2. Η ισπανική αρχή για τον ανταγωνισμό απαγόρευσε στην επιχείρηση Compañía Española de Comercialización de Aceite SA (Cecasa), η οποία αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό τμήμα της ελαιοπαραγωγής της Ισπανίας, να επεμβαίνει στην αγορά προβαίνοντας σε αγορές και πωλήσεις στήριξης των τιμών με σκοπό τον επηρεασμό της τιμής του ελαιολάδου στην αγορά. Η απαγόρευση στηριζόταν στις γενικές διατάξεις του ισπανικού δικαίου του ανταγωνισμού. Το ζήτημα όμως είναι μήπως ορισμένες ειδικές διατάξεις στον τομέα της γεωργίας καθιστούν ανεφάρμοστο αυτό το δίκαιο του ανταγωνισμού ή, εν πάση περιπτώσει, υπερισχύουν των κανόνων του.
3. Το Tribunal Supremo της Ισπανίας, το οποίο καλείται να εκδικάσει την προκείμενη υπόθεση, έχει υποβάλει στο Δικαστήριο πέντε συνολικά ερωτήματα, με τα οποία ζητείται να διασαφηνιστεί κατά πόσον το δίκαιο που διέπει τη γεωργία οδηγεί τελικά, σε μια περίπτωση όπως η προκείμενη, στη μη εφαρμογή ορισμένων γενικών αρχών του δικαίου του ανταγωνισμού.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
4. Το κοινοτικό νομοθετικό πλαίσιο εν προκειμένω συνίσταται αφενός στους κανόνες που διέπουν τη δυνατότητα εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού στον τομέα της γεωργίας και αφετέρου σε ορισμένες διατάξεις της κοινής γεωργικής πολιτικής που είναι κρίσιμες στον τομέα του ελαιολάδου.
1. Δυνατότητα εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού στον τομέα της γεωργίας
5. Θεμελιώδη σημασία για τη σχέση μεταξύ αφενός των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ και αφετέρου της κοινής γεωργικής πολιτικής έχουν το άρθρο 32, παράγραφος 2, ΕΚ και το άρθρο 36, πρώτο εδάφιο, ΕΚ (πρώην άρθρο 38, παράγραφος 2, και άρθρο 42 της Συνθήκης ΕΟΚ). Το άρθρο 32, παράγραφος 2, ΕΚ έχει ως εξής:
«Εκτός αντιθέτων διατάξεων των άρθρων 33 μέχρι και 38, οι κανόνες που προβλέπονται για την εγκαθίδρυση της κοινής αγοράς εφαρμόζονται στα γεωργικά προϊόντα.»
6. Στο δε άρθρο 36, πρώτο εδάφιο, ΕΚ εκτίθενται τα εξής:
«Οι διατάξεις του κεφαλαίου του σχετικού με τους κανόνες του ανταγωνισμού δεν εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο των γεωργικών προϊόντων παρά μόνο κατά το μέτρο που ορίζεται από το Συμβούλιο στο πλαίσιο των διατάξεων και σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 37, παράγραφοι 2 και 3, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους του άρθρου 33.»
7. Με βάση την αμέσως παραπάνω διάταξη το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 26 (3), η πρώτη αιτιολογική σκέψη του οποίου θέτει την ακόλουθη βασική αρχή:
«[…] από το άρθρο [36] της Συνθήκης συνάγεται πως η εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης στην παραγωγή και εμπορία γεωργικών προϊόντων αποτελεί συστατικό στοιχείο της κοινής γεωργικής πολιτικής […]».
8. Το άρθρο 1 του κανονισμού 26 προβλέπει τα εξής:
«Από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος κανονισμού, τα άρθρα [81] μέχρι και [86] της Συνθήκης, καθώς και οι διατάξεις εφαρμογής τους εφαρμόζονται σε όλες τις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο [81], παράγραφος 1, και στο άρθρο [82] της Συνθήκης, σχετικά με την παραγωγή ή την εμπορία των προϊόντων τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα [Ι] της Συνθήκης, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2.»
Μεταξύ των γεωργικών προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα I της Συνθήκης ΕΚ (πρώην παράρτημα II της Συνθήκης ΕΟΚ) περιλαμβάνεται και το ελαιόλαδο (4).
9. Το άρθρο 2 του κανονισμού 26 συμπληρώνει το άρθρο 1 ως εξής:
«1. Το άρθρο [81], παράγραφος 1, της Συνθήκης δεν εφαρμόζεται στις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας εθνικής οργανώσεως αγοράς ή είναι απαραίτητες για την πραγματοποίηση των αναφερομένων στο άρθρο [33] της Συνθήκης στόχων. Δεν εφαρμόζεται ιδίως σε συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές παραγωγών, ενώσεων παραγωγών ή ενώσεων των ενώσεων αυτών ενός μόνον κράτους μέλους κατά το μέτρο που, χωρίς να συνεπάγονται την υποχρέωση εφαρμογής καθορισμένης τιμής, αφορούν την παραγωγή ή την πώληση γεωργικών προϊόντων ή την χρήση κοινών εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως, επεξεργασίας ή μεταποιήσεως γεωργικών προϊόντων, εκτός αν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο αποκλείεται ο ανταγωνισμός ή ότι διακυβεύονται οι στόχοι του άρθρου [33] της Συνθήκης.
2. Η Επιτροπή, υπό την επιφύλαξη του ελέγχου του Δικαστηρίου, έχει αποκλειστική αρμοδιότητα, αφού διαβουλευτεί με τα κράτη μέλη και ακούσει τη γνώμη των συμμετεχουσών επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, καθώς επίσης και κάθε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου, του οποίου η ακρόαση θεωρείται απαραίτητη, να διαπιστώνει, με δημοσιευόμενη απόφαση, ποιες συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές πληρούν τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1.
3. Η Επιτροπή προβαίνει στη διαπίστωση αυτή είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως αρμοδίας αρχής ενός κράτους μέλους ή μιας ενδιαφερομένης επιχειρήσεως ή ενώσεως επιχειρήσεων.
[…]»
10. Ο κανονισμός 26 καταργήθηκε από τις 24 Αυγούστου 2006 και αρχικά αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1184/2006, ο οποίος είχε ταυτόσημο περιεχόμενο (5). Τέλος, την 1η Ιουλίου 2008 το ελαιόλαδο, μαζί με άλλα προϊόντα, εξαιρέθηκε από το καθ’ ύλη πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1184/2006 και για το προϊόν αυτό ισχύει πλέον η ρύθμιση των άρθρων 175 και 176, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1234/2007 (6), η οποία επίσης είναι παρόμοια με τις προγενέστερες ρυθμίσεις. Η νομική πράξη των ισπανικών αρχών που προσβάλλεται στην κύρια δίκη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου εκδόθηκε πάντως πριν από όλες τις νομοθετικές αυτές τροποποιήσεις, πράγμα που σημαίνει ότι εν προκειμένω εξακολουθεί να έχει εφαρμογή ο κανονισμός 26.
2. Διατάξεις της γεωργικής νομοθεσίας στον τομέα του ελαιολάδου
α) Η κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα των λιπαρών ουσιών
11. Ο κανονισμός 136/66/ΕΟΚ, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (7), περιελάμβανε, όπως ίσχυε από την 1η Νοεμβρίου 1998 (8), το ακόλουθο άρθρο 12α:
«Προκειμένου να ρυθμιστεί η αγορά σε περίπτωση σοβαρής διαταραχής της σε ορισμένες περιφέρειες της Κοινότητας, μπορεί να αποφασιστεί […] να επιτραπεί σε οργανισμούς που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις και είναι εγκεκριμένοι από τα κράτη μέλη να συνάψουν συμφωνητικά αποθεματοποίησης για το ελαιόλαδο που θέτουν σε εμπορία. Μεταξύ των σχετικών οργανισμών δίδεται προτεραιότητα στις ομάδες παραγωγών και στις ενώσεις τους που είναι αναγνωρισμένες κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) 952/97 […].
Τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο μπορούν να εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, όταν η μέση τιμή που διαπιστώνεται στην αγορά κατά τη διάρκεια αντιπροσωπευτικής περιόδου είναι χαμηλότερη από το 95 % της τιμής παρέμβασης που εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου 1997/1998.
Το ύψος της ενίσχυσης που χορηγείται για την υλοποίηση των συμφωνητικών, καθώς και οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, και ιδίως οι ποσότητες, οι ποιότητες και οι διάρκειες αποθεματοποίησης των ελαίων αυτών, καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 38 κατά τρόπο ώστε να διασφαλισθεί αισθητός αντίκτυπος στην αγορά. Η ενίσχυση μπορεί να χορηγείται μέσω διαγωνισμού.»
12. Η διάταξη αυτή διασαφηνίζεται με τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1638/98 ως εξής:
«[…] για να επιτευχθεί ο στόχος της ρύθμισης της προσφοράς ελαιολάδου σε περίπτωση σοβαρής διαταραχής της αγοράς, θα πρέπει να υπάρχει καθεστώς ενίσχυσης των συμβάσεων ιδιωτικής αποθεματοποίησης και να δοθεί προτεραιότητα όσον αφορά τις εν λόγω συμβάσεις στις ομάδες παραγωγών και τις αναγνωρισμένες ενώσεις τους κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) 952/97 […]».
13. Συμπληρωματικά θα ήθελα επίσης να παραθέσω την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1638/98:
«[Η ρύθμιση για τη] δημόσια παρέμβαση αποτελεί κίνητρο για την παραγωγή, που ενδέχεται να αποσταθεροποιήσει την αγορά· […] συνεπώς συντρέχει λόγος να καταργηθούν οι αγορές στην παρέμβαση και να καταργηθούν ή να αντικατασταθούν οι αναφορές στην τιμή παρέμβασης».
14. Εν τω μεταξύ ο κανονισμός 133/66 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε αρχικά για την περίοδο εμπορίας 2005/2006 από τον κανονισμό (ΕΚ) 865/2004 (9) και στη συνέχεια, από την 1η Ιουλίου 2008, από τον κανονισμό 1234/2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών (10). Ο τελευταίος αυτός κανονισμός περιλαμβάνει στα άρθρα 31 και 33 επίσης μια ρύθμιση για την προαιρετική ενίσχυση για την ιδιωτική αποθεματοποίηση ελαιολάδου. Αφού όμως η προσβαλλόμενη στην κύρια υπόθεση νομική πράξη των ισπανικών αρχών εκδόθηκε πριν από τις παραπάνω τροποποιήσεις, θα εξακολουθήσω εν προκειμένω να παραπέμπω στον κανονισμό 133/66.
β) Οι διατάξεις σχετικά με τις ομάδες παραγωγών
15. Ο κανονισμός (ΕΚ) 952/97 του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1997, για τις ομάδες παραγωγών και τις ενώσεις τους (11), ο οποίος καταργήθηκε στις 3 Ιουλίου 1999 χωρίς να αντικατασταθεί (12), επιδίωκε, σύμφωνα με το άρθρο του 1, να προωθήσει τη σύσταση ομάδων παραγωγών και ενώσεών τους σε ορισμένες περιφέρειες της Κοινότητας, στις οποίες ανήκει, σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, και η Ισπανία.
16. Το άρθρο 5 του κανονισμού 952/97 περιλαμβάνει τους ακόλουθους ορισμούς:
«1. Οι ομάδες παραγωγών:
α) συνιστώνται με τον σκοπό της από κοινού προσαρμογής στις απαιτήσεις της αγοράς της παραγωγής και της προσφοράς των παραγωγών που είναι μέλη τους,
β) αποτελούνται από:
– μεμονωμένους παραγωγούς
ή
– μεμονωμένους παραγωγούς και οργανώσεις παραγωγής ή αξιοποιήσεως γεωργικών προϊόντων που αποτελούνται μόνον από παραγωγούς γεωργικών προϊόντων.
Ως “παραγωγός” νοείται κάθε κάτοχος γεωργικής επιχείρησης η οποία ευρίσκεται στο έδαφος της Κοινότητας:
– που παράγει τα προϊόντα γης και κτηνοτροφίας που αναφέρονται στο άρθρο 3
ή
– που είναι παραγωγός προϊόντων βάσεως και παράγει τα μεταποιημένα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 3.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν, όταν οι εθνικές τους διατάξεις το προβλέπουν, να αναγνωρίζουν ομάδες παραγωγών οι οποίες περιλαμβάνουν επίσης πρόσωπα άλλα από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Στην περίπτωση αυτή, τα καταστατικά των ομάδων αυτών πρέπει να εξασφαλίζουν ότι τα μέλη τους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 διατηρούν τον έλεγχο των ομάδων και των αποφάσεών τους.
3. Οι ενώσεις αποτελούνται από αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών και επιδιώκουν τους ίδιους στόχους με αυτές σε ευρύτερη κλίμακα.»
17. Το άρθρο 6 του κανονισμού 952/97 θέτει τις γενικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι ομάδες παραγωγών και οι ενώσεις τους· ειδικότερα, κάθε ομάδα παραγωγών ή ένωση πρέπει, σύμφωνα με την παράγραφο 1, στοιχείο β΄, του εν λόγω άρθρου,
«να καθορίζει και να εφαρμόζει, για τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1:
– κοινούς κανόνες παραγωγής, ιδίως σε θέματα ποιότητας των προϊόντων ή χρησιμοποίησης βιολογικών πρακτικών,
– κοινούς κανόνες για τη διάθεση στην αγορά,
– κανόνες αναγνώρισης της παραγωγής, ιδίως πληροφορίες σχετικά με τη συγκομιδή και το κατά πόσον είναι διαθέσιμη».
18. Το άρθρο 7 του ίδιου κανονισμού προβλέπει ότι τα κράτη μέλη αποφασίζουν για την παροχή αναγνώρισης εντός προθεσμίας τριών μηνών από την κατάθεση της αίτησης και ανακοινώνουν την απόφασή τους στην Επιτροπή, εντός προθεσμίας δύο μηνών.
19. Συμπληρωματικά θα ήθελα να αναφέρω εδώ τον κανονισμό (ΕΚ) 2768/98 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με το καθεστώς χορήγησης ενισχύσεων για την ιδιωτική αποθεματοποίηση ελαιολάδου (13). Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«Οι αρμόδιοι οργανισμοί των κρατών μελών παραγωγής συνάπτουν συμβάσεις ιδιωτικής αποθεματοποίησης παρθένου ελαιολάδου χύμα υπό τους όρους που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό.»
20. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2768/98, για τον καθορισμό των ενισχύσεων για την υλοποίηση των συμβάσεων ιδιωτικής αποθεματοποίησης, η Επιτροπή μπορεί να προκηρύσσει διαγωνισμούς περιορισμένης διάρκειας και επιμέρους διαγωνισμούς. Η κατηγορία των δικαιούμενων να μετέχουν στους διαγωνισμούς αυτούς ορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ως εξής:
«Οι εμπορευόμενοι, που είναι εγκεκριμένοι προς το σκοπό αυτό από τον αρμόδιο οργανισμό του συγκεκριμένου κράτους μέλους, δύνανται να υποβάλουν προσφορές για τους επιμέρους διαγωνισμούς. Οι εν λόγω εγκεκριμένοι εμπορευόμενοι δύνανται να είναι:
α) ομάδα παραγωγών ή ένωση ομάδων παραγωγών, που είναι αναγνωρισμένη κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) 952/97
ή
β) ομάδα παραγωγών ή ένωση ομάδων παραγωγών, που είναι αναγνωρισμένη κατά την έννοια του άρθρου 20γ του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ
ή
γ) εγκεκριμένο ελαιοτριβείο […] κατά τη διάρκεια άνω των δύο περιόδων εμπορίας
ή
δ) επιχείρηση συσκευασίας […]».
Β – Το εθνικό δίκαιο
21. Σε σχέση με την ισπανική νομοθεσία θα ήθελα να αναφέρω τον νόμο 16/1989, της 17ης Ιουλίου 1989, για την προστασία του ανταγωνισμού (Ley de Defensa de la Competencia) (14), του οποίου το άρθρο 1, παράγραφος 1, στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό, όσον αφορά τον ορισμό που δίδει στις «απαγορευόμενες πρακτικές», στο άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ (15) και έχει ως εξής:
«Απαγορεύεται κάθε συμφωνία, απόφαση ή συνεννόηση ή συμφωνημένη ή ενσυνειδήτως παράλληλη πρακτική που έχει ή μπορεί να έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού στο σύνολο ή σε τμήμα της εθνικής αγοράς και, ειδικότερα, αυτές που συνίστανται:
a) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών ή άλλων όρων συναλλαγής ή παροχής υπηρεσιών,
b) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων,
c) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού.
[…]»
22. Το άρθρο 3 του νόμου 16/1989, που επιγράφεται «Περιπτώσεις απαλλαγής» (16), προβλέπει εξάλλου τα εξής:
«1. Επιτρέπονται κατ’ εξαίρεση οι συμφωνίες, αποφάσεις, συνεννοήσεις ή πρακτικές στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 1, ή ορισμένες κατηγορίες αυτών, που συμβάλλουν στη βελτίωση της παραγωγής ή της διαθέσεως στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών ή στην προαγωγή της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, εφόσον:
a) εξασφαλίζουν στους καταναλωτές ή στους χρήστες δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει από αυτές,
b) δεν επιβάλλουν στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις περιορισμούς μη απαραίτητους για την επίτευξη των στόχων αυτών και
c) δεν παρέχουν στις επιχειρήσεις αυτές τη δυνατότητα εξαλείψεως του ανταγωνισμού σε σχέση με μεγάλο τμήμα των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών.
2. Επίσης, μπορούν να επιτραπούν, υπό την προϋπόθεση ότι δικαιολογούνται από τη γενική οικονομική κατάσταση και το δημόσιο συμφέρον, οι συμφωνίες, αποφάσεις, συνεννοήσεις και πρακτικές στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 1, ή κατηγορίες αυτών, οι οποίες:
a) έχουν ως αντικείμενο την προστασία ή την προώθηση των εξαγωγών, εφόσον δεν επηρεάζουν τον ανταγωνισμό εντός της ημεδαπής αγοράς και συμβιβάζονται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διεθνείς συμβάσεις που έχει κυρώσει η Ισπανία ή
b) ευνοούν την αρκούντως σημαντική ανύψωση του κοινωνικού και οικονομικού επιπέδου υποβαθμισμένων περιοχών ή κλάδων ή
c) λόγω της περιορισμένης τους σημασίας, δεν είναι ικανές να επηρεάσουν σημαντικά τον ανταγωνισμό.»
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η κύρια δίκη
23. Η Cecasa είναι ανώνυμη εταιρία ισπανικού δικαίου, το 68 % των μετοχών της οποίας ανήκει σε ελαιοπαραγωγούς, ελαιοτριβεία και συνεταιρισμούς, ενώ το 32 % των μετοχών κατέχουν πιστωτικά ιδρύματα και άλλοι φορείς. Οι ελαιοπαραγωγοί μέτοχοι της εταιρίας αυτής αντιπροσωπεύουν ποσοστό μεταξύ 50 % και 60 % της εθνικής παραγωγής ελαιολάδου της Ισπανίας. Ο εταιρικός σκοπός της Cecasa συνίσταται στην πώληση ελαιολάδου και η εταιρία αυτή δραστηριοποιείται, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, τόσο στην ισπανική αγορά ελαιολάδου, όσο και στην κοινοτική και στη διεθνή αγορά.
24. Για την αποφυγή «σοβαρών διαταραχών στην αγορά» και κυρίως της πτώσης των τιμών ελαιολάδου, η Cecasa σκοπεύει να αγοράζει και να αποθεματοποιεί ελαιόλαδο μόλις η τιμή μειώνεται κάτω από ορισμένο επίπεδο –από το 95 % περίπου της προϊσχύουσας τιμής παρέμβασης της Κοινότητας. Σε περίπτωση ανάκαμψης των τιμών, η εταιρία αυτή θα προβαίνει στην εκ νέου διάθεση του ελαιολάδου στο εμπόριο.
25. Για να εκτελέσει το σχέδιό της, η Cecasa υπέβαλε στις 5 Απριλίου 2001, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3 του νόμου 16/1989 (17), αίτηση απαλλαγής, η οποία όμως απορρίφθηκε από το Tribunal de Defensa de la Competencia (18) με απόφαση της 5ης Μαρτίου 2002. Η εν λόγω αρχή αιτιολόγησε την απόφασή της ως εξής: Το σχέδιο της Cecasa αντιβαίνει στους κανόνες του ανταγωνισμού. Πρόκειται για συμφωνία μεταξύ ανταγωνιστών, η οποία αποσκοπεί –όπως συμβαίνει με τα καρτέλ– στον επηρεασμό των τιμών στην αγορά και στην αποφυγή του ενδεχομένου πτώσης των τιμών σε περίπτωση πλεονασματικής παραγωγής. Δεν συντρέχει περίπτωση απαλλαγής κατά το άρθρο 3 του νόμου 16/1989, καθόσον μάλιστα δεν αποδείχθηκε ότι η συμφωνία έχει για τον καταναλωτή τα πλεονεκτήματα που ισχυρίστηκε η Cecasa.
26. Κατά της απόφασης του Tribunal de Defensa de la Competencia η Cecasa άσκησε ένδικη προσφυγή ενώπιον της Audiencia Nacional (τμήμα διοικητικών διαφορών (19)), η οποία απορρίφθηκε με απόφαση της 22ας Ιουλίου 2005. Η Audiencia Nacional κατέστησε πάντως σαφές ότι η απόρριψη της αίτησης απαλλαγής δεν συνεπάγεται την απαγόρευση λειτουργίας της προσφεύγουσας εταιρίας, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω εταιρία επιδίδεται σε δραστηριότητες διαφορετικές από εκείνες για τις οποίες ζήτησε την απαλλαγή και ότι οι άλλες αυτές δραστηριότητες είναι νόμιμες.
27. Κατόπιν άσκησης αναίρεσης από την Cecasa, η υπόθεση εκκρεμεί πλέον ενώπιον του ανώτατου ισπανικού δικαστηρίου, του Tribunal Supremo (τμήμα διοικητικών διαφορών).
IV – Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
28. Με διάταξη της 22ας Οκτωβρίου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Νοεμβρίου 2007, το Tribunal Supremo (το οποίο στο εξής θα αναφέρεται και ως «αιτούν δικαστήριο») ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Σύμφωνα με το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1638/98, μπορεί μία ανώνυμη εταιρία, της οποίας οι μέτοχοι είναι κυρίως παραγωγοί, ελαιοτριβεία και συνεταιρισμοί ελαιοπαραγωγών, καθώς και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, να περιληφθεί στους “οργανισμούς” που είναι εγκεκριμένοι για τη σύναψη συμβάσεων αποθεματοποίησης ελαιολάδου; Μπορεί μια εταιρία με αυτά τα χαρακτηριστικά να εξομοιώνεται με τις ομάδες παραγωγών και τις ενώσεις τους, οι οποίες είναι αναγνωρισμένες κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) 952/97;
2) Σε περίπτωση που η εταιρία συγκαταλέγεται στους “οργανισμούς” που θεωρούνται κατάλληλοι να ασκούν δραστηριότητες αποθεματοποιήσεως, μπορεί η “έγκριση από το κράτος μέλος”, που πρέπει να έχει παρασχεθεί στους οργανισμούς αυτούς σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 12α του κανονισμού 136/66, να είναι η έγκριση που παρέχεται κατόπιν αίτησης για τη χορήγηση ειδικής απαλλαγής (“άδειας”) που υποβάλλεται στις αρμόδιες για την προστασία του ανταγωνισμού εθνικές αρχές;
3) Απαιτεί το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66 οπωσδήποτε έγκριση της Επιτροπής για κάθε περίπτωση ιδιωτικής αποθεματοποίησης ελαιολάδου ή, αντιθέτως, επιτρέπεται η ύπαρξη μηχανισμού, κατόπιν συμφωνίας των παραγωγών, για την αγορά και την αποθεματοποίηση του ελαιολάδου αυτού με ιδιωτική χρηματοδότηση, ο οποίος θα ενεργοποιείται αποκλειστικά υπό τους ίδιους όρους και τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές της αποθεματοποίησης με κοινοτική χρηματοδότηση, με σκοπό τη συμπλήρωση και την επιτάχυνση της εν λόγω αποθεματοποίησης με κοινοτική χρηματοδότηση και χωρίς να υπερβαίνει τα όριά της;
4) Μπορεί η νομολογιακή αρχή που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2003 (υπόθεση C‑137/00, Milk Marque και National Farmers’ Union), όσον αφορά την εφαρμογή από τις εθνικές αρχές των εθνικών κανόνων περί προστασίας του ανταγωνισμού στις συμφωνίες παραγωγών που μπορεί καταρχήν να θεωρηθεί ότι εμπίπτουν στο άρθρο 2 του κανονισμού 26 του Συμβουλίου […], να εφαρμοστεί και στις συμφωνίες οι οποίες, λόγω των χαρακτηριστικών τους και των χαρακτηριστικών του οικείου κλάδου, μπορούν να επηρεάσουν την κοινοτική αγορά ελαιολάδου στο σύνολό της;
5) Σε περίπτωση που οι αρμόδιες για την προστασία του ανταγωνισμού εθνικές αρχές είναι αρμόδιες να εφαρμόσουν τους εθνικούς κανόνες στις προαναφερθείσες συμφωνίες που μπορούν να επηρεάσουν την κοινή οργάνωση της αγοράς λιπαρών ουσιών, μπορούν οι αρχές αυτές να αρνηθούν πλήρως σε μια εταιρία όπως η αναιρεσείουσα τη δυνατότητα να κάνει χρήση των μηχανισμών αποθεματοποίησης ελαιολάδου, ακόμη και στις περιπτώσεις “σοβαρής διαταραχής” της αγοράς, κατά την έννοια του άρθρου 12α του κανονισμού 136/66;»
29. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η Cecasa, η Asociación española de la industria y comercio exportador de aceite de oliva (Asoliva), η Asociación nacional de industriales envasadores y refinadores de aceites comestibles (Anierac) και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Στην προφορική διαδικασία, που διεξήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου στις 17 Δεκεμβρίου 2008, μετέσχον μόνον η Cecasa και η Επιτροπή.
V – Η άποψή μου επί της υποθέσεως
Α – Παραδεκτό της αίτησης για την έκδοση προδικαστικής απόφασης
1. Επί του δεύτερου σκέλους του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
30. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος το Tribunal Supremo αναφέρεται στον κανονισμό 952/97, ο οποίος όμως δεν ίσχυε πλέον κατά τον χρόνο της έκδοσης της προσβαλλόμενης στην κύρια δίκη απόφασης. Για την ακρίβεια, ο κανονισμός αυτός είχε ήδη παύσει να ισχύει όταν συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης της κύριας δίκης. Υπό τις συνθήκες αυτές, τίθεται το ερώτημα κατά πόσον το δεύτερο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος είναι κρίσιμο για την έκδοση της απόφασης στην κύρια δίκη.
31. Συναφώς θα ήθελα να επισημάνω ότι καταρχήν εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει κατά πόσον τα ερωτήματα που υποβάλλει είναι λυσιτελή για την έκδοση της απόφασής του. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο είναι καταρχήν υποχρεωμένο να αποφαίνεται επί των ερωτημάτων που του έχουν υποβληθεί, εφόσον με αυτά ζητείται η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αρνηθεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου παρά μόνον όταν η ζητούμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν έχει προδήλως καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (20). Τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
32. Η κατάργηση του κανονισμού 952/97 δεν συνοδεύθηκε βέβαια από τη θέσπιση καμιάς ρύθμισης που να τον αντικαθιστά, καθόσον ο κοινοτικός νομοθέτης έκρινε ότι δεν ήταν πλέον απαραίτητη η ειδική ενίσχυση των ομάδων παραγωγών στο πλαίσιο της αγροτικής ανάπτυξης, οπότε προβλέφθηκε ρητά ότι δεν θα έπρεπε να εξακολουθήσει να ισχύει το καθεστώς ενίσχυσης που προβλεπόταν στο πλαίσιο του κανονισμού 952/97 (21).
33. Εντούτοις, ο κανονισμός 952/97 δεν κατέστη, μετά την κατάργησή του, πλήρως αλυσιτελής στην πράξη. Για παράδειγμα, ορισμένες μεταγενέστερες νομικές πράξεις των κοινοτικών οργάνων παραπέμπουν ρητά στον κανονισμό 952/97 (22). Επιπλέον, οι όροι «αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών» και «ενώσεις ομάδων παραγωγών» εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται χωρίς να γίνεται συγκεκριμένη παραπομπή στις ρυθμίσεις του κανονισμού 952/97 (23). Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει άνευ ετέρου δεκτό ότι, αφού ο κανονισμός αυτός έχει παύσει να ισχύει, η ερμηνεία του δεν έχει καμία σημασία.
34. Όσον αφορά ειδικότερα την υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να επισημάνω επίσης ότι οι αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών και οι ενώσεις τους έχουν σημασία στο πλαίσιο του άρθρου 12α του κανονισμού 136/66. Η ερμηνεία της διάταξης αυτής, η οποία έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης από χρονική άποψη (24), αποτελεί το βασικό ζήτημα που θέτει η υπό εξέταση αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης. Ο κοινοτικός νομοθέτης, όταν κατάρτισε το παραπάνω άρθρο, αναφέρθηκε ρητά στον κανονισμό 952/97 (25).
35. Με βάση τα δεδομένα αυτά, το δεύτερο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, με το οποίο ζητείται η ερμηνεία του κανονισμού 952/97, δεν φαίνεται να είναι προδήλως αλυσιτελές για την απόφαση στην κύρια δίκη. Επομένως, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να απαντήσει στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου.
2. Επί των προδικαστικών ερωτημάτων που αφορούν το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66
36. Ενώπιον του Δικαστηρίου διατυπώθηκαν επίσης αμφιβολίες ως προς τη λυσιτέλεια των προδικαστικών ερωτημάτων του Tribunal Supremo κατά το μέτρο που τα ερωτήματα αυτά αφορούν το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66. Οι αμφιβολίες αυτές στηρίζονται στον ισχυρισμό ότι, αφού η Cecasa ουδέποτε ζήτησε να της χορηγηθεί η ενίσχυση που προβλέπεται στο άρθρο αυτό ούτε της επιτράπηκε από την Επιτροπή να προβεί σε ιδιωτική αποθεματοποίηση κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, τα εν λόγω ερωτήματα δεν μπορούν να έχουν συνέπειες για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
37. Δεν συμφωνώ με την παραπάνω άποψη. Μολονότι πράγματι ο μηχανισμός της κοινοτικά επιδοτούμενης ιδιωτικής αποθεματοποίησης ελαιολάδου δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω, εντούτοις η ερμηνεία και η κατανόηση του άρθρου 12α του κανονισμού 136/66 μπορεί να έχει ουσιώδη σημασία για την εκτίμηση της υπό κρίση υπόθεσης από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού. Από την εν λόγω διάταξη δηλαδή, καθώς και από τους στόχους της και το όλο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, θα μπορούσαν να συναχθούν ορισμένα συμπεράσματα που να έχουν κρίσιμη σημασία για την ερμηνεία και την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού στην υπό εξέταση περίπτωση.
38. Κατά συνέπεια, η αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης είναι παραδεκτή και ως προς το σημείο αυτό.
Β – Εκτίμηση των προδικαστικών ερωτημάτων επί της ουσίας
39. Σκοπός της υπό κρίση αίτησης για την έκδοση προδικαστικής απόφασης είναι βασικά η εξακρίβωση των περιθωρίων χειρισμών που εξακολουθούν να έχουν οι εθνικές αρχές ως προς την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού στον τομέα της γεωργίας. Η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου συνεπάγεται ότι τα περιθώρια αυτά δεν είναι ευρύτερα των ορίων που θέτει η γεωργική νομοθεσία της Κοινότητας.
40. Αν επομένως διαπιστωθεί ότι οι αγορές και πωλήσεις στήριξης των τιμών τις οποίες προτίθεται να πραγματοποιεί η Cecasa είναι δικαιολογημένες με βάση τις διατάξεις της γεωργικής νομοθεσίας, το γεγονός αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ακόμη και σε σχέση με την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού. Με βάση τα δεδομένα αυτά, το Tribunal Supremo ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει αφενός το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66 και τις συναφείς με το άρθρο αυτό διατάξεις και αφετέρου το άρθρο 2 του κανονισμού 26.
1. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
41. Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα αφορά το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12α του κανονισμού 136/66: σκοπός του είναι να διευκρινιστεί αν η διάταξη αυτή μπορεί να εφαρμόζεται σε ιδιωτικού δικαίου ανώνυμες εταιρίες, όπως είναι η Cecasa.
α) Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
42. Με το πρώτο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν μια ιδιωτικού δικαίου ανώνυμη εταιρία όπως η Cecasa μπορεί να ανήκει στην κατηγορία των «οργανισμών» κατά την έννοια του άρθρου 12α του κανονισμού 136/66, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να συνάπτουν συμβάσεις αποθεματοποίησης ελαιολάδου.
43. Η έννοια «οργανισμός» δεν ορίζεται ούτε στο άρθρο 12α ούτε σε καμία άλλη διάταξη του κανονισμού 136/66. Εν προκειμένω τίθεται καταρχάς το ερώτημα αν μια ιδιωτική επιχείρηση μπορεί να χαρακτηριστεί ως οργανισμός κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης. Στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον ο χαρακτηρισμός της οικείας επιχείρησης ως οργανισμού κατά την έννοια του άρθρου 12α του κανονισμού 136/66 δεν είναι δυνατός όταν στην επιχείρηση αυτή μετέχουν όχι μόνον ελαιοπαραγωγοί, ελαιοτριβεία και συνεταιρισμοί, αλλά και θεσμικοί επενδυτές.
– Δεν καλύπτονται μόνο δημόσιοι ή κρατικοί φορείς
44. Όπως ορθά παρατηρεί η Cecasa, η έννοια «οργανισμός», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 12α του κανονισμού 136/66, δεν επιτρέπεται να παρερμηνευθεί κατά τρόπο που να γίνει δεκτό ότι στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης εμπίπτουν μόνο δημόσιοι ή κρατικοί φορείς (26).
45. Η λέξη που χρησιμοποιείται στο άρθρο 12α του κανονισμού 136/66 για τους «οργανισμούς» συμπίπτει, σε ορισμένες γλώσσες, με τη λέξη που χρησιμοποιείται αλλού –ιδίως στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2768/98– ειδικά για την αναφορά σε κρατικούς φορείς (27). Αυτό όμως δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι με τη λέξη «οργανισμός» στο άρθρο 12α του κανονισμού 136/66 νοούνται μόνο δημόσιοι ή κρατικοί φορείς. Πρέπει συγκεκριμένα να ληφθεί εδώ υπόψη ότι σε άλλες γλώσσες γίνεται εννοιολογική διάκριση μεταξύ των «οργανισμών» του άρθρου 12α του κανονισμού 136/66 και των «υπηρεσιών ή οργάνων των κρατών μελών» του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2768/98 (28). Λόγω αυτών των διαφορών μεταξύ των κειμένων της εφαρμοστέας γεωργικής νομοθεσίας στις διάφορες γλώσσες, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί με γνώμονα την εν γένει οικονομία και τον σκοπό της ρύθμισης της οποίας αποτελεί μέρος (29).
46. Από τον σκοπό της καθιέρωσης ενός καθεστώτος ενίσχυσης των συμβάσεων ιδιωτικής αποθεματοποίησης, τον οποίο επιδιώκει το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66 (30), συνάγεται ότι στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής δεν εμπίπτουν μόνον κρατικοί φορείς. Αντίθετα, το σύνηθες είναι μάλλον ότι οι αναφερόμενοι στη διάταξη αυτοί οργανισμοί θα είναι ιδιώτες.
47. Εξάλλου, από την όλη οικονομία της ρύθμισης συνάγεται επίσης ότι ως «οργανισμοί», κατά το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66, μπορούν κάλλιστα να νοούνται ιδιώτες. Για παράδειγμα, στους οργανισμούς αυτούς μπορεί να δίδεται η άδεια να συνάπτουν συμφωνητικά αποθεματοποίησης «για το ελαιόλαδο που θέτουν σε εμπορία». Η εμπορία όμως αποτελεί δραστηριότητα που δεν ανήκει σε καμία περίπτωση στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατικών φορέων, αλλά μπορεί να ασκείται και από ιδιώτες, πράγμα που άλλωστε αποτελεί τον κανόνα στην οικονομία της ανοικτής αγοράς (31). Άλλωστε και η επιβαλλόμενη από το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66 απαίτηση «επαρκών εγγυήσεων» αφορά τη δραστηριότητα ιδιωτών μάλλον παρά κρατικών φορέων.
48. Επομένως, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις μπορούν να είναι «οργανισμοί» κατά την έννοια του άρθρου 12α του κανονισμού 136/66.
– Συμμετοχή θεσμικών επενδυτών
49. Επιπλέον, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον ο χαρακτηρισμός της οικείας επιχείρησης ως οργανισμού κατά την έννοια του άρθρου 12α του κανονισμού 136/66 δεν είναι δυνατός όταν στην επιχείρηση αυτή μετέχουν όχι μόνον ελαιοπαραγωγοί, ελαιοτριβεία και συνεταιρισμοί, αλλά και θεσμικοί επενδυτές.
50. Από το γράμμα του άρθρου 12α του κανονισμού 136/66 δεν συνάγεται καμία απάντηση στο ερώτημα αυτό. Για την ερμηνεία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον το γράμμα τους, αλλά και το όλο πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται και οι σκοποί της ρύθμισης της οποίας αποτελούν μέρος (32).
51. Η υπαγωγή των μικτών επιχειρήσεων, στις οποίες μετέχουν όχι μόνον ελαιοπαραγωγοί, ελαιοτριβεία και συνεταιρισμοί, αλλά και θεσμικοί επενδυτές, στην κατηγορία των οργανισμών δεν αντιβαίνει στους στόχους ούτε του κανονισμού 136/66 ούτε του τροποποιητικού κανονισμού 1638/98. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η συμμετοχή θεσμικών επενδυτών θα μπορούσε να οδηγήσει σε διακύβευση του στόχου της εφαρμογής ενός συστήματος ιδιωτικής αποθεματοποίησης προς ρύθμιση της προσφοράς ελαιολάδου, ώστε να αποφεύγονται οι σοβαρές διαταραχές της αγοράς (33). Ειδικότερα, δεν μπορεί να γίνει εκ των προτέρων δεκτό ότι η συμμετοχή θεσμικών επενδυτών συνεπάγεται λιγότερο αυστηρές ποιοτικές προδιαγραφές και μικρότερη τεχνογνωσία για την αποθεματοποίηση του ελαιολάδου. Το συμπέρασμα αυτό δεν θα μπορούσε μάλιστα να συναχθεί στις περιπτώσεις στις οποίες οι θεσμικοί επενδυτές έχουν –όπως συμβαίνει εδώ και με την Cecasa– μειοψηφική απλώς συμμετοχή στην οικεία επιχείρηση. Αντίθετα μάλιστα, η συμμετοχή αυτή μπορεί να καθιστά την οικεία επιχείρηση πιο εύρωστη οικονομικά και έτσι να συμβάλλει ώστε η εν λόγω επιχείρηση να μπορεί να παρέχει τις απαιτούμενες από το άρθρο 12α «επαρκείς εγγυήσεις».
52. Όσον αφορά, τέλος, το όλο ρυθμιστικό πλαίσιο, είναι αναμφισβήτητο ότι οι μικτές επιχειρήσεις στις οποίες μετέχουν θεσμικοί επενδυτές δεν αναφέρονται ρητά στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του τροποποιητικού κανονισμού 2768/98 της Επιτροπής. Από το γεγονός αυτό και μόνο δεν μπορεί όμως να συναχθεί π.χ. ότι οι μικτές επιχειρήσεις αποκλείονται οπωσδήποτε από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12α του κανονισμού 136/66. Όπως δηλαδή ομολογεί και η ίδια η Επιτροπή, η απαρίθμηση των οργανισμών στον πίνακα του άρθρου 3, παράγραφος 1, του τροποποιητικού κανονισμού 2768/98 δεν είναι περιοριστική.
53. Επιπλέον, ο κανονισμός 2768/98 αποτελεί απλώς εκτελεστικό κανονισμό της Επιτροπής για την εφαρμογή κοινής οργάνωσης αγορών που είχε θεσπιστεί από το Συμβούλιο, εν προκειμένω του άρθρου 12α του κανονισμού 136/66. Ο κανονισμός αυτός του Συμβουλίου, ως βασικός κανονισμός, υπερισχύει του τροποποιητικού κανονισμού και η Επιτροπή δεν μπορεί να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής του, αν δεν έχει εξουσιοδοτηθεί ρητά προς τούτο. Ούτε το άρθρο 12α, παράγραφος 3, του κανονισμού 136/66 παρέχει καμία τέτοια εξουσιοδότηση στην Επιτροπή. Η διάταξη αυτή επιτρέπει απλώς στην Επιτροπή να προσδιορίζει το ύψος της ενίσχυσης για την ιδιωτική αποθεματοποίηση, να ρυθμίζει ορισμένες τεχνικές λεπτομέρειες, όπως είναι οι ποσότητες, οι ποιότητες και οι διάρκειες αποθεματοποίησης του ελαιολάδου, και να καθορίζει τη διαδικασία χορήγησης των ενισχύσεων. Αντίθετα, η εξουσιοδότηση για τη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων δεν καλύπτει, ούτε από την άποψη του αντικειμένου της ούτε από την άποψη του σκοπού της, τον ενδεχόμενο περιορισμό του προσωπικού πεδίου εφαρμογής του άρθρου 12α του κανονισμού 136/66.
54. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ακόμη και μια ιδιωτική επιχείρηση στην οποία μετέχουν όχι μόνον ελαιοπαραγωγοί, ελαιοτριβεία και συνεταιρισμοί, αλλά και θεσμικοί επενδυτές, μπορεί να αποτελεί οργανισμό κατά την έννοια του κανονισμού 136/66.
55. Είναι αυτονόητο ότι, για να μπορεί πράγματι να εφαρμοστεί το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66 σε μια τέτοια επιχείρηση, πρέπει να πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό: πρώτον, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση πρέπει να παρέχει «επαρκείς εγγυήσεις» και να εγκριθεί από το οικείο κράτος μέλος (34). Δεύτερον, πρέπει να υπάρχει σοβαρή διαταραχή της αγοράς και πρέπει η Επιτροπή να παράσχει την άδεια για ιδιωτική αποθεματοποίηση κατ’ εφαρμογή της διαδικασίας επιτροπολογίας του άρθρου 38 του κανονισμού 136/66. Αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, η ιδιωτική αποθεματοποίηση ελαιολάδου δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη με βάση το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66.
β) Επί του δεύτερου σκέλους του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
56. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν μια ιδιωτικού δικαίου ανώνυμη εταιρία σαν την Cecasa μπορεί να εξομοιωθεί με τις αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών ή τις ενώσεις τους, κατά την έννοια του κανονισμού 952/97.
– Ομάδες παραγωγών
57. Για να μπορεί ένας οργανισμός να θεωρηθεί ομάδα παραγωγών κατά την έννοια του κανονισμού 952/97, πρέπει να ανταποκρίνεται σε μια σειρά προϋποθέσεων, οι οποίες απαριθμούνται στα άρθρα 5 και 6 του εν λόγω κανονισμού.
58. Θεμελιώδη σημασία έχουν συναφώς οι προϋποθέσεις που τίθενται σχετικά με τον σκοπό της σύστασης μιας ομάδας παραγωγών: Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 952/97, με τη σύσταση της ομάδας παραγωγών πρέπει να επιδιώκεται ο διττός σκοπός της από κοινού προσαρμογής στις απαιτήσεις της αγοράς της παραγωγής και της προσφοράς των παραγωγών που είναι μέλη της ομάδας. Ένας φορέας σαν την Cecasa ασχολείται μεν με την πώληση ελαιολάδου και έχει ειδικότερα ως σκοπό να ρυθμίζει, με αγορές και πωλήσεις στήριξης των τιμών, την προσφορά του ελαιολάδου που παράγουν τα μέλη της, αλλά δεν επιδιώκει –καθόσον προκύπτει τουλάχιστον από τα διαθέσιμα εν προκειμένω στοιχεία– τον δεύτερο απαραίτητο στόχο, την προσαρμογή της παραγωγής ελαιολάδου στις απαιτήσεις της αγοράς. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο σκοπός για τον οποίο ιδρύεται μια εταιρία σαν την Cecasa δεν ανταποκρίνεται στις δύο προϋποθέσεις που τίθενται σωρευτικά από το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 952/97.
59. Επομένως, δεν χρειάζεται πλέον να εξεταστεί κατά πόσο μια εταιρία σαν την Cecasa μπορεί να πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις του κανονισμού 952/97. Το γεγονός και μόνον ότι δεν πληρούται η πρώτη προϋπόθεση –την οποία θέτει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄– συνεπάγεται ότι μια εταιρία σαν την Cecasa δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ομάδα παραγωγών κατά την έννοια του κανονισμού 952/97.
– Ενώσεις ομάδων παραγωγών
60. Το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 952/97 ορίζει ως ενώσεις παραγωγών τις ενώσεις που αποτελούνται από αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών και επιδιώκουν τους ίδιους στόχους με αυτές σε ευρύτερη κλίμακα.
61. Μια ένωση ομάδων παραγωγών πρέπει δηλαδή να έχει ως σκοπό, όπως και οι ομάδες παραγωγών που είναι μέλη της, την προσαρμογή της παραγωγής και της προσφοράς ελαιολάδου στις απαιτήσεις της αγοράς (άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 952/97). Το ότι μια τέτοια ένωση δεν μπορεί να περιορίζει τη δραστηριότητά της στην προσφορά και στη συνακόλουθη εμπορία ελαιολάδου απορρέει άλλωστε και από την ανάγνωση του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 952/97: κατά τη διάταξη αυτή, οι ομάδες παραγωγών και οι ενώσεις τους πρέπει να καθορίζουν και να εφαρμόζουν επίσης κοινούς κανόνες για την παραγωγή ελαιολάδου.
62. Αν μια εταιρία, όπως συμβαίνει εν προκειμένω με την Cecasa, δεν έχει κανένα τέτοιο στόχο ή καμία τέτοια δραστηριότητα σε σχέση με την παραγωγή ελαιολάδου των παραγωγών και συνεταιρισμών που είναι εταίροι της (35), η εταιρία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένωση ομάδων παραγωγών.
63. Κατά συνέπεια, υπό συνθήκες όπως αυτές της κύριας δίκης, μια εταιρία σαν την Cecasa δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως ομάδα παραγωγών ούτε ως ένωση ομάδων παραγωγών κατά την έννοια του κανονισμού 952/97. Τούτο όμως σημαίνει απλώς ότι δεν μπορεί να της δοθεί προτεραιότητα κατά τη σύναψη συμβάσεων για ιδιωτική αποθεματοποίηση (άρθρο 12α, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 136/66). Ανεξάρτητα από αυτό, η εταιρία αυτή μπορεί να ζητήσει από την αρμόδια εθνική αρχή να την εγκρίνει ως (άλλο) οργανισμό που να εμπίπτει στο άρθρο 12α, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 136/66.
γ) Συμπέρασμα σε αυτό το στάδιο της ανάλυσης
64. Η ιδιωτικού δικαίου ανώνυμη εταιρία, της οποίας ο εταιρικός σκοπός συνίσταται στην πώληση ελαιολάδου και η οποία επιδιώκει, μέσω αγορών και πωλήσεων ελαιολάδου υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, να επηρεάζει την προσφορά στην αγορά, ενδέχεται να αποτελεί οργανισμό κατά την έννοια του άρθρου 12α, παράγραφος 1, του κανονισμού 136/66, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1638/98. Η δυνατότητα αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι μέτοχοι της ανώνυμης αυτής εταιρίας είναι όχι μόνον ελαιοπαραγωγοί, ελαιοτριβεία και συνεταιρισμοί, αλλά και θεσμικοί επενδυτές. Η ανώνυμη αυτή εταιρία δεν μπορεί όμως, υπό συνθήκες όπως αυτές της κύριας δίκης, να θεωρηθεί ούτε ως ομάδα παραγωγών ούτε ως ένωση ομάδων παραγωγών κατά την έννοια του κανονισμού 952/97.
2. Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
65. Σύμφωνα με την απάντηση που πρότεινα να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, μια ανώνυμη εταιρία σαν την Cecasa ενδέχεται να μπορεί να θεωρηθεί ως οργανισμός στον οποίο έχει εφαρμογή το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66. Επομένως, πρέπει να δοθεί απάντηση και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα. Με το ερώτημα αυτό το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν η έγκριση ενός οργανισμού κατά το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66 από τις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές μπορεί να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο διαδικασίας εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού.
66. Ούτε ο κανονισμός 136/66 ούτε οι κανονισμοί 952/97 και 2768/98 καθορίζουν ποιες από τις δημόσιες αρχές των κρατών μελών είναι αρμόδιες για την έγκριση των οργανισμών στους οποίους μπορεί να επιτραπεί η σύναψη συμβάσεων ιδιωτικής αποθεματοποίησης ελαιολάδου.
67. Η απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει επομένως να στηριχθεί στην αρχή της διαδικαστικής και δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να ορίζουν τις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και να διαμορφώνουν κατά την κρίση τους τις εφαρμοστέες διαδικασίες, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι τηρούν συναφώς τις αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας (36).
68. Από την άποψη επομένως του κοινοτικού δικαίου ουδόλως απαγορεύεται να αναθέτει το κράτος μέλος στις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές του να εφαρμόζουν, στο πλαίσιο διαδικασιών σχετικών με συμπράξεις επιχειρήσεων, ακόμη και διατάξεις της γεωργικής νομοθεσίας και να παρέχουν συναφώς άδειες με βάση τη νομοθεσία αυτή. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να θεωρηθεί εύλογο, ανάλογα με την περίπτωση, να προβλέπεται μία και μόνον υπηρεσία υποβολής αιτήσεων και εξυπηρέτησης, ώστε να μην αναγκάζεται ο ενδιαφερόμενος να μεταβαίνει σε πολλές διοικητικές αρχές και να υποβάλλεται σε πολλές διοικητικές διαδικασίες (37).
69. Αν η εθνική νομοθεσία επιτρέπει στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού να αναγνωρίζουν τους οργανισμούς κατά το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66, πρέπει πάντως να διασφαλίζεται, σύμφωνα με την αρχή της αποτελεσματικότητας, ότι η δημόσια αυτή αρχή θα εφαρμόζει αποτελεσματικά και τις σχετικές διατάξεις της γεωργικής νομοθεσίας. Στην υπό κρίση περίπτωση αυτό σημαίνει ειδικότερα ότι η αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή πρέπει, κατά τη διαδικασία που εφαρμόζει, να πραγματοποιεί όλους τους αναγκαίους ελέγχους για να εξακριβώσει αν ο υπό αναγνώριση οργανισμός «παρέχει επαρκείς εγγυήσεις» κατά την έννοια του άρθρου 12α του κανονισμού 136/66.
70. Το συμπέρασμα επομένως είναι συνοπτικά το εξής:
Δεν αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο η εθνική νομοθεσία κατά την οποία η έγκριση των οργανισμών, κατά το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66, από τις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές μπορεί επίσης να πραγματοποιείται στο πλαίσιο διαδικασίας εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού, εφόσον κατά τη διαδικασία αυτή διασφαλίζονται η αποτελεσματική εφαρμογή των εφαρμοστέων διατάξεων της γεωργικής νομοθεσίας και η διεξαγωγή όλων των αναγκαίων ελέγχων.
3. Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
71. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν αντιβαίνει στο άρθρο 12α του κανονισμού 136/66 ένα σύστημα αγοράς και αποθεματοποίησης ελαιολάδου που στηρίζεται σε ιδιωτική συμφωνία και χρηματοδότηση και λειτουργεί χωρίς την άδεια της Επιτροπής.
72. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66 θέσπισε απλώς μια κοινοτική ρύθμιση ενισχύσεων για την ιδιωτική αποθεματοποίηση ελαιολάδου (38). Σκοπός δηλαδή της διάταξης αυτής δεν ήταν η περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων περιπτώσεων ιδιωτικής αποθεματοποίησης ελαιολάδου και η ρύθμισή τους, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια να απαγορεύεται οποιαδήποτε ιδιωτική αποθεματοποίηση που θα πραγματοποιούνταν εκτός του πλαισίου του άρθρου 12α. Ούτε από το γράμμα ούτε από τον σκοπό ή το ρυθμιστικό πλαίσιο της εν λόγω διάταξης μπορεί να συναχθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επιδίωκε να επιβάλει τέτοιο περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
73. Ακόμη και από την άποψη της αρχής της επικουρικότητας (άρθρο 5, παράγραφος 2, ΕΚ) πρέπει να γίνει δεκτό ότι η βούληση του κοινοτικού νομοθέτη δεν ήταν να αποκλείσει πλήρως τις αποκεντρωμένες πρωτοβουλίες που αποβλέπουν στην ιδιωτική αποθεματοποίηση. Όπως εκτέθηκε κατά την προφορική διαδικασία, οι πρωτοβουλίες αυτές αντιδρούν πιθανότατα με μεγαλύτερη ταχύτητα και ελαστικότητα στη λειτουργία της αγοράς ορισμένων κρατών μελών ή περιφερειών από ό,τι ο μηχανισμός τον οποίο καθιέρωσε σε κοινοτικό επίπεδο το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66, στο πλαίσιο του οποίου πρέπει να τηρούνται απαρέγκλιτα ορισμένες διαδικαστικές προϋποθέσεις και απαιτήσεις που προκύπτουν από τον προϋπολογισμό: οι εν λόγω πρωτοβουλίες και ο μηχανισμός αυτός μπορούν ενδεχομένως να αλληλοσυμπληρώνονται ευλόγως.
74. Κατά συνέπεια, οι ιδιωτικοί φορείς είναι καταρχήν ελεύθεροι να λαμβάνουν μέτρα ιδιωτικής αποθεματοποίησης ελαιολάδου ακόμη και εκτός του πλαισίου του άρθρου 12α του κανονισμού 136/66. Ακριβώς αυτό σχεδιάζει να πράττει εν προκειμένω και η Cecasa, η οποία χρηματοδοτεί με ιδιωτικούς πόρους το σύστημα αποθεματοποίησης που εφαρμόζει και η οποία, σύμφωνα με τις δηλώσεις όλων των μετεχόντων στην προκείμενη διαδικασία, δεν προτίθεται να ζητήσει να της καταβληθούν κοινοτικές ενισχύσεις.
75. Αν όμως η ιδιωτική αποθεματοποίηση πρόκειται να λειτουργεί, όπως στην υπό εξέταση υπόθεση, χωρίς να ζητείται η εφαρμογή της ρύθμισης περί ενισχύσεων κατά το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66, είναι φυσικό ότι δεν χρειάζεται ούτε να διαπιστωθεί η ύπαρξη διαταραχής της αγοράς, όπως προβλέπει η εν λόγω διάταξη, ούτε να έχει δοθεί άδεια της Επιτροπής κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Συγχρόνως όμως ο ενδιαφερόμενος φορέας δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66 αφενός ως έρεισμα της πρόθεσής του να προβεί σε ιδιωτική αποθεματοποίηση και αφετέρου με σκοπό να μην εφαρμοστούν στην περίπτωσή του οι γενικές ρυθμίσεις που διέπουν την αγορά ελαιολάδου. Αντίθετα, στην περίπτωση αυτή πρέπει η ιδιωτική αποθεματοποίηση να λειτουργεί με βάση τις λοιπές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και τις διατάξεις του εθνικού δικαίου που είναι συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο, ώστε να τηρούνται ειδικότερα οι εφαρμοστέοι κανόνες του ανταγωνισμού, αφού η γεωργία δεν αποτελεί χώρο στον οποίο ο ανταγωνισμός δεν έχει καμία θέση (39).
76. Το συμπέρασμα στο σημείο αυτό της ανάλυσής μου είναι επομένως το εξής:
Δεν αντιβαίνει στο άρθρο 12α του κανονισμού 136/66 ένα σύστημα αγοράς και αποθεματοποίησης ελαιολάδου που στηρίζεται σε ιδιωτική συμφωνία και χρηματοδότηση. Κατά τη λειτουργία του συστήματος αυτού πάντως πρέπει να τηρούνται οι γενικές ρυθμίσεις που ισχύουν για την αγορά ελαιολάδου, και κυρίως το εφαρμοστέο στη συγκεκριμένη περίπτωση δίκαιο του ανταγωνισμού.
4. Επί του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος
77. Με το τέταρτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές μπορούν να εφαρμόζουν το εθνικό δίκαιο του ανταγωνισμού ακόμη και σε συμφωνία μεταξύ παραγωγών, κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού 26, όταν η συμφωνία αυτή μπορεί να επηρεάσει την αγορά ελαιολάδου όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο, αλλά σε ολόκληρη την Κοινότητα.
α) Προκαταρκτική παρατήρηση ως προς τις δύο υποθέσεις εργασίας στις οποίες στηρίζεται το αιτούν δικαστήριο
78. Το αιτούν δικαστήριο στηρίζει το ερώτημά του σε δύο βασικές υποθέσεις εργασίας: πρώτον, το σύστημα αγορών και πωλήσεων στήριξης που σχεδιάζει να εφαρμόσει η Cecasa θα μπορούσε «να έχει κοινοτική διάσταση» και να επηρεάζει την αγορά ελαιολάδου σε ολόκληρη την Κοινότητα (πρώτη υπόθεση εργασίας) και, δεύτερον, το σχέδιο αυτό θα μπορούσε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 26 (δεύτερη υπόθεση εργασίας).
79. «Κοινοτική διάσταση» (πρώτη υπόθεση εργασίας) θα είχε το σύστημα που σχεδιάζει να εφαρμόσει η Cecasa, αν το σύστημα αυτό ήταν ικανό να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών (βλ. ρήτρα «διασυνοριακότητας» του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ). Από τα πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσε το Tribunal Supremo προκύπτει συναφώς ότι οι ελαιοπαραγωγοί μέτοχοι της Cecasa αντιπροσωπεύουν το 50 % έως 60 % της εθνικής ελαιοπαραγωγής της Ισπανίας, πράγμα που σημαίνει ότι η Cecasa θα μπορούσε ενδεχομένως, αν εφαρμοζόταν το σχέδιό της, να επηρεάσει άμεσα περισσότερο από το μισό της ισπανικής αγοράς ελαιολάδου. Συμπληρωματικά η Asoliva υποστηρίζει ότι η ισπανική αυτή αγορά αντιπροσωπεύει το 45 % περίπου, δηλαδή σχεδόν το μισό, της κοινοτικής αγοράς. Υπό τις συνθήκες αυτές θα μπορούσε ευλόγως να γίνει δεκτό ότι οι σχεδιαζόμενες από την Cecasa αγορές και πωλήσεις για τη στήριξη των τιμών θα μπορούν να επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό όχι μόνον την ισπανική αγορά ελαιολάδου, αλλά και ολόκληρη την κοινοτική αγορά αυτού του προϊόντος και επομένως, σε τελική ανάλυση, το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
80. Επιπλέον, το σχέδιο της Cecasa, για να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 26 (δεύτερη υπόθεση εργασίας), θα έπρεπε να αποτελεί συμφωνία, απόφαση ή πρακτική παραγωγών γεωργικών προϊόντων, ενώσεων παραγωγών ή ενώσεων των ενώσεων αυτών.
81. Η Cecasa βέβαια, όπως ανέφερα παραπάνω (40), δεν μπορεί να εξομοιωθεί άνευ ετέρου με ομάδα παραγωγών ή ένωση ομάδων παραγωγών, τουλάχιστον αν οι έννοιες αυτές ερμηνευθούν σύμφωνα με τους ορισμούς που περιλαμβάνονται στο άρθρο 5 του κανονισμού 952/97. Εντούτοις, αφού το κεφάλαιο της Cecasa ανήκει κατά το 68 % σε ελαιοπαραγωγούς, ελαιοτριβεία και συνεταιρισμούς, το σχέδιο της εταιρίας αυτής θα μπορούσε ενδεχομένως να χαρακτηριστεί ως συμφωνία ή ως απόφαση παραγωγών, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 26.
82. Σε τελική ανάλυση πάντως, για την απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα δεν είναι οπωσδήποτε αναγκαίο να εξεταστεί εξαντλητικά η ορθότητα των δύο υποθέσεων εργασίας του αιτούντος δικαστηρίου. Όπως άλλωστε θα καταδείξω στη συνέχεια, η εφαρμογή του εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού παραμένει δυνατή ακόμη και στην περίπτωση που το σχέδιο της Cecasa εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 26.
β) Εκτίμηση του προδικαστικού ερωτήματος
83. Αφετηρία για την απάντηση στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα αποτελεί το γεγονός ότι οι κοινές οργανώσεις των αγορών γεωργικών προϊόντων δεν αποτελούν χώρο στον οποίο ο ανταγωνισμός δεν έχει καμία θέση, αφού, αντίθετα, η εξασφάλιση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις αγορές γεωργικών προϊόντων συνιστά έναν από τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής (41).
84. Κατά πάγια νομολογία, το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού και το εθνικό δίκαιο του ανταγωνισμού εφαρμόζονται παράλληλα, διότι τα κριτήρια αξιολόγησης των μεθόδων περιορισμού του ανταγωνισμού τα οποία εφαρμόζουν είναι διαφορετικά. Ενώ τα άρθρα 81 EK και 82 ΕΚ απαγορεύουν τις περιοριστικές αυτές μεθόδους λόγω των εμποδίων που ενδέχεται να δημιουργούν στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, κάθε εθνική νομοθεσία για τον ανταγωνισμό στηρίζεται σε δικές της αρχές, με βάση τις οποίες και μόνον αξιολογεί τις εν λόγω μεθόδους (42). Με την απόφαση Milk Marque και National Farmers’ Union το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ρητά την ισχύ της αρχής αυτής σε σχέση και με τη γεωργική νομοθεσία, στην οποία περιλαμβάνονται οι κοινές οργανώσεις αγορών (43).
85. Η δυνατότητα εφαρμογής του εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού δεν αναιρείται από το γεγονός ότι πρόκειται για υπόθεση με διασυνοριακό χαρακτήρα ή με «κοινοτική διάσταση» (44). Αν δηλαδή η συμφωνία, η απόφαση ή η πρακτική, κατά την έννοια της ρήτρας διασυνοριακότητας του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, είναι ικανή να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι πρέπει να εφαρμοστεί αποκλειστικά το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού, χωρίς καμία δυνατότητα εφαρμογής του εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού, αλλά σημαίνει, αντίθετα, ότι πρέπει να εφαρμοστούν παράλληλα, όπως ανέφερα παραπάνω, αμφότερα τα δίκαια αυτά.
86. Η εφαρμογή του εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού δεν αποκλείεται ούτε από το γεγονός ότι τα πραγματικά περιστατικά εμπίπτουν πιθανώς στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 του κανονισμού 26. Η τελευταία αυτή διάταξη περιλαμβάνει απλώς ορισμένες ειδικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού της Κοινότητας στον τομέα της γεωργίας: Από άποψη ουσιαστικού δικαίου, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26 εξαιρεί ορισμένες συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές από την εφαρμογή της απαγόρευσης του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Από άποψη διαδικασίας, το άρθρο 2, παράγραφος 2 του κανονισμού 26, σε συνδυασμό με την παράγραφο 3, μεταβιβάζει στην Επιτροπή, μεταξύ άλλων, την αποκλειστική αρμοδιότητα να διαπιστώνει, εφόσον της υποβληθεί σχετική αίτηση, ποιες συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές καλύπτονται από την εξαίρεση που προβλέπει η παράγραφος 1 (45).
87. Αντίθετα, το άρθρο 2 του κανονισμού 26 δεν περιλαμβάνει καμία ρύθμιση για τη σχέση του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού με το εθνικό δίκαιο του ανταγωνισμού. Ειδικότερα, η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού δεν πρέπει να εκληφθεί ως τέτοια ρύθμιση. Η αποκλειστικότητα την οποία προβλέπει η εν λόγω διάταξη δεν αποτελεί κώλυμα για την εφαρμογή του εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού, αλλά απλώς καθορίζει την αρμόδια αρχή για την εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού της Κοινότητας. Σε τελική ανάλυση, το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 26 είναι συγγενές, όσον αφορά την αποκλειστικότητα την οποία προβλέπει, προς τον γενικό κανόνα περί αρμοδιότητας που έθετε το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 (46), όπως ίσχυε στις 30 Απριλίου 2004 (47).
88. Η αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του δικαίου του ανταγωνισμού της Κοινότητας δεν αποκλείει την παράλληλη εφαρμογή του εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού στην ίδια περίπτωση, στην οποία μάλιστα μπορεί να προβεί η εθνική αρχή. Αν μάλιστα, όπως εν προκειμένω, δεν διεξαχθεί καμία διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής κατά το άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 26, τότε το εθνικό δίκαιο του ανταγωνισμού μπορεί να εφαρμοστεί ακόμη και αυτοτελώς.
89. Για λόγους πληρότητας και μόνο, θα ήθελα να προσθέσω ότι η εφαρμογή του εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού στην προκείμενη περίπτωση θα αποκλειόταν αν η Cecasa αποτελούσε συγκέντρωση επιχειρήσεων κοινοτικών διαστάσεων (άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού για τον έλεγχο των συγχωνεύσεων, σε συνδυασμό με το άρθρο 21, παράγραφος 2, και το άρθρο 22, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού (48)). Τούτο βέβαια θα προϋπέθετε ότι η σύσταση της Cecasa ως κοινής επιχείρησης καλύπτεται από τον ορισμό της συγχώνευσης που δίδεται με το άρθρο 3 του κανονισμού για τον έλεγχο των συγχωνεύσεων και ότι ο κύκλος εργασιών της ανέρχεται στα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ή στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ίδιου αυτού κανονισμού, πράγμα που οφείλει να ελέγξει το αιτούν δικαστήριο στην κύρια δίκη.
γ) Οι κοινοτικές επιταγές για την εφαρμογή του εθνικού δικαίου
90. Μολονότι επομένως οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές μπορούν να εφαρμόζουν το εθνικό δίκαιο του ανταγωνισμού σε περιπτώσεις σαν την προκείμενη, δεν είναι απόλυτα ελεύθερες σε σχέση με το ουσιαστικό δίκαιο, αλλά οφείλουν, κατά πάγια νομολογία, να τηρούν ορισμένες επιταγές του κοινοτικού δικαίου, οι οποίες απορρέουν από την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου (49).
91. Στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο καθ’ ύλη πεδίο εφαρμογής τόσο του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, όσο και του εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού, οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να ενεργούν κατά παράβαση των αποφάσεων της Επιτροπής ή να δημιουργούν τον κίνδυνο αντίφασης προς τις αποφάσεις αυτές (50). Από την 1η Μαΐου 2004 έχουν επιπλέον την υποχρέωση να εφαρμόζουν το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ παράλληλα προς το εθνικό τους δίκαιο του ανταγωνισμού και η εφαρμογή του εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού δεν μπορεί να οδηγεί σε απαγόρευση των συμφωνιών, αποφάσεων ή πρακτικών που είναι νόμιμες κατά το κοινοτικό δίκαιο (άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 45, παράγραφος 2).
92. Όταν πρόκειται για γεωργικά προϊόντα, οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές είναι επιπλέον υποχρεωμένες να απέχουν από κάθε μέτρο που παρεκκλίνει από μια κοινή οργάνωση αγορών ή θίγει την οργάνωση αυτή ή εμποδίζει την εύρυθμη λειτουργία της· γενικότερα δε, δεν πρέπει να θίγουν τους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής (51).
93. Το συμπέρασμα είναι συνοπτικά το εξής:
Οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές μπορούν επίσης να εφαρμόζουν το εθνικό δίκαιο του ανταγωνισμού στις συμφωνίες μεταξύ παραγωγών, κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού 26, ακόμη και όταν η οικεία συμφωνία μπορεί να επηρεάσει την αγορά ελαιολάδου όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο, αλλά σε ολόκληρη την Κοινότητα. Κατά την εφαρμογή αυτή οι εν λόγω εθνικές αρχές πρέπει πάντως να απέχουν από κάθε ενέργεια που θα είχε ως αποτέλεσμα να αντιβαίνει η απόφασή τους στις επιταγές του κοινοτικού δικαίου στον τομέα του ανταγωνισμού ή στον τομέα της γεωργίας.
5. Επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος
94. Αν στο τέταρτο ερώτημα δοθεί η απάντηση που προτείνω, τότε πρέπει να εξεταστεί και το πέμπτο ερώτημα. Με το ερώτημα αυτό το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές μπορούν, στηριζόμενες στο εθνικό δίκαιο του ανταγωνισμού, να απαγορεύσουν ένα σύστημα αγορών και αποθεματοποίησης ελαιολάδου που στηρίζεται σε ιδιωτική συμφωνία και χρηματοδότηση, ακόμη και αν η εφαρμογή του συστήματος αυτού προβλέπεται στις περιπτώσεις «σοβαρής διαταραχής της αγοράς», σύμφωνα με το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66.
95. Με άλλα λόγια, το Tribunal Supremo θέτει το ζήτημα αν ένα σύστημα όπως το σχεδιαζόμενο από την Cecasa πρέπει, παρά τα ερωτηματικά που δημιουργεί ενδεχομένως από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού, να επιτρέπεται κατά το μέτρο τουλάχιστον κατά το οποίο αποσκοπεί στην αποτροπή σοβαρών διαταραχών της αγοράς.
96. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές οφείλουν, κατά την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού, να τηρούν τις αξιολογικές κρίσεις και τις επιταγές της κοινοτικής γεωργικής νομοθεσίας. Αν εφαρμόζεται το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού (άρθρο 81 ΕΚ και άρθρο 82 ΕΚ), τότε η γεωργική πολιτική υπερισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 32, παράγραφος 2, ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 36, πρώτο εδάφιο, ΕΚ (52), του κεφαλαίου της Συνθήκης ΕΚ που αφορά τον ανταγωνισμό. Αν αντίθετα εφαρμόζεται το εθνικό δίκαιο του ανταγωνισμού, η αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου (53) δίδει το προβάδισμα στις εκτιμήσεις της κοινής γεωργικής πολιτικής.
97. Αν δηλαδή από την κοινοτική νομοθεσία για τη γεωργία συναγόταν ότι η ιδιωτική αποθεματοποίηση επιτρέπεται πάντοτε, χωρίς καμία περαιτέρω προϋπόθεση, εφόσον τουλάχιστον επιδιώκεται η αποτροπή σοβαρής διαταραχής της αγοράς, ο κανόνας αυτός θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές ακόμη και κατά την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού.
98. Η κοινοτική νομοθεσία για τη γεωργία όμως, υπό τη μορφή που πρέπει να εφαρμοστεί στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης της κύριας δίκης, δεν περιλαμβάνει κανένα τέτοιο κανόνα. Από το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66 προκύπτει μόνον ότι η Επιτροπή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις που καθορίζονται λεπτομερέστερα στην εν λόγω διάταξη, μπορεί να εφαρμόσει ένα σύστημα ιδιωτικής αποθεματοποίησης βασιζόμενο σε κοινοτικές επιδοτήσεις. Αντίθετα, από την κοινή οργάνωση της αγοράς λιπαρών ουσιών δεν συνάγεται καμία γενικότερη προτίμηση προς την ιδιωτική αποθεματοποίηση ελαιολάδου, ούτε καν στην περίπτωση σοβαρής διαταραχής της αγοράς.
99. Όπως ανέφερα ήδη (54), όλα αυτά δεν αποκλείουν τη δυνατότητα ύπαρξης ενός ιδιωτικού, μη επιδοτούμενου συστήματος ιδιωτικής αποθεματοποίησης, ανεξάρτητου από το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66. Για τη θέσπιση όμως και τη λειτουργία του συστήματος αυτού πρέπει να τηρούνται οι κανόνες του δικαίου του ανταγωνισμού· ειδικότερα, το σύστημα αυτό δεν εξαιρείται από την εφαρμογή των εκάστοτε ισχυουσών απαγορεύσεων των συμπράξεων.
100. Αν η αρμόδια για τον ανταγωνισμό εθνική αρχή δεν ήθελε να εφαρμόσει τις ισχύουσες ρυθμίσεις του δικαίου του ανταγωνισμού σε ένα σύστημα ιδιωτικής αποθεματοποίησης ελαιολάδου που στηρίζεται σε ιδιωτική συμφωνία και χρηματοδότηση ή ήθελε να τις εφαρμόσει σε περιορισμένη κλίμακα, θα υπήρχε ο κίνδυνος να θιγεί η κοινή γεωργική πολιτική. Όπως προκύπτει συγκεκριμένα από τον κανονισμό 26, η εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού στην παραγωγή και στο εμπόριο γεωργικών προϊόντων αποτελεί ακριβώς στοιχείο της πολιτικής αυτής (55). Σε τελική ανάλυση, έτσι εκφράζεται και ο στόχος της κοινής γεωργικής πολιτικής ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση λογικών τιμών κατά την προσφορά αγαθών στους καταναλωτές (άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, ΕΚ).
101. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού, είναι δυνατό να είναι κατ’ εξαίρεση δικαιολογημένες ακόμη και πρακτικές επιχειρήσεων που περιορίζουν τον ανταγωνισμό. Για παράδειγμα, το άρθρο 81, παράγραφος 3, ΕΚ προβλέπει, σε κοινοτικό επίπεδο, ότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τις οποίες καθορίζει λεπτομερέστερα, μπορεί να κηρυχθεί ανεφάρμοστη η απαγόρευση που επιβάλλει το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Ομοίως, στην ισπανική νομοθεσία το άρθρο 3 του νόμου 16/1989 προβλέπει ορισμένες «περιπτώσεις απαλλαγής».
102. Η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών των εξαιρέσεων ή «περιπτώσεων απαλλαγής» σε σχέση με τις εφαρμοστέες απαγορεύσεις που επιβάλλει το δίκαιο του ανταγωνισμού δεν μπορεί πάντως να οδηγεί σε αποτελέσματα αντίθετα προς τις αρχές της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα της γεωργίας (56).
103. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι με τον κανονισμό 1638/98 καταργήθηκε η ισχύουσα μέχρι τότε ρύθμιση των παρεμβάσεων στην κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα των λιπαρών ουσιών, διότι ο νομοθέτης έκρινε ότι αποτελούσε κίνητρο για αύξηση της παραγωγής και έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα της αγοράς (57).
104. Επομένως, ο κοινοτικός νομοθέτης συγκεκριμενοποίησε έτσι τους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής στον τομέα των λιπαρών ουσιών κατά τρόπο ώστε η σταθερότητα των αγορών (άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, ΕΚ) και η διασφάλιση λογικών τιμών κατά την προσφορά αγαθών στους καταναλωτές (άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, ΕΚ) να επιτυγχάνονται καλύτερα –κατά το παρόν τουλάχιστον στάδιο– χωρίς κανένα καθεστώς παρέμβασης.
105. Αν τώρα επιτρεπόταν σε ιδιώτες να κρίνουν εξ ιδίας πρωτοβουλίας ότι υπάρχει σοβαρή διαταραχή της αγοράς (58) και να επηρεάζουν για τον λόγο αυτόν σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία της αγοράς –εν προκειμένω την προσφορά και την τιμή του ελαιολάδου–, αυτό θα κατέληγε, σε τελική ανάλυση, στη συγκαλυμμένη καθιέρωση ενός νέου καθεστώτος παρέμβασης –που θα χρηματοδοτούνταν έστω με ιδιωτικούς πόρους–, πράγμα που θα καταστρατηγούσε την κατάργηση από τον νομοθέτη του προηγούμενου καθεστώτος παρέμβασης.
106. Οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια δεν πρέπει να επιτρέψουν κάτι τέτοιο. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να απέχουν από κάθε μέτρο που θα μπορούσε να παρεκκλίνει από μια κοινή οργάνωση αγορών ή να θίγει την οργάνωση αυτή (59). Ακόμη και αν η κοινή αυτή οργάνωση δεν έχει ρυθμίσει πλήρως τον σχετικό τομέα, είναι ασυμβίβαστο με την οργάνωση αυτή οτιδήποτε θα μπορούσε να εμποδίσει την εύρυθμη λειτουργία της (60).
107. Το συμπέρασμα επομένως είναι συνοπτικά το εξής:
Οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές μπορούν, στηριζόμενες στο εθνικό δίκαιο του ανταγωνισμού, να απαγορεύσουν ένα σύστημα αγορών και αποθεματοποίησης ελαιολάδου που στηρίζεται σε ιδιωτική συμφωνία και χρηματοδότηση, ακόμη και αν η εφαρμογή του συστήματος αυτού προβλέπεται στις περιπτώσεις «σοβαρής διαταραχής της αγοράς», σύμφωνα με το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66.
VI – Πρόταση
108. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στα ερωτήματα του Tribunal Supremo:
1) Η ιδιωτικού δικαίου ανώνυμη εταιρία, της οποίας ο εταιρικός σκοπός συνίσταται στην πώληση ελαιολάδου και η οποία επιδιώκει, μέσω αγορών και πωλήσεων ελαιολάδου υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, να επηρεάζει την προσφορά στην αγορά, ενδέχεται να αποτελεί οργανισμό κατά την έννοια του άρθρου 12α, παράγραφος 1, του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1638/98 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998. Η δυνατότητα αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι μέτοχοι της ανώνυμης αυτής εταιρίας είναι όχι μόνον ελαιοπαραγωγοί, ελαιοτριβεία και συνεταιρισμοί, αλλά και θεσμικοί επενδυτές. Η ανώνυμη αυτή εταιρία δεν μπορεί όμως, υπό συνθήκες όπως αυτές της κύριας δίκης, να θεωρηθεί ούτε ως ομάδα παραγωγών ούτε ως ένωση ομάδων παραγωγών κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) 952/97 του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1997, για τις ομάδες παραγωγών και τις ενώσεις τους.
2) Δεν αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο η εθνική νομοθεσία κατά την οποία η έγκριση των οργανισμών, κατά το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66, από τις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές μπορεί επίσης να πραγματοποιείται στο πλαίσιο διαδικασίας εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού, εφόσον κατά τη διαδικασία αυτή διασφαλίζονται η αποτελεσματική εφαρμογή των εφαρμοστέων διατάξεων της γεωργικής νομοθεσίας και η διεξαγωγή όλων των αναγκαίων ελέγχων.
3) Δεν αντιβαίνει στο άρθρο 12α του κανονισμού 136/66 ένα σύστημα αγοράς και αποθεματοποίησης ελαιολάδου που στηρίζεται σε ιδιωτική συμφωνία και χρηματοδότηση. Κατά τη λειτουργία του συστήματος αυτού πάντως πρέπει να τηρούνται οι γενικές ρυθμίσεις που ισχύουν για την αγορά ελαιολάδου, και κυρίως το εφαρμοστέο στη συγκεκριμένη περίπτωση δίκαιο του ανταγωνισμού.
4) Οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές μπορούν επίσης να εφαρμόζουν το εθνικό δίκαιο του ανταγωνισμού στις συμφωνίες μεταξύ παραγωγών, κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού 26 του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων, ακόμη και όταν η οικεία συμφωνία μπορεί να επηρεάσει την αγορά ελαιολάδου όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο, αλλά σε ολόκληρη την Κοινότητα. Κατά την εφαρμογή αυτή οι εν λόγω εθνικές αρχές πρέπει πάντως να απέχουν από κάθε ενέργεια που θα είχε ως αποτέλεσμα να αντιβαίνει η απόφασή τους στις επιταγές του κοινοτικού δικαίου στον τομέα του ανταγωνισμού ή στον τομέα της γεωργίας.
5) Οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές μπορούν, στηριζόμενες στο εθνικό δίκαιο του ανταγωνισμού, να απαγορεύσουν ένα σύστημα αγορών και αποθεματοποίησης ελαιολάδου που στηρίζεται σε ιδιωτική συμφωνία και χρηματοδότηση, ακόμη και αν η εφαρμογή του συστήματος αυτού προβλέπεται στις περιπτώσεις «σοβαρής διαταραχής της αγοράς», σύμφωνα με το άρθρο 12α του κανονισμού 136/66.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑137/00 (Συλλογή 2003, σ. I‑7975).
3 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 35), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 49 του Συμβουλίου, της 1ης Ιουλίου 1962 (δεν υπάρχει επίσημη ελληνική μετάφραση του τελευταίου αυτού κανονισμού, διότι δεν περιλαμβανόταν στην ελληνική ειδική έκδοση).
4 – Βλ., στο παράρτημα αυτό, κλάση 15.07 της ονοματολογίας των Βρυξελλών, η οποία αφορά τα φυτικά έλαια.
5 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 2006, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων (ΕΕ L 214, σ. 7).
6 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (ΕΕ L 299, σ. 1): το χρονικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού προκύπτει από το άρθρο 200 του εν λόγω κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 204, παράγραφος 2, στοιχείο α΄.
7 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33).
8 – Εν προκειμένω κρίσιμο είναι το κείμενο της κοινής οργάνωσης αγορών στον τομέα των λιπαρών ουσιών που προκύπτει από το άρθρο 1, σημείο 8, του κανονισμού (ΕΚ) 1638/98 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για την τροποποίηση του κανονισμού 136/66 (ΕΕ L 210, σ. 32).
9 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με την κοινή οργάνωση της αγοράς ελαιολάδου και επιτραπέζιων ελιών και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 827/68 (ΕΕ L 161, σ. 97).
10 – Βλ. άρθρο 201, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1234/2007, σε συνδυασμό με το άρθρο 204, παράγραφος 2, στοιχείο α΄.
11 – ΕΕ L 142, σ. 30.
12 – Βλ. άρθρο 55, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, σε συνδυασμό με το άρθρο 56, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1257/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών (ΕΕ L 160, σ. 80).
13 – ΕΕ L 346, σ. 14.
14 – BOE αριθ. 170, της 18ης Ιουλίου 1989, σ. 22747. Ο νόμος 16/1989 έχει εν τω μεταξύ καταργηθεί και αντικατασταθεί από τον νέο νόμο 15/2007, της 3ης Ιουλίου 2007, για την προστασία του ανταγωνισμού (Ley de Defensa de la Competencia) (BOE αριθ. 159, της 4ης Ιουλίου 2007, σ. 28848). Όσον αφορά όμως τα περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, κρίσιμος εξακολουθεί να είναι ο νόμος 16/1989.
15 – Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006, C‑217/05, Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio (Συλλογή 2006, σ. I‑11987, σκέψη 7).
16 – Supuestos de autorización.
17 – Όπως προκύπτει επιπλέον από τη δικογραφία, είχε ήδη κινηθεί στις 16 Ιουνίου 2000 έρευνα στην υπόθεση αυτή από μία διοικητική υπηρεσία των αρμόδιων για τον ανταγωνισμό ισπανικών αρχών, τη λεγόμενη Subdirección General sobre Conductas Restrictivas de la Competencia.
18 – Το Tribunal de Defensa de la Competencia ασκούσε τότε ορισμένες εξουσίες διοικητικής αρχής αρμόδιας για τον ανταγωνισμό.
19 – Sala de lo Contencioso-Administrativo.
20 – Πάγια νομολογία: βλ., μεταξύ πολλών άλλων, αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑344/04, IATA και ELFAA (Συλλογή 2006, σ. I‑403, σκέψη 14), της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑11/07, Eckelkamp κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. Ι-6845, σκέψεις 27 και 28), και της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C-213/07, Μηχανική (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 32 έως 34).
21 – Τεσσαρακοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1257/1999.
22 – Βλ., για παράδειγμα, έβδομη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) 327/2001 της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 2001, σχετικά με την έγκριση σύναψης συμβάσεων ιδιωτικής αποθεματοποίησης για το ελαιόλαδο και την προκήρυξη διαγωνισμού περιορισμένης διάρκειας για τις σχετικές ενισχύσεις (ΕΕ L 48, σ. 9).
23 – Βλ., για παράδειγμα, ανακοίνωση της Επιτροπής «Κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας» (ΕΕ 2000, C 28, σ. 2), και ειδικότερα το σημείο 10· βλ., επίσης, άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) 2153/2005 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με το καθεστώς χορήγησης ενισχύσεων για την ιδιωτική αποθεματοποίηση ελαιολάδου (ΕΕ L 342, σ. 39).
24 – Βλ., επ’ αυτού, ανωτέρω σημείο 14 των προτάσεών μου.
25 – Βλ. κείμενο του άρθρου 12α, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 136/66, καθώς και, διευκρινιστικά, τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη του τροποποιητικού κανονισμού 1638/98.
26 – Δηλαδή κρατικές υπηρεσίες ή φορείς δημόσιου δικαίου ή έστω οργανισμοί που έχουν εξουσιοδοτηθεί ειδικά από κρατικές υπηρεσίες ή φορείς δημόσιου δικαίου.
27 – Αυτό συμβαίνει ειδικότερα στο ισπανικό κείμενο («organismos»), στο εσθονικό («asutused»), στο ελληνικό («οργανισμοί»), στο αγγλικό («bodies»), στα γαλλικό («organismes»), στο ιταλικό («organismi»), στο μαλτέζικο («korpi»), στο πορτογαλικό («organismos»), στο σλοβακικό («orgány»), στο φινλανδικό («elimet» ή «elinten») και στο σουηδικό («organ» ή «organen»).
28 – Αυτό ισχύει όχι μόνο για τα γερμανικά («Einrichtungen» και «Stellen»), αλλά και για τα τσεχικά («hospodářské subjekty» και «orgány»), τα δανικά («organisationer» και «organer»), τα λετονικά («organizācijas» και «iestādes»), τα λιθουανικά («istaigos» και «institucijos»), τα ουγγρικά («szervezetek[et]» και «szerve[k]»), τα ολλανδικά («organismen» και «instanties»), τα πολωνικά («instytucje» και «organy») και τα σλοβενικά («teles[a]» και «organi»).
29 – Βλ. συναφώς, την πάγια νομολογία, για παράδειγμα αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1990, C‑372/88, Cricket St. Thomas (Συλλογή 1990, σ. I‑1345, σκέψη 19), της 1ης Απριλίου 2004, C‑1/02, Borgmann (Συλλογή 2004, σ. I‑3219, σκέψη 25), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑279/06, CEPSA (Συλλογή 2008, σ. Ι-6681, σκέψη 50).
30 – Βλ. δωδέκατη αιτιολογική σκέψη του τροποποιητικού κανονισμού 1638/1998, με τον οποίο προστέθηκε στον κανονισμό 136/66 το άρθρο 12α.
31 – Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, ΕΚ και το άρθρο 98 ΕΚ, η οικονομική πολιτική των κρατών μελών και της Κοινότητας πρέπει να διέπεται από την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς: βλ., επ’ αυτού, και απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑198/01, CIF (Συλλογή 2003, σ. I‑8055, σκέψη 47).
32 – Πάγια νομολογία: βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 7ης Ιουνίου 2005, C‑17/03, VEMW κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I‑4983, σκέψη 41), και απόφαση της 7ης Ιουνίου 2007, C‑76/06 P, Britannia Alloys & Chemicals κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑4405, σκέψη 21).
33 – Σχετικά με τους σκοπούς αυτούς, βλ. και πάλι δωδέκατη αιτιολογική σκέψη του τροποποιητικού κανονισμού 1638/1998, με τον οποίο προστέθηκε στον κανονισμό 136/66 το άρθρο 12α.
34 – Επ’ αυτού, βλ. αυτά που εκθέτω κατωτέρω σε σχέση με το δεύτερο ερώτημα (σημεία 65 έως 70 των προτάσεών μου).
35 – Το ότι οι κοινοί κανόνες που διέπουν την παραγωγή μπορούν να καθορίζονται και να εφαρμόζονται μόνο σε σχέση με τους παραγωγούς ή τις οργανώσεις παραγωγών που περιλαμβάνει η οικεία ένωση είναι προφανές. Επιπλέον, αυτό καθίσταται σαφές και από το εισαγωγικό μέρος του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 952/97: «déterminer et appliquer, pour les personnes visées à l’article 5 paragraphe 1» (γαλλικό κείμενο), «decide on and apply, in respect of persons covered by Article 5(1)» (αγγλικό κείμενο) και «determinar y aplicar, para las personas mencionadas en el apartado 1 del artículo 5» (ισπανικό κείμενο). Αντίθετα, μπορεί να δημιουργήσει παρανόηση το γερμανικό κείμενο, λόγω της ασαφούς διατύπωσής του: «soweit es sich um unter Artikel 5 Absatz 1 fallende Personen handelt».
36 – Πάγια νομολογία: βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 19ης Δεκεμβρίου 1968, 13/68, Salgoi l (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 825), της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe-Zentralfinanz (Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψη 5), και της 15ης Απριλίου 2008, C‑268/06, Impact (Συλλογή 2008, σ. Ι‑2483, σκέψεις 46 έως 48).
37 – Σε κοινοτικό επίπεδο έχει πραγματωθεί η αρχή της ενιαίας υπηρεσίας εξυπηρέτησης όσον αφορά π.χ. τον έλεγχο των συγχωνεύσεων, αλλά αφορά μόνον την εξέταση ζητημάτων ανταγωνισμού: βλ. άρθρο 21 και όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ L 24, σ. 1).
38 – Δωδέκατη αιτιολογική σκέψη του τροποποιητικού κανονισμού 1638/1998, με τον οποίο προστέθηκε στον κανονισμό 136/66 το άρθρο 12α.
39 – Απόφαση Milk Marque και National Farmers’ Union (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 61).
40 – Σημεία 57 έως 63 των προτάσεών μου.
41 – Απόφαση Milk Marque και National Farmers’ Union (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψεις 57 και 61).
42 – Αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1969, 14/68, Walt Wilhelm κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1, σκέψεις 3 και 4), της 10ης Ιουλίου 1980, 253/78 και 1/79 έως 3/79, Giry und Guerlain κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 527, σκέψη 15), και της 13ης Ιουλίου 2006, C‑295/04 έως C‑298/04, Manfredi κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑6619, σκέψη 38).
43 – Απόφαση Milk Marque και National Farmers’ Union (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψεις 62 έως 67), όσον αφορά την κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων.
44 – Η υπόθεση Milk Marque και National Farmers’ Union, στην οποία το Δικαστήριο αναγνώρισε τη νομιμότητα της εφαρμογής του εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού, αφορούσε επίσης μια περίπτωση με διασυνοριακό χαρακτήρα: βλ. απόφαση Milk Marque και National Farmers’ Union (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψεις 110 έως 120).
45 – Ανεξάρτητα από την αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής να προβαίνει στις διαπιστώσεις που προβλέπει το άρθρο 2 του κανονισμού 26, τα εθνικά δικαστήρια ενδέχεται να καλούνται να εφαρμόζουν την εν λόγω διάταξη: βλ. απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1995, C‑319/93, C‑40/94 και C‑224/94, Dijkstra κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I‑4471, σκέψεις 25 έως 36).
46 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25).
47 – Άρθρο 43, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 45, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ L 1, σ. 1).
48 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 4064/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ L 395, σ. 1, όπως διορθώθηκε και δημοσιεύθηκε εκ νέου στην ΕΕ 1990, L 257, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1310/97 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997 (ΕΕ L 180, σ. 1, καθώς και διορθωτικά στην ΕΕ 1998, L 3, σ. 16, και ΕΕ 1998, L 40, σ. 17). Ο νέος κοινοτικός κανονισμός για τις συγχωνεύσεις (κανονισμός 139/2004) δεν έχει, όπως προκύπτει από το άρθρο 26, παράγραφος 2, εφαρμογή εν προκειμένω.
49 – Αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1964, 6/64, Costa κατά ENEL (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1191), CIF (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 31, σκέψη 48) και Manfredi κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 42, σκέψη 39).
50 – Απόφαση Wilhelm κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 42, σκέψεις 4 έως 8)· βλ., επίσης, αποφάσεις Giry und Guerlain κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 42, σκέψη 16), και της 14ης Δεκεμβρίου 2000, C‑344/98, Masterfoods και HB (Συλλογή 2000, σ. I‑11369, σκέψεις 51 και 52).
51 – Βλ., επί του όλου ζητήματος, αποφάσεις της 19ης Μαρτίου 1998, C-1/96, Compassion in World Farming (Συλλογή 1998, σ. I-1251, σκέψη 41), Milk Marque και National Farmers’ Union (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψεις 63, 80 και 94), και της 26ης Μαΐου 2005, C‑283/03, Kuipers (Συλλογή 2005, σ. I‑4255, σκέψη 37)· βλ., συναφώς, και εκτιθέμενα κατωτέρω σχετικά με το πέμπτο ερώτημα (σημεία 94 έως 107 των προτάσεών μου).
52 – Αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 1980, 139/79, Maizena κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 359, σκέψη 23), της 5ης Οκτωβρίου 1994, C‑280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I‑4973, σκέψη 61), και Milk Marque και National Farmers’ Union (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 81)· βλ., επίσης, απόφαση Kuipers (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 51, σκέψεις 32 και 34).
53 – Σχετικά με την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου, βλ. παρατεθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 49 νομολογία.
54 – Βλ. όσα εξέθεσα ανωτέρω σε σχέση με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα (σημεία 71 έως 76 των προτάσεών μου).
55 – Πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 26.
56 – Βλ., και πάλι, παραπάνω σημείο 96 των προτάσεών μου.
57 – Ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1638/98.
58 – Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Cecasa επιβεβαίωσε ότι προτίθεται να εξακριβώνει η ίδια πότε υπάρχει «σοβαρή διαταραχή της αγοράς», προκειμένου να θέτει σε λειτουργία, κατά το σχέδιό της, τον μηχανισμό ιδιωτικής αποθεματοποίησης και τον συνακόλουθο μηχανισμό των αγορών και πωλήσεων στήριξης των τιμών.
59 – Αποφάσεις Compassion in World Farming (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 51, σκέψη 41), Milk Marque και National Farmers’ Union (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψεις 63 και 80) και Kuipers (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 51, σκέψη 37).
60 – Αποφάσεις Compassion in World Farming (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 51, σκέψη 41) και Kuipers (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 51, σκέψη 37).
Full & Egal Universal Law Academy