ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
VERICA TRSTENJAK
της 19ης Φεβρουαρίου 2009 1(1)
Υπόθεση C‑520/07 P
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
MTU Friedrichshafen
«Αίτηση αναιρέσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Απόφαση με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση ενισχύσεως ασυμβίβαστης προς την κοινή αγορά – Άρθρο 13, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 659/1999 – Απόφαση ληφθείσα βάσει των διαθέσιμων πληροφοριακών στοιχείων – Υπόθεση – Κινητήρες σκαφών»
1. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής στρέφεται κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, Τ‑196/02, MTU Friedrichshafen κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. ΙΙ‑2889, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση). Με την ανωτέρω απόφασή του, το Πρωτοδικείο ακύρωσε εν μέρει την απόφαση 2002/898/ΕΚ της Επιτροπής, της 9ης Απριλίου 2002, σχετικά με την κρατική ενίσχυση την οποία χορήγησε η Γερμανία στην εταιρία SKL Motoren- und Systembautechnik GmbH (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
2. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή διέταξε κατ’ αρχάς την ανάκτηση ενισχύσεως ύψους 34,26 εκατομμυρίων ευρώ που καταβλήθηκε στη SKL Motoren- und Systembautechnik GmbH (στο εξής: SKL-M). Η μερική ακύρωση αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της προσβαλλόμενης αποφάσεως με το οποίο η Επιτροπή διέταξε την ανάκτηση αλληλεγγύως και εις ολόκληρον από την MTU Friedrichshafen GmbH (στο εξής: αναιρεσίβλητη) ενός μέρους της χορηγηθείσας στην SKL-M ενισχύσεως ύψους 2,71 εκατομμυρίων ευρώ.
3. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως αφορά ουσιαστικά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 13, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης (νυν άρθρου 86 ΕΚ) (2). Κατά τη διάταξη αυτή, σε περίπτωση μη συμμορφώσεως του κράτους μέλους με διαταγή παροχής πληροφοριών στο πλαίσιο διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων, η Επιτροπή λαμβάνει την απόφαση με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες.
I – Νομικό πλαίσιο
4. Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ, ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασύμβατες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές.
5. Ο κανονισμός 659/1999 ρυθμίζει τη διαδικασία που διέπει τις κρατικές ενισχύσεις. Τα άρθρα 10 έως 15 του κανονισμού αυτού ορίζουν τα της διαδικασίας σε σχέση με τις παράνομες ενισχύσεις. Κατά το άρθρο 10 του ανωτέρω κανονισμού, η Επιτροπή εξετάζει αμελλητί τις πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη παράνομων ενισχύσεων (3) και απαιτεί, εφόσον παρίσταται ανάγκη, πληροφοριακά στοιχεία από το οικείο κράτος μέλος (4). Στις περιπτώσεις όπου, παρά την υπόμνηση που μεσολάβησε, το οικείο κράτος μέλος δεν παρέχει τις ζητούμενες πληροφορίες εντός της προθεσμίας που τάσσει η Επιτροπή ή παρέχει ελλιπείς πληροφορίες, η Επιτροπή εκδίδει απόφαση με την οποία απαιτεί την παροχή των πληροφοριών αυτών (5), ορίζοντας τις πληροφορίες που ζητεί και τάσσοντας κατάλληλη προθεσμία για την υποβολή τους (6).
6. Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 659/1999, μετά από προκαταρκτική εξέταση σχετικά με το αν το κοινοποιηθέν μέτρο δημιουργεί αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσον συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, η Επιτροπή κινεί την επίσημη διαδικασία έρευνας. Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού, η Επιτροπή εκδίδει αρνητική απόφαση αν, στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας έρευνας, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση δεν συμβιβάζεται προς την κοινή αγορά. Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού αυτού, σε περίπτωση μη συμμορφώσεως του κράτους μέλους προς διαταγή παροχής πληροφοριών, η απόφαση αυτής της Επιτροπής λαμβάνεται με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες.
7. Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, σε περίπτωση αρνητικής αποφάσεως επί υποθέσεως παράνομων ενισχύσεων, η Επιτροπή αποφασίζει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ανάκτηση της ενισχύσεως από τον δικαιούχο. Η Επιτροπή δεν απαιτεί ανάκτηση της ενισχύσεως εάν τούτο αντίκειται σε κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου.
II – Τα πραγματικά περιστατικά, η προσβαλλόμενη απόφαση και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου
8. Η SKL-M είναι επιχείρηση η οποία ασχολείται με την ανάπτυξη και την κατασκευή κινητήρων για σκάφη καθώς και για τον ενεργειακό τομέα. Η SKL-M ανήκε σε έναν όμιλο ανατολικογερμανικών επιχειρήσεων ο οποίος ιδιωτικοποιήθηκε το 1994. Μετά την αποτυχία του αρχικού σχεδίου αναδιαρθρώσεως, το Bundesanstalt für vereinigungsbedingte Sonderaufgaben (στο εξής: BvS) αποφάσισε να εξακολουθήσει την αναδιάρθρωση της SKL-M με σκοπό τη μελλοντική της πώληση.
9. Η αναιρεσίβλητη είναι μια επιχείρηση η οποία κατασκευάζει μεταξύ άλλων πετρελαιοκινητήρες μεγάλης ισχύος. Με τη μεσολάβηση της BvS, η SKL-M και η αναιρεσίβλητη συνήψαν τις ακόλουθες συμβάσεις με την προοπτική να εξαγοράσει η αναιρεσίβλητη την SKL-M την 5η Νοεμβρίου 1997.
10. Με την πρώτη συμφωνία χορηγήθηκε στην αναιρεσίβλητη δικαίωμα προτιμήσεως για την εξαγορά του συνόλου των μεριδίων της SKL-M, με δυνατότητα εξαγοράς τους μέχρι την 1η Δεκεμβρίου 1999 έναντι συμβολικού τιμήματος ενός ευρώ και στη συνέχεια μέχρι τη 31η Δεκεμβρίου 2001 έναντι «ευλόγου τιμήματος».
11. Η δεύτερη σύμβαση που συνήφθη μεταξύ της SKL-M και της αναιρεσίβλητης ήταν μια σύμβαση συνεργασίας και αμοιβαίας εκμεταλλεύσεως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (wechselseitiger Lizenz- und Kooperationsvertrag, στο εξής: WLKV) που απέβλεπε στη σύσταση μιας κοινής επιχειρήσεως. Με τη σύμβαση αυτή, διατυπώθηκαν λεπτομερείς κανόνες για την από κοινού χρησιμοποίηση της διαθέσιμης τεχνογνωσίας των δύο επιχειρήσεων, καθώς και για τη μελέτη, παραγωγή και πώληση δύο νέων τύπων κινητήρων.
12. Επίσης, στις 5 Νοεμβρίου 1997, συνήφθη μεταξύ της BvS, του ομόσπονδου κράτους της Σαξονίας-Άνχαλτ και της SKL-M συμφωνία για την καταβολή ενισχύσεων αναδιαρθρώσεως προς την SKL-M.
13. Με έγγραφο της 9ης Απριλίου 1998, οι γερμανικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή τα μέτρα ενισχύσεως της BvS υπέρ της SKL-M. Δεδομένου ότι ένα τμήμα αυτών των μέτρων ενισχύσεως είχε ήδη πραγματοποιηθεί, η πράξη καταχωρίστηκε ως μη κοινοποιηθείσα ενίσχυση με αριθμό φακέλου NN 56/98. Λόγω της ανασφάλειας δικαίου σε σχέση με την εκτίμηση των μέτρων ενισχύσεων προς την SKL-M, η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε να προβεί στην εξαγορά της SKL-M. Πάντως, οι δύο επιχειρήσεις εξακολούθησαν τη συνεργασία τους στο πλαίσιο της WLKV.
14. Στις 15 Ιουνίου 2000, η αναιρεσίβλητη έκανε χρήση του προβλεπόμενου από το άρθρο 5 της WLKV δικαιώματός της. Βάσει του άρθρου αυτού, είχε το δικαίωμα, έναντι ενός εφάπαξ ποσού, να χρησιμοποιεί κατ’ αποκλειστικότητα έναντι τρίτων την τεχνογνωσία που ενέπιπτε στην WLKV. Σκοπός της εφάπαξ καταβολής ήταν να καλυφθούν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η SLK-M για την ανάπτυξη της τεχνογνωσίας. Το ύψος αυτής της εφάπαξ καταβολής προσδιορίστηκε βάσει του συμφωνηθέντος στο παράρτημα Ι της WLKV προϋπολογισμού. Ανερχόταν συνολικώς στο ποσό των 3,43 εκατομμυρίων ευρώ. Τον Ιούλιο του 2000, προσδιορίστηκε η εμπίπτουσα στο άρθρο 5 της WLKV τεχνογνωσία και τέθηκε στη διάθεση της αναιρεσίβλητης. Ως αντιστάθμισμα, η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στην SKL-M τη συμφωνηθείσα εφάπαξ καταβολή.
15. Μετά την προκαταρκτική εξέταση των πληροφοριακών στοιχείων που διαβίβασαν οι γερμανικές αρχές, η Επιτροπή έκρινε ότι τα επίδικα μέτρα γεννούσαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητά τους με την κοινή αγορά. Με έγγραφο της 8ης Αυγούστου 2000, η Επιτροπή ενημέρωσε τις γερμανικές αρχές για την απόφασή της να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας. Δημοσίευσε την απόφασή της αυτή στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (7) και κάλεσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Με την ευκαιρία αυτή, η Επιτροπή κάλεσε επίσης τις γερμανικές αρχές να διευκρινίσουν αν η αναιρεσίβλητη είχε επωφεληθεί των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στη SKL-M ή αν είχε τη δυνατότητα να το πράξει (8).
16. Την 1η Σεπτεμβρίου 2000, κινήθηκε η διαδικασία πτωχεύσεως κατά της SKL-M.
17. Στις 16 Οκτωβρίου 2000, 6 Απριλίου και 17 Οκτωβρίου 2001, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπέβαλε τις παρατηρήσεις της ως προς την απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Κανένας τρίτος ενδιαφερόμενος δεν υπέβαλε παρατηρήσεις στην Επιτροπή.
18. Με έγγραφο της 19ης Σεπτεμβρίου 2001, η Επιτροπή ζήτησε από τις γερμανικές αρχές να της παράσχουν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10 του κανονισμού 659/1999, τα αναγκαία πληροφοριακά στοιχεία για την εκτίμηση της συμβατότητας των ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί στη SKL-M. Με το έγγραφο αυτό, η Επιτροπή επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι με τα πληροφοριακά στοιχεία που είχε στη διάθεσή της δεν είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει αν μέρος των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στη SKL-M χρησιμοποιήθηκε μάλλον προς το συμφέρον της MTU παρά της SKL-M ούτε να αποδείξει αν η MTU είχε ασκήσει το δικαίωμα προτίμησης, δυνάμει του οποίου μπορούσε να αποκτήσει, έναντι συγκεκριμένου τιμήματος, την τεχνογνωσία που είχε αναπτύξει η SKL-M πριν και κατά τη διάρκεια εφαρμογής της WLKV, αλλά ούτε και αν το καταβληθέν τίμημα ανταποκρινόταν στην πραγματική ή την προβλεφθείσα εμπορική αξία της τεχνογνωσίας. Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, ελλείψει των στοιχείων αυτών, θα ελάμβανε την τελική της απόφαση βάσει των πληροφοριακών στοιχείων που είχε στην κατοχή της. Κάλεσε, επίσης, τις γερμανικές αρχές να διαβιβάσουν αντίγραφο της διαταγής παροχής πληροφοριών και στην αναιρεσίβλητη.
19. Στις 9 Νοεμβρίου 2001, η Επιτροπή υπενθύμισε στις γερμανικές αρχές ότι, αν δεν συμμορφώνονταν με τη διαταγή παροχής πληροφοριών, θα ελάμβανε την απόφασή της βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999.
20. Με έγγραφα της 23ης Ιανουαρίου, της 26ης Φεβρουαρίου και της 11ης Μαρτίου 2002, οι γερμανικές αρχές απάντησαν στη διαταγή παροχής πληροφοριών. Με έγγραφο της 5ης Μαρτίου 2002, διαβίβασαν επίσης στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις της αναιρεσίβλητης σχετικά με την απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας, ιδίως όσον αφορά τη χρησιμοποίηση της τεχνογνωσίας και το εφάπαξ ποσό που κατέβαλε η αναιρεσίβλητη στη SKL-M.
Α – Η προσβαλλόμενη απόφαση
21. Στις 9 Απριλίου 2002, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Με αυτήν διαπίστωσε ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παρά τη διαταγή παροχής πληροφοριών, δεν παρέσχε επαρκή πληροφοριακά στοιχεία προκειμένου να μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη επωφελήθηκε έμμεσα, μέσω της WLKV, από την ενίσχυση στην SKL-M. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να εκδώσει απόφαση βάσει των διαθέσιμων στοιχείων (9).
22. Το τίμημα που κατέβαλε η αναιρεσίβλητη στη SKL-M για την παραχώρηση της τεχνογνωσίας ήταν, κατά την απόφαση της Επιτροπής, 2,71 εκατομμύρια ευρώ μικρότερο από τις πραγματικές αναπτυξιακές δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε η SKL-M (10).
23. Με την 85η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η ενίσχυση στη SLK-M προς αντιστάθμισμα των απωλειών από την ανάπτυξη της τεχνογνωσίας θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μάλλον προς το συμφέρον της αναιρεσίβλητης παρά προς το συμφέρον της SKL-M.
24. Με την 86η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το να φέρει η κρατικά ελεγχόμενη επιχείρηση SKL-M τον οικονομικό κίνδυνο δεν ήταν σύμφωνο προς την αρχή του επενδυτή που ενεργεί στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, η δε συμμετοχή της αναιρεσίβλητης δεν υπήρξε προϊόν διαδικασίας αντίστοιχης προς μια ανοιχτή πρόσκληση για την υποβολή προσφορών. Εντεύθεν συνήγαγε ότι η μεταφορά της τεχνογνωσίας θα μπορούσε να εξισωθεί με μεταφορά κρατικών πόρων στην αναιρεσίβλητη ύψους έως και 2,71 εκατομμυρίων ευρώ.
25. Η Επιτροπή διαπίστωσε κατ’ αρχάς με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε με τις αιτιολογικές σκέψεις 87 και 88 ότι η Γερμανία χορήγησε ενίσχυση κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ (11). Ως εκ τούτου, η SKL-M έπρεπε να επιστρέψει ποσό ύψους 34,26 εκατομμυρίων ευρώ. Δεδομένου ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριακών στοιχείων δεν μπορούσε να αποκλειστεί ότι η αναιρεσίβλητη επωφελήθηκε από τη μεταφορά της τεχνογνωσίας, έπρεπε να ζητηθεί η επιστροφή ποσού ύψους 2,71 εκατομμυρίων ευρώ αλληλεγγύως και εις ολόκληρον από τη SKL-M και την αναιρεσίβλητη. Βάσει των συμπερασμάτων αυτών, η Επιτροπή διέταξε, με το άρθρο 3, παράγραφος 2, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τις γερμανικές αρχές να ανακτήσουν από το συνολικό ποσό των 34,26 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο έπρεπε να ανακτήσουν από τη SKL-M, ποσό ύψους 2,71 εκατομμυρίων ευρώ αλληλεγγύως και εις ολόκληρον από τη SKL-M και την αναιρεσίβλητη.
Β - Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
26. Στις 28 Ιουνίου 2002, η αναιρεσίβλητη άσκησε, βάσει του άρθρου 230 ΕΚ, προσφυγή περί ακυρώσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Με την προσφυγή της, ζήτησε να ακυρωθεί το άρθρο 3, παράγραφος 2, της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον βαθμό που η διάταξη αυτή διατάσσει να ανακτηθεί από αυτήν ως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθυνόμενης συνοφειλέτριας ποσό ύψους 2,71 εκατομμυρίων ευρώ από τη χορηγηθείσα στη SKL-M ενίσχυση. Η αναιρεσίβλητη στήριξε την προσφυγή της μεταξύ άλλων στο επιχείρημα ότι η Επιτροπή εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999.
27. Το Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την προσφυγή με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του. Το σκεπτικό της αποφάσεως του Πρωτοδικείου στηρίζεται ουσιαστικά στο γεγονός ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 της Επιτροπής δεν επιτρέπει την ανάκτηση εις βάρος μιας συγκεκριμένης επιχειρήσεως, εφόσον η μεταφορά κρατικών πόρων της οποίας επωφελήθηκε η εν λόγω επιχείρηση είναι υποθετική (12).
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
28. Η από 21 Νοεμβρίου 2007 αναίρεση της Επιτροπής περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Νοεμβρίου 2007. Στο πλαίσιο της γραπτής διαδικασίας υπέβαλαν παρατηρήσεις η αναιρεσίβλητη και η Επιτροπή. Επ’ ακροατηρίου συζήτηση δεν διεξήχθη.
29. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να εξαφανίσει καθ’ ολοκληρίαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
– να αποφανθεί οριστικώς επί της ουσίας και να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη,
– να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη τόσο στα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας όσο και στα έξοδα της πρωτοβάθμιας δίκης σε σχέση με την υπόθεση T-196/02.
30. Η αναιρεσίβλητη ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει καθ’ ολοκληρίαν την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η Επιτροπή κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 12ης Σεπτεμβρίου 2007 επί της υποθέσεως T-196/02,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Κατά τα λοιπά, εμμένει σε όλα τα αιτήματα που προέβαλε πρωτοδίκως.
IV – Επιχειρήματα των διαδίκων
31. Η αναίρεση της Επιτροπής βάλλει κατά του σκεπτικού του Πρωτοδικείου που παρατίθεται στις σκέψεις 46 επ. της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Με τη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο διαπίστωσε κατ’ αρχάς ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 δεν παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να επιβάλει, έστω αλληλεγγύως, σε συγκεκριμένη επιχείρηση την υποχρέωση να επιστέψει συγκεκριμένο μέρος του ποσού ενισχύσεως που κηρύχθηκε ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά, εφόσον η μεταφορά κρατικών πόρων της οποίας επωφελήθηκε η εν λόγω επιχείρηση είναι υποθετική.
32. Αφενός, η Επιτροπή διαπίστωσε απλώς ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριακών στοιχείων δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η αναιρεσίβλητη να επωφελήθηκε από τη μεταφορά κρατικών πόρων από τη δικαιούχο της ενισχύσεως επιχείρηση SKL-M κατά την κτήση τεχνογνωσίας υπό όρους που πρέπει να θεωρηθούν ευνοϊκοί. Τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι η επιβαλλόμενη με την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρέωση περί αλληλέγγυου και εις ολόκληρον ανακτήσεως στηρίζεται σε υποθέσεις τις οποίες τα πληροφοριακά στοιχεία που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή ούτε επιβεβαιώνουν ούτε αναιρούν (σκέψεις 47 επ. της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως).
33. Αφετέρου, οι εθνικές αρχές υποχρεούνται, βάσει της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να ανακτήσουν από την αναιρεσίβλητη το μέρος της ενισχύσεως το οποίο αδυνατεί να καταβάλει η SKL-M. Συναφώς, οι γερμανικές αρχές δεν έχουν το δικαίωμα να προβούν σε εκτίμηση της αλληλεγγύου ευθύνης. Η κατάσταση αυτή ουδόλως συνιστά αναγκαία συνέπεια της εφαρμογής της διαδικασίας που καθιερώνει η Συνθήκη ΕΚ στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Κάθε κράτος μέλος που χορήγησε την ενίσχυση, της οποίας η ανάκτηση διατάχθηκε, οφείλει, εν πάση περιπτώσει, να απαιτήσει την επιστροφή της από τους πραγματικούς δικαιούχους, υπό τον έλεγχο της Επιτροπής, χωρίς να χρειάζεται να τους μνημονεύσει ρητώς στην απόφαση περί ανακτήσεως ούτε, κατά μείζονα λόγο, να διευκρινίσει το ύψος των ποσών που πρέπει να επιστρέψει κάθε δικαιούχος (σκέψεις 49 επ. της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως).
Α – Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως
34. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή προσάπτει κατ’ ουσίαν στο Πρωτοδικείο ότι εσφαλμένως έκρινε, με τις σκέψεις 49 επ. της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο προσδιορισμός του δικαιούχου μιας ενισχύσεως δεν μπορεί, κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 659/1999, να γίνει βάσει των διαθέσιμων πληροφοριακών στοιχείων. Μια τόσο συσταλτική ερμηνεία της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να συναχθεί από τη γραμματική διατύπωσή της. Περαιτέρω, η αποτελεσματικότητα του κοινοτικού ελέγχου των ενισχύσεων επιβάλλει τον προσδιορισμό του δικαιούχου της ενισχύσεως βάσει των διαθέσιμων πληροφοριακών στοιχείων. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται σε κάθε περίπτωση να μνημονεύει τον δικαιούχο των ενισχύσεων στο πλαίσιο αρνητικής αποφάσεως που εκδίδει δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να το πράξει αν κάποιο κράτος μέλος δεν συνεργάζεται μαζί της.
35. Κατά την αναιρεσίβλητη, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι άνευ αντικειμένου. Κατά την άποψή της, το Πρωτοδικείο δεν προέβη στη διαπίστωση την οποία αμφισβητεί η Επιτροπή. Το Πρωτοδικείο απλώς διαπίστωσε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της σε σχέση με τα πλεονεκτήματα που έλαβε η αναιρεσίβλητη μόνο σε μια υπόθεση. Το Πρωτοδικείο επισήμανε, χάριν διευκρινίσεως και μόνον, ότι ο πραγματικός δικαιούχος των ενισχύσεων δεν πρέπει υποχρεωτικά να μνημονεύεται στην απόφαση της Επιτροπής.
36. Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώθηκε για τον λόγο ότι η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της περί ανακτήσεως της ενισχύσεως εις βάρος της αναιρεσίβλητης σε μια υπόθεση.
37. Κατά τα λοιπά, ο λόγος αναιρέσεως είναι και αβάσιμος. Η Επιτροπή δεν μπορεί να στηρίζει αποφάσεις περί ανακτήσεως ενισχύσεων σε υποθέσεις. Είτε πρέπει να ερευνά περαιτέρω τα πραγματικά περιστατικά στο πλαίσιο επίσημης διαδικασίας έρευνας είτε να προσδιορίζει τον δικαιούχο, στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακτήσεως των ενισχύσεων, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη.
Β – Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως
38. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο, πρώτον, ότι παρανόησε, με τις σκέψεις 46 επ. της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, τις απαιτήσεις που, βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, πρέπει να πληροί μια απόφαση η οποία λαμβάνεται βάσει των διαθέσιμων πληροφοριακών στοιχείων. Η Επιτροπή μπορεί, αφού επιχειρήσει επί ματαίω να λάβει πληροφοριακά στοιχεία, να στηρίξει την απόφασή της στα πραγματικά περιστατικά που έχει υπόψη της. Συναφώς, δεν μπορεί να απαιτηθεί απόλυτη βεβαιότητα. Ειδάλλως, το άρθρο 13, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 659/1999 θα καθίστατο κενό περιεχομένου.
39. Δεύτερον, είναι ανακριβής η διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε σε μια υπόθεση. Η αιτίαση αυτή προβάλλεται παραδεκτώς, διότι αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό πραγματικών περιστατικών και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ελέγχου στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας. Η αιτίαση αυτή είναι επίσης βάσιμη, δεδομένου ότι η Επιτροπή εξέθεσε και εκτίμησε αναλυτικά τα διαθέσιμα πληροφοριακά στοιχεία, ιδίως αυτά που παρέσχε ο σύνδικος της πτωχεύσεως της SKL-M. Η αβεβαιότητα που εξακολούθησε να υπάρχει αφορούσε μόνον την αγοραία αξία της τεχνογνωσίας που έλαβε η αναιρεσίβλητη.
40. Η αναιρεσίβλητη φρονεί ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η Επιτροπή θέτει κατ’ ουσίαν ένα ζήτημα που ανάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Οι περαιτέρω αναπτύξεις της Επιτροπής είναι γενικής φύσεως και άσχετες προς την υπό κρίση υπόθεση. Κατά τα λοιπά, ο λόγος αναιρέσεως είναι και αβάσιμος. Κατά την άποψή της, η Επιτροπή δεν μπορεί να στηρίζει δυσμενή απόφαση σε μια υπόθεση. Ωστόσο, αυτό ακριβώς έπραξε η Επιτροπή τόσο σε σχέση με την ύπαρξη πλεονεκτήματος υπέρ της αναιρεσίβλητης όσο και σε σχέση με το ύψος του πλεονεκτήματος.
V – Νομική εκτίμηση
41. Στη συνέχεια, θα εξετάσω κατ’ αρχάς τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως (A) και, κατόπιν, τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (B). Η σειρά αυτή αντιστοιχεί στη δομή της αποφάσεως, δεδομένου ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως βάλλει κατά των σκέψεων 46 έως 48 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ο δε πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά των σκέψεων 49 επ. της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Φρονώ επίσης ότι αυτή είναι η ενδεδειγμένη σειρά και για τον λόγο ότι το σκεπτικό που παραθέτει το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 49 επ. της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως αποτελούν, κατά την άποψή μου, απλώς εκτιμήσεις επικουρικού χαρακτήρα.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως
42. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περιλαμβάνει δύο αιτιάσεις: η πρώτη αιτίαση στρέφεται κατά της ερμηνείας του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, η δεύτερη αιτίαση κατά της διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε απλώς σε μια υπόθεση. Αμφότερες οι αιτιάσεις πρέπει, κατά την άποψή μου, να απορριφθούν.
1. Επί της ερμηνείας του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999
43. Δεν μπορώ να αντιληφθώ κάποια πλάνη περί το δίκαιο σε σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο. Το Πρωτοδικείο ορθώς επισήμανε ότι η απόφαση περί ανακτήσεως που εκδίδεται εις βάρος συγκεκριμένης επιχειρήσεως, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη το άρθρο 13, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 659/1999 καθώς και στην περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αυτό τάσσει, δεν μπορεί να στηρίζεται απλώς στην υπόθεση ότι η εμπλεκόμενη επιχείρηση έτυχε κάποιου πλεονεκτήματος.
44. Κατ’ αρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 659/1999 πρέπει να ερμηνευθεί λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων και των επιταγών που τάσσει το πρωτογενές δίκαιο σε σχέση με τις αποφάσεις που λαμβάνει η Επιτροπή στο πλαίσιο διαδικασίας ελέγχου κρατικών ενισχύσεων. Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ, προϋπόθεση για την έκδοση αποφάσεως περί ανακτήσεως εις βάρος συγκεκριμένης επιχειρήσεως είναι να έχουν χορηγηθεί στην εμπλεκόμενη επιχείρηση ενισχύσεις από κάποιο κράτος ή με κρατικούς πόρους οι οποίες να νοθεύουν ή να απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως της εμπλεκόμενης επιχειρήσεως και να επηρεάζουν δυσμενώς τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές. Από τη συνολική εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ συνάγεται ότι πρέπει να διαπιστώνεται θετικά η ύπαρξη ευνοϊκής μεταχειρίσεως της εμπλεκόμενης επιχειρήσεως, ενώ σε σχέση με τη νόθευση του ανταγωνισμού αρκεί η διαπίστωση ότι υπάρχει απειλή να συμβεί κάτι τέτοιο.
45. Συνεπώς, φρονώ ότι, από απόψεως πρωτογενούς δικαίου, επιβάλλεται η Επιτροπή να προβαίνει, τουλάχιστον με τις νομικές εκτιμήσεις της, στη θετική διαπίστωση ότι υπάρχει ευνοϊκή μεταχείριση μιας επιχειρήσεως, εφόσον προτίθεται να εκδώσει απόφαση περί ανακτήσεως εις βάρος της επιχειρήσεως αυτής. Το ότι αυτή η επιταγή του πρωτογενούς δικαίου δεν τίθεται εν αμφιβόλω με τη ρύθμιση του άρθρου 13, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 659/1999 συνάγεται, κατά την άποψή μου, από το γεγονός ότι ο κανονισμός αυτός είναι εκτελεστικός κατά την έννοια του άρθρου 89 ΕΚ.
46. Περαιτέρω, από τη ρύθμιση του άρθρου 13, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 659/1999 δεν συνάγεται ότι η Επιτροπή μπορεί να στηρίξει μια απόφαση περί ανακτήσεως, στην περίπτωση που δεν συνεργάζεται ένα κράτος μέλος, στην υπόθεση περί ευνοϊκής μεταχειρίσεως της εμπλεκόμενης επιχειρήσεως.
47. Με τη ρύθμιση του άρθρου 13, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 659/1999, ο κοινοτικός νομοθέτης επανέλαβε την πάγια νομολογία βάσει της οποίας η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει την απόφασή της στηριζόμενη στα διαθέσιμα πληροφοριακά στοιχεία, αν ένα κράτος μέλος παρέλειψε να συμμορφωθεί με τη διαταγή της περί παροχής πληροφοριών (13). Με τη ρύθμιση αυτή, παρέχεται στην Επιτροπή ένα ακόμη μέσο προκειμένου να αντλήσει τις απαιτούμενες πληροφορίες και για τη λήψη αποφάσεων που αφορούν παράνομες ενισχύσεις, στην περίπτωση που κάποιο κράτος μέλος αρνείται τη συνεργασία του προκειμένου να εμποδίσει ή να παρεμβάλει προσκόμματα στην έκδοση αποφάσεως (14).
48. Φρονώ ότι η ρύθμιση αυτή ρυθμίζει κατ’ αρχάς την έκταση κατά την οποία πρέπει η Επιτροπή να διερευνά τα πραγματικά περιστατικά. Με τη διάταξη αυτή εξισορροπείται η αρχή της ακροάσεως με το συμφέρον της Επιτροπής να μπορέσει να λάβει μέτρα όσο το δυνατόν ταχύτερα κατά ενισχύσεων που είναι αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο. Κατ’ αρχήν, στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, η Επιτροπή υποχρεούται, βάσει της αρχής της ακροάσεως, να καλέσει το εμπλεκόμενο κράτος μέλος να προσκομίσει το σύνολο των απαιτούμενων πληροφοριακών στοιχείων (15). Εντούτοις, αν το αίτημα αυτό της Επιτροπής δεν βρει ανταπόκριση, τότε η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει την απόφασή της στηριζόμενη στα διαθέσιμα πληροφοριακά στοιχεία.
49. Η διάταξη αυτή επηρεάζει τον δικαστικό έλεγχο των αποφάσεων της Επιτροπής. Αν το εμπλεκόμενο κράτος μέλος δεν αντικρούσει τα στοιχεία της Επιτροπής σε σχέση με την ύπαρξη ενισχύσεως, παρά το γεγονός ότι του απηύθυνε αντίστοιχη διαταγή παροχής πληροφοριών, τότε δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι στηρίχθηκε στα στοιχεία αυτά, έστω και αν έχουν αποσπασματικό ή ατελή χαρακτήρα (16). Συνεπώς, το άρθρο 13, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 659/1999 ρυθμίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Επιτροπή μπορεί να θεωρήσει ένα γεγονός ως αποδεδειγμένο βάσει των ενδεχομένως ελλιπών πληροφοριακών στοιχείων που έχει στη διάθεσή της (17).
50. Αντιθέτως, ούτε από τη γραμματική διατύπωση της διατάξεως αυτής («η απόφαση αυτή λαμβάνεται με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες») ούτε από τη νομολογία (18) που απηχεί η διάταξη αυτή μπορώ να συναγάγω ότι η Επιτροπή μπορεί να υποθέσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ σε περίπτωση που δεν ανταποκριθεί στη διαταγή της περί παροχής πληροφοριών. Συνεπώς, το άρθρο 13, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 659/1999 δεν απαλλάσσει την Επιτροπή από την υποχρέωση να προβεί σε θετική διαπίστωση ότι υπάρχει ευνοϊκή μεταχείριση, να στηρίξει αυτήν τη νομική εκτίμηση σε πραγματικά περιστατικά και να διαπιστώσει ότι συντρέχουν τα αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά. Η διάταξη αυτή απλώς μειώνει τον βαθμό αποδεικτικής ισχύος που πρέπει να υπάρχει προκειμένου να μπορέσει η Επιτροπή να θεωρήσει ότι συντρέχουν οι περιστάσεις επί των οποίων στηρίζει τις εκτιμήσεις της (19).
51. Αυτή η ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 659/1999 δεν συνεπάγεται, εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, τον υπέρμετρο περιορισμό της απαγορεύσεως των κρατικών ενισχύσεων. Όπως προελέχθη, δεν απαιτείται από την Επιτροπή, ως βαθμός αποδεικτικής ισχύος, να έχει «εκατό τοις εκατό βεβαιότητα» ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Αντιθέτως, σε περίπτωση λήψεως αποφάσεως βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών γίνεται αποδεκτό ότι η Επιτροπή ενδεχομένως να μη διαθέτει όλα τα στοιχεία τα οποία θα ήσαν ενδεχομένως κρίσιμα για την εκτίμηση των οικείων κρατικών μέτρων.
52. Εντούτοις, αν η Επιτροπή δεν μπορεί, βάσει των στοιχείων που διαθέτει, να διαπιστώσει ότι υπάρχει ευνοϊκή μεταχείριση μιας επιχειρήσεως, δεν μπορεί να στηρίξει την απόφαση περί ανακτήσεως της ενισχύσεως από την επιχείρηση αυτή στηριζόμενη σε μια απλή υπόθεση. Όπως ορθώς διέλαβε το Πρωτοδικείο στην επικουρική εκτίμηση που παραθέτει στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, οι αρχές των κρατών μελών δεσμεύονται από την απόφαση περί ανακτήσεως. Συνεπώς, υποχρεούνται να απαιτήσουν την επιστροφή του επιτασσόμενου ποσού αλληλεγγύως από την (πτωχεύσασα) SKL-M και την αναιρεσίβλητη, χωρίς να μπορούν να λάβουν υπόψη τους το ότι η Επιτροπή απλώς υπέθεσε ότι υπάρχει ευνοϊκή μεταχείριση της αναιρεσίβλητης (20).
53. Όπως ορθώς επισήμανε το Πρωτοδικείο, η Επιτροπή μπορεί αντ’ αυτού –τουλάχιστον στην υπό κρίση υπόθεση– να προσδιορίσει τον πραγματικό δικαιούχο και το ύψος της ενισχύσεως που πρέπει να ανακτηθεί από αυτόν στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακτήσεως της ενισχύσεως σε συνεργασία με το κράτος μέλος το οποίο είναι υποχρεωμένο να την παράσχει (21).
54. Εν κατακλείδι, φρονώ ότι η Επιτροπή δεν μπορεί, βάσει των προαναφερθεισών εκτιμήσεων, να στηρίξει μια απόφαση περί ανακτήσεως, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 13, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 659/1999, σε μια απλή υπόθεση. Συνεπώς, ορθώς το Πρωτοδικείο ερμήνευσε το άρθρο 13, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 659/1999 με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του.
2. Επί της διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε απλώς σε μια υπόθεση
55. Η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι εσφαλμένως διαπίστωσε ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή της, σε μια υπόθεση. Αντιθέτως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η μεταφορά της τεχνογνωσίας υπό συνθήκες που δεν απηχούν τα ισχύοντα στην αγορά αποτελεί ευνοϊκή μεταχείριση της αναιρεσίβλητης.
56. Φρονώ ότι η αιτίαση αυτή προβάλλεται παραδεκτώς. Βεβαίως, η διαπίστωση πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο δεν εξετάζεται κατ’ αρχήν αναιρετικά. Εντούτοις, τα νομικά σφάλματα περιλαμβάνουν τόσο τα σφάλματα σε σχέση με την ερμηνεία ενός κανόνα δικαίου όσο και τα σφάλματα σε σχέση με τη νομική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών βάσει ενός κανόνα δικαίου (22). Συνεπώς, στον βαθμό κατά τον οποίον η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι εκτίμησε εσφαλμένα ως υπόθεση το (μη εριζόμενο) περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, φρονώ ότι η αιτίαση αυτή προβάλλεται παραδεκτώς.
57. Εντούτοις, η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη. Το Πρωτοδικείο ορθώς διαπίστωσε ότι η Επιτροπή υπέθεσε απλώς και δεν διαπίστωσε θετικώς ότι υπήρξε μεταφορά κρατικών πόρων προς την αναιρεσίβλητη.
58. Η Επιτροπή διαπίστωσε με την 85η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλόμενης αποφάσεώς της ότι η επίμαχη ενίσχυση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μάλλον προς το συμφέρον της αναιρεσίβλητης αντί προς το συμφέρον της SKL-M. Με την 86η αιτιολογική σκέψη της, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η μεταφορά τεχνογνωσίας θα μπορούσε να εξομοιωθεί με μεταφορά κρατικών πόρων προς την αναιρεσίβλητη ύψους έως και 2,71 εκατομμυρίων ευρώ. Ούτε από την εκτίμηση που παραθέτει η Επιτροπή στην 87η αιτιολογική σκέψη της αποφάσεώς της ότι η Γερμανία χορήγησε την επίμαχη ενίσχυση κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ μπορεί να συναχθεί κάποια έμμεση διαπίστωση σχετικά με την ευνοϊκή μεταχείριση της αναιρεσίβλητης. Πράγματι, με την 88η αιτιολογική σκέψη, η Επιτροπή επανέλαβε ότι η μεταφορά κρατικών πόρων δεν μπορεί να αποκλειστεί. Συνεπώς, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η ευνοϊκή μεταχείριση της αναιρεσίβλητης αποτελεί απλή υπόθεση.
59. Η επιχειρηματολογία της Επιτροπής στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας ότι η εκτίμησή της σε σχέση με το ύψος του πλεονεκτήματος δεν στηρίχθηκε ή δεν στηρίχθηκε μόνο σε μια υπόθεση δεν βρίσκει συνεπώς έρεισμα στην προσβαλλόμενη απόφαση. Αντιθέτως, η Επιτροπή διατύπωσε μια απλή υπόθεση ως προς τη μεταφορά κρατικών πόρων και, ως εκ τούτου, άφησε κατ’ ουσίαν ανοιχτό το ζήτημα αν υπάρχει ευνοϊκή μεταχείριση.
60. Συνεπώς, ορθώς το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε, σε σχέση με την ευνοϊκή μεταχείριση της αναιρεσίβλητης, απλώς σε μια υπόθεση.
61. Τα επιχειρήματα τα οποία προτάσσει η Επιτροπή προκειμένου να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους στην υπό κρίση υπόθεση δεν έπρεπε να προβεί σε θετική διαπίστωση ως προς την ευνοϊκή μεταχείριση της αναιρεσίβλητης καθώς και οι λόγοι που επικαλείται η αναιρεσίβλητη προκειμένου να εξηγήσει γιατί η Επιτροπή δεν έπρεπε να προβεί σε μια τέτοια διαπίστωση είναι άνευ σημασίας για την παρούσα αναιρετική διαδικασία. Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο δεν έχει την εξουσία να υποκαταστήσει την αιτιολογία της Επιτροπής με τη δική του αιτιολογία (23), σημασία έχει μόνον η αιτιολογία την οποία πράγματι παρέθεσε η Επιτροπή στην απόφασή της, όχι όμως η αιτιολογία την οποία θα μπορούσε να παραθέσει η Επιτροπή.
3. Το μέχρι τούδε συναγόμενο συμπέρασμα
62. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Β – Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως
63. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλλει ότι η διαπίστωση που παραθέτει το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 49 επ. της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, κατά την οποία ο προσδιορισμός του δικαιούχου μιας ενισχύσεως δεν μπορεί να στηρίζεται, βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 659/1999, στις διαθέσιμες πληροφορίες, είναι εσφαλμένη.
64. Αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι άνευ αντικειμένου. Το Δικαστήριο πρέπει να επικυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι το Πρωτοδικείο ορθώς ακύρωσε εν μέρει την προσβαλλόμενη απόφαση για τους ανωτέρω λόγους. Η Επιτροπή δεν έπρεπε να στηρίξει την απόφασή της που ήταν δυσμενής για την αναιρεσίβλητη σε μια υπόθεση (24).
65. Κατά τα λοιπά, αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει, κατά την άποψή μου, να απορριφθεί και για τον λόγο ότι πλήττει μια διαπίστωση στην οποία δεν προέβη το Πρωτοδικείο. Εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, το Πρωτοδικείο δεν διαπίστωσε με τις σκέψεις 49 και 50 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο προσδιορισμός του δικαιούχου μιας ενισχύσεως αποκλείεται κατ’ αρχήν βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών.
66. Με τη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να στηρίξει μια απόφαση περί ανακτήσεως κρατικής ενισχύσεως εις βάρος συγκεκριμένης επιχειρήσεως στην καθ’ υπόθεση μεταφορά κρατικών πόρων προς την επιχείρηση αυτή. Με την επικουρική αιτιολογία που παραθέτει στις σκέψεις 49 επ. της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι μια απόφαση περί ανακτήσεως, ακόμη και στην περίπτωση που στηρίζεται απλώς σε υπόθεση, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από τις εθνικές αρχές, και, ως εκ τούτου, οι αρχές αυτές είχαν την υποχρέωση, στην περίπτωση της παύσεως των πληρωμών της SKL-M, να ανακτήσουν το επιτασσόμενο μέρος της ενισχύσεως από την αναιρεσίβλητη. Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι κανόνες του πρωτογενούς δικαίου σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις δεν απαιτούν σε κάθε περίπτωση να μνημονεύει η απόφαση περί ανακτήσεως τον δικαιούχο ή το ύψος του ποσού της ενισχύσεως.
67. Από τις εκτιμήσεις αυτές αδυνατώ να εντοπίσω τη βαλλόμενη από την Επιτροπή διαπίστωση ότι η δυνατότητα εκδόσεως αποφάσεως βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών, κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 659/1999, δεν μπορεί κατ’ αρχήν να χρησιμοποιηθεί στον προσδιορισμό του δικαιούχου της ενισχύσεως ή του υπόχρεου να επιστρέψει το ποσό της ενισχύσεως.
68. Βάσει των ανωτέρω, τίθεται το ερώτημα ποια πρέπει να είναι η δικονομική τύχη ενός λόγου αναιρέσεως ο οποίος πλήττει ως εσφαλμένη μια διαπίστωση στην οποία δεν έχει προβεί το Πρωτοδικείο.
69. Η αναιρεσίβλητη ζητεί να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως ως αλυσιτελής. Υπέρ της απόψεως αυτής στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να συνηγορεί το γεγονός ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως βάλλει κατά μιας αιτιολογίας επί της οποίας δεν στηρίζεται στην πραγματικότητα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Εντούτοις, φρονώ ότι ένας λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορρίπτεται ως αλυσιτελής μόνο στην περίπτωση που δεν υφίσταται έννομο συμφέρον προς εξέτασή του εκ του λόγου ότι ακόμη και αν ήταν βάσιμος δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στην εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Το γεγονός ότι ο αναιρεσείων στηρίζεται επί εσφαλμένης βάσεως ουδόλως θίγει το έννομο συμφέρον του καθ’ εαυτόν προς εξέταση του λόγου αναιρέσεως. Αντιθέτως, το ζήτημα αν το Πρωτοδικείο προέβη ή όχι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στη διαπίστωση κατά της οποίας βάλλει ο αναιρεσίβλητος αφορά το βάσιμο του λόγου αναιρέσεως (25).
70. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, για τους λόγους που παραθέτω στο σημείο 64 των παρουσών προτάσεων, κατά τα λοιπά δε ως αβάσιμος για τους λόγους που παραθέτω στα σημεία 65 έως 69 των ανά χείρας προτάσεων.
Το μέχρι τούδε συναγόμενο συμπέρασμα
71. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν.
VI – Δικαστικά έξοδα
72. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία βάσει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η αναιρεσίβλητη υπέβαλε τέτοιο αίτημα και η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
VII – Πρόταση
73. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 83, σ. 1.
3 – Άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999.
4 – Άρθρο 10, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 659/1999.
5 – Άρθρο 10, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 659/1999.
6 – Άρθρο 10, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 659/1999.
7 – ΕΕ 2001, C 27, σ. 5.
8 – Σημείο 103 της αποφάσεως για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας.
9 – 77η και 78η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
10 – 81η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
11 – Η Επιτροπή έκρινε ότι η ενίσχυση στη SKL-M δεν ήταν σύμφωνη με τις τότε ισχύουσες κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (ΕΕ 1994, C 368, σ. 12).
12 – Σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
13 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-307, σκέψη 22), της 21ης Μαρτίου 1991, C-303/88, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-1433, σκέψη 47), της 13ης Απριλίου 1994, C-324/90 και C-342/90, Γερμανία και Pleuger Worthington κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-1173, σκέψη 29).
14 – Βλ. Sinnaeve, A., σε Heidenhain, M., Handbuch des Europäischen Beihilfenrechts, Beck, 2003, § 34, σημείο 6.
15 – Απόφαση Γερμανία και Pleuger Worthington κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 29).
16 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-241/94, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-4551, σκέψεις 36 και 37), και της 13ης Ιουνίου 2002, C-382/99, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-5163, σκέψη 76)· απόφαση του Πρωτοδικείου της 19ης Οκτωβρίου 2005, T-318/00, Freistaat Thüringen κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II-4179, σκέψη 88).
17 – Συνεπώς, η ρύθμιση επηρεάζει τον βαθμό αποδεικτικής ισχύος. Κατά τον Sinnaeve, A., υποσημείωση 14, § 34, σημείο 6, η διάταξη αυτή καθιστά ευχερέστερη την αποδεικτική διαδικασία. Βλ. Keppenne, J.-P., «Une vue d’ensemble des règles de procédure de l’article 88 CE et commentaires sur leur application depuis l’entrée en vigueur du règlement 659/1999», European competition law, 2001, σ. 205 επ., 234, ο οποίος πάντως θεωρεί ότι η ρύθμιση αυτή αντιστρέφει το βάρος της αποδείξεως.
18 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις Γαλλία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψη 22), Ιταλία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψη 47), Γερμανία και Pleuger Worthington κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψη 29).
19 – Στο ίδιο πνεύμα και ο Sinnaeve, A., υποσημείωση 14, § 34, υποσημείωση 15 του σημείου 6, ο οποίος επισημαίνει ότι και στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή υποχρεούται να αιτιολογεί την απόφασή της, έστω και αν είναι λιγότερο αυστηρές οι απαιτήσεις που πρέπει να πληροί η αιτιολογία αυτή.
20 – Σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
21 – Σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
22 – Βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-1981, σκέψη 49). Βλ. συναφώς επίσης το σημείο 3, των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Van Gerven της 26ης Ιουνίου 1991 επί της υποθέσεως Costacurta κατά Επιτροπής (απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-145/90 P, Συλλογή 1991, σ. I-5449).
23 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Ιανουαρίου 2000, C-164/98 P, DIR International Film κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-447, σκέψεις 44 έως 48).
24 – Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 2001, C-302/99 P και C-308/99 P, Επιτροπή και Γαλλία κατά TF1 (Συλλογή 2001, σ. I-5603, σκέψεις 26 έως 29).
25 – Στο ίδιο πνεύμα και η διάταξη του Δικαστηρίου της 6ης Μαρτίου 1997, C‑150/96 P, Galtieri κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1997, σ. I-1229, σκέψεις 15 επ.).
Full & Egal Universal Law Academy