ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 17ης Φεβρουαρίου 2009 (1)
Υπόθεση C‑560/07
Balbiino AS
κατά
EV Põllumajandusministeerium
και
Maksu- ja Tolliameti Põhja maksu- ja tollikeskus
[αίτηση του Tallinna Halduskohus (Εσθονία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προσχώρηση της Εσθονίας – Μεταβατικά μέτρα – Γεωργικά προϊόντα – Έλλειψη μεταφράσεως κανονισμού στη γλώσσα κράτους μέλους – Επιβάρυνση των πλεοναζόντων αποθεμάτων»
I – Εισαγωγή
1. Το Tallinna Halduskohus (διοικητικό πρωτοδικείο του Tallin) υπέβαλε στο Δικαστήριο έξι προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με τα μεταβατικά μέτρα που ελήφθησαν προκειμένου να διευκολυνθεί η προσχώρηση δέκα νέων κρατών μελών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την 1η Μαΐου 2004.
2. Τα ερωτήματα αφορούν τρεις κοινοτικούς κανονισμούς που σκοπούν να παρακινήσουν τους εθνικούς επιχειρηματίες να αποφύγουν τη συσσώρευση πλεοναζόντων αποθεμάτων γεωργικών προϊόντων, λόγω των στρεβλωτικών συνεπειών που τα αποθέματα αυτά θα μπορούσαν να έχουν για την κοινή οργάνωση των αγορών. Εν ολίγοις, οι περιοριστικοί αυτοί μηχανισμοί συνίστανται στην επιβολή επιβαρύνσεως επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων που δημιουργούνται εντός των νέων κρατών μελών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στην εξάλειψη των αποθεμάτων αυτών (ζάχαρη, ισογλυκόζη και φρουκτόζη).
3. Στο πλαίσιο των προσχωρήσεων του 1994, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί παρεμφερών μέτρων, τα οποία προέβλεπαν ομοίως επιβάρυνση επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων γεωργικών προϊόντων (2). Με την απόφαση Weidacher (3) επιβεβαίωσε την αρμοδιότητα της Επιτροπής για την έκδοση του κανονισμού αυτού, αφού διαπίστωσε ότι τα κοινοτικά θεσμικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όταν πρόκειται για τη λήψη μέτρων προς υλοποίηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και ότι κανένα στοιχείο δεν επηρεάζει το κύρος του κανονισμού από πλευράς των αρχών της αναλογικότητας ή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
4. Μέχρι σήμερα, η απόφαση Weidacher συνιστά μεν το μοναδικό προηγούμενο στον τομέα αυτόν, αλλά δεν πρόκειται να είναι το τελευταίο. Παράλληλα προς την υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, έξι από τα δέκα νέα κράτη μέλη προσέβαλαν, ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τους τρεις ως άνω κανονισμούς και μια απόφαση της Επιτροπής. Η εκδίκαση των προσφυγών εκκρεμεί (4).
II – Το νομικό πλαίσιο
Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου
1. Η Πράξη Προσχωρήσεως (5)
5. Κατά το άρθρο 41, πρώτο εδάφιο, της Πράξεως Προσχωρήσεως, τα μεταβατικά μέτρα προς το καθεστώς της κοινής γεωργικής πολιτικής λαμβάνονται από την Επιτροπή «κατά τη διάρκεια περιόδου τριών ετών από την ημερομηνία προσχωρήσεως» και περιορίζονται στην περίοδο αυτή.
6. Βάσει του προπαρατεθέντος άρθρου της Πράξεως Προσχωρήσεως, η Επιτροπή εξέδωσε τρεις κανονισμούς.
2. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1972/2003 (6)
7. Ο κανονισμός 1972/2003 περιέχει σειρά μεταβατικών διατάξεων «προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος εκτροπής του εμπορίου που θα μπορούσε να επηρεάσει την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών, ως συνέπεια της προσχώρησης δέκα νέων κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004» (πρώτη αιτιολογική σκέψη).
8. Η τρίτη αιτιολογική σκέψη εφιστά την προσοχή στην ανάγκη να επιβληθούν αποτρεπτικές επιβαρύνσεις στα πλεονάσματα γεωργικών προϊόντων που υφίστανται στα νέα κράτη μέλη, διότι οι εκτροπές του εμπορίου «που μπορούν να διαταράξουν την οργάνωση της αγοράς αφορούν συχνά προϊόντα τα οποία μετακινούνται τεχνητά ενόψει της διεύρυνσης ενώ δεν αποτελούν μέρος των κανονικών αποθεμάτων του οικείου κράτους», έστω και αν «[τ]α πλεονάσματα [προκύπτουν] από την εθνική παραγωγή».
9. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1972/2003 απαιτεί από τα κράτη μέλη που δεν διαθέτουν αυστηρότερη νομοθεσία να επιβάλλουν επιβαρύνσεις «στους κατόχους πλεονασμάτων, κατά την 1η Μαΐου 2004, προϊόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία».
10. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, αναφέρει τρεις παράγοντες που τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν υπόψη στο πλαίσιο του προσδιορισμού του πλεονάσματος κάθε κατόχου: α) τον μέσον όρο των διαθέσιμων αποθεμάτων κατά τα προηγούμενα της προσχώρησης έτη· β) τον τρόπο διεξαγωγής των εμπορικών συναλλαγών κατά τα προηγούμενα της προσχώρησης έτη· και γ) τις συνθήκες δημιουργίας των αποθεμάτων.
11. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού, προκειμένου να διασφαλισθεί η ορθή εφαρμογή της επιβάρυνσης, τα νέα κράτη μέλη διενεργούν «χωρίς καθυστέρηση» απογραφή των διαθέσιμων αποθεμάτων από την 1η Μαΐου 2004.
12. Ο κανονισμός 1972/2003 άρχισε να ισχύει κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συνθήκης προσχώρησης και εφαρμόσθηκε «έως τις 30 Απριλίου 2007» (άρθρο 10).
3. Ο κανονισμός (ΕΚ) 60/2004 (7)
13. Ο κανονισμός 60/2004 προβλέπει ειδικούς κανόνες για τον τομέα της ζάχαρης, λόγω του σημαντικού κινδύνου διατάραξης των αγορών στον τομέα αυτόν εξαιτίας κερδοσκοπικών κινήσεων (πέμπτη αιτιολογική σκέψη).
14. Ο κανονισμός κατανέμει διάφορες υποχρεώσεις μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών.
15. Η Επιτροπή όφειλε να ορίσει «το αργότερο έως τις 31 Οκτωβρίου 2004», για κάθε νέο κράτος μέλος, την ποσότητα της ζάχαρης στη φυσική της κατάσταση ή υπό μορφή μεταποιημένων προϊόντων ισογλυκόζης και φρουκτόζης «που υπερβαίνει την ποσότητα που θεωρείται ως κανονικό απόθεμα μεταφοράς κατά την 1η Μαΐου 2004 και η οποία πρέπει να εξαλειφθεί από την αγορά με έξοδα των νέων κρατών μελών. Προκειμένου να καθοριστεί η εν λόγω πλεονάζουσα ποσότητα, λαμβάνονται ιδιαιτέρως υπόψη οι εξελίξεις κατά τη διάρκεια του έτους πριν από την προσχώρηση σε συνάρτηση με τα προηγούμενα έτη, όσον αφορά: α) τις εισαγόμενες και εξαγόμενες ποσότητες ζάχαρης στη φυσική της κατάσταση ή υπό μορφή μεταποιημένων προϊόντων ισογλυκόζης και φρουκτόζης· β) την παραγωγή, την κατανάλωση και τα αποθέματα ζάχαρης και ισογλυκόζης· γ) τις συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκαν τα αποθέματα» (άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού).
16. Τα νέα κράτη μέλη όφειλαν να διασφαλίσουν, χωρίς την παρέμβαση της Κοινότητας, την απομάκρυνση από την αγορά ποσότητας ζάχαρης ή ισογλυκόζης που ισοδυναμεί με την ορισθείσα ως πλεονάζουσα ποσότητα της παραγράφου 1, «έως τις 30 Απριλίου 2005, το αργότερο» (άρθρο 6, παράγραφος 2). Προς τούτο, οι αρμόδιες αρχές των νέων κρατών μελών έπρεπε να διαθέτουν από την 1η Μαΐου 2004 ένα σύστημα για τον προσδιορισμό της πλεονάζουσας ποσότητας ζάχαρης που έχει διατεθεί στο εμπόριο ή παραχθεί, στη φυσική της κατάσταση ή υπό μορφή μεταποιημένων προϊόντων ισογλυκόζης ή φρουκτόζης, όσον αφορά τους κυριότερους ενδιαφερόμενους φορείς. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού, το σύστημα αυτό ήταν δυνατόν να βασίζεται «ειδικότερα […] στην ανίχνευση των εισαγωγών, στη φορολογική παρακολούθηση, στις επιθεωρήσεις με βάση τους λογαριασμούς των φορέων και στα φυσικά αποθέματα, και να περιλαμβάνει μέτρα όπως εγγυήσεις για την κάλυψη του κινδύνου». Ομοίως, κατά τη διάταξη αυτή, «το σύστημα προσδιορισμού [βασίζεται] ειδικότερα στην εκτίμηση του κινδύνου κατά την οποία λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια: τύπος δραστηριότητας των ενδιαφερόμενων φορέων, χωρητικότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης, επίπεδο των δραστηριοτήτων».
4. Ο κανονισμός (ΕΚ) 832/2005 (8)
17. Με τον κανονισμό 832/2005, η Επιτροπή καθόρισε τις πλεονάζουσες ποσότητες ζάχαρης, ισογλυκόζης και φρουκτόζης που κάθε νέο κράτος μέλος όφειλε να καταστρέψει.
Β – Η εθνική νομοθεσία
18. Προς εκτέλεση της ως άνω κοινοτικής νομοθεσίας, το κοινοβούλιο της Εσθονίας θέσπισε, στις 7 Απριλίου 2004, τον Üleliigse laovaru tasu seadus (νόμο για την επιβάρυνση επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων, στο εξής: ÜLTS).
19. Με απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2006, το Riigikohus (Ανώτατο Εσθονικό Δικαστήριο) έκρινε ότι ορισμένες διατάξεις του ÜLTS ήσαν αντίθετες προς τον κανονισμό 1972/2003 και άφησε ανεφάρμοστο το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ÜLTS, με το σκεπτικό ότι η υποχρέωση εφαρμογής του συντελεστή 1,2 κατά τον προσδιορισμό του μεταβατικού αποθέματος που προέβλεπε η διάταξη αυτή δεν παρείχε τη δυνατότητα διασφάλισης αρκούντως διαφοροποιημένης μεταχείρισης κάθε επιχειρηματία. Ομοίως, το Riigikohus επέκρινε το άρθρο 6, παράγραφος 2, του ÜLTS, με το σκεπτικό ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει υποχρέωση του επιχειρηματία που δεν δραστηριοποιούνταν στον οικείο τομέα πριν το 2004 ή είχε δραστηριοποιηθεί για λιγότερο από τέσσερα έτη να αποδείξει ότι το ύψος του αποθέματος του γεωργικού προϊόντος που είχε στην κατοχή του κατά την 1η Μαΐου 2004 αντιστοιχεί στο ύψος του αποθέματος γεωργικού προϊόντος που κανονικά θα παρήγε, θα πωλούσε ή θα μεταβίβαζε καθ’ οποιονδήποτε άλλο τρόπο ή θα αποκτούσε έναντι αντιπαροχής ή χωρίς αντιπαροχή.
20. Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το Riigikogu (Εσθονικό Κοινοβούλιο) επέφερε, στις 16 Ιουνίου 2005 και στις 25 Ιανουαρίου 2007, σημαντικές τροποποιήσεις στο κείμενο του ÜLTS, οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ στις 30 Απριλίου 2005 και στις 16 Φεβρουαρίου 2007, αντιστοίχως.
21. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του ÜLTS διευκρινίζει ότι το ύψος του πλεονάζοντος αποθέματος ισούται «με το υπόλοιπο της αφαίρεσης του μεταβατικού αποθέματος από το ύψος του αποθέματος γεωργικού προϊόντος που βρίσκεται την 1η Μαΐου 2004 στην κατοχή του επιχειρηματία». Με την τροποποίηση, στο άρθρο αυτό προστέθηκε η παράγραφος 2, κατά την οποία «[ω]ς πλεονάζον απόθεμα θεωρείται ολόκληρο το απόθεμα γεωργικού προϊόντος που βρίσκεται στην κατοχή του επιχειρηματία, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού του κανονισμού (ΕΚ) 1972/2003 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή του κανονισμού (ΕΚ) 60/2004 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής».
22. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ÜLTS ορίζει το «μεταβατικό απόθεμα» ως το απόθεμα γεωργικού προϊόντος που βρίσκεται την 1η Μαΐου 2004 στην κατοχή του επιχειρηματία πολλαπλασιαζόμενο επί τον συντελεστή 1,2 του μέσου όρου των αποθεμάτων του κατά την 1η Μαΐου των τελευταίων τεσσάρων ετών πριν το 2004. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου αυτού αμβλύνουν την αυστηρότητα του εν λόγω κανόνα υπολογισμού για τους επιχειρηματίες που δεν συμπληρώνουν τέσσερα έτη δραστηριότητας.
23. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, αν ο επιχειρηματίας δεν δραστηριοποιούνταν στον οικείο τομέα πριν το 2004 ή είχε δραστηριοποιηθεί για λιγότερο από τέσσερα έτη, οφείλει να αποδείξει ότι το ύψος των αποθεμάτων του γεωργικού προϊόντος που είχε στην κατοχή του την 1η Μαΐου 2004 αντιστοιχεί στο ύψος του αποθέματος γεωργικού προϊόντος που κανονικά θα παρήγε, θα πωλούσε ή θα μεταβίβαζε καθ’ οποιονδήποτε άλλο τρόπο ή θα αποκτούσε έναντι αντιπαροχής ή χωρίς αντιπαροχή.
24. Η παράγραφος 3, η οποία προστέθηκε στο άρθρο 6 μετά την τροποποίηση, αφορά τους επιχειρηματίες που είχαν δραστηριοποιηθεί στον οικείο τομέα για λιγότερο μεν από τέσσερα έτη, αλλά τουλάχιστον για ένα έτος. Τους παρέχει τη δυνατότητα, για τον υπολογισμό του μεταβατικού αποθέματος, να επιλέξουν είτε τον μέσον όρο του αποθέματος που βρισκόταν στην κατοχή τους την 1η Μαΐου των τελευταίων ετών δραστηριότητάς τους, πολλαπλασιαζόμενο επί τον συντελεστή 1,2, είτε των αποθεμάτων τους κατά την 1η Μαΐου του τελευταίου έτους δραστηριότητάς τους πριν το 2004, πολλαπλασιαζόμενο επί τον συντελεστή 1,2.
25. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του ÜLTS αναθέτει στο Υπουργείο Γεωργίας τον καθορισμό του ύψους του μεταβατικού αποθέματος και του πλεονάζοντος αποθέματος του επιχειρηματία με βάση τα στοιχεία που δηλώνει ο ίδιος. Σε περίπτωση υποβολής τεκμηριωμένης αίτησης από τον επιχειρηματία, το άρθρο 10, παράγραφος 2, παρέχει τη δυνατότητα να ληφθούν υπόψη διάφορες ειδικές περιστάσεις, όπως η αύξηση του όγκου παραγωγής ή μεταποιητικής δραστηριότητας ή πωλήσεων του επιχειρηματία (εφόσον αυτή έλαβε χώρα κατά το προηγούμενο έτος και αποτυπώθηκε στα αποτελέσματα χρήσης των τελευταίων έξι μηνών), ο χρόνος ωρίμανσης του οικείου γεωργικού προϊόντος, το γεγονός ότι τα αποθέματα σχηματίστηκαν πριν το τρίτο τρίμηνο του 2003, η μείωση του όγκου των εξαγωγών ή των πωλήσεων για λόγους μη εξαρτώμενους από τον επιχειρηματία ή άλλους λόγους μη εξαρτώμενους από τον επιχειρηματία.
26. Το άρθρο 23 του ÜLTS συμπληρώνει τις διατάξεις αυτές με κανόνες που παρέχουν τη δυνατότητα αναθεώρησης του ύψους του μεταβατικού αποθέματος. Πράγματι, ο όγκος του αποθέματος πρέπει να αυξηθεί σε περίπτωση αύξησης του όγκου παραγωγής ή μεταποιητικής δραστηριότητας ή πωλήσεων κατά το έτος πριν την 1η Μαΐου 2004, εφόσον η αύξηση αυτή αποτυπώθηκε στα αποτελέσματα χρήσης του δευτέρου εξαμήνου και συνεχίστηκε κατά το διάστημα από 1η Μαΐου 2004 μέχρι 1η Μαΐου 2006.
III – Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
27. Η Balbiino AS, προσφεύγουσα της κύριας δίκης, είναι εσθονική εταιρία που διαθέτει στο εμπόριο παγωτά και κατεψυγμένα τρόφιμα.
28. Ενόψει των αναμενόμενων, λόγω της προσχώρησης της Εσθονίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλαγών στην αγορά, η Balbiino βελτίωσε και διεύρυνε τις εγκαταστάσεις της και εξοπλίστηκε με νέα αποθήκη για την αποθήκευση πρώτων υλών όπως η ζάχαρη. Κατά τον χρόνο εκείνο, η επιχείρηση επιδόθηκε σε νέα δραστηριότητα χονδρικής πώλησης κατεψυγμένων τροφίμων.
29. Μετά από διάφορες διαδικαστικές ενέργειες, ο Υπουργός Γεωργίας καθόρισε, στις 19 Απριλίου 2007, το μεταβατικό και το πλεονάζον απόθεμα της Balbiino για δώδεκα συνολικά κατηγορίες γεωργικών προϊόντων, βάσει του κειμένου των άρθρων 6, 7 και 10 του ÜLTS όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση συνεπεία της αποφάσεως του Riigikohus.
30. Στις 30 Απριλίου 2007, η Maksu- ja Tolliameti Põhja maksu- ja tollikeskus (Φορολογική και Τελωνειακή Υπηρεσία του Βόρειου Τομέα) καθόρισε την επιβάρυνση επί των εν λόγω πλεοναζόντων αποθεμάτων σε 1 243 867 εσθονικές κορώνες (ΕΕΚ) (περίπου 77 000 ευρώ).
31. Η Balbiino προσέβαλε την πράξη καταλογισμού και την απόφαση του Υπουργού Γεωργίας της 19ης Απριλίου 2007, ενώπιον του Tallinna Halduskohus (διοικητικού πρωτοδικείου του Tallin), το οποίο έχει αμφιβολίες ως τη συμβατότητα προς το κοινοτικό δίκαιου του ÜLTS, ακόμη και μετά την τροποποίησή του. Για τον λόγο αυτόν, υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Απαγορεύει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 60/2004 της Επιτροπής, σε συνδυασμό με την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) 832/2005 της Επιτροπής, και το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1972/2003 της Επιτροπής, τον καθορισμό του ύψους του πλεονάζοντος αποθέματος ενός επιχειρηματία κατ’ εφαρμογή μεθόδου που στηρίζεται στην αυτόματη αφαίρεση από το πλεονάζον [sic] απόθεμα (ως μεταβατικό απόθεμα) του μέσου όρου του αποθέματος που διέθετε ο επιχειρηματίας την 1η Μαΐου των τελευταίων –τεσσάρων κατ’ ανώτατο όριο– ετών της δραστηριότητάς του πριν από την 1η Μαΐου 2004, μέσου όρου πολλαπλασιαζόμενου με τον συντελεστή 1,2;
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο παραπάνω ερώτημα: Θα ήταν διαφορετική η απάντηση, αν κατά τον καθορισμό του ύψους του μεταβατικού αποθέματος και του πλεονάζοντος αποθέματος μπορούν να λαμβάνονται επίσης υπόψη η αύξηση του όγκου παραγωγής ή μεταποιητικής δραστηριότητας ή πωλήσεων του επιχειρηματία, ο χρόνος ωρίμανσης του οικείου γεωργικού προϊόντος, ο χρόνος σχηματισμού των αποθεμάτων καθώς και άλλες περιστάσεις μη εξαρτώμενες από τον επιχειρηματία;
2) Συνάδει προς τους σκοπούς του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα προς τον σκοπό του κανονισμού (ΕΚ) 1972/2003 της Επιτροπής, ο χαρακτηρισμός ολόκληρου του αποθέματος γεωργικού προϊόντος που βρίσκεται στην κατοχή επιχειρηματία την 1η Μαΐου 2004 ως πλεονάζοντος αποθέματος;
3) Απαγορεύει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) 1972/2003 της Επιτροπής και το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) 60/2004 της Επιτροπής, την επιβολή στον επιχειρηματία που είχε αναπτύξει δραστηριότητα σε σχέση με το οικείο γεωργικό προϊόν για λιγότερο από ένα έτος πριν από την 1η Μαΐου 2004 της υποχρέωσης να αποδείξει ο ίδιος ότι το ύψος του αποθέματος του γεωργικού προϊόντος που είχε στην κατοχή του κατά την 1η Μαΐου 2004 αντιστοιχούσε στο ύψος του αποθέματος του γεωργικού προϊόντος που κανονικά θα παρήγε, θα πωλούσε ή θα μεταβίβαζε καθ’ οιονδήποτε άλλο τρόπο ή θα αποκτούσε έναντι αντιπαροχής ή χωρίς καταβολή αντιπαροχής;
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο παραπάνω ερώτημα: Θα ήταν διαφορετική η απάντηση, αν η δημόσια αρχή είναι υποχρεωμένη, ανεξάρτητα από την υποχρέωση του επιχειρηματία να προσκομίσει την παραπάνω απόδειξη, να βασιστεί, κατά τον καθορισμό του μεταβατικού αποθέματος και του πλεονάζοντος αποθέματος του επιχειρηματία, στη δήλωσή του σχετικά με το οικείο γεωργικό προϊόν και να λάβει υπόψη της την μετά την 1η Μαΐου 2004 αύξηση του όγκου παραγωγής ή μεταποιητικής δραστηριότητας ή πωλήσεων του εν λόγω επιχειρηματία, καθώς και του αποθέματός του;
4) Συνάδει προς τους σκοπούς του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα προς τον σκοπό του κανονισμού (ΕΚ) 1972/2003 της Επιτροπής και του κανονισμού (ΕΚ) 60/2004 της Επιτροπής, η επιβολή της επιβάρυνσης επί του πλεονάζοντος αποθέματος ακόμη και στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι ο επιχειρηματίας έχει την 1η Μαΐου 2004 πλεονάζον απόθεμα, αλλά ο επιχειρηματίας αυτός αποδεικνύει ότι δεν έχει αποκομίσει από την εμπορία του πλεονάζοντος αποθέματος μετά από την 1η Μαΐου 2004 κανένα πραγματικό όφελος με τη μορφή κάποιας διαφοράς τιμής;
5) Μπορεί το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 60/2004 της Επιτροπής, το οποίο προβλέπει ότι κατά τον καθορισμό της πλεονάζουσας ποσότητας ζάχαρης, ισογλυκόζης ή φρουκτόζης λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, η χωρητικότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης, να ερμηνευθεί με την έννοια ότι η αύξηση της χωρητικότητας των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενός επιχειρηματία κατά το προηγούμενο της προσχώρησης έτος αποτελεί λόγο καθορισμού του πλεονάζοντος αποθέματος του γεωργικού προϊόντος που βρισκόταν στην κατοχή του επιχειρηματία κατά την 1η Μαΐου 2004 σε χαμηλότερο επίπεδο, ανεξάρτητα από την οικονομική δραστηριότητα του επιχειρηματία και τον όγκο των μεταποιητικών δραστηριοτήτων του σε σχέση με το οικείο γεωργικό προϊόν και του αντίστοιχου αποθέματός του κατά τα έτη δραστηριότητάς του πριν από την 1η Μαΐου 2004 καθώς και κατά τα δύο έτη μετά την 1η Μαΐου 2004;
6) Απαγορεύει το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΚ) 1972/2003 της Επιτροπής την επιβολή στον επιχειρηματία, με πράξη καταλογισμού των φορολογικών αρχών, της υποχρέωσης καταβολής της επιβάρυνσης για το πλεονάζον απόθεμα, αν η πράξη καταλογισμού εκδόθηκε μεν κατά τη διάρκεια της ισχύος του κανονισμού –στις 30 Απριλίου 2007– αλλά άρχισε να παράγει τα αποτελέσματά της έναντι του επιχειρηματία, κατά το εσωτερικό δίκαιο, μετά τη λήξη της ισχύος του κανονισμού της Επιτροπής και το εσωτερικό δίκαιο δεν προβλέπει προθεσμία για την προβολή της αξίωσης καταβολής της επιβάρυνσης για το απόθεμα;»
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
32. Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Δεκεμβρίου 2007.
33. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η Εσθονική και η Λιθουανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.
34. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 18ης Δεκεμβρίου 2008, παρέστησαν προκειμένου να διατυπώσουν προφορικώς τους ισχυρισμούς τους οι εκπρόσωποι της Balbiino AS, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Επιτροπής.
V – Προκριματικό ζήτημα: η δυνατότητα εφαρμογής των κοινοτικών κανονισμών
35. Το Tallinna Halduskohus υπέβαλε στο Δικαστήριο έξι προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με τους κανονισμούς 1972/2003, 60/2004 και 832/2005. Πάντως, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης επιχείρηση ισχυρίζεται, επικαλούμενη την απόφαση Skoma-Lux (9), ότι οι κανονισμοί αυτοί δεν μπορούσαν να της αντιταχθούν, διότι δεν είχαν δημοσιευθεί επισήμως στα εσθονικά κατά την ημερομηνία της προσχώρησης.
36. Με την απόφαση Skoma-Lux, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 58 της Πράξεως Προσχωρήσεως «αποκλείει τη δυνατότητα αντιτάξεως στους ιδιώτες εντός νέου κράτους μέλους υποχρεώσεων οι οποίες απορρέουν από κοινοτική κανονιστική ρύθμιση που δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη γλώσσα του κράτους αυτού, η οποία είναι επίσημη γλώσσα της Ένωσης, έστω και αν οι συγκεκριμένοι ιδιώτες είχαν τη δυνατότητα να πληροφορηθούν με άλλο τρόπο το περιεχόμενο αυτής της κανονιστικής ρυθμίσεως», όπως το ηλεκτρονικό κείμενο που δημοσιεύθηκε στον δικτυακό τόπο EUR-Lex.
37. Πάντως, η σημασία της νομολογίας αυτής για την υπό κρίση υπόθεση είναι περιορισμένη, διότι, στην Εσθονία, οι κανονισμοί τέθηκαν σε εφαρμογή δια της νομοθετικής οδού πριν την προσχώρηση. Όπως προανέφερα, το Εσθονικό Κοινοβούλιο θέσπισε τον ÜLTS στις 7 Απριλίου 2004. Επέβαλε, επομένως, επιβάρυνση επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων γεωργικών προϊόντων και όρισε τον τρόπο υπολογισμού τους, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, αντιστοίχως, του κανονισμού 1972/2003.
38. Με την απόφασή του Skoma-Lux, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το μη αντιτάξιμο κανονισμού σε ιδιώτες εντός κράτους μέλους στη γλώσσα του οποίου δεν έχει δημοσιευθεί ουδόλως επηρεάζει το ότι, «ως μέρος του κοινοτικού κεκτημένου, οι διατάξεις του δεσμεύουν το οικείο κράτος μέλος από της προσχωρήσεώς του» (10). Επομένως, ο κανονισμός διατηρεί το κύρος του και η Δημοκρατία της Εσθονίας δεν μπορεί να παρεκκλίνει από την υποχρέωσή της να επιβάλει επιβάρυνση επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων γεωργικών προϊόντων, επικαλούμενη το γεγονός ότι ο κανονισμός που της επιβάλλει την υποχρέωση αυτή δεν δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στα εσθονικά.
39. Κατά συνέπεια, καμία ένσταση δεν μπορεί να προβληθεί κατά του ÜLTS (11), ο οποίος έχει, επομένως, εφαρμογή στους Εσθονούς και λειτουργεί ως «ιμάντας μεταφοράς» των κοινοτικών κανονισμών στην εθνική έννομη τάξη. Τούτο ισχύει τουλάχιστον όσον αφορά τις διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας που θεωρούνται ότι έχουν «ενσωματωθεί» στο εθνικό δίκαιο: διατάξεις οι οποίες, ελλείψει δημοσιεύσεως, δεν θεμελίωσαν υποχρεώσεις για τους ιδιώτες, θεμελιώνουν τις υποχρεώσεις αυτές μέσω εθνικού νόμου.
40. Εν προκειμένω, η νομολογία Skoma-Lux θα μπορούσε να έχει συμπληρωματικό πεδίο εφαρμογής όσον αφορά τις διατάξεις των κανονισμών τις οποίες ο ÜLTS δεν επανέλαβε. Στην περίπτωση αυτή, η έλλειψη δημοσίευσης στην εσθονική γλώσσα καθιστά αδύνατη την επίκληση των οικείων διατάξεων. Πάντως, απόκειται αποκλειστικά στον εθνικό δικαστή να προβεί στον σχετικό έλεγχο και να αποφασίσει αν υπάρχουν στοιχεία της κοινοτικής ρύθμισης τα οποία δεν περιλαμβάνονται στον εθνικό νόμο και δεν μπορούν, κατά συνέπεια, να αντιταχθούν στους ιδιώτες.
41. Επομένως, η έλλειψη δημοσίευσης των προπαρατεθέντων κανονισμών στην εσθονική γλώσσα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το αιτούν δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασης επί της διαφοράς της κύριας δίκης, αλλά ουδόλως επηρεάζει το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων. Στο Δικαστήριο υποβάλλεται το ερώτημα αν ένα νομοθέτημα όπως ο ÜLTS συνιστά ορθή και σύμφωνη προς τους κοινοτικούς κανονισμούς μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο. Το ερώτημα αυτό είναι θεμιτό, εφόσον, ακόμη και αν η προπαρατεθείσα κοινοτική νομοθεσία δεν μπορεί να αντιταχθεί στους Εσθονούς πολίτες, θεμελίωσε πάντως υποχρεώσεις για το νέο κράτος μέλος. Το δικαστήριο του Tallin θα πρέπει να εκτιμήσει την εθνική νομοθεσία υπό το πρίσμα της κοινοτικής νομοθεσίας και, ειδικότερα, των κριτηρίων που προτείνει το Δικαστήριο για την ερμηνεία του.
VI – Η ανάλυση των προδικαστικών ερωτημάτων
Τα χαρακτηριστικά της μεθόδου υπολογισμού των πλεοναζόντων αποθεμάτων
1. Γενικές σκέψεις
42. Με τα πέντε πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει τους όρους που τα νέα κράτη μέλη οφείλουν να τηρήσουν για τον υπολογισμό των πλεοναζόντων αποθεμάτων γεωργικών προϊόντων δυνάμει των κανονισμών 1972/2003, 60/2004 και 832/2005.
43. Από το γράμμα των δύο πρώτων εκ των προπαρατεθέντων κανονισμών συνάγεται ότι παρέχεται στα νέα κράτη μέλη η εξουσία να θεσπίσουν εκτελεστικά μέτρα: πρόκειται για την επιβολή και την είσπραξη επιβάρυνσης επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων, την εξάλειψη των αποθεμάτων αυτών σε ορισμένες περιπτώσεις (τομέας της ζάχαρης) και τον προηγούμενο καθορισμό του όγκου των αποθεμάτων αυτών.
44. Οι κανονισμοί όχι μόνον παρέχουν ρητώς στα κράτη μέλη την εξουσία να τους θέσουν σε εφαρμογή, αλλά τους χορηγούν και ένα αρκετά ευρύ περιθώριο δράσης για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1972/2003 και το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 60/2004 απαριθμούν τα κριτήρια για τον καθορισμό της ποσότητας των πλεοναζόντων αποθεμάτων, στα δε κράτη μέλη παρέχουν τη δυνατότητα να λάβουν υπόψη και άλλα κριτήρια, στο μέτρο που τα θεωρούν ενδεδειγμένα. Κατά συνέπεια, οι κατάλογοι αυτοί δεν έχουν εξαντλητικό χαρακτήρα, έστω και αν ο έλεγχος των παραγόντων που απαριθμούν είναι υποχρεωτικός.
45. Επιπλέον, οι προπαρατεθέντες κανονισμοί προβλέπουν ελαστική μέθοδο υπολογισμού, που παρέχει μεγάλη ευχέρεια προσαρμογής στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε επιχειρηματία και κάθε προϊόντος. Για τον λόγο αυτόν, οι ως άνω κανονισμοί δεν περιέχουν λεπτομερή περιγραφή της διαδικασίας και περιορίζονται στον καθορισμό ελάχιστων και γενικών κατευθυντήριων γραμμών: «[τ]α ρεύματα των συναλλαγών», «[ο]ι συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκαν τα αποθέματα», «ο τύπος δραστηριότητας των ενδιαφερόμενων φορέων» και «το επίπεδο των δραστηριοτήτων» (οι δύο τελευταίοι κανόνες εφαρμόζονται στον τομέα της ζάχαρης).
46. Με τα βασικά αυτά συστατικά, τα κράτη μέλη όφειλαν να διαμορφώσουν ένα συνολικό μηχανισμό αξιολόγησης που συνδυάζει διάφορα στοιχεία, έκαστο των οποίων έχει ειδικό βάρος.
47. Εν πάση περιπτώσει, η κοινοτική νομοθεσία συνιστά το όριο και το σημείο αναφοράς της εθνικής νομοθεσίας που θεσπίζει κάθε κράτος μέλος, του οποίου η εξουσία εφαρμογής και εκτέλεσης δεν θέτει σε κίνδυνο τους σκοπούς που επιδιώκονται με τους κανονισμούς, δεν τροποποιεί τις διατάξεις τους και δεν βαίνει πέρα αυτού που επιτρέπουν (12).
48. Η απάντηση στα πέντε πρώτα ερωτήματα του Tallinna Halduskohus στηρίζεται στις προκαταρκτικές αυτές σκέψεις.
2. Επί του πρώτου και επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος
α) Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα
49. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το Tallinna Halduskohus ερωτά το Δικαστήριο αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 60/2004, σε συνδυασμό με την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 832/2005 και με το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1972/2003, απαγορεύουν τον καθορισμό του πλεονάζοντος αποθέματος επιχειρηματία κατ’ εφαρμογήν της μεθόδου που στηρίζεται στην αφαίρεση από το απόθεμα που βρισκόταν πράγματι στην κατοχή του την 1η Μαΐου 2004 του μεταβατικού αποθέματος που υπολογίζεται βάσει του μέσου όρου του αποθέματος που διέθετε ο επιχειρηματίας την 1η Μαΐου των τελευταίων τεσσάρων ετών πριν την προσχώρηση, πολλαπλασιαζόμενου επί τον συντελεστή 1,2. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο σκέλος του ερωτήματος, το Tallinna Halduskohus επιθυμεί να πληροφορηθεί αν η απάντηση θα ήταν διαφορετική στην περίπτωση κατά την οποία, στο πλαίσιο του υπολογισμού αυτού, λαμβάνονταν υπόψη «η αύξηση του όγκου παραγωγής ή μεταποιητικής δραστηριότητας ή πωλήσεων του επιχειρηματία, ο χρόνος ωρίμανσης του οικείου γεωργικού προϊόντος, ο χρόνος σχηματισμού των αποθεμάτων καθώς και άλλες περιστάσεις μη εξαρτώμενες από τον επιχειρηματία» (13).
50. Για να μπει κάποια τάξη στο ετερόκλητο σύμπλεγμα των δεδομένων που αφορούν το πρώτο αυτό προδικαστικό ερώτημα, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ τριών θεμελιωδών σταδίων της υπό κρίση διαδικασίας υπολογισμού των πλεοναζόντων αποθεμάτων: πρόκειται για τη χρησιμοποίηση μέσων όρων που προκύπτουν βάσει των αποθεμάτων που είναι διαθέσιμα σε καθορισμένη ημερομηνία· την εφαρμογή γενικού συντελεστή· και τη στάθμιση του αποτελέσματος βάσει παραγόντων άσχετων προς τη βούληση του επιχειρηματία.
i) Ο υπολογισμός μέσων όρων βάσει δεδομένων σχετικών με τα αποθέματα σε καθορισμένη ημερομηνία
51. Η απόφαση περί παραπομπής και οι παρατηρήσεις των μετεχόντων στη διαδικασία αυτή δημιουργούν αμφιβολία ως προς τη συμβατότητα προς το κοινοτικό δίκαιο ενός συστήματος υπολογισμού των πλεοναζόντων αποθεμάτων που στηρίζεται στα αποθέματα κάθε επιχείρησης σε καθορισμένη ημερομηνία.
52. Αυτό ισχύει όσον αφορά το σύστημα υπολογισμού του ÜLTS, το οποίο μπορεί να συνοψισθεί στον ακόλουθο μαθηματικό τύπο:
Πλεονάζον απόθεμα = (απόθεμα κατά την 1η Μαΐου 2004) – (μέσος όρος αποθέματος την 1η Μαΐου 2000, 2001, 2002 και 2003) x 1,2 (14)
53. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1972/2003, προκειμένου να προσδιορισθεί το πλεόνασμα κάθε κατόχου, λαμβάνεται υπόψη ειδικότερα «[ο] μέσο[ς] όρο[ς] των διαθέσιμων αποθεμάτων κατά τα προηγούμενα της προσχώρησης έτη». Η κοινοτική νομοθεσία επιβάλλει, επομένως, τη χρήση των στοιχείων αυτών σχετικά με τα προηγούμενα αποθέματα στο πλαίσιο του υπολογισμού των πλεοναζόντων αποθεμάτων, αλλά αφήνει στα κράτη μέλη κάποια ελευθερία όσον αφορά τον καθορισμό των αριθμητικών στοιχείων αναφοράς, καθώς και του αριθμού των ετών και της μεθόδου υπολογισμού του μέσου όρου.
54. Με τις παρατηρήσεις της, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι ο προσδιορισμός του ύψους των αποθεμάτων που βρίσκονται στην κατοχή του επιχειρηματία σε τέσσερα μόνο συγκεκριμένα χρονικά σημεία (την 1η Μαΐου των τεσσάρων ετών που προηγήθηκαν της προσχώρησης) καταλήγει σε μη αντιπροσωπευτικά αποτελέσματα, διότι ο επιχειρηματίας δεν γνώριζε ότι η κατάσταση των εγκαταστάσεών του κατά τις ημερομηνίες εκείνες θα χρησίμευε ως ένδειξη του «κανονικού αποθέματός» του. Η Balbiino προσθέτει ότι η οικονομική της δραστηριότητα είναι κυκλική, ιδίως όσον αφορά την πώληση παγωτών, πράγμα που απαιτεί την κατοχή μεγαλύτερου αποθέματος των προϊόντων αυτών κατά τους πριν από το καλοκαίρι μήνες. Η 1η Μαΐου εντάσσεται ακριβώς στον εν λόγω χρόνο προετοιμασίας της περιόδου αιχμής.
55. Κανένα από τα επιχειρήματα που προβάλλει η Balbiino δεν είναι πειστικό. Η χρήση των αριθμών αυτών δεν μπορεί να επικριθεί υπό το πρίσμα της αρχής της ισότητας, διότι, ακόμη και αν δεν συνιστούν, για να χρησιμοποιήσω μια λογιστική έκφραση, την «ακριβή απεικόνιση» της κατάστασης που επικρατεί κανονικά στις αποθήκες κάθε επιχειρηματία, η δυνατότητα τροποποίησης των δεδομένων ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε επιχειρηματία καθιστά δυνατή τη συναγωγή δικαιότερης λύσης.
56. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει τον υπολογισμό των μεταβατικών αποθεμάτων βάσει του μέσου όρου των αποθεμάτων που βρίσκονταν στην κατοχή του επιχειρηματία την 1η Μαΐου των ετών 2000, 2001, 2002 και 2003.
ii) O προσδιορισμός του μεταβατικού αποθέματος με τον ενιαίο συντελεστή 1,2
57. Το Tallinna Halduskohus ερωτά επίσης αν η πρόβλεψη ενιαίου συντελεστή 1,2 για τον προσδιορισμό του μεταβατικού αποθέματος συνάδει προς την κοινοτική νομοθεσία. Υπενθυμίζει ότι το Riigikohus έκρινε, με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2006, ότι ο συντελεστής αυτός αντιβαίνει προς το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1972/2003, διότι δεν καθιστά δυνατή καμία διαφοροποίηση ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες κάθε επιχείρησης.
58. Την άποψη του Riigikohus συμμερίζονται η Balbiino και η Επιτροπή, η οποία, με τις παρατηρήσεις της, επισημαίνει ότι, δυνάμει της αρχής της ισότητας, οι κάτοχοι πλεοναζόντων αποθεμάτων των οποίων οι καταστάσεις διαφέρουν δεν μπορούν να τύχουν της ίδιας μεταχείρισης.
59. Η Εσθονική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η καθιέρωση του συντελεστή 1,2 αποσκοπούσε στο να ληφθεί υπόψη η ταχεία οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε η Εσθονία κατά τα προηγούμενα της προσχώρησής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση έτη (15). Ο πολλαπλασιασμός του μέσου όρου των αποθεμάτων των ετών αυτών επί 1,2 κατέστησε δυνατή την αύξηση των μεταβατικών αποθεμάτων του συνόλου των επιχειρηματιών, πράγμα που είχε ως συνέπεια τη μείωση των πλεοναζόντων αποθεμάτων τους.
60. Νομίζω ότι η εφαρμογή συντελεστή προς αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης του κράτους που πρόκειται να προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θίγει τους σκοπούς της κοινοτικής νομοθεσίας. Αντιθέτως, ο κανονισμός 1972/2003 επιτάσσει να ληφθεί υπόψη το γενικό οικονομικό πλαίσιο του οικείου κράτους, εφόσον το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού ορίζει ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη «[οι εμπορικές συναλλαγές] κατά τα προηγούμενα της προσχώρησης έτη». Φρονώ ότι η φράση αυτή αναφέρεται στις μεταβολές του όγκου των συναλλαγών του επίμαχου κράτους (16).
61. Ομοίως, ο συντελεστής αυτός δεν υπονομεύει την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας, διότι παρέχει τη δυνατότητα ακριβέστερης εκτίμησης του όγκου των πλεοναζόντων αποθεμάτων που ενδέχεται να συνεπάγονται κινδύνους για την οικονομία της Ένωσης. Η αύξηση των μεταβατικών αποθεμάτων αντικατοπτρίζει τις φυσικές συνέπειες της οικονομικής ανάπτυξης που απορρέει από τις προοπτικές που δημιουργεί η προσχώρηση: όσο πιο δυναμική είναι η οικονομία τόσο υψηλότερα είναι τα ποσοστά αποθεμάτων.
62. Οι διευρύνσεις της Ένωσης εγκυμονούν τον πρόδηλο κίνδυνο κερδοσκοπικών συμπεριφορών οι οποίες πρέπει να απαγορευθούν, αλλά δημιουργούν και δικαιολογημένες προσδοκίες οικονομικής ανάπτυξης και μεγαλύτερου δυναμισμού των αγορών, οπότε είναι εύλογο οι επιχειρηματίες να προετοιμάζονται για την αντιμετώπιση των διευρύνσεων αυτών υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες. Οι κοινοτικοί κανονισμοί αποσκοπούν αποκλειστικά στην αποτροπή των δυσμενών συνεπειών της υπερβολικής συσσώρευσης αποθεμάτων, πλην όμως η ιδιαιτέρως σημαντική άνοδος του ύψους των αποθεμάτων κατά τα προηγούμενα της προσχώρησης έτη συνιστά φυσική συνέπεια της διεύρυνσης και πρέπει να ληφθεί υπόψη προκειμένου να περιορισθεί η διατάραξη που προκάλεσαν τα πλεονάζοντα αποθέματα στην εύρυθμη λειτουργία των γεωργικών αγορών.
63. Ομοίως, θεωρώ ότι η εφαρμογή του συντελεστή αυτού δεν αντιβαίνει προς την αρχή της ισότητας, διότι ο συντελεστής συνιστά ένα περαιτέρω στοιχείο στην περίπλοκη μέθοδο υπολογισμού των πλεοναζόντων αποθεμάτων. Η δυνατότητα προσαρμογής του αποτελέσματος στις εκάστοτε συνθήκες –όπως θα εκθέσω κατωτέρω– αίρει κάθε υπόνοια άνισης μεταχείρισης.
iii) Η συνεκτίμηση παραγόντων ανεξάρτητων από τη βούληση του επιχειρηματία
64. Το αιτούν δικαστήριο θίγει την τελευταία αυτή πτυχή του προδικαστικού ερωτήματος στο πλαίσιο επικουρικού ερωτήματος, πιθανώς προκειμένου να καταστεί δυνατή η πληρέστερη εκτίμηση του κατά πόσον ο ÜLTS, μετά την τροποποίησή του, συνάδει προς την κοινοτική νομοθεσία. Πάντως, η μέθοδος υπολογισμού που εφαρμόζουν τα νέα κράτη μέλη πρέπει να αξιολογηθεί συνολικά, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων. Η εφαρμογή γενικού συντελεστή και ο υπολογισμός του μέσου όρου βάσει των στοιχείων σχετικά με τα αποθέματα σε τέσσερις συγκεκριμένες ημερομηνίες δεν πρέπει να αποσπασθούν από τα άλλα χαρακτηριστικά της διαδικασίας κάθε κράτους μέλους. Δεν συνιστούν αφεαυτών ικανοποιητικό σύστημα εντοπισμού των πλεοναζόντων αποθεμάτων, αλλά δεν μπορεί να υπάρξει αντίρρηση ως προς τη χρησιμοποίησή τους, εφόσον συμπληρώνονται, όπως απαιτεί η κοινοτική νομοθεσία, από πρόσθετα στοιχεία που παρέχουν τη δυνατότητα προσαρμογής της συναγόμενης λύσης.
65. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1972/2003 υποχρεώνει τα κράτη μέλη, κατά τον προσδιορισμό των πλεοναζόντων αποθεμάτων στα οποία μπορεί να επιβληθεί επιβάρυνση, να λαμβάνουν υπόψη τον μέσον όρο των διαθέσιμων αποθεμάτων κατά τα προηγούμενα της προσχώρησης έτη, τις εμπορικές συναλλαγές κατά τα έτη αυτά και τις συνθήκες δημιουργίας των αποθεμάτων.
66. Επομένως, «η αύξηση του όγκου παραγωγής ή μεταποιητικής δραστηριότητας ή πωλήσεων του επιχειρηματία, ο χρόνος ωρίμανσης του οικείου γεωργικού προϊόντος, ο χρόνος σχηματισμού των αποθεμάτων καθώς και άλλες περιστάσεις μη εξαρτώμενες από τον επιχειρηματία» συνιστούν ενδείξεις οι οποίες ευχερώς μπορούν να προσαρμοστούν προς τις έννοιες που χρησιμοποιούνται στην προαναφερθείσα διάταξη.
67. Το σύνολο όμως των περιστάσεων αυτών δεν αρκεί, έστω με τη ρήτρα επικουρικής εφαρμογής που προστέθηκε στο τέλος, για να καταστήσει το σύστημα σύμφωνο με την κοινοτική νομοθεσία.
68. Πρέπει περαιτέρω να ληφθεί υπόψη το βασικό κριτήριο της χωρητικότητας των εγκαταστάσεων αποθήκευσης του επιχειρηματία, έστω και αν αυτό δεν περιλαμβάνεται στην απαρίθμηση που εκτέθηκε ανωτέρω, διότι η χωρητικότητα αυτή εξαρτάται από απόφαση του επιχειρηματία. Πάντως, οι κοινοτικοί κανονισμοί επιτάσσουν να λαμβάνεται υπόψη η αύξηση ή η μείωση της χωρητικότητας των εγκαταστάσεων αποθήκευσης του ενδιαφερομένου.
69. Αυτό προκύπτει, αφενός, από το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1972/2003, εφόσον πρόκειται για στοιχείο που ασκεί επιρροή στη διαδικασία σχηματισμού των αποθεμάτων και, αφετέρου, από το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 60/2004, το οποίο προβλέπει ότι το σύστημα προσδιορισμού της πλεονάζουσας ποσότητας ζάχαρης, ισογλυκόζης και φρουκτόζης λαμβάνει δεόντως υπόψη «τη χωρητικότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης». Επιπλέον, με την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 832/2005 τονίζεται το γεγονός ότι, για τον προσδιορισμό της πλεονάζουσας ποσότητας ζάχαρης, ισογλυκόζης και φρουκτόζης, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη «τις ειδικές περιστάσεις δημιουργίας των αποθεμάτων». Είναι αληθές ότι οι δύο τελευταίες αυτές διατάξεις εφαρμόζονται μόνο στον τομέα της ζάχαρης στο πλαίσιο της απομάκρυνσης των αποθεμάτων, αλλά συνιστούν σημαντικό κριτήριο για την ερμηνεία των κανόνων που αφορούν, γενικώς, όλα τα γεωργικά προϊόντα.
β) Το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα
70. Λόγω της σχέσης του με τις προαναφερθείσες πτυχές και χάριν σαφήνειας, θα εξετάσω, στη συνέχεια, το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα με το οποίο το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς τη μορφή και τη σημασία της εν λόγω χωρητικότητας των εγκαταστάσεων αποθήκευσης.
71. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 60/2004 μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η αύξηση της χωρητικότητας των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενός επιχειρηματία κατά το προηγούμενο της προσχώρησης έτος αποτελεί λόγο καθορισμού του πλεονάζοντος αποθέματος του γεωργικού προϊόντος που βρισκόταν στην κατοχή του επιχειρηματία την 1η Μαΐου 2004 σε χαμηλότερο επίπεδο, ανεξάρτητα από την οικονομική δραστηριότητα του επιχειρηματία και τον όγκο των μεταποιητικών δραστηριοτήτων του σε σχέση με το οικείο γεωργικό προϊόν και του αντίστοιχου αποθέματός του κατά τα έτη δραστηριότητάς του πριν την 1η Μαΐου 2004 καθώς και κατά τα δύο έτη μετά την 1η Μαΐου 2004.
72. Το ερώτημα στηρίζεται στο γεγονός ότι η απόφαση του Υπουργού Γεωργίας της 30ής Μαρτίου 2007, κατά της οποίας βάλλει η Balbiino στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, αναφέρει ότι η αύξηση της χωρητικότητας των εγκαταστάσεων αποθήκευσης της επιχείρησης μεταξύ 2000 και 2003, η οποία οφείλεται στην κατασκευή πρόσθετων αποθηκών, δεν είχε ως συνέπεια ανάλογη αύξηση του όγκου των μεταποιητικών δραστηριοτήτων όσον αφορά τα αποθέματα προϊόντων (ειδικότερα της ζάχαρης), πράγμα το οποίο καταδεικνύει ότι η Balbiino δεν συσσωρεύει και δεν διατηρεί συνήθως σημαντικά αποθέματα ζάχαρης (17). Ως εκ τούτου, για τον υπολογισμό του όγκου των πλεοναζόντων αποθεμάτων δεν ελήφθησαν υπόψη τα στοιχεία που αφορούσαν τις νέες εγκαταστάσεις.
73. Πρέπει να τονισθεί εκ νέου η βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να δημιουργήσει ένα μηχανισμό συνολικής αξιολόγησης που συνδέει διάφορους παράγοντες, προκειμένου αυτοί να εκτιμηθούν από κοινού. Η χωρητικότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης δεν συνιστά εξαίρεση. Η κοινοτική νομοθεσία (ιδίως ο κανονισμός 60/2004 για τον τομέα της ζάχαρης) απαιτεί να λαμβάνεται αυτή «δεόντως» υπόψη κατά τον υπολογισμό των πλεοναζόντων αποθεμάτων κάθε επιχειρηματία, πράγμα το οποίο δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε αύξηση της χωρητικότητας αυτής προκαλεί αυτομάτως μείωση των πλεοναζόντων αποθεμάτων του οικείου επιχειρηματία.
74. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η κοινοτική νομοθεσία αποσκοπεί τόσο στην αποτροπή της συσσώρευσης περιττών αποθεμάτων όσο και στον εντοπισμό των επιχειρηματιών που εμπλέκονται σε κινήσεις συναλλαγών κερδοσκοπικού χαρακτήρα (όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 60/2004). Κατά συνέπεια, οι μεταβολές στη χωρητικότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης του ενδιαφερομένου μπορούν να μεταβάλουν την εκτίμηση της κανονικής ποσότητας αποθέματός του, εφόσον η αποθήκευση μεγαλύτερης ποσότητας εμπορευμάτων αποτυπώνεται και στο επίπεδο των σχετικών με τα εμπορεύματα αυτά δραστηριοτήτων.
γ) Συμπέρασμα
75. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι οι κοινοτικοί κανονισμοί δεν απαγορεύουν τον καθορισμό της ποσότητας των πλεοναζόντων αποθεμάτων ενός επιχειρηματία κατ’ εφαρμογή μεθόδου που στηρίζεται στην αφαίρεση από το απόθεμα που πράγματι διέθετε ο επιχειρηματίας την 1η Μαΐου 2004 του μεταβατικού αποθέματος, που ορίζεται ως ο μέσος όρος του αποθέματος που διέθετε ο επιχειρηματίας την 1η Μαΐου των τελευταίων τεσσάρων ετών της δραστηριότητάς του πριν την 1η Μαΐου 2004, πολλαπλασιαζόμενος επί τον συντελεστή 1,2, εφόσον για τον υπολογισμό αυτό λαμβάνονται υπόψη η αύξηση του όγκου παραγωγής ή μεταποιητικής δραστηριότητας ή πωλήσεων του επιχειρηματία, ο χρόνος ωρίμανσης του οικείου γεωργικού προϊόντος, ο χρόνος σχηματισμού των αποθεμάτων και η χωρητικότητα των εγκαταστάσεως αποθήκευσης του επιχειρηματία, καθώς και άλλες περιστάσεις μη εξαρτώμενες από τη βούληση του επιχειρηματία αυτού.
76. Όσον αφορά τη χωρητικότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης, το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 60/2004 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η αύξηση της χωρητικότητας αυτής κατά το προηγούμενο της προσχώρησης έτος αποτελεί λόγο καθορισμού του πλεονάζοντος αποθέματος του γεωργικού προϊόντος που βρισκόταν στην κατοχή του επιχειρηματία σε χαμηλότερο επίπεδο, ανεξάρτητα από την οικονομική δραστηριότητα του επιχειρηματία και τον όγκο των μεταποιητικών δραστηριοτήτων του σε σχέση με το οικείο γεωργικό προϊόν και του αντίστοιχου αποθέματός του κατά τα έτη δραστηριότητάς του πριν την 1η Μαΐου 2004 καθώς και κατά τα δύο έτη μετά την 1η Μαΐου 2004.
3. Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
77. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το Tallinna Halduskohus επιθυμεί να πληροφορηθεί αν συνάδει προς τον κανονισμό (ΕΚ) 1972/2003 ο χαρακτηρισμός ολόκληρου του αποθέματος γεωργικού προϊόντος που βρίσκεται στην κατοχή επιχειρηματία την 1η Μαΐου 2004 ως πλεονάζοντος αποθέματος.
78. Νομίζω ότι η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική.
79. Όπως προανέφερα, τα μεταβατικά μέτρα του κανονισμού 1972/2003 αποσκοπούν στο να αποτρέψουν την εκτροπή του εμπορίου, λόγω τεχνητών μετακινήσεων προϊόντων που δεν αποτελούν μέρος των κανονικών αποθεμάτων του κράτους που πρόκειται να προσχωρήσει ή λόγω της συσσώρευσης πλεονάζοντος αποθέματος από την εθνική παραγωγή επ’ ευκαιρία της προσχώρησης, εκτροπή η οποία μπορεί να διαταράξει τις κοινές οργανώσεις των αγορών (18).
80. Ομοίως, ο κανονισμός αυτός προβλέπει διαδικασία για τον υπολογισμό των εν λόγω πλεοναζόντων αποθεμάτων, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να ληφθούν υπόψη πλείονες παράγοντες από κοινού. Μεταξύ των παραγόντων αυτών περιλαμβάνονται οι συνθήκες δημιουργίας των αποθεμάτων και οι εμπορικές συναλλαγές που διεξάγονταν κατά τα προηγούμενα της προσχώρησης έτη.
81. Κατά συνέπεια, η κοινοτική νομοθεσία δεν απαγορεύει να θεωρηθεί το σύνολο του αποθέματος ενός επιχειρηματία ως πλεονάζον απόθεμα, εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, όπως η μειωμένη εμπορική δραστηριότητα όσον αφορά το οικείο προϊόν.
82. Η Εσθονική Κυβέρνηση εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης στα οποία στηρίζεται η υπό κρίση προδικαστική παραπομπή. Κατά την 1η Μαΐου 2004, η Balbiino είχε στην κατοχή της 1 346 kg τυριού Καμαμπέρ (camembert) και 1 338 kg τυριού Μπρι (brie). Τους μήνες που προηγήθηκαν της 1ης Μαΐου 2004, η Balbiino πώλησε το 1,8 % του Καμαμπέρ και το 2 % του Μπρι που αγόρασε κατά το χρονικό αυτό διάστημα. Αντιθέτως, κατά τα δύο έτη που ακολούθησαν την προσχώρηση (μεταξύ της 1ης Μαΐου 2004 και της 1ης Μαΐου 2006), η Balbiino δεν αγόρασε ούτε ένα κιλό από τα δύο αυτά τυριά και όλα τα αποθέματα που είχε στην κατοχή της το 2004 πωλήθηκαν κατά το τέλος του 2005.
83. Η κατάσταση αυτή καθιστά εμφανές ότι το συνολικό απόθεμα ενός προϊόντος που κατέχει επιχειρηματίας κατά το χρονικό σημείο της προσχώρησης μπορεί να θεωρηθεί ως πλεονάζον απόθεμα αν υπάρχουν ενδείξεις ότι το απόθεμα συσσωρεύθηκε με σκοπό κινήσεις κερδοσκοπικού χαρακτήρα, για παράδειγμα αν μετά την προσχώρηση δεν πραγματοποιήθηκαν ανάλογες πωλήσεις και δεν συνέχισε η προμήθεια.
84. Κατά την προσφεύγουσα της κύριας δίκης, κάθε επιχειρηματίας έχει το δικαίωμα να αγοράσει και να πωλήσει οποιοδήποτε προϊόν και να αναλάβει δραστηριότητες ή να διαθέσει στο εμπόριο προϊόντα διαφόρων ειδών κατά τον χρόνο που κρίνει σκόπιμο. Πάντως, η ελευθερία της αγοράς περιορίζεται από το κοινοτικό δίκαιο. Στο πλαίσιο αυτό, οι επιχειρηματίες του υποψηφίου για προσχώρηση στην Ένωση κράτους μπορούν να συσσωρεύσουν αποθέματα γεωργικών προϊόντων, αλλά το γεγονός ότι τα πλεονάζοντα αποθέματα γεωργικών προϊόντων πρέπει να εξαλειφθούν (στην περίπτωση της ζάχαρης) ή υπόκεινται σε επιβάρυνση ενδέχεται να λειτουργεί αποτρεπτικά.
85. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι το σύνολο του αποθέματος του γεωργικού προϊόντος που βρισκόταν στην κατοχή επιχειρηματία την 1η Μαΐου 2004 θεωρείται ως το πλεονάζον απόθεμά του που συνάδει προς τον σκοπό του κανονισμού (ΕΚ) 1972/2003, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω περιγραφείσες συνθήκες.
4. Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα
86. Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα αφορά το βάρος αποδείξεως σχετικά με τον υπολογισμό των πλεοναζόντων αποθεμάτων γεωργικών προϊόντων. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν συνάδει προς το άρθρο 4 του κανονισμού 1972/2003 και προς το άρθρο 6 του κανονισμού 60/2004 ρύθμιση κατά την οποία ο επιχειρηματίας που είχε αναπτύξει δραστηριότητα σε σχέση με το οικείο γεωργικό προϊόν για λιγότερο από ένα έτος πριν την 1η Μαΐου 2004 είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ότι το ύψος του αποθέματος του γεωργικού προϊόντος που είχε στην κατοχή του την 1η Μαΐου 2004 αντιστοιχούσε στο ύψος του αποθέματος του γεωργικού προϊόντος που κανονικά θα παρήγε, θα πωλούσε ή θα μεταβίβαζε καθ’ οποιονδήποτε άλλο τρόπο ή θα αποκτούσε έναντι αντιπαροχής ή χωρίς αντιπαροχή (19).
87. Ουδείς εκ των προπαρατεθέντων δύο κανονισμών ρυθμίζει το βάρος αποδείξεως. Η σιωπή αυτή παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να ρυθμίσουν το ζήτημα αυτό κατά τον πλέον σκόπιμο κατά την κρίση τους τρόπο, σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, υπό την προϋπόθεση ότι δεν διακυβεύεται η πραγματοποίηση των σκοπών των ευρωπαϊκών διατάξεων.
88. Επιπλέον, όταν το κράτος δεν διαθέτει στοιχεία σύγκρισης για να καθορίσει το «κανονικό» επίπεδο των αποθεμάτων, φαίνεται εύλογο να υποχρεούται ο ενδιαφερόμενος να αποδείξει ο ίδιος τα σχετικά αριθμητικά στοιχεία.
89. Επειδή στο πρώτο σκέλος του ερωτήματος πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση, δεν είναι αναγκαίο να αναλυθεί το δεύτερο σκέλος.
5. Το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα
90. Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα ερωτάται κατά πόσον η επιβολή επιβάρυνσης επί του πλεονάζοντος αποθέματος στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι ο επιχειρηματίας έχει την 1η Μαΐου 2004 πλεονάζον απόθεμα, αλλά ο επιχειρηματίας αυτός αποδεικνύει ότι δεν έχει αποκομίσει από την εμπορία του πλεονάζοντος αποθέματος μετά την 1η Μαΐου 2004 κανένα πραγματικό όφελος με τη μορφή κάποιας διαφοράς τιμής συνάδει προς τους προπαρατεθέντες κοινοτικούς κανονισμούς.
91. Πρόκειται, επομένως, για τη διαπίστωση του κατά πόσον ο επιχειρηματίας πρέπει να έχει αποκομίσει πραγματικό όφελος για να είναι δυνατή η επιβολή επιβάρυνσης επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων.
92. Οι κανονισμοί δεν προβλέπουν σχετική προϋπόθεση, πράγμα το οποίο έχει καθοριστική σημασία. Από το γράμμα τους προκύπτει ότι ο σκοπός της επιβάρυνσης δεν είναι να τιμωρηθεί ο επιχειρηματίας που προβαίνει σε κερδοσκοπικές κινήσεις, αλλά να αποτραπεί το ενδεχόμενο να προκαλέσει η συμπεριφορά αυτή διαταράξεις στις γεωργικές αγορές. Πάντως, η επιβάρυνση αυτή δεν αποσκοπεί μόνο στην εξουδετέρωση των ωφελημάτων που αποκόμισαν οι επιχειρηματίες που είχαν συστήσει πλεονάζοντα αποθέματα σε χαμηλές τιμές, αλλά και στην πρόληψη δημιουργίας αποθεμάτων χάριν κερδοσκοπίας (20).
93. Κατά συνέπεια, το αποτρεπτικό μέτρο πρέπει να εφαρμοστεί σε κάθε δραστηριότητα εν δυνάμει ικανή να προκαλέσει τις διαταράξεις αυτές, ανεξαρτήτως των ωφελημάτων που άντλησε ο επιχειρηματίας.
Β – Οι συνέπειες της λήξης της ισχύος του κανονισμού επί των εθνικών μέτρων σχετικά με την επιβάρυνση
94. Ανεξαρτήτως του συστήματος προσδιορισμού των πλεοναζόντων αποθεμάτων γεωργικών προϊόντων, το Tallinna Halduskohus υποβάλλει ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του άρθρου 10 του κανονισμού 1972/2003, δυνάμει του οποίου ο εν λόγω κανονισμός έχει εφαρμογή μέχρι τις 30 Απριλίου 2007. Η προβληματική ανέκυψε λόγω του ότι η πράξη καταλογισμού, με την οποία κοινοποιήθηκε στη Balbiino το ποσό της επιβάρυνσης επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων που οφείλει να καταβάλει, εκδόθηκε κατά τον χρόνο ισχύος του κανονισμού (στις 30 Απριλίου 2007) (21), αλλά, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, η οφειλή καθίστατο ληξιπρόθεσμη σε μεταγενέστερη προθεσμία, εφόσον δεν προβλέπεται προθεσμία προς αξίωση της καταβολής.
95. Νομίζω ότι οι εσθονικές διατάξεις που αφορούν το ληξιπρόθεσμο των φορολογικών οφειλών δεν ασκούν επιρροή συναφώς. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, εντός της τριετούς προθεσμίας μεταξύ της προσχώρησης και της λήξης της ισχύος του κανονισμού, τα κράτη μέλη έπρεπε να καθορίσουν την επιβάρυνση των πλεοναζόντων αποθεμάτων, να εντοπίσουν τον όγκο και τους κατόχους των αποθεμάτων αυτών και να εισπράξουν τις επιβαρύνσεις. Δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι, για οποιοδήποτε λόγο (για παράδειγμα λόγω των ιδιομορφιών του εθνικού δικαίου ή του γεγονότος ότι εκκρεμούν προσφυγές που ασκήθηκαν κατά των πράξεων καταλογισμού), δεν εισπράχθηκε κανένα από τα οφειλόμενα ποσά. Σε διαφορετική περίπτωση, οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούσαν ευχερώς να καταστρατηγήσουν την προπαρατεθείσα προθεσμία.
96. Η καθυστέρηση στην είσπραξη δεν υπονομεύει την ασφάλεια δικαίου (εφόσον η πράξη καταλογισμού έπρεπε να έχει αποσταλεί πριν από τις 30 Απριλίου 2007) ούτε θέτει σε κίνδυνο την επίτευξη των σκοπών της κοινοτικής νομοθεσίας, εφόσον το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της πρόληψης δημιουργίας αποθεμάτων επιτυγχάνεται υπό την προϋπόθεση ότι ο εθνικός νόμος θεσπίζεται εντός της τασσομένης προθεσμίας και η διαδικασία επιβολής της επιβάρυνσης αρχίζει εντός της ίδιας προθεσμίας.
97. Κατά συνέπεια, το άρθρο 10 του κανονισμού 1972/2003 δεν αποκλείει την ισχύ πράξης καταλογισμού με την οποία επιβάλλεται επιβάρυνση για το πλεονάζον απόθεμα και η οποία εκδόθηκε μεν στις 30 Απριλίου 2007, πλην όμως, κατά το εσωτερικό δίκαιο, άρχισε να παράγει τα έννομα αποτελέσματά της έναντι του επιχειρηματία μετά την ημερομηνία αυτή και δεν προβλέπεται προθεσμία για την είσπραξη της επιβάρυνσης.
VII – Πρόταση
98. Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Tallinna Halduskohus ως εξής:
«1) Οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 60/2004 της Επιτροπής, της 14ης Ιανουαρίου 2004, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων στον τομέα της ζάχαρης λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας, σε συνδυασμό με την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) 832/2005 της Επιτροπής, της 31ης Μαΐου 2005, για τον καθορισμό της πλεονάζουσας ποσότητας ζάχαρης, ισογλυκόζης και φρουκτόζης για την Τσεχική Δημοκρατία, την Εσθονία, την Κύπρο, τη Λεττονία, τη Λιθουανία, την Ουγγαρία, τη Μάλτα, την Πολωνία, τη Σλοβενία και τη Σλοβακία και το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1972/2003 της Επιτροπής, της 10ης Νοεμβρίου 2003, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων όσον αφορά τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας δεν απαγορεύουν τον καθορισμό της ποσότητας των πλεοναζόντων αποθεμάτων ενός επιχειρηματία κατ’ εφαρμογή μεθόδου που στηρίζεται στην αφαίρεση από το απόθεμα που πράγματι διέθετε ο επιχειρηματίας την 1η Μαΐου 2004 του μεταβατικού αποθέματος που ορίζεται ως ο μέσος όρος του αποθέματος που διέθετε ο επιχειρηματίας την 1η Μαΐου των τελευταίων τεσσάρων ετών της δραστηριότητάς του πριν την 1η Μαΐου 2004, πολλαπλασιαζόμενος επί τον συντελεστή 1,2, εφόσον για τον υπολογισμό αυτόν λαμβάνονται υπόψη η αύξηση του όγκου παραγωγής ή μεταποιητικής δραστηριότητας ή πωλήσεων του επιχειρηματία, ο χρόνος ωρίμανσης του οικείου γεωργικού προϊόντος, ο χρόνος σχηματισμού των αποθεμάτων καθώς η χωρητικότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης του επιχειρηματία, καθώς και άλλες περιστάσεις μη εξαρτώμενες από τη βούληση του επιχειρηματία αυτού.
Όσον αφορά τη χωρητικότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης, το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 60/2004 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η αύξηση της χωρητικότητας αυτής κατά το προηγούμενο της προσχώρησης έτος αποτελεί λόγο καθορισμού του πλεονάζοντος αποθέματος του γεωργικού προϊόντος που βρισκόταν στην κατοχή του επιχειρηματία σε χαμηλότερο επίπεδο, ανεξάρτητα από την οικονομική δραστηριότητα του επιχειρηματία και τον όγκο των μεταποιητικών δραστηριοτήτων του σε σχέση με το οικείο γεωργικό προϊόν και του αντίστοιχου αποθέματός του κατά τα έτη δραστηριότητάς του πριν την 1η Μαΐου 2004 καθώς και κατά τα δύο έτη μετά την 1η Μαΐου 2004.
2) Το γεγονός ότι το σύνολο του αποθέματος του γεωργικού προϊόντος που βρίσκεται στην κατοχή ενός επιχειρηματία την 1η Μαΐου 2004 θεωρείται ως το πλεονάζον απόθεμά του συνάδει προς τον σκοπό του κανονισμού (ΕΚ) 1972/2003, εφόσον υπάρχουν ενδείξεις ότι το απόθεμα δημιουργήθηκε χάριν κερδοσκοπίας.
3) Το άρθρο 4 του κανονισμού 1972/2003 και το άρθρο 6 του κανονισμού 60/2004 δεν απαγορεύουν την επιβολή στον επιχειρηματία που είχε αναπτύξει δραστηριότητα σε σχέση με το οικείο γεωργικό προϊόν για λιγότερο από ένα έτος πριν την 1η Μαΐου 2004 της υποχρέωσης να αποδείξει ο ίδιος ότι το ύψος του αποθέματος του γεωργικού προϊόντος που είχε στην κατοχή του την 1η Μαΐου 2004 αντιστοιχούσε στο ύψος του αποθέματος του γεωργικού προϊόντος που κανονικά θα παρήγε, θα πωλούσε ή θα μεταβίβαζε καθ’ οποιονδήποτε άλλο τρόπο ή θα αποκτούσε έναντι αντιπαροχής ή χωρίς αντιπαροχή.
4) Η επιβολή της επιβάρυνσης επί του πλεονάζοντος αποθέματος στην περίπτωση κατά την οποία ο επιχειρηματίας έχει την 1η Μαΐου 2004 πλεονάζον απόθεμα, αλλά ο επιχειρηματίας αυτός αποδεικνύει ότι δεν έχει αποκομίσει από την εμπορία του πλεονάζοντος αποθέματος μετά την 1η Μαΐου 2004 κανένα πραγματικό όφελος με τη μορφή κάποιας διαφοράς τιμής συνάδει προς τους κανονισμούς 1972/2003 και 60/2004.
5) Το άρθρο 10 του κανονισμού 1972/2003 δεν απαγορεύει την επιβολή στον επιχειρηματία της υποχρέωσης καταβολής της επιβάρυνσης για το πλεονάζον απόθεμα, με πράξη καταλογισμού που εκδόθηκε μεν κατά τη διάρκεια της ισχύος του κανονισμού –στις 30 Απριλίου 2007– αλλά άρχισε να παράγει τα αποτελέσματά της έναντι του επιχειρηματία, κατά το εσωτερικό δίκαιο, μετά τη λήξη της ισχύος του κανονισμού της Επιτροπής και το εσωτερικό δίκαιο δεν προβλέπει προθεσμία προς αξίωση της καταβολής της επιβάρυνσης.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική
2 – Ιδίως ως προς τον κανονισμό (ΕΚ) 3108/94 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τα μεταβατικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν, λόγω της προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας, όσον αφορά το εμπόριο γεωργικών προϊόντων (ΕΕ L 328, σ. 42).
3 – Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2002, C-179/00 (Συλλογή 2002, σ. I-501, ιδίως στη σκέψη 19).
4 – Πρόκειται για τις υποθέσεις T-257/04, Πολωνία κατά Επιτροπής· T-258/04, Πολωνία κατά Επιτροπής· T-300/05, Κύπρος κατά Επιτροπής· T-316/05, Κύπρος κατά Επιτροπής· T-324/05, Εσθονία κατά Επιτροπής· T-247/07, Σλοβακία κατά Επιτροπής· T-248/07, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, και T-262/07, Λιθουανία κατά Επιτροπής.
5 – Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατία της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2003, L 236, σ. 33).
6 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 10ης Νοεμβρίου 2003, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων όσον αφορά τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας (ΕΕ L 293, σ. 3).
7 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 14ης Ιανουαρίου 2004, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων στον τομέα της ζάχαρης λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ L 9, σ. 8).
8 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 31ης Μαΐου 2005, για τον καθορισμό της πλεονάζουσας ποσότητας ζάχαρης, ισογλυκόζης και φρουκτόζης για την Τσεχική Δημοκρατία, την Εσθονία, την Κύπρο, τη Λεττονία, τη Λιθουανία, την Ουγγαρία, τη Μάλτα, την Πολωνία, τη Σλοβενία και τη Σλοβακία (ΕΕ L 138, σ. 3).
9 – Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2007, C-161/06 (Συλλογή 2007, σ. I-10841).
10 – Απόφαση Skoma-Lux (προπαρατεθείσα, σκέψη 59).
11 – Οποιαδήποτε ένσταση εσωτερικού δικαίου όσον αφορά την ισχύ ή την εφαρμογή του ÜLTS (για παράδειγμα η καθυστερημένη δημοσίευση του ÜLTS την οποία η Balbiino προβάλλει στα σημεία 22 και 23 των παρατηρήσεών της) μπορεί να προβληθεί μόνον ενώπιον του εθνικού δικαστή.
12 – Όσον αφορά την εξουσία εκτίμησης των κρατών μελών στο πλαίσιο της εφαρμογής και της εξέλιξης των κοινοτικών κανονισμών, βλ. αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 1978, 31/78, Βussone (Συλλογή τόμος 1978, σ. 775, σκέψη 16)· της 20ής Ιουνίου 2002, C-313/99, Mulligan κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I-5719, σκέψη 33), και της 24ης Απριλίου 2008, C-55/06, Arcor (Συλλογή 2008, σ. Ι-2931, σκέψη 140).
13 – Το προδικαστικό ερώτημα αναφέρει, μεταξύ των κρίσιμων συναφώς διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 60/2004. Θα ήταν, πάντως, ορθότερο να γίνει μνεία της παραγράφου 3 του ιδίου αυτού άρθρου, εφόσον πρόκειται για την αξιολόγηση της ορθότητας μιας μεθόδου υπολογισμού των πλεοναζόντων αποθεμάτων κάθε επιχειρηματία και όχι για τον προσδιορισμό του συνόλου των πλεοναζόντων αποθεμάτων κάθε κράτους μέλους, τον οποίο αφορά η παράγραφος 1.
14 – Ο μέσος όρος που προκύπτει από την αφαίρεση αυτή καλείται «μεταβατικό απόθεμα».
15 – Ο όγκος παραγωγής της βιομηχανίας τροφίμων αυξήθηκε το 2004 κατά 20,7 % σε σχέση με το έτος 2000.
16 – Το γράμμα του κανονισμού 3108/94, ο οποίος θεσπίσθηκε ενόψει της διεύρυνσης του 1994, ήταν σαφέστερο. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, αναφερόταν στην ανάγκη να ληφθούν υπόψη «τα ρεύματα των συναλλαγών κατά τα έτη που προηγήθηκαν της ένταξης».
17 – Πριν από την 1η Μαΐου, το απόθεμα ζάχαρης της Balbiino αντιπροσώπευε το 0,9 % έως 2,4 % μόνο του όγκου μεταποιητικής δραστηριότητας του οικείου έτους, επειδή ο επιχειρηματίας δεν διέθετε αρκετά μεγάλες δικές του αποθήκες, ώστε να αποθηκεύει τις αναγκαίες ποσότητες ζάχαρης,. Την 1η Μαΐου 2005, το απόθεμα ζάχαρης αντιπροσώπευε και πάλι μόνο το 3,0 % του όγκου μεταποιητικής δραστηριότητας εκείνου του έτους (από 1η Μαΐου 2005 μέχρι 1η Μαΐου 2006), δηλαδή 9,7 φορές λιγότερο από ό,τι την 1η Μαΐου 2004.
18 – Τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
19 – Προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι το μόνο άρθρο του ÜLTS το οποίο περιέχει ρύθμιση παρεμφερή προς την υπό κρίση δεν αφορά τους επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται το τελευταίο έτος, αλλά όσους δραστηριοποιούνταν τουλάχιστον τα τελευταία τέσσερα έτη (άρθρο 6, παράγραφος 2). Η διαπίστωση αυτή δεν ασκεί επιρροή στην προτεινόμενη απάντηση.
20 – Με την απόφαση Weidacher (προπαρατεθείσα, σκέψη 22) αποφάνθηκε υπό την έννοια αυτή όσον αφορά τον κανονισμό 3108/94.
21 – Η πράξη καταλογισμού παραδόθηκε στις ταχυδρομικές υπηρεσίες την ίδια αυτή ημερομηνία.
Full & Egal Universal Law Academy