Υπόθεση C-33/07
Ministerul Administraţiei şi Internelor – Direcţia Generală de Paşapoarte Bucureşti
κατά
Gheorghe Jipa
(αίτηση του Tribunalul Dâmboviţa
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Ιθαγένεια της Ενώσεως – Άρθρο 18 ΕΚ – Οδηγία 2004/38/ΕΚ – Δικαίωμα των πολιτών της Ενώσεως και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ιθαγένεια της Ευρωπαϊκής Ενώσεως – Διατάξεις της Συνθήκης – Προσωπικό πεδίο εφαρμογής
(Άρθρα 17 § 1 ΕΚ και 18 ΕΚ)
2. Ιθαγένεια της Ευρωπαϊκής Ενώσεως – Δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και παραμονής στο έδαφος των κρατών μελών – Οδηγία 2004/38
(Άρθρο 18 ΕΚ· οδηγία 2004/38 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 27)
1. Ο υπήκοος κράτους μέλους ο οποίος έχει επαναπατριστεί από άλλο κράτος μέλος έχει την ιδιότητα του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 1, ΕΚ, και, επομένως, μπορεί να επικαλείται, ακόμη και έναντι του κράτους μέλους καταγωγής του, τα απορρέοντα από την ιδιότητα αυτή δικαιώματα, μεταξύ δε άλλων το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, όπως προβλέπει το άρθρο 18 ΕΚ. Συναφώς, το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας περιλαμβάνει τόσο το δικαίωμα των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως να μεταβαίνουν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος καταγωγής τους όσο και το δικαίωμα να αναχωρούν από το τελευταίο. Πράγματι, οι θεμελιώδεις ελευθερίες τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη ΕΚ θα καθίσταντο κενές περιεχομένου αν το κράτος καταγωγής μπορούσε να απαγορεύει χωρίς βάσιμη δικαιολογία στους υπηκόους του να αποχωρούν από το έδαφός του προκειμένου να μεταβούν σε άλλο κράτος μέλος.
(βλ. σκέψεις 17-18)
2. Τα άρθρα 18 ΕΚ και 27 της οδηγίας 2004/38, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221, 68/360, 72/194, 73/148, 75/34, 75/35, 90/364, 90/365 και 93/96, δεν εμποδίζουν την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως επιτρέπουσας τον περιορισμό δικαιώματος υπηκόου κράτους μέλους να μεταβαίνει στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ιδίως με την αιτιολογία ότι είχε επαναπατριστεί προηγουμένως από αυτό λόγω της «παράνομης διαμονής» του εκεί, υπό την προϋπόθεση ότι, αφενός, η προσωπική συμπεριφορά τού εν λόγω υπηκόου αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας και ότι, αφετέρου, το σκοπούμενο περιοριστικό μέτρο είναι ικανό να εξασφαλίσει την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί.
Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, ένα μέτρο περιορίζον την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας πρέπει να λαμβάνεται με γνώμονα σκέψεις συνδεόμενες ειδικά με την προστασία της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας του κράτους μέλους που λαμβάνει το εν λόγω μέτρο. Το μέτρο αυτό δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε λόγους που επικαλείται άλλο κράτος μέλος προκειμένου να δικαιολογήσει μιαν απόφαση απομακρύνσεως κοινοτικού υπηκόου από το έδαφος του τελευταίου αυτού κράτους, χωρίς όμως να αποκλείεται το ενδεχόμενο να μπορούν να λαμβάνονται υπόψη τέτοιοι λόγοι στο πλαίσιο της εκτιμήσεως στην οποία προβαίνουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές προκειμένου να λάβουν το οικείο μέτρο περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας.
(βλ. σκέψεις 25, 28, 30 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 10ης Ιουλίου 2008 (*)
«Ιθαγένεια της Ενώσεως – Άρθρο 18 ΕΚ – Οδηγία 2004/38/ΕΚ – Δικαίωμα των πολιτών της Ενώσεως και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών»
Στην υπόθεση C-33/07,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Tribunalul Dâmboviţa (Ρουμανία) με απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Ιανουαρίου 2007, στο πλαίσιο της δίκης
Ministerul Administraţiei şi Internelor – Direcţia Generală de Paşapoarte Bucureşti
κατά
Gheorghe Jipa,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, A. Tizzano (εισηγητή), A. Borg Barthet, M. Ilešič και E. Levits, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mazák
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Ρουμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την E. Ganea,
– η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις Ε. Σκανδάλου και Γ. Παπαγιάννη,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τις D. Maidani και I. Trifa,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Φεβρουαρίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 18 ΕΚ και 27 της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ L 158, σ. 77, και διορθωτικό στην ΕΕ L 229, σ. 35).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς αφορώσας αίτημα που υπέβαλε το Ministerul Administraţiei şi Internelor – Direcţia Generală de Paşapoarte Bucureşti (Υπουργείο Δημόσιας Διοίκησης και Εσωτερικών – Γενική Διεύθυνση Διαβατηρίων Βουκουρεστίου, στο εξής: Υπουργείο) με σκοπό την έκδοση αποφάσεως του Tribunalul Dâmboviţa απαγορεύουσας για χρονικό διάστημα μέχρι τριών ετών στον G. Jipa, Ρουμάνο υπήκοο, τη μετάβασή του στο Βέλγιο.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 προβλέπει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων επί των ταξιδιωτικών εγγράφων που ισχύουν για τους εθνικούς συνοριακούς ελέγχους, όλοι οι πολίτες της Ένωσης οι οποίοι φέρουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο καθώς και τα μέλη της οικογενείας τους, που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, τα οποία φέρουν ισχύον διαβατήριο, έχουν το δικαίωμα να εγκαταλείπουν το έδαφος κράτους μέλους προκειμένου να μεταβούν σε άλλο κράτος μέλος.»
4 Δυνάμει του άρθρου 27, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2004/38:
«1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν περιορισμούς στην ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών της οικογένειάς τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας. Δεν μπορεί να γίνεται επίκληση των λόγων αυτών για την εξυπηρέτηση οικονομικών σκοπών.
2. Κάθε μέτρο που λαμβάνεται για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας πρέπει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και να θεμελιώνεται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του [ενδιαφερομένου] ατόμου. Προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν αποτελούν αφ’ εαυτών λόγους για τη λήψη τέτοιων μέτρων.
Η προσωπική συμπεριφορά του [ενδιαφερομένου] ατόμου πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Αιτιολογίες που δεν συνδέονται με τα στοιχεία της υπόθεσης ή στηρίζονται σε εκτιμήσεις γενικής πρόληψης δεν γίνονται αποδεκτές.»
Η εθνική νομοθεσία
5 Το άρθρο 1 της Συμφωνίας του 1995 μεταξύ της Κυβερνήσεως της Ρουμανίας, αφενός, και των Κυβερνήσεων του Βασιλείου του Βελγίου, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, αφετέρου, περί επανεισδοχής προσώπων τελούντων σε κατάσταση παρανομίας, το οποίο εγκρίθηκε με την πράξη 825/1995 (Monitorul Oficial al României αριθ. 241, της 20ής Οκτωβρίου 1995, στο εξής: Συμφωνία επανεισδοχής), προβλέπει τα εξής:
«Η Κυβέρνηση της Ρουμανίας δέχεται την επάνοδο στο έδαφός της, κατόπιν αιτήματος των Κυβερνήσεων του Βελγίου, του Λουξεμβούργου ή των Κάτω Χωρών, άνευ άλλων τυπικών διατυπώσεων, οποιουδήποτε ατόμου το οποίο δεν πληροί ή έπαυσε να πληροί τις ισχύουσες στο έδαφος του Βελγίου, του Λουξεμβούργου ή των Κάτω Χωρών προϋποθέσεις εισόδου ή διαμονής, καθόσον έχει αποδειχθεί ή τεκμαίρεται ότι το εν λόγω άτομο έχει τη ρουμανική ιθαγένεια.»
6 Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, του νόμου 248 της 20ής Ιουλίου 2005, σχετικά με το καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας Ρουμάνων πολιτών στο εξωτερικό (Monitorul Oficialal României αριθ. 682, της 29ης Ιουλίου 2005), ως έχει στη διαφορά της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος 248/2005), ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος των Ρουμάνων πολιτών να κυκλοφορούν ελεύθερα στην αλλοδαπή επιτρέπονται μόνον προσωρινώς στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο παρών νόμος και συνίστανται στην αναστολή ή, κατά περίπτωση, στην επιβολή περιοριστικών όρων ασκήσεως του ανωτέρω δικαιώματος.
[...]
3. Ο περιορισμός στην άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας στην αλλοδαπή έγκειται στην προσωρινή απαγόρευση της μεταβάσεως σε συγκεκριμένα κράτη, η οποία διατάσσεται από τις αρμόδιες ρουμανικές αρχές υπό τους όρους του παρόντος νόμου.»
7 Το άρθρο 38 του νόμου 248/2005 έχει ως ακολούθως:
«Ο περιορισμός στην άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας στην αλλοδαπή των Ρουμάνων πολιτών επιτρέπεται για περίοδο τριών ετών κατ’ ανώτατο όριο και εφόσον πρόκειται:
a) για άτομο το οποίο επαναπατρίστηκε από ένα κράτος δυνάμει συμφωνίας περί επανεισδοχής συναφθείσας μεταξύ της Ρουμανίας και του οικείου κράτους·
b) για άτομο, η παρουσία του οποίου στο έδαφος συγκεκριμένου κράτους θα μπορούσε να βλάψει σοβαρά τα συμφέροντα της Ρουμανίας, εξαιτίας της δραστηριότητας στην οποία επιδίδεται ή ενδέχεται να επιδίδεται το εν λόγω άτομο, ή, κατά περίπτωση, τις διμερείς σχέσεις μεταξύ της Ρουμανίας και του οικείου κράτους.»
8 Το άρθρο 39 του νόμου 248/2005 ορίζει τα ακόλουθα:
«Στην προβλεπόμενη από το άρθρο 38, στοιχείο a, περίπτωση, το σχετικό μέτρο διατάσσεται, κατόπιν αιτήματος της Γενικής Διευθύνσεως Διαβατηρίων, σε σχέση με το κράτος από το οποίο επαναπατρίστηκε το εμπλεκόμενο άτομο, από το δικαστήριο στου οποίου την περιφέρεια έχει την κατοικία του το άτομο αυτό, ή, σε περίπτωση διαμονής στην αλλοδαπή, από το Tribunalul Bucureşti.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
9 Ο G. Jipa αναχώρησε από τη Ρουμανία στις 10 Σεπτεμβρίου 2006 για να μεταβεί στο Βασίλειο του Βελγίου. Στις 26 Νοεμβρίου 2006, λόγω της «παράνομης διαμονής» του στο κράτος μέλος αυτό, επαναπατρίστηκε στη Ρουμανία σύμφωνα με τη Συμφωνία επανεισδοχής.
10 Στις 11 Ιανουαρίου 2007 το Υπουργείο υπέβαλε στο Tribunalul Dâmboviţa αίτημα, σύμφωνα με τα άρθρα 38 και 39 του νόμου 248/2005, προς λήψη μέτρου απαγορεύοντος στον G. Jipa να μεταβεί στο Βέλγιο για χρονικό διάστημα μέχρι τριών ετών.
11 Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το αίτημα του Υπουργείου δεν διευκρινίζει τη φύση της «παράνομης διαμονής» που οδήγησε στην επανεισδοχή του G. Jipa.
12 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunalul Dâmboviţa αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει την έννοια το άρθρο [18 ΕΚ] […] ότι προσκρούουν σ’ αυτό τα εμπόδια που παρεμβάλλει η ρουμανική νομοθεσία σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των ατόμων (δυνάμει των άρθρων 38 και 39 του [νόμου 248/2005]);
2) α) Συνιστούν οι διατάξεις των άρθρων 38 και 39 του [νόμου 248/205] εμπόδιο στην κατοχυρωμένη με το άρθρο 18 EK ελεύθερη κυκλοφορία των ατόμων, καθόσον παρεμποδίζουν ένα άτομο (Ρουμάνο πολίτη και ήδη πολίτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως) να κυκλοφορεί ελεύθερα εντός άλλου κράτους (εν προκειμένω μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως);
β) Μπορεί να προβλέπει ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (εν προκειμένω η Ρουμανία) περιορισμό της ασκήσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους;
3) α) Περιλαμβάνεται στους λόγους “δημοσίας τάξεως” ή “δημοσίας ασφαλείας”, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 27 της οδηγίας 2004/38/ΕΚ, η “παράνομη διαμονή” την οποία προβλέπει η πράξη 825/2005 της [Ρουμανικής] Κυβερνήσεως, περί εγκρίσεως της [Συμφωνίας επανεισδοχής] (δυνάμει της οποίας διατάχθηκε η επανεισδοχή του εναγομένου τελούντος σε μια τέτοια κατάσταση), ώστε να υφίσταται η δυνατότητα λήψεως μέτρων περιοριστικών της ελεύθερης κυκλοφορίας ενός τέτοιου ατόμου;
β) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, έχουν την έννοια οι διατάξεις του άρθρου 27 της οδηγίας 2004/38/ΕΚ […] ότι τα κράτη μέλη δύνανται να θέτουν περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία και στη διαμονή των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως για λόγους “δημόσιας τάξεως” και “δημόσιας ασφαλείας” άνευ ετέρου και χωρίς να εξετάζεται η “προσωπική συμπεριφορά” του ενδιαφερομένου;».
13 Το αιτούν δικαστήριο, κρίνοντας ότι το ερώτημα αυτό χρήζει επείγουσας απαντήσεως από το Δικαστήριο, λαμβανομένου υπόψη του ότι ο G. Jipa πρέπει να είναι σε θέση να ασκήσει το δικαίωμά του της ελεύθερης κυκλοφορίας ή να γνωρίσει το ταχύτερο δυνατόν αν έχει περιορισμένη μόνο δυνατότητα να το ασκήσει, ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδικάσει την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως βάσει της ταχείας διαδικασίας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 104α, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας.
14 Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση αυτή με διάταξη της 3ης Απριλίου 2007, με την αιτιολογία ότι δεν πληρούνταν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου 104α, πρώτο εδάφιο.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
15 Με τα ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν τα άρθρα 18 ΕΚ και 27 της οδηγίας 2004/38 απαγορεύουν εθνική νομοθεσία επιτρέπουσα τον περιορισμό του δικαιώματος υπηκόου κράτους μέλους να μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος, ιδίως με την αιτιολογία ότι είχε επαναπατριστεί προηγουμένως λόγω της «παράνομης διαμονής» του στο κράτος αυτό.
16 Με τις γραπτές παρατηρήσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ρουμανική και η Ελληνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, συμφωνούν ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στα ερωτήματα αυτά.
17 Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, ως Ρουμάνος υπήκοος, ο G. Jipa έχει την ιδιότητα του πολίτη της Ενώσεως, δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 1, ΕΚ, και, επομένως, μπορεί να επικαλείται, ακόμη και έναντι του κράτους μέλους καταγωγής του, τα απορρέοντα από την ιδιότητα αυτή δικαιώματα, μεταξύ δε άλλων το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, όπως προβλέπει το άρθρο 18 ΕΚ (βλ., επ’ αυτού, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C-184/99, Grzelczyk, C-184/99, Συλλογή 2001, σ. I-6193, σκέψεις 31 έως 33· της 26ης Οκτωβρίου 2006, C-192/05, Tas-Hagen και Tas, C-192/05, Συλλογή 2006, σ. I-10451, σκέψη 19, καθώς και της 23ης Οκτωβρίου 2007, C-11/06 και C-12/06, Morgan και Bucher, Συλλογή 2007, σ. I-9161, σκέψεις 22 και 23).
18 Στη συνέχεια, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 35 των προτάσεών του, το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας περιλαμβάνει τόσο το δικαίωμα των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως να μεταβαίνουν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος καταγωγής τους όσο και το δικαίωμα να αναχωρούν από το τελευταίο. Πράγματι, όπως το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να υπογραμμίσει, οι θεμελιώδεις ελευθερίες τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη ΕΚ θα καθίσταντο κενές περιεχομένου αν το κράτος καταγωγής μπορούσε να απαγορεύει χωρίς βάσιμη δικαιολογία στους υπηκόους του να αποχωρούν από το έδαφός του προκειμένου να μεταβούν σε άλλο κράτος μέλος (βλ. κατ’ αναλογία, στον τομέα της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 81/87, Daily Mail and General Trust, 81/87, Συλλογή 1988, σ. 5483, σκέψη 16· της 14ης Ιουλίου 1994, C-379/92, Peralta, C-379/92, Συλλογή 1994, σ. I-3453, σκέψη 31, και της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman, C-415/93, Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 97).
19 Εξάλλου, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 προβλέπει ρητά ότι κάθε πολίτης της Ενώσεως κάτοχος ισχύοντος δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου έχει το δικαίωμα να εγκαταλείπει το έδαφος κράτους μέλους προκειμένου να μεταβεί σε άλλο κράτος μέλος.
20 Επομένως, κατάσταση όπως αυτή του εναγομένου της κύριας δίκης, όπως περιγράφεται στις σκέψεις 9 και 10 της παρούσας αποφάσεως, εμπίπτει στο δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και ελεύθερης διαμονής των πολιτών της Ενώσεως εντός των κρατών μελών.
21 Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ενώσεως δεν είναι απεριόριστο, αλλά ασκείται υπό τους περιορισμούς και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη Συνθήκη, καθώς και από τις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της (βλ. επ’ αυτού, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Απριλίου 2000, C-356/98, Kaba, C-356/98, Συλλογή 2000, σ. I-2623, σκέψη 30· της 6ης Μαρτίου 2003, C-466/00, Kaba, C-466/00, Συλλογή 2003, σ. I-2219, σκέψη 46, και της 10ης Απριλίου 2008, C-398/06, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 27).
22 Όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, οι ως άνω περιορισμοί και προϋποθέσεις απορρέουν, ειδικότερα, από το άρθρο 27, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, διάταξη που παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να περιορίζουν την ελευθερία κυκλοφορίας των πολιτών της Ενώσεως ή των μελών των οικογενειών τους, μεταξύ άλλων για λόγους δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας.
23 Συναφώς, το Δικαστήριο έχει πάντοτε υπογραμμίσει ότι, μολονότι κατ’ ουσίαν τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να καθορίζουν τις απαιτήσεις της δημοσίας τάξεως και της δημοσίας ασφαλείας σύμφωνα με τις εθνικές τους ανάγκες, οι οποίες μπορούν να διαφέρουν ανάλογα με το κράτος μέλος και τη χρονική περίοδο, εντούτοις, σε κοινοτικό πλαίσιο και, ιδίως, ως δικαιολογία για παρέκκλιση από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των ατόμων, οι ανάγκες αυτές πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς, ώστε το περιεχόμενό τους να μην μπορεί να καθορίζεται μονομερώς από κάθε κράτος μέλος χωρίς τον έλεγχο των οργάνων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 28ης Οκτωβρίου 1975, 36/75, Rutili, Συλλογή τόμος 1975, σ. 367, σκέψεις 26 και 27· της 27ης Οκτωβρίου 1977, 30/77, Bouchereau, Συλλογή τόμος 1977, σ. 617, σκέψεις 33 και 34· της 14ης Μαρτίου 2000, C-54/99, Église de scientologie, Συλλογή 2000, σ. I-1335, σκέψη 17, καθώς και της 14ης Οκτωβρίου 2004, C-36/02, Omega, Συλλογή 2004, σ. I-9609, σκέψεις 30 και 31). Έτσι, η νομολογία δέχεται ειδικότερα ότι η έννοια της δημοσίας τάξεως προϋποθέτει, εν πάση περιπτώσει, εκτός της κοινωνικής διαταραχής που συνιστά κάθε παράβαση του νόμου, την ύπαρξη πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής σε βάρος θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας (βλ., μεταξύ άλλων, προαναφερθείσες αποφάσεις Rutili, σκέψη 28· Bouchereau, σκέψη 35, καθώς και απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C-482/01 και C-493/01, Ορφανόπουλος και Oliveri, Συλλογή 2004, σ. I-5257, σκέψη 66).
24 Η ύπαρξη τέτοιων παρεκκλίσεων από την ως άνω θεμελιώδη αρχή τις οποίες μπορεί να επικαλείται κάθε κράτος μέλος συνεπάγεται, ιδίως, όπως προκύπτει από το άρθρο 27, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38, ότι για να δικαιολογούνται τα σχετικά μέτρα δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας πρέπει να στηρίζονται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου, αποκλειομένων των λόγων οι οποίοι δεν συνδέονται άμεσα με την οικεία περίπτωση ή των λόγων γενικής προλήψεως.
25 Πρέπει να προστεθεί ότι, όπως ορθά σημείωσαν η Ρουμανική Κυβέρνηση, η Επιτροπή και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 43 των προτάσεών του, κάθε μέτρο περιορίζον την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας πρέπει να λαμβάνεται με γνώμονα σκέψεις συνδεόμενες ειδικά με την προστασία της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας του κράτους μέλους που λαμβάνει το εν λόγω μέτρο. Το μέτρο αυτό δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε λόγους που επικαλείται άλλο κράτος μέλος προκειμένου να δικαιολογήσει, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, μιαν απόφαση απομακρύνσεως κοινοτικού υπηκόου από το έδαφος του τελευταίου αυτού κράτους, χωρίς όμως να αποκλείεται το ενδεχόμενο να μπορούν να λαμβάνονται υπόψη τέτοιοι λόγοι στο πλαίσιο της εκτιμήσεως στην οποία προβαίνουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές προκειμένου να λάβουν το οικείο μέτρο περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2006, C-503/03, Επιτροπή κατά Ισπανία, Συλλογή 2006, σ. I-1097, σκέψη 53).
26 Με άλλα λόγια, σε μια κατάσταση όπως αυτή της κύριας δίκης, το κράτος μέλος καταγωγής πολίτη της Ενώσεως δεν μπορεί να λάβει υπόψη το γεγονός ότι αυτός έχει επαναπατριστεί από άλλο κράτος μέλος όπου διέμενε παρανόμως, προκειμένου να περιορίσει το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας του εν λόγω πολίτη παρά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η προσωπική συμπεριφορά του τελευταίου συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, θίγουσα θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας.
27 Όμως, η κατάσταση που οδήγησε στη διαφορά της κύριας δίκης δεν φαίνεται να πληροί τις προϋποθέσεις που υπενθυμίζονται στις σκέψεις 22 έως 26 της παρούσας αποφάσεως. Ειδικότερα, η δικογραφία που διαβίβασε στο Δικαστήριο το αιτούν δικαστήριο και οι γραπτές παρατηρήσεις της Ρουμανικής Κυβερνήσεως δίδουν την εντύπωση ότι το αίτημα του Υπουργείου προς περιορισμό του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας του G. Jipa στηρίζεται αποκλειστικά στο μέτρο επαναπατρισμού του τελευταίου από το έδαφος του Βασιλείου του Βελγίου λόγω της «παράνομης διαμονής» του στο κράτος μέλος αυτό, χωρίς καμία συγκεκριμένη εκτίμηση της προσωπικής συμπεριφοράς του ενδιαφερομένου και χωρίς καμία αναφορά σε κάποια απειλή την οποία θα μπορούσε να συνιστά ο ενδιαφερόμενος για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια. Η Ρουμανική Κυβέρνηση διευκρινίζει εξάλλου, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι ούτε η απόφαση των βελγικών αρχών με την οποία διατάχθηκε ο επαναπατρισμός του G. Jipa στηριζόταν σε λόγους δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας.
28 Εντούτοις, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να προβεί στις αναγκαίες προς τούτο διαπιστώσεις βάσει των πραγματικών και νομικών στοιχείων τα οποία στήριξαν, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το αίτημα του Υπουργείου προς περιορισμό του δικαιώματος εξόδου του G. Jipa από τη χώρα.
29 Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει επίσης να προσδιορίσει αν ο εν λόγω περιορισμός του δικαιώματος εξόδου είναι ικανός να εξασφαλίσει την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο. Πράγματι, από το άρθρο 27, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38, καθώς και από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ένα μέτρο που περιορίζει το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας δεν μπορεί να δικαιολογείται παρά μόνον αν είναι σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας (βλ. επ’ αυτού, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 2ας Αυγούστου 1993, C-259/91, C-331/91 και C-332/91, Alluè κ.λπ., Συλλογή 1993, σ. I-4309, σκέψη 15· της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C-413/99, Baumbast και R, Συλλογή 2002, σ. I-7091, σκέψη 91, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2002, C-100/01, Oteiza Olazabal, Συλλογή 2002, σ. I-10981, σκέψη 43).
30 Επομένως, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 18 ΕΚ και 27 της οδηγίας 2004/38 δεν εμποδίζουν την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως επιτρέπουσας τον περιορισμό δικαιώματος υπηκόου κράτους μέλους να μεταβαίνει στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ιδίως με την αιτιολογία ότι είχε επαναπατριστεί προηγουμένως από αυτό λόγω της «παράνομης διαμονής» του εκεί, υπό την προϋπόθεση ότι, αφενός, η προσωπική συμπεριφορά του εν λόγω υπηκόου αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας και ότι, αφετέρου, το σκοπούμενο περιοριστικό μέτρο είναι ικανό να εξασφαλίσει την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Τα άρθρα 18 ΕΚ και 27 της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ, δεν εμποδίζουν την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως επιτρέπουσας τον περιορισμό δικαιώματος υπηκόου κράτους μέλους να μεταβαίνει στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ιδίως με την αιτιολογία ότι είχε επαναπατριστεί προηγουμένως από αυτό λόγω της «παράνομης διαμονής» του εκεί, υπό την προϋπόθεση ότι, αφενός, η προσωπική συμπεριφορά του εν λόγω υπηκόου αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας και ότι, αφετέρου, το σκοπούμενο περιοριστικό μέτρο είναι ικανό να εξασφαλίσει την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ρουμανική.
Full & Egal Universal Law Academy