Υπόθεση C-38/07 P
Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods Trading BV
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Διαγραφή εισαγωγικών δασμών – Απόφαση Επιτροπής – Άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα – Ειδική περίπτωση – Αδυναμία ελιγμού – Πρόδηλη αμέλεια του εισαγωγέα»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Αναίρεση – Λόγοι – Επανάληψη απλώς και μόνον των λόγων και επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου – Απαράδεκτο
(Άρθρο 225 ΕΚ· Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 58, εδ. 1· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 112, § 1, στοιχείο γ΄)
2. Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Επιστροφή ή διαγραφή εισαγωγικών δασμών
(Κανονισμοί 2658/87, του Συμβουλίου, παράρτημα I, και 2913/92, άρθρο 239· κανονισμός 1196/97 της Επιτροπής, παράρτημα)
1. Από τα άρθρα 225 ΕΚ, 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό. Δεν πληροί την υποχρέωση αιτιολογήσεως που απορρέει από τις διατάξεις αυτές η αίτηση αναιρέσεως η οποία περιορίζεται στην επανάληψη ή στην κατά γράμμα παράθεση των λόγων και επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ωστόσο, εφόσον ο αναιρεσείων αμφισβητεί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο, τα νομικά ζητήματα που εξετάστηκαν πρωτοδίκως μπορούν να συζητηθούν εκ νέου κατά την εκδίκαση αιτήσεως αναιρέσεως.
Επομένως, είναι παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως με την οποία ο αναιρεσείων, αν και επαναλαμβάνει ισχυρισμούς που προέβαλε προς στήριξη της προσφυγής του ακυρώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου, αμφισβητεί περαιτέρω την εκ μέρους του Πρωτοδικείου ερμηνεία.
(βλ. σκέψεις 33-36)
2. Προκειμένου να εκτιμηθεί αν υφίσταται πρόδηλη αμέλεια, κατά την έννοια του άρθρου 239 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, επιβάλλεται να ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, η περιπλοκότητα των διατάξεων των οποίων η παράβαση οδηγεί στη γένεση τελωνειακής οφειλής, καθώς και η επαγγελματική πείρα και η επιμέλεια του επιχειρηματία.
Συναφώς, πρώτον, δεν υφίσταται ιδιαίτερη περιπλοκότητα όταν, προκειμένου περί επιχειρηματία που ζήτησε τη διαγραφή των δασμών για εισαγωγές μεταγενέστερες της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 1196/97 για κατάταξη εμπορευμάτων στη συνδυασμένη ονοματολογία, η δημοσίευση του εν λόγω κανονισμού τερμάτισε την ενδεχόμενη περιπλοκότητα της νομοθεσίας λόγω της ελλείψεως ορισμένων όρων από το κείμενο της ολλανδικής απόδοσης της διάκρισης 1905 90 20 της συνδυασμένης ονοματολογίας σχετικά με την κατάταξη του ριζόχαρτου. Ειδικότερα, αν και το κείμενο στα ολλανδικά της εν λόγω διάκρισης είναι λιγότερο σαφές από τις λοιπές γλωσσικές αποδόσεις, είναι γεγονός ότι ο εν λόγω κανονισμός περί κατατάξεως που έχει άμεση εφαρμογή και είναι υποχρεωτικός ως προς όλα τα στοιχεία του, περιγράφει ρητώς και σαφώς τα προϊόντα που πρέπει να κατατάσσονται στην εν λόγω διάκριση, στην οποία εμπίπτουν τα εμπορεύματα που εισάγει ο εν λόγω επιχειρηματίας.
Δεύτερον, ως προς την επαγγελματική πείρα, επιχειρηματίας που προσφεύγει στις υπηρεσίες εκτελωνιστή δεν μπορεί να απαλλαγεί από την εκ των υστέρων υποχρέωση καταβολής τελωνειακών δασμών, επικαλούμενος την απειρία του στον τομέα των τελωνειακών διατυπώσεων. Ειδικότερα, ενδεχομένως, οι επιχειρηματίες θα μπορούσαν να καταστρατηγήσουν την προϋπόθεση περί επαγγελματικής πείρας προσφεύγοντας συστηματικώς στις υπηρεσίες ειδικών επί των τελωνειακών ζητημάτων και έτσι οι επιχειρηματίες που προβαίνουν μόνοι τους σε εκτελωνισμούς θα αδικούνταν κατά την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 239 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα. Συνεπώς, στο μέτρο που ο εκτελωνιστής ενήργησε εξ ονόματος και για λογαριασμό του εισαγωγέα, τα στοιχεία της ενδεχόμενης αμέλειας του εκτελωνιστή αυτού, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου της επαγγελματικής πείρας του, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της αμέλειας του εισαγωγέα αυτού.
Τρίτον, ως προς την επιμέλεια του επιχειρηματία, επισημαίνεται ότι ο επιμελής επιχειρηματίας που γνωρίζει ένα δημοσιευμένο στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κανονισμό περί κατατάξεως δεν μπορεί να εξακολουθεί να εισάγει το εμπόρευμά του υπό έναν κωδικό της συνδυασμένης ονοματολογίας για τον λόγο και μόνον ότι η κατάταξη αυτή έχει γίνει δεκτή από την εν λόγω διοίκηση. Ειδικότερα, αν επιτρεπόταν παρόμοια αμέλεια, το γεγονός αυτό θα ενθάρρυνε τους επιχειρηματίες να επωφελούνται από τα σφάλματα των τελωνειακών αρχών στις οποίες υπάγονται. Εξάλλου, το σφάλμα των τελωνειακών αρχών που ελήφθη υπόψη στην προκειμένη περίπτωση κατά την εξέταση της συνδρομής ειδικής περίπτωσης δεν μπορεί, καταρχήν, να απαλλάξει τον επιχειρηματία από τις συνέπειες της αμέλειάς του.
(βλ. σκέψεις 40, 42-43, 46, 53-54, 64-65)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 20ής Νοεμβρίου 2008 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Διαγραφή εισαγωγικών δασμών – Απόφαση της Επιτροπής – Άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα – Ειδική περίπτωση – Αδυναμία ελιγμού – Πρόδηλη αμέλεια του εισαγωγέα»
Στην υπόθεση C‑38/07 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που ασκήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 2007,
Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods Trading BV, εκπροσωπούμενη από τον H. de Bie, advocaat,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον X. Lewis, επικουρούμενο από τον F. Tuytschaever, advocaat, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αντίδικος κατ’ αναίρεση,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, J.-C. Bonichot, J. Makarczyk, P. Kūris, και C. Toader (εισηγήτρια), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 22ας Μαΐου 2008,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods Trading BV (στο εξής: H & S), με την αίτησή της, ζητεί την αναίρεση της απόφασης του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 30ής Νοεμβρίου 2006, T‑382/04, Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods κατά Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως REM 19/2002 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2004, σύμφωνα με την οποία δεν δικαιολογείται διαγραφή εισαγωγικών δασμών σε ειδικές περιπτώσεις (στο εξής: επίμαχη απόφαση).
Το νομικό πλαίσιο
Η νομοθεσία περί της δασμολογικής κατατάξεως του ριζόχαρτου
2 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256, σ. 1), θεσπίζει πλήρη ονοματολογία των εισαγόμενων ή εξαγόμενων εμπορευμάτων προς ή από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, αντίστοιχα (στο εξής: ΣΟ), η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού αυτού.
3 Οι διακρίσεις 1901 90 99 και 1905 90 20 της ΣΟ, όπως καθορίζονται από τον κανονισμό (ΕΚ) 1624/97 της Επιτροπής, της 13ης Αυγούστου 1997, που τροποποιεί το παράρτημα Ι του κανονισμού 2658/87 (ΕΕ L 224, σ. 16), έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση.
4 Οι κλάσεις 1901 και 1905 της ΣΟ καθώς και οι αντίστοιχες διακρίσεις διατυπώνονται στη γαλλική απόδοση ως εξής (ακολουθεί η ελληνική μετάφραση):
«1901
Extraits de malt; préparations alimentaires de farines, semoules, amidons, fécules ou extraits de malt, ne contenant pas de cacao […], non dénommées ni comprises ailleurs; préparations alimentaires de produits des nos 0401 à 0404, ne contenant pas de cacao […], non dénommées ni comprises ailleurs:
[...]
1901 90 99
– – – autres:
[…]
1905
Produits de la boulangerie, de la pâtisserie ou de la biscuiterie, même additionnés de cacao; hosties, cachets vides des types utilisés pour médicaments, pains à cacheter, pâtes séchées de farine, d’amidon ou de fécule en feuilles et produits similaires
[...]
1905 90
– autres:
[...]
1905 90 20
– – Hosties, cachets vides des types utilisés pour médicaments, pains à cacheter, pâtes séchées de farine, d’amidon ou de fécule en feuilles et produits similaires.»
«1901
Εκχυλίσματα βύνης. Παρασκευάσματα διατροφής από αλεύρια, σιμιγδάλια, άμυλα κάθε είδους ή εκχυλίσματα βύνης, που δεν περιέχουν κακάo […] και δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού. Παρασκευάσματα διατροφής από προϊόντα των κλάσεων 0401 μέχρι 0404, που δεν περιέχουν κακάο […] και δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού:
[...]
1901 90 99
– – – άλλα:
[…]
1905
Προϊόντα αρτοποιίας, ζαχαροπλαστικής ή μπισκοτοποιίας, έστω και με προσθήκη κακάο. Όστιες, κάψουλες κενές των τύπων που χρησιμοποιούνται για φάρμακα, αζυμοσφραγίδες, ξεραμένες ζύμες από αλεύρι ή άμυλο κάθε είδους σε φύλλα και παρόμοια προϊόντα
[...]
1905 90
– άλλα:
[...]
1905 90 20
– – Όστιες, κάψουλες κενές των τύπων που χρησιμοποιούνται για φάρμακα, αζυμοσφραγίδες, ξεραμένες ζύμες από αλεύρι ή άμυλο κάθε είδους σε φύλλα και παρόμοια προϊόντα.»
5 Η κλάση 1905 και οι αντίστοιχες διακρίσεις έχουν στην ολλανδική απόδοση ως εξής:
«1905
Brood, gebak, biscuits en andere bakkerswaren, ook indien deze producten cacao bevatten; ouwel in bladen, hosties, ouwels voor geneesmiddelen, plakouwels en dergelijke producten van meel of van zetmeel:
[...]
1905 90
– andere:
[...]
1905 90 20
– – ouwel in bladen, hosties, ouwels voor geneesmiddelen, plakouwels en dergelijke producten, van meel of van zetmeel.»
6 Η Επιτροπή, προκειμένου να εξασφαλίζει την ομοιόμορφη εφαρμογή της ΣΟ στην Κοινότητα, μπορεί να εκδίδει, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 2658/87, κανονισμούς για την κατάταξη ειδικών εμπορευμάτων στη ΣΟ.
7 Σύμφωνα με το παράρτημα του κανονισμού (ΕΚ) 1196/97 της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 1997, για κατάταξη εμπορευμάτων στη συνδυασμένη ονοματολογία (ΕΕ L 170, σ. 13, στο εξής: κανονισμός περί κατατάξεως), στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ εμπίπτουν «παρασκευάσμα[τα] διατροφής υπό μορφή αποξηραμένων ημιδιαφανών φύλλων ή λεπτών φετών, διαφόρων μεγεθών, παρασκευασμένων από αλεύρι ρυζιού, αλάτι και νερό». Στο παράρτημα αυτό επισημαίνεται επίσης ότι «[τ]α εν λόγω φύλλα ή οι λεπτές αυτές φέτες, αφού διαβραχούν με νερό […] χρησιμοποιούνται, εν γένει, για την παρασκευή των “περιτυλιγμάτων” των spring rolls (φύλλα ζύμης σε ρολό με γέμιση λαχανικών) ή άλλων ομοειδών προϊόντων».
Η νομοθεσία περί της διαγραφής των εισαγωγικών δασμών
8 Το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) 82/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ L 17, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας), ορίζει τα εξής:
«1. Υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 64, παράγραφος 2, και με την επιφύλαξη των μέτρων που λαμβάνονται στο πλαίσιο του άρθρου 243, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, κάθε πρόσωπο μπορεί να ορίζει αντιπρόσωπό του ενώπιον των τελωνειακών αρχών για τη διεκπεραίωση των πράξεων και των διατυπώσεων που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία.
2. Η αντιπροσώπευση μπορεί να είναι:
– άμεση, οπότε ο αντιπρόσωπος ενεργεί εξ ονόματος και για λογαριασμό τρίτου,
ή
– έμμεση, οπότε ο αντιπρόσωπος ενεργεί ιδίω ονόματι, αλλά για λογαριασμό τρίτου.
[...]»
9 Το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα ορίζει τα εξής:
«1. Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε περιπτώσεις διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στα άρθρο 236, 237 και 238, οι οποίες:
– καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής,
– προκύπτουν από περιστάσεις που δεν συνεπάγονται ούτε δόλο ούτε πρόδηλη αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερόμενου. Οι καταστάσεις στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, καθώς και οι λεπτομέρειες της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής. Η επιστροφή ή διαγραφή είναι δυνατόν να υπόκειται σε ειδικούς όρους.
2. Η επιστροφή ή η διαγραφή δασμών για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, παραχωρείται κατόπιν υποβολής αιτήσεως στο αρμόδιο τελωνείο […]»
Τα πραγματικά περιστατικά της ένδικης διαφοράς όπως προκύπτουν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
10 H εταιρία H & S, με έδρα στις Κάτω Χώρες, εισάγει ριζόχαρτο από το Βιετνάμ. Προς τούτο, συνεργάστηκε με την εταιρία εκτελωνισμού Switch Customs Brokers BV, την οποία όρισε ως άμεσο αντιπρόσωπό της κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα.
11 Η H & S δήλωσε το εισαγόμενο ριζόχαρτο υπό τη διάκριση 1901 90 99 της ΣΟ. Οι ολλανδικές τελωνειακές αρχές (στο εξής: τελωνειακές αρχές), με έγγραφο της 21ης Μαρτίου 1996, υπέδειξαν στην αναιρεσείουσα ότι το επίμαχο ριζόχαρτο κατατάσσεται πράγματι στην εν λόγω διάκριση.
12 Στις 27 Ιουνίου 1997, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό περί κατατάξεως, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 28 Ιουνίου 1997 και άρχισε να ισχύει στις 19 Ιουλίου 1997.
13 Παρά την ισχύ του εν λόγω κανονισμού περί κατατάξεως, η H & S εξακολούθησε να εισάγει ριζόχαρτο κατατάσσοντάς το στη διάκριση 1901 90 99 της ΣΟ, οι δε τελωνειακές αρχές δέχθηκαν υπό τη διάκριση αυτή ακόμη 29 δηλώσεις της σε 6 μήνες (με έλεγχο των εγγράφων και, σε μία περίπτωση, με έλεγχο των εμπορευμάτων). Ωστόσο, στις 16 Μαρτίου 1998, οι τελωνειακές αρχές ενημέρωσαν την αναιρεσείουσα ότι το εν λόγω εμπόρευμα δεν εμπίπτει στη διάκριση 1901 90 99 της ΣΟ, αλλά στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ. Πάντως, αργότερα την ίδια ημέρα, οι τελωνειακές αρχές δέχθηκαν ως έγκυρη δήλωση του ριζόχαρτου υπό τη διάκριση 1901 90 99 της ΣΟ. Από τις 17 Μαρτίου 1998, η αναιρεσείουσα εισήγε το εν λόγω ριζόχαρτο υπό τη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ.
14 Οι τελωνειακές αρχές, με έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 2000, ενημέρωσαν την H & S ότι, για την περίοδο από 13 Νοεμβρίου 1997 έως 31 Δεκεμβρίου 1998, θα εισέπρατταν εκ των υστέρων εισαγωγικούς δασμούς συνολικού ποσού 645 399,50 ολλανδικών φιορινίων (NLG) (ήτοι 292 869, 52 ευρώ) για τον λόγο ότι η εταιρία αυτή κατέταξε εσφαλμένως, κατά την εν λόγω περίοδο, τα επίμαχα προϊόντα, αφού η διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ είναι σύμφωνη προς τον κανονισμό περί κατατάξεως. Μετά από αναπροσαρμογή, το ποσό αυτό ορίστηκε τελικώς σε 636 518,40 NLG, που αντιστοιχεί στις δηλώσεις που κατατέθηκαν με την εσφαλμένη κατάταξη στη διάκριση 1901 90 99 της ΣΟ από 25 Νοεμβρίου έως 2 Φεβρουαρίου 1998.
15 Στις 13 Σεπτεμβρίου 2002, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, κατόπιν σχετικού αιτήματος της H & S, ζήτησε από την Επιτροπή να αποφασίσει, δυνάμει του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, αν δικαιολογείται η διαγραφή των εισαγωγικών δασμών που οφείλει η εταιρία αυτή.
16 Στις 17 Ιουνίου 2004, η Επιτροπή εξέδωσε την επίμαχη απόφαση. Με την απόφαση αυτή, διαπίστωσε ότι επρόκειτο περί ειδικής περιπτώσεως κατά την έννοια του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα. Ωστόσο, θεώρησε ότι η H & S επέδειξε πρόδηλη αμέλεια, αφού, αν και έμπειρη επιχειρηματίας και μολονότι ο κανονισμός περί κατατάξεως είχε αποσαφηνίσει την πολύπλοκη προϊσχύσασα νομοθεσία, ουδεμία ενέργεια έκανε προκειμένου να ενημερωθεί ως προς την ορθότητα της πρακτικής των τελωνειακών αρχών, η οποία αντέκειτο προδήλως στον εν λόγω κανονισμό.
Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
17 Η H & S, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 23 Σεπτεμβρίου 2004, άσκησε προσφυγή κατά της επίμαχης αποφάσεως, ζητώντας, αφενός, την ακύρωσή της καθό μέτρο έκρινε ότι το αίτημα περί διαγραφής των δασμών δεν δικαιολογούνταν και, αφετέρου, την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα. Η Επιτροπή ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής και την καταδίκη της προσφεύγουσας στα δικαστικά έξοδα.
18 Η H & S, προς στήριξη της προσφυγής της, επικαλέστηκε τρεις λόγους ακυρώσεως της επίμαχης αποφάσεως, αντλούμενους, πρώτον, από παράβαση του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, από εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και από έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης αυτής, δεύτερον, από παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ίσης μεταχειρίσεως και, τρίτον από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
19 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή της H & S.
20 Η H & S, με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, πολυπλοκότητα της νομοθεσίας λόγω του ότι η ολλανδική απόδοση της ΣΟ, αντίθετα προς τις λοιπές γλωσσικές αποδόσεις, δεν αναφέρεται ρητώς σε «ξεραμένες ζύμες από αλεύρι σε φύλλα», με αποτέλεσμα η εταιρία αυτή να μπορούσε καλοπίστως να θεωρήσει ότι τα ριζόχαρτα εμπίπτουν στη διάκριση 1901 90 99 της ΣΟ, δεδομένου άλλωστε ότι οι τελωνειακές αρχές, κατά το παρελθόν, είχαν δεχθεί την κατάταξη του προϊόντος αυτού στη διάκριση 1901 90 99 της ΣΟ. Εξάλλου, ο κανονισμός περί κατατάξεως αντίκειται στην ολλανδική απόδοση της ΣΟ και επομένως δεν μπορεί να αντιταχθεί στην H & S.
21 Η H & S ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι δεν είναι έμπειρη εισαγωγέας και ότι δεν μπορεί να της καταλογισθεί η επαγγελματική εμπειρία του εκτελωνιστή της. Συναφώς, υποστήριξε ότι η ενδεχόμενη αμέλεια του εν λόγω εκτελωνιστή που δεν γνώριζε τον δημοσιευμένο στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κανονισμό περί κατατάξεως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη προκειμένου να της καταλογισθεί πρόδηλη αμέλεια.
22 Συναφώς, το Πρωτοδικείο, αφού επισήμανε, με τη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η ένδικη διαφορά περιορίζεται στο ζήτημα αν η Επιτροπή μπορούσε εγκύρως να καταλογίσει πρόδηλη αμέλεια στην H & S, υπενθύμισε, με την επόμενη σκέψη της ίδιας απόφασης, ότι, κατά τη νομολογία που προέκυψε από την απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1999, C‑48/98, Söhl & Söhlke (Συλλογή 1999, σ. I‑7877, σκέψη 56), προκειμένου να εκτιμάται αν συντρέχει προφανής αμέλεια, πρέπει ιδίως να λαμβάνεται υπόψη η περιπλοκότητα των διατάξεων των οποίων η μη εκτέλεση προκάλεσε τη γένεση της τελωνειακής οφειλής, καθώς και η επαγγελματική πείρα και η επιμέλεια του επιχειρηματία.
23 Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η δημοσίευση του κανονισμού περί κατατάξεως τερμάτισε την ενδεχόμενη περιπλοκότητα της νομοθεσίας λόγω ελλείψεως ορισμένων όρων από την ολλανδική απόδοση της διάκρισης 1905 90 20 της ΣΟ. Το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 70 της εν λόγω αποφάσεως, έκρινε ότι στην H & S εναπόκειται να προσκομίσει τα στοιχεία περί ενδεχόμενης αμέλειας του εκτελωνιστή, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής πείρας του. Τέλος, το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 75 της ίδιας αποφάσεως, υπενθύμισε ότι, οσάκις ο επιχειρηματίας έχει αμφιβολίες ως προς την ακριβή εφαρμογή των διατάξεων των οποίων η παράβαση μπορεί να γεννήσει τελωνειακή οφειλή, οφείλει να ενημερώνεται και να αναζητεί τις απαραίτητες διευκρινίσεις προκειμένου να μην παραβαίνει τις σχετικές διατάξεις.
24 Κατόπιν των προεκτεθέντων, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε, με τη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η H & S και ο εκτελωνιστής της, παραλείποντας να ενημερωθούν από τις τελωνειακές αρχές για τους λόγους της ασυμφωνίας μεταξύ της πρακτικής τους περί κατατάξεως και των διατάξεων του κανονισμού περί κατατάξεως, δεν επέδειξαν την απαιτούμενη από το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα επιμέλεια.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 96 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η H & S δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα, ούτε ότι εκτίμησε εσφαλμένως τα πραγματικά περιστατικά, ούτε ότι υπήρξε πλημμέλεια στην αιτιολογία της επίμαχης απόφασης και, κατά συνέπεια, απέρριψε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως.
26 Η H & S, με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, υποστήριξε ότι η Επιτροπή, παραβιάζοντας την αρχή της χρηστής διοίκησης, επέδειξε υπερβολική αυστηρότητα, καθόσον δεν δέχθηκε ότι οι τελωνειακές αρχές έσφαλαν κατά την εκτίμηση της επιμέλειας του εισαγωγέα.
27 Συναφώς, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 103 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η αμέλεια των τελωνειακών αρχών ελήφθη υπόψη κατά την εκτίμηση της υπάρξεως ειδικής περιπτώσεως, αλλά ότι, παρά ταύτα, δεν μπορεί να μη λάβει υπόψη τις συνέπειες της αμέλειας της προσφεύγουσας.
28 Όσον αφορά τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 111 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, οσάκις δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, η άρνηση διαγραφής δασμών δεν αποτελεί παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
29 Η H & S, με την αίτησή της αναιρέσεως, ζητεί την αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και την ακύρωση της επίμαχης απόφασης της Επιτροπής καθώς και την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα.
30 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως αβάσιμης και την καταδίκη της H & S στα δικαστικά έξοδα.
31 Η H & S, προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, επικαλείται, στην ουσία, ένα μόνο λόγο αναιρέσεως αντλούμενο από την εκ μέρους του Πρωτοδικείου παράβαση του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα όσον αφορά την εκτίμηση της προϋποθέσεως περί ελλείψεως πρόδηλης αμέλειας του επιχειρηματία. Ο λόγος αυτός υποδιαιρείται σε τρία σκέλη που αντιστοιχούν στα τρία στοιχεία που απαιτεί η νομολογία στο πλαίσιο της εκτίμησης αυτής, ήτοι την περιπλοκότητα της νομοθεσίας, την επαγγελματική πείρα και την επιμέλεια του εισαγωγέα.
32 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε ορθώς το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα. Εξάλλου, η Επιτροπή, επισημαίνοντας ότι δεν προβάλλει ένσταση απαραδέκτου, διαπιστώνει ότι η H & S επαναλαμβάνει, ενίοτε αυτολεξεί, τα επιχειρήματα που προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου.
Επί του παραδεκτού
33 Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, από τα άρθρα 225 ΕΚ, 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό (απόφαση της 3ης Μαρτίου 2005, C‑499/03 P, Biegi Nahrungsmittel και Commonfood κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑1751, σκέψη 37 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
34 Δεν πληροί την υποχρέωση αιτιολογήσεως που απορρέει από τις διατάξεις αυτές η αίτηση αναιρέσεως η οποία περιορίζεται στην επανάληψη ή στην κατά γράμμα παράθεση των λόγων και επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου (βλ., σχετικώς, προαναφερθείσα απόφαση Biegi Nahrungsmittel και Commonfood κατά Επιτροπής, σκέψη 38 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
35 Ωστόσο, εφόσον ο αναιρεσείων αμφισβητεί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο, τα νομικά ζητήματα που εξετάστηκαν πρωτοδίκως μπορούν να συζητηθούν εκ νέου κατά την εκδίκαση αιτήσεως αναιρέσεως. Πράγματι, αν ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να στηρίξει, κατά τον τρόπο αυτό, την αίτηση αναιρέσεως σε λόγους και επιχειρήματα που προέβαλε ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου, η διαδικασία της αναιρέσεως θα στερούνταν μέρος του νοήματός της (προαναφερθείσα απόφαση Biegi Nahrungsmittel και Commonfood κατά Επιτροπής, σκέψη 39 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
36 Στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώνεται ότι η αναιρεσείουσα, αν και επαναλαμβάνει ισχυρισμούς που προέβαλε προς στήριξη της προσφυγής της ακυρώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου, αμφισβητεί περαιτέρω την εκ μέρους του Πρωτοδικείου ερμηνεία των απαιτούμενων προϋποθέσεων περί ελλείψεως πρόδηλης αμέλειας του εισαγωγέα σύμφωνα με το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα.
37 Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να εξεταστεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
Επί του πρώτου σκέλους του λόγου αναιρέσεως, σχετικά με την περιπλοκότητα της νομοθεσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
38 Κατά την H & S, η κατάταξη του ριζόχαρτου στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ δεν έχει ακόμη αποσαφηνισθεί, όπως αποδεικνύει το γεγονός ότι το Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και η υπόθεση καταχωρήθηκε με τον αριθμό C‑375/07. Το γεγονός αυτό ενισχύει την άποψη της αναιρεσείουσας ότι πρόκειται περί περίπλοκης νομοθεσίας, ιδίως λόγω των συντακτικών προβλημάτων της ολλανδικής απόδοσης της ΣΟ και του γεγονότος ότι οι τελωνειακές αρχές δέχθηκαν επανειλημμένως μία κατά τα φαινόμενα εσφαλμένη κατάταξη. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, αντίθετα προς την κρίση του Πρωτοδικείου, ο κανονισμός περί κατατάξεως δεν μπορούσε να διαλύσει την αμφιβολία περί της κατατάξεως του επίμαχου εμπορεύματος, αφού η κατάταξη βάσει του κανονισμού αυτού αντίκειται στη ΣΟ και στην απορρέουσα από την απόφαση Uelzena Milchwerke νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995, C‑12/94, Συλλογή 1995, σ. I‑2397).
39 Κατά την Επιτροπή, η εφαρμοστέα νομοθεσία δεν είναι περίπλοκη και, εν πάση περιπτώσει, ο κανονισμός περί κατατάξεως που έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση αποσαφηνίζει τους ισχύοντες κανόνες. Στην πραγματικότητα, τα επιχειρήματα της H & S εστιάζονται στο ζήτημα της περιπλοκότητας της κατάταξης του ριζόχαρτου. Ωστόσο, η επιχειρηματολογία αυτή δεν αφορά τη διαδικασία διαγραφής των δασμών, αλλά την ύπαρξη της τελωνειακής οφειλής, ήτοι την ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου προσφυγή της H & S κατά της εκ μέρους των τελωνειακών αρχών κατατάξεως του εμπορεύματος αυτού στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
40 Υπενθυμίζεται ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν υφίσταται πρόδηλη αμέλεια, κατά την έννοια του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, επιβάλλεται να ληφθούν υπόψη ιδίως η περιπλοκότητα των διατάξεων των οποίων η παράβαση οδηγεί στη γένεση τελωνειακής οφειλής, καθώς και η επαγγελματική πείρα και η επιμέλεια της επιχειρήσεως (απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑443/05 P, Common Market Fertilizers κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I‑7209, σκέψη 174 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
41 Συναφώς, υφίσταται ένα σημαντικό στοιχείο αποδεικνύον τον περίπλοκο χαρακτήρα του τιθεμένου προβλήματος, αφού, λόγω των διαφορών που υφίστανται μεταξύ των κρατών μελών περί της δασμολογικής κατατάξεως ενός εμπορεύματος, κατέστη αναγκαίο να εκδοθεί κανονισμός προκειμένου να διευκρινισθεί τελικά η δασμολογική κατάταξη του εν λόγω εμπορεύματος (βλ. απόφαση της 1ης Απριλίου 1993, C‑250/91, Hewlett Packard France, Συλλογή 1993, σ. I‑1819, σκέψη 23).
42 Πάντως, στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώνεται ότι η διαγραφή των δασμών που ζητεί η H & S αφορά ειδικότερα εισαγωγές μεταγενέστερες της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού περί κατατάξεως. Ωστόσο, αν και δεν αμφισβητείται βεβαίως ότι, όσον αφορά την κατάταξη του επίμαχου εμπορεύματος, το κείμενο στα ολλανδικά της διάκρισης 1905 90 20 της ΣΟ είναι λιγότερο σαφές από τις λοιπές γλωσσικές αποδόσεις, είναι γεγονός ότι ο εν λόγω κανονισμός περί κατατάξεως που έχει άμεση εφαρμογή και είναι υποχρεωτικός ως προς όλα τα στοιχεία του, περιγράφει ρητώς και σαφώς τα προϊόντα που πρέπει να κατατάσσονται στην εν λόγω διάκριση, στην οποία εμπίπτουν τα εμπορεύματα που εισάγει η αναιρεσείουσα (βλ., σχετικώς, απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2008, C‑375/07, Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods Trading, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 52).
43 Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο σε ουδέν νομικό σφάλμα υπέπεσε κρίνοντας, με τη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η δημοσίευση του κανονισμού περί κατατάξεως τερμάτισε την ενδεχόμενη περιπλοκότητα της νομοθεσίας λόγω της ελλείψεως ορισμένων όρων από το κείμενο της ολλανδικής απόδοσης της κλάσης 1905 της ΣΟ και, ειδικότερα, της διάκρισης 1905 90 20 της ΣΟ.
44 Εξάλλου, η διαπίστωση αυτή δεν αποδυναμώνεται από το γεγονός ότι το Δικαστήριο, με τη σκέψη 20 της αποφάσεως της 26ης Ιουνίου 1990, C‑64/89, Deutsche Fernsprecher (Συλλογή 1990, σ. I‑2535), έκρινε ότι σε περίπτωση, όπως η προκειμένη, στην οποία ο επιχειρηματίας έλαβε δύο φορές επιβεβαίωση της εσφαλμένης απόψεως στην οποία στηρίχθηκε η δασμολογική του αντιμετώπιση, η επανειλημμένως εκδηλωθείσα πλάνη της τελωνειακής αρχής αποτελεί στοιχείο προς απόδειξη ότι το προς επίλυση πρόβλημα είναι πολύπλοκο.
45 Ειδικότερα, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, όπως επισημαίνεται με τη σκέψη 5 αυτής, η προσφεύγουσα, αμφιβάλλοντας για τη νομιμότητα της απαλλαγής από τους εισαγωγικούς δασμούς, ζήτησε από το τελωνείο να επανεξετάσει την περίπτωσή της και έλαβε έτσι από τον διευθυντή του τελωνείου επιβεβαίωση της δασμολογικής απαλλαγής. Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση δεν αμφισβητείται ότι η H & S δεν έλαβε παρόμοια επιβεβαίωση αφότου επισήμανε στις τελωνειακές αρχές ότι η πρακτική τους δεν είναι σύμφωνη προς το περιεχόμενο του κανονισμού περί κατατάξεως. Η H & S προέβη απλώς σε τελωνειακές διασαφήσεις που γίνονταν δεκτές έως ότου οι τελωνειακές αρχές αντιλήφθηκαν την εσφαλμένη κατάταξη.
46 Κατόπιν των προεκτεθέντων, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η επίμαχη δασμολογική νομοθεσία, στην ολλανδική απόδοση που έχει εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της προκειμένης περίπτωσης, δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη περιπλοκότητα.
47 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως.
Επί του δευτέρου σκέλους του λόγου αναιρέσεως, σχετικά με την επαγγελματική πείρα του εισαγωγέα
Επιχειρήματα των διαδίκων
48 Η H & S υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο κακώς έκρινε ότι πρέπει να της καταλογισθεί η επαγγελματική πείρα του εκτελωνιστή της. Η H & S επισημαίνει, αφενός, ότι δραστηριοποιείται στην παραγωγή αγαθών και στο εμπόριο και επομένως ουδεμία ειδικότητα έχει στις εισαγωγές. Αφετέρου, η ερμηνεία του Πρωτοδικείου αντίκειται στη βούληση του νομοθέτη, καθόσον επιχείρηση που εκπροσωπείται άμεσα από εκτελωνιστή έχει έτσι λιγότερες πιθανότητες να τύχει διαγραφής των δασμών σε σύγκριση με εταιρία που προβαίνει μόνη της σε τελωνειακές διασαφήσεις.
49 Κατά την Επιτροπή, ορθώς το Δικαστήριο έκρινε ότι η επαγγελματική πείρα του εκτελωνιστή καταλογίζεται στον εισαγωγέα, αφού, σε περίπτωση άμεσης αντιπροσώπευσης, η διασάφηση γίνεται από τον εκτελωνιστή εξ ονόματος και για λογαριασμό του εισαγωγέα. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε εν πάση περιπτώσει ότι η αναιρεσείουσα είναι έμπειρη εισαγωγέας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
50 Προκειμένου να αξιολογηθεί η επαγγελματική πείρα του εισαγωγέα που λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση της προϋποθέσεως περί ελλείψεως πρόδηλης αμέλειας κατά την έννοια του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, πρέπει να εξεταστεί αν πρόκειται ή όχι για επιχειρηματία του οποίου η επαγγελματική δραστηριότητα συνίσταται, ουσιαστικώς, στην πραγματοποίηση εισαγωγών και εξαγωγών και αν έχει αποκτήσει ήδη κάποια πείρα στον τομέα αυτόν (προαναφερθείσες αποφάσεις Söhl & Söhlke, σκέψη 57, και Common Market Fertilizers κατά Επιτροπής, σκέψη 188)
51 Πάντως, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα προβλέπει τη δυνατότητα αντιπροσώπευσης ενός επιχειρηματία. Ειδικότερα, για τη διεκπεραίωση πράξεων και διατυπώσεων που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία, η εκπροσώπηση ενός επιχειρηματία μπορεί να είναι είτε άμεση, στην περίπτωση κατά την οποία ο εκπρόσωπος ενεργεί εξ ονόματος και για λογαριασμό του, είτε έμμεση, όταν ο αντιπρόσωπος ενεργεί ιδίω ονόματι, αλλά για λογαριασμό τρίτου (προαναφερθείσα απόφαση Common Market Fertilizers κατά Επιτροπής, σκέψη 184).
52 Συναφώς, το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι ο επιχειρηματίας ο οποίος προσφεύγει σε εκτελωνιστή, στο πλαίσιο είτε άμεσης είτε έμμεσης αντιπροσωπεύσεως, είναι εν πάση περιπτώσει ο οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής έναντι των τελωνειακών αρχών και δεν μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη του επικαλούμενος σφάλματα που διέπραξε ο εκτελωνιστής αυτός (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Common Market Fertilizers κατά Επιτροπής, σκέψεις 186 και 187).
53 Κατά τον ίδιο τρόπο, επιχειρηματίας που προσφεύγει στις υπηρεσίες εκτελωνιστή δεν μπορεί να απαλλαγεί από την εκ των υστέρων καταβολή τελωνειακών δασμών, επικαλούμενος την απειρία του στον τομέα των τελωνειακών διατυπώσεων. Ειδικότερα, ενδεχομένως, οι επιχειρηματίες θα μπορούσαν να καταστρατηγήσουν την προϋπόθεση περί επαγγελματικής πείρας προσφεύγοντας συστηματικώς στις υπηρεσίες ειδικών επί των τελωνειακών ζητημάτων και έτσι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της H & S, οι επιχειρηματίες που προβαίνουν μόνοι τους σε εκτελωνισμούς θα αδικούνταν κατά την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα. Εξάλλου, όπως αναγνωρίζει και η αναιρεσείουσα, με το σημείο 71 της αιτήσεώς της αναιρέσεως, ο αντιπροσωπευόμενος επιχειρηματίας επωφελείται αναμφιβόλως από την επαγγελματική πείρα του εκτελωνιστή του.
54 Συνεπώς, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κρίνοντας, με τη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, στο μέτρο που ο εκτελωνιστής ενήργησε εξ ονόματος και για λογαριασμό του εισαγωγέα, τα στοιχεία της ενδεχόμενης αμέλειας του εκτελωνιστή αυτού, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου της επαγγελματικής πείρας του, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της αμέλειας του εισαγωγέα αυτού.
55 Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας κατά της εκτίμησης του Πρωτοδικείου στη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα διέθετε σχετική πείρα στον τομέα των εισαγωγών, υπενθυμίζεται ότι η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί, με την επιφύλαξη της αλλοιώσεως των στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως εκ της φύσεώς του, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου στο πλαίσιο αναιρετικής δίκης (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Biegi Nahrungsmittel και Commonfood κατά Επιτροπής, σκέψη 40).
56 Επομένως, το εν λόγω επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
57 Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί και το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως.
Επί του τρίτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, σχετικά με την επιμέλεια του εισαγωγέα
Επιχειρήματα των διαδίκων
58 Η H & S υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα καθό μέτρο απαιτεί από τον εισαγωγέα να επιδεικνύει επιμέλεια σε βαθμό μέχρι να αμφισβητεί τη δασμολογική κατάταξη των τελωνειακών αρχών στις οποίες υπάγεται. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, η εταιρία αυτή δεν είχε λόγους να το πράξει, αφής στιγμής, αφενός, η κατάταξη των προϊόντων «που δεν έχουν ψηθεί» στη διάκριση 1901 90 99 του φαινόταν σύμφωνη προς τη ΣΟ και, αφετέρου, ο κανονισμός περί κατατάξεως αφορά μόνο «ψημένα» προϊόντα. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να απαιτείται από τους επιχειρηματίες να γνωρίζουν τις εφαρμοστέες διατάξεις στις διαφορετικές γλωσσικές αποδόσεις που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Επομένως, η H & S, εξακολουθώντας να προβαίνει σε τελωνειακές διασαφήσεις υπό τη διάκριση 1901 90 99 της ΣΟ που γίνονταν δεκτές από τις τελωνειακές αρχές επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια. Εξάλλου, αν υπήρξε κάποια αμέλεια, αυτή οφείλεται στον εκτελωνιστή της και δεν μπορεί να της καταλογισθεί. Τέλος, η H & S ισχυρίζεται ότι, ακόμη κι αν επέδειξε αμέλεια, η αμέλεια αυτή είναι ελαφρότατη σε σχέση με την αμέλεια των τελωνειακών αρχών.
59 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο σε ουδέν νομικό σφάλμα υπέπεσε κατά την εκτίμηση της προϋπόθεσης περί επιμέλειας του επιχειρηματία. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία, εναπόκειται στον επιχειρηματία, σε περίπτωση που έχει αμφιβολίες ως προς την ακριβή εφαρμογή των διατάξεων από τη μη εκτέλεση των οποίων μπορεί να γεννηθεί τελωνειακή οφειλή, να ενημερωθεί και να αναζητήσει κάθε δυνατή διευκρίνιση ώστε να μην παραβεί τις σχετικές διατάξεις. Ωστόσο, δεν αμφισβητείται ότι τόσο η H & S όσο και ο εκτελωνιστής της δεν γνώριζαν τον δημοσιευμένο στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κανονισμό περί κατατάξεως, γεγονός που συνιστά αφεαυτού αμέλεια. Ακόμη περισσότερο δεν απευθύνθηκαν στις τελωνειακές αρχές προκειμένου να αποσαφηνισθεί η προσήκουσα δασμολογική διάκριση προς ορθή εφαρμογή της ΣΟ.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
60 Υπενθυμίζεται καταρχάς ότι η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, η οποία παρέχεται υπό ορισμένες προϋποθέσεις και σε ειδικώς προβλεπόμενες περιπτώσεις, συνιστά εξαίρεση από το κανονικό σύστημα εισαγωγών και εξαγωγών και, κατά συνέπεια, οι προβλέπουσες μια τέτοια επιστροφή ή διαγραφή διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς. Εφόσον η έλλειψη «προφανούς αμέλειας» αποτελεί προϋπόθεση sine qua non, προκειμένου να ζητηθεί η επιστροφή ή διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, έπεται ότι η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνευθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο αριθμός των περιπτώσεων επιστροφής ή διαγραφής να παραμείνει περιορισμένος (προαναφερθείσα απόφαση Söhl & Söhlke, σκέψη 52).
61 Οι εφαρμοστέες κοινοτικές δασμολογικές διατάξεις δημοσιεύονται υποχρεωτικώς στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Από την ημερομηνία της δημοσιεύσεως αυτής, αποτελούν το μόνο θετικό στον τομέα αυτό δίκαιο, άγνοια του οποίου δεν δικαιολογείται (βλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 1989, 161/88, Binder, Συλλογή 1989, σ. 2415, σκέψη 19).
62 Ωστόσο, όπως κρίθηκε με τη σκέψη 42 της παρούσας απόφασης, ο κανονισμός περί κατατάξεως που δημοσιεύθηκε κανονικά στην εν λόγω Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της ολλανδικής απόδοσης, και που ως εκ τούτου έχει άμεση εφαρμογή και είναι υποχρεωτικός ως προς όλα τα στοιχεία του, περιγράφει ρητώς και σαφώς τα προϊόντα που πρέπει να κατατάσσονται στη διάκριση 1905 90 20 της ΣΟ, στην οποία εμπίπτουν τα εμπορεύματα που εισάγει η H & S.
63 Επομένως, η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι καλοπίστως θεώρησε ότι ο κανονισμός αυτός δεν αφορούσε τα προϊόντα που εισάγει, εν προκειμένω προϊόντα που δεν έχουν ψηθεί.
64 Όσον αφορά τα σφάλματα των τελωνειακών αρχών που ενίσχυσαν την εκ μέρους της αναιρεσείουσας επιλογή της διάκρισης 1901 90 99 της ΣΟ για τις εισαγωγές της, επισημαίνεται ότι ο επιμελής επιχειρηματίας που γνωρίζει ένα δημοσιευμένο στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κανονισμό περί κατατάξεως, όπως ο επίμαχος στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορεί να εξακολουθεί να εισάγει το εμπόρευμά του υπό μια διάκριση της ΣΟ για τον λόγο και μόνον ότι η κατάταξη αυτή έχει γίνει δεκτή από τις τελωνειακές αρχές. Ειδικότερα, αν επιτρεπόταν παρόμοια αμέλεια, το γεγονός αυτό θα ενθάρρυνε τους επιχειρηματίες να επωφελούνται από τα σφάλματα των τελωνειακών αρχών στις οποίες υπάγονται.
65 Εξάλλου, όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 103 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το σφάλμα των τελωνειακών αρχών που ελήφθη υπόψη στην προκειμένη περίπτωση κατά την εξέταση της συνδρομής ειδικής περίπτωσης δεν μπορεί, καταρχήν, να απαλλάξει τον επιχειρηματία από τις συνέπειες της αμέλειάς του.
66 Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι, σε παρόμοια περίπτωση με αυτή της αναιρεσείουσας, ο επιχειρηματίας διατηρεί τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την ύπαρξη τελωνειακής οφειλής, επικαλούμενος ενδεχομένως την έλλειψη νομιμότητας του κανονισμού περί κατατάξεως, όπως άλλωστε έπραξε η H & S ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου που υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods Trading.
67 Λαμβάνοντας υπόψη τα κριθέντα στη σκέψη 52 της παρούσας απόφασης, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της H & S με το οποίο βάλλει κατά της δυνατότητας να της καταλογισθούν οι αμέλειες του εκτελωνιστή της.
68 Κατά συνέπεια, το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί.
69 Κατόπιν της απορρίψεως των τριών σκελών του μοναδικού λόγου αναιρέσεως που επικαλείται η H & S προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
70 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της H & S και η H & S ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τη Heuschen & Schrouff Oriëntal Foods Trading BV στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy