Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑55/07 και C‑56/07
Othmar Michaeler κ.λπ.
κατά
Amt für sozialen Arbeitsschutz, πρώην Arbeitsinspektorat der Autonomen Provinz Bozen, και Autonome Provinz Bozen
[αιτήσεις του Landesgericht Bozen (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 97/81/ΕΚ – Ίση μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων μερικής απασχόλησης και εργαζομένων πλήρους απασχόλησης – Δυσμενής διάκριση – Διοικητικής φύσεως εμπόδιο ικανό να περιορίσει τις ευκαιρίες για εργασία μερικής απασχόλησης»
Περίληψη της αποφάσεως
Κοινωνική πολιτική – Πρόσβαση στην απασχόληση και όροι εργασίας – Ίση μεταχείριση –Οδηγία 97/81 σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης
(Οδηγία 97/81 του Συμβουλίου, παράρτημα, ρήτρα 5 § 1, στοιχείο a΄)
Η ρήτρα 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από τη UNICE, το CEEP και τη CES, η οποία προσαρτάται στην οδηγία 97/81 σχετικά με την εν λόγω συμφωνία-πλαίσιο, έχει την έννοια ότι απαγορεύει εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει την κοινοποίηση στη διοίκηση ενός αντιγράφου των συμβάσεων εργασίας μερικής απασχόλησης εντός 30 ημερών από της συνάψεώς τους.
Ειδικότερα, ο συνδυασμός της ως άνω προϋποθέσεως διοικητικής φύσεως και ενός συστήματος κυρώσεων βάσει του οποίου επιβάλλεται πρόστιμο για κάθε τέτοια σύμβαση εργασίας και για κάθε ημέρα καθυστέρησης στην κοινοποίηση της συμβάσεως αυτής, χωρίς να τίθεται κανένα ανώτατο όριο στο συνολικό ποσό του προστίμου, συμβάλλει στο να αποτρέπονται οι εργοδότες από τη σύναψη συμβάσεων εργασίας μερικής απασχόλησης.
Επιπλέον, υφίσταται ειδικότερα ο κίνδυνος η υποχρέωση κοινοποιήσεως στη διοίκηση των συμβάσεων μερικής απασχόλησης, λόγω του κόστους που συνεπάγεται και των κυρώσεων που επισύρει τυχόν αθέτησή της, να πλήξει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες, δεδομένου ότι δεν διαθέτουν εξίσου σημαντικούς πόρους με τις επιχειρήσεις μεγάλου μεγέθους, ενδέχεται έτσι να αποτραπούν από την επιλογή της μερικής απασχόλησης ως μεθόδου οργανώσεως της εργασίας, την οποία η οδηγία 97/81 επιδιώκει ακριβώς να προαγάγει.
(βλ. σκέψεις 27-30 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 24ης Απριλίου 2008 (*)
«Οδηγία 97/81/ΕΚ – Ίση μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων μερικής απασχόλησης και εργαζομένων πλήρους απασχόλησης – Δυσμενής διάκριση – Διοικητικής φύσεως εμπόδιο ικανό να περιορίσει τις ευκαιρίες για εργασία μερικής απασχόλησης»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑55/07 και C‑56/07,
με αντικείμενο αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Landesgericht Bozen (Ιταλία) με αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2006, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο την 1η Φεβρουαρίου 2007, στο πλαίσιο των δικών
Othmar Michaeler (C‑55/07 και C‑56/07),
Subito GmbH (C‑55/07 και C‑56/07),
Ruth Volgger (C‑56/07)
κατά
Amt für sozialen Arbeitsschutz, πρώην Arbeitsinspektorat der Autonomen Provinz Bozen,
Autonome Provinz Bozen,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, J. N. Cunha Rodrigues, A. Ó Caoimh, P. Lindh (εισηγήτρια) και A. Arabadjiev, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer,
γραμματέας: R. Grass,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τον G. Fiengo, avvocato dello Stato,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον M. van Beek και την I. Kaufmann-Bühler,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Ιανουαρίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Οι αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία της οδηγίας 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και τη CES (ΕΕ 1998, L 14, σ. 9) και την αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών.
2 Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο ένδικων διαφορών μεταξύ της Subito GmbH (στο εξής: Subito), καθώς και των νομίμων εκπροσώπων της, O. Michaeler και R. Volgger, και του Amt für sozialen Arbeitsschutz, πρώην Arbeitsinspektorat der Autonomen Provinz Bozen, και της Autonome Provinz Bozen, σχετικά με παράβαση της εθνικής νομοθεσίας η οποία προβλέπει υποχρέωση κοινοποιήσεως των συμβάσεων εργασίας μερικής απασχόλησης.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Η οδηγία 97/81 αποσκοπεί στην υλοποίηση της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης, η οποία συνήφθη στις 6 Ιουνίου 1997 από τις διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα, ήτοι την Ένωση Συνομοσπονδιών Βιομηχανίας και Εργοδοτών της Ευρώπης (UNICE), το Ευρωπαϊκό Κέντρο Δημοσίων Επιχειρήσεων (CEEP) και την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (CES), και η οποία περιέχεται στο παράρτημα της οδηγίας αυτής (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο).
4 Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου ορίζουν τα εξής:
«Η παρούσα συμφωνία-πλαίσιο αποτελεί μια συμβολή στη συνολική ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση. Η εργασία μερικής απασχόλησης είχε σημαντική επίδραση στην απασχόληση κατά τα τελευταία χρόνια. Για τον λόγο αυτό, τα συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας συμφωνίας έδωσαν προτεραιότητα στην εν λόγω μορφή εργασίας. Πρόθεση των συμβαλλομένων μερών είναι να εξετάσουν την ανάγκη σύναψης παρόμοιων συμφωνιών και για άλλες ευέλικτες μορφές εργασίας.
Αναγνωρίζοντας την ποικιλομορφία της κατάστασης που ισχύει στα κράτη μέλη και αναγνωρίζοντας ότι η εργασία μερικής απασχόλησης αποτελεί μια μορφή απασχόλησης σε συγκεκριμένους τομείς και δραστηριότητες, η παρούσα συμφωνία θεσπίζει τις γενικές αρχές και ελάχιστες προδιαγραφές σχετικά με την εργασία μερικής απασχόλησης. Καταδεικνύει την ετοιμότητα των κοινωνικών εταίρων να θεσπίσουν ένα γενικό πλαίσιο για την εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος εργαζομένων με μερική απασχόληση και να υποστηρίξουν τη δημιουργία δυνατοτήτων εργασίας μερικής απασχόλησης, σε μια βάση που είναι αποδεκτή τόσο από τους εργοδότες όσο και από τους εργαζόμενους.»
5 Οι κρίσιμες για τις υπό κρίση υποθέσεις διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου είναι οι ακόλουθες:
«Γενικές παρατηρήσεις
[…]
5. ότι τα συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας συμφωνίας αποδίδουν σημασία στη λήψη μέτρων για τη διευκόλυνση της πρόσβασης ανδρών και γυναικών σε εργασία μερικής απασχόλησης, προκειμένου να μπορέσουν να προετοιμαστούν για συνταξιοδότηση, για την εναρμόνιση της επαγγελματικής και οικογενειακής τους ζωής και την αξιοποίηση των δυνατοτήτων εκπαίδευσης και κατάρτισης ώστε να βελτιώσουν τις ικανότητες και τις ευκαιρίες σταδιοδρόμησής τους, προς αμοιβαίο όφελος των εργοδοτών και των εργαζομένων, κατά τρόπο που θα συνέβαλε στην ανάπτυξη της επιχείρησης·
[…]
Ρήτρα 1: Στόχος
Στόχος της παρούσας συμφωνίας-πλαισίου είναι:
α) η εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων μερικής απασχόλησης και η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας με μερική απασχόληση·
β) η προώθηση της εργασίας με μερική απασχόληση σε εθελοντική βάση και η συμβολή στην ευέλικτη οργάνωση του χρόνου εργασίας, κατά τρόπο που θα λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες των εργοδοτών και των εργαζομένων.
[…]
Ρήτρα 4: Αρχή της μη διάκρισης
1. Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τρόπο λιγότερο ευνοϊκό απ’ ό,τι οι συγκρίσιμοι εργαζόμενοι με πλήρη απασχόληση για τον λόγο και μόνον ότι εργάζονται με μερική απασχόληση, εκτός και αν η διαφορετική τους μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
2. Όπου κρίνεται αναγκαίο, εφαρμόζεται η αρχή pro rata temporis.
3. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας ρήτρας ορίζονται από τα κράτη μέλη και/ή τους κοινωνικούς εταίρους, λαμβανομένης υπόψη της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και των εθνικών νομοθεσιών, συλλογικών συμβάσεων και πρακτικών.
4. Εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες, συλλογικές συμβάσεις και πρακτικές, και/ή οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν, όπου κρίνεται αναγκαίο, να εξαρτούν την πρόσβαση σε συγκεκριμένες συνθήκες απασχόλησης από την περίοδο προϋπηρεσίας, τον χρόνο που έχει εργαστεί και τα εισοδήματα του εργαζομένου. Οι προϋποθέσεις πρόσβασης εργαζομένων με μερική απασχόληση σε συγκεκριμένες συνθήκες εργασίας πρέπει να επανεξετάζονται περιοδικά, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της μη διάκρισης, όπως ορίζεται στη ρήτρα 4.1.
Ρήτρα 5: Ευκαιρίες για εργασία μερικής απασχόλησης
1. Στα πλαίσια της ρήτρας 1 της παρούσας συμφωνίας και της αρχής της μη διάκρισης μεταξύ εργαζομένων με μερική απασχόληση και εργαζομένων με πλήρη απασχόληση:
α) τα κράτη μέλη μπορούν, ύστερα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή πρακτική, να εντοπίζουν, να αντιμετωπίζουν και, όπου είναι αναγκαίο, να εξαλείφουν εμπόδια νομικής ή διοικητικής φύσης που μπορεί να περιορίσουν τις ευκαιρίες εργασίας μερικής απασχόλησης·
β) οι κοινωνικοί εταίροι, ενεργώντας στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους και μέσω των διαδικασιών που προβλέπουν οι συλλογικές συμβάσεις, πρέπει να εντοπίζουν, να αντιμετωπίζουν και, όπου είναι αναγκαίο, να εξαλείφουν εμπόδια νομικής ή διοικητικής φύσης που μπορεί να περιορίσουν τις ευκαιρίες εργασίας μερικής απασχόλησης.
[…]»
Η εθνική νομοθεσία
6 Το άρθρο 2 του νομοθετικού διατάγματος 61 περί εφαρμογής της οδηγίας 97/81/ΕΚ σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και τη CES (decreto legislativo n. 61, attuazione della direttiva 97/81/CE relativa all’accordo-quadro sul lavoro a tempo parziale concluso dall’UNICE, dal CEEP e dalla CES), της 25ης Φεβρουαρίου 2000 (GURI αριθ. 66, της 20ής Μαρτίου 2000, σ. 4, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 61/2000), προέβλεπε υποχρέωση του εργοδότη να κοινοποιεί αντίγραφο της συμβάσεως εργασίας μερικής απασχόλησης στην αρμόδια περιφερειακή διεύθυνση επιθεωρήσεως εργασίας και κοινωνικής ασφάλισης εντός 30 ημερών από της συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως.
7 Σύμφωνα με το άρθρο 8 του νομοθετικού διατάγματος 61/2000, η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής τιμωρούνταν με διοικητικό πρόστιμο ύψους 15 ευρώ ανά προσλαμβανόμενο εργαζόμενο μερικής απασχόλησης και ανά ημέρα καθυστέρησης.
8 Η κατά το άρθρο 2 του νομοθετικού διατάγματος 61/2000 υποχρέωση κοινοποιήσεως καταργήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 276, της 10ης Σεπτεμβρίου 2003 (τακτικό συμπλήρωμα της GURI αριθ. 159, της 9ης Οκτωβρίου 2003).
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
9 Με αποφάσεις της 25ης Μαρτίου και 29ης Απριλίου 2003, το Amt für sozialen Arbeitsschutz, πρώην Arbeitsinspektorat der Autonomen Provinz Bozen, επέβαλε πρόστιμα συνολικού ύψους 233 550 ευρώ στη Subito και στους νόμιμους εκπροσώπους της, O. Michaeler και R. Volgger, διότι κατά παράβαση του άρθρου 2 του νομοθετικού διατάγματος 61/2000 είχαν παραλείψει να κοινοποιήσουν στην υπηρεσία αυτή διάφορες συμβάσεις εργασίας μερικής απασχόλησης.
10 H Subito και οι νόμιμοι εκπρόσωποί της προσέφυγαν κατά των αποφάσεων αυτών ενώπιον του Landesgericht Bozen.
11 Με τις αποφάσεις του περί παραπομπής, το δικαστήριο αυτό εκφράζει αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η υποχρέωση κοινοποιήσεως των συμβάσεων εργασίας μερικής απασχόλησης συμβιβάζεται με την οδηγία 97/81. Ενώ η οδηγία αυτή έχει ως σκοπό την προαγωγή της εργασίας μερικής απασχόλησης, οι επίμαχες εθνικές διατάξεις επιδιώκουν το αντίστροφο, δεδομένου ότι η υποχρεωτική κοινοποίηση των συμβάσεων εργασίας μερικής απασχόλησης συνιστά γραφειοκρατικό εμπόδιο γι’ αυτή τη μέθοδο οργάνωσης της εργασίας. Οι διατάξεις αυτές, αυξάνοντας το κόστος της εργασίας μερικής απασχόλησης, συνεπάγονται επίσης άνιση μεταχείριση και περιορισμό του ανταγωνισμού εις όφελος των επιχειρήσεων που απασχολούν εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης.
12 Το αιτούν δικαστήριο σημειώνει επίσης ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη νομοθεσία έχει εμμέσως ως αποτέλεσμα την προσβολή της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, καθόσον η εργασία μερικής απασχόλησης αφορά πιο συχνά τις γυναίκες (αποφάσεις της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka-Kaufhaus, Συλλογή 1986, σ. 1607· της 7ης Μαρτίου 1996, C‑278/93, Freers και Speckmann, Συλλογή 1996, σ. I‑1165· της 17ης Ιουνίου 1998, C‑243/95, Hill και Stapleton, Συλλογή 1998, σ. I‑3739, και της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑279/96 έως C‑281/96, Ansaldo Energia κ.λπ., Συλλογή 1998, σ. I‑5025).
13 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Landesgericht Bozen αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Συνάδουν ή όχι με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και με την οδηγία 97/81 […] διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας (άρθρα 2 και 8 του νομοθετικού διατάγματος 61/2000), οι οποίες ορίζουν ότι ο εργοδότης υποχρεούται εντός 30 ημερών από της συνάψεως της συμβάσεως εργασίας μερικής απασχόλησης να κοινοποιεί αντίγραφο της συμβάσεως αυτής στην αρμόδια περιφερειακή διεύθυνση της επιθεωρήσεως εργασίας και ότι σε περίπτωση αθετήσεως αυτής της υποχρεώσεως επιβάλλεται χρηματικό πρόστιμο ύψους 15 ευρώ για κάθε τέτοιο εργαζόμενο και για κάθε ημέρα καθυστερήσεως χωρίς να ορίζεται ανώτατο όριο της διοικητικής ποινής (χρηματικού προστίμου);»
14 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Απριλίου 2007, οι υποθέσεις C‑55/07 και C‑56/07 ενώθηκαν προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
15 Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το νομοθετικό διάταγμα 61/2000 έχει τον ίδιο σκοπό με την οδηγία 97/81, την οποία μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη, ήτοι την προστασία και την ενθάρρυνση της εργασίας μερικής απασχόλησης. Υπό το πρίσμα αυτό, η υποχρέωση κοινοποιήσεως των συμβάσεων εργασίας μερικής απασχόλησης συνιστά μέσο συντονισμού της δραστηριότητας του συνόλου των φορέων που είναι επιφορτισμένοι με την επιθεώρηση της εργασίας στην Ιταλία. Πρόκειται για μέτρο το οποίο συμβάλλει στην καταστολή της αδήλωτης εργασίας και στην παροχή στις διάφορες υπηρεσίες επιθεώρησης εργασίας της δυνατότητας να ενημερώνονται για τις πρακτικές της αγοράς μέσω μιας βάσεως δεδομένων.
16 Το μέτρο αυτό όχι μόνο δεν δημιουργεί γραφειοκρατικό εμπόδιο, αλλά συνιστά εγγύηση διαφάνειας για τους εργοδότες και χρησιμεύει στην καταστολή της παράνομης εργασίας. Επιπλέον, μια τέτοια τυπική προϋπόθεση δεν προκαλεί ανισότητα ούτε στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων.
17 Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκτιμά ότι η υποχρέωση κοινοποιήσεως, επ’ απειλή προστίμου, των οικείων συμβάσεων στην επιθεώρηση εργασίας παραβλέπει τον σκοπό της οδηγίας 97/81.
18 Η οδηγία αυτή αποβλέπει, αφενός, στην εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων μερικής απασχόλησης και, αφετέρου, στην προώθηση της εργασίας μερικής απασχόλησης, ιδίως διά της εξαλείψεως των εμποδίων που μπορούν να αποτρέψουν τις επιχειρήσεις από αυτή τη μορφή εργασίας. Η οδηγία 97/81 επιβάλλει την αντιμετώπιση της εργασίας μερικής απασχόλησης κατά τον ίδιο τρόπο με την εργασία πλήρους απασχόλησης, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για τους όρους εργασίας ή την πρόσβαση στην απασχόληση. Η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου απαγορεύει προς τούτο τη δημιουργία εμποδίων που δεν δικαιολογούνται από αντικειμενικούς λόγους. Η οδηγία αυτή αναφέρεται, με τις αιτιολογικές σκέψεις της, στη δημιουργία ενός γενικού πλαισίου για την εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων μερικής απασχόλησης και στην ανάπτυξη των δυνατοτήτων για εργασία μερικής απασχόλησης. Το σημείο 5 των γενικών παρατηρήσεων της συμφωνίας-πλαισίου προβλέπει ότι πρέπει να διευκολυνθεί η πρόσβαση ανδρών και γυναικών στην εργασία μερικής απασχόλησης.
19 Αν και εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει αν το επίδικο μέτρο δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, η Επιτροπή αμφιβάλλει ότι υφίστανται εν προκειμένω τέτοιοι λόγοι. Υπενθυμίζει συναφώς, παραπέμποντας στις αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1989, C‑265/88, Messner (Συλλογή 1989, σ. 4209, σκέψη 14), και της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C‑193/94, Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος (Συλλογή 1996, σ. I‑929, σκέψη 36), ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συνδεόμενο με το οικείο εθνικό μέτρο σύστημα κυρώσεων και, ιδίως, ο αναλογικός χαρακτήρας του. Εν προκειμένω, το σύστημα αυτό είναι πολύ αυστηρό διότι δεν προβλέπεται ανώτατο όριο των προστίμων.
20 Τέλος, η Επιτροπή εκτιμά ότι παρέλκει η εξέταση του αν το επίδικο εθνικό μέτρο συνεπάγεται δυσμενή διάκριση εις βάρος των γυναικών, καθόσον το ζήτημα αυτό δεν έχει επαρκώς στενό σύνδεσμο με τη διαφορά της κύριας δίκης.
Απάντηση του Δικαστηρίου
21 Η οδηγία 97/81 και η συμφωνία-πλαίσιο αποβλέπουν, αφενός, στην προαγωγή της εργασίας μερικής απασχόλησης και, αφετέρου, στην εξάλειψη των διακρίσεων μεταξύ των εργαζομένων μερικής απασχόλησης και των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης.
22 Ο διττός αυτός σκοπός προκύπτει από το γράμμα της ρήτρας 1 της συμφωνίας-πλαισίου (βλ. σκέψη 5 της παρούσας αποφάσεως) και από τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 97/81. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής, στα «συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Έσσεν, υπογραμμίσθηκε η ανάγκη λήψης μέτρων για την προώθηση της απασχόλησης και της ισότητας των ευκαιριών γυναικών και ανδρών και έγινε έκκληση για τη λήψη μέτρων με σκοπό “την αύξηση σε ένταση της απασχόλησης στα πλαίσια της μεγέθυνσης, κυρίως μέσω ελαστικότερης οργάνωσης της εργασίας, η οποία να ικανοποιεί τόσο τις επιθυμίες των εργαζομένων όσο και τις απαιτήσεις του ανταγωνισμού”». Εξάλλου, από την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι τα υπογράφοντα μέρη της συμφωνίας-πλαισίου «εξεδήλωσαν τη βούληση να συγκροτήσουν ένα γενικό πλαίσιο για την εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων με μερική απασχόληση και να συμβάλουν στην ανάπτυξη δυνατοτήτων για την εργασία μερικής απασχόλησης σε μια αποδεκτή βάση για τους εργοδότες και τους εργαζομένους». Τέλος, κατά τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας, «η Επιτροπή επεξεργάσθηκε την πρόταση οδηγίας λαμβάνοντας υπόψη της το άρθρο 2, παράγραφος 2, της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική [συναφθείσας μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πλην του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας (ΕΕ 1992, C 191, σ. 91), που προσαρτάται στο πρωτόκολλο (αριθ. 14) σχετικά με την κοινωνική πολιτική, το οποίο είναι προσαρτημένο στη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας], που προβλέπει ότι η νομοθεσία στον κοινωνικό τομέα αποφεύγει την “επιβολή διοικητικών, οικονομικών και νομικών εξαναγκασμών, οι οποίοι θα παρεμπόδιζαν τη δημιουργία και την ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων”».
23 Σύμφωνα με τον σκοπό της προαγωγής της εργασίας μερικής απασχόλησης, η ρήτρα 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου προβλέπει υποχρέωση των κρατών μελών «να εντοπίζουν, να αντιμετωπίζουν και, όπου είναι αναγκαίο, να εξαλείφουν εμπόδια νομικής ή διοικητικής φύσης που μπορεί να περιορίσουν τις ευκαιρίες εργασίας μερικής απασχόλησης».
24 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 2 του νομοθετικού διατάγματος 61/2000, υποχρεώνοντας τις επιχειρήσεις να κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές αντίγραφο όλων των συμβάσεων εργασίας μερικής απασχόλησης, δημιουργεί ένα διοικητικής φύσεως εμπόδιο ικανό να περιορίσει τις ευκαιρίες για εργασία μερικής απασχόλησης, κατά την έννοια της ρήτρας 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου.
25 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας η οποία απεστάλη στο Δικαστήριο από το αιτούν δικαστήριο δεν προκύπτει ότι στη σύναψη συμβάσεων εργασίας πλήρους απασχόλησης επιβάλλεται αντίστοιχη υποχρέωση κοινοποιήσεως.
26 Το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι αυτή η υποχρέωση κοινοποιήσεως δικαιολογείται από την ανάγκη καταστολής της αδήλωτης εργασίας και ενημέρωσης της διοίκησης για τις πρακτικές των εργοδοτών δεν είναι πειστικό. Ειδικότερα, για να μπορεί να δικαιολογηθεί το επίμαχο στην κύρια δίκη μέτρο με την προβολή τέτοιων λόγων, απαιτείται να τελεί σε αναλογία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Όπως όμως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 46 έως 48 των προτάσεών του, υπάρχουν άλλα λιγότερο επαχθή μέτρα με τα οποία η Ιταλική Κυβέρνηση θα μπορούσε να επιτύχει τους σκοπούς που επικαλείται στον τομέα της καταστολής της απάτης και της αδήλωτης εργασίας, στον οποίο οι εθνικές αρχές διαθέτουν μέσα επιτήρησης, ελέγχου και αστυνόμευσης.
27 Πέρα από την άμεση οικονομική επιβάρυνση που προκαλεί στις επιχειρήσεις αυτή η διοικητικής φύσεως προϋπόθεση κοινοποιήσεως, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 2 του νομοθετικού διατάγματος 61/2000 συνοδεύεται από σύστημα κυρώσεων βάσει του οποίου επιβάλλεται πρόστιμο ύψους 15 ευρώ για κάθε τέτοια σύμβαση εργασίας και για κάθε ημέρα καθυστέρησης στην κοινοποίηση της συμβάσεως αυτής, χωρίς να τίθεται κανένα ανώτατο όριο στο συνολικό ποσό του προστίμου.
28 Ο συνδυασμός αυτής της προϋποθέσεως διοικητικής φύσεως και του ως άνω συστήματος κυρώσεων συμβάλλει στο να αποτρέπονται οι εργοδότες από τη σύναψη συμβάσεων εργασίας μερικής απασχόλησης.
29 Επιπλέον, υφίσταται ειδικότερα ο κίνδυνος η υποχρέωση κοινοποιήσεως στη διοίκηση των συμβάσεων μερικής απασχόλησης, λόγω του κόστους που συνεπάγεται και των κυρώσεων που επισύρει τυχόν αθέτησή της, να πλήξει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες, δεδομένου ότι δεν διαθέτουν εξίσου σημαντικούς πόρους με τις επιχειρήσεις μεγάλου μεγέθους, ενδέχεται έτσι να αποτραπούν από την επιλογή της μερικής απασχόλησης ως μεθόδου οργανώσεως της εργασίας, την οποία η οδηγία 97/81 επιδιώκει ακριβώς να προαγάγει.
30 Συνεπώς, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της ερμηνείας της αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών, πρέπει να δοθεί στο ερώτημα που υπέβαλε το Landesgericht Bozen η απάντηση ότι η ρήτρα 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι απαγορεύει εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία επιβάλλει την κοινοποίηση στη διοίκηση ενός αντιγράφου των συμβάσεων εργασίας μερικής απασχόλησης εντός 30 ημερών από της συνάψεώς τους.
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Η ρήτρα 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και τη CES, η οποία προσαρτάται στην οδηγία 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και τη CES, έχει την έννοια ότι απαγορεύει εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία επιβάλλει την κοινοποίηση στη διοίκηση ενός αντιγράφου των συμβάσεων εργασίας μερικής απασχόλησης εντός 30 ημερών από της συνάψεώς τους.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy