ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 17ης Ιουλίου 2008
Υπόθεση C-71/07 P
Franco Campoli
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Υπάλληλοι – Αμοιβή – Σύνταξη – Εφαρμογή διορθωτικού συντελεστή που υπολογίζεται σε συνάρτηση με το μέσο κόστος ζωής στη χώρα κατοικίας – Μεταβατικό καθεστώς προβλεπόμενο από τον κανονισμό περί τροποποιήσεως του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων – Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας»
Αντικείμενο: Αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 29ης Νοεμβρίου 2006, T-131/05, Campoli κατά Επιτροπής (που δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί στη Συλλογή). Αντίθετη αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής
Απόφαση: Απόρριψη της κύριας και της αντίθετης αναιρέσεως
Περίληψη
1. Αναίρεση – Αντίθετη αναίρεση – Αντικείμενο – Κήρυξη της κύριας αναιρέσεως ως απαράδεκτης – Απαράδεκτο
(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 56, δεύτερο εδάφιο, και άρθρο 61)
2. Υπάλληλοι – Συντάξεις – Διορθωτικός συντελεστής
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 82 §§ 1 και 3· παράρτημα XIII, άρθρα 20 § 1, και 24 § 2· κανονισμός 723/2004 του Συμβουλίου)
3. Υπάλληλοι – Συντάξεις – Διορθωτικός συντελεστής
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 83 § 1, εδ. 1· παράρτημα XIII, άρθρο 20· κανονισμός 723/2004 του Συμβουλίου)
1. Από το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι κάθε αίτηση αναιρέσεως πρέπει να σκοπεί στην εν όλω ή εν μέρει αναίρεση αποφάσεως του Πρωτοδικείου, ενώ το Δικαστήριο μπορεί, σε περίπτωση που η απόφαση αναιρεθεί, είτε να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Πρωτοδικείο για να την κρίνει.
Επομένως, είναι απαράδεκτη η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως που σκοπεί όχι στην αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά στο να κηρυχθεί η κύρια αναίρεση ως απαράδεκτη.
2. Ένας ενιαίος για κάθε χώρα διορθωτικός συντελεστής, εφαρμοστέος στις συντάξεις των υπαλλήλων, μπορεί να αποτελεί κατάλληλο δείκτη ο οποίος να αντανακλά, αναγκαστικά κατά προσέγγιση, το κόστος ζωής στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους.
Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο ενιαίος για κάθε χώρα διορθωτικός συντελεστής υπολογίζεται αναγκαστικά κατά προσέγγιση, ο σκοπός της διασφάλισης ορισμένης ισοδυναμίας της αγοραστικής ισχύος μεταξύ των πρώην υπαλλήλων που κατοικούν στα διάφορα κράτη μέλη πρέπει, στην πραγματικότητα, να θεωρείται ότι τηρείται στο μέτρο που ο διορθωτικός αυτός συντελεστής καθορίζεται σύμφωνα με κριτήρια που εγγυώνται την αντιπροσωπευτικότητά του. Ο μηχανισμός υπολογισμού αυτών των διορθωτικών συντελεστών βάσει της σχέσης μεταξύ του κόστους ζωής στο κράτος μέλος κατοικίας και του κόστους ζωής στο Βέλγιο («μέθοδος των χωρών») αντανακλά το κόστος ζωής στο εσωτερικό ενός κράτους τουλάχιστον κατά τρόπο τόσο αντιπροσωπευτικό όσο και ο υπολογισμός των εν λόγω διορθωτικών συντελεστών βάσει της σχέσης μεταξύ του κόστους ζωής στην πρωτεύουσα του κράτους μέλους κατοικίας και του κόστους ζωής στις Βρυξέλλες («μέθοδος των πρωτευουσών»).
Δεδομένου, επομένως, ότι η «μέθοδος των χωρών» συνιστά κατάλληλο τρόπο υπολογισμού προκειμένου να διασφαλίζεται, στο μέτρο του δυνατού, η ισοδυναμία της αγοραστικής ισχύος μεταξύ των συνταξιούχων, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως αντικαθιστώντας, με την έκδοση του κανονισμού 723/2004, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών, τη «μέθοδο των πρωτευουσών» με τη «μέθοδο των χωρών» για τον καθορισμό των διορθωτικών συντελεστών στο πλαίσιο του μεταβατικού καθεστώτος συντάξεων.
3. Η απόφαση του κοινοτικού νομοθέτη να μεταρρυθμίσει το καθεστώς των συντάξεων, καταργώντας τους διορθωτικούς συντελεστές για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που αποκτήθηκαν μετά την 1η Μαΐου 2004, απόφαση που υλοποιήθηκε με την έκδοση του κανονισμού 723/2004, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών, δεν είναι ασυμβίβαστη προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Μολονότι αληθεύει ότι το παλαιό καθεστώς συντάξεων, βασιζόμενο σε ένα σύστημα διορθωτικών συντελεστών και, κατά συνέπεια, σε ορισμένη αντιστάθμιση των διακυμάνσεων της αγοραστικής ισχύος ανάλογα με το κράτος μέλος κατοικίας του συνταξιούχου, αποτελούσε κατάλληλο μέσο υλοποίησης της αρχής αυτής, από αυτό δεν μπορεί να συναχθεί ότι οποιοδήποτε άλλο σύστημα είναι ασυμβίβαστο προς την ίδια αυτή αρχή.
Συγκεκριμένα, ένα καθεστώς συντάξεων που σκοπεί στην ισοδυναμία της αγοραστικής ισχύος δεν αποτελεί παρά ένα από τα πιθανά μέσα για τη διασφάλιση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Η τήρηση της αρχής αυτής διασφαλίζεται κατά μείζονα λόγο από ένα σύστημα σύμφωνα με το οποίο οι συνταξιούχοι λαμβάνουν, για ισοδύναμη εισφορά, ίσο ονομαστικό ποσό σύνταξης.
Η επιβολή, στο πλαίσιο του μεταβατικού καθεστώτος, κατώτατου διορθωτικού συντελεστή ύψους 100 % προαναγγέλλει απλώς, ως προς μια μερίδα των συνταξιούχων, την κατάργηση των διορθωτικών συντελεστών την οποία προβλέπει το οριστικό καθεστώς.
Δεδομένου ότι το οριστικό καθεστώς συντάξεων που προκύπτει από τον τροποποιηθέντα Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), καθόσον δεν επιδιώκει πλέον τον σκοπό της διασφάλισης ορισμένης ισοδυναμίας της αγοραστικής ισχύος μεταξύ των συνταξιούχων ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας τους, είναι, επομένως, συμβατό με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, το μεταβατικό καθεστώς που προαναγγέλλει απλώς την εφαρμογή της αρχής του «ενιαίου» ποσού της σύνταξης προς όφελος των συνταξιούχων για τους οποίους η αρχή αυτή είναι ευνοϊκή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εισάγει δυσμενή διάκριση.
Full & Egal Universal Law Academy