ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 13ης Μαρτίου 2008 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Περιβάλλον – Οδηγία 2000/59/ΕΚ – Προγράμματα παραλαβής και διαχείρισης των αποβλήτων πλοίου»
Στην υπόθεση C‑81/07,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 2007,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Γ. Ζαββό και K. Simonsson, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τις Σ. Χαλά και Ι. Πουλή, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, U. Lõhmus, J. Klučka, P. Lindh και A. Arabadjiev (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: L. Hewlett, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 17ης Ιανουαρίου 2008,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, λόγω μη καταρτίσεως, εγκρίσεως και εφαρμογής των προγραμμάτων παραλαβής και διαχείρισης των αποβλήτων πλοίου και καταλοίπων φορτίου (στο εξής: προγράμματα παραλαβής αποβλήτων), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των άρθρων 5, παράγραφος 1, και 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/59/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, σχετικά με τις λιμενικές εγκαταστάσεις παραλαβής αποβλήτων πλοίου και καταλοίπων φορτίου (ΕΕ L 332, σ. 81, στο εξής: οδηγία).
Το νομικό πλαίσιο
2 Η οδηγία έχει ως σκοπό, σύμφωνα με το άρθρo της 1, «τον περιορισμό της απόρριψης στη θάλασσα, ιδίως δε της παράνομης απόρριψης, αποβλήτων και καταλοίπων φορτίου από πλοία που χρησιμοποιούν τους λιμένες της Κοινότητας, με τη βελτίωση της διάθεσης και της χρήσης λιμενικών εγκαταστάσεων παραλαβής αποβλήτων πλοίου και καταλοίπων φορτίου, ώστε να ενισχυθεί η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος».
3 Σύμφωνα με το άρθρo της 3, με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», η οδηγία εφαρμόζεται:
«α) σε όλα τα πλοία, συμπεριλαμβανομένων των αλιευτικών σκαφών και των σκαφών αναψυχής, ανεξαρτήτως της σημαίας που φέρουν, τα οποία καταπλέουν ή λειτουργούν σε λιμένα κράτους μέλους, πλην των πολεμικών πλοίων ή βοηθητικών σκαφών ή άλλων πλοίων που ανήκουν στο κράτος ή που τα εκμεταλλεύεται το κράτος και χρησιμοποιούνται προς το παρόν αποκλειστικά για κυβερνητική μη εμπορική υπηρεσία, και
β) σε όλους τους λιμένες των κρατών μελών, στους οποίους συνήθως καταπλέουν τα πλοία [που αναφέρονται στο στοιχείο α΄].
[…]»
4 Το άρθρο 5, με τίτλο «Προγράμματα παραλαβής και διακίνησης αποβλήτων», προβλέπει τα εξής:
«1. Για κάθε λιμένα καταρτίζεται και εφαρμόζεται κατάλληλο πρόγραμμα παραλαβής και διακίνησης αποβλήτων, κατόπιν διαβουλεύσεων με τα ενδιαφερόμενα μέρη, και ιδίως με τους χρήστες του λιμένα ή τους εκπροσώπους αυτών, με γνώμονα τις απαιτήσεις των άρθρων 4, 6, 7, 10 και 12. Οι λεπτομερείς απαιτήσεις σχετικά με την κατάρτιση των προγραμμάτων αυτών καθορίζονται στο παράρτημα I.
2. Τα προγράμματα παραλαβής και διακίνησης αποβλήτων, που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μπορούν, εφόσον απαιτείται για λόγους αποτελεσματικότητας, να καταρτίζονται σε περιφερειακό πλαίσιο με τη δέουσα συμμετοχή κάθε λιμένα, υπό την προϋπόθεση ότι προσδιορίζεται για κάθε επιμέρους λιμένα ποιες εγκαταστάσεις παραλαβής είναι απαραίτητες και ποιες είναι διαθέσιμες.
3. Τα κράτη μέλη αξιολογούν και εγκρίνουν το πρόγραμμα παραλαβής και διακίνησης αποβλήτων, παρακολουθούν την εφαρμογή του και εξασφαλίζουν την επανέγκρισή του τουλάχιστον ανά τριετία καθώς και μετά από σημαντικές αλλαγές στη λειτουργία του λιμένα.»
5 Σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ πριν από τις 28 Δεκεμβρίου 2002 τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία και πληροφορούν σχετικώς την Επιτροπή αμέσως.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
6 Με έγγραφο της 14ης Ιουλίου 2004, η Επιτροπή ζήτησε από την Ελληνική Δημοκρατία να της επιβεβαιώσει την έγκριση των προγραμμάτων παραλαβής αποβλήτων για όλους τους ελληνικούς λιμένες και να της διαβιβάσει έως τις 15 Σεπτεμβρίου 2004, προκειμένου να ελεγχθούν στο πλαίσιο γενικού ελέγχου εφαρμογής της οδηγίας εντός της Ενώσεως, δειγματοληπτικώς τα προγράμματα 10 λιμένων (στο εξής: επιλεγέντες λιμένες), ήτοι των λιμένων Ελευσίνας, Πειραιά, Πάτρας, Ηρακλείου, Θεσσαλονίκης, Βόλου, Καλαμακίου, Μαρίνας Κω, Κέρκυρας και Ρόδου. Ελλείψει απαντήσεως εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, η Επιτροπή της απέστειλε προς τούτο, στις 18 Οκτωβρίου 2004, έγγραφη υπόμνηση.
7 Η Ελληνική Δημοκρατία διαβίβασε στην Επιτροπή, με έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου 2004, όσον αφορά τους επιλεγέντες λιμένες, τα προγράμματα παραλαβής αποβλήτων που εγκρίθηκαν για τους λιμένες της Ελευσίνας, της Θεσσαλονίκης και της Κέρκυρας, καθώς και τα σχέδια προγραμμάτων παραλαβής αποβλήτων για τους λιμένες του Πειραιά, της Πάτρας, του Βόλου, της Μαρίνας Κω και της Ρόδου, χωρίς ωστόσο να διευκρινίσει αν τα σχέδια αυτά είχαν εγκριθεί. Όσον αφορά τον λιμένα του Ηρακλείου, το πρόγραμμα βρισκόταν στο στάδιο της κατάρτισης. Όσον αφορά τη Μαρίνα Καλαμακίου, κατόπιν αιτήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, η Επιτροπή διευκρίνισε, με έγγραφο της 14ης Δεκεμβρίου 2004, ότι το πρόγραμμα που επιθυμούσε να της διαβιβαστεί ήταν το πρόγραμμα για τη Μαρίνα Αλίμου. Με το ίδιο έγγραφο, η Επιτροπή ζήτησε από την Ελληνική Δημοκρατία να της γνωστοποιήσει, όσον αφορά τους λιμένες του Πειραιά, της Πάτρας, του Βόλου, της Μαρίνας Κω και της Ρόδου, αν τα προγράμματα παραλαβής αποβλήτων είχαν εγκριθεί.
8 Ελλείψει συμπληρωματικής ενημερώσεως ως προς το θέμα αυτό, η Επιτροπή θεώρησε ότι για τους επτά από τους δέκα επιλεγέντες λιμένες δεν είχαν ακόμη εγκριθεί τα προγράμματα παραλαβής αποβλήτων. Δεδομένου ότι δεν έλαβε διαβεβαίωση για την έγκριση των προγραμμάτων παραλαβής αποβλήτων για τους ελληνικούς λιμένες που δεν είχαν επιλεγεί, η Επιτροπή κατέληξε ότι τα προγράμματα αυτά δεν είχαν εγκριθεί. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 21 Μαρτίου 2005, έγγραφο οχλήσεως προς την Ελληνική Δημοκρατία ζητώντας να της διαβιβάσει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών από της παραλαβής του εγγράφου.
9 Με έγγραφο της 18ης Μαΐου 2005, η Ελληνική Δημοκρατία τόνισε ότι η διαδικασία που προβλέπεται στην εσωτερική έννομη τάξη της για την κατάρτιση των προγραμμάτων παραλαβής περιλαμβάνει τρία στάδια, δηλαδή την προετοιμασία, τη γνωμοδότηση του Γενικού Γραμματέα Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας (στο εξής: Υπουργείο) και την έγκριση από τις αρχές της αρμόδιας Περιφέρειας (στο εξής: αρχές της Περιφέρειας). Όσον αφορά τους επιλεγέντες λιμένες, το εν λόγω κράτος μέλος διευκρίνισε ότι τα προγράμματα παραλαβής αποβλήτων είχαν εφαρμοστεί σε έξι από τους λιμένες αυτούς, ενώ στους υπόλοιπους τέσσερις είχε αρχίσει η πρώτη φάση εκτελέσεως των προγραμμάτων αυτών. Όσον αφορά τους μη επιλεγέντες λιμένες, το έγγραφο αυτό παρείχε διευκρινίσεις για τους λιμένες στους οποίους η εφαρμογή των προγραμμάτων παραλαβής είχε περατωθεί και για τους λιμένες που βρίσκονταν στο στάδιο προετοιμασίας.
10 Κρίνοντας, βάσει του εν λόγω εγγράφου και των πληροφοριών που είχαν γνωστοποιηθεί προηγουμένως, ότι ορισμένοι επιλεγέντες λιμένες, ήτοι οι λιμένες του Πειραιά, του Ηρακλείου, του Βόλου, της Μαρίνας Κω και της Ρόδου, καθώς και ορισμένοι μη επιλεγέντες λιμένες, δεν διέθεταν δεόντως εγκεκριμένα προγράμματα, μολονότι, στην περίπτωση του λιμένα του Πειραιά, το πρόγραμμα παραλαβής που είχε εκπονηθεί φαινόταν να έχει εκτελεστεί χωρίς να έχει εγκριθεί, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 19 Δεκεμβρίου 2005, αιτιολογημένη γνώμη στην Ελληνική Δημοκρατία και της έταξε προθεσμία δύο μηνών από την παραλαβή της για να συμμορφωθεί. Επειδή δεν έκρινε ικανοποιητική την απάντηση του κράτους μέλους αυτού, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
11 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η έγκριση του προγράμματος παραλαβής αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της κατάρτισης και της εφαρμογής του στο πλαίσιο του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας. Πάντως, ακόμη και αν είχαν καταρτιστεί προγράμματα παραλαβής αποβλήτων ή σχέδια προγραμμάτων παραλαβής αποβλήτων για τους δέκα επιλεγέντες λιμένες, όπως υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, τα προγράμματα αυτά δεν είχαν, ωστόσο, εγκριθεί από τις αρχές της Περιφέρειας, τουλάχιστον όσον αφορά τους παρατιθέμενους στη σκέψη 10 της παρούσας αποφάσεως λιμένες, καθώς και ορισμένους μη επιλεγέντες λιμένες.
12 Η Ελληνική Δημοκρατία, απαντά, πρώτον, ότι η αιτίαση που αντλείται από μη τήρηση του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας είναι αβάσιμη, διότι αντικείμενο της διάταξης αυτής είναι η ύπαρξη κατάλληλων προγραμμάτων παραλαβής αποβλήτων, χωρίς ουδόλως να ενδιαφέρουν οι εσωτερικές διαδικασίες που αφορούν την έγκρισή τους.
13 Συναφώς, το κράτος μέλος αυτό εξηγεί ότι το Υπουργείο γνωμοδοτεί θετικά εφόσον τα σχέδια των προγραμμάτων παραλαβής που υποβάλλονται από τους φορείς διοίκησης των λιμένων ικανοποιούν πλήρως όλες τις απαιτήσεις του νόμου. Οι αρχές της Περιφέρειας είναι υποχρεωμένες στη συνέχεια να εγκρίνουν τα εν λόγω προγράμματα παραλαβής αποβλήτων προσθέτοντας, ενδεχομένως, παρατηρήσεις. Σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή, τα προγράμματα παραλαβής αποβλήτων για τα οποία έχει δοθεί θετική γνώμη του Υπουργείου τίθενται άμεσα σε εφαρμογή, υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της κατά τόπον αρμόδιας λιμενικής αρχής και ανεξαρτήτως του αν έχουν εγκριθεί από τις αρχές της Περιφέρειας, οι αρχές δε αυτές δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να ζητήσουν τη διακοπή της εφαρμογής των εν λόγω προγραμμάτων, αλλά μόνον τη βελτίωσή τους. Η Ελληνική Δημοκρατία προσθέτει ότι, αν οι αρχές της Περιφέρειας διατυπώσουν παρατηρήσεις επί του προγράμματος παραλαβής αποβλήτων για το οποίο έχει διατυπωθεί θετική γνώμη από το Υπουργείο, οι παρατηρήσεις τους ενσωματώνονται στο πρόγραμμα αυτό.
14 Επιβάλλεται η διαπίστωση πρώτον ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν ισχυρίζεται ότι τα προγράμματα παραλαβής αποβλήτων για τους λιμένες του Πειραιά, του Ηρακλείου, του Βόλου, της Μαρίνας Κω και της Ρόδου είχαν δεόντως εγκριθεί από τις αρχές της Περιφέρειας εντός των προθεσμιών που τάχθηκαν. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τους λιμένες του Πειραιά, του Βόλου και της Μαρίνας Κω, το κράτος μέλος αυτό αρκέστηκε στον ισχυρισμό ότι τα προγράμματα παραλαβής αποβλήτων εφαρμόζονταν, χωρίς ωστόσο να αναφερθεί στην έγκρισή τους από τις αρχές της Περιφέρειας. Επιπλέον, με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Ελληνική Δημοκρατία αναφέρει ότι το πρόγραμμα παραλαβής του λιμένα του Πειραιά δεν έχει ακόμη εγκριθεί από τις αρχές της Περιφέρειας, ενώ το πρόγραμμα του λιμένα του Ηρακλείου βρίσκεται στο στάδιο της καταρτίσεως. Όσον αφορά τον λιμένα της Ρόδου, όπως προκύπτει από τον φάκελο, η έγκριση που αφορά τη «νομιμότητα» του προγράμματος παραλαβής αποβλήτων δόθηκε από τις αρχές της Περιφέρειας μετά τη λήξη της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη.
15 Όσον αφορά τους μη επιλεγέντες λιμένες, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι για «ένα πολύ μεγάλο αριθμό» των λιμένων αυτών υπάρχουν προγράμματα παραλαβής αποβλήτων, ενώ, για τους λιμένες που δεν υπάρχουν, καταρτίστηκε πρόγραμμα παραλαβής αποβλήτων σε περιφερειακό επίπεδο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας. Ωστόσο, το κράτος μέλος αυτό δεν ισχυρίζεται ότι για τα εν λόγω προγράμματα δόθηκε η έγκριση των περιφερειακών αρχών.
16 Επιβάλλεται επομένως η διαπίστωση ότι, κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε ακόμη εγκρίνει τα προγράμματα παραλαβής αποβλήτων των λιμένων της.
17 Πρέπει να υπομνησθεί, συναφώς, ότι, μολονότι τα κράτη μέλη έχουν την ελευθερία επιλογής των μέσων και των μεθόδων για την εξασφάλιση της εφαρμογής μιας οδηγίας, η ελευθερία όμως αυτή διατηρεί ακέραια την υποχρέωση κάθε κράτους προς το οποίο απευθύνεται να λαμβάνει, στο πλαίσιο της εσωτερικής του έννομης τάξης, όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας (βλ., σχετικώς, απόφαση της 10ης Απριλίου 1984, 14/83, von Colson και Kamann, Συλλογή 1984, σ. 1891, σκέψη 15).
18 Πάντως, όπως προκύπτει από τον φάκελο, σύμφωνα με την εσωτερική διαδικασία που ισχύει στην Ελληνική Δημοκρατία, όπως περιγράφεται στη σκέψη 9 της παρούσας αποφάσεως, η κατάρτιση των προγραμμάτων παραλαβής περιλαμβάνει τρία στάδια, δηλαδή την προετοιμασία, τη γνωμοδότηση του Υπουργείου και την έγκριση από τις αρχές της Περιφέρειας. Δεν αμφισβητείται εξάλλου ότι, κατά την έγκριση των εν λόγω προγραμμάτων, οι αρχές της Περιφέρειας μπορούν να υποβάλουν παρατηρήσεις ως προς τις λεπτομέρειες εφαρμογής. Οι παρατηρήσεις αυτές ενσωματώνονται, στη συνέχεια, στο αντίστοιχο πρόγραμμα παραλαβής αποβλήτων. Κατά συνέπεια, τα προγράμματα παραλαβής αποβλήτων οριστικοποιούνται μόνο μετά την έγκρισή τους από τις αρχές της Περιφέρειας, αφού ληφθούν υπόψη οι τροποποιήσεις που μπορούν να επέλθουν.
19 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις μιας οδηγίας πρέπει να εφαρμόζονται μέσω κανόνων αναμφισβήτητης δεσμευτικότητας, με την απαιτούμενη ακρίβεια και σαφήνεια, προκειμένου να πληρούται η επιταγή της ασφάλειας δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C‑415/01, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 2003, σ. I-2081, σκέψη 21, της 20ής Νοεμβρίου 2003, C-296/01, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2003, σ. I‑13909, σκέψη 54, και της 14ης Ιουνίου 2007, C-82/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 19).
20 Η κατάρτιση και η εφαρμογή προγραμμάτων παραλαβής αποβλήτων που δεν έχουν οριστικοποιηθεί δεν μπορούν ωστόσο να πληρούν την υποχρέωση των κρατών μελών να συμμορφωθούν με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις της ασφάλειας δικαίου.
21 Εξάλλου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν μπορεί να εξεταστεί χωρίς να ληφθεί υπόψη η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου, η οποία σαφώς προβλέπει ότι τα κράτη μέλη αξιολογούν και εγκρίνουν τα προγράμματα παραλαβής αποβλήτων. Επομένως, το γεγονός και μόνον ότι η αιτίαση που προβάλλει η Επιτροπή δεν αναφέρεται ρητώς στην παράγραφο 3 του άρθρου 5 της οδηγίας δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση το βάσιμο της αιτιάσεως αυτής.
22 Κατόπιν των ανωτέρω, το πρώτο επιχείρημα που προβάλλει η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να απορριφθεί.
23 Δεύτερον, το κράτος μέλος αυτό υποστηρίζει ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, όπως καθορίζεται με το άρθρο της 3, στοιχείο β΄, δηλαδή ότι η οδηγία εφαρμόζεται «σε όλους τους λιμένες των κρατών μελών, στους οποίους συνήθως καταπλέουν τα πλοία [που αναφέρονται στο στοιχείο α΄]», αφήνει στα κράτη μέλη την απαραίτητη ευχέρεια καλόπιστου προσδιορισμού των οικείων λιμένων και των υποχρεώσεων που υπέχουν.
24 Η Επιτροπή εκτιμά, επ’ αυτού, ότι το ευρύ πεδίο εφαρμογής της οδηγίας καλύπτει, κατ’ αρχήν, όλους τους λιμένες των κρατών μελών.
25 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν ισχυρίζεται ότι οι λιμένες που αναφέρονται στις σκέψεις 14 και 15 της παρούσας αποφάσεως, για τους οποίους δεν υπάρχει δεόντως εγκεκριμένο πρόγραμμα παραλαβής, δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Το επιχείρημα, επομένως, που προβάλλει το κράτος μέλος αυτό προς υπεράσπισή του είναι αλυσιτελές.
26 Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, τέλος, ότι δεν παρέβη το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, διότι η διάταξη αυτή δεν προβλέπει συγκεκριμένη προθεσμία εντός της οποίας πρέπει οι λιμένες να διαθέτουν εγκαταστάσεις παραλαβής και διαχείρισης αποβλήτων.
27 Το επιχείρημα αυτό, ωστόσο, είναι επίσης αλυσιτελές διότι αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως δεν είναι η δημιουργία εγκαταστάσεων παραλαβής και διαχείρισης αποβλήτων, αλλά η κατάρτιση, η εφαρμογή και η έγκριση των προγραμμάτων παραλαβής.
28 Κατόπιν των ανωτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να καταρτίσει, να εφαρμόσει και να εγκρίνει τα προγράμματα παραλαβής και διαχείρισης των αποβλήτων πλοίου και καταλοίπων φορτίου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5, παράγραφος 1, και 16, παράγραφος 1, της οδηγίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
29 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας και αυτή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να καταρτίσει, να εφαρμόσει και να εγκρίνει τα προγράμματα παραλαβής και διαχείρισης των αποβλήτων πλοίου και καταλοίπων φορτίου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των άρθρων 5, παράγραφος 1, και 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/59/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, σχετικά με τις λιμενικές εγκαταστάσεις παραλαβής αποβλήτων πλοίου και καταλοίπων φορτίου.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(Υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy