ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 4ης Δεκεμβρίου 2008 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 92/51/ΕΟΚ – Αναγνώριση διπλωμάτων – Σπουδές σε “εργαστήριο ελευθέρων σπουδών” που δεν αναγνωρίζεται ως εκπαιδευτικό ίδρυμα από το κράτος μέλος υποδοχής – Οπτικός»
Στην υπόθεση C‑84/07,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2007,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Γ. Ζαββό και H. Støvlbæk,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από την Ε. Σκανδάλου,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, J.‑C. Bonichot, K. Schiemann (εισηγητή), J. Makarczyk και P. Kūris, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 10ης Ιανουαρίου 2008,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί με την προσφυγή της από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, με τις πρακτικές που εφαρμόζει, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 3, 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 12 της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ (ΕΕ L 209, σ. 25), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2001/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2001 (ΕΕ L 206, σ. 1, στο εξής: οδηγία 92/51).
2 Το κύριο νομικό ζήτημα που τίθεται στην υπό εξέταση υπόθεση συμπίπτει κατ’ ουσία με το ζήτημα που αφορά η υπόθεση C‑151/07, Χατζηθανάσης, η απόφαση επί της οποίας δημοσιεύεται σήμερα (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή). Το ζήτημα αυτό είναι άλλωστε αντίστοιχο με το ζήτημα που τέθηκε στην υπόθεση C‑274/05, Επιτροπή κατά Ελλάδας, η απόφαση επί της οποίας εκδόθηκε στις 23 Οκτωβρίου 2008 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
3 Αντικείμενο και των τριών αυτών υποθέσεων είναι το ζήτημα κατά πόσον η Ελληνική Δημοκρατία υποχρεούται, δυνάμει των οδηγιών 92/51 και 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών (ΕΕ 1989, L 19, σ. 16), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2001/19 (στο εξής: οδηγία 89/48), να αναγνωρίζει τα διπλώματα που έχουν απονεμηθεί από τις αρχές άλλου κράτους μέλους κατόπιν σπουδών που έχουν πραγματοποιηθεί εντός του εδάφους της.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
4 Η οδηγία 92/51 καθιερώνει ένα γενικό συμπληρωματικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης που καλύπτει τα επίπεδα εκπαίδευσης που δεν κάλυπτε το αρχικό γενικό σύστημα που τέθηκε σε εφαρμογή με την οδηγία 89/48, της οποίας η εφαρμογή περιορίζεται στην ανώτατη εκπαίδευση. Η οδηγία 92/51 αφορά, κατ’ ουσία, τα προσόντα που αποκτώνται κατόπιν της περάτωσης εκπαιδευτικού κύκλου διάρκειας ενός έως τριών ετών, ενώ η οδηγία 89/48 αφορά τα προσόντα για τα οποία απαιτούνται σπουδές τριών τουλάχιστον ετών.
5 Κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/51, το συμπληρωματικό αυτό γενικό σύστημα βασίζεται στις ίδιες αρχές και περιλαμβάνει, τηρουμένων των αναλογιών, τους ίδιους κανόνες με το αρχικό γενικό σύστημα.
6 Το άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/51 ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοείται:
α) ως “δίπλωμα”: οποιοσδήποτε τίτλος εκπαίδευσης ή οποιοδήποτε σύνολο τέτοιων τίτλων:
– που έχει χορηγηθεί από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, η οποία έχει οριστεί σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του εν λόγω κράτους μέλους,
– από τον οποίο προκύπτει ότι ο κάτοχός του παρακολούθησε επιτυχώς:
i) είτε κύκλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών, εκτός από τον αναφερόμενο στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ, διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους ή ισοδύναμης διάρκειας μερικής παρακολούθησης, προϋπόθεση πρόσβασης στον οποίο αποτελεί, κατά κανόνα, μεταξύ άλλων, η ολοκλήρωση του κύκλου δευτεροβάθμιων σπουδών που απαιτείται για την πρόσβαση στην πανεπιστημιακή ή άλλη τριτοβάθμια εκπαίδευση, καθώς και [την] επαγγελματική εκπαίδευση που τυχόν απαιτείται επιπλέον αυτού του κύκλου σπουδών μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης,
ii) είτε έναν από τους κύκλους εκπαίδευσης του παραρτήματος Γ
και
– από τον οποίο προκύπτει ότι ο κάτοχός του διαθέτει τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα για την πρόσβαση σε επάγγελμα που είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο στο εν λόγω κράτος μέλος ή για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού,
εφόσον η εκπαίδευση που πιστοποιείται από τον εν λόγω τίτλο έχει πραγματοποιηθεί κατά το μεγαλύτερό της μέρος στην Κοινότητα, ή εκτός Κοινότητας, σε εκπαιδευτικά ιδρύματα που παρέχουν εκπαίδευση σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις ενός κράτους μέλους ή εφόσον ο κάτοχός του έχει τριετή επαγγελματική πείρα που βεβαιούται από το κράτος μέλος το οποίο έχει αναγνωρίσει έναν εξωκοινοτικό τίτλο εκπαίδευσης.
Εξομοιώνεται προς δίπλωμα, κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου, οποιοσδήποτε τίτλος εκπαίδευσης ή οποιοδήποτε σύνολο τέτοιων τίτλων έχει χορηγηθεί από αρμόδια αρχή σε κράτος μέλος, εφόσον πιστοποιεί εκπαίδευση που έχει πραγματοποιηθεί εντός της Κοινότητας και αναγνωρίζεται από αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους ως ισοτίμου επιπέδου και εφόσον παρέχει τα ίδια δικαιώματα πρόσβασης σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή άσκησής του.»
7 Το παράρτημα Γ της οδηγίας 92/51, το οποίο περιλαμβάνει τον κατάλογο των εκπαιδεύσεων ειδικής διάρθρωσης που αναφέρονται στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, σημείο ii, αναφέρει στο σημείο 1, που επιγράφεται «Παραϊατρικός και κοινωνικοπαιδαγωγικός τομέας», και συγκεκριμένα στη δεύτερη περίπτωση του κεφαλαίου που αφορά την Ιταλική Δημοκρατία, την εκπαίδευση των οπτικών («ottico»).
8 Το άρθρο 3 της οδηγίας 92/51 επιβάλλει γενική υποχρέωση αναγνώρισης των διπλωμάτων που έχουν χορηγηθεί από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών. Ορίζει ότι το κράτος μέλος υποδοχής που επιβάλλει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την πρόσβαση σε ένα νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα δεν μπορεί να αρνείται σε υπήκοο κράτους μέλους την πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό λόγω έλλειψης προσόντων, ιδίως αν ο αιτών κατέχει δίπλωμα το οποίο απαιτείται από άλλο κράτος μέλος για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα στο έδαφός του.
9 Το άρθρο 4 της οδηγίας 92/51 λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών ενδέχεται να υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ της εκπαίδευσης που απαιτείται για την πρόσβαση στο ίδιο νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα. Η διάταξη αυτή επιτρέπει στο κράτος μέλος υποδοχής να απαιτεί από τον αιτούντα να αποδείξει ότι διαθέτει επαγγελματική πείρα ορισμένης διάρκειας ή να υποβληθεί σε «αντισταθμιστικά μέτρα», δηλαδή να πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση προσαρμογής ή να υποβληθεί σε δοκιμασία επάρκειας, εφόσον υπάρχει ουσιαστική διαφορά, από άποψη διάρκειας ή περιεχομένου, μεταξύ της εκπαίδευσης που έλαβε ο αιτών και εκείνης που απαιτεί το κράτος μέλος υποδοχής.
10 Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 92/51, το κράτος μέλος που επιβάλλει αντισταθμιστικά μέτρα στον αιτούντα οφείλει να του παρέχει την επιλογή μεταξύ πρακτικής άσκησης προσαρμογής και δοκιμασίας επάρκειας. Ωστόσο, το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, τέταρτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της ίδιας οδηγίας προβλέπει ότι το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να αποφασίσει ότι αυτό θα έχει το δικαίωμα επιλογής, ιδίως όταν εξαρτά την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα από την κατοχή διπλώματος κατά την έννοια της οδηγίας 89/48, του οποίου μία από τις προϋποθέσεις χορήγησης είναι η επιτυχής ολοκλήρωση κύκλου μεταδευτεροβάθμιων σπουδών διάρκειας μεγαλύτερης από τρία έτη, και ο αιτών είναι κάτοχος μόνο διπλώματος κατά την έννοια της οδηγίας 92/51.
11 Το άρθρο 12 της οδηγίας 92/51 ορίζει τα εξής:
«1. Το κράτος μέλος υποδοχής δέχεται, προς απόδειξη της πλήρωσης των προϋποθέσεων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 9, τα έγγραφα τα οποία έχουν εκδώσει οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, τα οποία πρέπει να υποβάλει ο ενδιαφερόμενος προς υποστήριξη της αίτησής του για την άσκηση του σχετικού επαγγέλματος.
2. Η διαδικασία εξέτασης της αίτησης για την άσκηση νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος πρέπει να ολοκληρώνεται το συντομότερο δυνατό και να πιστοποιείται με την έκδοση αιτιολογημένης απόφασης της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής, το αργότερο δε μέσα σε τέσσερις μήνες από την υποβολή του πλήρους φακέλου του ενδιαφερομένου. Κατά της απόφασης αυτής ή ελλείψει απόφασης, μπορεί να ασκείται προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου βάσει του εσωτερικού δικαίου.»
Η εθνική νομοθεσία
12 Στην Ελληνική Δημοκρατία η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Συντάγματός της, αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
13 Υπάρχουν επίσης ιδιωτικά «εργαστήρια ελευθέρων σπουδών», των οποίων η ίδρυση και η λειτουργία διέπονται από το νομοθετικό διάταγμα 9/1935, της 9ης Οκτωβρίου 1935, «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των κειμένων περί επαγγελματικής εκπαιδεύσεως διατάξεων» (ΦΕΚ A΄ 451/1935), και από τον νόμο 1966/1991, «Μεταγραφές φοιτητών Α.Ε.Ι., σπουδαστών Τ.Ε.Ι. και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ A΄ 147/26.9.1991). Τα εν λόγω ιδρύματα δεν αποτελούν, κατά την ελληνική νομοθεσία, εκπαιδευτικά ιδρύματα και δεν παρέχουν αναγνωρισμένη επαγγελματική εκπαίδευση οποιουδήποτε επιπέδου. Παρέχουν στους σπουδαστές τους τη δυνατότητα να πραγματοποιούν σπουδές, μετά την περάτωση των οποίων χορηγείται βεβαίωση χωρίς καμία επίσημη ισχύ.
14 Στην Ελλάδα το επάγγελμα του οπτικού είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο. Μέχρι τη νομοθετική μεταρρύθμιση του 2001 η πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του προεδρικού διατάγματος 83/1989, το οποίο επιγράφεται «Επαγγελματικά δικαιώματα πτυχιούχων των τμημάτων: […] ε) Οπτικής, της Σχολής Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.)» (ΦΕΚ A΄ 37/7.2.1989), και με τις διατάξεις του νόμου 971/1979, «περί ασκήσεως του επαγγέλματος του οπτικού και των καταστημάτων οπτικών ειδών» (ΦΕΚ A΄ 223/22.9.1979), προϋπέθετε την κατοχή πτυχίου του Τμήματος «Οπτικής» Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, δηλαδή διπλώματος όπως ορίζεται στην οδηγία 89/48, μία από τις προϋποθέσεις χορήγησης του οποίου είναι η επιτυχής ολοκλήρωση κύκλου μεταδευτεροβάθμιων σπουδών διάρκειας επτά εξαμήνων, κατά το ένα από τα οποία πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί πρακτική άσκηση.
15 Κατόπιν της έναρξης της ισχύος του νόμου 2916/2001, που επιγράφεται «Διάρθρωση της ανώτατης εκπαίδευσης και ρύθμιση θεμάτων του τεχνολογικού τομέα αυτής» (ΦΕΚ A΄ 114/11.6.2001), η εκπαίδευση αυτή συνίσταται σε κύκλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών διάρκειας οκτώ εξαμήνων, κατά το ένα από τα οποία πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί πρακτική άσκηση.
16 Το προεδρικό διάταγμα 231/1998, «Δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης» (ΦΕΚ A΄ 178/29.7.1998), αποσκοπεί στη μεταφορά της οδηγίας 92/51 στην ελληνική έννομη τάξη.
Η διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής
17 Στις 6 Μαρτίου 2000 η Επιτροπή, επειδή έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία εφάρμοζε εσφαλμένα την οδηγία 92/51, της απέστειλε έγγραφο όχλησης, στο οποίο το εν λόγω κράτος μέλος απάντησε στις 4 Μαΐου 2000.
18 Με έγγραφο της 24ης Ιανουαρίου 2001, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη, στην οποία το κράτος μέλος αυτό απάντησε στις 30 Ιουλίου 2001. Στις 27 Ιουνίου 2002 η Επιτροπή απέστειλε συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη στο κράτος μέλος αυτό, το οποίο απάντησε με έγγραφο της 6ης Σεπτεμβρίου 2002. Στις 12 Μαΐου 2004 η Επιτροπή απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία δεύτερη συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη, στην οποία η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε με έγγραφο της 5ης Ιουλίου 2004.
19 Η Επιτροπή, αφού εξέτασε την απάντηση που έδωσαν οι ελληνικές αρχές την 1η Μαρτίου 2005 στο αίτημα που τους είχε υποβάλει στις 21 Δεκεμβρίου 2004 να της παράσχουν συμπληρωματικές πληροφορίες, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Επί της πρώτης αιτίασης, που αφορά τη μη αναγνώριση της εκπαίδευσης που παρέχεται βάσει συμφωνίας δικαιόχρησης
20 Η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής έχει δύο σκέλη.
Επί του πρώτου σκέλους της πρώτης αιτίασης
21 Το πρώτο σκέλος της πρώτης αιτίασης αφορά την άρνηση αναγνώρισης των ιταλικών διπλωμάτων οπτικού που χορηγούνται κατόπιν εκπαίδευσης που παρέχεται στο πλαίσιο συμφωνίας, βάσει της οποίας η εκπαίδευση που παρέχεται στην Ελλάδα από ιδιωτικό φορέα αναγνωρίζεται από αρμόδια ιταλική αρχή, η οποία χορηγεί τα σχετικά διπλώματα στους σπουδαστές που έχουν ολοκληρώσει την εν λόγω εκπαίδευση (στο εξής: συμφωνία δικαιόχρησης).
22 Δεν αμφισβητείται συναφώς ότι οι αρμόδιες ελληνικές αρχές αρνούνται την αναγνώριση των διπλωμάτων οπτικού που έχουν χορηγηθεί από τα ιταλικά εκπαιδευτικά ιδρύματα βάσει συμφωνιών δικαιόχρησης που συνάπτουν με ελληνικά εργαστήρια ελευθέρων σπουδών. Με το δικόγραφο της προσφυγής η Επιτροπή αναφέρεται ειδικότερα στα διπλώματα που χορηγεί το Περιφερειακό Ινστιτούτο Σπουδών Οπτικής και Οπτομετρικής του Vinci (Ιταλία) βάσει συμφωνιών δικαιόχρησης που έχει συνάψει με τα εργαστήρια ελευθέρων σπουδών «Οπτομετρική ISA» και «Αράθυμος AE», τα οποία είναι αμφότερα εγκατεστημένα στην Ελλάδα.
23 Κατά την Επιτροπή, η άρνηση των αρμόδιων ελληνικών αρχών να αναγνωρίζουν τα επίμαχα διπλώματα για τον λόγο και μόνο ότι χορηγούνται κατόπιν εκπαίδευσης που παρέχεται στην Ελλάδα δυνάμει συμφωνίας δικαιόχρησης συνιστά παράβαση του άρθρου 3 της οδηγίας 92/51.
24 Η Ελληνική Δημοκρατία φρονεί ότι τα διπλώματα που χορηγούνται κατόπιν εκπαίδευσης που έχει πραγματοποιηθεί σε εργαστήριο ελευθέρων σπουδών στην Ελλάδα δεν αποτελούν διπλώματα κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/51 και ότι επομένως, μη αναγνωρίζοντας τα διπλώματα αυτά, δεν παραβιάζει το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής.
25 Το κράτος μέλος αυτό ισχυρίζεται ότι η οδηγία 92/51 οριοθετεί σαφώς τον χώρο και τον τρόπο παροχής της εκπαίδευσης. Κατά συνέπεια, το κράτος μέλος υποδοχής δεν είναι υποχρεωμένο να αναγνωρίζει το δίπλωμα που έχει χορηγηθεί από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους και πιστοποιεί την ολοκλήρωση σπουδών που έχουν πραγματοποιηθεί, εν όλω ή εν μέρει, στο κράτος μέλος υποδοχής και οι οποίες, κατά τη νομοθεσία του τελευταίου αυτού κράτους μέλους, δεν αναγνωρίζονται ως σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
26 Η Ελληνική Δημοκρατία επισημαίνει εξάλλου ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 149 ΕΚ και 150 ΕΚ, τόσο το περιεχόμενο της διδασκαλίας και η οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος όσο και το περιεχόμενο και η οργάνωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης εμπίπτουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Κατά συνέπεια, η εκπαίδευση που παρέχεται στο έδαφος ενός κράτους μέλους διέπεται από το εσωτερικό δίκαιο του κράτους αυτού, το οποίο είναι ελεύθερο να καθορίζει, ειδικότερα, τη νομική μορφή των ανώτερων ή ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και το περιεχόμενο και το επίπεδο των ανώτερων ή ανώτατων σπουδών που πραγματοποιούνται στα δημόσια ή ιδιωτικά ιδρύματα στο έδαφός του. Η τυχόν υποχρέωση του κράτους μέλους να αναγνωρίζει ορισμένες σπουδές που έχουν πραγματοποιηθεί στο έδαφός του ως ανώτερη ή ανώτατη εκπαίδευση, μολονότι δεν αποτελούν, κατά το εθνικό δίκαιο, τέτοια εκπαίδευση, θα αντέβαινε στην κατανομή των αρμοδιοτήτων που απορρέει από τα άρθρα 149 ΕΚ και 150 ΕΚ.
27 Επισημαίνεται ότι, όσον αφορά τα άρθρα 1, στοιχείο α΄, και 3 της οδηγίας 89/48, των οποίων η διατύπωση ταυτίζεται κατ’ ουσία με τη διατύπωση των άρθρων 1, στοιχείο α΄, και 3 της οδηγίας 92/51, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι το κράτος μέλος υποδοχής υποχρεούται να αναγνωρίζει, υπό την επιφύλαξη της δυνατότητάς του να επιβάλλει αντισταθμιστικά μέτρα, τα διπλώματα που έχουν χορηγηθεί από τις αρχές άλλου κράτους μέλους και πιστοποιούν σπουδές που έχουν πραγματοποιηθεί, εν όλω ή εν μέρει, στο κράτος μέλος υποδοχής και οι οποίες, κατά τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους, δεν αναγνωρίζονται ως σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας, σκέψη 35).
28 Δεδομένου ότι, κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/51, το συμπληρωματικό σύστημα που θεσπίζει η οδηγία αυτή βασίζεται ρητώς στις ίδιες αρχές και περιλαμβάνει, τηρουμένων των αναλογιών, τους ίδιους κανόνες με το αρχικό γενικό σύστημα που θεσπίστηκε με την οδηγία 89/48, η ίδια συλλογιστική πρέπει να γίνει δεκτή και για τα άρθρα 1, στοιχείο α΄, και 3 της οδηγίας 92/51.
29 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι το πρώτο σκέλος της πρώτης αιτίασης που διατυπώνει η Επιτροπή προς στήριξη της προσφυγής της είναι βάσιμο.
Επί του δεύτερου σκέλους της πρώτης αιτίασης
30 Το δεύτερο σκέλος της πρώτης αιτίασης της Επιτροπής αφορά το γεγονός ότι ως προϋπόθεση για την εξέταση των φακέλων των κατόχων ιταλικών διπλωμάτων οπτικού που υποβάλλουν αίτηση αναγνώρισης επιβάλλεται η διαβίβαση από τις ιταλικές αρχές των απαντήσεων σε πέντε ερωτήματα που τους έχουν θέσει οι ελληνικές αρχές και στα οποία όμως δεν έχει δοθεί καμία απάντηση.
31 Δεν αμφισβητείται ότι οι αρμόδιες ελληνικές αρχές επιβάλλουν ως προϋπόθεση για την εξέταση των αιτήσεων αναγνώρισης των ιταλικών διπλωμάτων οπτικού την απάντηση στα ακόλουθα πέντε ερωτήματα:
«1) Ποιο είναι το πεδίο δραστηριοτήτων του επαγγέλματος του οπτικού στην Ιταλία;
2) Ποιοι είναι οι νομικοί κανόνες που διέπουν αυτή τη δραστηριότητα;
3) Ποια είναι η αξία της βεβαίωσης “άδεια άσκησης του επαγγέλματος του οπτικού” που υπογράφει ο πρόεδρος της (εξεταστικής) επιτροπής, ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Υγείας και ένας εκπρόσωπος της περιφέρειας; Πρόκειται για πιστοποιητικό σπουδών ή για μία άδεια άσκησης του επαγγέλματος του οπτικού ή για ένα τίτλο που αναγνωρίζει το δικαίωμα πρόσβασης στο επάγγελμα του οπτικού;
4) Βάσει ποιων διατάξεων της οδηγίας 92/51 και της ιταλικής νομοθεσίας αναγνωρίζουν οι ιταλικές αρχές κάποια μη συμβατική επαγγελματική εκπαίδευση η οποία παρέχεται στην Αθήνα από ένα ινστιτούτο το οποίο δεν εμπίπτει στο ελληνικό σύστημα επαγγελματικής εκπαίδευσης και χορηγούν εν συνεχεία το προαναφερόμενο “πιστοποιητικό επάρκειας” (αναφερόμαστε στην περίπτωση αυτή στη συνεργασία του Περιφερειακού Ινστιτούτου Σπουδών Οπτικών και Οπτομετρών Vinci με το κέντρο ελευθέρων σπουδών “Αράθυμος ΑΕ”);
5) Η εν λόγω βεβαίωση ισχύει μόνο στην περιφέρεια όπου έχει την έδρα του το ινστιτούτο επαγγελματικής κατάρτισης ή στο σύνολο της ιταλικής επικράτειας;»
32 Κατά την Επιτροπή, η μη εξέταση των φακέλων των κατόχων ιταλικών διπλωμάτων οπτικού, εν αναμονή των απαντήσεων στα πέντε αυτά ερωτήματα, συνιστά παράβαση του άρθρου 12 της οδηγίας 92/51.
33 Η παράλειψη απάντησης του κράτους μέλους του οποίου η αρμόδια αρχή χορήγησε τα διπλώματα δεν απαλλάσσει, κατά την Επιτροπή, το κράτος μέλος υποδοχής από την υποχρέωση λήψης απόφασης, της οποίας η μη εκπλήρωση συνιστά παράβαση των διατάξεων της οδηγίας 92/51. Σε αντίθετη περίπτωση, η οδηγία δεν θα είχε καμία πρακτική αποτελεσματικότητα.
34 Η Επιτροπή υπογραμμίζει επιπλέον ότι οι ελληνικές αρχές έχουν στην κατοχή τους αντίγραφο μιας βεβαίωσης που έχει χορηγήσει το Υπουργείο Υγείας της Ιταλίας και με την οποία πιστοποιείται ότι ο κάτοχος του διπλώματος που έχει χορηγηθεί από το Περιφερειακό Ινστιτούτο Σπουδών Οπτικής και Οπτομετρικής του Vinci έχει το δικαίωμα να ασκήσει το επάγγελμα του οπτικού στην Ιταλία.
35 Πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/51 επιβάλλει ρητά στο κράτος μέλος υποδοχής την υποχρέωση να δέχεται, προς απόδειξη της πλήρωσης των προϋποθέσεων αναγνώρισης του διπλώματος, τα έγγραφα τα οποία έχουν εκδώσει οι αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών.
36 Από τη διατύπωση και μόνο της βεβαίωσης που προαναφέρθηκε στη σκέψη 34 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι το πρόσωπο το οποίο αφορά η εν λόγω βεβαίωση μπορεί να ασκήσει το νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα του οπτικού στην Ιταλία.
37 Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θέτουν ως προϋπόθεση της εξέτασης των αιτήσεων αναγνώρισης την αποστολή απάντησης από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών και να απαλλάσσονται έτσι από την υποχρέωση που τους επιβάλλει το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/51 να εξετάζουν τις αιτήσεις αυτές το συντομότερο δυνατό και να εκδίδουν, κατόπιν της εξέτασης αυτής, αιτιολογημένη απόφαση το αργότερο μέσα σε τέσσερις μήνες από την υποβολή του πλήρους φακέλου.
38 Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος της πρώτης αιτίασης της Επιτροπής είναι επίσης βάσιμο.
Επί της δεύτερης αιτίασης, που αφορά τη μη ύπαρξη δυνατότητας επιλογής μεταξύ των διαφόρων αντισταθμιστικών μέτρων
39 Η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής βασίζεται στην περίπτωση τριών καταγγελλόντων, οι οποίοι ζήτησαν στην Ελλάδα την αναγνώριση του πτυχίου οπτικού το οποίο είχαν αποκτήσει στην Ιταλία και υποχρεώθηκαν να πραγματοποιήσουν πρακτική άσκηση προσαρμογής χωρίς να τους προταθεί η δυνατότητα να υποβληθούν σε δοκιμασία επάρκειας.
40 Κατά την Επιτροπή, αυτό συνιστά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 92/51, που ορίζει ότι το κράτος μέλος που αποφασίζει να επιβάλει σε αιτούντα αντισταθμιστικά μέτρα υποχρεούται καταρχήν να του παρέχει το δικαίωμα επιλογής μεταξύ της άσκησης προσαρμογής και της δοκιμασίας επάρκειας.
41 Η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται συναφώς την παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, τέταρτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 92/51 και κατά την οποία ο αιτών μπορεί να μην έχει δικαίωμα επιλογής του αντισταθμιστικού μέτρου, όταν πρόκειται για επάγγελμα η πρόσβαση στο οποίο εξαρτάται, στο κράτος μέλος υποδοχής, από την κατοχή διπλώματος κατά την έννοια της οδηγίας 89/48, του οποίου μία από τις προϋποθέσεις χορήγησης είναι η επιτυχής ολοκλήρωση κύκλου μεταδευτεροβάθμιων σπουδών διάρκειας μεγαλύτερης από τρία έτη.
42 Η Ελληνική Δημοκρατία, η οποία κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας υποστήριζε ότι η απαιτούμενη στην Ελλάδα διάρκεια των μεταδευτεροβάθμιων σπουδών για την άσκηση του επαγγέλματος του οπτικού ήταν, πριν αρχίσει να ισχύει ο νόμος 2916/2001, επτά εξάμηνα, τα οποία συμπληρώνονταν από πρακτική άσκηση εξαμηνιαίας διάρκειας, και έχει γίνει οκτάμηνη από της ενάρξεως της ισχύος του νόμου αυτού, διευκρίνισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η διάρκεια των μεταδευτεροβάθμιων σπουδών που απαιτούνταν πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου 2916/2001 ήταν έξι μόνο εξάμηνα, τα οποία συμπληρώνονταν από πρακτική άσκηση εξαμηνιαίας διάρκειας.
43 Επισημαίνεται συναφώς ότι από τη νομολογία προκύπτει ότι, κατά την οδηγία 92/51, η έννοια του «κύκλου μεταδευτεροβάθμιων σπουδών» διαφέρει από την έννοια της «πρακτικής άσκησης» και ότι συνεπώς οι περίοδοι πρακτικής άσκησης δεν μπορούν να συνυπολογίζονται στη διάρκεια των μεταδευτεροβάθμιων σπουδών (βλ. απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C‑102/02, Beuttenmüller, Συλλογή 2004, σ. I‑5405, σκέψη 64).
44 Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνεται επίκληση της παρέκκλισης που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, τέταρτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 92/51 παρά μόνο σε σχέση με τις αιτήσεις αναγνώρισης που υποβλήθηκαν για πρώτη φορά μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 2916/2001, καθόσον η κρίσιμη διάρκεια του κύκλου μεταδευτεροβάθμιων σπουδών πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή τα έξι μόνο εξάμηνα, δεν υπερέβαινε την τριετή διάρκεια, η οποία απαιτείται για να μπορεί να εφαρμοστεί η εν λόγω παρέκκλιση.
45 Δεδομένου ότι η πρώτη αίτηση του ενός τουλάχιστον από τους καταγγέλλοντες υποβλήθηκε, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκόμισε η Επιτροπή ως παραρτήματα του δικογράφου της προσφυγής της, το 1995, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου 2916/2001, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.
46 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία,
– μη αναγνωρίζοντας τα διπλώματα οπτικού που χορηγούν οι αρμόδιες ιταλικές αρχές κατόπιν εκπαίδευσης που παρέχεται στο πλαίσιο συμφωνίας βάσει της οποίας η εκπαίδευση που παρέχεται στην Ελλάδα από ιδιωτικό φορέα αναγνωρίζεται από τις εν λόγω αρχές,
– θέτοντας ως προϋπόθεση της εξέτασης των αιτήσεων αναγνώρισης των ιταλικών διπλωμάτων οπτικού την αποστολή από τις ιταλικές αρχές απάντησης σε πέντε ερωτήματα που τους έχουν υποβάλει οι ελληνικές αρχές και
– μη παρέχοντας δυνατότητα επιλογής μεταξύ πρακτικής άσκησης προσαρμογής και δοκιμασίας επάρκειας σε όσους υπέβαλαν αιτήσεις αναγνώρισης ιταλικών διπλωμάτων οπτικού πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου 2916/2001,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 3, 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, τρίτο εδάφιο, και 12 της οδηγίας 92/51.
Επί των δικαστικών εξόδων
47 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία,
– μη αναγνωρίζοντας τα διπλώματα οπτικού που χορηγούν οι αρμόδιες ιταλικές αρχές κατόπιν εκπαίδευσης που παρέχεται στο πλαίσιο συμφωνίας βάσει της οποίας η εκπαίδευση που παρέχεται στην Ελλάδα από ιδιωτικό φορέα αναγνωρίζεται από τις εν λόγω αρχές,
– θέτοντας ως προϋπόθεση της εξέτασης των αιτήσεων αναγνώρισης των ιταλικών διπλωμάτων οπτικού την αποστολή από τις ιταλικές αρχές απάντησης σε πέντε ερωτήματα που τους έχουν υποβάλει οι ελληνικές αρχές και
– μη παρέχοντας δυνατότητα επιλογής μεταξύ πρακτικής άσκησης προσαρμογής και δοκιμασίας επάρκειας σε όσους υπέβαλαν αιτήσεις αναγνώρισης ιταλικών διπλωμάτων οπτικού πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου 2916/2001, ο οποίος αφορά τη διάρθρωση της ανώτατης εκπαίδευσης και τη ρύθμιση θεμάτων του τεχνολογικού τομέα αυτής,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 3, 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, τρίτο εδάφιο, και 12 της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2001/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2001.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy