Υπόθεση C-204/07 P
C.A.S. SpA
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 – Άρθρο 239 – Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Επιστροφή και διαγραφή εισαγωγικών δασμών – Συμπυκνωμένος χυμός φρούτων προελεύσεως Τουρκίας – Πιστοποιητικά κυκλοφορίας – Πλαστογράφηση –Ειδική κατάσταση»
Περίληψη της αποφάσεως
΄Ιδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Επιστροφή ή διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών – Ύπαρξη ειδικής καταστάσεως
(Άρθρο 211 ΕΚ· Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας άρθρο 7· κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου, άρθρο 239)
Η ύπαρξη ειδικής καταστάσεως κατά την έννοια του άρθρου 239 του κανονισμού 2913/92, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (στο εξής: ΚΤΚ), αποδεικνύεται όταν από τις προκείμενες περιστάσεις προκύπτει ότι ο υπόχρεος βρίσκεται σε εξαιρετική κατάσταση σε σχέση με τους άλλους επιχειρηματίες που ασκούν την ίδια δραστηριότητα και ότι, ελλείψει αυτών των περιστάσεων, δεν θα είχε υποστεί τη ζημία που απορρέει από την εκ των υστέρων βεβαίωση των δασμών.
Ο εκ μέρους της Επιτροπής πλημμελής έλεγχος της ορθής εφαρμογής της Συμφωνίας Συνδέσεως μπορεί να συνιστά ειδική κατάσταση υπ’ αυτή την έννοια. Προκειμένου να διευκρινισθεί αν οι προκείμενες περιστάσεις συνιστούν ειδική κατάσταση, η Επιτροπή οφείλει να λάβει υπόψη το σύνολο των πραγματικών στοιχείων που ασκούν επιρροή. Επομένως, η Επιτροπή διαθέτει μεν κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή του άρθρου 239 του ΚΤΚ, πλην όμως οφείλει να σταθμίζει στην πράξη, αφενός, το συμφέρον της Κοινότητας προς διασφάλιση της τηρήσεως της τελωνειακής νομοθεσίας, είτε πρόκειται για κοινοτικές διατάξεις είτε για άλλες διατάξεις που δεσμεύουν την Κοινότητα, και, αφετέρου, το συμφέρον του καλόπιστου εισαγωγέα να μην υποστεί ζημίες υπερβαίνουσες τον συνήθη επιχειρηματικό κίνδυνο. Συνεπώς, κατά την εξέταση αιτήσεως επιστροφής ή διαγραφής εισαγωγικών δασμών, η Επιτροπή οφείλει να μη λαμβάνει υπόψη μόνον τη συμπεριφορά και τις ενέργειες του εισαγωγέα και του εξαγωγέα, αλλά να συνυπολογίζει, μεταξύ άλλων, και τις συνέπειες που έχει επί της συγκεκριμένης καταστάσεως η δική της συμπεριφορά, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της εποπτείας και ελέγχου.
Εξάλλου, από το άρθρο 211 ΕΚ, από το άρθρο 7 της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας και από πλείονες αποφάσεις που εκδόθηκαν προς εφαρμογή της προκύπτει ότι η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας της Συνθήκης και των συναπτομένων δυνάμει αυτής συμφωνιών, υποχρεούται να διασφαλίζει την ορθή εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε τρίτη χώρα δυνάμει συμφωνίας συναφθείσας με την Κοινότητα, με τα μέσα που προβλέπει η εν λόγω συμφωνία ή οι ληφθείσες δυνάμει αυτής αποφάσεις. Συναφώς, απόκειται στην Επιτροπή να ασκεί πλήρως τις προνομίες που της απονέμουν οι διατάξεις της Συμφωνίας Συνδέσεως και οι εκδοθείσες προς εκτέλεσή της αποφάσεις, προκειμένου να μην παραβαίνει τις υποχρεώσεις της εποπτείας και ελέγχου της ορθής εφαρμογής αυτής της Συμφωνίας· αυτή η πλήρης άσκηση των προνομιών επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο σε περίπτωση, όπως η επίμαχη εν προκειμένω, κατά την οποία οι εξαγωγές που πραγματοποίησε προς το ίδιο κοινοτικό λιμάνι η ίδια τουρκική εταιρία, κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, έγιναν με πιστοποιητικά που ήταν είτε ανακριβή είτε μη γνήσια.
Όσον αφορά την κοινοποίηση των δειγμάτων των υπογραφών και των αποτυπωμάτων των σφραγίδων που χρησιμοποιούνται στα τελωνειακά γραφεία, η οποία θα καθιστούσε δυνατό τον αποτελεσματικό έλεγχο της τηρήσεως των τελωνειακών κανόνων περί προνομιακής δασμολογικής μεταχειρίσεως, η υποχρέωση της Επιτροπής να μεριμνά για την ορθή εφαρμογή της Συμφωνίας Συνδέσεως συνεπάγεται ότι τόσο η ίδια όσο και οι τελωνειακές αρχές των κρατών μελών, με τη συνδρομή της Επιτροπής, διαθέτουν ανά πάσα στιγμή όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη διενέργεια αποτελεσματικών ελέγχων και δεν αμφισβητείται, συναφώς, ότι τα δείγματα των υπογραφών και των αποτυπωμάτων των σφραγίδων αποτελούν τέτοια στοιχεία. Συναφώς, η καταχώριση των πιστοποιητικών που εκδίδουν οι τελωνειακές αρχές αποτελεί πρακτική υψίστης σημασίας για τις διεθνείς εμπορικές πράξεις, ενώ όσον αφορά τη Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας, οι διατάξεις εφαρμογής της Συμφωνίας αυτής επιβάλλουν στις τουρκικές αρχές υποχρέωση τηρήσεως μητρώου για την καταχώριση των πιστοποιητικών A.TR.1, ώστε σε περίπτωση κινδύνου διπλής εισαγωγής προϊόντων στην Κοινότητα με χρησιμοποίηση πιστοποιητικών A.TR.1 που φέρουν τον ίδιο αριθμό καταχωρίσεως, αλλά είναι γνήσια τη μία φορά και πλαστά την άλλη, η Επιτροπή οφείλει να ελέγξει αν πραγματοποιήθηκαν δύο εισαγωγές στην Κοινότητα με πιστοποιητικά A.TR.1 φέροντα τον ίδιο αριθμό καταχωρίσεως.
Εφόσον, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή δεν άσκησε πλήρως τις προνομίες εποπτείας και ελέγχου που διαθέτει στο πλαίσιο της Συμφωνίας Συνδέσεως, αυτή η παράβασή της συνιστά ειδική κατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 239 του ΚΤΚ, η οποία δικαιολογεί την επιστροφή ή τη διαγραφή των εισαγωγικών δασμών που εισπράχθηκαν βάσει μη γνήσιων ή ανακριβών πιστοποιητικών.
(βλ. σκέψεις 82, 88-89, 92-96, 99, 104-105, 117-118, 123-124, 126, 130-131, 136)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 25ης Ιουλίου 2008 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 – Άρθρο 239 – Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Επιστροφή και διαγραφή εισαγωγικών δασμών – Συμπυκνωμένος χυμός φρούτων προελεύσεως Τουρκίας – Πιστοποιητικά κυκλοφορίας – Πλαστογράφηση – Ειδική κατάσταση»
Στην υπόθεση C‑204/07 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που ασκήθηκε στις 16 Απριλίου 2007,
C.A.S. SpA, εκπροσωπούμενη από τον D. Ehle, Rechtsanwalt,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη M. Πατακιά και τον S. Schønberg, επικουρούμενους από τον M. Núñez Müller, Rechtsanwalt, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, J. N. Cunha Rodrigues, J. Klučka, P. Lindh και A. Arabadjiev (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak
γραμματέας: Katarzyna Sztranc-Sławiczek, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 10ης Ιανουαρίου 2008,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 13ης Μαρτίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την αίτησή της αναιρέσεως, η C.A.S. SpA (στο εξής: αναιρεσείουσα) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 6ης Φεβρουαρίου 2007, T-23/03, CAS κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. ΙΙ‑289, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), περί απορρίψεως της προσφυγής της με αίτημα την ακύρωση του άρθρου 2 της αποφάσεως που εξέδωσε η Επιτροπή στις 18 Οκτωβρίου 2002 (REC 10/01, στο εξής: απόφαση της Επιτροπής) επί αιτήσεως διαγραφής εισαγωγικών δασμών.
Το νομικό πλαίσιο
Οι ρυθμίσεις που αφορούν τη Συμφωνία Συνδέσεως
2 Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ανέκυψε στο πλαίσιο της εφαρμογής της Συμφωνίας Συνδέσεως περί δημιουργίας συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (EΟK) και της Δημοκρατίας της Τουρκίας (στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως), που υπογράφηκε στην Άγκυρα από τη Δημοκρατία της Τουρκίας, αφενός, και τα κράτη μέλη της ΕΟΚ και την Κοινότητα, αφετέρου. Η Συμφωνία Συνδέσεως συνάφθηκε, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48, στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως). Άρχισε δε να ισχύει από 1ης Δεκεμβρίου 1964.
3 Η Συμφωνία Συνδέσεως περιλαμβάνει ένα προπαρασκευαστικό στάδιο, το οποίο παρέχει, σύμφωνα με το άρθρο 3, στη Δημοκρατία της Τουρκίας τη δυνατότητα να ενισχύσει την οικονομία της με τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ένα μεταβατικό στάδιο, το οποίο έχει ως σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο 4, τη βαθμιαία σύσταση τελωνειακής ενώσεως και την προσέγγιση των οικονομικών πολιτικών, και ένα οριστικό στάδιο, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 5, στηρίζεται στην τελωνειακή ένωση και συνεπάγεται την ενίσχυση του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών.
4 Το οριστικό στάδιο της τελωνειακής ενώσεως τέθηκε σε ισχύ στις 31 Δεκεμβρίου 1995 [απόφαση 1/95 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΚ-Τουρκίας, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την εφαρμογή της οριστικής φάσης της τελωνειακής ένωσης (ΕΕ 1996, L 35, σ. 1)]. Οι αποφάσεις που εξέδωσε το Συμβούλιο Συνδέσεως κατά τη διάρκεια του μεταβατικού σταδίου είχαν εφαρμογή και στις εισαγωγές τις οποίες αφορά η απόφαση της Επιτροπής, δεδομένου ότι αυτές πραγματοποιήθηκαν από τις 5 Απριλίου 1995 έως τις 20 Νοεμβρίου 1997.
5 Μεταξύ αυτών των αποφάσεων καταλέγεται, ειδικότερα, η απόφαση 5/72, της 29ης Δεκεμβρίου 1972, περί των μεθόδων διοικητικής συνεργασίας για την εφαρμογή των άρθρων 2 και 3 του συνημμένου στη Συμφωνία Συνδέσεως προσθέτου πρωτοκόλλου (ABl. 1973, L 59, σ. 74).
6 Το άρθρο 11 της αποφάσεως 5/72 ορίζει ότι τα κράτη μέλη και η Δημοκρατία της Τουρκίας παρέχουν αμοιβαία συνδρομή, μέσω των τελωνειακών τους αρχών, όσον αφορά τον έλεγχο της γνησιότητας και της ακρίβειας των πιστοποιητικών, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή των διατάξεων της αποφάσεως αυτής.
7 Το άρθρο 12 της εν λόγω αποφάσεως προβλέπει ότι «[η Δημοκρατία της] Τουρκίας, τα κράτη μέλη και η Κοινότητα λαμβάνουν, κάθε μέρος καθόσον το αφορά, τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση των διατάξεων της αποφάσεως [αυτής].»
8 Η απόφαση 1/95 ρυθμίζει λεπτομερώς την εφαρμογή του οριστικού σταδίου της τελωνειακής ενώσεως και το παράρτημα 7 της αποφάσεως αυτής αφορά την αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των αρμοδίων διοικητικών αρχών της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Τουρκίας στον τελωνειακό τομέα.
9 Τα άρθρα 3 και 7 του εν λόγω παραρτήματος θέτουν τους κανόνες που ρυθμίζουν, αφενός, την υποχρέωση συνδρομής που υπέχουν οι διοικητικές αρχές σε περίπτωση υποβολής αιτήσεως εκ μέρους μιας εξ αυτών και, αφετέρου, τον τρόπο παροχής της συνδρομής κατόπιν σχετικής αιτήσεως.
10 Επιπλέον, κατά το άρθρο 15 της αποφάσεως 1/96 της Επιτροπής Τελωνειακής Συνεργασίας ΕΚ-Τουρκίας, της 20ής Μαΐου 1996, για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της απόφασης 1/95 (ΕΕ L 200, σ. 14), τα κράτη μέλη και η Δημοκρατία της Τουρκίας πρέπει να συνεργάζονται, προς εξασφάλιση της ορθής εφαρμογής των διατάξεων αυτής της αποφάσεως, μέσω των αντίστοιχων τελωνειακών τους αρχών και στο πλαίσιο της αμοιβαίας συνδρομής που προβλέπει το παράρτημα 7 της απόφασης 1/95, για τον έλεγχο της γνησιότητας και της ακρίβειας των πιστοποιητικών.
11 Εξάλλου, το άρθρο 13, παράγραφος 2, της αποφάσεως 1/96 έχει ως εξής:
«Το τελωνείο στο οποίο πραγματοποιείται η κατάτμηση εκδίδει απόσπασμα του πιστοποιητικού A.TR. για κάθε τμήμα της κατατμηθείσας αποστολής, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό έντυπο πιστοποιητικού A.TR.
Στη θέση 12 του αποσπάσματος αναγράφεται ο αριθμός καταχώρησης, η ημερομηνία, το τελωνείο και η χώρα έκδοσης του αρχικού πιστοποιητικού […]».
Οι ρυθμίσεις που αφορούν την επιστροφή και τη διαγραφή των τελωνειακών δασμών
12 Το άρθρο 239, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: ΚΤΚ), ορίζει:
«Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών […] δασμών είναι δυνατή σε περιπτώσεις […] οι οποίες:
– [...]
– προκύπτουν από περιστάσεις που δεν συνεπάγονται ούτε δόλο ούτε πρόδηλη αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερόμενου. Οι καταστάσεις στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, καθώς και οι λεπτομέρειες της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής. [...]»
13 Το άρθρο 905, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 (ΕΕ L 253, σ. 1, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής του ΚΤΚ), έχει ως εξής:
«Όταν η τελωνειακή αρχή απόφασης, στην οποία έχει υποβληθεί αίτηση επιστροφής ή διαγραφής βάσει του άρθρου 239, παράγραφος 2, του [ΚΤΚ] δεν είναι σε θέση να αποφασίσει, με βάση το άρθρο 899 και η αίτηση συνοδεύεται από αποδεικτικά στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν ειδική κατάσταση που προκύπτει από περιστάσεις για τις οποίες δεν υπήρξε δόλος ή προφανής αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου, το κράτος μέλος, στο οποίο υπάγεται η αρχή, διαβιβάζει τον φάκελο στην Επιτροπή για να ληφθεί απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 906 έως 909 [...]».
14 Το άρθρο 904, στοιχείο γ΄, του κανονισμού εφαρμογής του ΚΤΚ ορίζει:
«Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών δασμών δεν εγκρίνεται όταν, κατά περίπτωση, ο μόνος λόγος υποστήριξης της αίτησης επιστροφής ή διαγραφής συνίσταται:
[…]
γ) στην προσκόμιση, έστω και με καλή πίστη, για τη χορήγηση προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης για εμπορεύματα που διασαφήστηκαν για να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, εγγράφων τα οποία εκ των υστέρων αποδείχτηκε ότι ήταν ψευδή, πλαστογραφημένα ή δεν ίσχυαν για τη χορήγηση αυτής της προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης.»
15 Το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του ΚΤΚ προβλέπει ότι δεν επιτρέπεται η εκ των υστέρων βεβαίωση των δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή, όταν το νομίμως οφειλόμενο ποσό των δασμών δεν βεβαιώθηκε από σφάλμα των ίδιων των τελωνειακών αρχών, το οποίο λογικά δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ο οφειλέτης, εφόσον ο τελευταίος ενήργησε με καλή πίστη και τήρησε όλες τις σχετικές με την τελωνειακή διασάφηση διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας.
Το ιστορικό της διαφοράς
16 Η αναιρεσείουσα είναι εταιρία ιταλικού δικαίου, θυγατρική κατά 95,1 % της εταιρίας Steinhauser GmbH, με έδρα το Ravensburg (Γερμανία). H κύρια δραστηριότητα της αναιρεσείουσας είναι η μεταποίηση εισαγόμενων συμπυκνωμένων χυμών φρούτων, παράλληλα όμως εισάγει και η ίδια τα προϊόντα αυτά στην Ιταλία.
17 Σύμφωνα με τα όσα διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, κατά το χρονικό διάστημα από 5 Απριλίου 1995 έως 20 Νοεμβρίου 1997, η αναιρεσείουσα εισήγαγε και έθεσε σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας ποσότητες συμπυκνωμένου χυμού μήλου και αχλαδιού, που δηλώθηκαν ως προϊόντα προελεύσεως και καταγωγής Τουρκίας. Η εισαγωγή εντός της Κοινότητας των προϊόντων αυτού του είδους πραγματοποιήθηκε με πιστοποιητικά A.TR.1, οπότε τα προϊόντα αυτά έτυχαν της απαλλαγής δασμών που προβλέπει η Συμφωνία Συνδέσεως και το πρόσθετο πρωτόκολλο της Συμφωνίας αυτής, το οποίο υπογράφηκε στις 23 Νοεμβρίου 1970 στις Βρυξέλλες και συνάφθηκε, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/002, σ. 149).
18 Η τελωνειακή υπηρεσία της Ραβέννας (Ιταλία) προέβη σε εκ των υστέρων έλεγχο παραστατικού για να διαπιστώσει αν ήταν γνήσιο το πιστοποιητικό A.TR.1 D 141591, το οποίο υπέβαλε η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο μιας από τις εμπίπτουσες στο επίμαχο χρονικό διάστημα πράξεις εισαγωγής. Σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στον τομέα αυτό, η τελωνειακή υπηρεσία της Ραβέννας ζήτησε από τις τουρκικές αρχές να ελέγξουν τη γνησιότητα του εν λόγω πιστοποιητικού.
19 Με έγγραφο της 15ης Μαΐου 1998, οι τουρκικές αρχές ενημέρωσαν την τελωνειακή υπηρεσία της Ραβέννας ότι από τον έλεγχο που διενήργησαν προέκυψε ότι το πιστοποιητικό αυτό δεν ήταν γνήσιο, δεδομένου ότι δεν είχε χορηγηθεί από τις τουρκικές τελωνειακές αρχές. Ανακοίνωσαν επίσης την πρόθεσή τους να πραγματοποιήσουν περαιτέρω ελέγχους.
20 Κατά συνέπεια, οι ιταλικές αρχές προέβησαν στον εκ των υστέρων έλεγχο 103 πιστοποιητικών A.TR.1 που είχε υποβάλει η αναιρεσείουσα επ’ ευκαιρία διαφόρων πράξεων εισαγωγής.
21 Με έγγραφο της 10ης Ιουλίου 1998, η μόνιμη αντιπροσωπεία της Δημοκρατίας της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (στο εξής: μόνιμη τουρκική αντιπροσωπεία) πληροφόρησε την Επιτροπή ότι 22 πιστοποιητικά A.TR.1 που είχε υποβάλει η αναιρεσείουσα, τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα του εγγράφου αυτού και αφορούν εξαγωγές της τουρκικής εταιρίας Akman στην Ιταλία, ήταν πλαστά.
22 Κατόπιν αυτού, η μονάδα συντονισμού για την καταπολέμηση της απάτης (UCLAF) της Επιτροπής, πρόδρομος της OLAF, διεξήγαγε, από τις 12 έως τις 15 Οκτωβρίου 1998 και από τις 30 Νοεμβρίου έως τις 2 Δεκεμβρίου 1998, έρευνες στην Τουρκία.
23 Με έγγραφο της 8ης Μαρτίου 1999, η μόνιμη τουρκική αντιπροσωπεία πληροφόρησε την τελωνειακή υπηρεσία της Ραβέννας ότι 32 πιστοποιητικά A.TR.1 που είχε υποβάλει η αναιρεσείουσα (στο εξής: επίδικα πιστοποιητικά), περιλαμβανομένων 18 πιστοποιητικών που απαριθμούνται στο παράρτημα του εγγράφου της 10ης Ιουλίου 1998, δεν ήταν νομότυπα και δεν είχαν εκδοθεί ούτε επικυρωθεί από τις τουρκικές αρχές. Τα επίδικα πιστοποιητικά προσδιορίζονται στο παράρτημα του εγγράφου αυτού.
24 Ακολούθως, ο μη γνήσιος ή ανακριβής χαρακτήρας σημαντικού αριθμού πιστοποιητικών αποτέλεσε το αντικείμενο εκτεταμένης αλληλογραφίας μεταξύ της Επιτροπής, των τουρκικών αρχών και των ιταλικών αρχών, στο πλαίσιο της οποίας εντάσσονται και οι από 22 Απριλίου 1999 και 16 Ιουλίου 1999 επιστολές των τουρκικών αρχών.
25 Κατά την εκτίμηση των ιταλικών αρχών, από την αλληλογραφία αυτή προκύπτει ότι οι τουρκικές αρχές θεωρούσαν ότι 48 πιστοποιητικά A.TR.1, μεταξύ των οποίων και τα επίδικα, ήταν είτε μη γνήσια είτε ανακριβή.
26 Εν προκειμένω, τα επίδικα πιστοποιητικά θεωρούνταν «πλαστά», δεδομένου ότι δεν είχαν χορηγηθεί ούτε επικυρωθεί από τα τουρκικά τελωνεία. Αντιθέτως, τα υπόλοιπα 16 πιστοποιητικά [που αντιστοιχούν σε δασμούς συνολικού ποσού 1 904 763 758 ITL (ιταλικές λίρες), ήτοι 983 728,38 ευρώ] λογίζονταν «ανίσχυρα», δεδομένου ότι, μολονότι είχαν χορηγηθεί από τις τουρκικές τελωνειακές αρχές, αφορούσαν εμπορεύματα που δεν ήταν καταγωγής Τουρκίας.
27 Εφόσον τα 48 πιστοποιητικά χαρακτηρίστηκαν είτε «πλαστά» είτε «ανίσχυρα», τα σχετικά εμπορεύματα δεν μπορούσαν να τύχουν της προτιμησιακής δασμολογικής μεταχειρίσεως που επιφυλάσσεται στις εισαγωγές τουρκικών γεωργικών προϊόντων. Κατά συνέπεια, η ιταλική τελωνειακή αρχή κάλεσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει τους οφειλόμενους δασμούς, που ανέρχονταν συνολικώς σε 5 200 954 129 ITL, ήτοι 2 686 068,63 ευρώ.
28 Με έγγραφο της 28ης Μαρτίου 2000, η αναιρεσείουσα, στηριζόμενη στα άρθρα 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, 236 και 239 του ΚΤΚ, ζήτησε από την τελωνειακή υπηρεσία της Ραβέννας να μη βεβαιωθούν εκ των υστέρων και να της «επιστραφούν» οι εισαγωγικοί δασμοί που της καταλογίσθηκαν. Προς στήριξη της αιτήσεώς της, η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε την καλή της πίστη και προέβαλε σφάλματα, τα οποία η ίδια δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει, καθώς και παραβάσεις των αρμοδίων αρχών.
29 Κατόπιν της υποβολής αυτής της αιτήσεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας, οι ιταλικές αρχές ζήτησαν από την Επιτροπή να αποφασίσει αν δικαιολογείται, εν προκειμένω, η μη εκ των υστέρων βεβαίωση των καταλογισθέντων στην αναιρεσείουσα εισαγωγικών δασμών, σύμφωνα με τα όσα ορίζει το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του ΚΤΚ, ή η «επιστροφή» τους, δυνάμει του άρθρου 239 του ΚΤΚ.
30 Με επιστολή της 3ης Ιουνίου 2002, η Επιτροπή ζήτησε ορισμένες πρόσθετες πληροφορίες από τις ιταλικές αρχές, οι οποίες απάντησαν με έγγραφο της 7ης Ιουνίου 2002.
31 Η Επιτροπή ενημέρωσε, με το από 25 Ιουλίου 2002 έγγραφό της, την αναιρεσείουσα για την πρόθεσή της να μη δώσει ευνοϊκή συνέχεια στην αίτησή της. Εντούτοις, πριν λάβει οριστική απόφαση, η Επιτροπή κάλεσε την αναιρεσείουσα να διατυπώσει ενδεχόμενες παρατηρήσεις της και να μελετήσει τον σχετικό φάκελο, προκειμένου να λάβει γνώση των μη εμπιστευτικών εγγράφων.
32 Στις 6 Αυγούστου 2002, οι εκπρόσωποι της αναιρεσείουσας συμβουλεύθηκαν τον διοικητικό φάκελο στα γραφεία της Επιτροπής. Εξάλλου, υπέγραψαν μια δήλωση, με την οποία επιβεβαίωσαν ότι η Επιτροπή τους παρέσχε πρόσβαση στα έγγραφα που απαριθμούνταν σε παράρτημά της.
33 Στις 18 Οκτωβρίου 2002, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφασή της, η οποία κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα στις 21 Νοεμβρίου 2002. Η Επιτροπή έκρινε, πρώτον, ότι οι εισαγωγικοί δασμοί, τους οποίους αφορούσε η αίτηση της αναιρεσείουσας, έπρεπε να βεβαιωθούν εκ των υστέρων.
34 Δεύτερον, η Επιτροπή δέχθηκε την αίτηση «επιστροφής» των εισαγωγικών δασμών, κατά το μέτρο που αφορούσε τα 16 «ανίσχυρα» πιστοποιητικά, καθόσον η αναιρεσείουσα βρισκόταν, ως προς αυτά, σε ειδική κατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 239 του ΚΤΚ.
35 Τρίτον, όσον αφορά τα επίδικα πιστοποιητικά, η Επιτροπή κατέληξε, αντιθέτως, ότι οι περιστάσεις που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ειδική κατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 239 του ΚΤΔ. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έκρινε, με το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, απορριπτέα την αίτηση «επιστροφής» των σχετικών εισαγωγικών δασμών, οι οποίοι ανέρχονταν σε 1 702 340,25 ευρώ.
Η προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
36 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 29 Ιανουαρίου 2003, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή, με αίτημα την ακύρωση του άρθρου 2 της αποφάσεως της Επιτροπής.
37 Προς στήριξη του αιτήματός της, προέβαλε τρεις λόγους ακυρώσεως, αντλούμενους από προσβολή των δικαιωμάτων της άμυνας, από παράβαση του άρθρου 239 του ΚΤΚ και από παράβαση του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του ΚΤΚ.
38 Το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή στο σύνολό της.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
39 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η αναιρεσείουσα προέβαλε προσβολή των δικαιωμάτων της άμυνας κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, καθόσον της παρασχέθηκε μεν η δυνατότητα να μελετήσει τα έγγραφα του φακέλου στα οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή για να εκδώσει την απόφασή της, πλην όμως δεν της επιτράπηκε η πρόσβαση σε έγγραφα αποφασιστικής σημασίας για την εκ μέρους της Επιτροπής συνολική εκτίμηση της καταστάσεως.
40 Το Πρωτοδικείο, πάντως, απέρριψε αυτόν τον λόγο ακυρώσεως με τις σκέψεις 87 έως 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως
41 Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, περί παραβάσεως του άρθρου 239 του ΚΤΚ, περιελάμβανε τέσσερα σκέλη. Το πρώτο σκέλος αφορούσε εσφαλμένο χαρακτηρισμό του πιστοποιητικού κυκλοφορίας A.TR.1 D 437214. Με το δεύτερο και το τρίτο σκέλος η αναιρεσείουσα προσήψε στις τουρκικές αρχές και στην Επιτροπή, αντιστοίχως, σοβαρές παραβάσεις για να αποδείξει την ύπαρξη ειδικής καταστάσεως κατά την έννοια του επίμαχου άρθρου του ΚΤΚ. Τέλος, το τέταρτο σκέλος αφορούσε, αφενός, την έλλειψη πρόδηλης αμέλειας της αναιρεσείουσας και, αφετέρου, την εκτίμηση των εμπορικών κινδύνων.
42 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου, το Πρωτοδικείο, αφού υπενθύμισε ότι ο καθορισμός της καταγωγής των εμπορευμάτων στηρίζεται στην κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρχών του κράτους εξαγωγής και των αρχών του κράτους εισαγωγής, υπό την έννοια ότι η καταγωγή καθορίζεται από τις αρχές του κράτους εξαγωγής, εξέτασε, κατ’ αρχάς, την αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και των ιταλικών και τουρκικών αρχών.
43 Συναφώς, το Πρωτοδικείο επισήμανε με τη σκέψη 122 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η εκτίμηση της Επιτροπής επί του εν λόγω πιστοποιητικού στηρίχθηκε, όπως προκύπτει από το σχετικό τμήμα της αποφάσεώς της, κυρίως στο έγγραφο το οποίο απέστειλαν οι τουρκικές αρχές στην τελωνειακή υπηρεσία της Ραβέννας στις 8 Μαρτίου 1999.
44 Πάντως, συγκρίνοντας το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου με μεταγενέστερες ανακοινώσεις των τουρκικών αρχών, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, με τις σκέψεις 124 έως 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ορισμένες ασάφειες σε σχέση με τον ορθό χαρακτηρισμό του πιστοποιητικού D 437214 και κατέληξε ότι η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να συναγάγει βασίμως, προ της εκδόσεως της αποφάσεώς της, ότι το πιστοποιητικό αυτό πλαστογραφήθηκε.
45 Εντούτοις, το Πρωτοδικείο, στηριζόμενο στο μεταγενέστερο της αποφάσεως της Επιτροπής έγγραφο της 22ας Αυγούστου 2003, με το οποίο οι τουρκικές αρχές επιβεβαίωσαν το περιεχόμενο του εγγράφου της 8ης Μαρτίου 1999, έκρινε ότι η ως άνω διαπίστωση δεν αρκούσε, από μόνη της, για να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν θα είχε κανένα έννομο συμφέρον να ακυρωθεί λόγω τυπικού ελαττώματος η απόφαση αυτή, καθόσον η τυχόν ακύρωσή της θα συνεπαγόταν, κατ’ ανάγκην, την έκδοση νέας αποφάσεως, πανομοιότυπης, από απόψεως ουσίας, με την προηγούμενη.
46 Το Πρωτοδικείο εξέτασε, ακολούθως, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο η αναιρεσείουσα προέβαλε αιτιάσεις περί πλειόνων παραβάσεων των τουρκικών αρχών, στηριζόμενες, κατ’ ουσίαν, στον ισχυρισμό ότι οι τουρκικές αρχές όντως χορήγησαν και επικύρωσαν τα επίδικα πιστοποιητικά.
47 Συναφώς, το Πρωτοδικείο, αφού έλαβε υπόψη με τις σκέψεις 150 έως 152 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αφενός, ότι εναπόκειται αποκλειστικώς και μόνο στις τουρκικές αρχές να διαπιστώσουν αν τα πιστοποιητικά που εξέδωσαν είναι γνήσια ή πλαστογραφημένα και, αφετέρου, ότι οι εν λόγω αρχές έκριναν ότι τα επίδικα πιστοποιητικά ήταν πλαστογραφημένα, απέρριψε το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι από τα αποτυπώματα των σφραγίδων και τις υπογραφές που έφεραν τα επίδικα πιστοποιητικά προέκυπτε ότι, κατά πάσα πιθανότητα, αυτά χορηγήθηκαν και επικυρώθηκαν από τις τουρκικές αρχές.
48 Το Πρωτοδικείο τόνισε, τέλος, ότι ούτε η Συμφωνία Συνδέσεως ούτε οι διατάξεις εφαρμογής της προβλέπουν ρητώς την τήρηση μητρώων από τις τουρκικές αρχές για την καταχώριση των πιστοποιητικών που χορηγούν.
49 Το Πρωτοδικείο αναγνώρισε, πάντως, ότι το παράρτημα II, σημείο II, παράγραφος 12, της αποφάσεως 1/96 προβλέπει την αναγραφή του αριθμού του εγγράφου στη θέση 12 των πιστοποιητικών A.TR.1 και ότι το άρθρο 13 της αποφάσεως αυτής προβλέπει ότι, σε περίπτωση κατατμήσεως των πιστοποιητικών, στη θέση 12 του αποσπάσματος αναγράφεται, ειδικότερα, ο αριθμός καταχωρίσεως του αρχικού πιστοποιητικού.
50 Εντούτοις, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι αυτό δεν σημαίνει ότι πρόκειται για γνήσια πιστοποιητικά, διότι οι πλαστογράφοι έχουν κάθε συμφέρον να χρησιμοποιούν για τα πλαστογραφημένα πιστοποιητικά αριθμούς καταχωρίσεως αντιστοιχούντες σε νομότυπα πιστοποιητικά.
51 Κατά την εκτίμηση του τρίτου σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, που αφορούσε παραβάσεις τις οποίες η αναιρεσείουσα προσήψε στην Επιτροπή, το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε στις έρευνες που διεξήγαγε η UCLAF στην Τουρκία για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή μερίμνησε στην πράξη για την ορθή εφαρμογή της Συμφωνίας Συνδέσεως.
52 Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε επίσης, με τη σκέψη 240 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η αναιρεσείουσα δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η Επιτροπή αντιμετώπισε, στο πλαίσιο της συνδρομής μεταξύ των διοικητικών αρχών που είχε συμφωνηθεί με τη Δημοκρατία της Τουρκίας, δυσχέρειες που καθιστούσαν αναγκαία τη διαβούλευση με το Συμβούλιο Συνδέσεως ή με τη μεικτή επιτροπή της τελωνειακής ενώσεως ΕΚ-Τουρκίας (στο εξής: μεικτή επιτροπή).
53 Ακολούθως, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι ούτε η Συμφωνία Συνδέσεως ούτε οι αποφάσεις του Συμβουλίου Συνδέσεως ούτε η ισχύουσα στον εν λόγω τομέα κοινοτική νομοθεσία επιβάλλουν υποχρέωση κοινοποιήσεως των δειγμάτων των σφραγίδων και των υπογραφών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ή υποχρέωση ειδοποιήσεως των εισαγωγέων σε περίπτωση αμφιβολιών ως προς το κύρος τελωνειακών πράξεων που διενεργούν στο πλαίσιο προτιμησιακού καθεστώτος, ή υποχρέωση της UCLAF να ακολουθεί συγκεκριμένη μέθοδο κατά τη διεξαγωγή των ερευνών που πραγματοποιεί.
54 Όσον αφορά το τέταρτο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, περί ελλείψεως πρόδηλης αμέλειας της αναιρεσείουσας, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι αυτό δεν ασκεί επιρροή και ότι έπρεπε, ως εκ τούτου, να απορριφθεί, αφού προηγουμένως υπογράμμισε ότι η Επιτροπή δεν έλαβε θέση, στο τμήμα της αποφάσεώς της που αφορά τα πλαστογραφημένα πιστοποιητικά, επί του ζητήματος της επιμέλειας ή της αμέλειας που επέδειξε συναφώς η αναιρεσείουσα.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
55 Το Πρωτοδικείο απέρριψε και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως περί παραβάσεως του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του ΚΤΚ, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι η έκδοση ή η αποδοχή των επίδικων πιστοποιητικών, τα οποία, όπως προέκυψε, δεν ήταν γνήσια, ήσαν απόρροια σφάλματος, οφειλομένου σε ενέργεια των αρμοδίων αρχών.
Επί της αιτήσεως λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας και διεξαγωγής αποδείξεων
56 Τέλος, το Πρωτοδικείο απέρριψε τα προταθέντα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα και τα μέτρα διεξαγωγής αποδείξεων που αυτή ζήτησε να ληφθούν, όπως, μεταξύ άλλων, το αίτημά της να κληθεί η Επιτροπή να προσκομίσει το σύνολο των εγγράφων τα οποία η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι δεν μπόρεσε να συμβουλευθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας προσβάσεως στον διοικητικό φάκελο.
Αιτήματα των διαδίκων
57 Με την αίτησή της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου·
– να δεχθεί τα αιτήματα που προέβαλε πρωτοδίκως ή, επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο, προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της ουσίας της διαφοράς·
– να δεχθεί τα αιτήματα λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, τα οποία η αναιρεσείουσα υπέβαλε με τα από 28 Ιανουαρίου 2003, 4 Αυγούστου 2003 και 11 Αυγούστου 2003 υπομνήματά της και
– να καταδικάσει την καθής πρωτοδίκως στα δικαστικά έξοδα.
58 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της·
– να δεχθεί τα αιτήματα που προέβαλε η Επιτροπή πρωτοδίκως και
– να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
59 Προς στήριξη των αιτημάτων της, η αναιρεσείουσα προβάλλει εννέα λόγους αναιρέσεως.
60 Πρώτον, ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά τον καθορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ του κράτους εξαγωγής και του κράτους εισαγωγής, στο μέτρο που οι τουρκικές αρχές δεν ήταν, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Πρωτοδικείο, αποκλειστικώς αρμόδιες να διαπιστώσουν τη γνησιότητα των επίδικων πιστοποιητικών.
61 Δεύτερον, η αναιρεσείουσα προβάλλει προσβολή του δικαιώματός της προσβάσεως στον φάκελο, καθόσον το δικαίωμα αυτό δεν περιορίζεται μόνο στα έγγραφα στα οποία στηρίχθηκε η απόφαση της Επιτροπής.
62 Ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως αντλούνται από εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως, καθόσον το Πρωτοδικείο επέρριψε στην αναιρεσείουσα όλο το βάρος αποδείξεως, απορρίπτοντας τα προταθέντα από αυτήν αποδεικτικά μέσα και την αίτησή της λήψεως μέτρων διεξαγωγής αποδείξεων.
63 Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως αφορά σφάλματα κατά τον νομικό χαρακτηρισμό των παραβάσεων τις οποίες η αναιρεσείουσα προσήψε στις τουρκικές αρχές και στην Επιτροπή. Συναφώς, η αναιρεσείουσα προβάλλει πλείονες αιτιάσεις που αντλούνται από τον χαρακτηρισμό των επίδικων πιστοποιητικών ως ανακριβών ή ως μη γνήσιων, από τη μη κοινοποίηση των δειγμάτων των σφραγίδων και των υπογραφών, από παράβαση της υποχρεώσεως ειδοποιήσεως των εισαγωγέων, από τον τρόπο διεξαγωγής των ερευνών στην Τουρκία και από τη μη γνωστοποίηση της καταχωρίσεως των επίδικων πιστοποιητικών.
64 Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της περιεχομένης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου, ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να αποταθεί στη μεικτή επιτροπή ή στο Συμβούλιο Συνδέσεως.
65 Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι είναι εσφαλμένη η εκτίμηση του Πρωτοδικείου ότι δεν υπήρχε έννομο συμφέρον προς ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, κατά το μέτρο που αφορούσε το πιστοποιητικό κυκλοφορίας A.TR.1 D437214, ενώ με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι κακώς δεν έλαβε υπόψη του στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αρχή της επιείκειας και τους συμφυείς με την εμπορική της δραστηριότητα κινδύνους.
66 Τέλος, ο ένατος λόγος αναιρέσεως αντλείται από παράβαση εκ μέρους του Πρωτοδικείου του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του ΚΤΚ.
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
67 Επισημαίνεται, πρώτον, ότι η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι έχει καταβάλει μέρος των σχετικών με τα επίδικα πιστοποιητικά εισαγωγικών δασμών, καθόσον η εκτέλεση του άρθρου 2 της αποφάσεως της Επιτροπής ανεστάλη μόνο μερικώς. Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση, τίθεται ζήτημα τόσο επιστροφής εισαγωγικών δασμών, όσον αφορά τα ποσά που κατέβαλε η αναιρεσείουσα, όσο και διαγραφής εισαγωγικών δασμών, όσον αφορά τους δασμούς που βεβαιώθηκαν μεν εκ των υστέρων, πλην όμως δεν έχουν ακόμη καταβληθεί από την αναιρεσείουσα.
68 Δεύτερον, υπογραμμίζεται ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε, προς στήριξη των αιτημάτων της, πλείονες αιτιάσεις αντλούμενες από παράβαση τόσο ουσιώδους τύπου όσο και ουσιαστικών κανόνων. Πάντως, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως και εξαιρουμένων των λόγων αναιρέσεως που αφορούν προσβολή του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο και παράβαση του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του ΚΤΚ, η αναιρεσείουσα βάλλει, κατ’ ουσίαν, με όλους αυτούς τους λόγους αναιρέσεως κατά της εκ μέρους του Πρωτοδικείου εφαρμογής του άρθρου 239 του ΚΤΚ, ιδίως ως προς την εκτίμησή του περί μη υπάρξεως «ειδικής καταστάσεως» κατά την έννοια του άρθρου αυτού. Συνεπώς, πρέπει, κατ’ αρχάς, να εξεταστούν από κοινού αυτοί οι λόγοι.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 239 του ΚΤΚ
Επιχειρήματα των διαδίκων
69 Η αναιρεσείουσα επικρίνει, κατ’ ουσίαν, τον εκ μέρους του Πρωτοδικείου νομικό χαρακτηρισμό των παραβάσεων που η αναιρεσείουσα προσήψε, αφενός, στις τουρκικές αρχές και, αφετέρου, στην Επιτροπή.
70 Όσον αφορά τις προσαφθείσες στις τουρκικές αρχές παραβάσεις, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο σε πολλά σημεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως του:
– κατά την εκτίμηση των επίδικων πιστοποιητικών και, ειδικότερα, του πιστοποιητικού κυκλοφορίας A.TR.1 D437214, στο μέτρο που έκρινε ότι αυτά ήταν πλαστογραφημένα·
– όσον αφορά τις εκ μέρους των τουρκικών αρχών παραβάσεις των υποχρεώσεών τους σε σχέση τόσο με τις σφραγίδες και τις υπογραφές που χρησιμοποιούν όσο και με την καταχώριση των πιστοποιητικών που χορηγούν·
– στο πλαίσιο της αμοιβαίας συνδρομής, επί της ενδεχόμενης συμμετοχής των τουρκικών αρχών στην έκδοση των επίδικων πιστοποιητικών και
– επί διαφόρων άλλων στοιχείων που, κατά την άποψή της, αποδεικνύουν την ύπαρξη παραβάσεων των τουρκικών αρχών, οι οποίες συνιστούν ειδική κατάσταση για την αναιρεσείουσα.
71 Όσον αφορά τις προσαφθείσες στην Επιτροπή παραβάσεις, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι υπάρχουν επαρκείς αντικειμενικές ενδείξεις που συνηγορούν υπέρ της διαπιστώσεως ότι οι τουρκικές αρχές διέπρατταν συστηματικώς και εσκεμμένως παραβάσεις, οπότε η Επιτροπή θα όφειλε να ελέγχει αυστηρότερα την εφαρμογή του προτιμησιακού καθεστώτος.
72 Επιπλέον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, στηριζόμενη στο άρθρο 93 του κανονισμού εφαρμογής του ΚΤΚ και στο άρθρο 4 της αποφάσεως 1/96, ότι η Δημοκρατία της Τουρκίας και η Επιτροπή υπείχαν, ακόμη και κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα, ήτοι κατά την περίοδο 1995 έως 1997, νομική υποχρέωση, η μεν να κοινοποιήσει δείγματα των σφραγίδων που χρησιμοποιούν οι τουρκικές τελωνειακές αρχές, η δε να ζητήσει την αποστολή αυτών των δειγμάτων.
73 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη ούτε να ειδοποιήσει τους εισαγωγείς συμπυκνωμένων χυμών φρούτων, το αργότερο ως το τέλος του 1994 ή ως τις αρχές του 1995, για τις παρατυπίες που επισημάνθηκαν στο πλαίσιο της εκδόσεως των πιστοποιητικών A.TR.1 στην Τουρκία ούτε να αποταθεί στη μεικτή επιτροπή ή στο Συμβούλιο Συνδέσεως.
74 Επιπλέον, κατά την αναιρεσείουσα, η UCLAF παρέβη την υποχρέωσή της διεξαγωγής ορθής έρευνας στην Τουρκία, στο μέτρο που δεν ακολούθησε ορισμένες από τις μεθόδους ελέγχου που θα μπορούσε να εφαρμόσει.
75 Τέλος, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν έλαβε υπόψη του ότι η μη λήψη μέτρων προστασίας της αναιρεσείουσας έναντι της ζημίας που υπέστη από την απόφαση της Επιτροπής αντιβαίνει στην αρχή της επιείκειας που διαπνέει το άρθρο 239 του ΚΤΚ, λαμβανομένης υπόψη της σχέσεως μεταξύ των επιχειρηματιών και της διοικήσεως.
76 Η Επιτροπή ισχυρίζεται, κατ’ αρχάς, ότι οι προβαλλόμενοι από την αναιρεσείουσα λόγοι αναιρέσεως που αντλούνται από παραβάσεις τόσο της Επιτροπής όσο και των τουρκικών αρχών δεν αφορούν νομικά ζητήματα, αλλά εκτιμήσεις επί των πραγματικών περιστατικών, οι οποίες δεν υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου.
77 Επιπλέον, υποστηρίζει ότι οι ισχύοντες εν προκειμένω νομικοί κανόνες δεν επέβαλλαν ούτε στη Δημοκρατία της Τουρκίας ούτε στην Επιτροπή υποχρέωση διαβιβάσεως δειγμάτων των σφραγίδων ή των υπογραφών, ή υποχρέωση τηρήσεως μητρώου για την καταχώριση των πιστοποιητικών A.TR.1.
78 Όσον αφορά το ζήτημα της ειδοποιήσεως των εισαγωγέων, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι οι επίμαχες εν προκειμένω πράξεις εισαγωγής αφορούν την περίοδο από τον Απρίλιο του 1995 έως τον Νοέμβριο του 1997, ενώ οι πρώτες αμφιβολίες περί της γνησιότητας και της ακρίβειας των πιστοποιητικών A.TR.1 γεννήθηκαν αργότερα, ήτοι από τις αρχές του 1998.
79 Η Επιτροπή επισημαίνει, επίσης, ότι δεν είχε εν προκειμένω κανένα λόγο να αποταθεί στη μεικτή επιτροπή ή στο Συμβούλιο Συνδέσεως, λαμβανομένης υπόψη της πλήρους συνδρομής που της παρέσχαν οι τουρκικές αρχές.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
– Επί του παραδεκτού
80 Από τα άρθρα 225, παράγραφος 1, ΕΚ και 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα και πρέπει να στηρίζεται σε λόγους αντλούμενους από αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος ή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2008, C‑17/07 P, Neirinck κατά Επιτροπής, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 73).
81 Προς στήριξη των αιτημάτων της, η αναιρεσείουσα επικαλείται διάφορες περιστάσεις, οι οποίες, κατά την άποψής της, συνιστούν ειδική κατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 239 του ΚΤΚ.
82 Κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη ειδικής καταστάσεως αποδεικνύεται όταν από τις προκείμενες περιστάσεις προκύπτει ότι ο υπόχρεος βρίσκεται σε εξαιρετική κατάσταση σε σχέση με τους άλλους επιχειρηματίες που ασκούν την ίδια δραστηριότητα (βλ., σχετικώς, απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1999, C-86/97, Trans-Ex-Import, Συλλογή 1999, σ. Ι-1041, σκέψεις 21 και 22, και της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, C-61/98, De Haan, Συλλογή 1999, σ. I-5003, σκέψεις 52 και 53). Επομένως, το ζήτημα αν συντρέχει εν προκειμένω ειδική κατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 239 του ΚΤΚ πρέπει να εξεταστεί βάσει των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως.
83 Οι αιτιάσεις που προβάλλονται στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως στρέφονται κατά της εκ μέρους του Πρωτοδικείου εφαρμογής με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του άρθρου 239 του ΚΤΚ, στο μέτρο που το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι προκείμενες περιστάσεις δεν συνιστούν ειδική κατάσταση. Αυτός ο νομικός χαρακτηρισμός αποτελεί νομικό ζήτημα εμπίπτον στην αναιρετική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
84 Συνεπώς, η ένταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή είναι απορριπτέα.
– Επί της ουσίας
85 Υπογραμμίζεται, κατ’ αρχάς, ότι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 239 του ΚΤΚ συνιστά γενική ρήτρα επιείκειας (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 3ης Απριλίου 2008, C-230/06, Militzer & Münch, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 50).
86 Κατά το άρθρο 239 του ΚΤΚ, ο υπόχρεος έχει δικαίωμα επιστροφής ή διαγραφής τελωνειακών δασμών, εφόσον πληρούνται δύο προϋποθέσεις, ήτοι η ύπαρξη ειδικής καταστάσεως και η έλλειψη πρόδηλης αμέλειας και δόλου εκ μέρους του.
87 Όσον αφορά την επιμέλεια που τυχόν επέδειξε η αναιρεσείουσα και την έλλειψη δόλου εκ μέρους της, διευκρινίζεται ότι τα ζητήματα αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Πράγματι, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 295 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν έλαβε θέση, στο τμήμα της αποφάσεώς της που αφορά τα επίδικα πιστοποιητικά, επί του ζητήματος της επιμέλειας ή της αμέλειας που επέδειξε συναφώς η αναιρεσείουσα.
88 Όπως υπενθυμίστηκε με τη σκέψη 82 της παρούσας αποφάσεως, η η ύπαρξη ειδικής καταστάσεως αποδεικνύεται όταν από τις προκείμενες περιστάσεις προκύπτει ότι ο υπόχρεος βρίσκεται σε εξαιρετική κατάσταση σε σχέση με τους άλλους επιχειρηματίες που ασκούν την ίδια δραστηριότητα και ότι, αν δεν υφίσταντο οι περιστάσεις αυτές, δεν θα είχε υποστεί τη ζημία που απορρέει από την εκ των υστέρων βεβαίωση των δασμών (βλ., σχετικώς, απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987, 58/86, Coopérative agricole d’approvisionnement des Avirons, Συλλογή 1987, σ. 1525, σκέψη 22).
89 Επομένως, προκειμένου να διευκρινισθεί αν οι προκείμενες περιστάσεις συνιστούν ειδική κατάσταση, μη ενέχουσα πρόδηλη αμέλεια ή δόλο του ενδιαφερομένου κατά την έννοια του άρθρου 239 του ΚΤΚ, η Επιτροπή οφείλει να λάβει υπόψη το σύνολο των πραγματικών στοιχείων που ασκούν επιρροή (βλ., σχετικώς, απόφαση της 15ης Μαΐου 1986, 160/84, Ορυζόμυλοι Καβάλας και Ορυζόμυλοι Αγίου Κωνσταντίνου, Συλλογή 1986, σ. 1633, σκέψη 16).
90 Η υποχρέωση αυτή συνεπάγεται, σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη εν προκειμένω, στην οποία ο υπόχρεος προέβαλε, προς στήριξη της αιτήσεώς του διαγραφής ή επιστροφής εισαγωγικών δασμών, την ύπαρξη σοβαρών παραβάσεων εκ μέρους τόσο των τουρκικών αρχών όσο και της Επιτροπής κατά την εφαρμογή της Συμφωνίας Συνδέσεως, ότι η Επιτροπή πρέπει να λάβει υπόψη, κατά την εξέταση της αιτήσεως αυτής, όλα τα σχετικά με τα επίδικα πιστοποιητικά πραγματικά περιστατικά, των οποίων είχε λάβει γνώση στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της εποπτείας και ελέγχου της ορθής εφαρμογής της εν λόγω Συμφωνίας.
91 Εξάλλου, το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από το άρθρο 904, στοιχείο γ΄, του κανονισμού εφαρμογής του ΚΤΚ, το οποίο προβλέπει ότι η αίτηση επιστροφής ή διαγραφής εισαγωγικών δασμών απορρίπτεται οσάκις «ο μόνος λόγος» που προβάλλεται προς στήριξή της συνίσταται στην, έστω και καλόπιστη, προσκόμιση, προς αναγνώριση δικαιώματος προτιμησιακής δασμολογικής μεταχειρίσεως, εγγράφων, τα οποία αποδείχθηκε εκ των υστέρων ότι δεν ήταν γνήσια ή ήταν πλαστογραφημένα ή ανίσχυρα, με συνέπεια να μην μπορούν να θεμελιώσουν τέτοιο δικαίωμα. Με άλλα λόγια, η προσκόμιση μη γνήσιων, πλαστογραφημένων ή ανίσχυρων πιστοποιητικών δεν συνιστά, αυτή καθαυτή, ειδική κατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 239 του ΚΤΚ.
92 Αντιθέτως, ενδέχεται να συνιστούν ειδική κατάσταση άλλες περιστάσεις τις οποίες μπορεί να προβάλει ο ενδιαφερόμενος προς στήριξη της αιτήσεώς του επιστροφής ή διαγραφής εισαγωγικών δασμών, όπως ο εκ μέρους της Επιτροπής πλημμελής έλεγχος της ορθής εφαρμογής της Συμφωνίας Συνδέσεως.
93 Επομένως, η Επιτροπή διαθέτει μεν κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή του άρθρου 239 του ΚΤΚ, πλην όμως οφείλει να σταθμίζει στην πράξη, αφενός, το συμφέρον της Κοινότητας προς διασφάλιση της τηρήσεως της τελωνειακής νομοθεσίας, είτε πρόκειται για κοινοτικές διατάξεις είτε για άλλες διατάξεις που δεσμεύουν την Κοινότητα, και, αφετέρου, το συμφέρον του καλόπιστου εισαγωγέα να μην υποστεί ζημίες υπερβαίνουσες τον συνήθη επιχειρηματικό κίνδυνο.
94 Η στάθμιση αυτών των συμφερόντων αποτελεί τη βάση της οικονομίας του άρθρου 239 του ΚΤΚ, το οποίο, όπως υπενθυμίστηκε με τη σκέψη 85 της παρούσας αποφάσεως, συνιστά γενική ρήτρα επιείκειας. Συνεπώς, κατά την εξέταση αιτήσεως επιστροφής ή διαγραφής εισαγωγικών δασμών, η Επιτροπή οφείλει να μη λαμβάνει υπόψη μόνον τη συμπεριφορά και τις ενέργειες του εισαγωγέα και του εξαγωγέα. Αντιθέτως, πρέπει να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, και τις συνέπειες που έχει επί της συγκεκριμένης καταστάσεως η δική της συμπεριφορά, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της εποπτείας και ελέγχου.
95 Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι από το άρθρο 211 ΕΚ προκύπτει ότι η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας της Συνθήκης και των συναπτομένων δυνάμει αυτής συμφωνιών, υποχρεούται να διασφαλίζει την ορθή εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε τρίτη χώρα δυνάμει συμφωνίας συναφθείσας με την Κοινότητα, με τα μέσα που προβλέπει η εν λόγω συμφωνία ή οι ληφθείσες δυνάμει αυτής αποφάσεις.
96 Η υποχρέωση αυτή απορρέει και από την ίδια τη Συμφωνία Συνδέσεως, καθώς και από πλείονες αποφάσεις που εκδόθηκαν προς εκτέλεσή της. Επομένως, από το άρθρο 7 της Συμφωνίας Συνδέσεως, σε συνδυασμό με το άρθρο 211 ΕΚ, προκύπτει ότι η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα γενικά ή ειδικά μέτρα προς εξασφάλιση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων που υπέχουν τα συμβαλλόμενα μέρη από αυτή τη Συμφωνία.
97 Επιπλέον, κατά το άρθρο 24 της Συμφωνίας Συνδέσεως, η Επιτροπή εκπροσωπείται στο Συμβούλιο Συνδέσεως και μετέχει, ως εκπρόσωπος της Κοινότητας, στις διάφορες επιτροπές που συστήνονται από το Συμβούλιο Συνδέσεως προς διασφάλιση της απρόσκοπτης συνεργασίας που απαιτείται για την εύρυθμη λειτουργία αυτής της Συμφωνίας. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 52, παράγραφος 2, της αποφάσεως 1/95, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει διαβούλευση στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής σε περίπτωση που ανακύψουν δυσκολίες, είτε για την Κοινότητα είτε για τη Δημοκρατία της Τουρκίας, κατά την εφαρμογή αυτής της αποφάσεως.
98 Εξάλλου, η Επιτροπή διαθέτει μόνιμη αντιπροσωπεία στην Τουρκία, οπότε έχει, τουλάχιστον, τη δυνατότητα να ενημερώνεται από αξιόπιστη πηγή για τις όλες νομικές εξελίξεις στο κράτος αυτό και, ιδίως, για την εξέλιξη της εφαρμογής της Συμφωνίας Συνδέσεως.
99 Επισημαίνεται, επίσης, ότι η Επιτροπή διαθέτει σημαντικές προνομίες στο πλαίσιο της υποχρεώσεώς της εποπτείας και ελέγχου της ορθής εφαρμογής της Συμφωνίας Συνδέσεως.
100 Ειδικότερα, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τις τουρκικές αρχές, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3 του παραρτήματος 7 της αποφάσεως 1/95, να της παράσχουν κάθε αναγκαία πληροφορία προς διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της τελωνειακής νομοθεσίας.
101 Σύμφωνα με την παράγραφο 4, στοιχείο α΄, του ίδιου άρθρου, το κοινοτικό αυτό όργανο μπορεί επίσης να ζητήσει από τις τουρκικές αρχές να λάβουν μέτρα ειδικής επιτηρήσεως φυσικών ή νομικών προσώπων, για τα οποία υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι με τις πράξεις τους παραβαίνουν ή παρέβησαν τις σχετικές τελωνειακές διατάξεις.
102 Επιπλέον, το άρθρο 7, παράγραφοι 3 και 4, του εν λόγω παραρτήματος προβλέπει ότι δεόντως εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι της Επιτροπής μπορούν να συγκεντρώσουν, στα γραφεία των τουρκικών τελωνειακών αρχών, στοιχεία σχετικά με τις αντίθετες προς την τελωνειακή νομοθεσία πράξεις ή να παραστούν σε έρευνες που διεξάγονται στο τουρκικό έδαφος, με τη συγκατάθεση και υπό τους όρους που θέτουν οι τουρκικές αρχές.
103 Εξάλλου, το αυτό ισχύει και για το άρθρο 15 της αποφάσεως 1/96, το οποίο ορίζει ότι, προς διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των διατάξεών της, τα κράτη μέλη και η Δημοκρατία της Τουρκίας παρέχουν αμοιβαία συνδρομή, μέσω των αντίστοιχων τελωνειακών τους αρχών και στο πλαίσιο της αμοιβαίας συνδρομής που προβλέπει το παράρτημα 7 της αποφάσεως 1/95, για τον έλεγχο της γνησιότητας και της ακρίβειας των πιστοποιητικών.
104 Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός που προέβαλε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με την αναιρεσείουσα, όσον αφορά τη δυνατότητα ελέγχου πραγματικών περιστατικών που συμβαίνουν σε τρίτο κράτος, ήτοι στην Τουρκία. Αντιθέτως, εναπόκειται στην Επιτροπή να ασκεί πλήρως τις προνομίες που της απονέμουν οι διατάξεις της Συμφωνίας Συνδέσεως και οι εκδοθείσες προς εκτέλεσή της αποφάσεις, προκειμένου να μην παραβαίνει τις υποχρεώσεις της εποπτείας και ελέγχου της ορθής εφαρμογής αυτής της Συμφωνίας.
105 Αυτή η πλήρης άσκηση των προνομιών επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο σε περίπτωση, όπως η επίμαχη εν προκειμένω, κατά την οποία οι εξαγωγές που πραγματοποίησε προς το ίδιο κοινοτικό λιμάνι, της Ραβέννας, η ίδια τουρκική εταιρία, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, έγιναν, σύμφωνα με τις περιεχόμενες στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαπιστώσεις, με πιστοποιητικά που ήταν είτε ανακριβή είτε μη γνήσια.
106 Επιπλέον, η Επιτροπή όφειλε, εν προκειμένω, να ασκήσει πλήρως τις προνομίες που διαθέτει στο πλαίσιο των καθηκόντων της εποπτείας και ελέγχου της ορθής εφαρμογής της Συμφωνίας Συνδέσεως και για τον λόγο ότι υπήρχαν ορισμένες ασάφειες ή, τουλάχιστον, κάποιες ανακολουθίες στις εκτιμήσεις των τουρκικών αρχών περί της πλαστότητας ή της ανακρίβειας των επίδικων πιστοποιητικών.
107 Ειδικότερα, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 120 έως 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, από τη σύγκριση μεταξύ του περιεχομένου του εγγράφου της 8ης Μαρτίου 1999 και του περιεχομένου ορισμένων μεταγενέστερων ανακοινώσεων των τουρκικών αρχών, όπως, παραδείγματος χάρη, της από 22 Απριλίου 1999 επιστολής της μόνιμης τουρκικής αντιπροσωπείας προς την UCLAF, προέκυψαν ασάφειες όσον αφορά το φερόμενο ως μη γνήσιο πιστοποιητικό D 437214.
108 Όσον αφορά δύο άλλα πιστοποιητικά A.TR.1, των οποίων τη γνησιότητα εξέτασαν οι τουρκικές αρχές στο πλαίσιο του ίδιου εκ των υστέρων ελέγχου, μολονότι δεν περιλαμβάνονται στα επίδικα πιστοποιητικά, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, με τις σκέψεις 198 έως 201 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την ύπαρξη ορισμένων ανακολουθιών, καθόσον οι τουρκικές αρχές τα χαρακτήρισαν, σε διαφορετικά στάδια της διαδικασίας, είτε ως πλαστογραφημένα είτε ως ανακριβή είτε ως εν μέρει ανακριβή.
109 Εξάλλου, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στοιχείο ασάφειας αποτέλεσε και το γεγονός ότι οι τουρκικές αρχές χρησιμοποίησαν πολλούς διαφορετικούς όρους για να περιγράψουν τα πορίσματα των ελέγχων τους επί των πιστοποιητικών, τα οποία χαρακτήρισαν, μεταξύ άλλων, ως «πλαστά» (με την από 10 Ιουλίου 1998 επιστολή της μόνιμης τουρκικής αντιπροσωπείας προς την UCLAF, στην οποία αναφέρεται η σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), ως «ανακριβή και [μη] εκδοθέντα και επικυρωθέντα από [το τουρκικό] τελωνείο» (με το από 8 Μαρτίου 1999 έγγραφο της γενικής διευθύνσεως των τουρκικών τελωνείων, στο οποίο αναφέρεται η σκέψη 123 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), ως «ανακριβή και […] μη χορηγηθέντα σύμφωνα με τους κανόνες καταγωγής» (με την από 22 Απριλίου 1999 επιστολή της μόνιμης τουρκικής αντιπροσωπείας προς την UCLAF, στην οποία αναφέρεται η σκέψη 124 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και ως «ανακριβή» (με το από 16 Ιουλίου 1999 έγγραφο της γενικής διευθύνσεως των τουρκικών τελωνείων, στο οποίο αναφέρεται η σκέψη 200 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
110 Επιπλέον, οι διαφορετικοί αυτοί όροι τους οποίους χρησιμοποίησαν οι τουρκικές αρχές στην αλληλογραφία τους με την Επιτροπή και με τις ιταλικές τελωνειακές αρχές δεν αντιστοιχούν στις έννοιες της «γνησιότητας» και της «ακρίβειας», όπως χρησιμοποιούνται στα άρθρα 11 της αποφάσεως 5/72 και 15 της αποφάσεως 1/96.
111 Οι περιγραφείσες ανωτέρω ασάφειες και ανακολουθίες θα έπρεπε να προκαλέσουν στην Επιτροπή αμφιβολίες ως προς τις εκτιμήσεις των τουρκικών αρχών. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή όφειλε, στο πλαίσιο των καθηκόντων της εποπτείας και ελέγχου της ορθής εφαρμογής της Συμφωνίας Συνδέσεως, να βεβαιωθεί ότι ήταν ορθός ο εκ μέρους των τουρκικών αρχών χαρακτηρισμός των επίδικων πιστοποιητικών είτε ως ανακριβών είτε ως μη γνήσιων.
112 Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν άσκησε πλήρως τις προνομίες που της απονέμουν η Συμφωνία Συνδέσεως και οι διατάξεις εφαρμογής της.
113 Κατ’ αρχάς, ναι μεν η UCLAF πραγματοποίησε έρευνες στην Τουρκία τόσο από τις 12 έως τις 15 Οκτωβρίου 1998 όσο και από τις 30 Νοεμβρίου έως τις 2 Δεκεμβρίου 1998, πλην όμως διαπιστώνεται ότι κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 218 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν στηρίζει τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η UCLAF δεν μπόρεσε να διεξαγάγει ενδελεχή έρευνα, ιδίως στο τελωνείο της Μερσίνας. Αντιθέτως, από τις εκθέσεις αποστολής της UCLAF της 9ης και της 23ης Δεκεμβρίου 1998 προκύπτει σαφώς ότι το τελωνειακό γραφείο από το οποίο εξήχθησαν τα επίμαχα προϊόντα στην Κοινότητα, ήτοι το τελωνείο της Μερσίνας, δεν καταλέγεται μεταξύ των υπηρεσιών που επισκέφθηκαν οι υπάλληλοι της UCLAF στο πλαίσιο της έρευνάς τους στην Τουρκία. Επομένως, οι υπάλληλοι αυτοί δεν έλεγξαν τη γνησιότητα των επίδικων πιστοποιητικών. Πράγματι, οι δύο αυτές εκθέσεις αποστολής της UCLAF δεν πραγματεύονται καθόλου το ζήτημα αν τα επίδικα πιστοποιητικά όντως πλαστογραφήθηκαν ή, αντιθέτως, αν κακώς εκδόθηκαν από τις τουρκικές αρχές.
114 Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από έγγραφο της 9ης Δεκεμβρίου 1998, δηλαδή μεταγενέστερο των ερευνών που διενήργησε η UCLAF στην Τουρκία, με το οποίο ο διευθυντής της UCLAF, κ. Knudsen, ζήτησε τη συγκατάθεση των τουρκικών αρχών για την από κοινού διεξαγωγή ελέγχου στο τελωνείο της Μερσίνας, προκειμένου να συγκεντρωθούν λεπτομερή στοιχεία για όλες τις εξαγωγές συμπυκνωμένων χυμών φρούτων που πραγματοποίησε η εταιρία Akman από του τέλους του 1993.
115 Συναφώς, δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή όφειλε, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, του παραρτήματος 7 της αποφάσεως 1/95, να ζητήσει τη συγκατάθεση των τουρκικών τελωνειακών αρχών, προκειμένου να πραγματοποιήσει ελέγχους στα γραφεία τους. Τονίζεται, πάντως, ότι η Επιτροπή ουδέποτε ισχυρίσθηκε ότι δεν μπόρεσε να διενεργήσει επιτόπιο έλεγχο, επειδή οι τουρκικές αρχές αρνήθηκαν να δώσουν τη σχετική συγκατάθεση.
116 Ακολούθως, από τις σκέψεις 244 έως 259 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν ζήτησε από τις τουρκικές αρχές να της αποστείλουν δείγματα των αποτυπωμάτων των σφραγίδων που χρησιμοποιούνταν στο τελωνείο της Μερσίνας για την έκδοση των πιστοποιητικών κυκλοφορίας και, κατόπιν αυτού, δεν διαβίβασε τέτοια δείγματα στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών. Το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε, συναφώς, ότι, κατά τον χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι επίμαχες εισαγωγές, ούτε η Δημοκρατία της Τουρκίας ούτε η Επιτροπή υπείχαν υποχρέωση κοινοποιήσεως δειγμάτων των αποτυπωμάτων των σφραγίδων που χρησιμοποιούνταν στα αντίστοιχα τελωνειακά γραφεία.
117 Εντούτοις, αυτή ακριβώς η κοινοποίηση των δειγμάτων των υπογραφών και των αποτυπωμάτων των σφραγίδων που χρησιμοποιούνταν στα εν λόγω τελωνειακά γραφεία θα καθιστούσε δυνατό τον αποτελεσματικό έλεγχο της τηρήσεως των τελωνειακών κανόνων περί προνομιακής δασμολογικής μεταχειρίσεως.
118 Η υποχρέωση της Επιτροπής να μεριμνά για την ορθή εφαρμογή της Συμφωνίας Συνδέσεως συνεπάγεται ότι τόσο η ίδια όσο και οι τελωνειακές αρχές των κρατών μελών, με τη συνδρομή της Επιτροπής, διαθέτουν ανά πάσα στιγμή όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη διενέργεια αποτελεσματικών ελέγχων και δεν αμφισβητείται, συναφώς, ότι τα δείγματα των υπογραφών και των αποτυπωμάτων των σφραγίδων αποτελούν τέτοια στοιχεία.
119 Υπογραμμίζεται επίσης ότι, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 255 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, από το γράμμα του άρθρου 15, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/96, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2/97 της Επιτροπής Τελωνειακής Συνεργασίας ΕΚ-Τουρκίας, της 30ης Μαΐου 1997 (ΕΕ L 249, σ. 18), που τέθηκε σε ισχύ από 1ης Σεπτεμβρίου 1997, δηλαδή στη διάρκεια της περιόδου εντός της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι επίμαχες εισαγωγές, προκύπτει χωρίς την παραμικρή αμφιβολία ότι «[οι] τελωνειακές αρχές των κρατών μελών, της Κοινότητας και της [Δημοκρατίας της] Τουρκίας παρέχουν αμοιβαία, μέσω της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, […] δείγματα αποτυπωμάτων των σφραγίδων που χρησιμοποιούν τα τελωνεία τους για την έκδοση πιστοποιητικών κυκλοφορίας Α.ΤR.».
120 Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και πριν την έναρξη της ισχύος αυτής της αποφάσεως, η Επιτροπή έπρεπε, προς διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της Συμφωνίας Συνδέσεως, να ζητήσει από τις τουρκικές αρχές να της διαβιβάσουν τα σχετικά δείγματα, βάσει του άρθρου 3 του παραρτήματος 7 της αποφάσεως 1/95, το οποίο ορίζει ότι η οικεία τελωνειακή αρχή οφείλει να παράσχει στην Επιτροπή «κάθε σχετική πληροφορία, ώστε να [την] καταστήσει […] ικανή να εξασφαλίσει την ορθή εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας».
121 Το γεγονός ότι η Δημοκρατία της Τουρκίας διαβίβασε οικειοθελώς στην Επιτροπή τα δείγματα των αποτυπωμάτων των σφραγίδων που χρησιμοποιούνται για την έκδοση των πιστοποιητικών A.TR.1, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 258 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν θίγει το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωσή της να ζητήσει από τις τουρκικές αρχές να της αποστείλουν τα δείγματα των υπογραφών και των αποτυπωμάτων των σφραγίδων που χρησιμοποιούνται στο τελωνείο της Μερσίνας και να τα προωθήσει, ακολούθως, στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών.
122 Τέλος, από τις σκέψεις 153 έως 160 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει επίσης ότι η Επιτροπή επισήμανε, απλώς, ότι ούτε η Συμφωνία Συνδέσεως ούτε οι διατάξεις εφαρμογής της επέβαλλαν ρητώς στη Δημοκρατία της Τουρκίας την υποχρέωση τηρήσεως μητρώου για την καταχώριση των πιστοποιητικών που εκδίδουν οι τελωνειακές της αρχές και ότι, εν πάση περιπτώσει, η ενδεχόμενη καταχώριση των επίδικων πιστοποιητικών δεν θα σήμαινε, οπωσδήποτε, ότι πρόκειται για γνήσια πιστοποιητικά, δεδομένου ότι οι πλαστογράφοι έχουν κάθε συμφέρον να χρησιμοποιούν αριθμούς καταχωρίσεως αντιστοιχούντες σε νομότυπα πιστοποιητικά. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε αυτό το επιχείρημα με τις σκέψεις 161 και 162 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
123 Εντούτοις, αυτή η συλλογιστική δεν ευσταθεί. Συναφώς, πρέπει να τονισθεί ότι η καταχώριση των πιστοποιητικών που εκδίδουν οι τελωνειακές αρχές αποτελεί πρακτική υψίστης σημασίας για τις διεθνείς εμπορικές πράξεις. Πράγματι, η μη τήρηση σχετικών μητρώων ενέχει τον κίνδυνο εκμηδενίσεως της αποτελεσματικότητας κάθε εκ των υστέρων ελέγχου των πιστοποιητικών που εκδίδουν οι οικείες τελωνειακές αρχές.
124 Εξάλλου, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 161 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι διατάξεις εφαρμογής της Συμφωνίας Συνδέσεως επιβάλλουν στις τουρκικές αρχές υποχρέωση τηρήσεως μητρώου για την καταχώριση των πιστοποιητικών A.TR.1. Συγκεκριμένα, το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/96 προβλέπει ότι, σε περίπτωση κατατμήσεως πιστοποιητικού, στη θέση 12 του σχετικού αποσπάσματος πρέπει να αναγράφεται, ειδικότερα, ο αριθμός καταχωρίσεως του «αρχικού πιστοποιητικού». Επομένως, ανεξαρτήτως του ότι το άρθρο 13 εφαρμόζεται στην ειδική περίπτωση κατατμήσεως πιστοποιητικού, είναι πρόδηλον ότι, εφόσον στη θέση 12 του εντύπου του πιστοποιητικού A.TR.1 πρέπει να αναγράφεται ο αριθμός καταχωρίσεως του «αρχικού πιστοποιητικού», το αρχικό αυτό πιστοποιητικό πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να έχει καταχωρισθεί στα τελωνειακά μητρώα του κράτους εξαγωγής.
125 Όσον αφορά την περιεχόμενη στη σκέψη 162 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εκτίμηση του Πρωτοδικείου, ότι οι πλαστογράφοι έχουν κάθε συμφέρον να χρησιμοποιούν αριθμούς καταχωρίσεως αντιστοιχούντες σε νομότυπα πιστοποιητικά που έχουν ήδη καταχωρισθεί, η εκτίμηση αυτή ουδαμώς απαλλάσσει την Επιτροπή από την υποχρέωσή της διασφαλίσεως της ορθής εφαρμογής της Συμφωνίας Συνδέσεως.
126 Αντιθέτως, λαμβανομένου υπόψη ότι με την εκτίμηση αυτή επισημαίνεται ο κίνδυνος διπλής εισαγωγής προϊόντων στην Κοινότητα με χρησιμοποίηση πιστοποιητικών A.TR.1 που φέρουν τον ίδιο αριθμό καταχωρίσεως, αλλά είναι γνήσια τη μία φορά και πλαστά την άλλη, η Επιτροπή όφειλε να ελέγξει εν προκειμένω αν πραγματοποιήθηκαν δύο εισαγωγές στην Κοινότητα με πιστοποιητικά A.TR.1 φέροντα τον ίδιο αριθμό καταχωρίσεως. Πάντως, από τους ισχυρισμούς που προέβαλε η Επιτροπή τόσο ενώπιον του Πρωτοδικείου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου συνάγεται ότι δεν έλεγξε εν προκειμένω αυτό το ενδεχόμενο.
127 Επιπλέον, ούτε οι δύο αποστολές της UCLAF μπόρεσαν να εξακριβώσουν την ύπαρξη σχετικών μητρώων και την ενδεχόμενη καταχώριση των επίδικων πιστοποιητικών σε αυτά, δεδομένου ότι, όπως υπενθυμίστηκε με τη σκέψη 114 της παρούσας αποφάσεως, δεν πραγματοποίησαν έρευνες στο τελωνείο της Μερσίνας.
128 Απ' όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η Επιτροπή παρέβη τις υποχρεώσεις της εποπτείας και ελέγχου της ορθής εφαρμογής της Συμφωνίας Συνδέσεως.
129 Αν η Επιτροπή δεν είχε παραβεί τις υποχρεώσεις της, η πλαστογράφηση των επίδικων πιστοποιητικών θα μπορούσε να έχει διαπιστωθεί και η υπόθεση να διαλευκανθεί από τις πρώτες εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν στην Κοινότητα, οπότε και η έκταση της ζημίας, τόσο για τον κοινοτικό προϋπολογισμό όσο και για την αναιρεσείουσα, θα μπορούσε να έχει περιορισθεί αναλόγως. Εξάλλου, η Επιτροπή θα μπορούσε, από της αποκαλύψεως της πλαστογραφίας, να ενημερώσει εγκαίρως τους εισαγωγείς και να αποταθεί, ενδεχομένως, στη μεικτή επιτροπή.
130 Εν πάση περιπτώσει, αν η Επιτροπή είχε ασκήσει πλήρως τις προνομίες που διαθέτει στο πλαίσιο της Συμφωνίας Συνδέσεως, οι αμφιβολίες ως προς την πλαστότητα ή την ανακρίβεια των επίδικων πιστοποιητικών θα είχαν αρθεί και θα είχε διαπιστωθεί με βεβαιότητα αν αυτά ήταν γνήσια ή όχι.
131 Επομένως, αυτή η παράβαση της Επιτροπής συνιστά ειδική κατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 239 του ΚΤΚ.
132 Συνεπώς, το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένως το άρθρο 239 του ΚΤΚ, στο μέτρο που έκρινε ότι δεν συνέτρεχε ειδική κατάσταση κατά την έννοια αυτής της διατάξεως, και υπέπεσε, ως εκ τούτου, σε πλάνη περί το δίκαιο.
133 Επομένως, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
134 Κατόπιν των ανωτέρω, παρέλκει η εξέταση των λόγων αναιρέσεως που αντλούνται από προσβολή του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο και από παράβαση του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του ΚΤΚ.
Οι συνέπειες της αναιρέσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου
135 Δυνάμει του άρθρου 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση. Αυτό συμβαίνει εν προκειμένω.
136 Από τη συλλογιστική που αναπτύχθηκε με τις σκέψεις 85 έως 133 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, καθόσον έκρινε ότι δεν πληρούνταν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του άρθρου 239 του ΚΤΚ και ότι, ως εκ τούτου, δεν έπρεπε να επιστραφούν ή να διαγραφούν οι σχετικοί με τα επίδικα πιστοποιητικά εισαγωγικοί δασμοί. Επομένως, το άρθρο 2 της αποφάσεως της Επιτροπής πρέπει να ακυρωθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
137 Κατά το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν το Δικαστήριο δέχεται την αίτηση αναιρέσεως και κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των εξόδων.
138 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως βάσει του άρθρου 118 του ιδίου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα υπέβαλε τέτοιο αίτημα, η Επιτροπή πρέπει, εφόσον ηττήθηκε, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 6ης Φεβρουαρίου 2007, T-23/03, CAS κατά Επιτροπής.
2) Ακυρώνει το άρθρο 2 της αποφάσεως της Επιτροπής της 18ης Οκτωβρίου 2002 (REC 10/1).
3) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy