Υπόθεση C-251/07
Gävle Kraftvärme AB
κατά
Länsstyrelsen i Gävleborgs län
(αίτηση του Högsta domstolen για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Περιβάλλον – Οδηγία 2000/76/ΕΚ – Αποτέφρωση των αποβλήτων – Χαρακτηρισμός ενός εργοστασίου συμπαραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας – Έννοιες των όρων “μονάδα αποτεφρώσεως” και “μονάδα συναποτεφρώσεως”»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Περιβάλλον – Απόβλητα – Αποτέφρωση – Οδηγία 2000/76
(Οδηγία 2000/76 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 3, σημεία 4 και 5)
2. Περιβάλλον – Απόβλητα – Αποτέφρωση – Οδηγία 2000/76
(Οδηγία 2000/76 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 3, σημεία 4 και 5)
1. Για την εφαρμογή της οδηγίας 2000/76, για την αποτέφρωση των αποβλήτων, οσάκις ένα εργοστάσιο συμπαραγωγής ενέργειας περιλαμβάνει πλείονες λέβητες, έκαστος λέβητας καθώς και ο σχετικός εξοπλισμός πρέπει να θεωρούνται ότι αποτελούν αυτοτελή μονάδα.
(βλ. σκέψη 33, διατακτ. 1)
2. Μια εγκατάσταση πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «μονάδα αποτεφρώσεως» ή «μονάδα συναποτεφρώσεως», υπό την έννοια του άρθρου 3, σημεία 4 και 5, της οδηγίας 2000/76, για την αποτέφρωση των αποβλήτων, αναλόγως του κύριου σκοπού της. Στις αρμόδιες αρχές εναπόκειται να εντοπίζουν τον σκοπό αυτό βάσει της εκτιμήσεως των πραγματικών στοιχείων που υφίστανται κατά τον χρόνο της εν λόγω εκτιμήσεως. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η ποσότητα της ενέργειας ή των υλικών προϊόντων που παράγονται στην οικεία μονάδα σε σχέση με την ποσότητα των αποβλήτων που αποτεφρώνονται στην εν λόγω μονάδα, καθώς και η σταθερότητα ή η συνέχεια της παραγωγής αυτής.
(βλ. σκέψη 46, διατακτ. 2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 11ης Σεπτεμβρίου 2008 (*)
«Περιβάλλον – Οδηγία 2000/76/ΕΚ – Αποτέφρωση των αποβλήτων – Χαρακτηρισμός ενός εργοστασίου συμπαραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας – Έννοιες των όρων “μονάδα αποτεφρώσεως” και “μονάδα συναποτεφρώσεως”»
Στην υπόθεση C-251/07,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Högsta domstolen (Σουηδία) με απόφαση της 7ης Μαΐου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Μαΐου 2007, στο πλαίσιο της δίκης
Gävle Kraftvärme AB
κατά
Länsstyrelsen i Gävleborgs län,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta, E. Juhász (εισηγητή), J. Malenovský και T. von Danwitz, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 17ης Απριλίου 2008,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Falk,
– η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Riedl,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους J.-B. Laignelot και P. Dejmek,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 22ας Μαΐου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2000/76/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2000, για την αποτέφρωση των αποβλήτων (ΕΕ L 332, σ. 91).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Gävle Kraftvärme AB (στο εξής: Gävle Kraftvärme) και της Länsstyrelsen i Gävleborgs län (νομαρχίας του Gävleborg, στο εξής: νομαρχία), όσον αφορά την αίτηση παροχής αδείας λειτουργίας ενός εργοστασίου συμπαραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας.
Το νομικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 96/350/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1996 (ΕΕ L 135, σ. 32, στο εξής: οδηγία 75/442), προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για να προωθήσουν:
α) κατά πρώτον, την πρόληψη ή τη μείωση της παραγωγής και της βλαπτικότητας των αποβλήτων […]
[…]
β) εν συνεχεία:
– την αξιοποίηση των αποβλήτων με ανακύκλωση, επαναχρησιμοποίηση ή ανάκτηση ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που έχει στόχο την παραγωγή δευτερογενών πρώτων υλών ή
– τη χρησιμοποίηση των αποβλήτων ως πηγή[ς] ενέργειας.»
4 Η οδηγία 75/442 καταργήθηκε και κωδικοποιήθηκε από τις 17 Μαΐου 2006 με την οδηγία 2006/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ L 114, σ. 9). Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/12 επανέλαβε, με την ίδια κατ’ ουσίαν διατύπωση, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/442.
5 Η έβδομη, δέκατη τρίτη και εικοστή αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/76 ορίζουν τα εξής:
«7) […] για να επιτευχθεί υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και της υγείας του ανθρώπου πρέπει να καθοριστούν και να τηρούνται αυστηρές συνθήκες λειτουργίας, τεχνικές απαιτήσεις και οριακές τιμές εκπομπών για τις μονάδες που αποτεφρώνουν ή συναποτεφρώνουν απόβλητα εντός της Κοινότητας· οι καθοριζόμενες οριακές τιμές θα πρέπει να προλαμβάνουν ή να περιορίζουν, όσο είναι εφικτό, τις αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και τους συνακόλουθους κινδύνους για την υγεία του ανθρώπου.
[…]
13) Η τήρηση των οριακών τιμών εκπομπών που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να θεωρείται ως αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις της οδηγίας 96/61/ΕΚ [του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1996, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (ΕΕ L 257, σ. 26)]· η συμμόρφωση αυτή ενδέχεται να απαιτεί αυστηρότερες οριακές τιμές εκπομπών για τους ρύπους που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία, οριακές τιμές για τις εκπομπές άλλων ουσιών και άλλα στοιχεία του περιβάλλοντος και άλλους κατάλληλους όρους.
[…]
24) Οι απαιτήσεις για ανάκτηση της θερμότητας που παράγεται από τη διαδικασία αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης και για ελαχιστοποίηση και ανακύκλωση των υπολειμμάτων που προέρχονται από τη λειτουργία μονάδων αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης θα διευκολύνουν την επίτευξη των στόχων του άρθρου 3 όσον αφορά την ιεραρχία αποβλήτων της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ.»
6 Όπως προκύπτει από το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/76, σκοπός της οδηγίας αυτής είναι η πρόληψη ή ο περιορισμός, κατά το μέτρο του δυνατού, των αρνητικών επιδράσεων της αποτεφρώσεως και της συναποτεφρώσεως αποβλήτων στο περιβάλλον, ειδικότερα δε της ρυπάνσεως μέσω εκπομπών στον ατμοσφαιρικό αέρα, το έδαφος και τα επιφανειακά και υπόγεια ύδατα, καθώς και των συνακόλουθων κινδύνων για την υγεία του ανθρώπου.
7 Το δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου διευκρινίζει ότι ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται, ιδίως, με την επιβολή αυστηρών προϋποθέσεων λειτουργίας και τεχνικών απαιτήσεων και με τη θέσπιση οριακών τιμών εκπομπών για τις μονάδες αποτεφρώσεως και συναποτεφρώσεως αποβλήτων.
8 Η έννοια των όρων «μονάδα αποτεφρώσεως» και «μονάδα συναποτεφρώσεως» ορίζεται στο άρθρο 3, σημεία 4 και 5, της οδηγίας 2000/76 ως εξής:
«4) “Μονάδα αποτέφρωσης”: κάθε σταθερή ή κινητή τεχνική μονάδα με τον εξοπλισμό της, που προορίζεται αποκλειστικά για θερμική επεξεργασία αποβλήτων, με ή χωρίς ανάκτηση της θερμότητας που εκλύεται κατά την καύση. Συμπεριλαμβάνονται η αποτέφρωση αποβλήτων με οξείδωση καθώς και άλλες τεχνικές θερμικής επεξεργασίας όπως η πυρόλυση, η αεριοποίηση ή η τεχνική πλάσματος, εφόσον οι ουσίες που προέρχονται από την επεξεργασία στη συνέχεια αποτεφρώνονται.
Ο ορισμός αυτός καλύπτει τους χώρους και το σύνολο των εγκαταστάσεων [συν]αποτέφρωσης, όπου συμπεριλαμβάνονται όλες οι γραμμές [συν]αποτέφρωσης, οι εγκαταστάσεις παραλαβής, αποθήκευσης και επιτόπιας προεπεξεργασίας των αποβλήτων, τα συστήματα τροφοδότησης της μονάδας με απόβλητα, καύσιμο και αέρα, ο λέβητας, οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας των καυσαερίων, οι επί τόπου εγκαταστάσεις επεξεργασίας ή αποθήκευσης των υπολειμμάτων και των λυμάτων, η καπνοδόχος, οι διατάξεις και τα συστήματα για τον έλεγχο των εργασιών αποτέφρωσης και την καταγραφή και διαρκή παρακολούθηση των συνθηκών αποτέφρωσης.
5) “Μονάδα συναποτέφρωσης”: κάθε σταθερή ή κινητή εγκατάσταση της οποίας κύρια λειτουργία είναι η παραγωγή ενέργειας ή η παραγωγή υλικών προϊόντων και:
– στην οποία χρησιμοποιούνται απόβλητα ως σύνηθες ή συμπληρωματικό καύσιμο, ή
– στην οποία τα απόβλητα υφίστανται θερμική επεξεργασία για τη διάθεσή τους.
Εάν η συναποτέφρωση πραγματοποιείται κατά τέτοιο τρόπο ώστε η κύρια λειτουργία της εγκατάστασης να μην είναι η παραγωγή ενέργειας ή η παραγωγή υλικών προϊόντων αλλά η θερμική επεξεργασία των αποβλήτων, η εγκατάσταση θεωρείται μονάδα αποτέφρωσης υπό την έννοια του σημείου 4.
Ο ορισμός αυτός καλύπτει τους χώρους και το σύνολο των εγκαταστάσεων αποτέφρωσης, όπου συμπεριλαμβάνονται όλες οι γραμμές αποτέφρωσης, οι εγκαταστάσεις παραλαβής, αποθήκευσης και επιτόπιας προεπεξεργασίας των αποβλήτων, τα συστήματα τροφοδότησης της μονάδας με απόβλητα, καύσιμο και αέρα, ο λέβητας, οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας των καυσαερίων, οι επί τόπου εγκαταστάσεις επεξεργασίας ή αποθήκευσης των υπολειμμάτων και των λυμάτων, η καπνοδόχος, οι διατάξεις και τα συστήματα για τον έλεγχο των εργασιών αποτέφρωσης και την καταγραφή και διαρκή παρακολούθηση των συνθηκών αποτέφρωσης.»
9 Το άρθρο 3, σημείο 12, της οδηγίας 2000/76 ορίζει την έννοια του όρου «άδεια» ως εξής:
«η γραπτή απόφαση (ή περισσότερες γραπτές αποφάσεις) που εκδίδονται από την αρμόδια αρχή, βάσει της οποίας επιτρέπεται η λειτουργία της μονάδας, υπό ορισμένες προϋποθέσεις που εγγυώνται ότι η εγκατάσταση πληροί όλες τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας. Μια άδεια μπορεί να καλύπτει μία ή περισσότερες εγκαταστάσεις στον ίδιο χώρο την οποία ή τις οποίες εκμεταλλεύεται ο ίδιος φορέας.»
10 Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη της οδηγίας 96/61/ΕΚ, οι αιτήσεις για άδεια, που υποβάλλονται στην αρμόδια αρχή για μονάδες αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης, περιλαμβάνουν περιγραφή των μέτρων που έχουν προβλεφθεί για να διασφαλιστούν:
[…]
β) η μέγιστη εφικτή ανάκτηση της θερμότητας που παράγεται κατά τη διεργασία αποτέφρωσης και συναποτέφρωσης, π.χ. μέσω της συνδυασμένης παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας, της παραγωγής ατμού για βιομηχανική χρήση ή της αστικής τηλεθέρμανσης,
[…]»
11 Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 έως 3 και 6, της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Οι μονάδες αποτέφρωσης λειτουργούν κατά τρόπο που διασφαλίζει βαθμό αποτέφρωσης τέτοιον ώστε η περιεκτικότητα των σκωριών και της τέφρας πυθμένα σε ολικό οργανικό άνθρακα (TOC) να είναι μικρότερη από 3 % ή οι απώλειες κατά την έναυση να είναι μικρότερες από 5 % του βάρους του υλικού επί ξηρού. Αν είναι απαραίτητο, χρησιμοποιούνται κατάλληλες τεχνικές προεπεξεργασίας των αποβλήτων.
Όλες οι μονάδες αποτέφρωσης σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, εξοπλίζονται, και λειτουργούν κατά τρόπον ώστε, μετά την τελευταία διοχέτευση αέρα καύσης, η θερμοκρασία των αερίων που εκλύονται κατά τη διεργασία να αυξάνεται, με ελεγχόμενο και ομοιογενή τρόπο και ακόμη και υπό τις δυσμενέστερες συνθήκες, στους 850 °C, μετρούμενη στο εσωτερικό τοίχωμα ή σε άλλο αντιπροσωπευτικό σημείο του θαλάμου καύσης όπως επιτρέπει η αρμόδια αρχή, για δύο δευτερόλεπτα. Εάν αποτεφρώνονται επικίνδυνα απόβλητα που περιέχουν πάνω από 1 % αλογονούχων οργανικών ουσιών, εκφρασμένων σε χλώριο, η θερμοκρασία πρέπει να αυξάνεται στους 1100 °C επί δύο δευτερόλεπτα τουλάχιστον.
Κάθε γραμμή της μονάδας αποτέφρωσης είναι εφοδιασμένη με έναν τουλάχιστον εφεδρικό καυστήρα, που πρέπει να τίθεται αυτόματα σε λειτουργία μόλις η θερμοκρασία των καυσαερίων, μετά την τελευταία διοχέτευση αέρα καύσης, κατέλθει κάτω από τους 850 °C ή τους 1 100 °C κατά περίπτωση. Οι εν λόγω καυστήρες χρησιμοποιούνται επίσης στις φάσεις εκκίνησης και διακοπής των μηχανών για να εξασφαλίζεται η διατήρηση της ελάχιστης θερμοκρασίας των 850 °C ή των 1 100 °C κατά περίπτωση σε όλη τη διάρκεια των ανωτέρω φάσεων και για όσο χρόνο υπάρχουν ακόμη στο θάλαμο καύσης άκαυτα απόβλητα.
Κατά τις φάσεις εκκίνησης και διακοπής ή σε περίπτωση πτώσης της θερμοκρασίας των καυσαερίων κάτω από τους 850 °C ή τους 1100 °C κατά περίπτωση, ο εφεδρικός καυστήρας δεν τροφοδοτείται με καύσιμο που μπορεί να προκαλέσει υψηλότερα επίπεδα εκπομπών από εκείνα που συνεπάγεται η καύση πετρελαίου ντίζελ, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/716/ΕΟΚ του Συμβουλίου, [της 24ης Νοεμβρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στην περιεκτικότητα σε θείο ορισμένων υγρών καυσίμων (ΕΕ L 307, σ. 22),] υγραερίου ή φυσικού αερίου.
2. Όλες οι μονάδες συναποτέφρωσης σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, εξοπλίζονται και λειτουργούν κατά τρόπον ώστε η θερμοκρασία των αερίων που εκλύονται κατά τη συναποτέφρωση των αποβλήτων να αυξάνεται, με ελεγχόμενο και ομοιογενή τρόπο και ακόμη και υπό τις δυσμενέστερες συνθήκες, στους 850 °C, για δύο δευτερόλεπτα. Εάν συναποτεφρώνονται επικίνδυνα απόβλητα που περιέχουν πάνω από 1 % αλογονούχων οργανικών ουσιών, εκφρασμένων σε χλώριο, η θερμοκρασία πρέπει να ανέρχεται τουλάχιστον στους 1 100 °C.
3. Οι μονάδες αποτέφρωσης και συναποτέφρωσης διαθέτουν και χρησιμοποιούν αυτόματο σύστημα που εμποδίζει την τροφοδότηση με απόβλητα:
α) κατά τη φάση εκκίνησης, μέχρι να επιτευχθεί η απαιτούμενη θερμοκρασία των 850 °C ή των 1 100 °C κατά περίπτωση ή η θερμοκρασία που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4,
β) οποτεδήποτε δεν διατηρείται η απαιτούμενη θερμοκρασία των 850 °C ή των 1 100 °C κατά περίπτωση ή η θερμοκρασία που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4,
γ) οποτεδήποτε διαπιστώνεται από τις συνεχείς μετρήσεις που επιβάλλει η παρούσα οδηγία, υπέρβαση οποιασδήποτε οριακής τιμής εκπομπών, οφειλόμενης σε ελαττωματική λειτουργία ή βλάβη των συστημάτων καθαρισμού.
[…]
6. Η θερμότητα που παράγεται κατά τη διεργασία αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης ανακτάται στο μέγιστο δυνατό βαθμό.»
12 Το άρθρο 7 της οδηγίας 2000/76, σε συνδυασμό με τα παραρτήματα II και V της οδηγίας αυτής, καθορίζει τις οριακές τιμές εκπομπών για τις μονάδες αποτεφρώσεως και συναποτεφρώσεως, Δυνάμει της παραγράφου 2, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω άρθρου, οι οριακές τιμές εκπομπών που ισχύουν για τις μονάδες αποτεφρώσεως ισχύουν και για τις μονάδες συναποτεφρώσεως στις οποίες άνω του 40 % της προκύπτουσας θερμότητας προέρχεται από επικίνδυνα απόβλητα.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13 Η Gävle Kraftvärme αποτελεί εταιρία του ομίλου Gävle Energi, ο οποίος ανήκει σε μετοχική εταιρία ανήκουσα στον δήμο Gävle. Εκμεταλλεύεται το εργοστάσιο συμπαραγωγής ενέργειας Johannes, το οποίο αποτελεί τη βασική μονάδα παραγωγής του δικτύου αστικής θερμάνσεως του Gävle και παράγει θέρμανση και ηλεκτρισμό.
14 Δεδομένου ότι είχε προβλέψει την επέκταση του εργοστασίου αυτού, η Gävle Kraftvärme υπέβαλε ενώπιον του Östersunds tingsrätt, miljödomstolen (σχηματισμός του Östersunds tingsrätt επιλαμβανόμενος υποθέσεων σχετικών με το περιβάλλον), αίτηση για την παροχή αδείας ασκήσεως δραστηριότητας συνιστάμενης στην παραγωγή συνολικής θερμικής ισχύος μέχρι 170 MW στο εν λόγω εργοστάσιο. Η αίτηση αυτή αφορά ιδίως τα ακόλουθα σημεία:
– την άδεια συνεχίσεως της εκμεταλλεύσεως του υπάρχοντος λέβητα καύσεως στερεών καυσίμων (λέβητα 1), με συνολική θερμική ισχύ μέχρι 85 MW,
– την εγκατάσταση και τη θέση σε λειτουργία ενός νέου λέβητα αποτεφρώσεως αποβλήτων με συνολική θερμική ισχύ μέχρι 50 MW (λέβητα 2), και
– την εγκατάσταση και τη θέση σε λειτουργία ενός νέου λέβητα βιοκαυσίμων με συνολική θερμική ισχύ μέχρι 85 MW (λέβητα 3).
15 Η εν λόγω αίτηση αφορούσε και άλλες τροποποιήσεις που είχαν καταστεί αναγκαίες λόγω της σχεδιαζόμενης αυξήσεως της δραστηριότητας.
16 Κατά την υποβολή της αιτήσεως αυτής, δεν είχαν ακόμη οριστικοποιηθεί οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες της αυξήσεως αυτής. Η Gävle Kraftvärme μπορούσε είτε να προχωρήσει στην κατασκευή του λέβητα 2 και να κατασκευάσει τον λέβητα 3 μόνο σε περίπτωση ανάγκης είτε να μην προχωρήσει στην κατασκευή του λέβητα 2 και να κατασκευάσει αντ’ αυτού τον λέβητα 3. Εν πάση περιπτώσει, η συνδυασμένη ισχύς δεν έπρεπε να υπερβαίνει τα 85 MW.
17 Με την αίτησή της για την παροχή αδείας, η Gävle Kraftvärme ισχυρίστηκε ότι τόσον ο λέβητας 1 όσον και ο λέβητας 2 μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως «μονάδες συναποτεφρώσεως». Η νομαρχία, η οποία δήλωσε ότι διάκειται ευνοϊκά ως προς την αίτηση αυτή, έκρινε ωστόσο ότι η εν λόγω δραστηριότητα αντιστοιχούσε μάλλον σε μονάδα αποτεφρώσεως αποβλήτων. Το tingsrätt δέχθηκε τον χαρακτηρισμό που πρότεινε η Gävle Kraftvärme, θεωρώντας ότι ο κύριος στόχος της μονάδας ήταν η παραγωγή ενέργειας.
18 Η νομαρχία προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Svea Hovrätt, Miljööverdomstolen, ισχυριζόμενη ότι ο λέβητας 1 έπρεπε να χαρακτηρισθεί ως «μονάδα συναποτεφρώσεως», ενώ ο λέβητας 2 έπρεπε να χαρακτηρισθεί ως «μονάδα αποτεφρώσεως», χαρακτηρισμούς τους οποίους υιοθέτησε το εν λόγω δικαστήριο.
19 Η Gävle Kraftvärme υπέβαλε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Högsta domstolen, υποστηρίζοντας ότι κακώς το Svea Hovrätt χαρακτήρισε αυτοτελώς τους λέβητες.
20 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο χαρακτηρισμός μιας μονάδας ενέχει σπουδαιότητα, κατά το μέτρο που οι σχετικές με τη λειτουργία της απαιτήσεις είναι διαφορετικές αναλόγως του είδους της οικείας μονάδας. Ως εκ τούτου, κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης εξαρτάται από την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Κατά την ερμηνεία της οδηγίας 2000/76 […], οσάκις ένα εργοστάσιο συμπαραγωγής ενέργειας αποτελείται από πλείονες εγκαταστάσεις (λέβητες), πρέπει κάθε εγκατάσταση να θεωρείται μονάδα ή πρέπει η αξιολόγηση να καλύπτει το εργοστάσιο συμπαραγωγής ενέργειας ως όλο;
2) Πρέπει εγκατάσταση κατασκευασθείσα για την αποτέφρωση αποβλήτων, αλλά με κύριο σκοπό την παραγωγή ενέργειας, να χαρακτηρίζεται, κατά την ερμηνεία της οδηγίας [2000/76], ως μονάδα αποτεφρώσεως ή ως μονάδα συναποτεφρώσεως;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
21 Η έννοια των όρων «μονάδα αποτεφρώσεως» και «μονάδα συναποτεφρώσεως» ορίζεται στο άρθρο 3, σημεία 4 και 5, της οδηγίας 2000/76.
22 Στο πλαίσιο του εν λόγω άρθρου 3, σημείο 4, ως μονάδα ορίζεται «κάθε […] τεχνική μονάδα με τον εξοπλισμό της».
23 Η έννοια του όρου «μονάδα» δεν διευκρινίζεται στο πλαίσιο του καθορισμού του περιεχομένου του όρου «μονάδα συναποτεφρώσεως» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, σημείο 5, της οδηγίας 2000/76, αλλά είναι πρόδηλον ότι η διάταξη αυτή παραπέμπει σιωπηρώς στο προηγούμενο σημείο του ίδιου άρθρου. Πράγματι, από τη διατύπωση του εν λόγω σημείου 5 προκύπτει ότι ο καθορισμός του περιεχομένου του όρου «μονάδα συναποτεφρώσεως» βασίζεται στο περιεχόμενο του όρου «μονάδα αποτεφρώσεως» που περιέχεται στο εν λόγω άρθρο 3, σημείο 4, και ότι οι διατάξεις αυτές δεν διαφέρουν όσον αφορά το σύνολο των τεχνικών στοιχείων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον χαρακτηρισμό μιας εγκαταστάσεως αποτεφρώσεως.
24 Τα τεχνικά στοιχεία από τα οποία αποτελείται μια μονάδα αποτεφρώσεως και μια μονάδα συναποτεφρώσεως απαριθμούνται στο άρθρο 3, σημεία 4, δεύτερο εδάφιο, και 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/76. Μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβάνεται «ο λέβητας». Όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας με το σημείο 20 των προτάσεών της, αντιθέτως προς τα λοιπά απαριθμούμενα στοιχεία που αναγράφονται στον πληθυντικό, ο όρος «ο λέβητας» (και επίσης ο όρος «η καπνοδόχος»), αναγράφεται στον ενικό.
25 Συνεπώς, το γράμμα του άρθρου 3, σημεία 4 και 5, της οδηγίας 2000/76 συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας κατά την οποία κάθε κατ’ ιδίαν λέβητας αποτελεί, μαζί με τον παρακολουθηματικό εξοπλισμό του, αυτοτελή μονάδα, υπό την έννοια της οδηγίας αυτής.
26 Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από την οικονομία και τον σκοπό της οδηγίας 2000/76.
27 Όσον αφορά, αφενός, την οικονομία της, δεν αμφισβητείται ότι οι μονάδες αποτεφρώσεως και οι μονάδες συναποτεφρώσεως υπόκεινται σε διαφορετικούς κανόνες όσον αφορά τις προϋποθέσεις λειτουργίας καθώς και τις οριακές τιμές εκπομπών που ισχύουν ως προς αυτές. Εν γένει, οι εγκαταστάσεις συναποτεφρώσεως υπόκεινται σε λιγότερο επαχθείς κανόνες.
28 Όσον αφορά, ειδικότερα, τις προϋποθέσεις λειτουργίας, οι ισχύουσες για τις μονάδες αποτεφρώσεως περιλαμβάνουν υποχρεώσεις σχετικές με την περιεκτικότητα της τέφρας πυθμένα και των σκωριών σε ολικό οργανικό άνθρακα καθώς και με τις απώλειές τους κατά την έναυση οι οποίες δεν προβλέπονται για τις μονάδες συναποτεφρώσεως. Επιπλέον, μολονότι, για τους δύο αυτούς τύπους μονάδων, οι εν λόγω προϋποθέσεις περιλαμβάνουν ορισμένες υποχρεώσεις σχετικές με τη θερμοκρασία των καυσαερίων κατά την τροφοδότηση με απόβλητα, μόνον οι μονάδες αποτεφρώσεως πρέπει να είναι εφοδιασμένες με έναν τουλάχιστον εφεδρικό καυστήρα.
29 Όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας με το σημείο 21 των προτάσεών της, ορισμένες διατάξεις που αφορούν τις μονάδες αποτεφρώσεως δεν μπορούν παρά να εφαρμόζονται ανάλογα με τον εκάστοτε λέβητα. Επομένως, συνάγεται ότι η ερμηνεία κατά την οποία, στα εργοστάσια συμπαραγωγής ενέργειας, κάθε λέβητας πρέπει να θεωρείται αυτοτελής μονάδα είναι σύμφωνη με την οικονομία της οδηγίας 2000/76.
30 Επιπλέον, το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από τους κανόνες που αφορούν τη λήψη αδείας λειτουργίας μιας μονάδας αποτεφρώσεως ή μιας μονάδας συναποτεφρώσεως. Συγκεκριμένα το άρθρο 3, σημείο 12, της οδηγίας 2000/76 προβλέπει ρητώς την περίπτωση κατά την οποία χορηγείται άδεια για πλείονες αυτοτελείς μονάδες που βρίσκονται στον ίδιο χώρο, τον οποίο εκμεταλλεύεται ο ίδιος φορέας.
31 Όσον αφορά, αφετέρου, τον σκοπό της οδηγίας 2000/76, από το άρθρο της 1 προκύπτει ότι αυτή σκοπεί στην πρόληψη ή στον περιορισμό, κατά το μέτρο του εφικτού, των αρνητικών επιδράσεων της αποτεφρώσεως και της συναποτεφρώσεως αποβλήτων στο περιβάλλον, με την επιβολή αυστηρών προϋποθέσεων λειτουργίας και τεχνικών απαιτήσεων και με τη θέσπιση οριακών τιμών εκπομπών.
32 Όπως επισήμαναν η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με τις παρατηρήσεις τους, ερμηνεία της οδηγίας 2000/76 υπό την έννοια ότι, αποκλείει τον αυτοτελή χαρακτηρισμό εκάστου λέβητα μπορεί να εμποδίσει την επίτευξη του σκοπού αυτού. Έτσι, σε περίπτωση που ένα εργοστάσιο συμπαραγωγής ενέργειας το οποίο περιλαμβάνει εγκαταστάσεις αποτεφρώσεως και συναποτεφρώσεως χαρακτηρισθεί, στο σύνολό του, «μονάδα συναποτεφρώσεως», θα είναι δυνατό το εργοστάσιο αυτό να εκφύγει των επαχθέστερων υποχρεώσεων που ισχύουν για τις μονάδες αποτεφρώσεως.
33 Κατόπιν των ανωτέρω, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, για την εφαρμογή της οδηγίας 2000/76, οσάκις ένα εργοστάσιο συμπαραγωγής ενέργειας περιλαμβάνει πλείονες λέβητες, έκαστος λέβητας καθώς και ο σχετικός εξοπλισμός πρέπει να θεωρούνται ότι αποτελούν αυτοτελή μονάδα.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
34 Δυνάμει του άρθρου 3, σημείο 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/76, η μονάδα που προορίζεται ειδικώς για τη θερμική επεξεργασία αποβλήτων συνιστά μονάδα αποτεφρώσεως.
35 Κατά το σημείο 5, πρώτο εδάφιο, του ίδιου άρθρου, η μονάδα που έχει ως κύριο σκοπό την παραγωγή ενέργειας ή υλικών προϊόντων και στην οποία είτε χρησιμοποιούνται απόβλητα ως σύνηθες ή συμπληρωματικό καύσιμο είτε τα απόβλητα υφίστανται θερμική επεξεργασία για τη διάθεσή τους πρέπει να θεωρείται ως μονάδα συναποτεφρώσεως.
36 Το δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου 3, σημείο 5, διευκρινίζει ότι, εάν η συναποτέφρωση πραγματοποιείται κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο κύριος σκοπός της εγκαταστάσεως να μην είναι η παραγωγή ενέργειας ή η παραγωγή υλικών προϊόντων αλλά η θερμική επεξεργασία των αποβλήτων, η εγκατάσταση θεωρείται «μονάδα αποτεφρώσεως», υπό την έννοια του σημείου 4 του ίδιου άρθρου.
37 Από το γράμμα των διατάξεων αυτών προκύπτει σαφώς ότι η μονάδα συναποτεφρώσεως αποτελεί ειδική μορφή μονάδας αποτεφρώσεως και ότι πρέπει να εκτιμάται αν αποτελεί μονάδα αποτεφρώσεως ή συναποτεφρώσεως με γνώμονα τον κύριο σκοπό της μονάδας.
38 Διευκρινίζεται ότι η εκτίμηση του κύριου σκοπού μιας μονάδας γίνεται βάσει των πραγματικών στοιχείων που υπάρχουν κατά τον χρόνο της εκτιμήσεως αυτής, δηλαδή βάσει της δυναμικότητας και της λειτουργίας της μονάδας αυτής, ή, αν η οικεία μονάδα δεν έχει ακόμη κατασκευασθεί, βάσει του σχεδίου για το οποίο ζητήθηκε η χορήγηση αδείας εκμεταλλεύσεως.
39 Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Σουηδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η μέθοδος χαρακτηρισμού μιας μονάδας που στηρίζεται αποκλειστικά στον κύριο σκοπό της μονάδας αυτής, δημιουργεί τον κίνδυνο καταστρατηγήσεως του σκοπού της οδηγίας 2000/76. Συγκεκριμένα, πλείονες εγκαταστάσεις αποτεφρώσεως που σχεδιάστηκαν και κατασκευάστηκαν αρχικώς για την αποτέφρωση αποβλήτων θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν πλέον ως μονάδες συναποτεφρώσεως, εφόσον η θερμότητα που ανακτάται χρησιμοποιείται για την παραγωγή ενέργειας. Έτσι, οι μονάδες αυτές δεν θα εμπίπτουν στις αυστηρότερες προϋποθέσεις που ισχύουν για τις μονάδες αποτεφρώσεως. Κατά την κυβέρνηση αυτή, προκειμένου να γίνει διάκριση μεταξύ των δύο ειδών εγκαταστάσεων, πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως βάση ο σκοπός για τον οποίο κατασκευάσθηκε η εν λόγω εγκατάσταση.
40 Ωστόσο, η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πρώτον, αντιφάσκει προς το σαφές γράμμα της οδηγίας 2000/76. Όπως επισήμανε η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου, από τη ρητή διατύπωση του άρθρου 3, σημείο 5, της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι οι εγκαταστάσεις συναποτεφρώσεως διακρίνονται από τις εγκαταστάσεις αποτεφρώσεως με κριτήριο τον κύριο σκοπό τους. Αντιθέτως, η διάταξη αυτή δεν θέτει κανένα κριτήριο όσον αφορά τον σκοπό για τον οποίο κατασκευάστηκε η εγκατάσταση αυτή.
41 Δεύτερον, όπως προκύπτει από την εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας καθώς και από το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, των οδηγιών 75/442 και 2006/12, η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση περί αποβλήτων σκοπεί στην κατά το μέτρο του δυνατού αξιοποίηση των αποβλήτων και ιδίως στη χρήση τους ως πηγής ενεργείας. Μια υπερβολικά περιοριστική ερμηνεία της εννοίας του όρου «μονάδα αποτεφρώσεως» θα μπορούσε να εμποδίσει την επίτευξη του σκοπού αυτού. Συγκεκριμένα, η εφαρμογή επαχθέστερων κανόνων για τις εγκαταστάσεις των οποίων ο κύριος σκοπός είναι πράγματι η παραγωγή ενέργειας ή υλικών προϊόντων θα μπορούσε να αποτρέψει τους επιχειρηματίες που εκμεταλλεύονται τέτοιες εγκαταστάσεις από την έναρξη ή τη συνέχιση μιας τέτοιας δραστηριότητας.
42 Τρίτον, σημειωτέον ότι το γεγονός ότι μια μονάδα παράγει ενέργεια δια της αποτεφρώσεως αποβλήτων σε περιορισμένες ποσότητες δεν αρκεί από μόνο του για να θεωρηθεί η μονάδα αυτή ως εγκατάσταση με κύριο σκοπό την παραγωγή ενέργειας ή υλικών προϊόντων. Συγκεκριμένα, η εν λόγω εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη καθώς και τα άρθρα 4, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, και 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 2000/76 προβλέπουν ρητώς, οσάκις τούτο είναι εφικτό, την αξιοποίηση της θερμότητας που παράγεται όχι μόνο στο πλαίσιο της διαδικασίας συναποτεφρώσεως, αλλά και στο πλαίσιο της διαδικασίας αποτεφρώσεως.
43 Τέλος, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία 2000/76 επιβάλλει αυστηρές προϋποθέσεις και για τα δύο είδη μονάδων και προβλέπει ειδικά εχέγγυα για τις μονάδες συναποτεφρώσεως. Επί παραδείγματι, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας αυτής οι οριακές τιμές εκπομπών που έχουν καθορισθεί για τις μονάδες αποτεφρώσεως ισχύουν και για τις μονάδες συναποτεφρώσεως εφόσον άνω του 40 % της προκύπτουσας θερμότητας προέρχεται από επικίνδυνα απόβλητα. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής, αν, λόγω της δυναμικότητάς τους, οι μονάδες τις οποίες αφορά η οδηγία αυτή εμπίπτουν και στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/61, πρέπει επίσης να είναι σύμφωνες προς την τελευταία αυτή οδηγία, ιδίως όσον αφορά τις οριακές τιμές εκπομπών.
44 Όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας με τα σημεία 43 έως 47 των προτάσεών της, ο κύριος σκοπός μιας εγκαταστάσεως αποτεφρώσεως πρέπει να προκύπτει αντικειμενικά από πλείονα πραγματικά στοιχεία.
45 Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, στις εθνικές αρχές εναπόκειται να εξετάσουν τις συγκεκριμένες περιστάσεις που αφορούν εκάστη μονάδα. Ειδικότερα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ποσότητα της ενέργειας ή των υλικών προϊόντων που παράγονται σε σχέση με την ποσότητα των αποβλήτων που αποτεφρώνονται στην εν λόγω εγκατάσταση, καθώς και η σταθερότητα ή η συνέχεια της παραγωγής αυτής.
46 Κατόπιν των ανωτέρω, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια εγκατάσταση πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «μονάδα αποτεφρώσεως» ή «μονάδα συναποτεφρώσεως», υπό την έννοια του άρθρου 3, σημεία 4 και 5, της οδηγίας 2000/76, αναλόγως του κύριου σκοπού της. Στις αρμόδιες αρχές εναπόκειται να εντοπίζουν τον σκοπό αυτό βάσει της εκτιμήσεως των πραγματικών στοιχείων που υφίστανται κατά τον χρόνο της εν λόγω εκτιμήσεως. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η ποσότητα της ενέργειας ή των υλικών προϊόντων που παράγονται στην οικεία μονάδα σε σχέση με την ποσότητα των αποβλήτων που αποτεφρώνονται στην εν λόγω μονάδα, καθώς και η σταθερότητα ή η συνέχεια της παραγωγής αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
47 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Για την εφαρμογή της οδηγίας 2000/76/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2000, για την αποτέφρωση των αποβλήτων, οσάκις ένα εργοστάσιο συμπαραγωγής ενέργειας περιλαμβάνει πλείονες λέβητες, έκαστος λέβητας καθώς και ο σχετικός εξοπλισμός πρέπει να θεωρούνται ότι αποτελούν αυτοτελή μονάδα.
2) Μια εγκατάσταση πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «μονάδα αποτεφρώσεως» ή «μονάδα συναποτεφρώσεως», υπό την έννοια του άρθρου 3, σημεία 4 και 5, της οδηγίας 2000/76, αναλόγως του κύριου σκοπού της. Στις αρμόδιες αρχές εναπόκειται να εντοπίζουν τον σκοπό αυτό βάσει της εκτιμήσεως των πραγματικών στοιχείων που υφίστανται κατά τον χρόνο της εν λόγω εκτιμήσεως. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η ποσότητα της ενέργειας ή των υλικών προϊόντων που παράγονται στην οικεία μονάδα σε σχέση με την ποσότητα των αποβλήτων που αποτεφρώνονται στην εν λόγω μονάδα, καθώς και η σταθερότητα ή η συνέχεια της παραγωγής αυτής.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η σουηδική.
Full & Egal Universal Law Academy