Υπόθεση C‑265/07
Caffaro Srl
κατά
Azienda Unità Sanitaria Locale RM/C
(αίτηση του Tribunale civile di Roma για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Εμπορικές συναλλαγές – Οδηγία 2000/35/ΕΚ – Καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών – Διαδικασίες εισπράξεως για μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις»
Περίληψη της αποφάσεως
Προσέγγιση των νομοθεσιών – Καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές – Οδηγία 2000/35 – Διαδικασίες εισπράξεως μη αμφισβητούμενων απαιτήσεων
(Οδηγία 2000/35του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 5)
Η οδηγία 2000/35 για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει εθνική διάταξη δυνάμει της οποίας ο δανειστής που διαθέτει εκτελεστό τίτλο σχετικό με μη αμφισβητούμενη απαίτηση κατά διοικητικής αρχής αφορώσα αμοιβή για εμπορική συναλλαγή δεν μπορεί να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση κατά της αρχής αυτής πριν την πάροδο προθεσμίας 120 ημερών από την επίδοση του εκτελεστού τίτλου στην εν λόγω αρχή.
Ειδικότερα, όσον αφορά τις διαδικασίες εισπράξεως για μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις, η οδηγία 2000/35 εναρμονίζει μόνον την προθεσμία κτήσεως του εν λόγω εκτελεστού τίτλου, χωρίς να ρυθμίζει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτελέσεως που εξακολουθούν να υπάγονται στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών.
(βλ. σκέψεις 18, 24 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 11ης Σεπτεμβρίου 2008 (*)
«Εμπορικές συναλλαγές – Οδηγία 2000/35/ΕΚ – Καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών – Διαδικασίες εισπράξεως για μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις»
Στην υπόθεση C‑265/07,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Tribunale civile di Roma (Ιταλία) με απόφαση της 21ης Μαΐου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Ιουνίου 2007, στο πλαίσιο της δίκης
Caffaro Srl
κατά
Azienda Unità Sanitaria Locale RM/C,
παρισταμένης της
Banca di Roma SpA,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, A. Tizzano, A. Borg Barthet, M. Ilešič και E. Levits (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 13ης Μαρτίου 2008,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Caffaro Srl, εκπροσωπούμενη από τους G. Barcellona και R. Crincoli, avvocati,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τον S. Fiorentino, avvocato dello Stato,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους C. Zadra και S. Schønberg,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 24ης Απριλίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2000/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές (ΕΕ L 200, σ. 35).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Caffaro Srl (στο εξής: Caffaro), δανείστριας, και της Azienda Unità Sanitaria Locale RM/C (στο εξής: Azienda), ιταλικής διοικητικής αρχής η οποία είναι η οφειλέτις, σχετικά με αναγκαστική εκτέλεση διά κατασχέσεως των απαιτήσεων της Azienda κατά της Banca di Roma SpA (στο εξής: Banca di Roma), τρίτης εις χείρας της οποίας έγινε η κατάσχεση.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Η δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/35 έχει ως εξής:
«Η παρούσα οδηγία απλώς ορίζει τον όρο “εκτελεστός τίτλος” αλλά δεν ρυθμίζει τις διάφορες διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης ενός τέτοιου τίτλου ούτε τους όρους σύμφωνα με τους οποίους μπορεί να διακοπεί ή να ανασταλεί η αναγκαστική εκτέλεση ενός τέτοιου τίτλου.»
4 Το άρθρο 2 της οδηγίας 2000/35 ορίζει τα ακόλουθα:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
[…]
5) “εκτελεστός τίτλος”: κάθε απόφαση ή διαταγή πληρωμής που εκδίδεται από δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή, είτε προς άμεση καταβολή είτε κατά δόσεις, η οποία παρέχει τη δυνατότητα στον δανειστή να απαιτήσει την είσπραξη του χρέους με αναγκαστική εκτέλεση έναντι του οφειλέτη· στον ορισμό συμπεριλαμβάνονται οι αποφάσεις ή εντολές πληρωμής που είναι προσωρινά εκτελεστές και παραμένουν εκτελεστές ακόμα και σε περίπτωση που ο οφειλέτης ασκήσει ένδικο μέσο κατ’ αυτών.»
5 Η εικοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη της ίδιας αυτής οδηγίας έχει ως εξής:
«Το άρθρο 5 της παρούσας οδηγίας προβλέπει ότι η διαδικασία είσπραξης μη αμφισβητουμένων οφειλών πρέπει να ολοκληρώνεται εντός βραχείας προθεσμίας σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία αλλά δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ειδική διαδικασία ή να τροποποιήσουν τις ισχύουσες νομικές τους διαδικασίες κατά συγκεκριμένο τρόπο.»
6 Το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ένας εκτελεστός τίτλος μπορεί να εκδίδεται, ασχέτως του ύψους της οφειλής, κανονικά εντός 90 ημερολογιακών ημερών από την κατάθεση της αγωγής ή αίτησης του δανειστή στο δικαστήριο ή σε άλλη αρμόδια αρχή, εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της οφειλής ή πτυχών της διαδικασίας. Το καθήκον αυτό επιτελείται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αντίστοιχες εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις.
2. Οι αντίστοιχες εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις εφαρμόζουν τους ίδιους όρους σε όλους τους δανειστές που είναι εγκατεστημένοι στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.
[…]
4. Το παρόν άρθρο δεν θίγει τις διατάξεις της σύμβασης των Βρυξελλών για τη δικαιοδοσία και εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.»
Η εθνική νομοθεσία
7 Το άρθρο 14 του νομοθετικού διατάγματος 669, της 31ης Δεκεμβρίου 1996, που μετατράπηκε σε νόμο, κατόπιν τροποποιήσεως, με τον νόμο 30, της 28ης Φεβρουαρίου 1997, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 147 του νόμου 388, της 23ης Δεκεμβρίου 2000 (τακτικό συμπλήρωμα της GURI 302 της 29ης Δεκεμβρίου 2000, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 669/1996), ορίζει τα εξής:
«Οι κρατικοί διοικητικοί φορείς και οι δημόσιοι οργανισμοί χωρίς οικονομικό χαρακτήρα περατώνουν τη διαδικασία εκτελέσεως των εκτελεστών δικαστικών και διαιτητικών αποφάσεων που υποχρεώνουν σε καταβολή χρηματικού ποσού εντός 120 ημερών από την επίδοση του εκτελεστού τίτλου. Πριν από την πάροδο της προθεσμίας αυτής ο δανειστής δεν μπορεί να προβεί στην αναγκαστική εκτέλεση ούτε να επιδώσει τη διαταγή πληρωμής.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
8 Η Caffaro, διαθέτοντας εκτελεστό τίτλο εκδοθέντα σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία που μεταφέρει την οδηγία 2000/35 στο εθνικό δίκαιο, κίνησε διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως κατά της Azienda.
9 Η αναγκαστική εκτέλεση έλαβε τη μορφή κατασχέσεως των απαιτήσεων που είχε η Azienda κατά της Banca di Roma, βάσει κλήσεως προς εμφάνιση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου που επιδόθηκε στην Azienda και στην Banca di Roma.
10 Κατά τη συνεδρίαση της 13ης Ιουνίου 2006, η Banca di Roma εμφανίστηκε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, στο οποίο προσκόμισε καταφατική δήλωση περί υπάρξεως στους λογαριασμούς της χρηματικών ποσών τα οποία ανήκαν στην Azienda και δήλωσε ότι είχε εκτελέσει το μέτρο κατασχέσεως.
11 Κατά την ίδια αυτή συνεδρίαση, το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι η αναγκαστική εκτέλεση κινήθηκε χωρίς να έχει παρέλθει η κατά το άρθρο 14 του νομοθετικού διατάγματος 669/1996 προθεσμία των 120 ημερών από την επίδοση του εκτελεστού τίτλου.
12 Η Caffaro, θεωρώντας ότι το άρθρο 14 του νομοθετικού διατάγματος 669/1996 δεν είναι σύμφωνο με την οδηγία 2000/35, ζήτησε να μην εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, ή, επικουρικώς, να εκδοθεί απόφαση περί παραπομπής προς ερμηνεία ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς το αν η εν λόγω εθνική διάταξη συμβιβάζεται με την ως άνω οδηγία.
13 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale civile di Roma αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο μπορεί να συνοψισθεί ως εξής:
«Έχει η οδηγία 2000/35 την έννοια ότι αντιτίθεται στο άρθρο 14 του νομοθετικού διατάγματος 669/1996, δυνάμει του οποίου ο δανειστής που διαθέτει εκτελεστό τίτλο σχετικό με μη αμφισβητούμενη απαίτηση κατά διοικητικής αρχής αφορώσα αμοιβή για εμπορική συναλλαγή δεν μπορεί να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση κατά της αρχής αυτής πριν την πάροδο προθεσμίας 120 ημερών από την επίδοση του εκτελεστού τίτλου στην εν λόγω αρχή;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
14 Επισημαίνεται, προκαταρκτικώς, ότι η ερμηνεία της οδηγίας 2000/35 πρέπει να γίνει λαμβανομένου υπόψη του σκοπού που επιδιώκει και του συστήματος που θεσπίζει (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 23ης Μαρτίου 2006, C‑465/04, Honyvem Informazioni Commerciali, Συλλογή 2006, σ. I‑2879, σκέψη 17).
15 Συναφώς, δεν αμφισβητείται ότι η οδηγία 2000/35 αποσκοπεί μόνο στο να εναρμονίσει, στο μέτρο του δυνατού, ορισμένους κανόνες και πρακτικές πληρωμής στα κράτη μέλη για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές.
16 Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η εν λόγω οδηγία ρυθμίζει μόνον κάποιους συγκεκριμένους κανόνες σχετικούς με τέτοιες καθυστερήσεις, ήτοι τους τόκους υπερημερίας (άρθρο 3), την παρακράτηση της κυριότητας (άρθρο 4) και τις διαδικασίες εισπράξεως για μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις (άρθρο 5) (βλ. αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου 2006, C‑302/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2006, σ. I‑10597, σκέψη 23, και της 3ης Απριλίου 2008, C‑306/06, 01051 Telecom, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 21).
17 Επιπλέον, η ίδια αυτή οδηγία παραπέμπει σε πολλά σημεία στην εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας. Τούτο συμβαίνει μεταξύ άλλων, όπως προκύπτει από τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της, ως προς τις διάφορες διαδικασίες αναγκαστικής εκτελέσεως εκτελεστού τίτλου και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η αναγκαστική εκτέλεση του τίτλου αυτού μπορεί να σταματήσει ή να ανασταλεί (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 24).
18 Ειδικότερα, στο πλαίσιο του συστήματος που θεσπίζει η οδηγία 2000/35, το άρθρο 5 αυτής επιτάσσει απλώς ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο εκτελεστός τίτλος, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 5, της ως άνω οδηγίας, μπορεί να εκδίδεται κανονικά εντός 90 ημερολογιακών ημερών από την κατάθεση της αγωγής ή αιτήσεως του δανειστή στο δικαστήριο ή σε άλλη αρμόδια αρχή, εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της οφειλής ή πτυχών της διαδικασίας. Συνεπώς, όσον αφορά τις διαδικασίες εισπράξεως για μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις, η εν λόγω οδηγία εναρμονίζει μόνον την προθεσμία κτήσεως του εν λόγω εκτελεστού τίτλου, χωρίς να ρυθμίζει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτελέσεως που εξακολουθούν να υπάγονται στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών.
19 Διαπιστώνεται ότι εθνική διάταξη όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη ουδόλως επηρεάζει την προθεσμία εντός της οποίας μπορεί να αποκτηθεί ο εκτελεστός τίτλος. Απεναντίας, μια τέτοια διάταξη προϋποθέτει ακριβώς ότι ο δανειστής διαθέτει ήδη τέτοιον τίτλο.
20 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από την επιχειρηματολογία της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 14 του νομοθετικού διατάγματος 669/1996, καθόσον προβλέπει την αναστολή της αναγκαστικής εκτελέσεως κατά τη διάρκεια περιόδου 120 ημερών, αφορά στάδιο της διαδικασίας εισπράξεως της απαιτήσεως προγενέστερο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως, οπότε εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/35.
21 Ειδικότερα, έστω και αν υποτεθεί, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι το εν λόγω άρθρο 14 έχει ως αποτέλεσμα να αναβάλλει την έναρξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως, τούτο ουδόλως επηρεάζει την προθεσμία κτήσεως του εκτελεστού τίτλου. Όπως προκύπτει δε από τη σκέψη 18 της παρούσας αποφάσεως, η ως άνω προθεσμία συνιστά τη μόνη πτυχή της διαδικασίας εισπράξεως των μη αμφισβητούμενων απαιτήσεων που εναρμονίζεται από το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας.
22 Επιπλέον, έστω και αν από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο εκτελεστός τίτλος ενδέχεται, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14 του νομοθετικού διατάγματος 669/1996, να στερείται προσωρινώς εκτελεστότητας, δεν προκύπτει ωστόσο ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η αποτελεσματική προστασία του δανειστή τίθεται υπό αμφισβήτηση κατά παράβαση της οδηγίας 2000/35.
23 Ειδικότερα, όχι μόνον μπορούν να προχωρούν οι αναγκαίες για την πραγματοποίηση της πληρωμής διαδικασίες, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 38 των προτάσεών της, αλλά και, όπως βεβαίωσε η Ιταλική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ουδόλως αναστέλλονται τα διαβήματα της Azienda που είναι αναγκαία για την καταβολή της οφειλής της. Aντιθέτως, η ως άνω διοικητική αρχή υποχρεούται, δυνάμει του εν λόγω άρθρου 14, να καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να περατωθεί η διαδικασία πληρωμής εντός της προθεσμίας των 120 ημερών.
24 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα η απάντηση ότι η οδηγία 2000/35 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει εθνική διάταξη, όπως το άρθρο 14 του νομοθετικού διατάγματος 669/1996, δυνάμει της οποίας ο δανειστής που διαθέτει εκτελεστό τίτλο σχετικό με μη αμφισβητούμενη απαίτηση κατά διοικητικής αρχής αφορώσα αμοιβή για εμπορική συναλλαγή δεν μπορεί να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση κατά της αρχής αυτής πριν την πάροδο προθεσμίας 120 ημερών από την επίδοση του εκτελεστού τίτλου στην εν λόγω αρχή.
Επί των δικαστικών εξόδων
25 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Η οδηγία 2000/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει εθνική διάταξη, όπως το άρθρο 14 του νομοθετικού διατάγματος 669, της 31ης Δεκεμβρίου 1996, που μετατράπηκε σε νόμο, κατόπιν τροποποιήσεως, με τον νόμο 30, της 28ης Φεβρουαρίου 1997, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 147 του νόμου 388, της 23ης Δεκεμβρίου 2000, δυνάμει της οποίας ο δανειστής που διαθέτει εκτελεστό τίτλο σχετικό με μη αμφισβητούμενη απαίτηση κατά διοικητικής αρχής αφορώσα αμοιβή για εμπορική συναλλαγή δεν μπορεί να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση κατά της αρχής αυτής πριν την πάροδο προθεσμίας 120 ημερών από την επίδοση του εκτελεστού τίτλου στην εν λόγω αρχή.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy