Υπόθεση C-310/07
Svenska staten
κατά
Anders Holmqvist
(αίτηση του Lunds tingsrätt για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Προσέγγιση των νομοθεσιών – Προστασία των μισθωτών εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη – Οδηγία 80/987/ΕΟΚ – Άρθρο 8α – Δραστηριότητες σε πλείονα του ενός κράτη μέλη»
Περίληψη της αποφάσεως
Κοινωνική πολιτική – Προσέγγιση των νομοθεσιών – Προστασία των μισθωτών εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη – Οδηγία 80/987
(Οδηγία 80/987 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 8α)
Το άρθρο 8α της οδηγίας 80/987, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2002/74, έχει την έννοια ότι, προκειμένου να θεωρηθεί ότι μια επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ασκεί δραστηριότητες στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, δεν είναι αναγκαίο να διαθέτει υποκατάστημα ή μόνιμη εγκατάσταση στο άλλο αυτό κράτος. Πρέπει, όμως, η επιχείρηση αυτή να διαθέτει στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος μόνιμη οικονομική παρουσία, χαρακτηριζόμενη από την ύπαρξη ανθρώπινων πόρων που της επιτρέπουν να φέρει εις πέρας δραστηριότητες εντός αυτού. Στην περίπτωση επιχειρήσεως μεταφορών εγκατεστημένης σε κράτος μέλος, το γεγονός και μόνον ότι ένας εργαζόμενος που έχει προσληφθεί από την εν λόγω επιχείρηση σε αυτό το κράτος μέλος πραγματοποιεί παραδόσεις εμπορευμάτων μεταξύ αυτού και ενός άλλου κράτους μέλους δεν αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η επιχείρηση διαθέτει μόνιμη οικονομική παρουσία σε άλλο κράτος μέλος.
(βλ. σκέψη 36 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 16ης Οκτωβρίου 2008 (*)
«Προσέγγιση των νομοθεσιών – Προστασία των μισθωτών εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη – Οδηγία 80/987/ΕΟΚ – Άρθρο 8α – Δραστηριότητες σε πλείονα του ενός κράτη μέλη»
Στην υπόθεση C‑310/07,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Lunds tingsrätt (Σουηδία) με απόφαση της 28ης Ιουνίου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Ιουλίου 2007, στο πλαίσιο της δίκης
Svenska staten, εκπροσωπούμενο από την Tillsynsmyndigheten i konkurser,
κατά
Anders Holmqvist,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta, E. Juhász (εισηγητή), Γ. Αρέστη και J. Malenovský, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Απριλίου 2008,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Tillsynsmyndigheten i konkurser, εκπροσωπούμενη από τον B. Andersson,
– ο Α. Holmqvist, εκπροσωπούμενος από την A. Alfredson, juriste,
– η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Falk,
– η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον K. Γεωργιάδη και τις E.-Μ. Μαμούνα και Σ. Αλεξανδρίδου,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τον F. Arena, avvocato dello Stato,
– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη C. Wissels και τον Y. de Vries,
– η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τη C. Gibbs, επικουρούμενη από την D. Rhee, barrister,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. Enegren,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Ιουνίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 8α της οδηγίας 80/987/EOK του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2002/74/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 (ΕΕ L 270, σ. 10, στο εξής: οδηγία 80/987).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς μεταξύ του Svenska staten, εκπροσωπούμενου από την Tillsynsmyndigheten i konkurser (Αρχή ελέγχου των πτωχεύσεων, στο εξής: Αρχή) και του Α. Holmqvist, σχετικά με την παροχή στον δεύτερο της προβλεπόμενης από τη σουηδική νομοθεσία εγγυήσεως καταβολής των μισθών, μετά την πτώχευση του εργοδότη του.
Το νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
3 Σύμφωνα με την έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/74:
«Για να κατοχυρωθεί νομικώς η θέση των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας επιχειρήσεων που ασκούν τις δραστηριότητές τους σε πλείονα κράτη μέλη και για να εδραιωθούν τα δικαιώματα των εργαζομένων κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, είναι αναγκαίο να εισαχθούν διατάξεις που θα καθορίζουν ρητά τον οργανισμό που θα είναι αρμόδιος για την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών στις περιπτώσεις αυτές και που θα θέτουν ως στόχο της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων διοικητικών υπηρεσιών των κρατών μελών την ταχύτερη δυνατή πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των εργαζομένων. Είναι επίσης αναγκαίο να εξασφαλισθεί η ορθή εφαρμογή των οικείων διατάξεων, προβλέποντας τη συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων διοικητικών υπηρεσιών των κρατών μελών.»
4 Το άρθρο 8α της οδηγίας 80/987 προβλέπει τα εξής:
«1. Όταν μια επιχείρηση με δραστηριότητες στο έδαφος τουλάχιστον δύο κρατών μελών βρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, ο οργανισμός που είναι αρμόδιος για την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των εργαζομένων είναι εκείνος του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου ασκούν ή ασκούσαν συνήθως την εργασία τους.
2. Η έκταση των δικαιωμάτων των μισθωτών προσδιορίζεται από το δίκαιο που διέπει τον αρμόδιο οργανισμό εγγύησης.
3. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι, στις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 περιπτώσεις, οι αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, η έναρξη της οποίας έχει ζητηθεί σε άλλο κράτος μέλος, συνεκτιμώνται για τον προσδιορισμό της κατάστασης αφερεγγυότητας του εργοδότη κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.»
Το εθνικό δίκαιο
5 Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι η οδηγία 80/987 μεταφέρθηκε στο σουηδικό δίκαιο με τον νόμο (1992:497) περί της εγγυήσεως καταβολής των μισθών [(Lönegarantilagen (1992:497)], της 4ης Ιουνίου 1992 (SFS 1992, αριθ. 497, στο εξής: νόμος περί της εγγυήσεως καταβολής των μισθών).
6 Το άρθρο 1 του νόμου περί της εγγυήσεως καταβολής των μισθών προβλέπει τα εξής:
«Σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, το Δημόσιο έχει την υποχρέωση να εξοφλεί τις σχετικές με την αμοιβή απαιτήσεις που έχουν οι μισθωτοί (εγγύηση του Δημοσίου για την καταβολή των μισθών) έναντι εργοδοτών:
1. οι οποίοι έχουν κηρυχθεί σε πτώχευση στη Σουηδία ή σε άλλη σκανδιναβική χώρα,
2. των οποίων η επιχείρηση αποτελεί αντικείμενο εξυγιάνσεως σύμφωνα με τον lagen (1996:764) om företagsrekonstruktion (νόμο περί εξυγιάνσεως επιχειρήσεων) ή
3. οι οποίοι έχουν υποβληθεί στη διαδικασία αφερεγγυότητας του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 80/987[…] σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου».
7 Το άρθρο 2a του ίδιου νόμου ορίζει τα εξής:
«Στην περίπτωση του άρθρου 1, παράγραφος 3, η εξόφληση βάσει της εγγυήσεως πραγματοποιείται μόνον εφόσον ο μισθωτός εργάζεται ή εργαζόταν για λογαριασμό του εργοδότη κυρίως στη Σουηδία.
Αν εργοδότης κηρύχθηκε σε πτώχευση στη Σουηδία και ο μισθωτός εργάζεται, ή εργαζόταν, για λογαριασμό του εργοδότη του κυρίως σε άλλη χώρα της [Ευρωπαϊκής Ενώσεως] ή του [Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου], ουδεμία εξόφληση απαιτήσεως γίνεται βάσει της εγγυήσεως.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
8 O A. Holmqvist εργαζόταν για την ανώνυμη εταιρία σουηδικού δικαίου Jörgen Nilsson Åkeri och Spedition AB (στο εξής: Jörgen Nilsson Åkeri och Spedition) ως οδηγός. Η εταιρία αυτή είχε τη μοναδική της εγκατάσταση στο Tjörnarp (Σουηδία) και δεν διέθετε κανένα υποκατάστημα στο εξωτερικό.
9 Η εργασία του Α. Holmqvist συνίστατο στην πραγματοποίηση παραδόσεων εμπορευμάτων από τη Σουηδία προς την Ιταλία και αντιστρόφως, μέσω Γερμανίας και Αυστρίας. Την εκφόρτωση των εμπορευμάτων αυτών στην Ιταλία πραγματοποιούσε το προσωπικό των διαφόρων τακτικών ή περιστασιακών πελατών της Jörgen Nilsson Åkeri och Spedition, με μηχανήματα που ήταν διαθέσιμα στους τόπους παραδόσεως.
10 Ο Α. Holmqvist μετέφερε επίσης εμπορεύματα από την Ιταλία στη Σουηδία για λογαριασμό τακτικών ή περιστασιακών πελατών. Τις αντίστοιχες φορτώσεις πραγματοποιούσε το εκεί προσωπικό με τα μηχανήματα που ήταν διαθέσιμα επί τόπου. Ο Α. Holmqvist επέβλεπε τις δραστηριότητες αυτές, μεριμνώντας για την τήρηση των κανόνων οδικής ασφάλειας, αλλά την εργασία της φορτώσεως εκτελούσαν άλλα πρόσωπα.
11 Στη Σουηδία, η φόρτωση και εκφόρτωση εμπορευμάτων γινόταν υπό παρόμοιες συνθήκες.
12 Στις 10 Απριλίου 2006, το αιτούν δικαστήριο κήρυξε την πτώχευση της Jörgen Nilsson Åkeri och Spedition.
13 Με απόφαση της 27ης Ιουνίου 2006, ο σύνδικος της πτωχεύσεως αναγνώρισε στον A. Holmqvist το ευεργέτημα της εγγυήσεως καταβολής των μισθών, κατ’ εφαρμογή του σουηδικού νόμου περί της εγγυήσεως καταβολής των μισθών.
14 Η Αρχή ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι ο Α. Holmqvist δεν εδικαιούτο το ευεργέτημα της εγγυήσεως αυτής στο πλαίσιο της πτωχεύσεως κατά της Jörgen Nilsson Åkeri och Spedition.
15 Η Αρχή υποστήριξε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ότι ο Α. Holmqvist δεν μπορούσε να επωφεληθεί της εν λόγω εγγυήσεως, καθώς η Jörgen Nilsson Åkeri och Spedition ασκούσε τις δραστηριότητές της σε κράτη μέλη εκτός του Βασιλείου της Σουηδίας και ο ίδιος ασκούσε τα καθήκοντά του κυρίως στα άλλα αυτά κράτη μέλη. Ισχυρίστηκε ότι, σύμφωνα με την οδηγία 90/987, δεν απαιτείται από μια επιχείρηση να διαθέτει τόπο εκμεταλλεύσεως ή υποκατάστημα σε άλλο κράτος μέλος, προκειμένου να θεωρηθεί ότι ασκεί δραστηριότητες σε αυτό και ότι, εν προκειμένω, τόσο η Jörgen Nilsson Åkeri och Spedition όσο και ο Α. Holmqvist ασκούσαν τις δραστηριότητές τους κυρίως στη Γερμανία, στην Αυστρία και στην Ιταλία. Ως εκ τούτου, δεν έπρεπε να αναγνωριστεί στον τελευταίο το προβλεπόμενο από τη σουηδική νομοθεσία ευεργέτημα της εγγυήσεως καταβολής των μισθών.
16 Ο Α. Holmqvist υποστήριξε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, κυρίως, ότι η Jörgen Nilsson Åkeri och Spedition ασκούσε τις δραστηριότητές της αποκλειστικά στη Σουηδία και, επικουρικώς, ότι, ακόμη και αν θεωρούνταν ότι η εταιρία ασκούσε τις δραστηριότητές της σε πλείονα κράτη μέλη, έπρεπε να θεωρηθεί ότι ο ίδιος παρείχε συνήθως την εργασία του στη Σουηδία. Υπενθύμισε, κατ’ αρχάς, ότι η διαχείριση και η διοίκηση της Jörgen Nilsson Åkeri och Spedition πραγματοποιούνταν από το μοναδικό γραφείο της εταιρίας στο Tjörnarp, ότι ο χώρος σταθμεύσεως και το συνεργείο επισκευών της βρίσκονταν επίσης στην ίδια τοποθεσία και ότι κάθε αποστολή άρχιζε και τελείωνε στη Σουηδία. Ο Α. Holmqvist υποστήριξε στη συνέχεια ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ύπαρξη εγκαταστάσεως ή εμπορικής παρουσίας αποτελεί το κριτήριο βάσει του οποίου προσδιορίζεται το κράτος στο οποίο πρέπει να ζητήσει ο εργαζόμενος το ευεργέτημα της εγγυήσεως καταβολής των μισθών (αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 1997, C‑117/96, Mosbæk, Συλλογή 1997, σ. I‑5017, και της 16ης Δεκεμβρίου 1999, C‑198/98, Everson και Barrass, Συλλογή 1999, σ. I‑8903). Ο Α. Holmqvist υποστήριξε, τέλος, ότι, δεδομένου ότι το άρθρο 8α της οδηγίας 80/987 είχε άμεσο αποτέλεσμα, ο ίδιος εδικαιούτο να επωφεληθεί του ευεργετήματος της εγγυήσεως αυτής στη Σουηδία, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του νόμου περί της εγγυήσεως καταβολής των μισθών.
17 Εκτιμώντας ότι η ερμηνεία του άρθρου 8α της οδηγίας 80/987 του ήταν αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς, το Lunds tingsrätt αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 8α της οδηγίας 80/987 […] την έννοια ότι, προκειμένου να θεωρηθεί ότι μια επιχείρηση δραστηριοποιείται στο έδαφος ορισμένου κράτους μέλους, απαιτείται όπως η επιχείρηση έχει υποκατάστημα ή μόνιμη εγκατάσταση εντός του κράτους μέλους;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται προκειμένου να θεωρηθεί ότι μια επιχείρηση δραστηριοποιείται σε πλείονα του ενός κράτη μέλη;
3) Αν θεωρηθεί ότι η εταιρία δραστηριοποιείται στο έδαφος πλειόνων του ενός κρατών μελών και ένας εργαζόμενος εργάζεται για την εταιρία σε πλείονα του ενός από αυτά τα κράτη μέλη, σύμφωνα με ποια κριτήρια προσδιορίζεται ο τόπος όπου ασκείται συνήθως η εργασία;
4) Έχει το άρθρο 8α της οδηγίας 80/987 […] άμεσο αποτέλεσμα;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου και του δεύτερου ερωτήματος
18 Προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο στο πλαίσιο του πρώτου και του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, τα οποία είναι σκόπιμο να εξεταστούν από κοινού, πρέπει να προσδιοριστούν οι συνθήκες υπό τις οποίες μια επιχείρηση ασκεί δραστηριότητες σε πλείονα του ενός κράτη μέλη, υπό την έννοια του άρθρου 8α της οδηγίας.
19 Το άρθρο 8α της οδηγίας 80/987, το οποίο περιέχεται στο τμήμα IIIα της οδηγίας αυτής με τίτλο «Διατάξεις σχετικά με τις διασυνοριακές περιπτώσεις», προβλέπει μεν ότι μια επιχείρηση βρίσκεται στην κατάσταση αυτή αν ασκεί «δραστηριότητες στο έδαφος τουλάχιστον δύο κρατών μελών», αλλά ούτε το άρθρο αυτό ούτε κάποια άλλη διάταξη της οδηγίας αυτής προσδιορίζουν τους εν λόγω όρους.
20 Υπενθυμίζεται ότι το αρχικό κείμενο της οδηγίας 80/987 δεν περιείχε διατάξεις σχετικές με τις διακρατικές περιπτώσεις και ότι το άρθρο 8α προστέθηκε σε αυτήν με την οδηγία 2002/74.
21 Σύμφωνα με την έβδομη αιτιολογική της σκέψη, η οδηγία αυτή εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, «[γ]ια να κατοχυρωθεί νομικώς η θέση των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας επιχειρήσεων που ασκούν τις δραστηριότητές τους σε πλείονα κράτη μέλη και για να εδραιωθούν τα δικαιώματα των εργαζομένων κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου […]».
22 Επιβάλλεται, αφενός, η επισήμανση, στην οποία προβαίνει και η Ολλανδική Κυβέρνηση, ότι ο σκοπός αυτός είναι δυνατόν να επιτευχθεί μόνον εάν η έννοια των «δραστηριοτήτων στο έδαφος τουλάχιστον δύο κρατών μελών» ερμηνευθεί ευρέως.
23 Πράγματι, μία τέτοια ερμηνεία είναι αναγκαία προκειμένου να εξασφαλισθεί, διά της υπαγωγής όσο το δυνατόν περισσότερων περιπτώσεων σχέσεων μισθωτής εργασίας με διακρατικό χαρακτήρα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8α της οδηγίας, ένας ελάχιστος βαθμός προστασίας των μισθωτών εργαζομένων που καταλήγουν θύματα της αφερεγγυότητας του εργοδότη τους και βρίσκονται σε κατάσταση που ενέχει στοιχεία αλλοδαπότητας.
24 Αφετέρου, όπως επισημαίνουν τόσο ο Α. Holmqvist όσο και η Ιταλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η εν λόγω έβδομη αιτιολογική σκέψη επιβεβαιώνει ότι η νομολογία προ της εκδόσεως της οδηγίας 2002/74 εξακολουθεί να παρέχει χρήσιμα στοιχεία όσον αφορά την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 80/987.
25 Εντούτοις, επισημαίνεται ότι, λαμβανομένου υπόψη του ως άνω σκοπού, ο οποίος συνίσταται ιδίως στη προάσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων που ασκούν το δικαίωμά τους στην ελεύθερη κυκλοφορία, και της διαμορφώσεως του περιεχομένου του ως άνω άρθρου 8α κατά τη νομοπαρασκευαστική διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση της οδηγίας 2002/74, επιβάλλεται, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 35 των προτάσεών του, για τους σκοπούς της ερμηνείας της έννοιας της «δραστηριότητας στο έδαφος τουλάχιστον δύο κρατών μελών», η απομάκρυνση από την έννοια της «εγκαταστάσεως» που καθιερώθηκε από τη νομολογία με τις προαναφερθείσες αποφάσεις Mosbæk και Everson και Barrass.
26 Όσον αφορά την εν λόγω νομοπαρασκευαστική διαδικασία, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τις γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στην αρχική πρόταση του οργάνου αυτού για την τροποποίηση της οδηγίας 80/987 περιέχονταν οι όροι «επιχείρηση με εγκαταστάσεις στην επικράτεια τουλάχιστον δύο κρατών μελών» και ότι η πρόταση αυτή όριζε την «εγκατάσταση» ως «ο τόπος όπου ο εργοδότης ασκεί οιαδήποτε μη προσωρινή οικονομική δραστηριότητα στην οποία χρησιμοποιεί τον ανθρώπινο παράγοντα, αλλά και περιουσιακά στοιχεία». Πρέπει, όμως, να τονιστεί ότι, αφενός, κατά την εξέταση της εν λόγω προτάσεως από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η Επιτροπή πρότεινε την αντικατάσταση, στο άρθρο 8α της οδηγίας αυτής, του όρου «εγκαταστάσεις» από τον όρο «δραστηριότητες», ο οποίος και υιοθετήθηκε τελικά, και, αφετέρου, ότι ο ως άνω ορισμός δεν περιελήφθη στο τελικό κείμενο της οδηγίας 2002/74. Αυτή η αλλαγή στη διατύπωση του εν λόγω άρθρου 8α αποδεικνύει τη βούληση του νομοθέτη να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού και να μην το περιορίσει στις επιχειρήσεις που διαθέτουν υποκαταστήματα ή εγκαταστάσεις σε πλείονα του ενός κράτη μέλη.
27 Επιπλέον, όπως υπενθυμίζει η Ολλανδική Κυβέρνηση, η ερμηνεία της έννοιας των «δραστηριοτήτων» κατά τρόπον ώστε να απαιτείται παρουσία της επιχειρήσεως μέσω υποκαταστημάτων ή εγκαταστάσεων θα είχε ως αποτέλεσμα ένας εργαζόμενος που ασκεί τη δραστηριότητά του σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της εγκαταστάσεως του εργοδότη του, όπως συνέβαινε στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Mosbæk, να στερείται της προστασίας που προβλέπει το άρθρο 8α της οδηγίας 80/987.
28 Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8α της οδηγίας 80/987, προκειμένου μια επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος να θεωρηθεί ότι ασκεί δραστηριότητες και στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, δεν απαιτείται να έχει υποκατάστημα ή μόνιμη εγκατάσταση στο δεύτερο αυτό κράτος.
29 Το άρθρο αυτό δεν προβλέπει μεν αυστηρές προϋποθέσεις συνδέσεως, καθώς αναφέρεται σε σύνδεσμο ασθενέστερο από την παρουσία της επιχειρήσεως μέσω υποκαταστήματος ή μόνιμης εγκαταστάσεως, ωστόσο, δεν πρέπει να υιοθετηθεί η συλλογιστική της Σουηδικής Κυβερνήσεως σύμφωνα με την οποίαν αρκεί ένας εργαζόμενος να πραγματοποιήσει οποιασδήποτε φύσεως εργασία σε άλλο κράτος μέλος για λογαριασμό του εργοδότη του και η εργασία αυτή να πραγματοποιείται λόγω ανάγκης και καθ’ υπόδειξη του τελευταίου, προκειμένου να θεωρηθεί ότι μια επιχείρηση ασκεί δραστηριότητες στο έδαφος αυτού του άλλου κράτους μέλους.
30 Πράγματι, όπως υποστηρίζει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η έννοια των «δραστηριοτήτων» του άρθρου 8α της οδηγίας 80/987 πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε στοιχεία που συνεπάγονται ορισμένο βαθμό μονιμότητας στο έδαφος ενός κράτους μέλους. Η μονιμότητα αυτή εκφράζεται, όπως αναφέρει η Ολλανδική Κυβέρνηση, με τη σταθερή απασχόληση ενός ή περισσότερων εργαζομένων στο έδαφος αυτό.
31 Η Επιτροπή εκτιμά ότι η ύπαρξη υλικής υποδομής σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της εταιρικής έδρας της επιχειρήσεως είναι επίσης απαραίτητη προκειμένου να θεωρηθεί ότι αυτή έχει μόνιμη παρουσία σε αυτό το κράτος μέλος, αλλά θεωρεί ότι αρκεί προς τούτο και ένα απλό γραφείο.
32 Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των διάφορων μορφών που μπορεί να λάβει η διασυνοριακή απασχόληση και των πρόσφατων αλλαγών στους όρους εργασίας, όπως επίσης και των εξελίξεων στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι μια επιχείρηση πρέπει απαραιτήτως να διαθέτει υλική υποδομή σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της εταιρικής της έδρας για να εξασφαλίσει μόνιμη οικονομική παρουσία σε αυτό. Πράγματι, οι διάφορες πτυχές μιας σχέσεως εργασίας, και ιδίως η κοινοποίηση οδηγιών στον εργαζόμενο και η διαβίβαση των δικών του εκθέσεων στον εργοδότη, όπως επίσης η καταβολή της αμοιβής, μπορούν πλέον να πραγματοποιούνται εξ αποστάσεως.
33 Έτσι, μια επιχείρηση μπορεί να προσλάβει μεγάλο αριθμό εργαζομένων σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της εταιρικής της έδρας και να είναι σε θέση να ασκεί σε αυτό σημαντική οικονομική δραστηριότητα, χωρίς, ωστόσο, να διαθέτει υλική υποδομή ή γραφείο στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού.
34 Ωστόσο, μια εγκατεστημένη σε κράτος μέλος επιχείρηση, προκειμένου να θεωρηθεί ότι ασκεί δραστηριότητες στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, πρέπει να διαθέτει σε αυτό μόνιμη οικονομική παρουσία, χαρακτηριζόμενη από την ύπαρξη ανθρώπινων πόρων που της επιτρέπουν να φέρει εις πέρας δραστηριότητες εντός αυτού.
35 Στην περίπτωση επιχειρήσεως μεταφορών εγκατεστημένης σε κράτος μέλος, το γεγονός και μόνον ότι ένας εργαζόμενος που προσελήφθη από την εν λόγω επιχείρηση σε αυτό το κράτος μέλος πραγματοποιεί παραδόσεις εμπορευμάτων μεταξύ αυτού και ενός άλλου κράτους μέλους μέσω άλλων κρατών μελών δεν αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι πληρούται το προαναφερθέν στην προηγούμενη σκέψη κριτήριο και για να θεωρηθεί, επομένως, για τους σκοπούς του άρθρου 8α της οδηγίας 80/987, ότι η επιχείρηση αυτή ασκεί δραστηριότητες εκτός του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη.
36 Κατόπιν όλων των ως άνω σκέψεων, στα δύο πρώτα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8α της οδηγίας 80/987 έχει την έννοια ότι, προκειμένου να θεωρηθεί ότι μια επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ασκεί δραστηριότητες στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, δεν είναι αναγκαίο να διαθέτει υποκατάστημα ή μόνιμη εγκατάσταση στο άλλο αυτό κράτος. Πρέπει, όμως, η επιχείρηση αυτή να διαθέτει στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος μόνιμη οικονομική παρουσία, χαρακτηριζόμενη από την ύπαρξη ανθρώπινων πόρων που της επιτρέπουν να φέρει εις πέρας δραστηριότητες εντός αυτού. Στην περίπτωση επιχειρήσεως μεταφορών εγκατεστημένης σε κράτος μέλος, το γεγονός και μόνον ότι ένας εργαζόμενος που έχει προσληφθεί από την εν λόγω επιχείρηση σε αυτό το κράτος μέλος πραγματοποιεί παραδόσεις εμπορευμάτων μεταξύ αυτού και ενός άλλου κράτους μέλους δεν αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η επιχείρηση διαθέτει μόνιμη οικονομική παρουσία σε άλλο κράτος μέλος.
Επί του τρίτου και του τέταρτου ερωτήματος
37 Κατόπιν των απαντήσεων που δόθηκαν στα δύο πρώτα ερωτήματα, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο και τέταρτο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
38 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 8α της οδηγίας 80/987/EOK του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2002/74/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, έχει την έννοια ότι, προκειμένου να θεωρηθεί ότι μια επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ασκεί δραστηριότητες στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, δεν είναι αναγκαίο να διαθέτει υποκατάστημα ή μόνιμη εγκατάσταση στο άλλο αυτό κράτος. Πρέπει, όμως, η επιχείρηση αυτή να διαθέτει στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος μόνιμη οικονομική παρουσία, χαρακτηριζόμενη από την ύπαρξη ανθρώπινων πόρων που της επιτρέπουν να φέρει εις πέρας δραστηριότητες εντός αυτού. Στην περίπτωση επιχειρήσεως μεταφορών εγκατεστημένης σε κράτος μέλος, το γεγονός και μόνον ότι ένας εργαζόμενος που έχει προσληφθεί από την εν λόγω επιχείρηση σε αυτό το κράτος μέλος πραγματοποιεί παραδόσεις εμπορευμάτων μεταξύ αυτού και ενός άλλου κράτους μέλους δεν αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η επιχείρηση διαθέτει μόνιμη οικονομική παρουσία σε άλλο κράτος μέλος.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η σουηδική.
Full & Egal Universal Law Academy