Υπόθεση C-317/07
Ένδικη διαδικασία που κίνησε η
Lahti Energia Oy
(αίτηση του Korkein hallinto-oikeus
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Οδηγία 2000/76/ΕΚ – Αποτέφρωση των αποβλήτων – Καθαρισμός και καύση – Αέριο παραγόμενο από απόβλητα – Έννοια των αποβλήτων – Μονάδα αποτεφρώσεως – Μονάδα συναποτεφρώσεως»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Περιβάλλον – Απόβλητα – Αποτέφρωση – Οδηγία 2000/76
(Οδηγία 2000/76 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 3, σημείο 1)
2. Περιβάλλον – Απόβλητα – Αποτέφρωση – Οδηγία 2000/76
(Οδηγία 2000/76 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 3, σημείο 4)
3. Περιβάλλον – Απόβλητα – Αποτέφρωση – Οδηγία 2000/76
(Οδηγία 2000/76 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 3,σημεία 4 και 5)
1. Η έννοια «απόβλητο» του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας 2000/76, για την αποτέφρωση των αποβλήτων, δεν περιλαμβάνει ουσίες ευρισκόμενες υπό αέρια μορφή.
(βλ. σκέψη 17, διατακτ. 1)
2. Με τον όρο «μονάδα αποτεφρώσεως» του άρθρου 3, σημείο 4, της οδηγίας 2000/76, νοείται κάθε εγκατάσταση ή τεχνική μονάδα στην οποία πραγματοποιείται θερμική επεξεργασία αποβλήτων, υπό την προϋπόθεση ότι, στη συνέχεια, οι ουσίες που προκύπτουν από τη θερμική αυτή επεξεργασία αποτεφρώνονται. Συναφώς, για έναν τέτοιο χαρακτηρισμό δεν απαιτείται η ύπαρξη γραμμής αποτεφρώσεως
(βλ. σκέψη 22, διατακτ. 2)
3. Προκειμένου περί συγκροτήματος παραγωγής ενέργειας εντός του οποίου εργοστάσιο αεριοποιήσεως, πλησίον μονάδας παραγωγής ενέργειας, παρέχει στη μονάδα αυτή καθαρό αέριο προερχόμενο από την αεριοποίηση αποβλήτων, το οποίο η μονάδα αυτή χρησιμοποιεί ως καύσιμο μαζί με ορυκτά καύσιμα, πρέπει, κατ’ αρχήν και προς εφαρμογή της οδηγίας 2000/76, να εξετάζεται χωριστά το εργοστάσιο αεριοποιήσεως και η μονάδα παραγωγής ενέργειας.
Ειδικότερα, ενώ εργοστάσιο το οποίο έχει ως σκοπό την παραγωγή προϊόντων υπό αέρια μορφή, εν προκειμένω την παραγωγή καθαρού αερίου, κατόπιν θερμικής επεξεργασίας αποβλήτων, πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «μονάδα συναποτεφρώσεως», κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 5, της οδηγίας αυτής, αντιθέτως, μονάδα παραγωγής ενέργειας η οποία χρησιμοποιεί ως συμπληρωματικό καύσιμο, υποκαθιστώντας ορυκτά καύσιμα που κατά κύριο λόγο χρησιμοποιεί στην παραγωγική της δραστηριότητα, καθαρό αέριο παραγόμενο από τη συναποτέφρωση αποβλήτων σε εργοστάσιο αεριοποιήσεως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής. Συναφώς, για τον χαρακτηρισμό μιας εγκαταστάσεως ως μονάδας αποτεφρώσεως ή συναποτεφρώσεως δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ποιος χαρακτηρισμός θα καθιστούσε δυνατή την επίτευξη του πλέον φιλικού για το περιβάλλον επιπέδου εκπομπών.
(βλ. σκέψεις 25, 41-43, διατακτ. 3)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 4ης Δεκεμβρίου 2008 (*)
«Οδηγία 2000/76/ΕΚ – Αποτέφρωση των αποβλήτων – Καθαρισμός και καύση – Αέριο παραγόμενο από απόβλητα – Έννοια των αποβλήτων – Μονάδα αποτεφρώσεως – Μονάδα συναποτεφρώσεως»
Στην υπόθεση C‑317/07,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, την οποία υπέβαλε το Korkein hallinto-oikeus (Φινλανδία), με απόφαση διάταξη της 6ης Ιουλίου 2007, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Ιουλίου 2007, στο πλαίσιο της διαδικασίας που κίνησε η
Lahti Energia Oy,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, K. Schiemann, J. Makarczyk, L. Bay Larsen και C. Toader (εισηγήτρια), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 10ης Ιουλίου 2008,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Lahti Energia Oy, εκπροσωπούμενη από τις T. Rinne, asianajaja, καθώς και από τους M. Kivelä και H. Takala, διευθυντή και μηχανικό, αντιστοίχως,
– η Hämeen ympäristökeskus, εκπροσωπούμενη από τις P. Mäkinen και E. Mecklin,
– η Salpausselän luonnonystävät ry, εκπροσωπούμενη από τους M. Vikberg και S. Niemelä, asianajaja,
– η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Heliskoski,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τον G. Fiengo, avvocato dello Stato,
– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Wissels και τον M. de Grave,
– η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Riedl,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους I. Koskinen και J.-B. Laignelot,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας 2000/76/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2000, για την αποτέφρωση των αποβλήτων (ΕΕ L 332, σ. 91).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Lahti Energia Oy (στο εξής: Lahti Energia), επιχειρήσεως ανήκουσας στον Δήμο του Lahti, και της Itä-Suomen ympäristölupavirasto (υπηρεσίας περιβάλλοντος της ανατολικής Φινλανδίας, στο εξής: ympäristölupavirasto) με αντικείμενο την υπαγωγή στις απαιτήσεις της οδηγίας ενός συγκροτήματος αποτελούμενου από εργοστάσιο αεριοποιήσεως και μονάδα παραγωγής ενέργειας.
Το νομικό πλαίσιο
Η οδηγία 2000/76
3 Η πέμπτη και η εικοστή έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/76 έχουν ως εξής:
«(5) Σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας που διατυπώνονται στο άρθρο 5 της Συνθήκης, πρέπει να αναληφθούν δράσεις σε κοινοτικό επίπεδο. Η αρχή της πρόληψης παρέχει τη βάση για τη λήψη περαιτέρω μέτρων η παρούσα οδηγία περιορίζεται στις στοιχειώδεις απαιτήσεις για τις μονάδες αποτέφρωσης και συναποτέφρωσης.
[…]
(27) Η συναποτέφρωση αποβλήτων σε μονάδες που, κατά βάση, δεν προορίζονται για αποτέφρωση αποβλήτων δεν θα πρέπει να μπορεί να προκαλεί, στο τμήμα του όγκου των καυσαερίων που παράγεται από την συναποτέφρωση αυτή, εκπομπές ρυπαντικών ουσιών υψηλότερες από εκείνες που επιτρέπονται για αποκλειστικές μονάδες αποτέφρωσης και, συνεπώς, θα πρέπει να υπόκειται σε ανάλογους περιορισμούς.»
4 Κατά το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
1) “απόβλητα”: όλα τα στερεά ή υγρά απόβλητα που ανταποκρίνονται στον ορισμό του άρθρου 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 1)·
[…]
4) “μονάδα αποτέφρωσης”: κάθε σταθερή ή κινητή τεχνική μονάδα με τον εξοπλισμό της, που προορίζεται αποκλειστικά για θερμική επεξεργασία αποβλήτων, με ή χωρίς ανάκτηση της θερμότητας που εκλύεται κατά την καύση. Συμπεριλαμβάνονται η αποτέφρωση αποβλήτων με οξείδωση καθώς και άλλες τεχνικές θερμικής επεξεργασίας όπως η πυρόλυση, η αεριοποίηση ή η τεχνική πλάσματος, εφόσον οι ουσίες που προέρχονται από την επεξεργασία στη συνέχεια αποτεφρώνονται.
Ο ορισμός αυτός καλύπτει τους χώρους και το σύνολο των εγκαταστάσεων αποτέφρωσης, όπου συμπεριλαμβάνονται όλες οι γραμμές αποτέφρωσης, οι εγκαταστάσεις παραλαβής, αποθήκευσης και επιτόπιας προεπεξεργασίας των αποβλήτων, τα συστήματα τροφοδότησης της μονάδας με απόβλητα, καύσιμο και αέρα, ο λέβητας, οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας των καυσαερίων, οι επί τόπου εγκαταστάσεις επεξεργασίας ή αποθήκευσης των υπολειμμάτων και των λυμάτων, η καπνοδόχος, οι διατάξεις και τα συστήματα για τον έλεγχο των εργασιών αποτέφρωσης και την καταγραφή και διαρκή παρακολούθηση των συνθηκών αποτέφρωσης·
5) “μονάδα συναποτέφρωσης”: κάθε σταθερή ή κινητή εγκατάσταση της οποίας κύρια λειτουργία είναι η παραγωγή ενέργειας ή η παραγωγή υλικών προϊόντων και:
– στην οποία χρησιμοποιούνται απόβλητα ως σύνηθες ή συμπληρωματικό καύσιμο, ή
– στην οποία τα απόβλητα υφίστανται θερμική επεξεργασία για τη διάθεσή τους.
Εάν η συναποτέφρωση πραγματοποιείται κατά τέτοιο τρόπο ώστε η κύρια λειτουργία της εγκατάστασης να μην είναι η παραγωγή ενέργειας ή η παραγωγή υλικών προϊόντων αλλά η θερμική επεξεργασία των αποβλήτων, η εγκατάσταση θεωρείται μονάδα αποτέφρωσης υπό την έννοια του σημείου 4.
Ο ορισμός αυτός καλύπτει τους χώρους και το σύνολο των εγκαταστάσεων αποτέφρωσης, όπου συμπεριλαμβάνονται όλες οι γραμμές αποτέφρωσης, οι εγκαταστάσεις παραλαβής, αποθήκευσης και επιτόπιας προεπεξεργασίας των αποβλήτων, τα συστήματα τροφοδότησης της μονάδας με απόβλητα, καύσιμο και αέρα, ο λέβητας, οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας των καυσαερίων, επιτόπου εγκαταστάσεις επεξεργασίας ή αποθήκευσης των υπολειμμάτων και των λυμάτων, η καπνοδόχος, οι διατάξεις και τα συστήματα για τον έλεγχο των εργασιών αποτέφρωσης και την καταγραφή και διαρκή παρακολούθηση των συνθηκών αποτέφρωσης·
[…]
12) “άδεια”: η γραπτή απόφαση (ή περισσότερες γραπτές αποφάσεις) που εκδίδονται από την αρμόδια αρχή, βάσει της οποίας επιτρέπεται η λειτουργία της μονάδας, υπό ορισμένες προϋποθέσεις που εγγυώνται ότι η εγκατάσταση πληροί όλες τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας. Μια άδεια μπορεί να καλύπτει μία ή περισσότερες εγκαταστάσεις στον ίδιο χώρο την οποία ή τις οποίες εκμεταλλεύεται ο ίδιος φορέας·
13) “υπολείμματα”: κάθε υγρό ή στερεό υλικό (συμπεριλαμβανομένων της τέφρας πυθμένα και των σκωριών, της ιπτάμενης τέφρας και του κονιορτού από τους λέβητες, των στερεών προϊόντων αντίδρασης από την επεξεργασία των αερίων, της βιολογικής ιλύος από την επεξεργασία των λυμάτων, των αναλωμένων καταλυτών και του αναλωμένου ενεργού άνθρακα), που καλύπτεται από τον ορισμό των αποβλήτων κατά το άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ, και παράγεται κατά τη διεργασία αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης, την επεξεργασία των καυσαερίων ή λυμάτων ή άλλες διεργασίες εντός της μονάδας αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης.»
5 Το άρθρο 7 της οδηγίας, με τίτλο «Οριακές τιμές ατμοσφαιρικών εκπομπών», ορίζει:
«1. Οι μονάδες αποτέφρωσης σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, εξοπλίζονται και λειτουργούν κατά τρόπο ώστε να μην σημειώνεται υπέρβαση των οριακών τιμών εκπομπών του παραρτήματος V στα καυσαέρια.
2. Οι μονάδες συναποτέφρωσης σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, εξοπλίζονται και λειτουργούν κατά τρόπο ώστε στα καυσαέρια να μην σημειώνεται υπέρβαση των οριακών τιμών εκπομπών που προσδιορίζονται σύμφωνα με το παράρτημα II ή καθορίζονται σ’ αυτό.
[…]»
Η οδηγία 2006/12/ΕΚ
6 Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2006/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ L 114, σ. 9), με την οποία, προς διασφάλιση διαφάνειας και ορθολογικής παρουσιάσεως, κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις της οδηγίας 75/442, ως «απόβλητο» νοείται κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος I και το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
7 Η Lahti Energia ζήτησε από την ympäristölupavirasto να της χορηγήσει την περιβαλλοντική άδεια που απαιτείται για τη λειτουργία του εργοστασίου της αεριοποιήσεως και της μονάδας της παραγωγής ενέργειας. Η άδεια αυτή αφορά συγκρότημα αποτελούμενο από δύο χωριστές μονάδες εγκατεστημένες στον ίδιο χώρο, ειδικότερα δε από μονάδα παραγωγής αερίου με βάση τα απόβλητα και από μονάδα παραγωγής ενέργειας, στον ατμολέβητα της οποίας χρησιμοποιείται ως καύσιμο καθαρό αέριο παραγόμενο στο εργοστάσιο αεριοποιήσεως.
8 Η ympäristölupavirasto χορήγησε στη Lahti Energia προσωρινή περιβαλλοντική άδεια επισημαίνοντας τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε η άδεια αυτή. Ειδικότερα, η υπηρεσία αυτή έκρινε ότι το εργοστάσιο αεριοποιήσεως το οποίο παράγει το αέριο και η μονάδα η οποία προβαίνει στην καύση αυτού του αερίου αποτελούν, από κοινού, εγκατάσταση συναποτεφρώσεως κατά την έννοια της οδηγίας 2000/76.
9 Κατά της αποφάσεως αυτής, η Lahti Energia άσκησε προσφυγή ενώπιον του Vaasan hallinto-oikeus (διοικητικό δικαστήριο της Vaasa), με αίτημα να διαπιστωθεί ότι η καύση σε κεντρικό λέβητα αερίου, που έχει υποβληθεί σε καθαρισμό και διήθηση σε χωριστή μονάδα παραγωγής αερίου, δεν πρέπει να θεωρείται συναποτέφρωση αποβλήτων, κατά την έννοια της οδηγίας 2000/76.
10 Το Vaasan hallinto-oikeus απέρριψε την προσφυγή. Έκρινε, ιδίως, ότι θα καθίστατο δυσχερέστερη η επίτευξη των σκοπών της οδηγίας 2000/76 αν το πεδίο εφαρμογής της ερμηνευόταν τόσο συσταλτικά ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή των επιταγών που απορρέουν από την οδηγία αυτή στην περίπτωση καύσεως αποβλήτου που έχει προηγουμένως υποστεί επεξεργασία. Πάντως, το εν λόγω δικαστήριο είναι της γνώμης ότι, ως λειτουργικώς χωριστή μονάδα, το εργοστάσιο αεριοποιήσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μονάδα αποτεφρώσεως κατά την έννοια της οδηγίας 2000/76, διότι η αεριοποίηση αποτελεί θερμική επεξεργασία και μια μονάδα, για να θεωρηθεί ως μονάδα αποτεφρώσεως, πρέπει να διαθέτει γραμμή αποτεφρώσεως.
11 Παρά ταύτα, το Vaasan hallinto-oikeus έκρινε ότι το εργοστάσιο αεριοποιήσεως και η μονάδα παραγωγής ενέργειας αποτελούν, από κοινού, μονάδα συναποτεφρώσεως, κατά την έννοια της οδηγίας 2000/76.
12 Κατόπιν αυτού, η Lahti Energia άσκησε αναίρεση ενώπιον του Korkein hallinto-oikeus, το οποίο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 3, [σημείο] 1, της οδηγίας 2000/76/ΕΚ την έννοια ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται επί της καύσεως αποβλήτων υπό αέρια μορφή;
2) Μπορεί μια μονάδα αεριοποιήσεως στην οποία παράγεται, μέσω πυρολύσεως, αέριο από απόβλητα να θεωρηθεί ως μονάδα αποτεφρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 3, [σημείο] 4, της οδηγίας 2000/76/ΕΚ, μολονότι στην εγκατάσταση αυτή δεν υπάρχει γραμμή αποτεφρώσεως;
3) Μπορεί η καύση στον λέβητα μονάδας παραγωγής ενέργειας αερίου το οποίο παρήχθη κατόπιν διαδικασίας αεριοποιήσεως και υποβλήθηκε σε διαδικασία καθαρισμού να θεωρηθεί ως διαδικασία εμπίπτουσα στο άρθρο 3 της οδηγίας 2000/76/ΕΚ; Έχει σχετικώς σημασία ότι το υποβληθέν σε καθαρισμό αέριο αντικαθιστά ορυκτά καύσιμα και το ότι οι εκπομπές αερίων της μονάδας παραγωγής ενέργειας, ανά παραγόμενη μονάδα ενέργειας, είναι μικρότερη όταν χρησιμοποιείται αέριο που παρήχθη από απόβλητα και υποβλήθηκε σε διαδικασία καθαρισμού σε σχέση με τη χρησιμοποίηση άλλων καυσίμων; Έχει σημασία, κατά την ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2000/76/ΕΚ, το στοιχείο ότι η μονάδα αεριοποιήσεως και η μονάδα παραγωγής ενέργειας, από τεχνικής και λειτουργικής απόψεως και από απόψεως της μεταξύ τους αποστάσεως, συναποτελούν μια εγκατάσταση ή το αν το παραγόμενο σε μονάδα αεριοποιήσεως και υποβαλλόμενο σε διαδικασία καθαρισμού αέριο μεταφέρεται και χρησιμοποιείται αλλού, π.χ. για την παραγωγή ενέργειας, ως καύσιμο ή για άλλους σκοπούς;
4) Υπό ποιες προϋποθέσεις αέριο παραγόμενο και υποβαλλόμενο σε διαδικασία καθαρισμού μπορεί να θεωρηθεί ως προϊόν, ώστε να μην εμπίπτει πλέον στις σχετικές με τα απόβλητα διατάξεις;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
13 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η έννοια «απόβλητο» του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας 2000/76 καλύπτει και ουσίες ευρισκόμενες υπό αέρια μορφή.
14 Στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, το ερώτημα αυτό πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι ζητείται να διευκρινιστεί αν το αέριο που προκύπτει από την πυρόλυση στερεών αποβλήτων διαφόρων ειδών σε εργοστάσιο αεριοποιήσεως μπορεί να θεωρηθεί ως «απόβλητο» κατά την έννοια της οδηγίας 2000/76, ώστε αυτή η υπό αέρια μορφή ουσία, χρησιμοποιούμενη στη συνέχεια ως καύσιμο σε μονάδα παραγωγής ενέργειας μαζί με άλλα καύσιμα, να μπορεί να θεωρηθεί είτε ως ουσία η οποία «στη συνέχεια αποτεφρών[εται]» κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 4, in fine, της οδηγίας αυτής, είτε ως απόβλητο που χρησιμοποιείται ως «συμπληρωματικό καύσιμο» ή «υφίσταται θερμική επεξεργασία για τη διάθεσή του» κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 5, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας.
15 Πρέπει, συναφώς, να τονιστεί, όπως υπογράμμισε η Lahti Energia, η Φινλανδική και η Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ότι, κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας 2000/76, «απόβλητα», στο πλαίσιο της οδηγίας αυτής, είναι όλα τα «στερεά» ή «υγρά» απόβλητα που ανταποκρίνονται στον ορισμό του άρθρου 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442.
16 Από την απλή γραμματική ερμηνεία της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι μόνον τα υπό στερεά ή υγρή μορφή απόβλητα εμπίπτουν στην οδηγία 2000/76 και ότι, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να εξεταστεί αν η έννοια «απόβλητο», κατά την οδηγία 75/442, περιλαμβάνει, επίσης, απόβλητα ευρισκόμενα υπό αέρια μορφή.
17 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η έννοια «απόβλητο» του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας 2000/76 δεν περιλαμβάνει ουσίες ευρισκόμενες υπό αέρια μορφή.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
18 Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η ύπαρξη γραμμής αποτεφρώσεως αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου να χαρακτηριστεί μια μονάδα, όπως εργοστάσιο που παράγει αέριο από απόβλητα, ως «μονάδα αποτεφρώσεως» κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 4, της οδηγίας 2000/76.
19 Κατά το άρθρο 3, σημείο 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/76, ως «μονάδα αποτέφρωσης» νοείται η εγκατάσταση ή η τεχνική μονάδα που προορίζεται αποκλειστικώς για θερμική επεξεργασία των αποβλήτων, που συνίσταται στην αποτέφρωση αποβλήτων με οξείδωση ή στην εφαρμογή άλλων μεθόδων θερμικής επεξεργασίας, όπως η πυρόλυση και η αεριοποίηση.
20 Συναφώς, όπως σαφέστατα προκύπτει από τη σύγκριση των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων του άρθρου 3, σημείο 4, της οδηγίας 2000/76 και όπως υποστήριξαν η Lahti Energia, το Hämeen ympäristökeskus, η Φινλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, μονάδα στην οποία τα απόβλητα υποβάλλονται σε θερμική επεξεργασία μπορεί να χαρακτηριστεί ως «μονάδα αποτεφρώσεως» μόνον εφόσον οι ουσίες που προκύπτουν από τη θερμική αυτή επεξεργασία αποτεφρώνονται στη συνέχεια.
21 Όπως ορθώς υπογράμμισε η Ολλανδική Κυβέρνηση, ο πίνακας τεχνικών στοιχείων που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, σημείο 4, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2000/76 δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως εξαντλητική απαρίθμηση στοιχείων δυναμένων να συνθέσουν μονάδα αποτεφρώσεως ούτε ως απαρίθμηση στοιχείων εκ των οποίων πρέπει απαραιτήτως να συντίθεται μια τέτοια μονάδα. Επομένως, η ύπαρξη γραμμής αποτεφρώσεως δεν αποτελεί αναγκαίο κριτήριο για τον χαρακτηρισμό μιας μονάδας ως «μονάδας αποτεφρώσεως».
22 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι με τον όρο «μονάδα αποτεφρώσεως» του άρθρου 3, σημείο 4, της οδηγίας 2000/76 νοείται κάθε εγκατάσταση ή τεχνική μονάδα στην οποία πραγματοποιείται θερμική επεξεργασία αποβλήτων, υπό την προϋπόθεση ότι οι ουσίες που προκύπτουν από τη θερμική αυτή επεξεργασία αποτεφρώνονται στη συνέχεια και ότι, συναφώς, για έναν τέτοιο χαρακτηρισμό δεν απαιτείται η ύπαρξη γραμμής αποτεφρώσεως.
Επί του τρίτου ερωτήματος
23 Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί πώς πρέπει να χαρακτηριστεί, με βάση το άρθρο 3 της οδηγίας 2000/76, ένα συγκρότημα παραγωγής ενέργειας εντός του οποίου εργοστάσιο αεριοποιήσεως, πλησίον μονάδας παραγωγής ενέργειας, παρέχει στη μονάδα αυτή καθαρό αέριο προερχόμενο από την αεριοποίηση αποβλήτων, το οποίο η μονάδα αυτή χρησιμοποιεί ως καύσιμο μαζί με ορυκτά καύσιμα. Ειδικότερα, το εν λόγω δικαστήριο ερωτά αν έχει σημασία, για τον χαρακτηρισμό αυτού του συγκροτήματος, αφενός, το γεγονός ότι η χρησιμοποίηση του καθαρού αυτού αερίου από τη μονάδα παραγωγής ενέργειας παρέχει τη δυνατότητα περιορισμού των ουσιών που απορρίπτονται, σε σχέση με την περίπτωση χρησιμοποιήσεως ορυκτών καυσίμων, και, αφετέρου, το γεγονός ότι οι δύο μονάδες που αποτελούν το συγκρότημα αυτό παρουσιάζουν ορισμένη λειτουργική ενότητα, υπό την έννοια ότι το εργοστάσιο αεριοποιήσεως καλύπτει μερικώς τις ανάγκες για καύσιμα της μονάδας παραγωγής ενέργειας, ενώ το παραγόμενο στο εργοστάσιο αυτό αέριο θα μπορούσε να διατεθεί στο εμπόριο εκτός του συγκεκριμένου συγκροτήματος.
24 Προκαταρκτικώς, πρέπει να τονιστεί ότι, για την εφαρμογή της οδηγίας 2000/76, οσάκις ένα εργοστάσιο συμπαραγωγής ενέργειας περιλαμβάνει πλείονες λέβητες, έκαστος λέβητας, καθώς και ο σχετικός εξοπλισμός, πρέπει να θεωρούνται ότι αποτελούν αυτοτελή μονάδα (προπαρατεθείσα απόφαση Gävle Kraftvärme, σκέψη 33).
25 Επομένως, κατά τον ίδιο τρόπο, προκειμένου περί δύο μονάδων όπως είναι αυτές της κύριας δίκης, πρέπει, κατ’ αρχήν και προς εφαρμογή της οδηγίας 2000/76, να εξετάζεται χωριστά το εργοστάσιο αεριοποιήσεως και η μονάδα παραγωγής ενέργειας.
26 Σύμφωνα με το άρθρο 3, σημείο 5, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/76, η μονάδα που έχει ως κύριο σκοπό την παραγωγή ενέργειας ή υλικών προϊόντων και στην οποία είτε χρησιμοποιούνται απόβλητα ως σύνηθες ή συμπληρωματικό καύσιμο είτε τα απόβλητα υφίστανται θερμική επεξεργασία για τη διάθεσή τους πρέπει να θεωρείται ως μονάδα συναποτεφρώσεως (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Gävle Kraftvärme, σκέψη 35).
27 Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 3, σημείο 5, διευκρινίζει ότι, εάν η συναποτέφρωση πραγματοποιείται κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο κύριος σκοπός της εγκαταστάσεως να μην είναι η παραγωγή ενέργειας ή η παραγωγή υλικών προϊόντων, αλλά η θερμική επεξεργασία των αποβλήτων, η εγκατάσταση θεωρείται «μονάδα αποτεφρώσεως», υπό την έννοια του σημείου 4 του ίδιου άρθρου (προπαρατεθείσα απόφαση Gävle Kraftvärme, σκέψη 36).
28 Από το γράμμα των διατάξεων αυτών προκύπτει σαφώς ότι η μονάδα συναποτεφρώσεως αποτελεί ειδική μορφή μονάδας αποτεφρώσεως και ότι πρέπει να εκτιμάται αν αποτελεί μονάδα αποτεφρώσεως ή συναποτεφρώσεως με γνώμονα τον κύριο σκοπό της μονάδας (προπαρατεθείσα απόφαση Kraftvärme, σκέψη 37).
Επί του χαρακτηρισμού του εργοστασίου αεριοποιήσεως
29 Στην υπόθεση της κύριας δίκης, και υπό την επιφύλαξη της διαπιστώσεως των πραγματικών περιστατικών, η οποία απόκειται αποκλειστικώς στο αιτούν δικαστήριο, προκύπτει ότι στο εργοστάσιο αεριοποιήσεως τα απόβλητα υπόκεινται σε θερμική επεξεργασία, αλλά ότι οι ουσίες που προκύπτουν δεν αποτεφρώνονται εντός αυτού του εργοστασίου. Πράγματι, οι προκύπτουσες από τη θερμική αυτή επεξεργασία ουσίες, δηλαδή το ακατέργαστο αέριο, υπόκεινται σε διήθηση μέσω συστήματος καθαρισμού από το οποίο προκύπτει καθαρό αέριο απαλλαγμένο από ανεπιθύμητα στερεά σωματίδια και, ως εκ τούτου, είναι κατάλληλο να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο.
30 Επομένως, καθόσον οι ουσίες που προκύπτουν από τη θερμική επεξεργασία στην οποία υποβάλλονται τα απόβλητα δεν αποτεφρώνονται εντός του εργοστασίου αεριοποιήσεως, ένα τέτοιο εργοστάσιο, λόγω της λειτουργίας και των χαρακτηριστικών του, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, αυτό καθεαυτό, ως μονάδα αποτεφρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 4, της οδηγίας 2000/76.
31 Πάντως, δεν αμφισβητείται ότι ο κύριος σκοπός του εργοστασίου αεριοποιήσεως είναι η παραγωγή καυσίμου, συγκεκριμένα καθαρού αερίου, και ότι, εντός αυτού, τα απόβλητα υπόκεινται σε θερμική επεξεργασία με σκοπό τη διάθεσή τους.
32 Συναφώς, μολονότι δεν αμφισβητείται, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως, ότι η μονάδα συναποτεφρώσεως αποτελεί ειδική μορφή μονάδας αποτεφρώσεως, εντούτοις, τα δύο αυτά είδη μονάδων ορίζονται διαφορετικά. Όπως υπογράμμισε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 71 των προτάσεών της, ενώ απαιτείται, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η θερμική επεξεργασία των αποβλήτων, αντιθέτως, όσον αφορά τη μονάδα συναποτεφρώσεως, δεν απαιτείται, κατά το γράμμα του άρθρου 3, σημείο 5, της οδηγίας 2000/76, η συνακόλουθη αποτέφρωση των ουσιών που προκύπτουν.
33 Επομένως, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν στη σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως, εργοστάσιο αεριοποιήσεως όπως αυτό περί του οποίου πρόκειται στην κύρια δίκη πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό του ως μονάδας συναποτεφρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 5, της οδηγίας 2000/76.
34 Όσον αφορά το καθαρό αέριο που προκύπτει από τη θερμική επεξεργασία αποβλήτων, θα μπορούσε, κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, να θεωρηθεί ότι το καθαρό αέριο που παράγεται κατ’ αυτόν τον τρόπο από το εργοστάσιο αεριοποιήσεως αντιστοιχεί σε ουσία προκύπτουσα από τη θερμική επεξεργασία των αποβλήτων εντός αυτού του εργοστασίου και ότι, καθόσον το αέριο αυτό στη συνέχεια καίγεται στη μονάδα παραγωγής ενέργειας, θα μπορούσε το εργοστάσιο αεριοποιήσεως να θεωρηθεί ως μονάδα αποτεφρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 4, της οδηγίας 2000/76.
35 Συναφώς, αφενός, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, το συγκεκριμένο αέριο, ιδίως λόγω της διηθήσεώς του στην εγκατάσταση καθαρισμού, έχει ιδιότητες ανάλογες με ορυκτό καύσιμο και, επομένως, συνιστά αέριο κατάλληλο να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο για την παραγωγή ενέργειας, τόσο εντός της μονάδας παραγωγής ενέργειας για την οποία προορίζεται η παραγωγή του εργοστασίου αεριοποιήσεως όσο και σε άλλες μονάδες παραγωγής ενέργειας.
36 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν πρόκειται για ουσία προκύπτουσα από τη θερμική επεξεργασία αποβλήτων σε εργοστάσιο αεριοποιήσεως η οποία αποτεφρώνεται στη μονάδα παραγωγής ενέργειας προς ολοκλήρωση μιας απλής διαδικασίας διαθέσεως αποβλήτων. Πράγματι, όπως υποστήριξαν η Φινλανδική και η Ιταλική Κυβέρνηση, όταν η διαδικασία ολοκληρώνεται εντός του εργοστασίου αεριοποιήσεως, από τα απόβλητα παράγεται προϊόν το οποίο έχει τα χαρακτηριστικά του καυσίμου.
37 Αφετέρου, όταν σε εγκατάσταση της οποίας κύριος σκοπός είναι η παραγωγή προϊόντων, εν προκειμένω αερίων προϊόντων, τα απόβλητα υποβάλλονται σε θερμική επεξεργασία με σκοπό τη διάθεσή τους, μια τέτοια εγκατάσταση πρέπει να χαρακτηρίζεται ως εγκατάσταση συναποτεφρώσεως, σύμφωνα με την οικονομία του άρθρου 3, σημεία 4 και 5, της οδηγίας 2000/76, κατά την οποία ο χαρακτηρισμός μιας μονάδας ως μονάδας αποτεφρώσεως ή συναποτεφρώσεως εξαρτάται από τον κύριο σκοπό της (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση, Gävle Kraftvärme, σκέψη 40).
Επί του χαρακτηρισμού της μονάδας παραγωγής ενέργειας
38 Όσον αφορά τις δραστηριότητες της μονάδας παραγωγής ενέργειας περί της οποίας πρόκειται στην κύρια δίκη, προκύπτει ότι σκοπός της είναι η παραγωγή ενέργειας μέσω καύσεως πρώτων υλών όπως οι γαιάνθρακες και, μεταξύ άλλων, καθαρού αερίου όπως αυτό που παράγει το εργοστάσιο αεριοποιήσεως. Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι μια τέτοια μονάδα δεν έχει ως κύριο σκοπό την αποτέφρωση ουσιών που προκύπτουν από τη θερμική επεξεργασία των αποβλήτων εντός του εργοστασίου αεριοποιήσεως.
39 Εξάλλου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η καύση του καθαρού αυτού αερίου εντός της μονάδας παραγωγής ενέργειας μαζί με ορυκτά καύσιμα συνιστά θερμική επεξεργασία «αποβλήτου» κατά την έννοια της οδηγίας 2000/76, βάσει της οποίας θα μπορούσε μια τέτοια μονάδα να χαρακτηριστεί ως μονάδα αποτεφρώσεως.
40 Πράγματι, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 17 της παρούσας αποφάσεως, κατά την οδηγία αυτή, υπό την ονομασία «απόβλητα» δεν περιλαμβάνονται ουσίες ευρισκόμενες σε αέρια μορφή. Επομένως, η καύση του καθαρού αερίου που παράγεται στο εργοστάσιο αεριοποιήσεως αποκλείεται να θεωρηθεί ως θερμική επεξεργασία αποβλήτου.
41 Επομένως, υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, μολονότι το εργοστάσιο αεριοποιήσεως έχει ως σκοπό την παραγωγή προϊόντων υπό αέρια μορφή, κατόπιν θερμικής επεξεργασίας αποβλήτων, στοιχείο που αρκεί για τον χαρακτηρισμό του ως μονάδας συναποτεφρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 5, της οδηγίας 2000/76, εντούτοις η μονάδα παραγωγής ενέργειας, η οποία χρησιμοποιεί το καθαρό αέριο που παράγεται από τη συναποτέφρωση αποβλήτων εντός αυτού του εργοστασίου αεριοποιήσεως, υποκαθιστώντας με αυτό ορυκτά καύσιμα τα οποία κυρίως χρησιμοποιεί για την παραγωγή ενέργειας, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτής της οδηγίας.
42 Συναφώς, για τον χαρακτηρισμό μιας εγκαταστάσεως ως μονάδας αποτεφρώσεως ή συναποτεφρώσεως δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ποιος χαρακτηρισμός θα καθιστούσε δυνατή την επίτευξη του πλέον φιλικού για το περιβάλλον επιπέδου εκπομπών. Πράγματι, το ζήτημα αυτό εμπίπτει στην αρμοδιότητα του κοινοτικού νομοθέτη, ο οποίος καθόρισε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για τους νομικούς χαρακτηρισμούς των εγκαταστάσεων, καθώς και τα επιτρεπόμενα επίπεδα εκπομπών, τόσο για τις μονάδες αποτεφρώσεως και συναποτεφρώσεως όσο και για τις μεγάλες μονάδες καύσεως. Επομένως, κρίσιμες για το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται ενός τέτοιου ζητήματος είναι μόνον οι απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 3, σημεία 4 και 5, της οδηγίας 2000/76.
43 Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, υπό συνθήκες όπως αυτές της κύριας δίκης:
– εργοστάσιο το οποίο έχει ως σκοπό την παραγωγή προϊόντων υπό αέρια μορφή, εν προκειμένω την παραγωγή καθαρού αερίου, κατόπιν θερμικής επεξεργασίας αποβλήτων, πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «μονάδα συναποτεφρώσεως», κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 5, της οδηγίας 2000/76·
– μονάδα παραγωγής ενέργειας η οποία χρησιμοποιεί ως συμπληρωματικό καύσιμο, υποκαθιστώντας ορυκτά καύσιμα που κατά κύριο λόγο χρησιμοποιεί στην παραγωγική της δραστηριότητα, καθαρό αέριο παραγόμενο από τη συναποτέφρωση αποβλήτων σε εργοστάσιο αεριοποιήσεως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
44 Με το τέταρτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί από ποιο στάδιο χημικής επεξεργασίας μπορεί να θεωρηθεί ότι τα απόβλητα καθίστανται «προϊόντα».
45 Το δικαστήριο αυτό υπέβαλε το εν λόγω ερώτημα λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι οι αέριες ουσίες που παράγονται κατόπιν θερμικής επεξεργασίας αποβλήτων εντός εργοστασίου αεριοποιήσεως όπως αυτό περί του οποίου πρόκειται στην κύρια δίκη έχουν επίσης τη φύση «αποβλήτου», κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας 2000/76.
46 Συναφώς, με την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, διαπιστώθηκε ότι η κατά τη διάταξη αυτή έννοια του «αποβλήτου» δεν περιλαμβάνει ουσίες ευρισκόμενες υπό αέρια μορφή.
47 Υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
48 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Η έννοια «απόβλητο» του άρθρου 3, σημείο 1, της οδηγίας 2000/76/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2000, για την αποτέφρωση των αποβλήτων, δεν περιλαμβάνει ουσίες ευρισκόμενες υπό αέρια μορφή.
2) Με τον όρο «μονάδα αποτεφρώσεως» του άρθρου 3, σημείο 4, της οδηγίας 2000/76 νοείται κάθε εγκατάσταση ή τεχνική μονάδα στην οποία πραγματοποιείται θερμική επεξεργασία αποβλήτων, υπό την προϋπόθεση ότι οι ουσίες που προκύπτουν από τη θερμική αυτή επεξεργασία αποτεφρώνονται στη συνέχεια και ότι, συναφώς, για έναν τέτοιο χαρακτηρισμό δεν απαιτείται η ύπαρξη γραμμής αποτεφρώσεως.
3) Υπό συνθήκες όπως αυτές της κύριας δίκης:
– εργοστάσιο το οποίο έχει ως σκοπό την παραγωγή προϊόντων υπό αέρια μορφή, εν προκειμένω την παραγωγή καθαρού αερίου, κατόπιν θερμικής επεξεργασίας αποβλήτων, πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «μονάδα συναποτεφρώσεως», κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 5, της οδηγίας 2000/76·
– μονάδα παραγωγής ενέργειας η οποία χρησιμοποιεί ως συμπληρωματικό καύσιμο, υποκαθιστώντας ορυκτά καύσιμα που κατά κύριο λόγο χρησιμοποιεί στην παραγωγική της δραστηριότητα, καθαρό αέριο παραγόμενο από τη συναποτέφρωση αποβλήτων σε εργοστάσιο αεριοποιήσεως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η φινλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy