Υπόθεση C-321/07
Ποινική δίκη
κατά
Karl Schwarz
(αίτηση του Landgericht Mannheim
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Οδηγία 91/439/ΕΟΚ – Κατοχή αδειών οδήγησης διαφορετικών κρατών μελών – Ισχύς άδειας οδήγησης που χορηγήθηκε πριν την προσχώρηση κράτους μέλους – Αφαίρεση δεύτερης άδειας οδήγησης που χορήγησε το κράτος μέλος διαμονής – Αναγνώριση της άδειας οδήγησης που χορηγήθηκε πριν τη χορήγηση της δεύτερης άδειας που αφαιρέθηκε μεταγενέστερα λόγω ανικανότητας του κατόχου της να οδηγεί – Λήξη της περιόδου κατά την οποία απαγορεύεται προσωρινώς να ζητηθεί η έκδοση νέας άδειας οδήγησης και η οποία συνοδεύει το μέτρο της αφαίρεσης μιας άδειας οδήγησης»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Μεταφορές – Οδικές μεταφορές – Άδεια οδήγησης – Οδηγία 91/439
(Οδηγία 91/439 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1882/2003, άρθρο 7 § 5)
2. Μεταφορές – Οδικές μεταφορές – Άδεια οδήγησης – Οδηγία 91/439
(Οδηγία 91/439 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1882/2003, άρθρα 1 και 8 §§ 2 και 4)
1. Το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439 για την άδεια οδήγησης, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1882/2003, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε υπήκοο κράτους μέλους να κατέχει ταυτόχρονα δύο άδειες οδήγησης σε ισχύ, από τις οποίες η μια είναι κοινοτική και η έτερη χορηγηθείσα από άλλο κράτος μέλος, εφόσον αμφότερες αποκτήθηκαν πριν την προσχώρηση του τελευταίου αυτού κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μολονότι αληθεύει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 5 καθιερώνει τη μοναδικότητα της κοινοτικής άδειας οδήγησης, το άρθρο αυτό ωστόσο δεν απαγορεύει σε υπήκοο κράτους μέλους να εξακολουθεί να κατέχει περισσότερες της μιας έγκυρες άδειες οδήγησης οσάκις μια από τις εν λόγω άδειες εκδόθηκε από κράτος μέλος πριν την προσχώρησή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εφόσον η άδεια αυτή δεν έπαυσε να ισχύει. Επομένως, σε μια τέτοια κατάσταση, κατά την οποία συνυπάρχουν δύο άδειες σε ισχύ, η εν λόγω διάταξη δεν επηρεάζει την ισχύ μιας εξ αυτών. Η διάταξη αυτή δεν ορίζει σειρά προτεραιότητας ως προς την εφαρμογή και δεν επιβάλλει ούτε αυτοδίκαιη παύση της ισχύος της πρώτης άδειας ούτε ακυρότητα της δεύτερης.
(βλ. σκέψεις 56-58, 60, διατακτ. 1)
2. Το άρθρο 1 και το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439 για την άδεια οδήγησης, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1882/2003, δεν απαγορεύουν σε κράτος μέλος να αρνείται να αναγνωρίσει το δικαίωμα οδήγησης, το οποίο απορρέει από άδεια οδήγησης που εκδόθηκε από άλλο κράτος μέλος πριν την προσχώρησή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εφόσον η άδεια αυτή εκδόθηκε πριν τη χορήγηση άδειας οδήγησης από το πρώτο κράτος μέλος στο οποίο η δεύτερη άδεια αφαιρέθηκε λόγω ανικανότητας του κατόχου της να οδηγεί. Το γεγονός ότι η άρνηση αυτή λαμβάνει χώρα μετά τη λήξη της περιόδου η οποία συνοδεύει το μέτρο της αφαίρεσης και κατά την οποία απαγορεύεται να ζητηθεί η χορήγηση νέας άδειας οδήγησης δεν ασκεί, συναφώς, επιρροή.
Συγκεκριμένα, αν ένα εθνικό μέτρο αφαίρεσης μπορούσε να καταστρατηγηθεί μέσω της δυνατότητας χρήσης μιας άδειας οδήγησης χορηγηθείσας πριν τη χορήγηση της άδειας που αφαιρέθηκε για λόγους ανικανότητας οδήγησης, χωρίς να αποδεικνύεται ότι το πρόσωπο που επικαλείται την παλαιά άδεια είναι, κατά το χρόνο της επίκλησης αυτής, ικανό να οδηγεί, σύμφωνα με την οδηγία 91/439, θα διακυβευόταν η ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας.
Επιπλέον, θα ήταν παράδοξο να επιβάλλεται σε ένα κράτος μέλος να αναγνωρίζει το δικαίωμα οδήγησης που απορρέει από άδεια οδήγησης που χορηγήθηκε από άλλο κράτος μέλος πριν τη χορήγηση άδειας οδήγησης από το πρώτο κράτος μέλος στην περίπτωση που η δεύτερη αυτή άδεια αφαιρείται λόγω ανικανότητας του κατόχου της να οδηγεί. Συγκεκριμένα, αν υπήκοος κράτους μέλους κατέχει μία και μόνη άδεια οδήγησης εκδοθείσα σε άλλο κράτος μέλος, επιτρέπεται στο πρώτο κράτος μέλος, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439, να εφαρμόζει στον υπήκοο αυτό τις διατάξεις του περί αφαίρεσης, για παράδειγμα, λόγω ανικανότητάς του να οδηγεί.
(βλ. σκέψεις 96-98, διατακτ. 2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 19ης Φεβρουαρίου 2009 (*)
«Οδηγία 91/439/ΕΟΚ – Κατοχή αδειών οδήγησης διαφορετικών κρατών μελών – Ισχύς άδειας οδήγησης που χορηγήθηκε πριν την προσχώρηση κράτους μέλους – Αφαίρεση δεύτερης άδειας οδήγησης που χορήγησε το κράτος μέλος διαμονής – Αναγνώριση της άδειας οδήγησης που χορηγήθηκε πριν τη χορήγηση της δεύτερης άδειας που αφαιρέθηκε μεταγενέστερα λόγω ανικανότητας του κατόχου της να οδηγεί – Λήξη της περιόδου κατά την οποία απαγορεύεται προσωρινώς να ζητηθεί η έκδοση νέας άδειας οδήγησης και η οποία συνοδεύει το μέτρο της αφαίρεσης μιας άδειας οδήγησης»
Στην υπόθεση C‑321/07,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Landgericht Mannheim (Γερμανία) με απόφαση της 28ης Ιουνίου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Ιουλίου 2007, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης κατά του
Karl Schwarz,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J. N. Cunha Rodrigues, J. Klučka, P. Lindh και A. Arabadjiev, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο Κ. Schwarz, εκπροσωπούμενος από τον W. Säftel, Rechtsanwalt,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Lumma και C. Blaschke,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τον S. Fiorentino, avvocato dello Stato,
– η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Fernandes και την M. Ribes,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Braun και την N. Yerrell,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Νοεμβρίου 2008
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 2, και του άρθρου 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδήγησης (ΕΕ L 237, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EK) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ L 284, σ. 1, στο εξής: οδηγία 91/439).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο δίκης μεταξύ του Κ. Schwarz και της Staatsanwaltschaft (εισαγγελικής αρχής) Mannheim σχετικά με την άδεια οδήγησης που χορηγήθηκε στον Κ. Schwarz στην Αυστρία πριν την προσχώρηση του κράτους αυτού στην Ευρωπαϊκή Ένωση και πριν τη χορήγηση γερμανικής άδειας οδήγησης η οποία αφαιρέθηκε στη Γερμανία λόγω κατανάλωσης οινοπνεύματος.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Οι άδειες οδήγησης αποτέλεσαν αντικείμενο εναρμονίσεως με την έκδοση της πρώτης οδηγίας 80/1263/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 1980, περί καθιερώσεως κοινοτικής αδείας οδήγησης (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/010, σ. 89), η οποία, όπως επισημαίνει η πρώτη αιτιολογική σκέψη της, σκοπεί, μεταξύ άλλων, να βελτιώσει την ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας και να διευκολύνει την κυκλοφορία των προσώπων που εγκαθίστανται σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο έδωσαν εξετάσεις για την απόκτηση άδειας οδήγησης ή των προσώπων που διακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας.
4 Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 80/1263, η εθνική άδεια οδήγησης που έχει εκδοθεί κατά το κοινοτικό υπόδειγμα παρέχει στον κάτοχό της το δικαίωμα να οδηγεί τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και διεθνώς.
5 Βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, αν ο κάτοχος ισχύουσας εθνικής άδειας ή άδειας κατά το κοινοτικό υπόδειγμα που έχει εκδοθεί από ένα κράτος μέλος αποκτήσει διαμονή σε άλλο κράτος μέλος, η άδειά του διατηρεί την ισχύ της για διάστημα ενός έτους, κατ’ ανώτατο όριο, από την απόκτηση της νέας διαμονής. Εντός αυτής της προθεσμίας και αφού ο κάτοχος υποβάλει σχετική αίτηση και καταθέσει την άδειά του, το κράτος μέλος μπορεί να του χορηγήσει άδεια οδήγησης κατά το κοινοτικό υπόδειγμα.
6 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 80/1263 διευκρινίζει ότι το κράτος μέλος που προβαίνει στην αλλαγή των αδειών οδήγησης πρέπει να αποστείλει την παλαιά άδεια οδήγησης στις αρχές του κράτους μέλους που την εξέδωσε.
7 Στις περιπτώσεις αλλαγής μιας άδειας που έχει εκδοθεί από τρίτη χώρα, το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 80/1263 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι άδεια οδήγησης κατά το κοινοτικό υπόδειγμα χορηγείται μόνον εφόσον η εκδοθείσα από τρίτη χώρα άδεια οδήγησης έχει παραδοθεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που την εξέδωσε.
8 Η πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/439, που κατάργησε την οδηγία 80/1263 από την 1η Ιουλίου 1996, έχει ως εξής:
«[…] είναι ευκταίο, για τους σκοπούς της κοινής πολιτικής μεταφορών και για να βελτιωθεί η ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας καθώς και για να διευκολυνθεί η κυκλοφορία των προσώπων που εγκαθίστανται σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο εξετάστηκαν για να πάρουν άδεια οδήγησης, να υπάρχει κοινοτικό υπόδειγμα των εθνικών αδειών οδήγησης που θα αναγνωρίζεται αμοιβαία από τα κράτη μέλη χωρίς υποχρέωση αλλαγής».
9 Βάσει της ένατης αιτιολογικής σκέψης της οδηγίας αυτής, η υποχρέωση αλλαγής των αδειών οδήγησης εντός προθεσμίας ενός έτους σε περίπτωση αλλαγής κράτους της κανονικής διαμονής, αποτελεί εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, λαμβανομένης υπόψη της προόδου που έχει σημειωθεί στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
10 Η τελευταία αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/439 διευκρινίζει:
«[…] πρέπει για λόγους ασφαλείας της οδικής κυκλοφορίας να μπορούν τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τις εθνικές τους διατάξεις όσον αφορά την ανάκληση, αναστολή ή ακύρωση της άδειας οδήγησης, σε κάθε κάτοχο αδείας οδήγησης που διαμένει πλέον κανονικά στο έδαφός τους».
11 Το άρθρο 1 της οδηγίας 91/439 ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη εκδίδουν τις εθνικές άδειες οδήγησης ακολουθώντας το κοινοτικό υπόδειγμα που περιγράφεται στο παράρτημα Ι ή Iα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. […]
2. Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν αμοιβαία τις άδειες οδήγησης που εκδίδουν.
3. Όταν ο κάτοχος άδειας οδήγησης της οποίας η ισχύς δεν έχει λήξει αποκτά την κανονική του διαμονή σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο που εξέδωσε την άδεια, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να υπάγει τον κάτοχο της άδειας στις εθνικές διατάξεις που ρυθμίζουν τη διάρκεια ισχύος της άδειας, τον ιατρικό έλεγχο, τη φορολογία, και να αναγράφει επάνω στην άδεια τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη διαχείρισή της.»
12 Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/439, η χορήγηση της αδείας οδήγησης υπόκειται στις ακόλουθες προϋποθέσεις:
«α) επιτυχία σε δοκιμασία ελέγχου των ικανοτήτων και της συμπεριφοράς και σε δοκιμασία ελέγχου των γνώσεων, καθώς και πλήρωση των απαιτήσεων υγείας σύμφωνα με τις διατάξεις των παραρτημάτων II και III·
β) κανονική διαμονή ή απόδειξη της σπουδαστικής ιδιότητας επί διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών στην επικράτεια του κράτους μέλους που χορηγεί την άδεια οδήγησης.»
13 Σύμφωνα με το σημείο 14 του παραρτήματος III της οδηγίας αυτής, που τιτλοφορείται «Ελάχιστες προδιαγραφές για τη σωματική και τη διανοητική ικανότητα οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος», η κατανάλωση οινοπνεύματος συνιστά σοβαρό κίνδυνο για την οδική ασφάλεια και, λόγω της σοβαρότητας του προβλήματος, επιβάλλεται αυστηρή επαγρύπνηση σε ιατρικό επίπεδο.
14 Το σημείο 14.1 του παραρτήματος αυτού έχει ως ακολούθως:
«Η άδεια οδήγησης δεν πρέπει ούτε να χορηγείται ούτε να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που τελούν σε κατάσταση εξάρτησης από το οινόπνευμα ή που δεν μπορούν να αποσυνδέσουν την οδήγηση από την κατανάλωση οινοπνεύματος.
Η άδεια οδήγησης μπορεί να χορηγείται ή να ανανεώνεται στους υποψηφίους ή τους οδηγούς που έχουν περάσει από κατάσταση εξάρτησης από το οινόπνευμα, αφού περατωθεί μια περίοδος αποδεδειγμένης αποχής και υπό την προϋπόθεση έγκυρης ιατρικής γνωμάτευσης και τακτικού ιατρικού ελέγχου.»
15 Το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439 ορίζει τα εξής:
«Το ίδιο πρόσωπο μπορεί να είναι κάτοχος μόνο μίας άδειας οδήγησης την οποία έχει εκδώσει ένα κράτος μέλος.»
16 Το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Σε περίπτωση που ο κάτοχος αδείας οδήγησης της οποίας η ισχύς δεν έχει λήξει και η οποία έχει εκδοθεί από ένα κράτος μέλος έχει πλέον την κανονική του διαμονή σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να ζητήσει την αντικατάσταση της παλαιάς του αδείας με νέα ισοδύναμη. Το κράτος μέλος που αντικαθιστά την άδεια ελέγχει, ενδεχομένως, αν η προς αντικατάσταση άδεια εξακολουθεί πράγματι να ισχύει.
2. Με την επιφύλαξη της αρχής της εδαφικότητας όσον αφορά την ισχύ των ποινικών και αστυνομικών διατάξεών του, το κράτος μέλος κανονικής διαμονής μπορεί να εφαρμόσει στον κάτοχο άδειας οδήγησης η οποία έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος, τις εθνικές του διατάξεις όσον αφορά τον περιορισμό, την αναστολή, την αφαίρεση ή την ακύρωση του δικαιώματος οδήγησης και, ενδεχομένως, να προβεί, για τους σκοπούς αυτούς, σε αντικατάσταση της άδειας αυτής.
[…]
4. Ένα κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει σε πρόσωπο στο οποίο εφαρμόζεται, στο έδαφός του, ένα από τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, την ισχύ άδειας οδήγησης που έχει εκδώσει άλλο κράτος μέλος.
[…]
6. Όταν ένα κράτος μέλος αντικαθιστά μια άδεια οδήγησης που έχει εκδοθεί από τρίτη χώρα με άδεια οδήγησης κοινοτικού τύπου, η τελευταία αυτή άδεια περιέχει σχετική ένδειξη, η οποία τίθεται επίσης και σε κάθε μελλοντική αντικατάσταση ή ανανέωσή της.
Η αντικατάσταση μπορεί να γίνεται μόνον αν η εκδοθείσα από τρίτη χώρα άδεια παραδοθεί στις αρμόδιες αρχές του αντικαθιστούντος κράτους μέλους. Αν ο κάτοχος της αδείας αυτής μεταφέρει την κανονική διαμονή του σε άλλο κράτος μέλος, το τελευταίο αυτό δύναται να μην εφαρμόσει το άρθρο 1, παράγραφος 2.»
17 Σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας 91/439, με τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τα κράτη μέλη ορίζουν την ισοδυναμία μεταξύ των κατηγοριών αδειών που είχαν χορηγηθεί πριν από τη θέση σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και των κατηγοριών που προβλέπονται στο άρθρο 3.
18 Το άρθρο 12 της οδηγίας 91/439 ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«1. Ύστερα από διαβούλευση με την Επιτροπή, και πριν από την 1η Ιουλίου 1994, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία από την 1η Ιουλίου 1996.
[…]
3. Τα κράτη μέλη αλληλοβοηθούνται στην εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και ανταλλάσσουν, εάν χρειαστεί, πληροφορίες για τις άδειες που καταγράφουν.»
19 Το άρθρο 1 της αποφάσεως 2000/275/ΕΚ της Επιτροπής, της 21ης Μαρτίου 2000, για την ισοδυναμία μεταξύ ορισμένων κατηγοριών αδειών οδήγησης (ΕΕ L 91, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2002/256/ΕΚ της Επιτροπής της 25ης Μαρτίου 2002 (ΕΕ L 87, σ. 57), ορίζει ότι η απόφαση αυτή εφαρμόζεται σε όλες τις ισχύουσες άδειες οδήγησης που έχουν εκδοθεί από τα κράτη μέλη και είναι ακόμη σε κυκλοφορία.
20 Το άρθρο 2 της εν λόγω αποφάσεως ορίζει ότι οι πίνακες ισοδυναμιών μεταξύ των κατηγοριών των αδειών οδήγησης που έχουν εκδοθεί από τα κράτη μέλη πριν από τη θέση σε εφαρμογή της οδηγίας 91/439, καθώς και οι εναρμονισμένες κατηγορίες που ορίζει το άρθρο 3 της οδηγίας 91/439, παρατίθενται στο παράρτημα της απόφασης αυτής.
Η εθνική νομοθεσία
21 Το άρθρο 28, παράγραφοι 1, 4 και 5, της κανονιστικής απόφασης για την πρόσβαση των ιδιωτών στην οδική κυκλοφορία (κανονιστικής απόφασης για την άδεια οδήγησης) [Verordnung über die Zulassung von Personen zum Straßenverkehr (Fahrerlaubnis-Verordenung)], της 18ης Αυγούστου 1998 (BGBl. 1998 I, σ. 2214, στο εξής: FeV), ορίζει τα εξής:
«1) Στους κατόχους έγκυρης άδειας οδήγησης εντός της [Ευρωπαϊκής Ενώσεως] ή του [Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (στο εξής: ΕΟΧ)] που έχουν τη συνήθη διαμονή τους, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1 ή 2, στη Γερμανία επιτρέπεται –τηρουμένου του περιορισμού που προβλέπεται στις παραγράφους 2 έως 4– να οδηγούν στην ημεδαπή εντός των ορίων των δικαιωμάτων τους. Οι όροι που συνδέονται με τις αλλοδαπές άδειες οδήγησης τηρούνται και στη Γερμανία. Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού έχουν εφαρμογή γι’ αυτές τις άδειες οδήγησης εκτός αν υπάρχουν αντίθετες διατάξεις.
[…]
4) Η παράγραφος 1 δεν έχει εφαρμογή επί των κατόχων άδειας οδήγησης της [Ευρωπαϊκής Ενώσεως] ή του ΕΟΧ,
[…]
3. των οποίων η άδεια οδήγησης αφαιρέθηκε στη Γερμανία με προσωρινή ή τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή με αμέσως εκτελεστή ή απρόσβλητη απόφαση της διοικητικής αρχής· στους οποίους με αμετάκλητη απόφαση δεν χορηγήθηκε άδεια οδήγησης· ή των οποίων η άδεια οδήγησης δεν έχει αφαιρεθεί για τον μοναδικό λόγο ότι εν τω μεταξύ είχαν παραιτηθεί από αυτήν,
[…]
5) Το δικαίωμα χρησιμοποιήσεως στη Γερμανία άδειας οδήγησης της [Ευρωπαϊκής Ενώσεως] ή του ΕΟΧ μετά την έκδοση μιας από τις αποφάσεις της παραγράφου 4, σημεία 3 και 4, χορηγείται κατόπιν αιτήσεως όταν έχουν εκλείψει οι λόγοι για τους οποίους αφαιρέθηκε, ή απαγορεύθηκε να ζητηθεί, το δικαίωμα οδήγησης. […]»
22 Σύμφωνα με το άρθρο 69 του ποινικού κώδικα (Strafgesetzbuch), το δικαστήριο αφαιρεί την άδεια οδήγησης εφόσον από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι το πρόσωπο κατά του οποίου έχει ασκηθεί η ποινική δίωξη δεν είναι ικανό να οδηγεί οχήματα. Σύμφωνα με το άρθρο 69 bis του ίδιου κώδικα, η αφαίρεση αυτή συνοδεύεται από χρονικό διάστημα κατά το οποίο απαγορεύεται να ζητηθεί η χορήγηση νέας άδειας οδήγησης (περίοδος αποκλεισμού), το οποίο μπορεί να διαρκέσει από έξι μήνες έως πέντε έτη, ενώ, σε ορισμένες περιπτώσεις, η απαγόρευση μπορεί να επιβληθεί εφ’ όρου ζωής.
23 Ομοίως, η αρμόδια για τη χορήγηση της άδειας οδήγησης αρχή οφείλει, δυνάμει του άρθρου 46 της FeV, να αφαιρεί την άδεια αυτή οσάκις αποδεικνύεται ότι ο κάτοχός της δεν έχει την ικανότητα να οδηγεί οχήματα.
24 Το άρθρο 11 της FeV, με τίτλο «Ικανότητα», διευκρινίζει τα εξής:
«1) Οι αιτούντες τη χορήγηση άδειας οδήγησης πρέπει να πληρούν τους από σωματικής και πνευματικής απόψεως αναγκαίους προς τούτο όρους. Οι όροι αυτοί δεν πληρούνται, ιδίως, σε περίπτωση κάποιας από τις ασθένειες ή τα φυσικά ελαττώματα που προβλέπονται στα παραρτήματα 4 ή 5, λόγω των οποίων αποκλείεται η ικανότητα ή η περιορισμένη ικανότητα οδήγησης αυτοκίνητων οχημάτων. [...]
2) Αν υπάρχουν πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν ενδοιασμούς ως προς τις σωματικές ή διανοητικές δυνατότητες του αιτούντος τη χορήγηση άδειας οδήγησης, οι αρμόδιες για τις άδειες οδήγησης αρχές μπορούν να διατάξουν την προσκόμιση ιατρικής γνωματεύσεως από τον ενδιαφερόμενο, προκειμένου να εκδώσουν απόφαση σχετική με τη χορήγηση ή παράταση της ισχύος της άδειας οδήγησης ή με την επιβολή περιορισμών ή όρων. [...]
Η προσκόμιση γνωματεύσεως επισήμως αναγνωρισμένου φορέα ελέγχου της ικανότητας οδήγησης (ιατρική-ψυχολογική γνωμάτευση) μπορεί να διαταχθεί προκειμένου να αρθούν οι αμφιβολίες ως προς την ικανότητα οδήγησης για τους προβλεπόμενους στην παράγραφο 2 σκοπούς [ιδίως]
[…]
4. σε περίπτωση σοβαρών ή επανειλημμένων παραβάσεων του κώδικα οδικής κυκλοφορίας ή εγκλημάτων που σχετίζονται με την οδική κυκλοφορία ή με την ικανότητα οδήγησης […]
ή
κατά την εκ νέου χορήγηση της άδειας οδήγησης,
[…]
b) όταν η αφαίρεση της άδειας οδήγησης στηρίζεται σε κάποιον από τους λόγους του σημείου 4.
[..]
8) Σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος αρνηθεί να εξετασθεί ή δεν προσκομίσει εμπροθέσμως στην αρμόδια για τις άδειες οδήγησης αρχή τη γνωμάτευση που αυτή ζήτησε, η αρμόδια αρχή δικαιούται με την απόφασή της να κηρύξει την ανικανότητα του ενδιαφερομένου να οδηγεί. […]»
25 Το άρθρο 13 της FeV, με τίτλο «Ικανότητα σε περίπτωση προβλημάτων λόγω καταναλώσεως οινοπνεύματος», παρέχει στις αρμόδιες αρχές την εξουσία να διατάσσουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, την προσκόμιση της ιατρικής-ψυχολογικής γνωματεύσεως, προκειμένου να εκδώσουν απόφαση σχετική είτε με τη χορήγηση ή την παράταση της ισχύος μιας άδειας οδήγησης είτε με την επιβολή περιορισμών ή όρων όσον αφορά το δικαίωμα οδήγησης. Αυτό ισχύει ιδίως στην περίπτωση που, σύμφωνα με ιατρική γνωμάτευση ή βάσει ορισμένων περιστατικών, υπάρχουν ενδείξεις υπερβολικής καταναλώσεως οινοπνεύματος ή έχουν διαπραχθεί επανειλημμένως οδικές παραβάσεις υπό την επήρεια οινοπνεύματος.
26 Το άρθρο 20, παράγραφος 1, της FeV προβλέπει ότι, σε περίπτωση χορηγήσεως νέας άδειας οδήγησης μετά από αφαίρεση, εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την πρώτη χορήγηση άδειας. Μολονότι η αρμόδια αρχή μπορεί, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, να μη διατάξει την εκ νέου διεξαγωγή των εξετάσεων που απαιτούνται για τη χορήγηση της άδειας, αν δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι ο αιτών δεν κατέχει πλέον τις αναγκαίες προς τούτο γνώσεις και ικανότητες, η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου προβλέπει ότι μία τέτοια απόφαση δεν επηρεάζει την υποχρέωση προσκομίσεως ιατρικής-ψυχολογικής γνωματεύσεως του άρθρου 11, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, σημείο 5, της FeV.
27 Σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 1, του νόμου για την οδική κυκλοφορία (Straßenverkehrsgesetz, στο εξής: StVG), όποιος οδηγεί όχημα με κινητήρα, χωρίς να έχει την απαιτούμενη προς τούτο άδεια οδήγησης, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
28 Στις 28 Οκτωβρίου 1964, η Verkehrsamt Wien [υπηρεσία συγκοινωνιών Βιέννης (Αυστρία)] χορήγησε στον K. Schwarz άδεια οδήγησης για οχήματα των κατηγοριών Α και Β.
29 Το 1968, ο K. Schwarz μετέτρεψε την αυστριακή άδειά του οδήγησης σε γερμανική άδεια οδήγησης για οχήματα των κατηγοριών 1 και 3. Η αυστριακή άδεια οδήγησης δεν του είχε αφαιρεθεί τότε.
30 Στις 9 Μαΐου 1988, ο K. Schwarz παραιτήθηκε από τη γερμανική άδειά του οδήγησης την οποία και επέστρεψε.
31 Στις 3 Μαΐου 1994, αφού υποβλήθηκε επιτυχώς σε ιατρική-ψυχολογική εξέταση, έλαβε από την Ordnungsamt Mannheim (Γερμανία) νέα άδεια οδήγησης. Η αυστριακή άδεια οδήγησης του αφέθηκε.
32 Την 1η Δεκεμβρίου 1997, το Amtsgericht Mannheim καταδίκασε τον K. Schwarz σε χρηματική ποινή ίση προς το τεσσαρακονταπλάσιο του καθορισμένου ανά ημερήσια μονάδα ποσού των 50 γερμανικών μάρκων (DEM), για τον λόγο ότι οδηγούσε σε κατάσταση υπαίτιας μέθης. Του επιβλήθηκε στέρηση του δικαιώματος να οδηγεί, του αφαιρέθηκε η άδεια οδήγησης ενώ ορίσθηκε περίοδος απαγορεύσεως έξι μηνών, εντός της οποίας δεν επιτρεπόταν να ζητήσει νέα άδεια οδήγησης.
33 Στις 24 Ιουλίου 2000, ο K. Schwarz υπέβαλε στην Ordnungsamt Mannheim αίτηση χορήγησης άδειας οδήγησης για οχήματα της κατηγορίας 3. Στις 2 Απριλίου 2001, η αίτηση αυτή απορρίφθηκε, διότι ο ενδιαφερόμενος δεν προσκόμισε την απαιτούμενη γνωμάτευση σχετικά με την ικανότητά του να οδηγεί.
34 Στις 11 Απριλίου 2005, διαπιστώθηκε ότι ο K. Schwarz οδηγούσε χωρίς να έχει στην κατοχή του την απαιτούμενη άδεια οδήγησης. Κατά συνέπεια, το Amtsgericht Mannheim τον καταδίκασε, στις 30 Ιανουαρίου 2006, σε χρηματική ποινή ίση προς το τριακονταπλάσιο του καθορισμένου ανά ημερήσια μονάδα ποσού των 25 ευρώ. Ο K. Schwarz κατέβαλε την επιβληθείσα χρηματική ποινή προκειμένου να αποφύγει την αντ’ αυτής στερητική της ελευθερίας ποινή.
35 Συναφώς, ο K. Schwarz προέβαλε ότι δεν μπόρεσε να ασκήσει ένδικο βοήθημα κατά του εν λόγω εντάλματος επιβολής ποινής, διότι αυτό απεστάλη στη Βιέννη με αποτέλεσμα να το λάβει πολύ αργά.
36 Στις 23 Δεκεμβρίου 2005, κατά τη διεξαγωγή οδικού ελέγχου, ο K. Schwarz επέδειξε την αυστριακή άδειά του οδήγησης. Εν συνεχεία, το Amtsgericht Mannheim τον απάλλαξε, με απόφαση της 22ας Ιουνίου 2006, από την κατηγορία ότι οδηγούσε όχημα χωρίς να έχει στην κατοχή του έγκυρη άδεια, αδίκημα τιμωρούμενο από το άρθρο 21, παράγραφος 1, του StVG.
37 Η Staatsanwaltschaft άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω δικαστικής απόφασης ενώπιον του Landgericht Mannheim προκειμένου να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση κατά του K. Schwarz για τον λόγο ότι οδηγούσε χωρίς να έχει στην κατοχή του άδεια οδήγησης.
38 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Landgericht Mannheim αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Είναι –σε αντίθεση προς το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ– δυνατό, κατά το κοινοτικό δίκαιο, ένας πολίτης της [Ευρωπαϊκής Ένωσης] να μπορεί να έχει στην κατοχή του έγκυρη ημεδαπή άδεια οδήγησης και μια επιπλέον άδεια οδήγησης άλλου κράτους μέλους αμφότερες κτηθείσες πριν από την προσχώρηση του [τρίτου] κράτους μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, ενδεχομένως,
2) η αφαίρεση, πριν την έναρξη ισχύος της FeV της 1ης Ιανουαρίου 1999, λόγω οδήγησης σε κατάσταση μέθης, της μεταγενεστέρως κτηθείσας δεύτερης ημεδαπής άδειας οδήγησης να έχει ως έννομη συνέπεια ότι και το κύρος της προηγουμένως κτηθείσας πρώτης άδειας οδήγησης δεν χρήζει πλέον αναγνωρίσεως στην ημεδαπή, μετά την προσχώρηση του [τρίτου] κράτους μέλους, ακόμη κι αν έχει λήξει η επιβληθείσα εντός της ημεδαπής περίοδος προσωρινής απαγορεύσεως;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
39 Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει σε υπήκοο κράτους μέλους, κάτοχο κοινοτικής άδειας οδήγησης χορηγηθείσας από το κράτος μέλος αυτό, να είναι, επιπλέον, κάτοχος και άδειας που εκδόθηκε προγενέστερα από άλλο κράτος μέλος, στις περιπτώσεις που αμφότερες οι άδειες έχουν αποκτηθεί πριν την προσχώρηση του τελευταίου αυτού κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παρατηρήσεις των μερών
40 Ο Κ. Schwarz και η Επιτροπή φρονούν ότι είναι δυνατή η κατοχή δύο αδειών οδήγησης, εκ των οποίων η μία έχει χορηγηθεί από το κράτος μέλος διαμονής και η έτερη από άλλο κράτος μέλος, πριν την προσχώρηση του τελευταίου αυτού κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έστω και αν τούτο αντίκειται στο άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439. Συγκεκριμένα, η κατάσταση αυτή, μολονότι δεν αποτελεί σκοπούμενο αποτέλεσμα της οδηγίας αυτής, μπορεί να εκλείψει μόνο μετά την καθιέρωση ενός συστήματος κεντρικής διαχείρισης των αδειών οδήγησης για το σύνολο των κρατών μελών.
41 Ομοίως, η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, καταρχήν, είναι δυνατή η κατοχή δύο αδειών οδήγησης που χορηγούνται από δύο κράτη μέλη και που αμφότερες έχουν αποκτηθεί πριν την προσχώρηση ενός εκ των δύο κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
42 Ωστόσο, η κυβέρνηση αυτή επισημαίνει ότι μπορεί, κατά το εθνικό δίκαιο, μια άδεια οδήγησης χορηγηθείσα από τρίτο κράτος να παύσει να ισχύει στην ημεδαπή πριν την προσχώρηση του τρίτου αυτού κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τούτο ισχύει σε περιπτώσεις όπως της υπό κρίση υπόθεσης, στην οποία έχει εφαρμογή το γερμανικό δίκαιο, δυνάμει του οποίου ένας οδηγός, κάτοχος έγκυρης άδειας οδήγησης, χορηγηθείσας από τρίτο κράτος, χάνει το δικαίωμα χρήσης της άδειας αυτής αν παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον των δώδεκα μηνών αφότου απέκτησε την κύρια διαμονή του στη Γερμανία.
43 Εν πάση περιπτώσει, η ενδεχόμενη αναβίωση της άδειας οδήγησης που χορηγήθηκε το 1964 αντίκειται στο άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439 που σκοπεί να αποτρέψει την κατοχή δύο ταυτοχρόνως εγκύρων αδειών.
44 Η Ιταλική Κυβέρνηση, αν και παρατηρεί ότι η αυστριακή άδεια οδήγησης είχε πιθανότατα απεριόριστη διάρκεια ισχύος, θεωρεί ότι απόκειται στο Δικαστήριο να καθορίζει αν, στην περίπτωση κατοχής δύο αδειών οδήγησης, το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, ενδεχομένως προσφεύγοντας στη διαδικασία αμοιβαίας συνδρομής, να κάνει δεκτή είτε την αυτοδίκαιη παύση της ισχύος της άδειας που χορηγήθηκε προγενέστερα είτε την ex tunc ακυρότητα της άδειας που χορηγήθηκε μεταγενέστερα.
45 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439, το δικαίωμα οδήγησης σε ένα κράτος μέλος μπορεί να ασκείται μόνο βάσει μιας και μόνης κοινοτικής άδειας οδήγησης. Επομένως, ενδεχόμενα περιοριστικά μέτρα έχουν αντίκτυπο στη μοναδική αυτή άδεια. Από διοικητικής απόψεως, η κατοχή μιας και μόνης άδειας παρέχει τη δυνατότητα ελέγχου και εκτέλεσης των ενδεχόμενων κυρώσεων. Συνεπώς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όφειλε, προκειμένου να μεταφέρει ορθώς στην εσωτερική έννομη τάξη την οδηγία 91/439, να εξασφαλίσει ότι κάθε οδηγός που διαμένει στο έδαφός της κατέχει μία και μόνη κοινοτική άδεια οδήγησης.
Απάντηση του Δικαστηρίου
– Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
46 Το ερώτημα που αφορά την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439, όπως τέθηκε από το αιτούν δικαστήριο, προϋποθέτει ότι οι δύο άδειες οδήγησης ισχύουν ταυτοχρόνως.
47 Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, ο K. Schwarz έπρεπε να έχει απολέσει το δικαίωμα χρήσης της αυστριακής άδειας οδήγησης που του χορηγήθηκε το 1964 και μετατράπηκε σε γερμανική το 1968, δώδεκα μήνες αφότου απέκτησε την κύρια διαμονή του στη Γερμανία.
48 Συναφώς, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και μόνο, χωρίς να μπορεί να αποφανθεί σχετικά με το εθνικό δίκαιο (βλ., συναφώς, απόφαση της 1ης Ιουνίου 2006, C‑453/04, innoventif, Συλλογή 2006, σ. I‑4929, σκέψη 29).
49 Εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ, το Δικαστήριο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας ή του κύρους κοινοτικού νομοθετήματος, βάσει πραγματικών περιστατικών που του επισημαίνονται από το εθνικό δικαστήριο (βλ. αποφάσεις της 16ης Μαρτίου 1978, 104/77, Oehlschläger, Συλλογή τόμος 1978, σ. 277, σκέψη 4, και της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C-11/07, Eckelkamp, που δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί στη Συλλογή, σκέψη 52).
50 Από την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει όμως ότι η αυστριακή άδεια οδήγησης αφέθηκε στην κατοχή του K. Schwarz κατά τη μετατροπή της σε γερμανική άδεια οδήγησης το 1968 καθώς και κατά τη χορήγηση της γερμανικής άδειας οδήγησης το 1994, και ότι η άδεια αυτή παρέμεινε σε ισχύ.
51 Όσον αφορά την ισχύ της χορηγηθείσας το 1994 γερμανικής άδειας οδήγησης, τίθεται, αφενός, το ζήτημα της εφαρμογής της οδηγίας 80/1263 και, ειδικότερα, του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, στο μέτρο που το άρθρο αυτό προβλέπει ότι, όταν ένα κράτος μέλος αλλάζει μια άδεια που έχει εκδοθεί από τρίτη χώρα με άδεια οδήγησης κατά το κοινοτικό υπόδειγμα, η αλλαγή αυτή πραγματοποιείται μόνον εφόσον η εκδοθείσα από τρίτη χώρα άδεια οδήγησης έχει παραδοθεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εκδόσεως.
52 Υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, στο μέτρο που η χορήγηση της γερμανικής άδειας οδήγησης το 1994 δεν συνιστά μετατροπή ή αλλαγή της αυστριακής άδειας οδήγησης αλλά χορήγηση νέας γερμανικής άδειας οδήγησης κατά το γερμανικό δίκαιο, όπως υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, οι σχετικές με την αλλαγή της άδειας οδήγησης διατάξεις δεν εφαρμόζονται.
53 Αφετέρου, το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439, σύμφωνα με το οποίο κάθε πρόσωπο μπορεί να είναι κάτοχος μόνο μίας άδειας οδήγησης την οποία έχει εκδώσει ένα κράτος μέλος, στερούνταν λυσιτέλειας κατά τον χρόνο χορήγησης της γερμανικής άδειας οδήγησης το 1994, δεδομένου ότι η εν λόγω οδηγία επρόκειτο να τεθεί σε εφαρμογή μόλις την 1η Ιουλίου 1996, ημερομηνία κατά την οποία καταργήθηκε η οδηγία 80/1263 (βλ. απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1998, C‑230/97, Awoyemi, Συλλογή 1998, σ. I‑6781, σκέψη 33).
54 Ακόμα και αν υποτεθεί ότι η χορήγηση της γερμανικής άδειας οδήγησης τον Μάιο του 1994 δεν έπρεπε, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τη Γερμανική Κυβέρνηση, να θεωρηθεί ότι συνιστά χορήγηση νέας άδειας οδήγησης, αλλά ότι επρόκειτο στην πραγματικότητα για αλλαγή υπάρχουσας άδειας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν μπορεί να υφίσταται ζημία από το γεγονός ότι είναι κάτοχος δύο αδειών οδήγησης, έστω και αν η χορήγηση της δεύτερης άδειας είναι αποτέλεσμα μιας παρατυπίας συνιστάμενης στο ότι το κράτος μέλος που χορήγησε την εν λόγω άδεια παρέβη το κοινοτικό δίκαιο παραλείποντας να παραδώσει την άδεια, που είχε χορηγήσει προγενέστερα άλλο κράτος μέλος, στις αρχές του κράτους αυτού. Συγκεκριμένα, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις στον κάτοχο της άδειας αυτής λόγω αθέτησης των υποχρεώσεων που το ίδιο το κράτος υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.
– Επί της εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439
55 Το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439 ορίζει ότι κάθε πρόσωπο μπορεί να είναι κάτοχος μόνο μίας άδειας οδήγησης την οποία έχει εκδώσει ένα κράτος μέλος. Επομένως, απαγορεύεται στα κράτη μέλη να χορηγούν κοινοτική άδεια οδήγησης οσάκις το πρόσωπο που ζητεί την έκδοσή της είναι κάτοχος άλλης άδειας οδήγησης που του χορήγησε άλλο κράτος μέλος.
56 Μολονότι αληθεύει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439 καθιερώνει τη μοναδικότητα της κοινοτικής άδειας οδήγησης (βλ. αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 2008, C‑329/06 και C-343/06, Wiedemann και Funk, που δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί στη Συλλογή, σκέψη 70, καθώς και C‑334/06 έως C‑336/06, Zerche κ.λπ., που δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί στη Συλλογή, σκέψη 67), γεγονός παραμένει ότι το μοναδικό αποτέλεσμα της διάταξης αυτής είναι να απαγορεύει τη χορήγηση δεύτερης κοινοτικής άδειας οδήγησης από τη θέση σε εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, ήτοι από 1ης Ιουλίου 1996, ημερομηνίας κατά την οποία καταργήθηκε η οδηγία 80/1263.
57 Ωστόσο, το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439 δεν απαγορεύει σε υπήκοο κράτους μέλους να εξακολουθεί να κατέχει περισσότερες της μιας έγκυρες άδειες οδήγησης οσάκις μια από τις εν λόγω άδειες εκδόθηκε από κράτος μέλος πριν την προσχώρησή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εφόσον η άδεια αυτή δεν έπαυσε να ισχύει.
58 Επομένως, σε μια τέτοια κατάσταση, κατά την οποία συνυπάρχουν δύο άδειες σε ισχύ, η εν λόγω διάταξη δεν επηρεάζει την ισχύ μιας εξ αυτών. Στην περίπτωση αυτή, η διάταξη δεν ορίζει σειρά προτεραιότητας ως προς την εφαρμογή και δεν επιβάλλει ούτε αυτοδίκαιη παύση της ισχύος της πρώτης άδειας ούτε ακυρότητα της δεύτερης.
59 Συνεπώς, οσάκις η πρώτη άδεια οδήγησης χορηγήθηκε από κράτος μέλος πριν την προσχώρησή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439, στην περίπτωση κατοχής δύο εν ισχύι αδειών οδήγησης, δεν απαιτεί ούτε την αυτοδίκαιη παύση της ισχύος της άδειας που χορηγήθηκε από το κράτος αυτό πριν την προσχώρησή του ούτε την ακυρότητα της μεταγενέστερης άδειας που χορηγήθηκε εντός άλλου κράτους μέλους, επίσης πριν την εν λόγω προσχώρηση.
60 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε υπήκοο κράτους μέλους να κατέχει ταυτόχρονα δύο άδειες οδήγησης σε ισχύ, από τις οποίες η μια είναι κοινοτική και η έτερη χορηγηθείσα από άλλο κράτος μέλος, εφόσον αμφότερες αποκτήθηκαν πριν την προσχώρηση του τελευταίου αυτού κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Επί του δεύτερου ερωτήματος
61 Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 1 και το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439 απαγορεύουν σε ένα κράτος μέλος να αρνείται να αναγνωρίσει το δικαίωμα οδήγησης το οποίο απορρέει από άδεια οδήγησης που εκδόθηκε από άλλο κράτος μέλος πριν την προσχώρησή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εφόσον η άδεια αυτή εκδόθηκε πριν τη χορήγηση άδειας οδήγησης από το πρώτο κράτος μέλος στο οποίο η δεύτερη αυτή άδεια αφαιρέθηκε λόγω ανικανότητας του κατόχου της να οδηγεί και εφόσον έχει λήξει η περίοδος απαγορεύσεως που συνοδεύει την αφαίρεση αυτή.
Παρατηρήσεις των μερών
62 Ο Κ. Schwarz επισημαίνει ότι η άρνηση ενός κράτους μέλους να αναγνωρίσει άδεια οδήγησης εκδοθείσα σε άλλο κράτος μέλος προϋποθέτει απόφαση της εθνικής υπηρεσίας που είναι αρμόδια για την οδική κυκλοφορία, πράγμα που δεν ισχύει στην υπόθεση της κύριας δίκης.
63 Στην υπόθεση της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα και, συνεπώς, δεν μπορεί να επιβάλει κυρώσεις στον K. Schwarz για τον λόγο ότι οδηγούσε χωρίς άδεια. Εξάλλου, η αφαίρεση της γερμανικής άδειάς του οδήγησης το 1997, συνοδευόμενη από περίοδο κατά την οποία του απαγορεύτηκε να ζητήσει τη χορήγηση νέας άδειας οδήγησης, δεν μπορεί να δικαιολογήσει, μετά την παρέλευση της εν λόγω περιόδου, την επ’ αόριστον άρνηση αναγνώρισης της αυστριακής άδειας οδήγησης που του χορηγήθηκε το 1964.
64 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι μια άδεια οδήγησης εκδοθείσα σε ένα κράτος μέλος μετά την αφαίρεση προηγούμενης άδειας σε άλλο κράτος μέλος δεν πρέπει να αναγνωρίζεται στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος αν η δεύτερη άδεια χορηγήθηκε κατά τη διάρκεια περιόδου κατά την οποία απαγορεύεται να ζητηθεί νέα άδεια οδήγησης στο κράτος μέλος που αφαίρεσε την προηγούμενη άδεια.
65 Αντιθέτως, είναι δυνατό να επιτραπεί εκ νέου η οδήγηση οχήματος, δυνάμει δεύτερης άδειας οδήγησης χορηγηθείσας από κράτος μέλος μετά τη λήξη της περιόδου κατά την οποία απαγορεύεται να ζητηθεί νέα άδεια οδήγησης. Όσον αφορά άδεια οδήγησης χορηγηθείσα πριν την περίοδο κατά την οποία απαγορεύεται να ζητηθεί νέα άδεια οδήγησης, και όχι κατά τη διάρκεια αυτής, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο κάτοχος μιας τέτοιας άδειας συνήθως δεν έχει ακόμα βεβαρημένο ποινικό μητρώο κατά τον χρόνο έκδοσής της και ότι η εν λόγω άδεια πρέπει, κατά συνέπεια, να αναγνωριστεί, εκτός αν τούτο εμποδίζεται από διάφορες περιστάσεις.
66 Σε μια υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης, η υποχρέωση αναγνώρισης μιας έγκυρης άδειας οδήγησης που εκδόθηκε στη Δημοκρατία της Αυστρίας, μετά τη λήξη της περιόδου απαγόρευσης που συνόδευε το μέτρο της αφαίρεσης, δεν επηρεάζεται ούτε από το γεγονός ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν είχε ακόμα προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά ούτε και από το γεγονός ότι υπήρξε αφαίρεση άδειας οδήγησης που εκδόθηκε μεταγενέστερα στην Γερμανία.
67 Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης που προτείνει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα, η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει επικουρικώς και μόνον τον ισχυρισμό ότι ο κανόνας του άρθρου 28 της FeV, βάσει του οποίου δεν επιτρέπεται στον K. Schwarz να οδηγεί δυνάμει της αυστριακής άδειάς του οδήγησης, δεν είναι αντίθετος προς την οδηγία 91/439, ενόσω δεν αποδεικνύεται, μέσω της προσκόμισης ιατρικής-ψυχολογικής γνωμάτευσης, ότι εξέλιπαν οι λόγοι που δικαιολόγησαν την αφαίρεση γερμανικής άδειας οδήγησης που χορηγήθηκε μεταγενέστερα. Αν οι αρχές όφειλαν να αναγνωρίσουν την αλλοδαπή άδεια οδήγησης που χορηγήθηκε προγενέστερα, το μέτρο της αφαίρεσης μιας γερμανικής άδειας οδήγησης θα στερούνταν κάθε αποτελέσματος.
68 Επιπλέον, το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439 επιτρέπει τη θέσπιση μέτρων προς επιβολή κυρώσεων λόγω συμπεριφοράς που χρονικά τοποθετείται μετά την απόκτηση της αλλοδαπής άδειας.
69 Επιπροσθέτως, αντιθέτως προς την περίπτωση ενός προσώπου που αποκτά νέα άδεια οδήγησης σε άλλο κράτος μέλος μετά την αφαίρεση της γερμανικής άδειάς του οδήγησης, ο ενδιαφερόμενος ουδόλως απέδειξε δύο φορές την ικανότητά του να οδηγεί οχήματα. Το άρθρο 8, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439 καταδεικνύει, ακριβώς, τη θέληση του κοινοτικού νομοθέτη να αποφεύγεται η σώρευση σε ένα πρόσωπο διπλού δικαιώματος οδήγησης οχημάτων.
70 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, επίσης, ότι η αφαίρεση μιας εθνικής άδειας οδήγησης πρέπει να περιλαμβάνει τη δυνατότητα αμφισβήτησης της ισχύος μιας προγενέστερα χορηγηθείσας αλλοδαπής άδειας οδήγησης, δεδομένου ότι ο σκοπός της οδηγίας 91/439 για την προστασία της οδικής ασφάλειας επιβάλλει να απαγορεύεται στα μη έχοντα την απαιτούμενη ικανότητα άτομα να οδηγούν στο οδικό δίκτυο.
71 Τέλος, η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι το γεγονός της λήξης της περιόδου κατά την οποία απαγορεύεται να ζητηθεί νέα άδεια οδήγησης στερείται λυσιτέλειας, στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε αποκτήσει νέα άδεια οδήγησης κατά τη λήξη της περιόδου απαγόρευσης. Επομένως, τα δικαιώματα του Κ. Schwarz δεν θίγονται σε υπερβολικό βαθμό, εφόσον δεν του απαγορεύτηκε η απόκτηση νέας άδειας οδήγησης κατά τη λήξη της περιόδου απαγόρευσης.
72 Ομοίως, η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην εφαρμοστεί το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439, κατά το οποίο το κράτος μέλος κανονικής διαμονής μπορεί να εφαρμόσει στον κάτοχο άδειας οδήγησης η οποία έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος τις εθνικές του διατάξεις όσον αφορά τον περιορισμό, την αναστολή, την αφαίρεση ή την ακύρωση του δικαιώματος οδήγησης.
73 Στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο K. Schwarz δεν υποβλήθηκε, μετά την αφαίρεση της γερμανικής άδειάς του οδήγησης, σε εξετάσεις για την εξακρίβωση της ικανότητάς του να οδηγεί, εγκεκριμένες από άλλο κράτος μέλος. Συνεπώς, μετά την εν λόγω αφαίρεση δεν συνέβη κανένα γεγονός από το οποίο θα μπορούσε να συναχθεί ότι ο ενδιαφερόμενος ανέκτησε την ικανότητα οδήγησης. Άλλωστε, ο K. Schwarz επιτρεπόταν να ζητήσει τη χορήγηση νέας άδειας οδήγησης δυνάμει του άρθρου 28, παράγραφος 5, της FeV.
Απάντηση του Δικαστηρίου
74 Από την πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/439 προκύπτει ότι η γενική αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδήγησης που χορηγούνται από τα κράτη μέλη, την οποία θέτει το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439, καθιερώθηκε ιδίως για να διευκολύνει την κυκλοφορία των προσώπων που εγκαθίστανται σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο εξετάστηκαν για την άδεια οδήγησης (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C‑476/01, Kapper, Συλλογή 2004, σ. I‑5205, σκέψη 71· προπαρατεθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk, σκέψη 49, και Zerche κ.λπ., σκέψη 46, καθώς και απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2008, C-1/07, Weber, που δεν έχει δημοσιευτεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 26).
75 Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439 προβλέπει την αμοιβαία αναγνώριση, χωρίς καμιά διατύπωση, των αδειών οδήγησης που εκδίδουν τα κράτη μέλη. Η διάταξη αυτή επιβάλλει στα κράτη μέλη σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση, η οποία δεν αφήνει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τα μέτρα που πρέπει να θεσπίσουν προκειμένου να συμμορφωθούν προς αυτήν (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Awoyemi, σκέψεις 41 και 42· απόφαση της 10ης Ιουλίου 2003, C‑246/00, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 2003, σ. I‑7485, σκέψεις 60 και 61· προπαρατεθείσες αποφάσεις Kapper, σκέψη 45, Wiedemann και Funk, σκέψη 50, Zerche κ.λπ., σκέψη 47, και Weber, σκέψη 27, καθώς και διατάξεις της 6ης Απριλίου 2006, C-227/05, Halbritter, σκέψη 25, και της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑340/05, Kremer, σκέψη 27).
76 Στο κράτος μέλος εκδόσεως της άδειας εναπόκειται να διαπιστώσει αν πληρούνται οι ελάχιστες προϋποθέσεις που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως οι σχετικές με τη διαμονή και με την ικανότητα οδήγησης που ορίζει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/439 και, ως εκ τούτου, αν η χορήγηση άδειας οδήγησης είναι δικαιολογημένη (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk, σκέψη 52, καθώς και Zerche κ.λπ., σκέψη 49).
77 Εφόσον οι αρχές ενός κράτους μέλους έχουν χορηγήσει άδεια οδήγησης, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/439, τα λοιπά κράτη μέλη δεν δικαιούνται να εξετάσουν αν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορηγήσεως που προβλέπει η οδηγία αυτή. Συγκεκριμένα, η κατοχή άδειας οδήγησης που έχει χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος πρέπει να θεωρείται ως απόδειξη ότι ο κάτοχος της άδειας αυτής πληρούσε, κατά τον χρόνο εκδόσεως, τις προϋποθέσεις αυτές (προπαρατεθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk, σκέψη 53, καθώς και Zerche κ.λπ., σκέψη 50)
78 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι οι άδειες οδήγησης που είχε εκδώσει η Αυστρία από 1ης Ιανουαρίου 1956 μέχρι τις 2 Νοεμβρίου 1997 απαριθμούνται στους πίνακες ισοδυναμιών που περιέχει το παράρτημα της απόφασης 2000/275, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την απόφαση 2002/256.
79 Ωστόσο, το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439, όπως προκύπτει από την τελευταία αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής, παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα, υπό ορισμένες περιστάσεις και ιδίως για λόγους οδικής ασφάλειας, να επικαλούνται τις εθνικές τους διατάξεις περί περιορισμού, αναστολής, αφαιρέσεως και ακυρώσεως της άδειας οδήγησης έναντι κάθε κατόχου άδειας με κανονική διαμονή στο έδαφός τους.
80 Η ευχέρεια που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439, μπορεί να ασκηθεί μόνο λόγω συμπεριφοράς του ενδιαφερομένου που σημειώθηκε μετά την απόκτηση της εκδοθείσας από άλλο κράτος μέλος άδειας οδήγησης (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk, σκέψη 59, και Zerche κ.λπ., σκέψη 56, καθώς και προπαρατεθείσες διατάξεις Halbritter, σκέψη 38, Kremer, σκέψη 35, και διάταξη της 3ης Ιουλίου 2008, C‑225/07, Möginger, που δεν έχει δημοσιευτεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 36).
81 Μολονότι είναι αληθές ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439 δεν επιτρέπει στο κράτος μέλος της κανονικής διαμονής να αρνείται την αναγνώριση της άδειας οδήγησης που εκδόθηκε από άλλο κράτος μέλος αποκλειστικά και μόνον επειδή από τον κάτοχο της άδειας αυτής είχε αφαιρεθεί στο παρελθόν άλλη άδεια οδήγησης στο κράτος μέλος της κανονικής διαμονής, ωστόσο, η διάταξη αυτή επιτρέπει στο κράτος αυτό, με την επιφύλαξη της τήρησης της αρχής της εδαφικότητας των ποινικών νόμων και των αστυνομικών διατάξεων, να εφαρμόζει στον εν λόγω κάτοχο τις εθνικές του διατάξεις περί περιορισμού, αναστολής, αφαιρέσεως και ακυρώσεως της άδειας οδήγησης, αν η συμπεριφορά του κατόχου της, μετά τη χορήγηση της άδειας αυτής, δικαιολογεί κάτι τέτοιο (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk, σκέψη 66, και Zerche κ.λπ., σκέψη 63).
82 Το άρθρο 8, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 91/439 επιτρέπει στα κράτη μέλη να αρνούνται την αναγνώριση της ισχύος άδειας οδήγησης που αποκτήθηκε σε άλλο κράτος μέλος από πρόσωπο στο οποίο έχει επιβληθεί, στο πρώτο κράτος μέλος, μέτρο περιορισμού, αναστολής, αφαιρέσεως ή ακυρώσεως του δικαιώματος οδήγησης.
83 Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, και το άρθρο 8, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/439 δεν απαγορεύουν σε ένα κράτος μέλος να αρνηθεί σε πρόσωπο στο οποίο έχει επιβληθεί, από το ίδιο κράτος, μέτρο αφαιρέσεως της άδειας οδήγησης, συνοδευόμενο από απαγόρευση αιτήσεως νέας άδειας επί ορισμένο χρονικό διάστημα, την αναγνώριση νέας άδειας οδήγησης που εκδόθηκε από άλλο κράτος μέλος κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου απαγορεύσεως (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk, σκέψη 65, και Zerche κ.λπ., σκέψη 62, καθώς και προπαρατεθείσα διάταξη Möginger, σκέψη 38).
84 Εντούτοις, η δυνατότητα που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/439 συνιστά παρέκκλιση από τη γενική αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδήγησης και, ως εκ τούτου, πρέπει να ερμηνεύεται στενά (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk, σκέψη 60, Zerche κ.λπ., σκέψη 57, καθώς και Weber, σκέψη 29).
85 Το Δικαστήριο έχει κρίνει όμως ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί το εν λόγω άρθρο 8, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/439 για να αρνείται επ’ αόριστο να αναγνωρίσει σε πρόσωπο στο οποίο έχει επιβληθεί, στο έδαφός του, μέτρο αφαιρέσεως ή ακυρώσεως άδειας οδήγησης που εκδόθηκε από το κράτος μέλος αυτό την ισχύ κάθε άδειας που μπορεί να χορηγήθηκε στο πρόσωπο αυτό μεταγενέστερα, ήτοι μετά την περίοδο απαγορεύσεως, από άλλο κράτος μέλος (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες αποφάσεις Kapper, σκέψη 76, Wiedemann και Funk, σκέψη 63, Zerche κ.λπ., σκέψη 60, καθώς και προπαρατεθείσες διατάξεις Halbritter, σκέψη 28, και Kremer, σκέψη 29).
86 Έτσι, όταν σ’ ένα πρόσωπο επιβάλλεται, σ’ ένα κράτος μέλος, μέτρο αφαιρέσεως της άδειας οδήγησης, το εν λόγω άρθρο 8, παράγραφος 4, δεν επιτρέπει, καταρχήν, στο κράτος μέλος αυτό να αρνείται να αναγνωρίσει την ισχύ της άδειας οδήγησης που χορηγείται μεταγενέστερα στο ίδιο πρόσωπο από άλλο κράτος μέλος σε χρόνο κατά τον οποίον δεν ίσχυε απαγόρευση αιτήσεως νέας άδειας οδήγησης (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες αποφάσεις Kapper, σκέψη 76, Wiedemann και Funk, σκέψη 64, και Zerche κ.λπ., σκέψη 60, καθώς και προπαρατεθείσες διατάξεις Halbritter, σκέψη 27, Kremer, σκέψη 29, και Möginger, σκέψη 44).
87 Εν προκειμένω, όπως ίσχυε και στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι προπαρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη αποφάσεις και οι διατάξεις, η επίδικη στην κύρια δίκη άδεια οδήγησης χορηγήθηκε και χρησιμοποιήθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο δεν ίσχυε απαγόρευση αιτήσεως νέας άδειας οδήγησης.
88 Ωστόσο, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον το γεγονός ότι μια άδεια οδήγησης χορηγήθηκε από ένα κράτος μέλος πριν τη χορήγηση άδειας οδήγησης από άλλο κράτος μέλος και, ως εκ τούτου, πριν την αφαίρεση της άδειας αυτής, ασκεί επιρροή στην υποχρέωση του τελευταίου αυτού κράτους μέλους να αναγνωρίσει την άδεια οδήγησης που χορήγησε το πρώτο κράτος.
89 Συγκεκριμένα, μολονότι αληθεύει ότι υπήρξε χορήγηση άδειας οδήγησης, όπως η επίδικη αυστριακή στην υπόθεση της κύριας δίκης, σε χρόνο κατά τον οποίο δεν ίσχυε απαγόρευση αιτήσεως νέας άδειας οδήγησης και ότι ο κάτοχός της τη χρησιμοποίησε εκτός της περιόδου απαγορεύσεως, η εν λόγω άδεια, αντιθέτως προς τα διαλαμβανόμενα στις προπαρατεθείσες αποφάσεις και διατάξεις, αποκτήθηκε πριν και όχι μετά τη χορήγηση της γερμανικής άδειας οδήγησης και, ως εκ τούτου, πριν την αφαίρεση της άδειας αυτής.
90 Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 40 των προτάσεών του, η οδηγία 91/439 στόχο έχει να εξισορροπήσει, αφενός, την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης για τη διευκόλυνση της κυκλοφορίας των προσώπων, στόχο που υπενθυμίζει η σκέψη 74 της παρούσας απόφασης και, αφετέρου, τον σκοπό της οδηγίας για βελτίωση της οδικής ασφάλειας, ιδίως επιτρέποντας στα κράτη μέλη, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας αυτής, να επικαλούνται, υπό ορισμένες περιστάσεις, τις εθνικές τους διατάξεις περί αφαιρέσεως, αναστολής και ακυρώσεως της άδειας οδήγησης.
91 Έτσι, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αρνείται να αναγνωρίσει στο έδαφός του το δικαίωμα οδήγησης το οποίο απορρέει από άδεια οδήγησης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος και, ως εκ τούτου, την ισχύ της άδειας αυτής, ενόσω ο κάτοχός της δεν έχει υποβληθεί στις προϋποθέσεις που απαιτούνται στο πρώτο αυτό κράτος μέλος για τη χορήγηση νέας άδειας μετά την αφαίρεση άδειας που αποκτήθηκε προγενέστερα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο έλεγχος της ικανότητας οδήγησης, προκειμένου να πιστοποιηθεί ότι εξέλιπαν οι λόγοι που δικαιολόγησαν την εν λόγω αφαίρεση (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Wiedemann και Funk, σκέψη 64, και Zerche κ.λπ., σκέψη 61, καθώς και προπαρατεθείσες διατάξεις Halbritter, σκέψη 32, και Kremer, σκέψη 38).
92 Στις υποθέσεις αυτές, η άρση της ανικανότητας οδήγησης, για την οποία επιβλήθηκε η κύρωση της αφαίρεσης της άδειας οδήγησης εντός κράτους μέλους, συντελέστηκε μέσω εξετάσεων για εξακρίβωση της ικανότητας τις οποίες πραγματοποίησε το άλλο κράτος μέλος προκειμένου να εκδώσει τη μεταγενέστερη άδεια οδήγησης.
93 Συγκεκριμένα, με την ευκαιρία αυτή, όπως υπενθυμίζεται με τη σκέψη 76 της παρούσας απόφασης, το κράτος μέλος εκδόσεως πρέπει να διαπιστώσει, μεταξύ άλλων, κατά πόσον ο υποψήφιος πληροί τις ελάχιστες προδιαγραφές για τη σωματική και τη διανοητική ικανότητα οδήγησης, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/439.
94 Υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπόθεσης της κύριας δίκης, η αφαίρεση χορηγηθείσας από κράτος μέλος άδειας οδήγησης θέτει υπό αμφισβήτηση την ικανότητα οδήγησης του κατόχου της και, κατά συνέπεια, εμμέσως, την ισχύ της άδειας οδήγησης που εξέδωσε προγενέστερα άλλο κράτος μέλος.
95 Όπως επισήμαναν οι Κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας, ο κάτοχος δεν υποβλήθηκε, αντιθέτως προς ό,τι συνέβη στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι προπαρατεθείσες διατάξεις Halbritter και Kremer, μετά την προγενέστερη αφαίρεση της γερμανικής άδειάς του οδήγησης, σε εξετάσεις εγκεκριμένες από τις αρχές άλλου κράτους μέλους προς εξακρίβωση της ικανότητάς του να οδηγεί. Ως εκ τούτου, ουδόλως αποδείχτηκε ότι ο εν λόγω κάτοχος είναι ικανός να οδηγεί και να μετακινείται στο οδικό δίκτυο σύμφωνα με τις απαιτήσεις για την ικανότητα που ορίζει η οδηγία 91/439.
96 Αν ένα εθνικό μέτρο αφαίρεσης, όπως αυτό που επιβλήθηκε στην υπόθεση της κύριας δίκης, μπορούσε να καταστρατηγηθεί μέσω της δυνατότητας χρήσης μιας άδειας οδήγησης χορηγηθείσας πριν τη χορήγηση της άδειας που αφαιρέθηκε για λόγους ανικανότητας οδήγησης, χωρίς να αποδεικνύεται ότι το πρόσωπο που επικαλείται την παλαιά άδεια είναι, κατά το χρόνο της επίκλησης αυτής, ικανό να οδηγεί, σύμφωνα με την οδηγία 91/439, θα διακυβευόταν η ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας.
97 Επιπλέον, θα ήταν παράδοξο να επιβάλλεται σε ένα κράτος μέλος να αναγνωρίζει το δικαίωμα οδήγησης που απορρέει από άδεια οδήγησης που χορηγήθηκε από άλλο κράτος μέλος πριν τη χορήγηση άδειας οδήγησης από το πρώτο κράτος μέλος στην περίπτωση που η δεύτερη αυτή άδεια αφαιρείται λόγω ανικανότητας του κατόχου της να οδηγεί. Συγκεκριμένα, αν υπήκοος κράτους μέλους κατέχει μία και μόνη άδεια οδήγησης εκδοθείσα σε άλλο κράτος μέλος, επιτρέπεται στο πρώτο κράτος μέλος, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439, να εφαρμόζει στον υπήκοο αυτό τις διατάξεις του περί αφαίρεσης, για παράδειγμα, λόγω ανικανότητάς του να οδηγεί.
98 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 1 και το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439 δεν απαγορεύουν σε κράτος μέλος να αρνείται να αναγνωρίσει το δικαίωμα οδήγησης, το οποίο απορρέει από άδεια οδήγησης που εκδόθηκε από άλλο κράτος μέλος πριν την προσχώρησή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εφόσον η άδεια αυτή εκδόθηκε πριν τη χορήγηση άδειας οδήγησης από το πρώτο κράτος μέλος στο οποίο η δεύτερη άδεια αφαιρέθηκε λόγω ανικανότητας του κατόχου της να οδηγεί. Το γεγονός ότι η άρνηση αυτή λαμβάνει χώρα μετά τη λήξη της περιόδου η οποία συνοδεύει το μέτρο της αφαίρεσης και κατά την οποία απαγορεύεται να ζητηθεί η χορήγηση νέας άδειας οδήγησης δεν ασκεί, συναφώς, επιρροή.
Επί των δικαστικών εξόδων
99 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 7, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδήγησης, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EK) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε υπήκοο κράτους μέλους να κατέχει ταυτόχρονα δύο άδειες οδήγησης σε ισχύ, από τις οποίες η μια είναι κοινοτική και η έτερη χορηγηθείσα από άλλο κράτος μέλος, εφόσον αμφότερες αποκτήθηκαν πριν την προσχώρηση του τελευταίου αυτού κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
2) Το άρθρο 1 και το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας 91/439, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1882/2003, δεν απαγορεύουν σε κράτος μέλος να αρνείται να αναγνωρίσει το δικαίωμα οδήγησης, το οποίο απορρέει από άδεια οδήγησης που εκδόθηκε από άλλο κράτος μέλος πριν την προσχώρησή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εφόσον η άδεια αυτή εκδόθηκε πριν τη χορήγηση άδειας οδήγησης από το πρώτο κράτος μέλος στο οποίο η δεύτερη άδεια αφαιρέθηκε λόγω ανικανότητας του κατόχου της να οδηγεί. Το γεγονός ότι η άρνηση αυτή λαμβάνει χώρα μετά τη λήξη της περιόδου η οποία συνοδεύει το μέτρο της αφαίρεσης και κατά την οποία απαγορεύεται να ζητηθεί η χορήγηση νέας άδειας οδήγησης δεν ασκεί, συναφώς, επιρροή.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας:η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy