ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 23ης Απριλίου 2009 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Νομοθεσία περί ζωοτροφών και τροφίμων – Κανονισμός (ΕΚ) 882/2004 – Ανεπάρκεια προσωπικού των υπηρεσιών που είναι επιφορτισμένες με τη διεξαγωγή των κτηνιατρικών ελέγχων »
Στην υπόθεση C‑331/07,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 16 Ιουλίου 2007,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την H. Τσερέπα-Lacombe και τον F. Erlbacher, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τη Σ. Χαριτάκη και τον Ι. Χαλκιά, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, K. Schiemann, J. Makarczyk (εισηγητή), P. Kūris και L. Bay Larsen, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 6ης Νοεμβρίου 2008,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας τα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα για να συμμορφωθεί, αφενός, με την υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 882/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τη διενέργεια επισήμων ελέγχων της συμμόρφωσης προς τη νομοθεσία περί ζωοτροφών και τροφίμων και προς τους κανόνες για την υγεία και την καλή διαβίωση των ζώων (ΕΕ L 165, σ. 1, και διορθωτικό στην ΕΕ L 191, σ. 1), να διαθέτει σε επαρκή αριθμό κατάλληλα ειδικευμένο και έμπειρο προσωπικό για να είναι δυνατή η διενέργεια των επίσημων ελέγχων και η εκπλήρωση των υποχρεώσεων ελέγχου κατά τρόπο αποτελεσματικό και ουσιαστικό και, αφετέρου, με την υποχρέωση, που προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις της κοινοτικής κτηνιατρικής νομοθεσίας, προσλήψεως του απαραίτητου προσωπικού προς πραγματοποίηση των εν λόγω ελέγχων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις εν λόγω διατάξεις.
Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 882/2004 ορίζει:
«1. Ο παρών κανονισμός θεσπίζει γενικούς κανόνες για τη διεξαγωγή επισήμων ελέγχων για να εξακριβώνεται η συμμόρφωση προς τους κανόνες που έχουν ως στόχο, ιδίως:
α) την πρόληψη, την εξάλειψη ή τη μείωση σε αποδεκτό επίπεδο, των κινδύνων για τον άνθρωπο και τα ζώα, είτε άμεσα είτε μέσω του περιβάλλοντος,
και
β) τη διασφάλιση θεμιτών πρακτικών κατά το εμπόριο ζωοτροφών και τροφίμων και την προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένης της επισήμανσης των ζωοτροφών και των τροφίμων και άλλων μορφών ενημέρωσης των καταναλωτών.
[…]
3. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τις ειδικές κοινοτικές διατάξεις που αφορούν τους επισήμους ελέγχους.»
3 Σύμφωνα με το άρθρο 2, σημείο 1, του εν λόγω κανονισμού, ως «επίσημος έλεγχος νοείται: κάθε μορφή ελέγχου που πραγματοποιεί η αρμόδια αρχή ή η Κοινότητα για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης προς τη νομοθεσία περί ζωοτροφών και τροφίμων και προς τους κανόνες περί υγείας και καλής διαβίωσης των ζώων».
4 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού ορίζει τις γενικές υποχρεώσεις όσον αφορά την οργάνωση των επισήμων ελέγχων και προβλέπει, ειδικότερα, ότι τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι πραγματοποιούνται επίσημοι έλεγχοι τακτικά και βάσει των κινδύνων και με την κατάλληλη συχνότητα για την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που καθορίζονται στην εν λόγω διάταξη.
5 Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 882/2004:
«Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν:
[…]
γ) ώστε να διαθέτουν ή να έχουν πρόσβαση σε επαρκή δυναμικότητα εργαστηρίων για τις δοκιμές και σε επαρκή αριθμό κατάλληλα ειδικευμένου και έμπειρου προσωπικού ώστε οι επίσημοι έλεγχοι και τα καθήκοντα ελέγχου να διεξάγονται σωστά και ουσιαστικά».
6 Ο κανονισμός 882/2004 κατάργησε μεταξύ άλλων, με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2006, τις οδηγίες 89/397/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1989, σχετικά με τον επίσημο έλεγχο των τροφίμων (ΕΕ L 186, σ. 23), και 93/99/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1993, σχετικά με τα πρόσθετα μέτρα που αφορούν τον επίσημο έλεγχο των τροφίμων (ΕΕ L 290, σ. 14). Το άρθρο 2 της δεύτερης αυτής οδηγίας όριζε:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να διαθέτουν ή να έχουν πρόσβαση σε επαρκή αριθμό υπαλλήλων με τα δέοντα προσόντα και πείρα, ιδίως σε τομείς όπως της χημείας, της χημείας τροφίμων, της κτηνιατρικής, της ιατρικής, της μικροβιολογίας τροφίμων, της υγιεινής τροφίμων, της τεχνολογίας τροφίμων και της νομικής, ούτως ώστε οι έλεγχοι που αναφέρονται στο άρθρο 5 της οδηγίας 89/397/ΕΟΚ να διεξάγονται δεόντως.»
7 Το άρθρο 5 της οδηγίας 89/397 όριζε:
«Ο έλεγχος συνίσταται σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες πράξεις, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 6 ως 9 και σε συνάρτηση με την προβλεπόμενη έρευνα:
1) επιθεώρηση,
2) δειγματοληψία και ανάλυση,
3) έλεγχο της υγιεινής του προσωπικού,
4) εξέταση του έγγραφου υλικού,
5) εξέταση των μεθόδων ελέγχου που τυχόν εφαρμόζει η επιχείρηση και των αποτελεσμάτων αυτών των μεθόδων.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
8 Από το 1998, το Γραφείο Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων (ΓΤΚΘ) έχει πραγματοποιήσει πολλές αποστολές στην Ελλάδα προκειμένου να επαληθεύσει την αποτελεσματικότητα των συστημάτων ελέγχων που εφαρμόζουν οι ελληνικές αρχές κατ’ εφαρμογή της κοινοτικής κτηνιατρικής νομοθεσίας.
9 Κατά τις αποστολές αυτές, το ΓΤΚΘ διαπίστωσε σημαντική έλλειψη προσωπικού αρμόδιου για τις δραστηριότητες ελέγχου που προβλέπει η εν λόγω νομοθεσία τόσο στο επίπεδο της κεντρικής διοικήσεως όσο και στο επίπεδο των διευθύνσεων των περιφερειακών διοικήσεων. Λόγω της ελλείψεως αυτής, το ΓΤΚΘ κατέληξε ότι οι αναγκαίοι έλεγχοι δεν μπορούσαν να διενεργηθούν, για τα προγράμματα εξάλειψης και καταπολέμησης των ασθενειών των ζώων υπήρχε κίνδυνος μη ολοκληρώσεώς τους και δεν τηρούνταν οι κανόνες για την καλή διαβίωση των ζώων.
10 Με έγγραφο της 5ης Μαΐου 2003, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων πληροφόρησε την Επιτροπή σχετικά με την έγκριση ενός σχεδίου δράσεως που προέβλεπε την πρόσληψη πρόσθετου κτηνιατρικού προσωπικού (στο εξής: σχέδιο δράσης).
11 Θεωρώντας, κατόπιν νέων αποστολών του ΓΤΚΘ, ότι το κτηνιατρικό προσωπικό δεν είχε αυξηθεί σημαντικά, η Επιτροπή, με έγγραφο της 15ης Μαΐου 2004, ζήτησε από την Ελληνική Δημοκρατία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Η Επιτροπή θεώρησε ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη, αφενός, το άρθρο 2 της οδηγίας 93/99 και το άρθρο 5 της οδηγίας 89/397 και, αφετέρου, τις ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά τους ελέγχους και την εποπτεία που προβλέπονται από ορισμένες διατάξεις της κοινοτικής κτηνιατρικής νομοθεσίας που περιλαμβάνονται σε οδηγίες των οποίων ο κατάλογος ήταν συνημμένος στο έγγραφο οχλήσεως.
12 Στις 13 Ιουλίου 2004, η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε στο έγγραφο αυτό αναφέροντας τα μέτρα που ελήφθησαν ή θα λαμβάνονταν στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης.
13 Στις 18 Οκτωβρίου 2004, η Επιτροπή απηύθυνε προς την Ελληνική Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη καλώντας την να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παραλαβή της.
14 Στις 20 Δεκεμβρίου 2004, η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε στην εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη, αφενός, παραθέτοντας εκ νέου τα μέτρα που έλαβε ή επρόκειτο να λάβει στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης και, αφετέρου, αναφέροντας ότι η εφαρμογή στην Ελλάδα της κοινοτικής κτηνιατρικής νομοθεσίας ήταν εξασφαλισμένη και χάρις σ’ αυτήν αντιμετωπίστηκαν οι επιζωοτίες που ανέκυψαν στο παρελθόν, κατέστη δυνατή η συγκράτησή τους εντός της χώρας και περιορίστηκαν οι επιπτώσεις τους στο ζωικό κεφάλαιο.
15 Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι το κτηνιατρικό προσωπικό εξακολουθούσε να είναι ανεπαρκές για να διενεργεί τους ελέγχους που προβλέπει η κοινοτική νομοθεσία, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
16 Η Επιτροπή προβάλλει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας μέτρα θεραπείας σχετικά με την ανεπάρκεια του προσωπικού των υπηρεσιών που είναι επιφορτισμένες με τους κτηνιατρικούς ελέγχους, ανέπτυξε μια διοικητική πρακτική η οποία είναι, σε ορισμένο βαθμό, παγιωμένη και γενική και μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ορθή και αποτελεσματική εφαρμογή της κοινοτικής κτηνιατρικής νομοθεσίας.
17 Συναφώς, αφενός, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 882/2004 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να διαθέτουν σε επαρκή αριθμό κατάλληλα ειδικευμένο και έμπειρο προσωπικό για να είναι δυνατή η διενέργεια των επίσημων ελέγχων και η εκπλήρωση των υποχρεώσεων ελέγχου κατά τρόπο αποτελεσματικό και ουσιαστικό, όπως οι υποχρεώσεις αυτές απορρέουν από την κοινοτική κτηνιατρική νομοθεσία, υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων περί ελέγχων που περιλαμβάνονται σε άλλες πράξεις της εν λόγω νομοθεσίας.
18 Αφετέρου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, λόγω αυτής της παράβασης του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 882/2004, υπήρξαν επίσης παραβάσεις πολυάριθμων διατάξεων της κοινοτικής κτηνιατρικής νομοθεσίας, οι οποίες είτε προβλέπουν ότι ορισμένοι κτηνιατρικοί έλεγχοι πρέπει να διενεργούνται είτε θέτουν κανόνες και όρους που προϋποθέτουν την ύπαρξη τέτοιων ελέγχων.
19 Εν προκειμένω, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι το ΓΤΚΘ πραγματοποίησε από το 1998 πολλές αποστολές στην Ελλάδα στο πλαίσιο των οποίων διαπιστώθηκε σημαντική έλλειψη προσωπικού για τις διάφορες επίσημες δραστηριότητες ελέγχου που προβλέπονταν από την εν λόγω νομοθεσία, σε όλα τα διοικητικά επίπεδα. Κατά την Επιτροπή, η ανεπάρκεια κτηνιατρικού προσωπικού ήταν τέτοια ώστε να τίθεται σε κίνδυνο η διενέργεια των απαραίτητων ελέγχων για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας, τα προγράμματα εξάλειψης και καταπολέμησης των ασθενειών των ζώων καθώς και η τήρηση των κανόνων όσον αφορά την καλή διαβίωση των ζώων.
20 Η Ελληνική Δημοκρατία επισημαίνει, πρώτον, ότι κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο η Επιτροπή αναφέρθηκε ιδίως, προς στήριξη της δεύτερης αιτιάσεώς της, σε έναν κατάλογο οδηγιών παραθέτοντας απλώς τους αριθμούς, τους τίτλους και τα στοιχεία δημοσιεύσεώς τους. Μόνο με το εισαγωγικό της δικόγραφο διευκρίνισε τελικώς η Επιτροπή τα άρθρα ή τα κεφάλαια των οδηγιών αυτών που παραβιάστηκαν. Επομένως, το κράτος μέλος αυτό θεωρεί ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι αόριστη και, ως εκ τούτου, απαράδεκτη.
21 Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί τη βασιμότητα των αιτιάσεων της Επιτροπής. Φρονεί ότι η επίκληση παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 882/2004 μπορεί να γίνει μόνο στην περίπτωση που η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το κράτος μέλος διαθέτει, προδήλως και κατά τα διδάγματα της κοινής λογικής και πείρας, τόσο μικρό αριθμό προσωπικού ώστε να θεωρείται βέβαιο ότι το εν λόγω κράτος μέλος αδυνατεί πλήρως, γι’ αυτόν και μόνον τον λόγο, να ασκήσει τους απαιτούμενους ελέγχους στο σύνολό τους. Η Επιτροπή ποτέ δεν προέβαλε σχετικό ισχυρισμό και περιορίστηκε να εκφράσει γενικούς, αόριστους και ενδεχόμενους φόβους. Εξάλλου, η Ελληνική Δημοκρατία υπογραμμίζει ότι, κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο, ανέφερε ότι διέθετε σχέδιο δράσεως για να διασφαλίσει την ορθή εφαρμογή της κοινοτικής κτηνιατρικής νομοθεσίας, η καταλληλότητα του οποίου αποδείχθηκε από τα ίδια τα γεγονότα, και ειδικότερα την επιτυχή αντιμετώπιση των επιζωοτιών και την απουσία κρίσεων στον τομέα της διατροφής. Συναφώς, το κράτος μέλος αυτό διευκρίνισε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι οι ελληνικές αρχές, κατά την περίοδο του συναγερμού λόγω της γρίπης των πτηνών, χρησιμοποίησαν με επιτυχία, ιδίως στις συνοριακές θέσεις ελέγχου, στρατιωτικούς κτηνιάτρους.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
22 Πρέπει να τονιστεί, αφενός, ότι η οδηγία 93/99, βάσει της οποίας κινήθηκε η διαδικασία αναγνωρίσεως παραβάσεως, έχει καταργηθεί και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 882/2004, που ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 2006, και ότι η προσφυγή της Επιτροπής στηρίζεται, ειδικότερα, σε ορισμένες διατάξεις του κανονισμού αυτού.
23 Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, μολονότι τα αιτήματα που περιέχονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν καταρχήν να επεκταθούν και πέραν των παραβάσεων στις οποίες αναφέρεται το διατακτικό της αιτιολογημένης γνώμης και το έγγραφο όχλησης, εντούτοις, σε περίπτωση τροποποιήσεως της κοινοτικής νομοθεσίας κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η Επιτροπή παραδεκτώς μπορεί να διαπιστώσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το αρχικό κείμενο κοινοτικής πράξης, η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε ή καταργήθηκε, εφόσον οι υποχρεώσεις αυτές διατηρήθηκαν δυνάμει των νέων διατάξεων. Αντίθετα, το αντικείμενο της διαφοράς δεν μπορεί να επεκταθεί σε υποχρεώσεις που απορρέουν από νέες διατάξεις, αντίστοιχες των οποίων δεν υπήρχαν στο αρχικό κείμενο της εν λόγω πράξης, διότι τούτο θα συνιστούσε παράβαση ουσιώδους τύπου, η οποία θα έθιγε το νομότυπο της διαδικασίας αναγνώρισης της παράβασης (βλ. αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 1999, C‑365/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1999, σ. I‑7773, σκέψεις 36 και 39, και της 12ης Ιουνίου 2003, C‑363/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2003, σ. I‑5767, σκέψη 22).
24 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η υποχρέωση των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών να μεριμνούν ώστε να διαθέτουν σε επαρκή αριθμό κατάλληλα ειδικευμένο και έμπειρο προσωπικό για να είναι δυνατή η διενέργεια των επίσημων ελέγχων και η εκπλήρωση των υποχρεώσεων ελέγχου κατά τρόπο αποτελεσματικό και ουσιαστικό, όπως η υποχρέωση αυτή απορρέει πλέον από το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 882/2004, υφίστατο ήδη δυνάμει του άρθρου 2 της οδηγίας 93/99, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της οδηγίας 89/397.
25 Με την υπό κρίση προσφυγή, η Επιτροπή παραδεκτώς επομένως διαπιστώνει, ιδίως, ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 882/2004.
26 Αφετέρου, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας συνίσταται στο να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα, αφενός, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και, αφετέρου, να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων της Επιτροπής (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 2003, C‑185/00, Επιτροπή κατά Φινλανδίας, Συλλογή 2003, σ. I‑14189, σκέψη 79, και της 8ης Απριλίου 2008, C‑337/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2008, σ. I-2173, σκέψη 19).
27 Το νομότυπο της διαδικασίας αυτής συνιστά μια ουσιώδη εγγύηση που θέλησε η Συνθήκη ΕΚ για την προστασία των δικαιωμάτων του οικείου κράτους μέλους. Μόνον εφόσον τηρηθεί η εγγύηση αυτή, η ενώπιον του Δικαστηρίου κατ’ αντιδικία διαδικασία παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει αν το κράτος μέλος παρέβη, πράγματι, τις υποχρεώσεις την παράβαση των οποίων επικαλείται η Επιτροπή (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 2003, C‑145/01, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2003, σ. I‑5581, σκέψη 17, και της 8ης Απριλίου 2008, Επιτροπή κατά Ιταλίας, προπαρατεθείσα, σκέψη 20).
28 Εν προκειμένω, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι, στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η Επιτροπή παρέθεσε, προς στήριξη της αιτιάσεώς της περί παραβάσεως της κοινοτικής κτηνιατρικής νομοθεσίας, ορισμένες οδηγίες από τις οποίες απορρέουν, κατά την άποψή της, ειδικές απαιτήσεις σε θέματα ελέγχων και εποπτείας, χωρίς όμως να αναφέρει ρητώς τις σχετικές διατάξεις των εν λόγω οδηγιών. Σύμφωνα με το κράτος μέλος αυτό, η αοριστία αυτή καθιστά την υπό κρίση προσφυγή απαράδεκτη.
29 Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας τόσο στο έγγραφο οχλήσεως όσο και στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, σύμφωνα με τις οποίες η εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας ήταν εξασφαλισμένη και χάρις σ’ αυτήν αντιμετωπίστηκαν οι επιζωοτίες που ανέκυψαν στο παρελθόν, κατέστη δυνατή η συγκράτησή τους εντός της Ελλάδας και περιορίστηκαν οι επιπτώσεις τους στο ζωικό κεφάλαιο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το γεγονός για το οποίο γίνεται λόγος στη προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως δεν στέρησε από το εν λόγω κράτος μέλος τη δυνατότητα να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά της επίμαχης αιτιάσεως, έχοντας κατανοήσει επακριβώς το αντικείμενό της.
30 Συνεπώς, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να κριθεί παραδεκτή.
Επί της ουσίας
31 Πρέπει να τονιστεί ότι, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, η Επιτροπή προβάλλει μία κύρια αιτίαση, αντλούμενη από παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 882/2004, και μία επικουρική, στηριζόμενη σε παράβαση των ειδικών διατάξεων για τους επίσημους ελέγχους που περιλαμβάνονται στην κοινοτική κτηνιατρική νομοθεσία. Και στις δύο περιπτώσεις, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ελληνική Δημοκρατία ανέπτυξε μια διοικητική πρακτική η οποία είναι, σε ένα ορισμένο βαθμό, παγιωμένη και γενική, ικανή να θέσει σε κίνδυνο την ορθή και αποτελεσματική εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας.
– Εισαγωγικές παρατηρήσεις
32 Πρέπει να υπενθυμιστεί, πρώτον, ότι η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο να διαπιστώσει την παράβαση διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας λόγω μιας γενικώς ακολουθούμενης, εκ μέρους των αρχών κράτους μέλους, πρακτικής αντίθετης προς τις διατάξεις αυτές, επικαλούμενη προς τούτο ως παράδειγμα ορισμένες ειδικές περιπτώσεις (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 26ης Απριλίου 2005, C‑494/01, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 2005, σ. I‑3331, σκέψη 27, και της 25ης Οκτωβρίου 2007, C‑248/05, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 2007, σ. I‑9261, σκέψη 64).
33 Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, για να μπορεί συμπεριφορά κράτους, συνιστάμενη σε διοικητική πρακτική αντίθετη προς τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου, να στοιχειοθετήσει παράβαση κατά την έννοια του άρθρου 226 ΕΚ, πρέπει η εν λόγω διοικητική πρακτική να είναι, σε ορισμένο βαθμό, παγιωμένη και γενική (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Απριλίου 2006, C‑441/02, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2006, σ. I‑3449, σκέψη 50· της 14ης Ιουνίου 2007, C‑342/05, Επιτροπή κατά Φινλανδίας, Συλλογή 2007, σ. I‑4713, σκέψη 33, και της 25ης Οκτωβρίου 2007, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, προπαρατεθείσα, σκέψη 65).
34 Δεύτερον, στο πλαίσιο διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει το υποστατό της προβαλλόμενης παραβάσεως. Αυτή οφείλει να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της παραβάσεως, χωρίς να μπορεί να στηριχθεί σε οποιοδήποτε τεκμήριο (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2007, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
35 Ωστόσο, τα κράτη μέλη οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ, να διευκολύνουν την Επιτροπή στην εκπλήρωση της αποστολής της, η οποία συνίσταται ιδίως, κατά το άρθρο 211 ΕΚ, στη μέριμνα για την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης, καθώς και των διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει αυτής από τα κοινοτικά όργανα (βλ., ιδίως, προπαρατεθείσες αποφάσεις της 26ης Απριλίου 2005, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 25ης Οκτωβρίου 2007, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκέψη 67).
36 Στην περίπτωση, ιδίως, κατά την οποία η Επιτροπή προσκομίζει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι αρχές κράτους μέλους διαμόρφωσαν διαρκή και κατ’ επανάληψη ακολουθούμενη πρακτική ερχόμενη σε αντίθεση με τις διατάξεις οδηγίας, εναπόκειται στο συγκεκριμένο κράτος μέλος να αμφισβητήσει κατά τρόπο τεκμηριωμένο και λεπτομερή τα προβαλλόμενα στοιχεία και τις συνέπειες που απορρέουν από αυτά (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2007, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκέψη 69 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
37 Υπό το φως των αρχών αυτών πρέπει να εξεταστούν οι αιτιάσεις που προβάλλει η Επιτροπή.
– Επί της κύριας αιτιάσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 882/2004
38 Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 882/2004 επιβάλλει ιδίως στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών την υποχρέωση να μεριμνούν για να διαθέτουν σε επαρκή αριθμό κατάλληλα ειδικευμένο και έμπειρο προσωπικό για να είναι δυνατή η διενέργεια των επίσημων ελέγχων και η εκπλήρωση των υποχρεώσεων ελέγχου κατά τρόπο αποτελεσματικό και ουσιαστικό.
39 Εν προκειμένω, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στην Ελλάδα, οι αρμόδιες αρχές δεν διαθέτουν επαρκές προσωπικό για την προσήκουσα πραγματοποίηση των εν λόγω ελέγχων.
40 Η Επιτροπή στηρίζεται, προς τούτο, στις εκθέσεις που κατάρτισε το ΓΤΚΘ κατόπιν των αποστολών που πραγματοποίησε στην Ελλάδα από το 2001 έως το 2006.
41 Προκύπτει μεταξύ άλλων ότι το ΓΤΚΘ διαπίστωσε ανεπάρκεια προσωπικού στις κτηνιατρικές υπηρεσίες, τόσο στην κεντρική διοίκηση όσο και στις διευθύνσεις των περιφερειακών διοικήσεων, και ότι, λόγω της ανεπάρκειας αυτής, οι έλεγχοι που προβλέπονται από την κοινοτική κτηνιατρική νομοθεσία δεν μπορούσαν, συνολικώς, να πραγματοποιηθούν αποτελεσματικά και ουσιαστικά.
42 Δεδομένου του αριθμού των αποστολών που πραγματοποίησε τακτικά το ΓΤΚΘ κατά την οικεία περίοδο και της παγιότητας των διαπιστώσεων που περιέχονται στις εκθέσεις που κατάρτισε ο οργανισμός αυτός, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή προσκόμισε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι εθνικές αρχές ανέπτυξαν πρακτική, σε ορισμένο βαθμό, παγιωμένη και γενική, η οποία είναι αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ, του κανονισμού 882/2004.
43 Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως υπενθυμίσθηκε με τη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως, στην Ελληνική Δημοκρατία εναπέκειτο να αμφισβητήσει ουσιαστικώς και κατά εμπεριστατωμένο τρόπο τα προβαλλόμενα στοιχεία και τις συνέπειες που απορρέουν από αυτά.
44 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, μολονότι η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί τη βασιμότητα της κύριας αιτιάσεως της Επιτροπής, δεν υπέβαλε, αντιθέτως, στοιχεία που να αντικρούουν, ουσιαστικώς και κατά εμπεριστατωμένο τρόπο, τα δεδομένα των εκθέσεων του ΓΤΚΘ που αφορούν την ανεπάρκεια προσωπικού στις κτηνιατρικές υπηρεσίες, δεδομένα τα οποία επικαλέσθηκε η Επιτροπή προς στήριξη της προσφυγής της.
45 Επιπλέον, το εν λόγω κράτος μέλος ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 882/2004. Συγκεκριμένα, από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι για να διαπιστωθεί παράβαση της εν λόγω διατάξεως αρκεί μέρος των ελέγχων να μην μπορεί να διεξαχθεί αποτελεσματικά και ουσιαστικά λόγω έλλειψης προσωπικού επιφορτισμένου με την πραγματοποίησή τους.
46 Εξάλλου, το γεγονός ότι δεν σημειώθηκε καμία κρίση στον τομέα της διατροφής κατά τη διάρκεια της οικείας περιόδου και ότι οι αρμόδιες αρχές αντιμετώπισαν επιτυχώς τις επιζωοτίες δεν έχει καμία σημασία για την εξακρίβωση του υποστατού της εν λόγω παράβασης. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί, από μόνο του, να αποδείξει ότι τηρήθηκε η υποχρέωση διαθέσεως προσωπικού σε επαρκή αριθμό για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων, που απορρέει από το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 882/2004.
47 Όσον αφορά το σχέδιο δράσης που αναφέρεται στη σκέψη 10 της παρούσας αποφάσεως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι μπορούσε να ανταποκριθεί στις ανησυχίες που εξέφρασε η Επιτροπή κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι το σχέδιο αυτό τέθηκε σε εφαρμογή πριν τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη. Κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιαζόταν κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη και, επομένως, οι μεταβολές που επήλθαν μετά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 8ης Μαΐου 2008, C‑233/07, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 31, και της 17ης Ιανουαρίου 2008, C‑152/05, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2008, σ. I‑39, σκέψη 15, και της 8ης Μαΐου 2008, C 233/07, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, σκέψη 31).
48 Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν κατόρθωσε να αντικρούσει, ουσιαστικώς και κατά εμπεριστατωμένο τρόπο, τα στοιχεία που επικαλέστηκε η Επιτροπή προς στήριξη της σχετικής με την παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 882/2004 αιτιάσεώς της.
49 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η κύρια αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.
– Επί της επικουρικής αιτιάσεως που αντλείται από παράβαση των ειδικών διατάξεων για τους επισήμους ελέγχους που προβλέπει η κοινοτική κτηνιατρική νομοθεσία
50 Η Επιτροπή ζητεί επίσης να διαπιστωθεί ότι, λόγω της έλλειψης επαρκούς αριθμού κατάλληλα εξειδικευμένου και έμπειρου προσωπικού, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις ειδικές διατάξεις για τους επίσημους ελέγχους που περιλαμβάνονται στην κοινοτική κτηνιατρική νομοθεσία.
51 Αφενός, όπως υπενθυμίστηκε με τη σκέψη 34 της παρούσας αποφάσεως, στο πλαίσιο διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει το υποστατό της προβαλλόμενης παραβάσεως.
52 Αφετέρου, πρέπει να τονιστεί ότι ο κανονισμός 882/2004 ορίζει με το άρθρο του 1, παράγραφος 3, ότι δεν θίγει τις ειδικές κοινοτικές διατάξεις που αφορούν τους επισήμους ελέγχους. Επομένως, οι ειδικές αυτές διατάξεις εφαρμόζονται κατά παρέκκλιση των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού. Κατά συνέπεια, ενδεχόμενη παράβαση των ειδικών αυτών διατάξεων δεν μπορεί να συναχθεί απλώς από την παράβαση των διατάξεων του κανονισμού 882/2004.
53 Πάντως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει την ύπαρξη, σε ορισμένο βαθμό, παγιωμένης και γενικής διοικητικής πρακτικής αντίθετης με τις ειδικές διατάξεις για τους επίσημους ελέγχους που περιλαμβάνονται στην κοινοτική κτηνιατρική νομοθεσία.
54 Υπό τις συνθήκες αυτές, η επικουρική αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
55 Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα μέτρα για να θεραπευθεί η ανεπάρκεια προσωπικού των υπηρεσιών που είναι επιφορτισμένες με τη διεξαγωγή των κτηνιατρικών ελέγχων στην Ελλάδα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 882/2004.
Επί των δικαστικών εξόδων
56 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε τέτοιο αίτημα και η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα μέτρα για να θεραπευθεί η ανεπάρκεια προσωπικού των υπηρεσιών που είναι επιφορτισμένες με τη διεξαγωγή των κτηνιατρικών ελέγχων στην Ελλάδα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 882/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τη διενέργεια επισήμων ελέγχων της συμμόρφωσης προς τη νομοθεσία περί ζωοτροφών και τροφίμων και προς τους κανόνες για την υγεία και την καλή διαβίωση των ζώων.
2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy