Υπόθεση C-384/07
Wienstrom GmbH
κατά
Bundesminister für Wirtschaft und Arbeit
[αίτηση του Verwaltungsgerichtshof (Αυστρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κρατικές ενισχύσεις – Άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ – Ενισχύσεις που κρίθηκαν συμβατές με την κοινή αγορά – Διαφορά μεταξύ του αποδέκτη των ενισχύσεων και των εθνικών αρχών σχετικά με το ύψος των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν παράνομα – Ρόλος του εθνικού δικαστή»
Περίληψη της αποφάσεως
Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Σχέδια ενισχύσεων – Χορήγηση ενισχύσεως κατά παράβαση της απαγορεύσεως του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ – Μεταγενέστερη απόφαση της Επιτροπής που κηρύσσει την ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά
(Άρθρο 88 § 3 ΕΚ)
Όταν ένα σχέδιο κρατικής ενίσχυσης έχει κοινοποιηθεί νομότυπα στην Επιτροπή και δεν έχει εκτελεστεί πριν από την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής, το σχέδιο αυτό μπορεί να εκτελεστεί από το χρονικό σημείο έκδοσης της απόφασης αυτής, ακόμη και για τον προγενέστερο χρόνο τον οποίο καλύπτει το μέτρο που κρίθηκε συμβατό.
Όταν η ενίσχυση έχει χορηγηθεί στον αποδέκτη της κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, ΕΚ, ο εθνικός δικαστής ενδέχεται, κατόπιν αίτησης άλλου επιχειρηματία, να κληθεί να αποφανθεί, ακόμη και μετά την έκδοση της θετικής απόφασης της Επιτροπής, επί του κύρους των εκτελεστικών πράξεων και επί της αναζήτησης των χορηγηθεισών επιδοτήσεων. Στην περίπτωση αυτή, μολονότι το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει στον εθνικό δικαστή να διατάξει τα κατάλληλα μέτρα προς θεραπεία των συνεπειών της παρανομίας, ακόμη και ελλείψει εξαιρετικών περιστάσεων, δεν του επιβάλλει εντούτοις την υποχρέωση αναζήτησης ολόκληρης της παράνομης ενίσχυσης. Ο εθνικός δικαστής οφείλει, κατ’ εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, να υποχρεώσει τον αποδέκτη της ενίσχυσης να καταβάλει τόκους για το χρονικό διάστημα της παρανομίας. Στο πλαίσιο του εθνικού του δικαίου, ο εθνικός δικαστής μπορεί ενδεχομένως να διατάξει την αναζήτηση της παράνομης ενίσχυσης, με την επιφύλαξη του δικαιώματος του κράτους μέλους να τη χορηγήσει εκ νέου μεταγενέστερα. Ο εθνικός δικαστής μπορεί επίσης να δεχτεί αγωγές αποζημίωσης για τις ζημίες που έχουν προκληθεί λόγω του παράνομου χαρακτήρα της ενίσχυσης.
Επομένως, σε περίπτωση παράνομης εκτέλεσης μέτρου ενίσχυσης, κατόπιν της οποίας εκδίδεται θετική απόφαση της Επιτροπής, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στον αποδέκτη της ενίσχυσης ούτε να αξιώσει την καταβολή της οφειλόμενης για το μέλλον ενίσχυσης ούτε να διατηρήσει την ενίσχυση που του χορηγήθηκε πριν από την έκδοση της θετικής απόφασης, με την επιφύλαξη πάντως των συνεπειών που πρέπει να συναχθούν από τον παράνομο χαρακτήρα της πρόωρης καταβολής της ενίσχυσης. Το αποφασιστικό κριτήριο από το οποίο εξαρτάται η δυνατότητα του αποδέκτη της ενίσχυσης να επιτύχει την καταβολή ενίσχυσης για τον πριν από την έκδοση θετικής απόφασης χρόνο ή να διατηρήσει την χορηγηθείσα ήδη ενίσχυση είναι συνεπώς η εκ μέρους της Επιτροπής διαπίστωση του συμβατού της ενίσχυσης με την κοινή αγορά.
Κατά συνέπεια, η απαγόρευση εφαρμογής μέτρων κρατικών ενισχύσεων, την οποία προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, ΕΚ, δεν επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση του αποδέκτη ενισχύσεων η οποία αφορά το ύψος των ενισχύσεων αυτών που οφείλονταν για περίοδο προγενέστερη της απόφασης της Επιτροπής με την οποία οι εν λόγω ενισχύσεις κρίθηκαν συμβατές με την κοινή αγορά.
(βλ. σκέψεις 26-31, 39 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 18ης Δεκεμβρίου 2008 (*)
«Κρατικές ενισχύσεις – Άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ – Ενισχύσεις που κρίθηκαν συμβατές με την κοινή αγορά – Διαφορά μεταξύ του αποδέκτη των ενισχύσεων και των εθνικών αρχών σχετικά με το ύψος των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν παράνομα – Ρόλος του εθνικού δικαστή»
Στην υπόθεση C‑384/07,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof (Αυστρία) με απόφαση της 31ης Ιουλίου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Αυγούστου 2007, στο πλαίσιο της δίκης
Wienstrom GmbH
κατά
Bundesminister für Wirtschaft und Arbeit,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, J.‑C. Bonichot, J. Makarczyk, L. Bay Larsen (εισηγητή) και C. Toader, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mazák
γραμματέας: K. Sztranc-Sławiczek, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 23ης Οκτωβρίου 2008,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Wienstrom GmbH, εκπροσωπούμενη από τον H. R. Laurer, Rechtsanwalt,
– η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Pesendorfer,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους K. Gross και B. Martenczuk,
– η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ, εκπροσωπούμενη από τον B. Alterskjær, τον N. Fenger και την L. Young,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία του άρθρου 88, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, ΕΚ.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο της εκδίκασης διαφοράς μεταξύ της Wienstrom GmbH (στο εξής: Wienstrom) και του Bundesminister für Wirtschaft und Arbeit (Ομοσπονδιακού Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Εργασίας, στο εξής: καθού) σχετικά με το ύψος των ενισχύσεων που πρέπει να χορηγηθούν στην Wienstrom δυνάμει του Ökostromgesetz (αυστριακού νόμου για την οικολογική ηλεκτρική ενέργεια, στο εξής: ÖG).
Το νομικό πλαίσιο
Το μέτρο ενίσχυσης
3 Ο ÖG ρυθμίζει την επιδότηση των σταθμών μικτής παραγωγής ηλεκτρικής και θερμικής ενέργειας (στο εξής: σταθμοί μικτής παραγωγής) στην Αυστρία.
4 Το αρχικό κείμενο του νόμου αυτού [όπως δημοσιεύτηκε στην BGBl. (Εφημερίδα της Κυβέρνησης της Αυστρίας) I, 149/2002, στο εξής: αρχικός ÖG) άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2003. Στις 2 Οκτωβρίου 2006 αντικαταστάθηκε από νέο κείμενο (BGBl. I, 105/2006, στο εξής: τροποποιημένος ÖG).
5 Με σκοπό την προώθηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς μικτής παραγωγής, προβλέπεται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η απόδοση του αναγκαίου επιπλέον κόστους λειτουργίας των σταθμών. Κατά τα έτη 2003 και 2004 το ανώτατο ποσό της επιδότησης αυτής ανερχόταν, σύμφωνα με τον αρχικό ÖG, σε 1,5 λεπτό ανά κιλοβατώρα (kWh) ηλεκτρικής ενέργειας παραγόμενης από σταθμό μικτής παραγωγής. Από το 2005 το ποσό αυτό καθορίζεται, κατ’ εφαρμογή των εφαρμοστέων διατάξεων του αρχικού ÖG, από την καθής αρχή, η οποία έχει τη δυνατότητα να το τροποποιεί, αφού προβεί στην αναγκαία εξέταση.
6 Κατά τη διάρκεια των επίμαχων στην κύρια δίκη ετών, η επιδότηση χρηματοδοτούνταν χάρη στην επιβολή μιας ενιαίας προσαύξησης στις ποσότητες ηλεκτρικού ρεύματος που παραδίδονταν στον τελικό καταναλωτή, ανεξάρτητα από το αν ο συγκεκριμένος καταναλωτής χρησιμοποιούσε πράγματι ηλεκτρική ενέργεια προερχόμενη από σταθμό μικτής παραγωγής. Η προσαύξηση αυτή περιερχόταν στην Energie‑Control GmbH, τον δημόσιο οργανισμό που ήταν αρμόδιος για την καταβολή των επιδοτήσεων στους σταθμούς μικτής παραγωγής.
7 Το άρθρο 30d του τροποποιημένου ÖG τροποποίησε αναδρομικά το εν λόγω μέτρο.
8 Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι για την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2003 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2006 οι διανομείς ηλεκτρικού ρεύματος, οι οποίοι εισάγουν «οικολογική» ηλεκτρική ενέργεια ή ενέργεια παραγόμενη σε σταθμούς μικτής παραγωγής και την πωλούν σε ημεδαπούς τελικούς καταναλωτές, καθώς και οι τελικοί καταναλωτές οι οποίοι εισάγουν τέτοιου είδους ηλεκτρική ενέργεια για δική τους χρήση μπορούν να αξιώσουν την απόδοση του ποσού της ενίσχυσης για την ηλεκτρική ενέργεια που προέρχεται από μικρού μεγέθους υδροηλεκτρικούς σταθμούς ή για κάθε άλλη μορφή οικολογικής ηλεκτρικής ενέργειας ή την απόδοση της προσαύξησης που προβλέπεται για την παραγόμενη σε σταθμούς μικτής παραγωγής ενέργεια.
Η απόφαση της Επιτροπής
9 Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατόπιν ανταλλαγής διαφόρων εγγράφων κατά τη διάρκεια του 2003 με τις αυστριακές αρχές, καταχώρισε τα μέτρα τα σχετικά με τους σταθμούς μικτής παραγωγής ως μη κοινοποιηθείσες ενισχύσεις, με αριθμό υπόθεσης NN 162/B/2003. Η Δημοκρατία της Αυστρίας κοινοποίησε στην Επιτροπή τις τροποποιήσεις που είχε εισαγάγει ο τροποποιημένος ÖG. Η κοινοποίηση αυτή καταχωρίστηκε με αριθμό υπόθεσης N 317/B/2006.
10 Με την απόφαση C (2006) 2964 τελικό, της 4ης Ιουλίου 2006 (ΕΕ C 221, σ. 9, στο εξής: απόφαση της Επιτροπής), η Επιτροπή αποφάσισε να μην διατυπώσει αντιρρήσεις. Έκρινε ότι οι ενισχύσεις ήσαν σύμφωνες με το κοινοτικό πλαίσιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος (ΕΕ 2001, C 37, σ. 3) και ότι επομένως συμβιβάζονται με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Η Επιτροπή δέχτηκε ότι η τροποποίηση που επήλθε με τον τροποποιημένο ÖG αποτελούσε το ενδεδειγμένο μέσο εξουδετέρωσης των διακρίσεων που δημιουργούνται ενδεχομένως σε βάρος της εισαγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
11 Η Wienstrom εκμεταλλεύεται διάφορους σταθμούς μικτής παραγωγής στη Βιέννη και επιδοτείται δυνάμει του ÖG.
12 Η εταιρία αυτή προσβάλλει δύο αποφάσεις της καθής αρχής, οι οποίες φέρουν ημερομηνία 11 Οκτωβρίου 2004 (στο εξής: πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση) και 7 Δεκεμβρίου 2006 (στο εξής: δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση).
13 Με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση η επιδότηση της Wienstrom για τρεις σταθμούς μικτής παραγωγής για το 2003 καθορίστηκε σε 37 335 602,20 ευρώ. Επειδή είχαν ήδη προκαταβληθεί 44 551 514,75 ευρώ, η απόφαση αυτή επιβάλλει την απόδοση από την εν λόγω εταιρία της διαφοράς, δηλαδή ποσού ίσου με 7 215 912,55 ευρώ.
14 Η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση αφορά την επιδότηση που χορηγήθηκε στην Wienstrom για έναν εκσυγχρονισμένο σταθμό μικτής παραγωγής για το έτος 2005. Προηγουμένως είχε εκδοθεί στις 8 Μαρτίου 2006 απόφαση με την οποία είχε καθοριστεί προσωρινά το ύψος της ενίσχυσης, οπότε στις 14 Μαρτίου 2006 προκαταβλήθηκε ποσό 5 408 159 ευρώ. Με τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση το ύψος της επιδότησης καθορίστηκε οριστικά στα 5 688 703,47 ευρώ και διατάχθηκε η καταβολή του εναπομένοντος μετά την προκαταβολή ποσού, το οποίο ανερχόταν σε 280 544,47 ευρώ. Η Wienstrom υποστηρίζει ότι το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε 8 487 228,00 ευρώ.
15 Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι η απόφαση της Επιτροπής αφορά μόνο τον τροποποιημένο ÖG και ότι για τον αρχικό ÖG δεν έχει εκδοθεί καμία ρητή αρνητική απόφαση.
16 Το εν λόγω δικαστήριο επισημαίνει ότι η πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά εφαρμογή του μέτρου ενίσχυσης που ήταν προγενέστερη της απόφασης της Επιτροπής.
17 Το δικαστήριο αυτό δέχεται ότι η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε μετά την απόφαση της Επιτροπής, αφορά την εφαρμογή του μέτρου ενίσχυσης, αλλά ότι η εφαρμογή αυτή είχε αρχίσει προγενέστερα, με την έναρξη της ισχύος του αρχικού ÖG, με τον οποίο η Δημοκρατία της Αυστρίας δεσμευόταν να καταβάλει την επίμαχη ενίσχυση για το έτος 2005.
18 Το αιτούν δικαστήριο, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη την απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2003, C‑261/01 και C-262/01, Van Calster κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I-12249), θέτει, σε σχέση με τη διαφορά που έχει υποβληθεί στην κρίση του, το ζήτημα της έκτασης της απαγόρευσης εφαρμογής την οποία προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, ΕΚ.
19 Με βάση αυτά τα δεδομένα, το εν λόγω δικαστήριο ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο η εφαρμογή του άρθρου 88, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, ΕΚ την υποχρέωση να απαγορεύσει, στηριζόμενο στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή απαγόρευση εφαρμογής των μέτρων, τη χορήγηση περαιτέρω ενισχύσεων στον δικαιούμενο καταρχήν, βάσει του εθνικού δικαίου, τις εν λόγω ενισχύσεις, μολονότι η Επιτροπή έχει μεν εκφράσει τη λύπη της για τη μη κοινοποίηση της ενίσχυσης, αλλά ούτε έχει εκδώσει αρνητική απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, ούτε έχει λάβει μέτρα κατά το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999 [για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88 ΕΚ] (ΕΕ L 83, σ. 1], και μολονότι δεν αποδεικνύεται να έχουν προσβληθεί δικαιώματα τρίτων;
2) Αντιβαίνει στην απαγόρευση εφαρμογής που προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ η εφαρμογή διάταξης εθνικού νόμου που στηρίζεται στο νέο κείμενο του εν λόγω νόμου, για το οποίο η Επιτροπή έχει διαπιστώσει ότι πρόκειται για μέτρο που συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, μολονότι το μέτρο αυτό καλύπτει χρονικές περιόδους προγενέστερες του νέου αυτού κειμένου και οι νέες ρυθμίσεις που είναι κρίσιμες για τη διαπίστωση του συμβατού δεν εφαρμόζονταν ακόμη κατά την περίοδο εκείνη και μολονότι δεν αποδεικνύεται να έχουν προσβληθεί δικαιώματα τρίτων;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
20 Επιβάλλεται ευθύς εξαρχής η διαπίστωση ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν αφορά μόνο τον τροποποιημένο ÖG. Η απόφαση αυτή καλύπτει αμφότερα τα κείμενα του ÖG, καθόσον η εκτίμηση της Επιτροπής αφορά τον ÖG όπως είχε τροποποιηθεί κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο τον εξέτασε. Πράγματι, η εν λόγω απόφαση, στη στήλη «Αντικείμενο», αναφέρει ρητά αμφότερες τις διαδικασίες NN 162/B/2003 και N 317/B/2006. Εξάλλου, στο σημείο 7 της απόφασης αναφέρεται ότι η περιγραφή και η εκτίμηση που περιλαμβάνονται στην απόφαση στηρίζονται τόσο στους κανόνες που ίσχυαν από την 1η Ιανουαρίου 2003, όσο και σε αυτούς που εφαρμόζονται μετά την έναρξη της ισχύος του τροποποιηθέντος νόμου. Επιπλέον, η ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα αναφέρει την 1η Ιανουαρίου 2003 ως αφετηρία της διάρκειας του μέτρου ενίσχυσης για το οποίο δεν διατυπώθηκαν αντιρρήσεις.
21 Διαπιστώνεται επίσης ότι το αντικείμενο της διαφοράς στην κύρια δίκη είναι ο καθορισμός του ύψους των ενισχύσεων που οφείλονται πράγματι, στο πλαίσιο του επίμαχου μέτρου ενίσχυσης, για δύο συγκεκριμένες περιόδους.
22 Τέλος, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, αν και η πρώτη από τις δύο προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι προγενέστερη της απόφασης της Επιτροπής και η δεύτερη μεταγενέστερη, τα δύο ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου αφορούν την ίδια νομική κατάσταση, δηλαδή την εφαρμογή, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, του μέτρου ενίσχυσης πριν από την έκδοση της θετικής απόφασης της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν της απόφασης των αυστριακών αρχών της 8ης Μαρτίου 2006, η οποία, καθορίζοντας προσωρινά το ύψος της οφειλόμενης ενίσχυσης και διατάσσοντας την προκαταβολή ορισμένου ποσού, αποτέλεσε έναρξη εφαρμογής του μέτρου ενίσχυσης προγενέστερη της απόφασης της Επιτροπής.
23 Κατόπιν των προκαταρκτικών αυτών διαπιστώσεων και παρατηρήσεων, ενδείκνυται η συνεξέταση των δύο προδικαστικών ερωτημάτων.
24 Με τα ερωτήματα αυτά το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν η απαγόρευση εφαρμογής μέτρων κρατικών ενισχύσεων, την οποία προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, ΕΚ, επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο, υπό περιστάσεις παρόμοιες με τις περιστάσεις της διαφοράς της κύριας δίκης, να απορρίψει την αίτηση του αποδέκτη κρατικών ενισχύσεων η οποία αφορά το ύψος των ενισχύσεων αυτών που οφείλονταν για περίοδο προγενέστερη της απόφασης της Επιτροπής με την οποία οι εν λόγω ενισχύσεις κρίθηκαν συμβατές με την κοινή αγορά.
25 Επισημαίνεται συναφώς ότι η θετική απόφαση της Επιτροπής αίρει την απαγόρευση πρόωρης εφαρμογής του μέτρου ενίσχυσης.
26 Όταν ένα σχέδιο ενίσχυσης έχει κοινοποιηθεί νομότυπα στην Επιτροπή και δεν έχει εκτελεστεί πριν από την έκδοση της απόφασης αυτής, το σχέδιο αυτό μπορεί να εκτελεστεί από το χρονικό σημείο έκδοσης της απόφασης αυτής, ακόμη και για τον προγενέστερο χρόνο τον οποίο καλύπτει το μέτρο που κρίθηκε συμβατό.
27 Όταν η ενίσχυση έχει χορηγηθεί στον αποδέκτη της κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, ΕΚ, ο εθνικός δικαστής ενδέχεται, κατόπιν αίτησης άλλου επιχειρηματία, να κληθεί να αποφανθεί, ακόμη και μετά την έκδοση της θετικής απόφασης της Επιτροπής, επί του κύρους των εκτελεστικών πράξεων και επί της αναζήτησης των χορηγηθεισών επιδοτήσεων.
28 Από την απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, C-199/06, CELF και Ministre de la Culture et de la Communication (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 46, στο εξής: απόφαση CELF), προκύπτει ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει στον εθνικό δικαστή να διατάξει τα κατάλληλα μέτρα προς θεραπεία των συνεπειών της παρανομίας, αλλά, ακόμη και ελλείψει εξαιρετικών περιστάσεων, δεν του επιβάλλει την υποχρέωση αναζήτησης ολόκληρης της παράνομης ενίσχυσης.
29 Στην περίπτωση αυτή ο εθνικός δικαστής οφείλει, κατ’ εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, να υποχρεώσει τον αποδέκτη της ενίσχυσης να καταβάλει τόκους για το χρονικό διάστημα της παρανομίας. Στο πλαίσιο του εθνικού του δικαίου, ο εθνικός δικαστής μπορεί ενδεχομένως να διατάξει την αναζήτηση της παράνομης ενίσχυσης, με την επιφύλαξη του δικαιώματος του κράτους μέλους να τη χορηγήσει εκ νέου μεταγενέστερα. Ο εθνικός δικαστής μπορεί επίσης να δεχτεί αγωγές αποζημίωσης για τις ζημίες που έχουν προκληθεί λόγω του παράνομου χαρακτήρα της ενίσχυσης (απόφαση CELF, σκέψεις 52 και 53).
30 Επομένως, σε περίπτωση παράνομης εκτέλεσης μέτρου ενίσχυσης, κατόπιν της οποίας εκδίδεται θετική απόφαση της Επιτροπής, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στον αποδέκτη της ενίσχυσης ούτε να αξιώσει την καταβολή της οφειλόμενης για το μέλλον ενίσχυσης ούτε να διατηρήσει την ενίσχυση που του χορηγήθηκε πριν από την έκδοση της θετικής απόφασης, με την επιφύλαξη πάντως των συνεπειών που πρέπει να συναχθούν, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που τέθηκαν με την απόφαση CELF, από τον παράνομο χαρακτήρα της πρόωρης καταβολής της ενίσχυσης.
31 Το αποφασιστικό κριτήριο από το οποίο εξαρτάται η δυνατότητα του αποδέκτη της ενίσχυσης να επιτύχει την καταβολή ενίσχυσης για τον πριν από την έκδοση θετικής απόφασης χρόνο ή να διατηρήσει την χορηγηθείσα ήδη ενίσχυση είναι συνεπώς η εκ μέρους της Επιτροπής διαπίστωση του συμβατού της ενίσχυσης με την κοινή αγορά.
32 Το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει επομένως την έκδοση από το εθνικό δικαστήριο απόφασης επί διαφοράς όπως αυτή η οποία αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, στην οποία διάδικοι είναι ο αποδέκτης της ενίσχυσης και οι εθνικές αρχές και αμφισβητείται το ύψος της οφειλόμενης ενίσχυσης και όχι η καταρχήν νομιμότητά της.
33 Η απόφαση του εθνικού δικαστηρίου περατώνει τη διαφορά, οπότε διαμορφώνεται κατάσταση παρόμοια με την κατάσταση που εξετάστηκε στην απόφαση CELF και αφορούσε μέτρο ενίσχυσης που είχε εφαρμοστεί πρόωρα και του οποίου το ύψος δεν αμφισβητούνταν.
34 Η απόφαση αυτή παρέχει επίσης τη δυνατότητα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν με την απόφαση CELF στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 88, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, ΕΚ.
35 Η ανάλυση αυτή δεν προσκρούει στην προπαρατεθείσα απόφαση Van Calster κ.λπ., σχετικά με το περιεχόμενο της οποίας το αιτούν δικαστήριο εκφράζει διάφορα ερωτηματικά.
36 Αυτή η απόφαση του Δικαστηρίου δεν αφορά την περίπτωση των αποδεκτών της ενίσχυσης, αλλά των επιχειρηματιών που υποβάλλονται αναδρομικά στην καταβολή εισφορών που προορίζονται ειδικά για τη χρηματοδότηση ενός καθεστώτος ενισχύσεων και στη συνέχεια θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος του καθεστώτος αυτού. Στις υποθέσεις της κύριας δίκης τις οποίες αφορούσε η παραπάνω απόφαση, είχαν επιβληθεί εισφορές στο πλαίσιο ενός προγενέστερου καθεστώτος ενισχύσεων, το οποίο κρίθηκε ασυμβίβαστο, πριν από την έκδοση θετικής απόφασης της Επιτροπής για ένα νέο καθεστώς ενισχύσεων που είχε αντικαταστήσει το πρώτο και που πρόβλεπε την αναδρομική επιβολή εισφορών και τον συμψηφισμό των εισφορών αυτών με εκείνες που είχαν εισπραχθεί πράγματι κατ’ εφαρμογή του προγενέστερου καθεστώτος ενισχύσεων.
37 Με την παραπάνω απόφαση το Δικαστήριο δέχτηκε ότι το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ) αντίκειται, υπό περιστάσεις όπως αυτές των υποθέσεων της κύριας δίκης, στην είσπραξη εισφορών που επιβάλλονται αναδρομικά για περίοδο προγενέστερη της ημερομηνίας έκδοσης της θετικής απόφασης της Επιτροπής.
38 Το Δικαστήριο δηλαδή δέχτηκε απλώς ότι, από την άποψη του τρίτου στον οποίο επιβάλλεται οικονομική επιβάρυνση πριν από την έκδοση θετικής απόφασης της Επιτροπής, το μόνο μέσο θεραπείας της παράνομης εφαρμογής ενός μέτρου ενίσχυσης έναντι αυτού είναι να του επιστραφεί τελικά η επιβάρυνση αυτή.
39 Κατά συνέπεια, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η απαγόρευση εφαρμογής μέτρων κρατικών ενισχύσεων, την οποία προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, ΕΚ, δεν επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο, υπό περιστάσεις παρόμοιες με τις περιστάσεις της διαφοράς της κύριας δίκης, να απορρίψει την αίτηση του αποδέκτη κρατικών ενισχύσεων η οποία αφορά το ύψος των ενισχύσεων αυτών που οφείλονταν για περίοδο προγενέστερη της απόφασης της Επιτροπής με την οποία οι εν λόγω ενισχύσεις κρίθηκαν συμβατές με την κοινή αγορά.
Επί των δικαστικών εξόδων
40 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
Η απαγόρευση εφαρμογής μέτρων κρατικών ενισχύσεων, την οποία προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, ΕΚ, δεν επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο, υπό περιστάσεις παρόμοιες με τις περιστάσεις της διαφοράς της κύριας δίκης, να απορρίψει την αίτηση του αποδέκτη κρατικών ενισχύσεων η οποία αφορά το ύψος των ενισχύσεων αυτών που οφείλονταν για περίοδο προγενέστερη της απόφασης της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την οποία οι εν λόγω ενισχύσεις κρίθηκαν συμβατές με την κοινή αγορά.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy