Υπόθεση C-387/07
MI.VER Srl
και
Daniele Antonelli
κατά
Provincia di Macerata
(αίτηση του Tribunale di Ancona
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Απόβλητα – Έννοια της “προσωρινής εναποθηκεύσεως” – Οδηγία 75/442/EOK – Απόφαση 2000/532/ΕΚ – Δυνατότητα αναμίξεως αποβλήτων αντιστοιχούντων σε διαφόρους κωδικούς – Έννοια της “μεικτής συσκευασίας”»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Περιβάλλον – Διάθεση των στερεών αποβλήτων – Οδηγία 75/442 – Αξιοποίηση ή διάθεση των αποβλήτων
(Οδηγία 75/442 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1882/2003, άρθρο 4, εδ. 1· απόφαση 2000/532 της Επιτροπής)
2. Περιβάλλον – Διάθεση των στερεών αποβλήτων – Οδηγίες 75/442 και 91/689 – Απόφαση περί θεσπίσεως καταλόγου αποβλήτων
(Οδηγία 75/442 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1882/2003, άρθρο 1, στοιχείο α΄, και οδηγία 91/689 του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 4· απόφαση 2000/532 της Επιτροπής)
1. Η οδηγία 75/442/EOK, περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1882/2003, και η απόφαση 2000/532, για την αντικατάσταση της αποφάσεως 94/3, περί θεσπίσεως καταλόγου αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο α΄ της οδηγίας 75/442 και της αποφάσεως 94/904, για την κατάρτιση καταλόγου επικίνδυνων αποβλήτων κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689, για τα επικίνδυνα απόβλητα, δεν αποκλείουν ο παραγωγός αποβλήτων να αναμιγνύει απόβλητα αντιστοιχούντα σε διαφορετικούς κωδικούς του προσαρτημένου στην απόφαση 2000/532 καταλόγου κατά την προσωρινή εναποθήκευσή τους, πριν από τη συλλογή τους, στον χώρο όπου αυτά παράγονται.
Εντούτοις, τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίζουν μέτρα υποχρεώνοντα τον παραγωγό αποβλήτων να προβαίνει σε διαλογή και να εναποθηκεύει κεχωρισμένως τα απόβλητα κατά την προσωρινή εναποθήκευσή τους, πριν από τη συλλογή τους, στον χώρο όπου αυτά παράγονται, χρησιμοποιώντας προς τούτο τους κωδικούς του σχετικού καταλόγου, εφόσον θεωρούν ότι τα μέτρα αυτά είναι αναγκαία για την επίτευξη των οριζόμενων στο άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 75/442 στόχων, άρθρο το οποίο προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι τα στερεά απόβλητα αξιοποιούνται ή διατίθενται χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο την υγεία των ανθρώπων και χωρίς να χρησιμοποιούνται διαδικασίες ή μέθοδοι που ενδέχεται να βλάπτουν το περιβάλλον.
(βλ. σκέψεις 24, 27, διατακτ. 1)
2. Η απόφαση 2000/532, η οποία αντικατέστησε την απόφαση 94/3, περί θεσπίσεως καταλόγου αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442 περί στερεών αποβλήτων και την απόφαση 94/904 για την κατάρτιση καταλόγου επικίνδυνων αποβλήτων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 για τα επικίνδυνα απόβλητα, ουδεμία περιλαμβάνει περιγραφή αφορώσα την προσωρινή εναποθήκευση των αποβλήτων, πριν από τη συλλογή τους, στον χώρο όπου αυτά παράγονται. Έχει απλώς ως αντικείμενο τη σύνταξη μιας ονοματολογίας των αποβλήτων, σύμφωνα με τα άρθρα 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442 και 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 περί των επικίνδυνων αποβλήτων, χωρίς να δημιουργεί οποιαδήποτε υποχρέωση.
Πάντως, αφ’ ης στιγμής η εθνική κανονιστική ρύθμιση επαναλαμβάνει τον κατάλογο των αποβλήτων που προσαρτάται στην απόφαση 2000/532, ο κωδικός 15 01 06 ο οποίος αντιστοιχεί στις «μεικτές συσκευασίες» μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την περιγραφή αποβλήτων τα οποία συνίστανται σε συσκευασίες διαφορετικών υλικών συγκεντρωμένων ανά ομάδες.
(βλ. σκέψεις 29, 33, διατακτ. 2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 11ης Δεκεμβρίου 2008 (*)
«Απόβλητα – Έννοια της “προσωρινής εναποθηκεύσεως”– Οδηγία 75/442/EOK – Απόφαση 2000/532/ΕΚ – Δυνατότητα αναμίξεως αποβλήτων αντιστοιχούντων σε διαφόρους κωδικούς – Έννοια της “μεικτής συσκευασίας”»
Στην υπόθεση C‑387/07,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, την οποία υπέβαλε το Tribunale di Ancona (Ιταλία) με απόφαση της 26ης Ιουλίου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Αυγούστου 2007, στο πλαίσιο της δίκης
MI.VER Srl,
Daniele Antonelli
κατά
Provincia di Macerata,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, J.‑C. Bonichot, J. Makarczyk, P. Kūris (εισηγητή) και C. Toader, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mazák
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Σεπτεμβρίου 2008,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Provincia di Macerata, εκπροσωπούμενη από τον L. Filippucci, procuratore,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τον G. Fiengo, avvocato dello Stato,
– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους C. Wissels και Y. de Vries,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους J.‑B. Laignelot και D. Recchia,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ L 284, σ. 1, στο εξής: οδηγία 75/442), καθώς και της αποφάσεως 2000/532/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Μαΐου 2000, για την αντικατάσταση της αποφάσεως 94/3/ΕΚ περί θεσπίσεως καταλόγου αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο α΄ της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί των στερεών αποβλήτων, και της αποφάσεως 94/904/ΕΚ του Συμβουλίου, για την κατάρτιση καταλόγου επικίνδυνων αποβλήτων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, για τα επικίνδυνα απόβλητα (ΕΕ L 226, σ. 3).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ανακοπής που άσκησαν οι MI.VER Srl (στο εξής: MI.VER) και D. Antonelli κατά διαταγής της Provincia di Macerata κατόπιν πρακτικού συνταχθέντος στις 18 Νοεμβρίου 2005, περί παραβάσεως του άρθρου 15 του νομοθετικού διατάγματος 22 για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη των οδηγιών 91/156/ΕΟΚ περί των στερεών αποβλήτων, 91/689/ΕΟΚ για τα επικίνδυνα απόβλητα και 94/62/ΕΚ για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (decreto legislativo 22 attuazione delle direttive 91/156/ΕΟΚ sui rifiuti, 91/689/ΕΟΚ sui rifiuti pericolosi e 94/62/ΕΚ sugli imballaggi e sui rifiuti di imballaggio), της 5ης Φεβρουαρίου 1997 (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 38, της 15ης Φεβρουαρίου 1997), όπως τροποποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 389, της 8ης Νοεμβρίου 1997 (GURI αριθ. 261, της 8ης Νοεμβρίου 1997, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 22/97).
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Το άρθρο 1 της οδηγίας 75/442 προβλέπει:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
α) “απόβλητο”: κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος I και που ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει.
Η Επιτροπή, ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 18, καταρτίζει, όχι αργότερα από την 1η Απριλίου 1993, κατάλογο των αποβλήτων των κατηγοριών που περιλαμβάνει το παράρτημα I. Ο κατάλογος αυτός θα επανεξετάζεται τακτικά και, εν ανάγκη, θα αναθεωρείται σύμφωνα με την ίδια διαδικασία·
β) “παραγωγός”: κάθε πρόσωπο η δραστηριότητα του οποίου παρήγαγε απόβλητα (“αρχικός παραγωγός”) ή/και κάθε πρόσωπο που έχει πραγματοποιήσει εργασίες προεπεξεργασίας, αναμίξεως ή άλλες οι οποίες οδηγούν σε μεταβολή της φύσεως ή της συνθέσεως των αποβλήτων αυτών·
γ) “κάτοχος”: ο παραγωγός των αποβλήτων ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει στην κατοχή του τα απόβλητα·
δ) “διαχείριση”: η συλλογή, η μεταφορά, η αξιοποίηση και η διάθεση των αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των εργασιών αυτών, καθώς και της επιβλέψεως των χώρων απορρίψεως·
ε) “διάθεση”: κάθε εργασία που προβλέπεται στο παράρτημα II Α·
στ) “αξιοποίηση”: κάθε εργασία που προβλέπεται στο παράρτημα II Β·
ζ) “συλλογή”: η περισυλλογή, διαλογή ή/και ανάμειξη των αποβλήτων για τη μεταφορά τους.»
4 Το άρθρο 4 της οδηγίας ορίζει:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι η διάθεση ή η αξιοποίηση των αποβλήτων θα πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του ανθρώπου και χωρίς να χρησιμοποιούνται διαδικασίες ή μέθοδοι που ενδέχεται να βλάψουν το περιβάλλον, ιδίως δε:
– χωρίς να δημιουργείται κίνδυνος για το νερό, τον αέρα ή το έδαφος, ούτε για την πανίδα και τη χλωρίδα,
– χωρίς να προκαλούνται ενοχλήσεις από τον θόρυβο ή τις οσμές,
– χωρίς να βλάπτονται οι τοποθεσίες και τα τοπία που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν επίσης τα αναγκαία μέτρα για την απαγόρευση της εγκαταλείψεως, της απορρίψεως και της ανεξέλεγκτης διαθέσεως των αποβλήτων.»
5 Το παράρτημα II A της οδηγίας 75/442 απαριθμεί τις εργασίες διαθέσεως, μεταξύ των οποίων την εναποθήκευση εν αναμονή μιας από τις άλλες εργασίες διαθέσεως, «εκτός από την προσωρινή εναποθήκευση, πριν από τη συλλογή, στον χώρο όπου παράγονται τα απόβλητα». Στο παράρτημα II B της οδηγίας όπου ανακεφαλαιώνονται εργασίες αξιοποιήσεως, παράλληλα με την ανωτέρω, προβλέπεται ως εξαίρεση και η εναποθήκευση αποβλήτων εν αναμονή μιας από τις εργασίες αξιοποιήσεως.
6 Με την απόφαση 2000/532, η Επιτροπή συνέταξε κατάλογο αποβλήτων κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442 και 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689/EOK του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα (ΕΕ L 377, σ. 20). Σύμφωνα με τον ως άνω κατάλογο, ο οποίος προσαρτάται ως παράρτημα στην ανωτέρω απόφαση, τα απόβλητα ταξινομούνται ανά θέσεις στις οποίες αντιστοιχεί ένας κωδικός. Η θέση «μεικτή συσκευασία» αντιστοιχεί στον κωδικό 15 01 06. Η ανωτέρω λίστα περιλαμβάνει και «σύμμεικτη συσκευασία» η οποία αντιστοιχεί στον κωδικό 15 01 05.
7 Ως σύμμεικτη συσκευασία ορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 2005/270/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Μαρτίου 2005, για τον καθορισμό των πινάκων του συστήματος βάσεων δεδομένων σύμφωνα με την οδηγία 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (ΕΕ L 86, σ. 6), η «συσκευασία που αποτελείται από διαφορετικά υλικά, τα οποία δεν είναι δυνατό να διαχωριστούν με το χέρι, και από τα οποία κανένα δεν υπερβαίνει συγκεκριμένο ποσοστό κατά βάρος».
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
8 Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση περί των στερεών αποβλήτων μεταφέρθηκε στην ιταλική έννομη τάξη με το νομοθετικό διάταγμα 22/97. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο a, του εν λόγω διατάγματος επαναλαμβάνει τον ορισμό του στερεού αποβλήτου κατά την οδηγία 75/442, παραπέμποντας στο παράρτημα A του διατάγματος το οποίο περιελάμβανε, στην αρχική εκδοχή του, «ευρωπαϊκό κατάλογο των αποβλήτων», ο οποίος αντικαταστάθηκε από κατάλογο αποβλήτων ο οποίος, όπως ακριβώς ο θεσπισθείς με την απόφαση 2000/532, χωρεί σε ταξινόμηση των αποβλήτων ανά θέσεις στις οποίες αντιστοιχεί ένας κωδικός. Η θέση «μεικτή συσκευασία» αντιστοιχεί, όπως και στην απόφαση 2000/532, στον κωδικό 15 01 06.
9 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο m, του νομοθετικού διατάγματος 22/97 ορίζει την προσωρινή εναποθήκευση ως την ανά ομάδες ταξινόμηση αποβλήτων, πριν από τη συλλογή, στον χώρο όπου παράγονται αυτά. Καθορίζει τις προϋποθέσεις της προσωρινής εναποθηκεύσεως, μεταξύ άλλων της ανώτατης διάρκειάς της πριν από την αξιοποίηση ή τη διάθεση και προβλέπει ειδικότερα ότι η εν λόγω εναποθήκευση πρέπει να πραγματοποιείται ανά ομοιογενή απόβλητα, τηρώντας τις συναφείς τεχνικές προδιαγραφές. Στα παραρτήματα B και C του νομοθετικού διατάγματος 22/97 απαριθμούνται, αντιστοίχως, οι εργασίες διαθέσεως και αξιοποιήσεως, οι οποίες περιλαμβάνουν την εναποθήκευση αποβλήτων εν αναμονή μιας από τις ανωτέρω εργασίες, ενώ προβλέπεται η ίδια εξαίρεση με εκείνη της οδηγίας 75/442 σχετικά με την προσωρινή εναποθήκευση.
10 Το άρθρο 15 του νομοθετικού διατάγματος 22/97 προβλέπει ότι η μεταφορά των αποβλήτων που πραγματοποιούν οργανισμοί ή επιχειρήσεις πρέπει να συνοδεύεται από έντυπο ταυτοποιήσεως στο οποίο πρέπει να παρατίθενται, ιδίως, το όνομα και η διεύθυνση του παραγωγού ή του κατόχου, η προέλευση, ο τύπος και η ποσότητα αποβλήτων, η εγκατάσταση προορισμού, η ημερομηνία της δρομολογήσεως και η ακολουθηθείσα διαδρομή, καθώς και το όνομα και η διεύθυνση του αποδέκτη. Το υπόδειγμα του εντύπου ταυτοποιήσεως περιλαμβάνει θέση σκοπούσα μεταξύ άλλων στην περιγραφή των αποβλήτων και στη μνεία του ευρωπαϊκού κωδικού τους. Σύμφωνα με το άρθρο 20 του νομοθετικού διατάγματος 22/97, οι επαρχίες έχουν αρμοδιότητες σε θέματα ελέγχου της εφαρμογής της συναφούς νομοθεσίας. Το άρθρο 52 του εν λόγω διατάγματος προβλέπει την επιβολή διοικητικών προστίμων, ειδικότερα σε περίπτωση μη τηρήσεως των διατάξεων του άρθρου 15 του διατάγματος.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
11 Κατά τη διάρκεια ελέγχου διενεργηθέντος στις 17 Νοεμβρίου 2005, η επαρχιακή αστυνομία της Macerata διαπίστωσε ότι φορτηγό, οδηγούμενο από τον D. Antonelli, μετέφερε απόβλητα υπό διάφορες μορφές συσκευασιών, όπως σάκους από νάιλον, δοχεία από πολυστυρόλιο, παλέτες και συσκευασίες από χαρτόνι. Το φορτίο συνόδευε έντυπο ταυτοποιήσεως των αποβλήτων στο οποίο αναφερόταν ο κωδικός 15 01 06 που αντιστοιχεί στις «μεικτές συσκευασίες». Θεωρώντας ότι ο ανωτέρω κωδικός δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τα μεταφερόμενα απόβλητα, δεδομένου ότι επρόκειτο για συσκευασίες διαφόρων ανά ομάδες υλικών, τα επιφορτισμένα με τον έλεγχο όργανα συνέταξαν πρωτόκολλο παραβάσεως του άρθρου 15 του νομοθετικού διατάγματος 22/97 εις βάρος, αφενός, του παραγωγού των αποβλήτων, και αφετέρου, των D. Antonelli και MI.VER, οδηγού του φορτηγού και μεταφορέα των αποβλήτων, αντιστοίχως. Μετά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, η Provincia di Macerata εξέδωσε διαταγή εντελλομένη τους D. Antonelli και MI.VER να καταβάλουν αλληλεγγύως το ποσόν των 540 ευρώ συνολικώς. Οι D. Antonelli και MI.VER άσκησαν στις 4 Δεκεμβρίου 2006 κατά της εν λόγω διαταγής προσφυγή ενώπιον του Tribunale di Ancona.
12 Ενώπιον του επιληφθέντος δικαστηρίου, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης υποστήριξαν ότι ο κωδικός ο οποίος αναφερόταν στο έντυπο ταυτοποιήσεως ήταν ορθός και ότι, επικουρικώς, η ευθύνη για την ενδεχόμενη πλάνη βάρυνε αποκλειστικά τον παραγωγό των αποβλήτων. Εξάλλου, η Provincia di Macerata υποστήριξε ότι, στο πλαίσιο προσωρινής εναποθηκεύσεως, τα εμπίπτοντα σε διάφορους κωδικούς απόβλητα δεν πρέπει να αναμιγνύονται. Διαφορετικά, πρόκειται για δραστηριότητα διαχειρίσεως υποκείμενη σε έγκριση. Υποστήριξε επίσης ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι επιτρέπεται παρόμοια ανάμειξη αποβλήτων, ο αντιστοιχών στις «μεικτές συσκευασίες» κωδικός 15 01 06 εφαρμόζεται αποκλειστικά στις «πλειόνων υλικών» συσκευασίες και όχι στα απόβλητα που αποτελούνται από συσκευασίες διαφόρων ανά κατηγορία υλικών.
13 Προβληματιζόμενο ως προς το αν ο παραγωγός αποβλήτων συσκευασιών υπέχει την υποχρέωση να τα διαχωρίζει ανά κατηγορία, χρησιμοποιώντας αντίστοιχους κωδικούς του προσαρτημένου στην απόφαση 2000/532 καταλόγου, προτού να τα παραδώσει στον μεταφορέα ή τον αποδέκτη τους, το Tribunale di Ancona ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Η προβλεπόμενη στην οδηγία 75/442 […] έννοια της “προσωρινής αποθηκεύσεως” παρέχει στον παραγωγό τη δυνατότητα να αναμειγνύει απόβλητα εμπίπτοντα σε διάφορους κωδικούς του Ευρωπαϊκού Καταλόγου Αποβλήτων, όπως προβλέπει η απόφαση 2000/532 [...];
2) Σε καταφατική περίπτωση, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο κωδικός 15 01 06 “μεικτές συσκευασίες” προκειμένου να εξατομικευτούν απόβλητα συνιστάμενα σε συσκευασίες από διάφορα υλικά που έχουν συγκεντρωθεί ανά ομάδες ή αν ο συγκεκριμένος κωδικός εξατομικεύει αποκλειστικώς τις αποτελούμενες από πλείονα υλικά συσκευασίες, ήτοι συσκευασίες συνιστάμενες σε αυτοτελή συστατικά αποτελούμενα από διάφορα υλικά».
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του παραδεκτού
14 Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή διερωτάται κατά πόσο τα υποβληθέντα ερωτήματα ασκούν επιρροή στην επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, καθ’ ο μέτρο αφορούν τις υποχρεώσεις του παραγωγού αποβλήτων, ενώ, αφενός, το άρθρο 15 του νομοθετικού διατάγματος 22/97, η αθέτηση το οποίου συνιστά την προσαπτόμενη στο πλαίσιο της κύριας δίκης παράβαση, άπτεται της μεταφοράς των αποβλήτων και, αφετέρου, μόνον οι D. Antonelli και MI.VER, και όχι ο παραγωγός των επίδικων αποβλήτων, άσκησαν, σύμφωνα με την απόφαση περί παραπομπής, προσφυγή κατά της αφορώσας την ανωτέρω παράβαση διαταγή.
15 Επιβάλλεται συναφώς η υπόμνηση ότι, το τεκμήριο λυσιτελείας των προδικαστικών ερωτημάτων που υποβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορεί να τίθεται εκποδών παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδίως όταν είναι πρόδηλο ότι η αιτούμενη ερμηνεία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C‑415/93, Bosman, Συλλογή 1995, σ. I‑4921, σκέψη 61, καθώς και της 7ης Ιουνίου 2007, C‑222/05 έως C‑225/05, van der Weerd κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. I‑4233, σκέψη 22).
16 Εν προκειμένω, μολονότι η απόφαση περί παραπομπής δεν διευκρινίζει τις νομικές συνέπειες που συνάγονται ενδεχομένως, όσον αφορά την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, από τις απαντήσεις που πρόκειται να δοθούν στα υποβληθέντα ερωτήματα, όπως προκύπτει από την εν λόγω δικαστική απόφαση, καθώς και από τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις της Provincia di Macerata, η τελευταία επέβαλε διοικητικό πρόστιμο τόσο στον παραγωγό όσο και στον μεταφορέα των επίδικων αποβλήτων θεωρώντας ότι ήσαν υπεύθυνοι για την προσαπτόμενη παράβαση, όπερ αμφισβητούν οι D. Antonelli και MI.VER. Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει ότι η αιτούμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό της συγκεκριμένης διαφοράς, όπως παραδέχθηκε άλλωστε και η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
17 Υπό τις περιστάσεις αυτές, αμφότερα τα υποβληθέντα από το Tribunale di Ancona ερωτήματα είναι παραδεκτά.
Επί της ουσίας
Επί του πρώτου ερωτήματος
18 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν η οδηγία 75/442 και η απόφαση 2000/532 έχουν την έννοια ότι ο παραγωγός αποβλήτων έχει τη δυνατότητα να αναμιγνύει απόβλητα που αντιστοιχούν σε διαφορετικούς κωδικούς του προσαρτημένου στην εν λόγω απόφαση καταλόγου στο πλαίσιο της προσωρινής εναποθηκεύσεώς τους, πριν από τη συλλογή τους, στον χώρο όπου αυτά παράγονται ή, αντιθέτως, ότι οφείλει ήδη από το στάδιο αυτό να προβαίνει στη διαλογή τους και να τα εναποθηκεύει κεχωρισμένως προσφεύγοντας για τον σκοπό αυτό στους ανωτέρω κωδικούς.
19 Η Provincia di Macerata και η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρούν ότι έννοια της προσωρινής εναποθηκεύσεως σημαίνει ότι ο παραγωγός αποβλήτων οφείλει να τα συγκεντρώνει ανά κατηγορίες, προκειμένου να είναι σε θέση να τα εναποθηκεύσει προσωρινά, ακολουθώντας τους κωδικούς του προσαρτημένου στην απόφαση 2000/532 καταλόγου.
20 Παρατηρούν κατ’ ουσίαν ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999, C‑175/98 και C‑177/98, Lirussi και Bizzaro, Συλλογή 1999, σ. I‑6881, σκέψη 54), η προσωρινή εναποθήκευση αν και προηγείται της αμιγούς διαχειρίσεως των αποβλήτων και ως εκ τούτου δεν απαιτεί έγκριση, πρέπει να ρυθμίζεται από τα κράτη μέλη κατά τρόπον ώστε να επιτυγχάνονται οι στόχοι της οδηγίας 75/442 σχετικά με την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος. Το να γίνει δεκτό ότι ο παραγωγός αποβλήτων έχει τη δυνατότητα να αναμιγνύει χωρίς άδεια απόβλητα εμπίπτοντα σε διαφορετικούς κωδικούς ενδέχεται να συνεπάγεται κινδύνους και να συνιστά τροχοπέδη για την πραγματική και πλήρη αξιοποίησή τους, όπερ αντίκειται τόσο προς τους τιθέμενους με την ως άνω οδηγία στόχους όσο και με τον οριζόμενο με την απόφαση 2000/532 σκοπό της κωδικοποιήσεως.
21 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι η προσωρινή εναποθήκευση μνημονεύεται αποκλειστικά στα παραρτήματα II A και II B της ανωτέρω οδηγίας όπου και απαριθμούνται αντιστοίχως οι εργασίες διαθέσεως και οι εργασίες αξιοποιήσεως των αποβλήτων. Όπως προκύπτει από τα παραρτήματα αυτά, και συγκεκριμένα από τα σημεία D 15 και R 13 αντιστοίχως, η προσωρινή εναποθήκευση, πριν από τη συλλογή, στον χώρο όπου παράγονται τα απόβλητα αποκλείεται από τον κατάλογο των εργασιών οι οποίες χαρακτηρίζονται ως εργασίες διαθέσεως ή αξιοποιήσεως με την οδηγία 75/442. Όπως έχει υπενθυμίσει το Δικαστήριο στη σκέψη 45 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Lirussi και Bizzaro, πρέπει να εκληφθεί ως συνιστώσα προηγούμενη της διαχειρίσεως των αποβλήτων εργασία, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας.
22 Πέραν τούτου, η απόφαση 2000/532, με την οποία θεσπίστηκε ο κατάλογος αποβλήτων κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442 και 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689, δεν προβλέπει κανένα μέτρο αφορών την προσωρινή εναποθήκευση των αποβλήτων, πριν από τη συλλογή τους, στον χώρο όπου αυτά παράγονται.
23 Κατόπιν αυτού, διαπιστώνεται ότι ούτε η οδηγία 75/442 ούτε η απόφαση 2000/532 επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση θεσπίσεως μέτρων, σύμφωνα με τα οποία ο παραγωγός αποβλήτων οφείλει να προβαίνει στη διαλογή τους και να τα εναποθηκεύει κεχωρισμένως προσφεύγοντας για τον σκοπό αυτό στους κωδικούς του προσαρτημένου στην ως άνω απόφαση καταλόγου, στο πλαίσιο της προσωρινής εναποθηκεύσεως, πριν από τη συλλογή τους, στον χώρο όπου αυτά παράγονται.
24 Πάντως, με την προπαρατεθείσα απόφαση Lirussi και Bizzaro, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές υποχρεούνται, όσον αφορά τις εργασίες προσωρινής εναποθηκεύσεως, να εποπτεύουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 4 της οδηγίας 75/442. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι η διάθεση ή η αξιοποίηση των αποβλήτων πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του ανθρώπου και χωρίς να χρησιμοποιούνται διαδικασίες ή μέθοδοι που ενδέχεται να βλάπτουν το περιβάλλον. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο στη σκέψη 53 της ανωτέρω αποφάσεως, καθ’ ο μέτρο τα απόβλητα ενδέχεται, ακόμη και αν έχουν αποθηκευτεί προσωρινά, να προκαλέσουν σημαντικές βλάβες στο περιβάλλον, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι διατάξεις του άρθρου 4, της οδηγίας 75/442, οι οποίες αποσκοπούν στην εφαρμογή της αρχής της προφυλάξεως, έχουν εφαρμογή και επί της προσωρινής εναποθηκεύσεως.
25 Πάντως, όπως το Δικαστήριο έχει ήδη υπογραμμίσει επανειλημμένα, το άρθρο 4 της οδηγίας 75/442 δεν διευκρινίζει το συγκεκριμένο περιεχόμενο των μέτρων που πρέπει να λαμβάνονται προς διασφάλιση του ότι η διάθεση των αποβλήτων λαμβάνει χώρα χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του ανθρώπου και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον, δεσμεύει όμως τα κράτη μέλη ως προς τον επιδιωκώμενο στόχο, αφήνοντάς τους παράλληλα ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως κατά την αξιολόγηση της ανάγκης λήψεως των μέτρων αυτών (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 1999, C‑365/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1999, σ. I‑7773, σκέψη 67, της 18ης Νοεμβρίου 2004, C‑420/02, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 2004, σ. I‑11175, σκέψη 21, και της 26ης Απριλίου 2007, C‑135/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2007, σ. I‑3475, σκέψη 37).
26 Εξ αυτού έπεται ότι, ναι μεν η οδηγία 75/442 δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν ειδικά μέτρα υποχρεώνοντα τον παραγωγό αποβλήτων να χωρεί σε διαλογή και να εναποθηκεύει κεχωρισμένως τα απόβλητα, χρησιμοποιώντας προς τούτο τους κωδικούς του προσαρτημένου στην απόφαση 2000/532 καταλόγου, στο πλαίσιο της προσωρινής εναποθηκεύσεώς τους, πριν από τη συλλογή τους, στον χώρο όπου αυτά παράγονται, πλην όμως τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίζουν παρόμοια μέτρα εφόσον θεωρούν ότι είναι αναγκαία για την επίτευξη των οριζόμενων στο άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας στόχων.
27 Υπό το φως των προηγηθεισών σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα επιβάλλεται η απάντηση ότι η οδηγία 75/442 και η απόφαση 2000/532 δεν αποκλείουν ο παραγωγός αποβλήτων να αναμιγνύει απόβλητα αντιστοιχούντα σε διαφορετικούς κωδικούς του προσαρτημένου στην ως άνω απόφαση καταλόγου κατά την προσωρινή εναποθήκευσή τους, πριν από τη συλλογή τους, στον χώρο όπου αυτά παράγονται. Εντούτοις, τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίζουν μέτρα υποχρεώνοντα τον παραγωγό αποβλήτων να προβαίνει σε διαλογή και να εναποθηκεύει κεχωρισμένως τα απόβλητα, χρησιμοποιώντας προς τούτο τους κωδικούς του σχετικού καταλόγου, στο πλαίσιο της προσωρινής εναποθηκεύσεώς τους, πριν από τη συλλογή τους, στον χώρο όπου αυτά παράγονται, εφόσον θεωρούν ότι τα μέτρα αυτά είναι αναγκαία για την επίτευξη των οριζόμενων στο άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας στόχων.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
28 Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως επί του πρώτου ερωτήματος, ο κωδικός 15 01 06 του προσαρτημένου στην απόφαση 2000/532 καταλόγου που αντιστοιχεί στις «μεικτές συσκευασίες» μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την περιγραφή αποβλήτων συνισταμένων σε διαφορετικές συσκευασίες υλικών, ανά ομάδες, ή αν περιγράφει αποκλειστικά τις συνιστάμενες σε «πλείονα υλικά» συσκευασίες.
29 Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 22 της παρούσας αποφάσεως, η απόφαση 2000/532 ουδεμία περιλαμβάνει περιγραφή αφορώσα την προσωρινή εναποθήκευση των αποβλήτων, πριν από τη συλλογή τους, στον χώρο όπου αυτά παράγονται. Έχει απλώς ως αντικείμενο τη σύνταξη μιας ονοματολογίας των αποβλήτων, σύμφωνα με τα άρθρα 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442 και 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689, χωρίς να δημιουργεί οποιαδήποτε υποχρέωση.
30 Εντούτοις, εφόσον η ανωτέρω ονοματολογία επαναλαμβάνεται στην ιταλική κανονιστική ρύθμιση, στο δεύτερο ερώτημα προσήκουν η απάντηση και η ερμηνεία προς τούτο της εννοίας των «μεικτών συσκευασιών» που αντιστοιχούν στον κωδικό 15 01 06 του προσαρτημένου στην ως άνω απόφαση καταλόγου προκειμένου να διασφαλιστεί ομοιόμορφη ερμηνεία της εν λόγω εννοίας σε περίπτωση κατά την οποία το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι η έννοια αυτή έχει εφαρμογή στο πλαίσιο της κύριας δίκης, λαμβανομένης μεταξύ άλλων υπόψη της δοθείσας επί του πρώτου ερωτήματος απαντήσεως (βλ., μεταξύ άλλων, συναφώς, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006, C‑217/05, Confederación Española de Empresarios de Estaciones de Servicio, Συλλογή 2006, σ. I‑11987, σκέψη 20 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
31 Πρέπει συναφώς να παρατηρηθεί ότι, επειδή η απόφαση 2000/532, θεσπίζει απλώς ονοματολογία των αποβλήτων, δεν προσδιορίζει τις έννοιες που αντιστοιχούν στους διάφορους κωδικούς του καταλόγου αποβλήτων ο οποίος προσαρτάται σ’ αυτήν. Αντιστρόφως, η απόφαση 2005/270 παρέχει ορισμένους ορισμούς, μεταξύ των οποίων εκείνος της «σύμμεικτης συσκευασίας», η οποία είναι λυσιτελής, στον βαθμό που η απόφαση 2000/532 μνημονεύει τον κωδικό 15 01 05 ο οποίος αντιστοιχεί στην ανωτέρω μορφή συσκευασίας. Έτσι, σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 2005/270, ως σύμμεικτη συσκευασία νοείται «η συσκευασία που αποτελείται από διαφορετικά υλικά, τα οποία δεν είναι δυνατόν να διαχωριστούν με το χέρι, και από τα οποία κανένα δεν [υπερβαίνει] συγκεκριμένο ποσοστό κατά βάρος».
32 Επειδή ο ανωτέρω ορισμός της σύμμεικτης συσκευασίας αντιστοιχεί προς εκείνον που το αιτούν δικαστήριο χαρακτηρίζει ως συσκευασία «πλειόνων υλικών», στον δε προσαρτημένο στην απόφαση 2000/532 κατάλογο δίδονται διαφορετικοί κώδικες στην ανωτέρω μορφή συσκευασιών και στις μεικτές συσκευασίες, έπεται ότι η έννοια των μεικτών συσκευασιών δεν καλύπτει τις συσκευασίες «πλειόνων υλικών», αλλά εφαρμόζεται στα απόβλητα που συνίστανται σε συσκευασίες διαφορετικών υλικών συγκεντρωμένων ανά ομάδες.
33 Κατόπιν αυτού, στο δεύτερο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι, αφ’ ης στιγμής η εθνική κανονιστική ρύθμιση επαναλαμβάνει τον κατάλογο των αποβλήτων που προσαρτάται στην απόφαση 2000/532, ο κωδικός 15 01 06 ο οποίος αντιστοιχεί στις «μεικτές συσκευασίες» μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την περιγραφή αποβλήτων τα οποία συνίστανται σε συσκευασίες διαφορετικών υλικών συγκεντρωμένων ανά ομάδες.
Επί των δικαστικών εξόδων
34 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Η οδηγία 75/442/EOK του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, και η απόφαση 2000/532/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Μαΐου 2000, για την αντικατάσταση της αποφάσεως 94/3/ΕΚ περί θεσπίσεως καταλόγου αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο α΄ της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί των στερεών αποβλήτων και της αποφάσεως 94/904/ΕΚ του Συμβουλίου, για την κατάρτιση καταλόγου επικίνδυνων αποβλήτων κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, για τα επικίνδυνα απόβλητα, δεν αποκλείουν ο παραγωγός αποβλήτων να αναμιγνύει απόβλητα αντιστοιχούντα σε διαφορετικούς κωδικούς του προσαρτημένου στην ως άνω απόφαση καταλόγου κατά την προσωρινή εναποθήκευσή τους, πριν από τη συλλογή τους, στον χώρο όπου αυτά παράγονται. Εντούτοις, τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίζουν μέτρα υποχρεώνοντα τον παραγωγό αποβλήτων να προβαίνει σε διαλογή και να εναποθηκεύει κεχωρισμένως τα απόβλητα, χρησιμοποιώντας προς τούτο τους κωδικούς του σχετικού καταλόγου, στο πλαίσιο της προσωρινής εναποθηκεύσεώς τους, πριν από τη συλλογή τους, στον χώρο όπου αυτά παράγονται, εφόσον θεωρούν ότι τα μέτρα αυτά είναι αναγκαία για την επίτευξη των οριζόμενων στο άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 75/442 στόχων, όπως η οδηγία αυτή τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1882/2003.
2) Αφ’ ης στιγμής η εθνική κανονιστική ρύθμιση επαναλαμβάνει τον κατάλογο των αποβλήτων που προσαρτάται στην απόφαση 2000/532, ο κωδικός 15 01 06 ο οποίος αντιστοιχεί στις «μεικτές συσκευασίες» μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την περιγραφή αποβλήτων τα οποία συνίστανται σε συσκευασίες διαφορετικών υλικών συγκεντρωμένων ανά ομάδες.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy