Υπόθεση C-391/07
Glencore Grain Rotterdam BV
κατά
Hauptzollamt Hamburg-Jonas
(αίτηση του Finanzgericht Hamburg
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κανονισμός (ΕΚ) 800/1999 – Επιστροφές κατά την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων – Άρθρο 16 – Διαφοροποιημένη επιστροφή – Απόδειξη της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής – Προσκόμιση αντιγράφου ή φωτοαντιγράφου του εγγράφου μεταφοράς – Κανονισμός (ΕΚ) 1501/95 – Χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή σιτηρών – Άρθρο 13 – Παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 16 του κανονισμού 800/1999»
Περίληψη της αποφάσεως
Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Επιστροφές κατά την εξαγωγή – Διαφοροποιημένη επιστροφή
(Κανονισμοί της Επιτροπής 1501/95, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1259/97, άρθρο 13, και 800/1999, άρθρο 16 § 3)
Το άρθρο 13 του κανονισμού 1501/95, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1766/92, όσον αφορά τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή καθώς και τα μέτρα τα οποία πρέπει να λαμβάνονται σε περίπτωση διαταραχής της αγοράς στον τομέα των σιτηρών, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1259/97, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η εκ μέρους του επιχειρηματία απόδειξη του γεγονότος ότι μια ποσότητα τουλάχιστον 1 500 τόνων σιτηρών εγκατέλειψε το τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με πλοίο κατάλληλο για θαλάσσια ναυσιπλοΐα δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 800/1999, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα, να προσκομίσει αντίγραφο ή φωτοαντίγραφο του εγγράφου μεταφοράς.
(βλ. σκέψη 50 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 4ης Δεκεμβρίου 2008 (*)
«Κανονισμός (ΕΚ) 800/1999 – Επιστροφές κατά την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων – Άρθρο 16 – Διαφοροποιημένη επιστροφή – Απόδειξη της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής – Προσκόμιση αντιγράφου ή φωτοαντιγράφου του εγγράφου μεταφοράς – Κανονισμός (ΕΚ) 1501/95 – Χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή σιτηρών – Άρθρο 13 – Παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 16 του κανονισμού 800/1999»
Στην υπόθεση C‑391/07,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Finanzgericht Hamburg (Γερμανία) με απόφαση της 30ής Ιουλίου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Αυγούστου 2007, στο πλαίσιο της δίκης
Glencore Grain Rotterdam BV
κατά
Hauptzollamt Hamburg-Jonas,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, M. Ilešič (εισηγητή), A. Tizzano, E. Levits και J.‑J. Kasel, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston,
γραμματέας: K. Sztranc-Sławiczek, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία κατόπιν της συνεδριάσεως της 12ης Ιουνίου 2008,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Glencore Grain Rotterdam BV, εκπροσωπούμενη από τους L. Harings και C. Bittner, Rechtsanwälte,
– η Hauptzollamt Hamburg-Jonas, εκπροσωπούμενη από την G. Seber,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους J. Schieferer και F. Erlbacher,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΚ) 1501/95 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1995, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1766/92 του Συμβουλίου όσον αφορά τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή καθώς και τα μέτρα τα οποία πρέπει να λαμβάνονται σε περίπτωση διαταραχής της αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ L 147, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1259/97 της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1997 (ΕΕ L 174, σ. 10, στο εξής: κανονισμός 1501/95).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Glencore Grain Rotterdam BV (στο εξής: Glencore) και της Hauptzollamt Hamburg-Jonas (στο εξής: Hauptzollamt) ως προς το ζήτημα της ύπαρξης δικαιώματος επιστροφής κατά την εξαγωγή μιας παρτίδας 3 041 886 κιλών σίκαλης με προορισμό τη Ρωσία.
Το νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3665/87
3 Η τρίτη και η δωδέκατη αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 351, σ. 1), είχαν ως εξής:
«εκτιμώντας […] ότι οι γενικοί κανόνες που έχουν εκδοθεί από το Συμβούλιο προβλέπουν ότι η επιστροφή πληρώνεται όταν προσκομισθεί η απόδειξη ότι τα προϊόντα έχουν εξαχθεί από την Κοινότητα· ότι για να επιτευχθεί ομοιόμορφη ερμηνεία της έννοιας της εξαγωγής από την Κοινότητα, πρέπει να ληφθεί υπόψη η έξοδος του προϊόντος από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας·
[…]
ότι, στην περίπτωση που το ποσοστό της επιστροφής διαφοροποιείται ανάλογα με τον προορισμό των προϊόντων, πρέπει να εξασφαλισθεί ότι το προϊόν έχει εισαχθεί στην ή σε μία από τις τρίτες χώρες για την οποία η επιστροφή έχει προβλεφθεί […]».
4 Ο κανονισμός 3665/87 καθόριζε, σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του, έβδομη περίπτωση, τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή σιτηρών, «με την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στην ειδική κοινοτική ρύθμιση που αφορά ορισμένα προϊόντα».
5 Τα άρθρα 16 έως 21 του κανονισμού αυτού περιείχαν τις διατάξεις περί διαφοροποιημένων επιστροφών κατά την εξαγωγή περιέχονταν.
6 Το άρθρο 18 του κανονισμού 3665/87, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 2955/94 της Επιτροπής, της 5ης Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ L 312, σ. 5, στο εξής: ο κανονισμός 3665/87), όριζε τα εξής:
«1. Ως αποδεικτικό στοιχείο της διεκπεραιώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων που αφορούν τη διάθεση στην κατανάλωση κατ’ επιλογή του εξαγωγέα προσκομίζεται ένα από τα παρακάτω έγγραφα:
α) τελωνειακό έγγραφο ή αντίγραφο αυτού ή φωτοαντίγραφο· το εν λόγω αντίγραφο ή φωτοαντίγραφο θα πρέπει να επικυρώνεται είτε από την αρχή που θεώρησε το πρωτότυπο, είτε από τις επίσημες αρχές της ενδιαφερόμενης τρίτης χώρας, είτε από τις επίσημες αρχές ενός των κρατών μελών στην εν λόγω τρίτη χώρα, είτε από οργανισμό επιφορτισμένο με την πληρωμή της επιστροφής·
β) βεβαίωση εκφόρτωσης και θέσεως στην κατανάλωση που συντάσσεται από εταιρεία η οποία έχει ειδικευθεί σε διεθνές επίπεδο σε θέματα ελέγχου και εποπτείας και έχει αναγνωρισθεί από ένα κράτος μέλος. Στη σχετική βεβαίωση πρέπει να αναγράφονται οι ημερομηνίες και ο αριθμός του τελωνειακού εγγράφου της θέσεως στην κατανάλωση.
2. Αν ο εξαγωγέας δεν μπορεί να λάβει το έγγραφο που επέλεξε σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α) και β), αφού έκανε τα κατάλληλα διαβήματα για να λάβει το έγγραφο αυτό ή, στην περίπτωση που αμφισβητείται η αυθεντικότητα του εγγράφου που προσκομίστηκε, η απόδειξη της διεκπεραίωσης των τελωνειακών διατυπώσεων διάθεσης στην κατανάλωση θεωρείται ότι παρέχεται με την υποβολή ενός ή περισσοτέρων από τα ακόλουθα έγγραφα:
[…]
3. Ο εξαγωγέας οφείλει να υποβάλει σε όλες αυτές τις περιπτώσεις αντίγραφο ή φωτοαντίγραφο του εγγράφου μεταφοράς.
4. Η Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 38 του κανονισμού αριθ. 136/66/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (ΕΕ 1966, 172, σ. 3025)] και στα αντίστοιχα άρθρα των άλλων κανονισμών περί κοινής οργανώσεως αγοράς, μπορεί να προβλέψει, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις που πρέπει να προσδιοριστούν, ότι η απόδειξη εισαγωγής που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 θεωρείται ότι παρέχεται μέσω ενός ειδικού εγγράφου ή με κάθε άλλο τρόπο.»
7 Ο κανονισμός 3665/87 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την 1η Ιουλίου 1999 από τον κανονισμό (ΕΚ) 800/1999 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1999, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 102, σ. 11, και –διορθωτικό- ΕΕ L 180, σ. 53).
Ο κανονισμός 800/1999
8 Η πρώτη, η δεύτερη και η δέκατη έβδομη αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 800/1999 έχουν ως εξής:
«(1) εκτιμώντας ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3665/87 […] έχει τροποποιηθεί επανειλημμένως και κατά τρόπο ουσιαστικό· ότι, με την ευκαιρία των νέων τροποποιήσεων, πρέπει, για λόγους σαφήνειας, να προβούμε σε αναδιατύπωση του εν λόγω κανονισμού·
(2) ότι οι γενικοί κανόνες που θεσπίσθηκαν από το Συμβούλιο προβλέπουν ότι η επιστροφή πληρώνεται όταν έχει προσκομισθεί απόδειξη ότι τα προϊόντα έχουν εξαχθεί εκτός της Κοινότητας· ότι το δικαίωμα της επιστροφής αποκτάται καταρχήν μόλις τα προϊόντα αποδεσμεύσουν την κοινοτική αγορά, όταν εφαρμόζεται ενιαίο ποσοστό επιστροφής για όλες τις τρίτες χώρες· ότι στην περίπτωση κατά την οποία το ποσοστό της επιστροφής διαφοροποιείται συναρτήσει του προορισμού των προϊόντων, το δικαίωμα στην επιστροφή συνδέεται με την εισαγωγή σε μια τρίτη χώρα·
[…]
(17) ότι, στην περίπτωση που το ποσοστό της επιστροφής διαφοροποιείται σε συνάρτηση με τον προορισμό των εξαγόμενων προϊόντων, πρέπει να προσκομισθεί απόδειξη ότι το εν λόγω προϊόν εισήχθη στην τρίτη χώρα· ότι η ολοκλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής συνίσταται ιδίως στην καταβολή των δασμών κατά την εισαγωγή για να μπορεί το προϊόν να τεθεί σε εμπορία στην αγορά της σχετικής τρίτης χώρας· ότι, αν ληφθούν υπόψη οι διαφορετικές καταστάσεις που επικρατούν στις τρίτες χώρες εισαγωγής, πρέπει να γίνει δεκτή η προσκόμιση τελωνειακών εγγράφων εισαγωγής που παρέχουν εγγύηση άφιξης στον προορισμό των εξαγόμενων προϊόντων και που παρακωλύουν στο ελάχιστο τις εισαγωγές».
9 Σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του, ένατη περίπτωση, ο κανονισμός 800/1999 θεσπίζει, «με την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στην ειδική κοινοτική ρύθμιση που αφορά ορισμένα προϊόντα», τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή των σιτηρών.
10 Οι γενικές διατάξεις περί του δικαιώματος επιστροφής κατά την εξαγωγή περιέχονται στα άρθρα 3 έως 13 του κανονισμού αυτού, ενώ αυτές που αφορούν τις διαφοροποιημένες επιστροφές κατά την εξαγωγή προβλέπονται στα άρθρα 14 έως 19 του εν λόγω κανονισμού.
11 Σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/1999, «[σ]τις περιπτώσεις διαφοροποίησης του ύψους της επιστροφής ανάλογα με τον προορισμό, η καταβολή της επιστροφής υπόκειται σε συμπληρωματικές προϋποθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 15 και 16.»
12 Το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«1. Το προϊόν πρέπει να έχει εισαχθεί ως έχει στην τρίτη χώρα ή σε μία από τις τρίτες χώρες για την οποία προβλέπεται η επιστροφή, μέσα στους δώδεκα μήνες που έπονται της ημερομηνίας αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής· […]
[…]
3. Το προϊόν θεωρείται ως εισαχθέν, εφόσον έχουν ολοκληρωθεί οι τελωνειακές διατυπώσεις εισαγωγής, και ιδίως οι διατυπώσεις που αφορούν την είσπραξη των δασμών κατά την εισαγωγή στην τρίτη χώρα.»
13 Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16, παράγραφοι 1 έως 4, του εν λόγω κανονισμού:
«1. Ως αποδεικτικό στοιχείο της διεκπεραιώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων που αφορούν την εισαγωγή κατ’ επιλογή του εξαγωγέα προσκομίζεται ένα από τα παρακάτω έγγραφα:
α) τελωνειακό έγγραφο ή αντίγραφο αυτού ή φωτοαντίγραφο· το εν λόγω αντίγραφο ή φωτοαντίγραφο θα πρέπει να επικυρώνεται είτε από την αρχή που θεώρησε το πρωτότυπο, είτε από τις επίσημες αρχές της ενδιαφερόμενης τρίτης χώρας, είτε από τις επίσημες αρχές ενός των κρατών μελών στην εν λόγω τρίτη χώρα, είτε από οργανισμό επιφορτισμένο με την πληρωμή της επιστροφής·
β) βεβαίωση εκφόρτωσης και εισαγωγής που συντάσσεται από εταιρεία η οποία έχει ειδικευθεί σε διεθνές επίπεδο σε θέματα ελέγχου και εποπτείας και έχει αναγνωρισθεί από ένα κράτος μέλος σύμφωνα με τους ελάχιστους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 5. Η ημερομηνία και ο αριθμός του τελωνειακού εγγράφου εισαγωγής πρέπει να αναγράφονται στην εν λόγω βεβαίωση.
2. Αν ο εξαγωγέας δεν μπορεί να λάβει το έγγραφο που επέλεξε σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), αφού έκανε τα κατάλληλα διαβήματα για να λάβει το έγγραφο αυτό ή, στην περίπτωση που αμφισβητείται η αυθεντικότητα του εγγράφου που προσκομίστηκε, η απόδειξη της διεκπεραίωσης των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής θεωρείται ότι παρέχεται με την υποβολή ενός ή περισσοτέρων από τα ακόλουθα έγγραφα:
[…]
3. Ο εξαγωγέας οφείλει να υποβάλει σε όλες αυτές τις περιπτώσεις αντίγραφο ή φωτοαντίγραφο του εγγράφου μεταφοράς.
4. Η Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 38 του κανονισμού αριθ. 136/66/ΕΟΚ και στα αντίστοιχα άρθρα των άλλων κανονισμών περί κοινής οργανώσεως αγοράς, μπορεί να προβλέψει, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις που πρέπει να προσδιοριστούν, ότι η απόδειξη εισαγωγής που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 θεωρείται ότι παρέχεται μέσω ενός ειδικού εγγράφου ή με κάθε άλλο τρόπο.»
14 Όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 7 της παρούσας αποφάσεως, ο κανονισμός 800/1999 κατάργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό 3665/87. Το άρθρο 54, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/1999 διευκρινίζει ότι, σε όλες τις κοινοτικές πράξεις, όπου γίνεται αναφορά στον κανονισμό 3665/87 ή σε άρθρα του κανονισμού αυτού, η αναφορά αυτή πρέπει να θεωρείται ότι γίνεται στον κανονισμό 800/1999 ή στα αντίστοιχα άρθρα του κανονισμού αυτού. Από το παράρτημα Ι του κανονισμού 800/1999 προκύπτει ότι το άρθρο 18 του κανονισμού 3665/87 αντιστοιχεί στο άρθρο 16 του κανονισμού 800/1999.
15 Σύμφωνα με το άρθρο 55, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 800/1999, ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 1999.
Ο κανονισμός 1501/95
16 Η δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1501/95 έχει ως εξής:
«εκτιμώντας […] ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3665/87 […] ορίζει ότι, σε περίπτωση διαφοροποίησης των ποσοστών της επιστροφής ανάλογα με τον προορισμό, η καταβολή της επιστροφής εξαρτάται ιδίως από την προσκόμιση της απόδειξης ότι το προϊόν εισήχθη ως είχε στην τρίτη χώρα ή σε μία από τις τρίτες χώρες για τις οποίες προβλέπεται η επιστροφή ότι, στον τομέα των σιτηρών, το μόνο ποσοστό επιστροφής κατώτερο εκείνου που ισχύει για τις εξαγωγές προς όλες τις τρίτες χώρες έχει καθοριστεί για τα προϊόντα με προορισμό την Ελβετία και το Λιχτενστάιν ότι, προκειμένου να μην παρακωλύεται το μεγαλύτερο μέρος των κοινοτικών εξαγωγών με την απαίτηση παροχής αποδείξεως για την άφιξη του προϊόντος στον προορισμό του, πρέπει να διασφαλιστεί με άλλα μέσα ότι τα προϊόντα για τα οποία χορηγήθηκε επιστροφή με το ποσοστό που ισχύει για «όλες τις τρίτες χώρες» δεν εξάγονται στις προαναφερόμενες χώρες ότι, γι’ αυτό το σκοπό, πρέπει να εγκαταλειφθεί η ιδέα της προσκόμισης απόδειξης αφίξεως σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εξαγωγή πραγματοποιείται δια θαλάσσης ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι επαρκεί για την ίδια εγγύηση ένα πιστοποιητικό, που συντάσσεται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και παρέχει την απόδειξη του γεγονότος ότι τα προϊόντα εγκατέλειψαν [το] τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας φορτωμένα σε πλοίο κατάλληλο για θαλάσσια ναυσιπλοΐα».
17 Το άρθρο 13 του κανονισμού 1501/95 ορίζει τα εξής:
«Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87, η απόδειξη της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων για τη θέση σε κατανάλωση δεν απαιτείται για την πληρωμή της επιστροφής που καθορίζεται στο πλαίσιο διαγωνισμού, εφόσον ο εμπορευόμενος παρέχει την απόδειξη ότι μία ποσότητα τουλάχιστον 1 500 τόνων σιτηρών εγκατέλειψαν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας με πλοίο κατάλληλο για θαλάσσια ναυσιπλοΐα.
Η απόδειξη αυτή παρέχεται με την αναγραφή της ακόλουθης ένδειξης, επικυρουμένης από την αρμόδια αρχή, επί του αντιτύπου ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3665/87, στο ενιαίο διοικητικό έγγραφο ή στο εθνικό έγγραφο που αποδεικνύει την έξοδο από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας:
[…]
“Εξαγωγή σιτηρών δια θαλάσσης - Άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1501/95”
[…]».
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
18 Στις 30 Δεκεμβρίου 1999, η Glencore ζήτησε τον τελωνειακό έλεγχο της εξαγωγής προς την Πολωνία μιας ποσότητας συνολικώς 6 725 000 κιλών σίκαλης. Η αρμόδια τελωνειακή αρχή δέχθηκε την αίτηση αυτή, χορήγησε στην Glencore τη διασάφηση εξαγωγής και δέχθηκε την αίτηση προσωρινής αποθήκευσης της σίκαλης ενόψει της εξαγωγής.
19 Τον Φεβρουάριο του 2000, η Glencore ζήτησε τον τελικό τελωνειακό έλεγχο της εξαγωγής προς τη Ρωσία, μέσω του λιμένα Klaipeda της Λιθουανίας, του εν λόγω εμπορεύματος σε τρεις παρτίδες των 3 041 886 κιλών, 3 002 975 κιλών και 668 709 κιλών αντίστοιχα. Η τελωνειακή αρχή χορήγησε για τον σκοπό αυτό διασαφήσεις εξαγωγής οι οποίες έφεραν την ένδειξη που αναγράφει το άρθρο 13, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1501/95.
20 Διαπιστώνεται ότι η τμηματική παράδοση 3 041 886 κιλών, η οποία και μόνον αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, μεταφέρθηκε από το Lübeck της Γερμανίας στο Klaipeda με πλοίο κατάλληλο για θαλάσσια ναυσιπλοΐα.
21 Κατόπιν αιτήσεως της Glencore, η Hauptzollamt προκατέβαλε την επιστροφή λόγω εξαγωγής που αφορούσε την εν λόγω τμηματική παράδοση, όπως ορίζει το άρθρο 24 του κανονισμού 800/1999, υπό την επιφύλαξη της νομότυπης και εμπρόθεσμης απόδειξης του δικαιώματος επιστροφής.
22 Δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 800/1999, η Glencore όφειλε να προσκομίσει το έγγραφο μεταφοράς μεταξύ του Lübeck και του τόπου προορισμού στη Ρωσία, δηλαδή του Nazran, και καθόσον διαπιστώθηκε ότι προσκόμισε μόνον τη θαλάσσια φορτωτική μεταξύ Lübeck και Klaipeda, η Hauptzollamt ζήτησε, με έγγραφο της 2ας Αυγούστου 2000, αντίγραφο του συμπληρωματικού εγγράφου μεταφοράς για τη μεταφορά μεταξύ Klaipeda και Nazran.
23 Επειδή η Glencore δεν προσκόμισε το αντίγραφο αυτό εμπροθέσμως, η Hauptzollamt απαίτησε, με αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2001 που τροποποιήθηκαν με απόφαση της 1ης Μαρτίου 2004, την απόδοση του ποσού της επιστροφής που είχε προκαταβληθεί λόγω εξαγωγής, προσαυξημένου κατά 10 %, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 52, παράγραφος 1, και 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/1999.
24 Η Glencore άσκησε προσφυγή κατά των αποφάσεων αυτών ενώπιον του Finanzgericht Hamburg.
25 Υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 16 του κανονισμού 800/1999, συμπεριλαμβανομένης της παραγράφου 3 αυτού, καθίσταται ανεφάρμοστο από τις διατάξεις του κανονισμού 1501/95, όπως επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, από τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του δεύτερου κανονισμού. Έχοντας προσκομίσει την απόδειξη που επιβάλλει το άρθρο 13 του κανονισμού 1501/95, η Glencore πληρούσε τις προϋποθέσεις χορήγησης της επιστροφής.
26 Η Hauptzollamt ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του κανονισμού 1501/95, η απόδειξη ότι τουλάχιστον 1 500 τόνοι σιτηρών εγκατέλειψαν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας με πλοίο κατάλληλο για θαλάσσια ναυσιπλοΐα υποκαθίσταται μόνον από την απόδειξη της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων. Αντιθέτως, ο εξαγωγέας δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση προσκόμισης αντιγράφου του εγγράφου μεταφοράς, του οποίου η προσκόμιση απαιτείται σε όλες τις περιπτώσεις από το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 800/1999.
27 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το άρθρο 13 του κανονισμού 1501/95, το οποίο απαλλάσσει τον εξαγωγέα, υπό τις συνθήκες που προβλέπει, από την υποχρέωση απόδειξης της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαλλάσσει επίσης τον εξαγωγέα από την υποχρέωση, που προβλέπει το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 800/1999, της προσκόμισης αντιγράφου του εγγράφου μεταφοράς.
28 Δεδομένου ότι η ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού 1501/95 είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του, το Finanzgericht Hamburg αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) 1501/95 την έννοια ότι, εφόσον προσκομίζεται η απόδειξη που περιγράφεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού, όχι μόνο δεν χρειάζεται να αποδειχθεί η περάτωση των τελωνειακών διατυπώσεων για τη διάθεση στην κατανάλωση, αλλά ούτε καν χρειάζεται να υποβληθεί το έγγραφο μεταφοράς [κατά το άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87, νυν άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 800/99];»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
29 Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 13 του κανονισμού 1501/95 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η εκ μέρους του επιχειρηματία απόδειξη του γεγονότος ότι μια ποσότητα τουλάχιστον 1 500 τόνων σιτηρών εγκατέλειψε το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας με πλοίο κατάλληλο για θαλάσσια ναυσιπλοΐα τον απαλλάσσει από την υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 800/1999 να προσκομίσει αντίγραφο ή φωτοαντίγραφο του εγγράφου μεταφοράς.
30 Τόσο κατά την ημερομηνία έκδοσης του κανονισμού 1501/95, με την αρχική του διατύπωση, όσο και κατά την ημερομηνία τροποποίησης του άρθρου 13 αυτού από τον κανονισμό 1259/97, το εν λόγω άρθρο είχε ως αντικείμενο την παρέκκλιση από το άρθρο 18 του κανονισμού 3665/87.
31 Υπό τις συνθήκες αυτές, προκειμένου να καθοριστεί αν, με την έκδοση του κανονισμού 1501/95, με την αρχική του διατύπωση, και ακολούθως με την τροποποίηση του άρθρου 13 αυτού, ο κοινοτικός νομοθέτης επιδίωξε την απαλλαγή των εξαγωγέων από την υποχρέωση προσκόμισης αντιγράφου ή φωτοαντιγράφου του εγγράφου μεταφοράς, επιβάλλεται, καταρχάς, η ερμηνεία του άρθρου αυτού υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 18 του κανονισμού 3665/87.
32 Πρώτον, το άρθρο 18 του κανονισμού 3665/87 διακρίνει σαφώς μεταξύ, αφενός, της υποχρέωσης απόδειξης της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων για τη διάθεση στην κατανάλωση, που αποτελεί αντικείμενο των παραγράφων 1 και 2, και, αφετέρου, της υποχρέωσης προσκόμισης αντιγράφου ή φωτοαντιγράφου του εγγράφου μεταφοράς, που προβλέπει η παράγραφος 3.
33 Πρέπει να υπογραμμιστεί, συναφώς, ότι το έγγραφο μεταφοράς δεν είναι τελωνειακό έγγραφο και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων για τη διάθεση στην κατανάλωση στην τρίτη χώρα προορισμού.
34 Πάντως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1501/95 απαλλάσσει τον εξαγωγέα μόνον από την υποχρέωση απόδειξης της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων για τη διάθεση στην κατανάλωση.
35 Ως εκ τούτου, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1501/95 αρχίζει με τη φράση «[κ]ατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87», το άρθρο αυτό πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι συνιστά παρέκκλιση αποκλειστικά και μόνον από το άρθρο 18, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 3665/87.
36 Δεύτερον, από το άρθρο 18, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87 προκύπτει ότι η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 38 του κανονισμού 136/66 και τα αντίστοιχα άρθρα των άλλων κανονισμών περί κοινής οργανώσεως αγοράς, μπορεί να προβλέψει, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις που πρέπει να προσδιοριστούν, ότι η απόδειξη εισαγωγής που αναφέρουν οι παράγραφοι 1 και 2 θεωρείται ότι παρέχεται μέσω ενός ειδικού εγγράφου ή με κάθε άλλο τρόπο.
37 Αντιθέτως, ο κοινοτικός νομοθέτης ουδόλως προέβλεψε τη δυνατότητα παρέκκλισης από την αυτοτελή υποχρέωση προσκόμισης αντιγράφου ή φωτοαντιγράφου του εγγράφου μεταφοράς, που προβλέπει το άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 3665/87.
38 Από την έκδοση των κανονισμών 1501/95, με την αρχική του διατύπωση, και 1259/97, η σχετική διάταξη που αντιστοιχεί στο άρθρο 38 του κανονισμού 136/66 ήταν το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1766/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ L 181, σ. 21). Το άρθρο αυτό θέσπιζε μια διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας προβλεπόταν η παρέμβαση της επιτροπής διαχείρισης σιτηρών.
39 Πάντως, τόσο ο κανονισμός 1501/95, με την αρχική του διατύπωση, όσο και ο κανονισμός 1259/97 εκδόθηκαν σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το εν λόγω άρθρο, όπως προκύπτει από τις τελευταίες αιτιολογικές σκέψεις τους, σύμφωνα με τις οποίες τα μέτρα που προβλέπουν οι εν λόγω κανονισμοί είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης σιτηρών. Επομένως, προκύπτει ότι οι κανονισμοί αυτοί εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 18, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87.
40 Ως εκ τούτου, η ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού 1501/95 υπό την έννοια ότι παρεκκλίνει αποκλειστικά και μόνον από τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 18 του κανονισμού 3665/87 είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 18, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού.
41 Τρίτον, η ανωτέρω ερμηνεία είναι σύμφωνη με τον σκοπό του άρθρου 13 του κανονισμού 1501/95.
42 Πράγματι, όπως προκύπτει από τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, σκοπός του εν λόγω άρθρου είναι να μη παρακωλύεται αδικαιολόγητα το μεγαλύτερο μέρος των κοινοτικών εξαγωγών με την απαίτηση παροχής εκ μέρους του εξαγωγέα αποδείξεως για την εισαγωγή του προϊόντος σε τρίτη χώρα πλην της Ελβετίας ή του Λιχτενστάιν και, για τον σκοπό αυτό, να διασφαλιστεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ότι το προϊόν δεν εξήχθη στην Ελβετία ή στο Λιχτενστάιν.
43 Πάντως, η διάκριση μεταξύ των τελωνειακών εγγράφων που απαιτεί το άρθρο 18, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 3665/87 και του εγγράφου μεταφοράς που προβλέπει η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού εξηγείται από τη σκέψη ότι οι εξαγωγείς διατρέχουν τον κίνδυνο να αντιμετωπίσουν δυσχέρειες κατά την απόκτηση των τελωνειακών εγγράφων από τις αρχές του τρίτου κράτους εισαγωγής, επί των οποίων δεν διαθέτουν κανένα μέσο άσκησης πίεσης, ενώ δεν μπορεί να υπάρξουν ανάλογες δυσκολίες όταν πρόκειται για έγγραφα μεταφοράς, των οποίων αντίγραφο κρατούν οι εξαγωγείς ως παραγγελιοδόχοι μεταφοράς, στην περίπτωση πώλησης caf, ή των οποίων μπορούν εύκολα να ζητήσουν επικυρωμένο αντίγραφο από τους αγοραστές, δυνάμει των συμβατικών σχέσεων που τους συνδέουν με αυτούς, στην περίπτωση πώλησης fob (βλ., σχετικώς, την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, C 155/89, Philipp Brothers, Συλλογή 1990, σ. I‑3265, σκέψη 27).
44 Ως εκ τούτου, φαίνεται να συνάδει προς τον σκοπό του άρθρου 13 του κανονισμού 1501/95 η απαλλαγή των εξαγωγέων από την υποχρέωση απόδειξης της περάτωσης των τελωνειακών διατυπώσεων για τη διάθεση στην κατανάλωση στην τρίτη χώρα προορισμού, λαμβανομένων υπόψη των εμποδίων που μπορεί να συναντήσουν για την προσκόμιση της απόδειξης αυτής, ενώ εξακολουθεί να απαιτείται η εκ μέρους τους προσκόμιση αντιγράφου ή φωτοαντιγράφου του εγγράφου μεταφοράς, το οποίο δεν συνεπάγεται παρόμοιες δυσχέρειες.
45 Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, δεδομένου ότι η εκ μέρους του εξαγωγέα προσκόμιση του εγγράφου μεταφοράς των εμπορευμάτων που εξάγει είναι πάντα χρήσιμη για τον περιορισμό των κινδύνων απάτης και δεδομένου ότι ο εξαγωγέας δεν αντιμετωπίζει ιδιαίτερες δυσχέρειες για την απόκτηση του εγγράφου αυτού, η υποχρέωση προσκόμισης αντιγράφου ή φωτοαντιγράφου του εν λόγω εγγράφου προκειμένου να αξιώσει μια διαφοροποιημένη επιστροφή κατά την εξαγωγή, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 13 του κανονισμού 1501/95, δεν προσκρούει, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Glencore, στην αρχή της αναλογικότητας.
46 Δεύτερον, η ανωτέρω ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού 1501/95 εξακολουθεί να ισχύει και μετά την αντικατάσταση, στο άρθρο αυτό, της παραπομπής στο άρθρο 18 του κανονισμού 3665/87 από την παραπομπή στο άρθρο 16 του κανονισμού 800/1999.
47 Πράγματι, το άρθρο 16 του κανονισμού 800/1999 αναπαράγει, κατ’ ουσίαν, το περιεχόμενο του άρθρου 18 του κανονισμού 3665/87.
48 Τρίτον, η ανωτέρω ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού 1501/95 επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των άλλων κανονισμών που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 18, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87, όπως ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2669/89 της Επιτροπής, της 1ης Σεπτεμβρίου 1989, σχετικά με την προκήρυξη διαγωνισμού για δωρεάν προμήθεια ελαιολάδου στην Πολωνία (ΕΕ L 257, σ. 20), ή του άρθρου 16, παράγραφος 4, του κανονισμού 800/1999, όπως ο κανονισμός (ΕΚ) 40/2004 της Επιτροπής, της 9ης Ιανουαρίου 2004, για την απόδειξη της περατώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής ζάχαρης σε μια τρίτη χώρα που προβλέπεται στο άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΚ) 800/1999 (ΕΕ L 6, σ. 17), και οι κανονισμοί που τον διαδέχτηκαν, ή ο κανονισμός (ΕΚ) 450/2005 της Επιτροπής, της 18ης Μαρτίου 2005, σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία διεκπεραίωσης των τελωνειακών διατυπώσεων για την εισαγωγή γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων σε τρίτες χώρες, όπως προβλέπεται στο άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΚ) 800/1999 (ΕΕ L 74, σ. 30).
49 Όντως, πέρα από τις διαφορές στη σύνταξη, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι κανένας από τους κανονισμούς αυτούς δεν απαλλάσσει τον εξαγωγέα από την υποχρέωση προσκόμισης αντιγράφου ή φωτοαντιγράφου του εγγράφου μεταφοράς.
50 Ως εκ τούτου, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1501/95 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η εκ μέρους του επιχειρηματία απόδειξη του γεγονότος ότι μια ποσότητα τουλάχιστον 1 500 τόνων σιτηρών εγκατέλειψε το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας με πλοίο κατάλληλο για θαλάσσια ναυσιπλοΐα δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 800/1999 να προσκομίσει αντίγραφο ή φωτοαντίγραφο του εγγράφου μεταφοράς.
Επί των δικαστικών εξόδων
51 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) 1501/95 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1995, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1766/92 του Συμβουλίου όσον αφορά τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή καθώς και τα μέτρα τα οποία πρέπει να λαμβάνονται σε περίπτωση διαταραχής της αγοράς στον τομέα των σιτηρών, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1259/97 της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1997, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η εκ μέρους του επιχειρηματία απόδειξη του γεγονότος ότι μια ποσότητα τουλάχιστον 1 500 τόνων σιτηρών εγκατέλειψε το τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με πλοίο κατάλληλο για θαλάσσια ναυσιπλοΐα δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 800/1999 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1999, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα, να προσκομίσει αντίγραφο ή φωτοαντίγραφο του εγγράφου μεταφοράς.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy