Υπόθεση C-396/07
Mirja Juuri
κατά
Fazer Amica Oy
(αίτηση του Korkein oikeus
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 2001/23/ΕΚ – Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων – Μεταβίβαση επιχειρήσεων – Άρθρο 4, παράγραφος 2 – Ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας κατά τη μεταβίβαση – Συλλογική σύμβαση – Καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργαζόμενο – Καταγγελία θεωρούμενη ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη – Συνέπειες – Χρηματική αποζημίωση εκ μέρους του εργοδότη»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Κοινωνική πολιτική – Προσέγγιση των νομοθεσιών – Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων – Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων – Οδηγία 2001/23
(Οδηγία 2001/23 του Συμβουλίου, άρθρο 4 § 2)
2. Κοινωνική πολιτική – Προσέγγιση των νομοθεσιών – Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων – Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων – Οδηγία 2001/23
(Οδηγία 2001/23 του Συμβουλίου, άρθρο 3 § 3)
1. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, κατά το οποίο, αν η σύμβαση εργασίας ή η σχέση εργασίας καταγγέλλεται για τον λόγο ότι η μεταβίβαση επιφέρει ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας θεωρείται ότι επέρχεται με πρωτοβουλία του εργοδότη, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής και ανεξαρτήτως της υπάρξεως οποιασδήποτε παραβάσεως του προς ον η μεταβίβαση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την εν λόγω οδηγία, δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν στον εργαζόμενο δικαίωμα λήψεως χρηματικής αποζημιώσεως από τον προς ον η μεταβίβαση υπό τους ίδιους όρους οι οποίοι προβλέπονται σχετικά με το δικαίωμα που έχει ο εργαζόμενος όταν ο εργοδότης λύει παρανόμως τη σύμβαση εργασίας ή τη σχέση εργασίας. Πάντως, το εθνικό δικαστήριο, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, υποχρεούται να εξασφαλίζει ότι, τουλάχιστον, σε μια τέτοια περίπτωση, ο προς ον η μεταβίβαση θα υφίσταται τις συνέπειες τις οποίες το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο προβλέπει για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας με πρωτοβουλία του εργοδότη, όπως είναι η καταβολή μισθού και λοιπών παροχών που αντιστοιχούν, δυνάμει του δικαίου αυτού, στην περίοδο καταγγελίας την οποία ο εργοδότης οφείλει να τηρεί.
(βλ. σκέψεις 30, 35 και διατακτ.)
2. Το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/23, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, το οποίο προβλέπει ότι μετά τη μεταβίβαση, ο προς ον η μεταβίβαση εξακολουθεί να τηρεί τους συμφωνηθέντες με συλλογική σύμβαση όρους εργασίας, ως αυτοί εφαρμόζονται και έναντι του μεταβιβάζοντος, σύμφωνα με τη σύμβαση, μέχρι την ημερομηνία της καταγγελίας ή λήξεως της συλλογικής συμβάσεως ή της ενάρξεως της ισχύος ή εφαρμογής άλλης συλλογικής συμβάσεως, δεν υποχρεώνει τον προς ον η μεταβίβαση να εγγυάται τη διατήρηση των όρων εργασίας που είχαν συμφωνηθεί με τον μεταβιβάζοντα μετά την ημερομηνία λήξεως της συλλογικής συμβάσεως, έστω και αν η ημερομηνία αυτή συμπίπτει με αυτήν της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως.
(βλ. σκέψεις 34, 36 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 27ης Νοεμβρίου 2008 (*)
«Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 2001/23/ΕΚ – Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων – Μεταβίβαση επιχειρήσεων – Άρθρο 4, παράγραφος 2 – Ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας κατά τη μεταβίβαση – Συλλογική σύμβαση – Καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργαζόμενο – Καταγγελία θεωρούμενη ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη – Συνέπειες – Χρηματική αποζημίωση εκ μέρους του εργοδότη»
Στην υπόθεση C-396/07,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Korkein oikeus (Φινλανδία) με απόφαση της 24ης Αυγούστου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Αυγούστου 2007, στο πλαίσιο της δίκης
Mirja Juuri
κατά
Fazer Amica Oy,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, T. von Danwitz, E. Juhász, Γ. Αρέστη και J. Malenovský (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη J. Himmanen,
– η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις J. Fazekas, R. Somssich και K. Borvölgyi,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους M. Huttunen και J. Enegren,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ L 82, σ. 16).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ M. Juuri και του πρώην εργοδότη της, της εταιρίας Fazer Amica Oy (στο εξής: Amica), σχετικά με την άρνηση της τελευταίας να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας δίκης διάφορες αποζημιώσεις κατόπιν της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, που επήλθε μετά τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Η οδηγία 2001/23 κωδικοποιεί την οδηγία 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171), όπως αυτή είχε τροποποιηθεί με την οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998 (ΕΕ L 201, σ. 88).
4 Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/23:
«Μετά τη μεταβίβαση, ο [προς ον η μεταβίβαση] εξακολουθεί να τηρεί τους συμφωνηθέντες με συλλογική σύμβαση όρους εργασίας, ως αυτοί εφαρμόζονται και έναντι του [μεταβιβάζοντος], σύμφωνα με τη σύμβαση, μέχρι την ημερομηνία της καταγγελίας ή λήξεως της συλλογικής συμβάσεως ή της ενάρξεως της ισχύος ή εφαρμογής άλλης συλλογικής συμβάσεως.
[…]»
5 Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα:
«Αν η σύμβαση εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας εις βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσεως θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη.»
6 Η διατύπωση της τελευταίας αυτής διατάξεως ταυτίζεται με εκείνη του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 77/187, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/50.
Η εθνική νομοθεσία
7 Δυνάμει του άρθρου 6 του κεφαλαίου 7 του νόμου περί συμβάσεως εργασίας [Työsopimuslaki (55/2001)], της 26ης Ιανουαρίου 2001 (στο εξής: νόμος περί συμβάσεως εργασίας), που μεταφέρει στο φινλανδικό δίκαιο το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23:
«Αν η σύμβαση εργασίας καταγγέλλεται λόγω σημαντικής χειροτερεύσεως των όρων εργασίας του εργαζομένου οφειλομένης σε μεταβίβαση της επιχειρήσεως, ο εργοδότης θεωρείται υπεύθυνος για τον τερματισμό της σχέσεως εργασίας.»
8 Tο άρθρο 2 του κεφαλαίου 12 του ίδιου νόμου παρέχει στον εργαζόμενο δικαίωμα αποζημιώσεως από τον εργοδότη του σε περίπτωση μη σύννομης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Κατά τη διάταξη αυτή, όταν ο εργοδότης καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας χωρίς να συντρέχουν οι λόγοι που προβλέπει ο εν λόγω νόμος, υποχρεώνεται σε αποζημίωση. Επιπλέον, είναι δυνατό να υποχρεωθεί ο εργοδότης να καταβάλει αποζημίωση όταν θεωρείται ότι ο εργαζόμενος είχε το δικαίωμα να ζητήσει ο ίδιος τον τερματισμό της συμβάσεως εργασίας.
9 Εντούτοις, ο εργαζόμενος δεν δικαιούται την αποζημίωση που προβλέπει το ως άνω άρθρο 2 σε περίπτωση που ο εργοδότης του κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας για βάσιμο και σοβαρό λόγο. Ωστόσο, ακόμα και σε μια τέτοια περίπτωση, ο εργαζόμενος λαμβάνει τον μισθό του και τις άλλες παροχές κατά τη διάρκεια της περιόδου καταγγελίας.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
10 Η M. Juuri εργαζόταν από τις 5 Απριλίου 1994 στην υπηρεσία της επιχειρήσεως Rautaruukki Oyj (στο εξής: Rautaruukki) ως υπάλληλος του εστιατορίου προσωπικού στην πόλη Hämeenlinna. Στη σχέση εργασίας της είχε εφαρμογή η συλλογική σύμβαση του μεταλλουργικού τομέα.
11 Στις 31 Ιανουαρίου 2003, τελευταία ημέρα ισχύος της συλλογικής αυτής συμβάσεως, επήλθε μεταβίβαση επιχειρήσεως μεταξύ Rautaruukki και Amica όσον αφορά το εστιατόριο στη Hämeenlinna. Η Amica πληροφόρησε τη M. Juuri ότι, από 1ης Φεβρουαρίου 2003, στη σχέση εργασίας της θα είχε εφαρμογή η συλλογική σύμβαση που ισχύει για τους εργαζομένους στα ξενοδοχεία και στις υπηρεσίες εστιάσεως, η οποία είναι δεσμευτική για την Amica. Όμως, η M. Juuri ζήτησε να συνεχίσει να εφαρμόζεται στην περίπτωσή της η συλλογική σύμβαση του μεταλλουργικού τομέα. Κατόπιν αρνήσεως αποδοχής του αιτήματος αυτού, στις 19 Φεβρουαρίου 2003 η M. Juuri κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της με άμεση ισχύ της καταγγελίας της από την ημερομηνία αυτή.
12 Στη συνέχεια, άσκησε αγωγή ενώπιον του Helsingin käräjäoikeus [πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του Ελσίνκι], με την οποία ζήτησε από την Amica αποζημίωση λόγω καταγγελίας ίση προς μισθούς τεσσάρων μηνών, επίδομα αδείας αντιστοιχούν προς την περίοδο καταγγελίας, καθώς και αποζημίωση ίση προς μισθούς δεκατεσσάρων μηνών λόγω μη σύννομου τερματισμού της συμβάσεως εργασίας.
13 Προς τούτο, στηρίχθηκε ιδίως στο άρθρο 2 του κεφαλαίου 12 του νόμου περί συμβάσεως εργασίας και υποστήριξε ότι η εφαρμογή της συλλογικής συμβάσεως των εργαζομένων στα ξενοδοχεία και στις υπηρεσίες εστιάσεως είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του εισοδήματός της κατά 300 ευρώ μηνιαίως. Επιπλέον, υποχρεώθηκε να αλλάξει τόπο εργασίας σε άλλο εστιατόριο της Amica. Έτσι, οι όροι εργασίας της χειροτέρευσαν ουσιωδώς κατόπιν της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως. Συνεπώς, η Amica είναι υπεύθυνη για τη λύση της συμβάσεως εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 6 του κεφαλαίου 7 του νόμου περί συμβάσεως εργασίας.
14 Η Amica αμφισβήτησε το βάσιμο των αιτημάτων της M. Juuri. Υποστήριξε, αφενός, ότι δεν ήταν υπεύθυνη για τη λύση της σχέσεως εργασίας με τη M. Juuri και, αφετέρου, ότι δεν παρέβη, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, τη σύμβαση εργασίας ή τον νόμο περί συμβάσεως εργασίας. Επομένως, δεν ευθύνεται για τη ζημία που προκλήθηκε λόγω της καταγγελίας της εν λόγω συμβάσεως.
15 Το Helsingin käräjäoikeus απέρριψε την αγωγή της M. Juuri στις 11 Φεβρουαρίου 2005. Κατά το δικαστήριο αυτό, το άρθρο 6 του κεφαλαίου 7 του νόμου περί συμβάσεως εργασίας δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι συμπληρώνει την κανονιστική ρύθμιση στον τομέα της αποκαταστάσεως της προκαλούμενης ζημίας, όπως προβλέπει ο νόμος περί συμβάσεως εργασίας, δημιουργώντας υπέρ του εργαζομένου έναν νέο λόγο αποζημιώσεως. Επομένως, η M. Juuri δεν είχε δικαίωμα να λάβει την αποζημίωση που ζήτησε βάσει της διατάξεως αυτής. Επιπλέον, η Amica δεν παρέβη καμία από τις υποχρεώσεις της.
16 Αφού το Helsingin hovioikeus [εφετείο του Ελσίνκι] επικύρωσε την απόφαση αυτή, η M. Juuri άσκησε αναίρεση ενώπιον του Korkein oikeus. Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως υποστήριξε ότι η οδηγία 2001/23 έχει ως σκοπό να προβλέψει την ευθύνη του εργοδότη έναντι του εργαζομένου όταν η σχέση εργασίας καταγγέλλεται κατόπιν ουσιωδών μεταβολών της, ακόμα και στην περίπτωση στην οποία, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο εργοδότης τήρησε τη συλλογική σύμβαση που δέσμευε τον μεταβιβάζοντα, όπως ορίζει το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, και εξασφάλισε στον εργαζόμενο τους καλύτερους δυνατούς όρους εργασίας μέχρι την ημερομηνία λήξεως της ισχύος της συμβάσεως αυτής.
17 Το Korkein oikeus διαπιστώνει ότι η ερμηνεία αυτή σημαίνει ότι ο εργοδότης μπορεί να είναι υπόχρεος προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο εργαζόμενος ο οποίος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, ενώ ο εν λόγω εργοδότης ενήργησε με τρόπο καθ’ όλα σύμφωνο τόσο προς την εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση όσο και προς τη δεσμευτική έναντι του ιδίου συλλογική σύμβαση.
18 Κατά το αιτούν δικαστήριο, αν πρέπει να γίνει δεκτή μια τέτοια ερμηνεία, στη συνέχεια θα πρέπει να εξεταστεί αν ο εργαζόμενος δικαιούται αποζημίωση δυνάμει του άρθρου 2 του κεφαλαίου 12 του νόμου περί συμβάσεως εργασίας, δηλαδή αν πρέπει να του καταβληθεί ποσό ίσο προς μισθούς εικοσιτεσσάρων μηνών κατ’ ανώτατο όριο, ή αν η εν λόγω αποζημίωση θα πρέπει να ισούται, το πολύ, προς εκείνη την οποία οφείλει ο εργοδότης που καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας για βάσιμο και σοβαρό λόγο, ήτοι την αποζημίωση που συνδέεται με την περίοδο καταγγελίας τεσσάρων μηνών, καθώς και με το αντίστοιχο επίδομα αδείας.
19 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Korkein oikeus αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας [2001/23] υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ένας εργαζόμενος έχει καταγγείλει ο ίδιος τη σύμβαση εργασίας του κατόπιν σημαντικής χειροτερεύσεως των όρων εργασίας του λόγω μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως, κάθε κράτος μέλος πρέπει να εγγυάται στον εργαζόμενο, στο πλαίσιο της εσωτερικής εννόμου τάξεώς του, μια αξίωση για χρηματική αποζημίωση έναντι του εργοδότη αντίστοιχη με εκείνη που προβλέπεται όταν ο εργοδότης καταγγέλλει παράνομα τη σύμβαση εργασίας, σε περίπτωση που ο εργοδότης έχει τηρήσει, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, τη συλλογική σύμβαση που δέσμευε τον μεταβιβάζοντα και εξασφάλιζε καλύτερους όρους εργασίας μόνο μέχρι τη λήξη της και η χειροτέρευση των όρων εργασίας απορρέει από τη λήξη αυτή;
2) Εάν η ευθύνη του εργοδότη σύμφωνα με την οδηγία δεν είναι τέτοιας εκτάσεως όπως περιγράφεται στο πρώτο ερώτημα, υφίσταται παρά ταύτα κάποια υποχρέωση του εργοδότη, παραδείγματος χάρη προς καταβολή αποδοχών ή άλλης παροχής κατά το διάστημα της προθεσμίας καταγγελίας της συμβάσεως, που πρέπει να τηρεί ο εργοδότης;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
20 Με τα ερωτήματά του, που πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση καταγγελίας μιας συμβάσεως εργασίας ή μιας σχέσεως εργασίας εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν στον εργαζόμενο το δικαίωμα να λάβει χρηματική αποζημίωση από τον εργοδότη του υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που προβλέπονται σχετικά με το δικαίωμα που έχει ο ενδιαφερόμενος όταν ο εργοδότης τερματίζει κατά τρόπο μη σύννομο τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας ή, τουλάχιστον, σχετικά με τα δικαιώματα που έχει στο πλαίσιο της περιόδου καταγγελίας την οποία πρέπει να τηρεί ο εργοδότης, δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας για βάσιμο και σοβαρό λόγο.
21 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επίσης επί της επιπτώσεως που έχει το γεγονός ότι ο εργοδότης τήρησε τη συλλογική σύμβαση που δέσμευε τον μεταβιβάζοντα και εξασφάλιζε καλύτερους όρους εργασίας στον εργαζόμενο, όπως ορίζει το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/23, μόνο μέχρι την ημερομηνία της λήξεώς της, ενώ η χειροτέρευση των όρων εργασίας προέρχεται, κατά το ως άνω δικαστήριο, εκ της λήξεως αυτής.
Επί της αρχής της χρηματικής αποζημιώσεως εκ μέρους του εργοδότη
22 Από το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23 προκύπτει ότι η διάταξη αυτή εισάγει έναν κανόνα ο οποίος επιρρίπτει στον εργοδότη την ευθύνη της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας, ανεξάρτητα από το ποιο συμβαλλόμενο μέρος έχει προβεί τυπικά στην εν λόγω καταγγελία. Η εν λόγω διάταξη, αντιθέτως, δεν ορίζει ειδικότερα τις έννομες συνέπειες που απορρέουν εντεύθεν. Έτσι, δεν προβλέπει καμία υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν υπέρ των εργαζομένων ένα συγκεκριμένο σύστημα αποζημιώσεως ούτε, επομένως, να εξασφαλίζουν ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής του συστήματος αυτού θα ταυτίζονται προς εκείνες του συστήματος που ισχύει για τους εργαζομένους όταν ο εργοδότης λύει παρανόμως τη σύμβαση εργασίας ή εκείνες που προβλέπονται στο πλαίσιο της περιόδου καταγγελίας την οποία υποχρεούται να τηρεί ο εργοδότης.
23 Τούτο είναι σύμφωνο προς τον σκοπό της οδηγίας 2001/23, η οποία δεν επιδιώκει παρά μερική μόνον εναρμόνιση του εν λόγω τομέα, επεκτείνοντας, ως προς τα ουσιώδη σημεία, την προστασία που διασφαλίζεται αυτοτελώς για τους εργαζομένους από το δίκαιο των διαφόρων κρατών μελών και στην περίπτωση της μεταβιβάσεως επιχειρήσεως. Η οδηγία δεν επιδιώκει τη θέσπιση ενιαίου επιπέδου προστασίας για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας βάσει κοινών κριτηρίων. Επομένως, μπορεί να γίνει επίκληση των ευεργετικών διατάξεων της οδηγίας 2001/23 μόνο για να διασφαλίζεται ότι ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος προστατεύεται στις σχέσεις του με τον προς ον η μεταβίβαση κατά τον ίδιο τρόπο όπως στις σχέσεις του με τον μεταβιβάζοντα δυνάμει των κανόνων δικαίου του οικείου κράτους μέλους (απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2003, C-4/01, Martin κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. I-12859, σκέψη 41).
24 Επιπλέον, από την αιτιολογική έκθεση της προτάσεως περί οδηγίας 77/187 [COM (74) 351] προκύπτει σαφώς ότι, ναι μεν η εκ μέρους του εργαζομένου καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του πρέπει να θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε για λόγο για τον οποίο ευθύνεται ο εργοδότης, αλλά οι έννομες συνέπειες που απορρέουν εντεύθεν, όπως η αποζημίωση, πρέπει να εκτιμώνται δυνάμει των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23 καθορίζει σιωπηρώς ένα επίπεδο ενιαίας προστασίας των εργαζομένων πέρα από τον κανόνα περί ευθύνης τον οποίο προβλέπει. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν καθορίζει τις οικονομικές συνέπειες της ευθύνης του εργοδότη για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας που επέρχεται υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις. Επομένως, οι συνέπειες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται εντός κάθε κράτους μέλους, σε συνάρτηση με τους εφαρμοστέους στον τομέα αυτό εθνικούς κανόνες.
26 Εντούτοις, πρέπει να υπομνησθεί ότι η ελευθερία επιλογής των μέσων και μεθόδων που διασφαλίζουν την εφαρμογή μιας οδηγίας διατηρεί ακέραια την υποχρέωση κάθε κράτους που είναι αποδέκτης της οδηγίας να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο σκοπό (βλ. αποφάσεις της 10ης Απριλίου 1984, 14/83, von Colson και Kamann, Συλλογή 1984, σ. 1891, σκέψη 15, και της 15ης Απριλίου 2008, C-268/06, Impact, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 40).
27 Η απορρέουσα από οδηγία υποχρέωση των κρατών μελών να επιτύχουν το αποτέλεσμα που η οδηγία αυτή προβλέπει, καθώς και το καθήκον τους, δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ, να λαμβάνουν όλα τα γενικά ή ειδικά μέτρα που μπορούν να διασφαλίσουν την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής ισχύουν για όλες τις εθνικές αρχές των κρατών αυτών, περιλαμβανομένων, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, των δικαστικών αρχών (προαναφερθείσες αποφάσεις von Colson και Kamann, σκέψη 26, και Impact, σκέψη 41).
28 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η οδηγία 2001/23 επιδιώκει τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επικεφαλής της επιχειρήσεως, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να παραμείνουν στην υπηρεσία του νέου εργοδότη υπό τους αυτούς όρους που είχαν συμφωνηθεί με τον μεταβιβάζοντα (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 10ης Φεβρουαρίου 1988, 324/86, Tellerup, λεγόμενη «Daddy’s Dance Hall», Συλλογή 1988, σ. 739, σκέψη 9, και της 9ης Μαρτίου 2006, C-499/04, Werhof, Συλλογή 2006, σ. I-2397, σκέψη 25).
29 Η εν λόγω οδηγία επιδιώκει επίσης τον σκοπό αυτό σε ένα μεταγενέστερο στάδιο, καθόσον θεωρεί τον προς ον η μεταβίβαση υπεύθυνο για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας σε περίπτωση ουσιαστικής μεταβολής των όρων εργασίας λόγω μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως, ενώ οι συνέπειες της ευθύνης αυτής διέπονται από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.
30 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής και ανεξαρτήτως της υπάρξεως οποιασδήποτε παραβάσεως του προς ον η μεταβίβαση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την εν λόγω οδηγία, δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν στον εργαζόμενο ένα δικαίωμα λήψεως χρηματικής αποζημιώσεως από τον προς ον η μεταβίβαση υπό τους ίδιους όρους οι οποίοι προβλέπονται σχετικά με το δικαίωμα που έχει ο εργαζόμενος όταν ο εργοδότης λύει παρανόμως τη σύμβαση εργασίας ή τη σχέση εργασίας. Πάντως, το εθνικό δικαστήριο, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, υποχρεούται να εξασφαλίζει ότι, τουλάχιστον, σε μια τέτοια περίπτωση, ο προς ον η μεταβίβαση θα υφίσταται τις συνέπειες τις οποίες το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο προβλέπει για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας με πρωτοβουλία του εργοδότη, όπως είναι η καταβολή μισθού και λοιπών παροχών που αντιστοιχούν, δυνάμει του δικαιώματος αυτού, στην περίοδο καταγγελίας την οποία ο εργοδότης οφείλει να τηρεί.
Επί του περιεχομένου του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/23
31 Όπως προαναφέρθηκε στη σκέψη 21 της παρούσας αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται στην υπόθεση της κύριας δίκης επί της συμπεριφοράς του προς ον η μεταβίβαση έναντι του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/23, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτός τήρησε τη συλλογική σύμβαση του μεταλλουργικού τομέα μόνο μέχρι την ημερομηνία της λήξεώς της και ότι η ημερομηνία αυτή συμπίπτει με αυτή της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως.
32 Κατά τη διάταξη αυτή, μετά τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως ο προς ον η μεταβίβαση πρέπει να διατηρήσει τους προβλεπόμενους από συλλογική σύμβαση όρους εργασίας όπως αυτοί εφαρμόζονταν και έναντι του μεταβιβάζοντος, τούτο δε μέχρι την ημερομηνία καταγγελίας ή λήξεως της συμβάσεως αυτής ή ακόμη ενάρξεως της ισχύος ή εφαρμογής άλλης συλλογικής συμβάσεως.
33 Η εν λόγω διάταξη σκοπεί έτσι να εξασφαλίσει τη διατήρηση όλων των όρων εργασίας σύμφωνα με τη βούληση των συμβαλλομένων μερών στη συλλογική σύμβαση παρά τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως. Αντιθέτως, η ίδια διάταξη δεν μπορεί να προβλέπει παρέκκλιση από τη βούληση των μερών αυτών, όπως αυτή εκφράζεται με τη συλλογική σύμβαση. Κατά συνέπεια, αν τα ως άνω συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν να μην εξασφαλίσουν ορισμένους όρους εργασίας πέρα από μιαν ορισμένη ημερομηνία, το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/23 δεν μπορεί να επιβάλει στον προς ον η μεταβίβαση την υποχρέωση να τις τηρεί και μετά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία λήξεως της συλλογικής συμβάσεως διότι, ύστερα από την ημερομηνία αυτή, η εν λόγω σύμβαση παύει πλέον να ισχύει.
34 Επομένως, το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/23 δεν υποχρεώνει τον προς ον η μεταβίβαση να εγγυάται τη διατήρηση των όρων εργασίας που είχαν συμφωνηθεί με τον μεταβιβάζοντα μετά την ημερομηνία λήξεως της συλλογικής συμβάσεως, έστω και αν η ημερομηνία αυτή συμπίπτει με αυτήν της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως.
35 Υπό τις συνθήκες αυτές, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής και ανεξαρτήτως της υπάρξεως οποιασδήποτε παραβάσεως του προς ον η μεταβίβαση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την εν λόγω οδηγία, δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν στον εργαζόμενο δικαίωμα λήψεως χρηματικής αποζημιώσεως από τον προς ον η μεταβίβαση υπό τους ίδιους όρους οι οποίοι προβλέπονται σχετικά με το δικαίωμα που έχει ο εργαζόμενος όταν ο εργοδότης λύει παρανόμως τη σύμβαση εργασίας ή τη σχέση εργασίας. Πάντως, το εθνικό δικαστήριο, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, υποχρεούται να εξασφαλίζει ότι, τουλάχιστον, σε μια τέτοια περίπτωση, ο προς ον η μεταβίβαση θα υφίσταται τις συνέπειες τις οποίες το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο προβλέπει για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας με πρωτοβουλία του εργοδότη, όπως είναι η καταβολή μισθού και λοιπών παροχών που αντιστοιχούν, δυνάμει του δικαιώματος αυτού, στην περίοδο καταγγελίας την οποία ο εργοδότης οφείλει να τηρεί.
36 Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει την κατάσταση της κύριας δίκης λαμβάνοντας υπόψη την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/23, κατά την οποία η διατήρηση των όρων εργασίας που συμφωνούνται με συλλογική σύμβαση η οποία λήγει κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως δεν επιβάλλεται μετά την ημερομηνία αυτή.
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής και ανεξαρτήτως της υπάρξεως οποιασδήποτε παραβάσεως του προς ον η μεταβίβαση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την εν λόγω οδηγία, δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν στον εργαζόμενο δικαίωμα λήψεως χρηματικής αποζημιώσεως από τον προς ον η μεταβίβαση υπό τους ίδιους όρους οι οποίοι προβλέπονται σχετικά με το δικαίωμα που έχει ο εργαζόμενος όταν ο εργοδότης λύει παρανόμως τη σύμβαση εργασίας ή τη σχέση εργασίας. Πάντως, το εθνικό δικαστήριο, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, υποχρεούται να εξασφαλίζει ότι, τουλάχιστον, σε μια τέτοια περίπτωση, ο προς ον η μεταβίβαση θα υφίσταται τις συνέπειες τις οποίες το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο προβλέπει για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας με πρωτοβουλία του εργοδότη, όπως είναι η καταβολή μισθού και λοιπών παροχών που αντιστοιχούν, δυνάμει του δικαιώματος αυτού, στην περίοδο καταγγελίας την οποία ο εργοδότης οφείλει να τηρεί.
Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει την κατάσταση της κύριας δίκης λαμβάνοντας υπόψη την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/23, κατά την οποία η διατήρηση των όρων εργασίας που συμφωνούνται με συλλογική σύμβαση η οποία λήγει κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως δεν επιβάλλεται μετά την ημερομηνία αυτή.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η φινλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy