Υπόθεση C-415/07
Lodato Gennaro & C. SpA
κατά
Istituto nazionale della previdenza sociale (INPS),
SCCI
[αίτηση του Tribunale ordinario di Nocera Inferiore (Ιταλία)
για την έκδοση προδικαστικής απόφασης]
«Κρατικές ενισχύσεις για την απασχόληση – Κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις ενισχύσεις για την απασχόληση – Κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα – Κανονισμός (ΕΚ) 2204/2002 – Έννοια της δημιουργίας απασχόλησης – Υπολογισμός της αύξησης του αριθμού των θέσεων εργασίας»
Περίληψη της απόφασης
Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Απαγόρευση – Παρεκκλίσεις – Ενισχύσεις δυνάμενες να θεωρηθούν συμβατές με την κοινή αγορά
(Άρθρο 87 § 3 ΕΚ· ανακοίνωση 95/C 334/04 της Επιτροπής· ανακοίνωση 98/C 074/09 της Επιτροπής)
Οι κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις ενισχύσεις στην απασχόληση, βάσει των οποίων οι ενισχύσεις στην απασχόληση που προορίζονται για την πρόσληψη προσθέτων εργαζομένων από την επιχείρηση μπορούν να κηρυχθούν συμβατές με την κοινή αγορά, πρέπει να ερμηνεύονται, προκειμένου για την εξακρίβωση του αν η επιχείρηση αυτή προέβη όντως σε καθαρή αύξηση του αριθμού των θέσεων εργασίας, υπό την έννοια ότι πρέπει να συγκρίνεται ο μέσος αριθμός ετήσιων μονάδων εργασίας (ΕΜΕ) του έτους πριν από την πρόσληψη με τον μέσο αριθμό ετήσιων μονάδων εργασίας του έτους μετά την πρόσληψη.
Πράγματι, οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές πρέπει να ερμηνεύονται σε στενή σχέση προς τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα, δεδομένου ότι η έννοια της δημιουργίας απασχόλησης είναι κοινή σε αμφότερες τις κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες, κατ’ ουσίαν, ορίζουν την έννοια αυτή αναφερόμενες, αντιστοίχως στα σημεία 17 και 4.12, σε καθαρή αύξηση του αριθμού των θέσεων εργασίας σε σχέση προς ένα μέσο όρο ορισμένης χρονικής περιόδου.
Οι κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα καθορίζουν ακριβέστερα τον δεύτερο όρο σύγκρισης του εργατικού δυναμικού της επιχείρησης ο οποίος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη προς εξακρίβωση του αν η επιχείρηση αυτή προέβη όντως σε καθαρή αύξηση του αριθμού των θέσεων εργασίας σε σχέση προς τον μέσο όρο μιας συγκεκριμένης περιόδου. Πράγματι, αφενός, αναφέρουν, στο σημείο 4.12, ότι ως δημιουργία απασχόλησης νοείται η καθαρή αύξηση του αριθμού των θέσεων εργασίας της εξεταζόμενης επιχείρησης σε σχέση προς τον μέσο όρο μιας περιόδου αναφοράς και ότι, συνεπώς, από τον αριθμό των εμφανών θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου πρέπει να αφαιρούνται οι θέσεις εργασίας που τυχόν καταργήθηκαν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Αφετέρου, οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές διευκρινίζουν, στην υποσημείωση 33, ότι ο αριθμός των θέσεων εργασίας αντιστοιχεί στον αριθμό ΕΜΕ, δηλαδή στον αριθμό των μισθωτών που απασχολούνται πλήρως επί ένα έτος, και ότι η μερική ή η εποχική απασχόληση αποτελούν κλάσματα ΕΜΕ.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά τις δεύτερες αυτές κατευθυντήριες γραμμές, ως δημιουργία απασχόλησης νοείται η καθαρή αύξηση του αριθμού των μισθωτών που απασχολούνται πλήρως επί ένα έτος (όπου η μερική ή η εποχική απασχόληση αντιπροσωπεύουν κλάσματα ΕΜΕ) στην εξεταζόμενη επιχείρηση σε σχέση προς τον μέσο όρο μιας περιόδου αναφοράς. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, ο δεύτερος όρος σύγκρισης του εργατικού δυναμικού μέσα στον χρόνο αποτελείται όχι από το προσωπικό της επιχείρησης κατά την ημέρα της πρόσληψης, αλλά από τον αριθμό των μισθωτών υπολογιζόμενο σε ΕΜΕ, συνεπώς στη διάρκεια ενός έτους.
(βλ. σκέψεις 23, 25-27, 32 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 2ας Απριλίου 2009 (*)
«Κρατικές ενισχύσεις για την απασχόληση – Κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις ενισχύσεις για την απασχόληση – Κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα – Κανονισμός (ΕΚ) 2204/2002 – Έννοια της δημιουργίας απασχόλησης – Υπολογισμός της αύξησης του αριθμού των θέσεων εργασίας»
Στην υπόθεση C‑415/07,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Tribunale ordinario di Nocera Inferiore (Ιταλία) με απόφαση της 20ής Ιουλίου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Σεπτεμβρίου 2007, στο πλαίσιο της δίκης
Lodato Gennaro & C. SpA
κατά
Istituto nazionale della previdenza sociale (INPS),
SCCI,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, K. Schiemann, P. Kūris (εισηγητή), L. Bay Larsen και C. Toader, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21ης Οκτωβρίου 2008,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Lodato Gennaro & C. SpA, εκπροσωπούμενη από τον Μ. A. Calabrese, avvocato,
– οι Istituto nazionale della previdenza sociale (INPS) και SCCI, εκπροσωπούμενοι από τους A. Sgroi, F. Correra και A. Coretti, avvocati,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από την W. Ferrante, avvocato dello Stato,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Conte και την E. Righini,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία των κατευθυντηρίων γραμμών όσον αφορά τις ενισχύσεις στην απασχόληση (ΕΕ 1995, C 334, σ. 4), των κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα (ΕΕ 1998, C 74, σ. 9) καθώς και του κανονισμού (ΕΚ) 2204/2002 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις για την απασχόληση (ΕΕ L 337, σ. 3).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ανακοπής της Lodato Gennaro & C. SpA (στο εξής: Lodato) κατά της πράξης επιβολής προστίμου την οποία εξέδωσε ο Istituto nazionale della previdenza sociale (INPS) (Εθνικός οργανισμός κοινωνικής πρόνοιας) βάσει εκθέσεώς του.
Το νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
3 Το σημείο 17 των κατευθυντηρίων γραμμών όσον αφορά τις ενισχύσεις στην απασχόληση αναφέρει τα ακόλουθα:
«[…] Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ως δημιουργία [απασχόλησης] νοείται η καθαρή δημιουργία θέσεων εργασίας, δηλαδή επιπλέον θέσε[ων] εργασίας σε σχέση με το προσωπικό (μέσος όρος για μια ορισμένη περίοδο) της εξεταζομένης επιχείρησης. Η απλή αντικατάσταση ενός εργαζομένου χωρίς αύξηση του προσωπικού, και άρα χωρίς τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, δεν αποτελεί πραγματική δημιουργία απασχόλησης.»
4 Σύμφωνα με το σημείο 21, τρίτη περίπτωση, των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οφείλει να δίνει ιδιαίτερη προσοχή, κατά την αξιολόγηση των ενισχύσεων για την απασχόληση, στους όρους της σύμβασης απασχόλησης, όπως η υποχρέωση να διατηρηθεί η νεοδημιουργηθείσα θέση εργασίας για ένα ελάχιστον χρονικό διάστημα μετά τη δημιουργία της.
5 Το κοινοτικό πλαίσιο για τις κρατικές ενισχύσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΕΕ 1996, C 213, σ. 4) αναφέρει, στην υποσημείωση 8 που αφορά το σημείο 3.2, ότι «[ο] αριθμός των απασχολούμενων αντιστοιχεί στον αριθμό μονάδων εργασία/έτος, δηλαδή στον αριθμό των μισθωτών με πλήρη απασχόληση κατά τη διάρκεια ενός έτους, ενώ η εργασία κατά μερική απασχόληση και η εποχιακή εργασία υπολογίζονται ως κλάσματα μονάδων εργασία/έτος».
6 Το σημείο 4.12 των κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα αναφέρει τα εξής:
«Με τον όρο δημιουργία απασχόλησης νοείται η καθαρή αύξηση του αριθμού των θέσεων εργασίας […] στην υπό εξέταση επιχείρηση σε σχέση με το μέσο όρο μιας περιόδου αναφοράς. Έτσι, από τον αριθμό των εμφανών θέσεων απασχόλησης που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου, πρέπει να αφαιρεθούν οι θέσεις εργασίας που τυχόν καταργήθηκαν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα [...]»
7 Στην υποσημείωση 33 αυτών των κατευθυντηρίων γραμμών διευκρινίζεται ότι ο «αριθμός των θέσεων εργασίας αντιστοιχεί στον αριθμό των μονάδων εργασίας κατ’ έτος (ΜΕΕ), δηλαδή στον αριθμό των μισθωτών που απασχολούνται πλήρως επί ένα έτος. Η μερική ή η εποχιακή απασχόληση αποτελούν κλάσματα των μονάδων αυτών».
8 Το σημείο 4.14 αυτών των κατευθυντηρίων γραμμών προβλέπει ότι οι «ενισχύσεις για τη δημιουργία απασχόλησης πρέπει να εξαρτώνται, χάρη στη μέθοδο καταβολής τους ή τους όρους που συνδέονται με τη χορήγησή τους, από τη διατήρηση των θέσεων απασχόλησης που δημιουργήθηκαν επί μία τουλάχιστον πενταετία».
9 Το άρθρο 4, παράγραφος 6, στοιχεία β΄ και γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 70/2001 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΕΕ L 10, σ. 33), ορίζει ότι «το επενδυτικό σχέδιο συνεπάγεται καθαρή αύξηση του αριθμού εργαζομένων στην οικεία εγκατάσταση σε σύγκριση με τον μέσο όρο του προηγηθέντος δωδεκαμήνου» και ότι «οι δημιουργούμενες θέσεις εργασίας διατηρούνται επί μία πενταετία τουλάχιστον».
10 Εξάλλου, το άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 2204/2002 ορίζει ότι «η δημιουργούμενη απασχόληση πρέπει να αντιπροσωπεύει καθαρή αύξηση του αριθμού των εργαζομένων για τη δικαιούχο επιχείρηση, σε σχέση με το μέσο όρο των δώδεκα τελευταίων μηνών» και ότι «οι δημιουργούμενες θέσεις εργασίας πρέπει να διατηρηθούν επί τουλάχιστον τρία έτη ή δύο έτη στην περίπτωση των [μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων]. Κατά το άρθρο 2, στοιχείο ε΄, του κανονισμού αυτού, ως «αριθμός εργαζομένων» νοείται «ο αριθμός των ετήσιων μονάδων εργασίας (ΕΜΕ), δηλαδή ο αριθμός των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης που έχουν εργαστεί κατά τη διάρκεια ενός έτους. Η μερική και η εποχιακή απασχόληση ισοδυναμούν με κλάσματα των ΕΜΕ».
11 Ο ίδιος αυτός ορισμός της έννοιας του «αριθμού εργαζομένων» περιέχεται και στην υποσημείωση 52 των κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα 2007-2013 (ΕΕ 2006, C 54, σ. 13), οι οποίες, στο σημείο 58, αναφέρουν ότι ως «δημιουργία απασχόλησης» νοείται η «καθαρή αύξηση του αριθμού των άμεσα απασχολούμενων στην εκάστοτε επιχείρηση σε σύγκριση με τον μέσο όρο των προηγούμενων 12 μηνών» και ότι, συνεπώς, «από τον φαινόμενο αριθμό των θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής πρέπει να αφαιρούνται οι θέσεις εργασίας που τυχόν καταργήθηκαν κατά την ίδια περίοδο».
Οι αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με τα επίδικα στην κύρια δίκη καθεστώτα ενισχύσεων
12 Με απόφαση της 10ης Αυγούστου 1999, η Επιτροπή αποφάσισε να μην προβάλει αντιρρήσεις σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης το οποίο θεσπίστηκε με το άρθρο 3, παράγραφοι 5 και 6, του νόμου 448, της 23ης Δεκεμβρίου 1998 (τακτικό συμπλήρωμα της GURI αριθ. 302, της 29ης Δεκεμβρίου 1998), και κοινοποιήθηκε στο όργανο αυτό από την Ιταλική Δημοκρατία στις 16 Δεκεμβρίου 1998.
13 Το άρθρο 3, παράγραφος 5, του εν λόγω νόμου προέβλεπε ότι, για τους νεοπροσλαμβανόμενους κατά τα έτη 1999 έως 2001, οι οποίοι προστίθενταν στο προσωπικό που απασχολούνταν πράγματι στις 31 Δεκεμβρίου 1998, οι εργοδότες του ιδιωτικού τομέα και οι δημόσιοι επιχειρηματικοί φορείς που δραστηριοποιούνταν στις περιφέρειες της Καμπανίας, της Basilicata, της Σικελίας, της Απουλίας, της Καλαβρίας και της Σαρδηνίας απαλλάσσονταν πλήρως, επί μία τριετία από την πρόσληψη κάθε εργαζομένου, από την υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών στον INPS επί των αποδοχών που υπόκεινται σε καταβολή εισφορών στο Fondo pensioni lavoratori dipendenti (Ταμείο συντάξεων μισθωτών). Η διάταξη αυτή ίσχυε και για τις περιφέρειες Molise και Abruzzo, μόνον όμως για τα άτομα που προσλήφθηκαν το 1999.
14 Το άρθρο 3, παράγραφος 6, του ίδιου νόμου καθόριζε τις προϋποθέσεις χορήγησης των ενισχύσεων. Κατόπιν ανταλλαγής αλληλογραφίας μεταξύ των ιταλικών αρχών και της Επιτροπής, η σχετική με την αύξηση του αριθμού των μισθωτών προϋπόθεση διαμορφώθηκε ως εξής:
«[Η] επιχείρηση, ακόμα και αν έχει συσταθεί πρόσφατα, πραγματοποιεί αύξηση του αριθμού των μισθωτών της που εργάζονται με πλήρη απασχόληση. Η δημιουργία θέσεων απασχόλησης υπολογίζεται σε σχέση με τον μέσο αριθμό μισθωτών της επιχείρησης κατά το δωδεκάμηνο που προηγήθηκε της πρόσληψης. Ο μέσος αριθμός μισθωτών υπολογίζεται σε ΕΜΕ […] βάσει του κανόνα του σημείου 3.2, υποσημείωση 8, του κοινοτικού πλαισίου των κρατικών ενισχύσεων στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.»
15 Με απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή αποφάσισε επίσης να θεωρήσει συμβατό προς τη Συνθήκη ΕΚ ένα νέο καθεστώς ενισχύσεων, που θεσπίστηκε με το άρθρο 44 του νόμου 448, της 28ης Δεκεμβρίου 2001 (τακτικό συμπλήρωμα της GURI αριθ. 301, της 29ης Δεκεμβρίου 2001), και κοινοποιήθηκε στο όργανο αυτό από την Ιταλική Δημοκρατία στις 28 Νοεμβρίου 2001 και με το οποίο παρατάθηκε η ισχύς του προηγουμένου καθεστώτος ενισχύσεων. Ειδικότερα, η σχετική με την αύξηση του αριθμού εργαζομένων προϋπόθεση, διατυπώθηκε, κατόπιν των παρατηρήσεων της Επιτροπής, με τους ίδιους ανωτέρω όρους, παραπέμποντας όμως αυτή τη φορά στο σημείο 4.12 και στην υποσημείωση 33 των κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα.
16 Με τις δύο αποφάσεις της, η Επιτροπή διέκρινε μεταξύ των ενισχύσεων για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης μη συνδεομένων με επένδυση και των ενισχύσεων που εξαρτώνται από την υλοποίηση ορισμένης επένδυσης. Η Επιτροπή εξέτασε τις μεν πρώτες υπό το φως των κατευθυντηρίων γραμμών όσον αφορά τις ενισχύσεις στην απασχόληση τις δε δεύτερες υπό το φως των κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα καθώς και, με την απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2002, και από πλευράς του κανονισμού 70/2001. Θεώρησε ότι τα προτεινόμενα καθεστώτα ενισχύσεων συμβιβάζονταν με την κοινή αγορά κατ’ εφαρμογή των παρεκκλίσεων που προβλέπει το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχεία α΄ και γ΄, ΕΚ.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
17 Η Lodato είναι επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον τομέα των κονσερβών τροφίμων με κύρια δραστηριότητα, στην Καμπανία, την μεταποίηση και κονσερβοποίηση τομάτας. Η δραστηριότητά της γνωρίζει κάθε έτος μια περίοδο αιχμής, από τον Ιούλιο έως τον Οκτώβριο, που την υποχρεώνει να προσλαμβάνει εποχικό προσωπικό κατά την περίοδο αυτή. Η επιχείρηση αυτή έλαβε διαδοχικά ενισχύσεις στο πλαίσιο αμφοτέρων των επιδίκων στην κύρια δίκη καθεστώτων ενισχύσεων, λόγω της πρόσληψης επτά ατόμων που ενέπιπταν στο πρώτο καθεστώς ενισχύσεων και δύο ατόμων που ενέπιπταν στο δεύτερο καθεστώς ενισχύσεων.
18 Θεωρώντας ότι οι προσλήψεις αυτές δεν είχαν όλες οδηγήσει σε αύξηση του προσωπικού της Lodato, οι επιθεωρητές του INPS συνέταξαν, στις 21 Νοεμβρίου 2005, την έκθεση βάσει της οποίας εκδόθηκε η πράξη επιβολής προστίμου που αποτελεί το αντικείμενο της ανακοπής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
19 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, προς στήριξη της ανακοπής, η Lodato προσάπτει ιδίως στον INPS ότι, για να εξακριβώσει κατά πόσον είχε τηρηθεί η προϋπόθεση της αύξησης του αριθμού εργαζομένων, συνέκρινε τον μέσο αριθμό ΕΜΕ του έτους πριν από την πρόσληψη με το εργατικό δυναμικό της επιχείρησης κατά την ημερομηνία της πρόσληψης και έλαβε, ως εκ τούτου, υπόψη του ανομοιογενή στοιχεία σύγκρισης, αντί να συγκρίνει τον μέσο αριθμό ΕΜΕ του έτους πριν από την πρόσληψη με τον μέσο αριθμό ΕΜΕ του έτους μετά την εν λόγω πρόσληψη.
20 Στην απόφασή του, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς την προσήκουσα ερμηνεία της κοινοτικής ρύθμισης, όσον αφορά τον δεύτερο όρο σύγκρισης του εργατικού δυναμικού ο οποίος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη προς εξακρίβωση της τήρησης της προϋπόθεσης αύξησης του αριθμού των εργαζομένων. Θεωρεί, αφενός, ότι η μέθοδος που χρησιμοποίησε ο INPS είναι παράλογη και δημιουργεί δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος των επιχειρήσεων που ασκούν εποχικές δραστηριότητες και, αφετέρου, ότι η «σύγκριση μεταξύ [του αριθμού] ΕΜΕ του έτους πριν από την πρόσληψη και [του αριθμού] ΕΜΕ του έτους μετά την πρόσληψη συμφωνεί περισσότερο με το πνεύμα της ενίσχυσης, δηλαδή την παροχή κινήτρων για τη δημιουργία νέων και σταθερών θέσεων απασχόλησης».
21 Εκτιμώντας, ωστόσο, ότι υφίσταται αμφιβολία ως προς την ακριβή ερμηνεία της κοινοτικής ρύθμισης ως προς το θέμα αυτό, το Tribunale ordinario di Nocera Inferiore αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει το κοινοτικό δίκαιο, όπως προκύπτει από τις κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις ενισχύσεις στην απασχόληση, τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα και τον κανονισμό […] 2204/2002 […], να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για να εξακριβώνεται αν υπήρξε αύξηση της απασχόλησης, η σύγκριση πρέπει να γίνεται μεταξύ του μέσου όρου των ΕΜΕ του προηγούμενου από την πρόσληψη έτους και του μέσου όρου των ΕΜΕ του επόμενου από την πρόσληψη έτους ή, αντίθετα, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η σύγκριση πρέπει, ή έστω μπορεί, να γίνεται μεταξύ αφενός του μέσου όρου των ΕΜΕ του προηγούμενου από την πρόσληψη έτους και αφετέρου του συγκεκριμένου αριθμού των εργαζομένων στην επιχείρηση κατά τη συγκεκριμένη ημέρα της πρόσληψης;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
22 Προκαταρκτικώς, πρέπει να παρατηρηθεί, πρώτον, ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής με τις οποίες επιτράπηκαν τα επίδικα καθεστώτα ενισχύσεων παραπέμπουν στις κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις ενισχύσεις στην απασχόληση καθώς και στις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα, όχι όμως και στον κανονισμό 2204/2002, καθόσον ο κανονισμός αυτός είναι μεταγενέστερος των εν λόγω αποφάσεων. Επομένως, στην παρούσα υπόθεση δεν τίθεται ζήτημα ερμηνείας του κανονισμού αυτού.
23 Δεύτερον, πρέπει να υπομνησθεί ότι η δίκη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αφορά ενισχύσεις για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης μη συνδεομένων με επένδυση, τις οποίες η Επιτροπή εξέτασε υπό το φως των κατευθυντηρίων γραμμών όσον αφορά τις ενισχύσεις στην απασχόληση. Έστω και αν το προδικαστικό ερώτημα αφορά, στην πραγματικότητα, μόνον την ερμηνεία αυτών των κατευθυντηρίων γραμμών, οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές θα πρέπει να ερμηνευθούν σε στενή σχέση προς τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα, δεδομένου ότι η έννοια της δημιουργίας απασχόλησης είναι κοινή σε αμφότερες τις κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες, κατ’ ουσίαν, ορίζουν την έννοια αυτή αναφερόμενες τόσο οι μεν όσο και οι δε, αντιστοίχως στα σημεία 17 και 4.12, σε καθαρή αύξηση του αριθμού των θέσεων εργασίας σε σχέση προς ένα μέσο όρο ορισμένης χρονικής περιόδου.
24 Τρίτον, πρέπει να τονιστεί ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής της 10ης Αυγούστου 1999 και της 6ης Δεκεμβρίου 2002 θεώρησαν τα δύο επίδικα στην υπόθεση της κύριας δίκης καθεστώτα ενισχύσεων, όπως αυτά κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή και συμπληρώθηκαν με μεταγενέστερες πληροφορίες εκ μέρους των εθνικών αρχών, συμβατά με την κοινή αγορά, και ότι, όσον αφορά τον τύπο που πρέπει να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της αύξησης του αριθμού των θέσεων εργασίας, η απόφαση της 10ης Αυγούστου 1999 παραπέμπει ρητώς στην υποσημείωση 8 του σημείου 3.2 του κοινοτικού πλαισίου για τις κρατικές ενισχύσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ η απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2002 περιέχει επίσης ρητή παραπομπή στον, κατ’ ουσίαν, πανομοιότυπο τύπο που αναφέρεται στην υποσημείωση 33 του σημείου 4.12 των κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα.
25 Δεδομένου ότι το προδικαστικό ερώτημα αφορά τον δεύτερο όρο σύγκρισης του εργατικού δυναμικού της επιχείρησης ο οποίος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη προς εξακρίβωση του αν η επιχείρηση αυτή προέβη όντως σε καθαρή αύξηση του αριθμού των θέσεων εργασίας σε σχέση προς τον μέσο όρο μιας συγκεκριμένης περιόδου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ούτε το γράμμα του σημείου 17 των κατευθυντηρίων γραμμών όσον αφορά τις ενισχύσεις στην απασχόληση ούτε, εξάλλου, το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 6, στοιχείο β΄, του κανονισμού 70/2001, επί του οποίου επίσης στηρίζεται η απόφαση της Επιτροπής της 6ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με το δεύτερο επίδικο στην κύρια δίκη καθεστώς ενισχύσεων, παρέχουν σαφή ένδειξη ως προς το ζήτημα αυτό.
26 Αντιθέτως, οι κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα καθορίζουν ακριβέστερα τον δεύτερο όρο σύγκρισης. Πράγματι, αφενός, αναφέρουν, στο σημείο 4.12, ότι ως δημιουργία απασχόλησης νοείται η καθαρή αύξηση του αριθμού των θέσεων εργασίας της εξεταζόμενης επιχείρησης σε σχέση προς τον μέσο όρο μιας περιόδου αναφοράς και ότι, συνεπώς, από τον αριθμό των εμφανών θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου πρέπει να αφαιρούνται οι θέσεις εργασίας που τυχόν καταργήθηκαν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Αφετέρου, οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές διευκρινίζουν, στην υποσημείωση 33, ότι ο αριθμός των θέσεων εργασίας αντιστοιχεί στον αριθμό ΕΜΕ, δηλαδή στον αριθμό των μισθωτών που απασχολούνται πλήρως επί ένα έτος, και ότι η μερική ή η εποχική απασχόληση αποτελούν κλάσματα ΕΜΕ.
27 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά τις δεύτερες αυτές κατευθυντήριες γραμμές, ως δημιουργία απασχόλησης νοείται η καθαρή αύξηση του αριθμού των μισθωτών που απασχολούνται πλήρως επί ένα έτος (όπου η μερική ή η εποχική απασχόληση αντιπροσωπεύουν κλάσματα ΕΜΕ) στην εξεταζόμενη επιχείρηση σε σχέση προς τον μέσο όρο μιας περιόδου αναφοράς. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, ο δεύτερος όρος σύγκρισης του εργατικού δυναμικού μέσα στον χρόνο αποτελείται όχι από το προσωπικό της επιχείρησης κατά την ημέρα της πρόσληψης, αλλά από τον αριθμό των μισθωτών υπολογιζόμενο σε ΕΜΕ, συνεπώς στη διάρκεια ενός έτους.
28 Πρέπει, εξάλλου, να παρατηρηθεί ότι αυτός ο ορισμός του δεύτερου όρου σύγκρισης του εργατικού δυναμικού είναι επίσης εκείνος που υιοθετήθηκε μεταγενέστερα στο άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, στοιχείο ε΄, του κανονισμού 2204/2002, όπως και στο σημείο 58 των κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα 2007-2013.
29 Από την εξέταση του συνόλου των διαφόρων αυτών διατάξεων προκύπτει ότι η Επιτροπή διευκρίνισε σταδιακά τη μέθοδο υπολογισμού της καθαρής αύξησης του αριθμού των θέσεων εργασίας ή των μισθωτών. Από τις παρασχεθείσες διευκρινίσεις προκύπτει ότι ο δεύτερος όρος σύγκρισης του εργατικού δυναμικού μιας επιχείρησης μέσα στον χρόνο συνίσταται, όπως και ο πρώτος όρος της, σε έναν αριθμό ΕΜΕ και, κατά συνέπεια, ότι οι όροι αυτής της σύγκρισης αντιστοιχούν αμφότεροι σε μια ετήσια περίοδο.
30 Έτσι, αυτή η μέθοδος υπολογισμού της αύξησης του αριθμού των θέσεων εργασίας ή των μισθωτών συνίσταται στη σύγκριση ομοιογενών δεδομένων και επιτρέπει να μετρηθεί η προσπάθεια την οποία κατέβαλε μέσα στον χρόνο η επιχείρηση που έλαβε ενίσχυση για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης, ενώ η μέθοδος που συνίσταται στη σύγκριση του μέσου αριθμού ΕΜΕ του έτους πριν από την πρόληψη και του συγκεκριμένου αριθμού εργαζομένων της επιχείρησης κατά την ημέρα της πρόσληψης οδηγεί, συναφώς, σε περισσότερο τυχαίο αποτέλεσμα, καθόσον το αποτέλεσμα αυτό εξαρτάται περισσότερο από τις εποχικές διακυμάνσεις και είναι, συνεπώς, λιγότερο αντιπροσωπευτικό της πραγματικής κατάστασης της επιχείρησης όσον αφορά την απασχόληση.
31 Αυτός ο τρόπος υπολογισμού ανταποκρίνεται επίσης και στη βούληση προώθησης της δημιουργίας σταθερών ή μακράς διάρκειας θέσεων εργασίας, η οποία εκφράζεται ιδίως στο σημείο 21, τρίτη περίπτωση, των κατευθυντηρίων γραμμών όσον αφορά τις ενισχύσεις στην απασχόληση, και η οποία μεταφράζεται, εξάλλου, στην προβλεπόμενη από τις εξεταζόμενες κατευθυντήριες γραμμές υποχρέωση διατήρησης των δημιουργουμένων θέσεων εργασίας επί ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα. Δεν δημιουργεί, ωστόσο, διακρίσεις σε βάρος των επιχειρήσεων που έχουν εποχική δραστηριότητα, καθόσον και η εποχική εργασία περιλαμβάνεται ως κλάσματα ΕΜΕ στον δεύτερο όρος της σύγκρισης που γίνεται προς εξακρίβωση του αν πληρούται η προϋπόθεση της καθαρής δημιουργίας απασχόλησης. Όπως παρατήρησε, κατ’ ουσία, ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 57 έως 71 των προτάσεών του, άνιση μεταχείριση μεταξύ αυτών των επιχειρήσεων και των λοιπών επιχειρήσεων δεν δικαιολογείται, δεδομένου ότι, προκειμένου να λάβουν ενίσχυση, υπέχουν την ίδια υποχρέωση διατήρησης των δημιουργουμένων θέσεων απασχόλησης επί ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα.
32 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι οι κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις ενισχύσεις στην απασχόληση έχουν την έννοια ότι, προς εξακρίβωση του αν υπήρξε αύξηση του αριθμού των θέσεων εργασίας, πρέπει να συγκρίνεται ο μέσος αριθμός ΕΜΕ του έτους πριν από την πρόσληψη με τον μέσο αριθμό ΕΜΕ του έτους μετά την πρόσληψη.
Επί των δικαστικών εξόδων
33 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
Οι κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις ενισχύσεις στην απασχόληση έχουν την έννοια ότι, προς εξακρίβωση του αν υπήρξε αύξηση του αριθμού των θέσεων εργασίας, πρέπει να συγκρίνεται ο μέσος αριθμός ετήσιων μονάδων εργασίας του έτους πριν από την πρόσληψη με τον μέσο αριθμό ετήσιων μονάδων εργασίας του έτους μετά την πρόσληψη.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy