Υπόθεση C-560/07
Balbiino AS
κατά
Põllumajandusminister
και
Maksu- ja Tolliameti Põhja maksu- ja tollikeskus
(αίτηση του Tallinna Halduskohus για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Προσχώρηση της Εσθονίας – Μεταβατικά μέτρα – Γεωργικά προϊόντα – Ζάχαρη – Πλεονάζοντα αποθέματα – Κανονισμοί (ΕΚ) 1972/2003, 60/2004 και 832/2005»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσχώρηση νέων κρατών στις Κοινότητες – Εσθονία – Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Μεταβατικά μέτρα σχετικά με το εμπόριο γεωργικών προϊόντων
(Κανονισμοί της Επιτροπής 1972/2003, άρθρο 4 §§ 1 και 2, 60/2004, άρθρο 6 § 3, και 832/2005)
2. Προσχώρηση νέων κρατών στις Κοινότητες – Εσθονία – Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Μεταβατικά μέτρα σχετικά με το εμπόριο γεωργικών προϊόντων
(Κανονισμός 1972/2003 της Επιτροπής)
3. Προσχώρηση νέων κρατών στις Κοινότητες – Εσθονία – Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Μεταβατικά μέτρα σχετικά με το εμπόριο γεωργικών προϊόντων
(Κανονισμοί της Επιτροπής 1972/2003, άρθρο 4, και 60/2004, άρθρο 6)
4. Προσχώρηση νέων κρατών στις Κοινότητες – Εσθονία – Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Μεταβατικά μέτρα σχετικά με το εμπόριο γεωργικών προϊόντων
(Κανονισμοί της Επιτροπής 1972/2003 και 60/2004)
5. Προσχώρηση νέων κρατών στις Κοινότητες – Εσθονία – Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Μεταβατικά μέτρα σχετικά με το εμπόριο γεωργικών προϊόντων
(Κανονισμός 60/2004 της Επιτροπής, άρθρο 6 § 3)
6. Προσχώρηση νέων κρατών στις Κοινότητες – Εσθονία – Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Μεταβατικά μέτρα σχετικά με το εμπόριο γεωργικών προϊόντων
(Κανονισμός 1972/2003 της Επιτροπής, άρθρο 10)
1. Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1972/2003, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων όσον αφορά τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας, το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 60/2004, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων στον τομέα της ζάχαρης λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας, καθώς και ο κανονισμός (ΕΚ) 832/2005, για τον καθορισμό της πλεονάζουσας ποσότητας ζάχαρης, ισογλυκόζης και φρουκτόζης για την Τσεχική Δημοκρατία, την Εσθονία, την Κύπρο, τη Λεττονία, τη Λιθουανία, την Ουγγαρία, τη Μάλτα, την Πολωνία, τη Σλοβενία και τη Σλοβακία, δεν αντιτίθενται σε εθνικό μέτρο, όπως ο νόμος για την επιβάρυνση επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων, κατά το οποίο το πλεονάζον απόθεμα ενός επιχειρηματία καθορίζεται με αφαίρεση από το απόθεμα που αυτός πράγματι κατείχε την 1η Μαΐου 2004 του αποθέματος μεταφοράς, το οποίο ορίζεται ως ο μέσος όρος των κατεχομένων την 1η Μαΐου των τεσσάρων προηγουμένων χρήσεων αποθεμάτων, πολλαπλασιαζόμενος επί ένα συντελεστή 1,2, που αντιστοιχεί στην αύξηση της γεωργικής παραγωγής που παρατηρήθηκε στο οικείο κράτος μέλος κατά την ίδια περίοδο.
Συγκεκριμένα, τα νέα κράτη μέλη, όταν καθορίζουν τα πλεονάζοντα αποθέματα σύμφωνα με τον κανονισμό 1972/2003 και τα αποθέματα ζάχαρης σύμφωνα με τους κανονισμούς 60/2004 και 832/2005, διαθέτουν, ελλείψει ακριβέστερων διατάξεων, περιθώριο εκτιμήσεως για να ορίζουν την κρίσιμη περίοδο, τη μέθοδο υπολογισμού του μέσου όρου των διαθέσιμων αποθεμάτων και το σύστημα προσδιορισμού των πλεοναζουσών ποσοτήτων, τηρουμένων των σκοπών που επιδιώκουν οι εν λόγω κανονισμοί και των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου.
(βλ. σκέψεις 37-38, 40, 51, διατακτ. 1)
2. Ο κανονισμός 1972/2003, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων όσον αφορά τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας, δεν απαγορεύει το να θεωρείται το συνολικό απόθεμα που κατείχε ένας επιχειρηματίας την 1η Μαΐου 2004 ως πλεονάζον, αν αποδεικνύεται, βάσει συγκλινουσών ενδείξεων, ότι το απόθεμα αυτό δεν είναι κανονικό με βάση τη δραστηριότητα του επιχειρηματία αυτού, αλλά σχηματίστηκε για κερδοσκοπικούς σκοπούς για την αξιοποίηση των συνεπειών της προσχώρησης επί των γεωργικών τιμών.
(βλ. σκέψεις 58-59, διατακτ. 2)
3. Το άρθρο 4 του κανονισμού 1972/2003, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων όσον αφορά τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας, και το άρθρο 6 του κανονισμού 60/2004, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων στον τομέα της ζάχαρης λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας, δεν απαγορεύουν εθνικό μέτρο δυνάμει του οποίου ένας επιχειρηματίας που άρχισε την άσκηση δραστηριότητας λιγότερο από ένα έτος πριν από την 1η Μαΐου 2004 οφείλει να αποδείξει ότι η ποσότητα αποθέματος που κατείχε την ημερομηνία αυτή αντιστοιχεί στην ποσότητα αποθέματος που μπορεί κανονικά να παράγει, να πωλεί, να μεταβιβάζει ή να αποκτά κατ’ άλλο τρόπο, είτε εξ επαχθούς αιτίας είτε δωρεάν.
Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ένα τέτοιο εθνικό μέτρο δεν λαμβάνει υπόψη τις γενικές αρχές του δικαίου ή τους σκοπούς που επιδιώκουν οι ως άνω κανονισμοί, όταν το κράτος δεν διαθέτει, λόγω του ότι η εν λόγω δραστηριότητα είναι νέα, κατάλληλα στοιχεία σύγκρισης.
(βλ. σκέψεις 63-64, διατακτ. 3)
4. Οι κανονισμοί 1972/2003, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων όσον αφορά τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας, και 60/2004, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων στον τομέα της ζάχαρης λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας, δεν απαγορεύουν την επιβολή επιβαρύνσεως επί του πλεονάζοντος αποθέματος ενός επιχειρηματία, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτός είναι σε θέση να αποδείξει ότι δεν πραγματοποίησε κέρδος από τη διάθεση στο εμπόριο του αποθέματος αυτού μετά την 1η Μαΐου 2004.
Συγκεκριμένα, οι κανονισμοί 1972/2003 και 60/2004 αποσκοπούν όχι στην επιβολή κυρώσεων για τις κερδοσκοπικές συμπεριφορές, αλλά στην προστασία της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, εν προκειμένω των αγορών της ζάχαρης και των συναφών προϊόντων. Τα μέσα που θέσπισαν συναφώς οι εν λόγω εφαρμόζονται σε όλα τα πλεονάζοντα αποθέματα, κατά την έννοια των εν λόγω κανονισμών, ανεξάρτητα από το αν οι κάτοχοί τους άντλησαν πράγματι κέρδος από την εμπορία τους.
(βλ. σκέψεις 70-72, διατακτ. 4)
5. Το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 60/2004, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων στον τομέα της ζάχαρης λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας, δεν μπορεί να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι μια αύξηση της αποθηκευτικής χωρητικότητας ενός επιχειρηματία κατά τη διάρκεια του προ της προσχώρησης έτους δικαιολογεί μείωση του πλεονάζοντος αποθέματος, ανεξάρτητα από τη μετέπειτα εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας του κατόχου του αποθέματος αυτού, της ποσότητας μεταποίησης και του μεγέθους του εν λόγω αποθέματος.
Η εν λόγω διάταξη απαιτεί απλώς από τα οικεία κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη την αποθηκευτική χωρητικότητα των επιχειρηματιών στο πλαίσιο της σφαιρικής τους αξιολόγησης του συνόλου των κρίσιμων παραγόντων για τον προσδιορισμό των πλεοναζόντων αποθεμάτων Τα κράτη μέλη αυτά δεν υποχρεούνται ωστόσο, βάσει της διάταξης αυτής, να μειώνουν συστηματικά την πλεονάζουσα ποσότητα των επιχειρηματιών των οποίων αυξήθηκε η αποθηκευτική χωρητικότητα. Μόνον αν η αύξηση αυτή της αποθηκευτικής χωρητικότητας συνοδεύεται από μετέπειτα αύξηση του επιπέδου δραστηριότητας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο παράγοντας αυτός για την εκτίμηση του κανονικού ή πλεονάζοντος χαρακτήρα των κατεχόμενων την 1η Μαΐου 2004 αποθεμάτων.
(βλ. σκέψεις 77-78, διατακτ. 5)
6. Το άρθρο 10 του κανονισμού 1972/2003, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων όσον αφορά τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας, δεν αποκλείει το κύρος πράξης καταλογισμού που παραλήφθηκε από τον επιχειρηματία που υπόκειται στην επιβάρυνση επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων μετά τις 30 Απριλίου 2007, εφόσον αποδεικνύεται ότι η εν λόγω πράξη εκδόθηκε από τις εθνικές αρχές πριν από την ημερομηνία αυτή.
(βλ. σκέψεις 84-85, διατακτ. 6)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 4ης Ιουνίου 2009 (*)
«Προσχώρηση της Εσθονίας – Μεταβατικά μέτρα – Γεωργικά προϊόντα – Ζάχαρη – Πλεονάζοντα αποθέματα – Κανονισμοί (ΕΚ) 1972/2003, 60/2004 και 832/2005»
Στην υπόθεση C‑560/07,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Tallinna halduskohus (Εσθονία) με απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Δεκεμβρίου 2007, στο πλαίσιο της δίκης
Balbiino AS
κατά
Põllumajandusminister,
Maksu- ja Tolliameti Põhja maksu- ja tollikeskus,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, A. Ó Caoimh, J. N. Cunha Rodrigues, U. Lõhmus και P. Lindh (εισηγήτρια), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Şereş, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 18ης Δεκεμβρίου 2008,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Balbiino AS, εκπροσωπούμενη από τον K. Lind, avocat,
– η Εσθονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Uibo,
– η Κυπριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Πανταζή-Λάμπρου,
– η Λιθουανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον D. Kriaučiūnas και την R. Mackevičienė,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τις K. Saaremäel-Stoilov και Ε. Τσερέπα-Lacombe,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Φεβρουαρίου 2009,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των κανονισμών (ΕΚ) 1972/2003 της Επιτροπής, της 10ης Νοεμβρίου 2003, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων όσον αφορά τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας (ΕΕ L 293, σ. 3), (ΕΚ) 60/2004 της Επιτροπής, της 14ης Ιανουαρίου 2004, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων στον τομέα της ζάχαρης λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας (ΕΕ L 9, σ. 8), και (ΕΚ) 832/2005 της Επιτροπής, της 31ης Μαΐου 2005, για τον καθορισμό της πλεονάζουσας ποσότητας ζάχαρης, ισογλυκόζης και φρουκτόζης για την Τσεχική Δημοκρατία, την Εσθονία, την Κύπρο, τη Λεττονία, τη Λιθουανία, την Ουγγαρία, τη Μάλτα, την Πολωνία, τη Σλοβενία και τη Σλοβακία (ΕΕ L 138, σ. 3).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Balbiino AS (στο εξής: Balbiino), αφενός, και του Põllumajandusminister (Υπουργού Γεωργίας) και της Maksu- ja Tolliameti Põhja maksu- ja tollikeskus (φορολογικής και τελωνειακής υπηρεσίας του βόρειου τομέα), αφετέρου, σχετικά με τη φορολόγηση των πλεοναζόντων αποθεμάτων.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Το άρθρο 41, πρώτο εδάφιο, της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λεττονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2003, L 236, σ. 33) επιτρέπει στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να λάβει μέτρα για τη διευκόλυνση της μετάβασης των νέων κρατών προς το καθεστώς της κοινής γεωργικής πολιτικής. Η λήψη των μεταβατικών αυτών μέτρων «είναι δυνατή για περίοδο τριών ετών από την ημερομηνία προσχώρησης και η εφαρμογή τους περιορίζεται μόνο εντός της περιόδου αυτής». Η Επιτροπή εξέδωσε τους κανονισμούς 1972/2003 και 60/2004 στηριζόμενη, μεταξύ άλλων, στη διάταξη αυτή.
Ο κανονισμός 1972/2003
4 Σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική του σκέψη, ο κανονισμός 1972/2003 αποσκοπεί στο «να αποφευχθεί ο κίνδυνος εκτροπής του εμπορίου που θα μπορούσε να επηρεάσει την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών, ως συνέπεια της προσχώρησης δέκα νέων κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004». Λαμβανομένου υπόψη του κινδύνου αυτού, η τρίτη αιτιολογική σκέψη του ίδιου κανονισμού τονίζει ότι πρέπει «να επιβληθούν αποτρεπτικές επιβαρύνσεις στα πλεονάσματα που υφίστανται στα νέα κράτη μέλη».
5 Προς τούτο, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1972/2003 υποχρεώνει τα νέα κράτη μέλη να επιβάλλουν επιβαρύνσεις στους κατόχους πλεονασμάτων, κατά την 1η Μαΐου 2004, προϊόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία.
6 Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:
«Προκειμένου να προσδιορισθεί το πλεόνασμα κάθε κατόχου, τα νέα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη ειδικότερα:
α) τον μέσο όρο των διαθέσιμων αποθεμάτων κατά τα προηγούμενα της προσχώρησης έτη·
β) τον τρόπο διεξαγωγής των εμπορικών συναλλαγών κατά τα προηγούμενα της προσχώρησης έτη·
γ) τις συνθήκες δημιουργίας των αποθεμάτων.
Η έννοια του πλεονάσματος αφορά προϊόντα που εισάγονται στα νέα κράτη μέλη ή προέρχονται από τα νέα κράτη μέλη. Η έννοια του πλεονάσματος αφορά επίσης προϊόντα που προορίζονται για την αγορά των νέων κρατών μελών.
[...]»
7 Προκειμένου να διασφαλισθεί η ορθή εφαρμογή της επιβάρυνσης επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων, το άρθρο 4, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού απαιτεί τα νέα κράτη μέλη να διενεργήσουν χωρίς καθυστέρηση απογραφή των διαθέσιμων την 1η Μαΐου 2004 αποθεμάτων και να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή, στις 31 Ιουλίου 2004 το αργότερο, την ποσότητα των προϊόντων που υπάρχουν σε πλεονάζον απόθεμα.
8 Σύμφωνα με το άρθρο του 10, ο κανονισμός 1972/2003 εφαρμόζεται από την 1η Μαΐου 2004 μέχρι τις 30 Απριλίου 2007.
Ο κανονισμός 60/2004
9 Δεδομένου ότι οι κίνδυνοι κερδοσκοπίας κρίθηκαν ιδιαίτερα υψηλοί στην αγορά της ζάχαρης, η Επιτροπή έλαβε ειδικά μέτρα με τον κανονισμό 60/2004. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού:
«Η Επιτροπή ορίζει, το αργότερο έως τις 31 Οκτωβρίου 2004, για κάθε νέο κράτος μέλος, […] την ποσότητα της ζάχαρης στη φυσική της κατάσταση ή υπό μορφή μεταποιημένων προϊόντων, ισογλυκόζης και φρουκτόζης που υπερβαίνει την ποσότητα που θεωρείται ως κανονικό απόθεμα μεταφοράς κατά την 1η Μαΐου 2004, και η οποία πρέπει να εξαλειφθεί από την αγορά με έξοδα των νέων κρατών μελών.
Προκειμένου να καθοριστεί η εν λόγω πλεονάζουσα ποσότητα, λαμβάνονται ιδιαιτέρως υπόψη οι εξελίξεις κατά τη διάρκεια του έτους πριν από την προσχώρηση σε συνάρτηση με τα προηγούμενα έτη, όσον αφορά:
α) τις εισαγόμενες και εξαγόμενες ποσότητες ζάχαρης στη φυσική της κατάσταση ή υπό μορφή μεταποιημένων προϊόντων, ισογλυκόζης και φρουκτόζης·
β) την παραγωγή, την κατανάλωση και τα αποθέματα ζάχαρης και ισογλυκόζης·
γ) τις συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκαν τα αποθέματα.»
10 Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού επιβάλλει στα νέα κράτη μέλη να απομακρύνουν από την αγορά, το αργότερο μέχρι τις 30 Απριλίου 2005, τις ποσότητες ζάχαρης ή ισογλυκόζης που η Επιτροπή καθορίζει, για κάθε ένα από τα κράτη αυτά, ως πλεονάζουσες.
11 Το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 60/2004 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Για την εφαρμογή της παραγράφου 2, οι αρμόδιες αρχές των νέων κρατών μελών θα διαθέτουν από την 1η Μαΐου 2004 ένα σύστημα για τον προσδιορισμό της πλεονάζουσας ποσότητας ζάχαρης που έχει διατεθεί στο εμπόριο ή παραχθεί, στη φυσική της κατάσταση ή υπό μορφή μεταποιημένων προϊόντων, ισογλυκόζης ή φρουκτόζης, όσον αφορά τους κυριότερους ενδιαφερόμενους φορείς. Το σύστημα είναι δυνατόν ειδικότερα να βασίζεται στην ανίχνευση των εισαγωγών, στη φορολογική παρακολούθηση, στις επιθεωρήσεις με βάση τους λογαριασμούς των φορέων και στα φυσικά αποθέματα, και να περιλαμβάνει μέτρα όπως εγγυήσεις για την κάλυψη του κινδύνου. Το σύστημα προσδιορισμού θα βασίζεται ειδικότερα στην εκτίμηση του κινδύνου κατά την οποία λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:
– τύπος δραστηριότητας των ενδιαφερόμενων φορέων,
– χωρητικότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης,
– επίπεδο των δραστηριοτήτων.
Το νέο κράτος μέλος θα χρησιμοποιεί το εν λόγω σύστημα προκειμένου να εξαναγκάσει τους σχετικούς φορείς να απομακρύνουν από την αγορά ιδίαις δαπάναις ποσότητα ζάχαρης ή ισογλυκόζης που ισοδυναμεί με την ορισθείσα ως πλεονάζουσα οικεία ποσότητα. Οι ενδιαφερόμενοι φορείς παρέχουν στο νέο κράτος μέλος, προς επιβεβαίωση, την απόδειξη ότι τα προϊόντα απομακρύνθηκαν από την αγορά το αργότερο έως τις 30 Απριλίου 2005.
Σε περίπτωση μη παροχής απόδειξης, το νέο κράτος μέλος χρεώνει ποσό ίσο προς την εν λόγω ποσότητα πολλαπλασιαζόμενο επί τις υψηλότερες επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή που επιβάλλονται επί του σχετικού προϊόντος κατά τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Μαΐου 2004 έως τις 30 Απριλίου 2005, προσαυξανόμενο κατά 1,21 ευρώ/100 kg για ισοδύναμο λευκής ζάχαρης ή ξηράς ύλης.
Το ποσό που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο αποδίδεται στον εθνικό προϋπολογισμό του νέου κράτους μέλους.»
Ο κανονισμός 832/2005
12 Με τον κανονισμό 832/2005, η Επιτροπή καθόρισε τις πλεονάζουσες ποσότητες ζάχαρης που πρέπει να απομακρυθούν από την αγορά για κάθε νέο κράτος μέλος. Η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:
«Γενικά, θεωρείται ότι η πλεονάζουσα ποσότητα ζάχαρης προκύπτει από την αύξηση της παραγωγής στην οποία πρέπει να προστεθούν οι εισαγωγές και να αφαιρεθούν οι εξαγωγές για την περίοδο από την 1η Μαΐου 2003 έως τις 30 Απριλίου 2004, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ίδιας αυτής ποσότητας για την ίδια περίοδο των τριών προηγούμενων ετών. Οι ειδικές περιστάσεις δημιουργίας των αποθεμάτων λήφθηκαν επίσης υπόψη, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 60/2004, ιδίως η μείωση του επιπέδου των αποθεμάτων κατά την εν λόγω περίοδο.»
Η εθνική νομοθεσία
13 Στις 7 Απριλίου 2004, το Riigikogu (Κοινοβούλιο) ψήφισε τον νόμο για την επιβάρυνση επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων (Üleliigse laovaru tasu seadus, RT I 2004, 30, 203).
14 Με απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2006, το Riigikohus (Ανώτατο Δικαστήριο) κήρυξε το άρθρο 6, παράγραφος 1, του νόμου αυτού ανεφάρμοστο, ως αντίθετο προς τον κανονισμό 1972/2003. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι η υποχρέωση εφαρμογής ενός συντελεστή 1,2 στο πλαίσιο του υπολογισμού του αποθέματος μεταφοράς που προέβλεπε διάταξη αυτή δεν καθιστούσε δυνατή μια επαρκώς διαφορετική μεταχείριση κάθε επιχειρηματία.
15 Μετά την απόφαση αυτή, το Riigikogu επέφερε διάφορες τροποποιήσεις στον εν λόγω νόμο στις 25 Ιανουαρίου 2007. Ο νόμος αυτός, ως είχε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης (RT I 2007, 12, 65, στο εξής: ÜLTS), τέθηκε σε ισχύ στις 16 Φεβρουαρίου 2007 και διέπει αναδρομικώς τις καταστάσεις που δημιουργήθηκαν από 1ης Μαΐου 2004.
16 Δυνάμει του άρθρου 7 του ÜLTS, το «πλεονάζον απόθεμα» ισούται προς τη διαφορά μεταξύ του πράγματι κατεχομένου την 1η Μαΐου 2004 αποθέματος και του αποθέματος μεταφοράς.
17 Το άρθρο 6 του ÜLTS ορίζει την έννοια «απόθεμα μεταφοράς» ως τον ετήσιο μέσο όρο των κατεχομένων αποθεμάτων κατά τα τέσσερα έτη πριν από την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Εσθονίας στην Ένωση (2000 έως 2003), πολλαπλασιαζόμενο επί το 1,2. Προκειμένου να μετριάσει την αυστηρότητα του κανόνα αυτού για τους επιχειρηματίες που δεν άσκησαν σχετική δραστηριότητα κατά τα τέσσερα αυτά έτη αναφοράς, το εν λόγω άρθρο 6 προβλέπει δύο ειδικούς κανόνες για τον υπολογισμό του αποθέματος μεταφοράς. Αφενός, ένας επιχειρηματίας του οποίου η δραστηριότητα στη σχετική αγορά άρχισε μετά το 2003 πρέπει να αποδείξει ότι το απόθεμά του την 1η Μαΐου 2004 ισούται προς την «ποσότητα [...] που κανονικά μπορεί να παράγει, να πωλεί, να μεταβιβάζει ή να αποκτά κατ’ άλλο τρόπο, είτε εξ επαχθούς αιτίας είτε δωρεάν». Αφετέρου, για τους επιχειρηματίες που ασκούν δραστηριότητα επί τουλάχιστον ένα έτος, απόθεμα μεταφοράς αποτελεί το «μέσο κατεχόμενο απόθεμα την 1η Μαΐου κατά τα τελευταία έτη εκμεταλλεύσεως» ή το κατεχόμενο την 1η Μαΐου 2003 απόθεμα, πολλαπλασιαζόμενο επί 1,2.
18 Κατά το άρθρο 10 του ÜLTS, το απόθεμα μεταφοράς και το πλεονάζον απόθεμα υπολογίζονται από το Υπουργείο Γεωργίας βάσει των δηλώσεων του επιχειρηματία. Κατόπιν αιτιολογημένης αιτήσεως αυτού, το εν λόγω υπουργείο μπορεί να λάβει υπόψη ορισμένους παράγοντες που μπορούν να εξηγήσουν αύξηση των αποθεμάτων, ανεξάρτητη από κάθε κερδοσκοπία, όπως είναι η αύξηση του όγκου παραγωγής, μεταποίησης ή πώλησης του επιχειρηματία κατά το προηγούμενο έτος, ο χρόνος ωρίμανσης των γεωργικών προϊόντων, το γεγονός ότι τα αποθέματα δημιουργήθηκαν πριν από το τρίτο τρίμηνο του 2003, η μείωση του όγκου εξαγωγής ή πώλησης για λόγους ανεξάρτητους από τον επιχειρηματία ή άλλα στοιχεία ανεξάρτητα από αυτόν.
19 Οι τελευταίες αυτές διατάξεις συμπληρώθηκαν με το άρθρο 23 του ÜLTS, το οποίο ορίζει ορισμένες περιστάσεις υπό τις οποίες το απόθεμα μεταφοράς μπορεί να αναθεωρηθεί προς τα πάνω όταν μπορεί να αποδοθεί στην ανάπτυξη της δραστηριότητας του επιχειρηματία κατά την περίοδο μεταξύ 1ης Μαΐου 2003 και 1ης Μαΐου 2006.
20 Όσον αφορά τη ζάχαρη, από το άρθρο 14 του ÜLTS προκύπτει ότι το ποσό της επιβάρυνσης επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων είναι αυτό που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 60/2004.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
21 Η Balbiino είναι εσθονική επιχείρηση της οποίας η δραστηριότητα συνίσταται στην πώληση κατεψυγμένων τροφίμων και στην παραγωγή παγωτών. Κατά την περίοδο από το 2000 έως το 2003, η Balbiino εκσυγχρόνισε τις εγκαταστάσεις της παραγωγής και αποθήκευσης. Απέκτησε έτσι μια νέα αποθήκη. Την 1η Μαΐου 2004, διέθετε πλέον των 100 τόνων αποθεμάτων ζάχαρης, ήτοι περίπου 9 φορές περισσότερη από την ποσότητα που συνήθως διέθετε κατά την ίδια περίοδο, είτε πριν από την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Εσθονίας στην Ένωση (τα έτη 2000 έως 2003) είτε μετά την προσχώρηση αυτή (τα έτη 2005 και 2006). Εξάλλου, η επιχείρηση αυτή ανέπτυξε επίσης δραστηριότητα χονδρικής πωλήσεως κατεψυγμένων τροφίμων.
22 Στις 29 Οκτωβρίου 2004, ο Põllumajandusminister αποφάσισε ότι η Balbiino κατείχε περίπου 400 τόνους πλεονάζοντος αποθέματος για 13 είδη γεωργικών προϊόντων (ζάχαρη, σοκολάτα, βούτυρο, κατεψυγμένο κρέας, τυρί).
23 Η Balbiino άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Tallinna halduskohus.
24 Μετά από διάφορα συμβάντα, ο Põllumajandusminister, με απόφαση της 19ης Απριλίου, καθόρισε το πλεονάζον απόθεμα της Balbiino. Η νομική βάση της αποφάσεως αυτής ήταν οι κανονισμοί 1972/2003 και 60/2004, καθώς και τα άρθρα 6, 7, παράγραφοι 1 και 2, 10, παράγραφος 2, και 23 του ÜLTS.
25 Με πράξη καταλογισμού της 30ής Απριλίου 2007, οι φορολογικές αρχές καθόρισαν σε 1 243 867 EEK (περίπου 77 000 ευρώ) το ποσό της επιβαρύνσεως επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων που όφειλε η Balbiino. Η τελευταία άσκησε προσφυγή κατ’ αυτής της πράξης καταλογισμού καθώς και κατά της απόφασης της 19ης Απριλίου 2007 ενώπιον του Tallinna halduskohus, το οποίο αμφιβάλλει για τη συμβατότητα του ÜLTS προς το κοινοτικό δίκαιο.
26 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tallinna halduskohus αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Απαγορεύει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού […] 60/2004 […], σε συνδυασμό με την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού […] 832/2005 […], και το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού […] 1972/2003 […], τον καθορισμό του ύψους του πλεονάζοντος αποθέματος ενός επιχειρηματία κατ’ εφαρμογή μεθόδου που στηρίζεται στην αυτόματη αφαίρεση [από το απόθεμα μεταφοράς] του μέσου όρου του αποθέματος που διέθετε ο επιχειρηματίας την 1η Μαΐου των τελευταίων –τεσσάρων κατ’ ανώτατο όριο– ετών της δραστηριότητάς του πριν από την 1η Μαΐου 2004, μέσου όρου πολλαπλασιαζόμενου με τον συντελεστή 1,2;
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο παραπάνω ερώτημα:
Θα ήταν διαφορετική η απάντηση, αν κατά τον καθορισμό του ύψους του αποθέματος μεταφοράς και του πλεονάζοντος αποθέματος μπορούν να λαμβάνονται επίσης υπόψη η αύξηση του όγκου παραγωγής ή μεταποιητικής δραστηριότητας ή πωλήσεων του επιχειρηματία, ο χρόνος ωρίμανσης του οικείου γεωργικού προϊόντος, ο χρόνος σχηματισμού των αποθεμάτων καθώς και άλλες περιστάσεις μη εξαρτώμενες από τον επιχειρηματία;
2) Συνάδει προς τους σκοπούς του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα προς τον σκοπό του κανονισμού […] 1972/2003 […], ο χαρακτηρισμός ολόκληρου του αποθέματος γεωργικού προϊόντος που βρίσκεται στην κατοχή επιχειρηματία την 1η Μαΐου 2004 ως πλεονάζοντος αποθέματος;
3) Απαγορεύει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα το άρθρο 4 του κανονισμού […] 1972/2003 […] και το άρθρο 6 του κανονισμού […] 60/2004 […], την επιβολή στον επιχειρηματία που είχε αναπτύξει δραστηριότητα σε σχέση με το οικείο γεωργικό προϊόν λιγότερο από ένα έτος πριν από την 1η Μαΐου 2004 της υποχρέωσης να αποδείξει ο ίδιος ότι το ύψος του αποθέματος του γεωργικού προϊόντος που είχε στην κατοχή του κατά την 1η Μαΐου 2004 αντιστοιχούσε στο ύψος του αποθέματος του γεωργικού προϊόντος που κανονικά θα παρήγε, θα πωλούσε, θα μεταβίβαζε ή θα αποκτούσε κατ’ άλλο τρόπο, είτε εξ επαχθούς αιτίας είτε δωρεάν;
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο παραπάνω ερώτημα:
Θα ήταν διαφορετική η απάντηση, αν η δημόσια αρχή είναι υποχρεωμένη, ανεξάρτητα από την υποχρέωση του επιχειρηματία να προσκομίσει την παραπάνω απόδειξη, να βασιστεί, κατά τον καθορισμό του αποθέματος μεταφοράς και του πλεονάζοντος αποθέματος του επιχειρηματία, στη δήλωσή του σχετικά με το οικείο γεωργικό προϊόν και να λάβει υπόψη της την μετά την 1η Μαΐου 2004 αύξηση του όγκου παραγωγής ή μεταποιητικής δραστηριότητας ή πωλήσεων του εν λόγω επιχειρηματία, καθώς και του αποθέματός του;
4) Συνάδει προς τους σκοπούς του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα προς τον σκοπό του κανονισμού […] 1972/2003 […] και του κανονισμού […] 60/2004 […], η επιβολή της επιβάρυνσης επί του πλεονάζοντος αποθέματος ακόμη και στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι ο επιχειρηματίας έχει την 1η Μαΐου 2004 πλεονάζον απόθεμα, αλλά ο επιχειρηματίας αυτός αποδεικνύει ότι δεν έχει αποκομίσει από την εμπορία του πλεονάζοντος αποθέματος μετά από την 1η Μαΐου 2004 κανένα πραγματικό όφελος με τη μορφή κάποιας διαφοράς τιμής;
5) Μπορεί το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού […] 60/2004 […], το οποίο προβλέπει ότι κατά τον καθορισμό της πλεονάζουσας ποσότητας ζάχαρης, ισογλυκόζης ή φρουκτόζης λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, η χωρητικότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η αύξηση της χωρητικότητας των εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενός επιχειρηματία κατά το προηγούμενο της προσχώρησης έτος αποτελεί λόγο καθορισμού του πλεονάζοντος αποθέματος του γεωργικού προϊόντος που βρισκόταν στην κατοχή του επιχειρηματία κατά την 1η Μαΐου 2004 σε χαμηλότερο επίπεδο, ανεξάρτητα από την οικονομική δραστηριότητα του επιχειρηματία και τον όγκο των μεταποιητικών δραστηριοτήτων του σε σχέση με το οικείο γεωργικό προϊόν και του αντίστοιχου αποθέματός του κατά τα έτη δραστηριότητάς του πριν από την 1η Μαΐου 2004 καθώς και κατά τα δύο έτη μετά την 1η Μαΐου 2004;
6) Απαγορεύει το άρθρο 10 του κανονισμού […] 1972/2003 […] την επιβολή στον επιχειρηματία, με πράξη καταλογισμού των φορολογικών αρχών, της υποχρέωσης καταβολής της επιβάρυνσης για το πλεονάζον απόθεμα, αν η πράξη καταλογισμού εκδόθηκε μεν κατά τη διάρκεια της ισχύος του κανονισμού –στις 30 Απριλίου 2007– αλλά άρχισε να παράγει τα αποτελέσματά της έναντι του επιχειρηματία, κατά το εσωτερικό δίκαιο, μετά τη λήξη της ισχύος του [εν λόγω] κανονισμού και το εσωτερικό δίκαιο δεν προβλέπει προθεσμία για την προβολή της αξίωσης καταβολής της επιβάρυνσης για το απόθεμα;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Προκαταρκτικό ζήτημα
27 Η Balbiino υποστηρίζει ότι οι κανονισμοί 1972/2003 και 60/2004 δεν μπορούν να της αντιταχθούν, στον βαθμό που, κατά την ημερομηνία της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Εσθονίας στην Ένωση, δεν είχαν δημοσιευθεί στην εσθονική γλώσσα στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επικαλείται την απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2007, C‑161/06, Skoma-Lux (Συλλογή 2007, σ. I‑10841), που είναι μεταγενέστερη της αποφάσεως περί παραπομπής.
28 Η Balbiino φρονεί ότι το γεγονός ότι δεν μπορούν να της αντιταχθούν οι κανονισμοί αυτοί εμποδίζει επίσης την εφαρμογή του ÜLTS, καθόσον ο νόμος αυτός, που δημοσιεύθηκε επίσημα, ως αρχικώς είχε, στις 27 Απριλίου 2004, περιέχει πολλές αναφορές στους κανονισμούς 1972/2003 και 60/2004. Υπογραμμίζει ότι η καθυστερημένη δημοσίευση του ÜLTS δεν επέτρεψε στους επιχειρηματίες να πληροφορηθούν εγκαίρως το καθεστώς επιβολής επιβαρύνσεως επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων που άρχισε να ισχύει από την 1η Μαΐου 2004.
29 Μολονότι η διάταξη περί παραπομπής δεν αφορά το ζήτημα αυτό, πρέπει, προκειμένου να διαφωτιστεί το αιτούν δικαστήριο, να υπομνησθεί ότι πράξη κοινοτικού οργάνου, όπως οι κανονισμοί 1972/2003 και 60/2004, μπορεί να αντιταχθεί στα φυσικά και νομικά πρόσωπα εντός κράτους μέλους μόνον εφόσον αυτά είχαν τη δυνατότητα να λάβουν γνώση του περιεχομένου της κατόπιν προσήκουσας δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (αποφάσεις της 25ης Ιανουαρίου 1979, 98/78, Racke, Συλλογή τόμος 1979, σ. 55, σκέψη 15, και Skoma-Lux, προπαρατεθείσα, σκέψη 37).
30 Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι το άρθρο 58 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως που αναφέρεται στη σκέψη 3 της παρούσας αποφάσεως αποκλείει τη δυνατότητα επιβολής στους ιδιώτες εντός νέου κράτους μέλους υποχρεώσεων οι οποίες απορρέουν από κοινοτική κανονιστική ρύθμιση που δεν έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έστω και αν οι συγκεκριμένοι ιδιώτες είχαν τη δυνατότητα να πληροφορηθούν με άλλο τρόπο το περιεχόμενο αυτής της κανονιστικής ρυθμίσεως. Εξάλλου, το γεγονός ότι ένας κοινοτικός κανονισμός δεν μπορεί να αντιταχθεί στους ιδιώτες, εντός κράτους μέλους στη γλώσσα του οποίου δεν δημοσιεύθηκε, ουδόλως επηρεάζει το ότι, ως μέρος του κοινοτικού κεκτημένου, οι διατάξεις του κανονισμού αυτού δεσμεύουν το οικείο κράτος μέλος από της προσχωρήσεώς του (προαναφερθείσα απόφαση Skoma-Lux, σκέψεις 51 και 59).
31 Θεσπίζοντας, στις 7 Απριλίου 2004, τον ÜLTS, ως είχε αρχικώς, η Δημοκρατία της Εσθονίας εφάρμοσε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τους κανονισμούς 1972/2003 και 60/2004, θεσπίζοντας μια επιβάρυνση επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων γεωργικών προϊόντων και ορίζοντας τον τρόπο υπολογισμού της επιβαρύνσεως αυτής. Ο ÜLTS δημιουργεί συνεπώς, εντός της Εσθονίας, υποχρεώσεις εις βάρος των ιδιωτών, παρά το γεγονός ότι οι εν λόγω κανονισμοί δεν μπορούν να τους αντιταχθούν προτού να έχουν οι ιδιώτες αυτοί τη δυνατότητα να λάβουν γνώση αυτών μέσω κανονικής δημοσίευσής τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη γλώσσα του κράτους μέλους αυτού.
32 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο κανόνας που απορρέει από την προπαρατεθείσα απόφαση Skoma-Lux δεν εμποδίζει τη δυνατότητα αντιτάξεως στους ιδιώτες των διατάξεων των κανονισμών 1972/2003 και 60/2004 τις οποίες επανέλαβε ο ÜLTS. Ωστόσο, ο κανόνας αυτός θα μπορούσε να εξακολουθήσει να έχει κάποιο πεδίο εφαρμογής στην περίπτωση που οι εσθονικές αρχές θα επικαλούνταν κατά ιδιωτών ορισμένες διατάξεις των κανονισμών αυτών τις οποίες δεν έθεσε σε εφαρμογή ο ÜLTS πριν από την επίσημη δημοσίευση των εν λόγω κανονισμών στην εσθονική γλώσσα. Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 40 των προτάσεών του, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται, ενδεχομένως, να ερμηνεύσει τον ÜLTS προκειμένου να ελέγξει αν συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις.
Επί του πρώτου ερωτήματος
33 Αν και με βάση τη διατύπωσή του το πρώτο ερώτημα αφορά ρητώς την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 60/2004, το ερώτημα αυτό πρέπει να ερμηνευθεί ως αφορών το άρθρο 6, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο αφορά τον εκ μέρους των κρατών μελών καθορισμό των πλεοναζουσών ποσοτήτων ζάχαρης και συναφών προϊόντων τις οποίες κατέχουν ατομικώς οι επιχειρηματίες.
34 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1972/2003, το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 60/2004, καθώς και ο κανονισμός 832/2005, ιδίως δε η τρίτη αιτιολογική σκέψη αυτού, αντιτίθενται στη μέθοδο που χρησιμοποιεί ο ÜLTS για τον υπολογισμό του πλεονάζοντος αποθέματος ενός επιχειρηματία και η οποία συνίσταται στην αφαίρεση από το πράγματι κατεχόμενο την 1η Μαΐου 2004 απόθεμα του αποθέματος μεταφοράς που ορίζεται ως ο μέσος όρος των κατεχόμενων την 1η Μαΐου των τεσσάρων προηγούμενων χρήσεων αποθεμάτων, πολλαπλασιαζόμενος επί ένα συντελεστή 1,2. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, ερωτά αν η απάντηση θα ήταν η ίδια αν είναι δυνατόν, πέραν αυτού του πολλαπλασιαστικού συντελεστή, να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες ανεξάρτητοι από τον επιχειρηματία, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η αύξηση του όγκου παραγωγής, μεταποίησης ή πώλησης, η αύξηση του χρόνου ωρίμανσης των γεωργικών προϊόντων και ορισμένοι τρόποι σχηματισμού των αποθεμάτων.
35 Το πρώτο αυτό ερώτημα αφορά δύο στοιχεία κρίσιμα για τον υπολογισμό των αποθεμάτων μεταφοράς. Πρόκειται, αφενός, για τη χρησιμοποίηση μιας σταθερής ημερομηνίας, εν προκειμένω της 1ης Μαΐου, για τον καθορισμό του μέσου όρου των κατεχόμενων κατά τις τέσσερις χρήσεις πριν από την 1η Μαΐου 2004 αποθεμάτων και, αφετέρου, για τη χρήση του πολλαπλασιαστικού συντελεστή 1,2. Τα δύο αυτά στοιχεία πρέπει να εξεταστούν διαδοχικά..
36 Όσον αφορά, πρώτον, τη χρησιμοποίηση της ημερομηνίας της 1ης Μαΐου, για τον καθορισμό του μέσου όρου των αποθεμάτων που σχηματίστηκαν κατά την περίοδο μεταξύ 2000 και 2003, η Balbiino καταγγέλλει το αυθαίρετο της επιλογής αυτής, η οποία τη θέτει σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση λόγω του κυκλικού και εποχιακού χαρακτήρα της παραγωγής παγωτών. Δεδομένου ότι η ζήτηση για τα προϊόντα αυτά φθάνει στο απόγειο μεταξύ των μηνών Μαΐου και Αυγούστου, η ημερομηνία της 1ης Μαΐου αντιστοιχεί στην περίοδο κατά την οποία υπάρχουν τα υψηλότερα αποθέματα.
37 Πρέπει, κατ’ αρχάς, να τονιστεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1972/2003 προβλέπει ότι, προκειμένου να προσδιορισθεί το πλεόνασμα κάθε κατόχου, τα νέα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων, «τον μέσο όρο των διαθέσιμων αποθεμάτων κατά τα προηγούμενα της προσχώρησης έτη». Ελλείψει ακριβέστερων διατάξεων ως προς την κρίσιμη περίοδο ή τη μέθοδο υπολογισμού του μέσου όρου των διαθέσιμων αποθεμάτων, μια τέτοια διατύπωση παρέχει στα κράτη μέλη πεδίο εκτιμήσεως για να ορίζουν τα κριτήρια βάσει των οποίων εφαρμόζονται τα στοιχεία αυτά, τηρουμένων των σκοπών που επιδιώκει ο εν λόγω κανονισμός και των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 20ής Ιουνίου 2002, C‑313/99, Mulligan κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I‑5719, σκέψεις 33 έως 36).
38 Το αυτό ισχύει όσον αφορά τα αποθέματα ζάχαρης και συναφών προϊόντων που διέπονται από τον κανονισμό 60/2004. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού περιορίζεται στην πρόβλεψη ότι οι αρμόδιες αρχές των νέων κρατών μελών «[πρέπει να] διαθέτουν από την 1η Μαΐου 2004 ένα σύστημα για τον προσδιορισμό της πλεονάζουσας ποσότητας» που κατέχουν οι κύριοι ενδιαφερόμενοι φορείς και ότι το σύστημα αυτό είναι δυνατόν ειδικότερα «να βασίζεται στην ανίχνευση των εισαγωγών, στη φορολογική παρακολούθηση, στις επιθεωρήσεις με βάση τους λογαριασμούς των φορέων και στα φυσικά αποθέματα των επιχειρηματιών» και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ο τύπος και το επίπεδο δραστηριότητας των ενδιαφερόμενων επιχειρηματιών, καθώς και η χωρητικότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης.
39 Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι, για τη ζάχαρη και τα συναφή προϊόντα που εμπίπτουν στον κανονισμό 60/2004, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει, όσον αφορά τον καθορισμό, εκ μέρους της Επιτροπής, των εθνικών πλενοαζουσών ποσοτήτων την 1η Μαΐου 2004, ότι λαμβάνονται ιδιαιτέρως υπόψη οι εξελίξεις κατά τη διάρκεια του έτους πριν από την προσχώρηση σε συνάρτηση με τα προηγούμενα έτη, όσον αφορά τις εισαγόμενες και εξαγόμενες ποσότητες, την παραγωγή, την κατανάλωση και τα αποθέματα, καθώς και τις συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκαν τα αποθέματα. Για να εξασφαλίσει την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, το άρθρο 8 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι τα νέα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, το αργότερο έως τις 31 Ιουλίου 2004, τις ποσότητες ζάχαρης που έχουν εισαχθεί, εξαχθεί, παραχθεί και καταναλωθεί για την περίοδο από την 1η Μαΐου 2000 έως τις 30 Απριλίου 2004, καθώς και τα αποθέματα που κατέχονταν την 1η Μαΐου εκάστου έτους για την περίοδο από την 1η Μαΐου 2000 έως την 1η Μαΐου 2004.
40 Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, η Επιτροπή καθόρισε τις πλεονάζουσες ποσότητες που πρέπει να απομακρυνθούν από την αγορά σε έκαστο των νέων κρατών με τον κανονισμό 832/2005. Η τρίτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού διευκρινίζει ότι «η πλεονάζουσα ποσότητα ζάχαρης προκύπτει από την αύξηση της παραγωγής, στην οποία πρέπει να προστεθούν οι εισαγωγές και να αφαιρεθούν οι εξαγωγές για την περίοδο από την 1η Μαΐου 2003 έως τις 30 Απριλίου 2004, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ίδιας αυτής ποσότητας για την ίδια περίοδο των τριών προηγούμενων ετών».
41 Από τα στοιχεία αυτά απορρέει ότι καμία εξετασθείσα διάταξη των κανονισμών 1972/2003, 60/2004 και 832/2005 δεν αποκλείει μια μέθοδο όπως αυτή που χρησιμοποιεί ο ÜLTS και η οποία συνίσταται στον υπολογισμό του αποθέματος μεταφοράς βάσει των ποσοτήτων που πράγματι κατείχαν οι επιχειρηματίες την 1η Μαΐου των ετών 2000 έως και 2003.
42 Επομένως, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ούτε το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1972/2003, ούτε το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 60/2004, ούτε ο κανονισμός 832/2005 απαγορεύουν να λαμβάνει ο ÜLTS υπόψη την 1η Μαΐου ως βάση αναφοράς για τον καθορισμό του πλεονάζοντος αποθέματος.
43 Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται σχετικά με τη νομιμότητα, από την άποψη του κοινοτικού δικαίου, της χρησιμοποιήσεως του συντελεστή 1,2 για τον υπολογισμό του αποθέματος μεταφοράς. Υπογραμμίζει, συναφώς, ότι το Riigikohus, με την απόφασή του της 5ης Οκτωβρίου 2006, έκρινε ότι η χρησιμοποίηση του συντελεστή αυτού ήταν αντίθετη προς το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1972/2003, καθόσον δεν καθιστά δυνατό τον καθορισμό του πλεονάζοντος αποθέματος με βάση το σύνολο των περιστάσεων που ισχύουν για κάθε επιχειρηματία.
44 Η Balbiino ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι ο ÜLTS είναι δυσανάλογος και αντίθετος προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, στο μέτρο που εφαρμόζει ενιαίο συντελεστή 1,2 χωρίς να λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις διαφορές που μπορούν να υπάρχουν μεταξύ των προϊόντων ούτε τις περιστάσεις υπό τις οποίες σχηματίστηκαν τα οικεία αποθέματα. Φρονεί ότι θα ήταν καταλληλότερη η χρησιμοποίηση ενός πολλαπλασιαστικού συντελεστή 1,33, λαμβανομένων υπόψη των εξελίξεων στην αγορά των γεωργικών προϊόντων στην Εσθονία κατά την περίοδο μεταξύ 2000 και 2004.
45 Η Εσθονική Κυβέρνηση υπερασπίζεται τη νομιμότητα του πολλαπλασιαστικού συντελεστή 1,2, τον οποίο θεωρεί σύμφωνο προς τον σκοπό που επιδιώκουν οι κανονισμοί 1972/2003 και 60/2004. Όπως και η Λιθουανική Κυβέρνηση, υποστηρίζει ότι οι κανονισμοί αυτοί δεν περιορίζουν ούτε αποκλείουν τη χρησιμοποίηση ενός τέτοιου συντελεστή και αφήνουν στα κράτη μέλη την ελευθερία να επιλέγουν τη μέθοδο υπολογισμού που είναι προσαρμοσμένη στις τοπικές συνθήκες Ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής καθιστά δυνατή την αύξηση της ποσότητας του αποθέματος μεταφοράς όλων των επιχειρηματιών, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η οικονομική μεγέθυνση κατά τη διάρκεια των προηγούμενων της προσχώρησης στην Ένωση ετών.
46 Αφού υποστήριξε, με τα δικόγραφά της, τη θέση της Balbiino, η Επιτροπή συμφώνησε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, με τη θέση της Εσθονικής και της Λιθουανικής Κυβερνήσεως, στο μέτρο που η εφαρμογή του πολλαπλασιαστικού συντελεστή 1,2 δεν εμποδίζει τη συνεκτίμηση όλων των ιδιαίτερων περιστάσεων που είναι ανεξάρτητες από τους επιχειρηματίες.
47 Πρέπει να τονιστεί ότι τα άρθρα 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1972/2003 και 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 60/2004 δεν περιέχουν καμία διάταξη επιβάλλουσα ή απαγορεύουσα στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν κατά ενιαίο τρόπο ένα πολλαπλασιαστικό συντελεστή στο απόθεμα μεταφοράς των επιχειρηματιών για τον υπολογισμό του πλεονάζοντος αποθέματος. Οι διατάξεις αυτές απαριθμούν κατά μη εξαντλητικό τρόπο ορισμένα κριτήρια για τον υπολογισμό των πλεοναζόντων αποθεμάτων των επιχειρηματιών, αφήνοντας στα κράτη μέλη την ευχέρεια να τα συμπληρώνουν με βάση αυτό που κρίνουν σκόπιμο. Όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω στις σκέψεις 37 και 38 της παρούσας αποφάσεως, τα κράτη μέλη διαθέτουν, συναφώς, περιθώριο εκτιμήσεως.
48 Η εφαρμογή του συντελεστή 1,2 στο απόθεμα μεταφοράς είναι, εκ πρώτης όψεως, ευνοϊκή για τους επιχειρηματίες, καθόσον τείνει στη μείωση του πλεονάζοντος αποθέματος. Από τις εξηγήσεις που παρέσχε η Εσθονική Κυβέρνηση προκύπτει ότι ο συντελεστή αυτός καθορίστηκε βάσει του ποσοστού αυξήσεως της εσθονικής γεωργικής παραγωγής που παρατηρήθηκε κατά τα έτη 2000 έως 2004. Ο συντελεστής αυτός καθιστά έτσι δυνατά την επικαιροποίηση του μέσου όρου των αποθεμάτων που διαπιστώθηκαν την 1η Μαΐου των ετών 2000 έως 2003 με βάση το ποσοστό αυτό και τον καθορισμό ενός αποθέματος μεταφοράς –και, στη συνέχεια, ενός πλεονάζοντος αποθέματος– που να αντανακλά αναλογικά την εξέλιξη της μεγέθυνσης που παρατηρήθηκε στο σύνολο του εσθονικού γεωργικού τομέα μεταξύ της 1ης Μαΐου 2000 και της 1ης Μαΐου 2004. Συντελεί έτσι στον καθορισμό μιας αντικειμενικής βάσης σύγκρισης μεταξύ του αποθέματος την 1η Μαΐου 2004 και του μέσου όρου των αποθεμάτων την 1η Μαΐου των τεσσάρων προηγουμένων ετών.
49 Λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών αυτών, η επιλογή ενός τέτοιου συντελεστή δεν θίγει ούτε τους σκοπούς που επιδιώκουν οι κανονισμοί 1972/2003 και 60/2004 ούτε τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης.
50 Επομένως, πρέπει να συναχθεί ότι ούτε το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1972/2003 ούτε το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 60/2004 αποκλείουν την εφαρμογή ενός πολλαπλασιαστικού συντελεστή όπως αυτός που χρησιμοποιείται στον ÜLTS για τον υπολογισμό του αποθέματος μεταφοράς.
51 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο πρώτο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1972/2003, το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 60/2004, καθώς και ο κανονισμός 832/2005 δεν αντιτίθενται σε εθνικό μέτρο, όπως ο ÜLTS, κατά το οποίο το πλεονάζον απόθεμα ενός επιχειρηματία καθορίζεται με αφαίρεση από το απόθεμα που αυτός πράγματι κατείχε την 1η Μαΐου 2004 του αποθέματος μεταφοράς, το οποίο ορίζεται ως ο μέσος όρος των κατεχομένων την 1η Μαΐου των τεσσάρων προηγουμένων χρήσεων αποθεμάτων, πολλαπλασιαζόμενος επί ένα συντελεστή 1,2, που αντιστοιχεί στην αύξηση της γεωργικής παραγωγής που παρατηρήθηκε στο οικείο κράτος μέλος κατά την ίδια περίοδο.
52 Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως αυτής, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου σκέλους του πρώτου ερωτήματος.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
53 Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το να θεωρείται ως πλεονάζον απόθεμα το συνολικό απόθεμα που κατείχε ένας επιχειρηματίας την 1η Μαΐου 2004 είναι σύμφωνο προς τον κανονισμό 1972/2003.
54 Η Balbiino παρατηρεί ότι, στο μέτρο που ο σκοπός του κανονισμού 1972/2003 συνίσταται στην αποφυγή της κερδοσκοπίας επί των γεωργικών προϊόντων, πρέπει να καθορίζεται αν το απόθεμα που κατείχε ένας επιχειρηματίας την 1η Μαΐου 2004 προκάλεσε στρεβλώσεις στην αγορά ή αποτέλεσε αντικείμενο κερδοσκοπίας. Επομένως¸ πρέπει να εξετάζονται, κατά περίπτωση, οι περιστάσεις υπό τις οποίες σχηματίστηκαν τα αποθέματα αυτά και το αν ο επιχειρηματίας απέκτησε ή θα μπορούσε να αποκτήσει από αυτά κερδοσκοπικά εισοδήματα.
55 Κατά την Εσθονική Κυβέρνηση, είναι σαφές ότι το συνολικό απόθεμα που κατείχε ένας επιχειρηματίας την 1η Μαΐου 2004 μπορεί να θεωρηθεί πλεονάζον, εφόσον αποδεικνύεται ότι το απόθεμα αυτό αποκτήθηκε με κερδοσκοπικό σκοπό.
56 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να εφαρμόζουν τον κανονισμό 1972/2003 τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας. Υποχρεούνται επομένως να εξετάζουν, κατά περίπτωση, αν υπάρχουν λιγότερο καταναγκαστικά μέσα που να καθιστούν δυνατή την επίτευξη των σκοπών του κανονισμού αυτού, βάσει του συνόλου των περιστάσεων που αφορούν τον σχηματισμό των αποθεμάτων γεωργικών προϊόντων πριν από την 1η Μαΐου 2004.
57 Από την πρώτη και την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1972/2003 προκύπτει ότι ο σκοπός αυτού συνίσταται στην προστασία των κοινών οργανώσεων αγοράς με αποφυγή, μέσω ενός συστήματος επιβολής αποτρεπτικών επιβαρύνσεων στα πλεονάζοντα αποθέματα που βρίσκονται εντός των νέων κρατών μελών, της τεχνητής μετακίνησης ορισμένων γεωργικών προϊόντων προς το έδαφος των εν λόγω κρατών ενόψει της διεύρυνσης. Πρόκειται συνεπώς για την αποφυγή της διατάραξης των κοινών οργανώσεων αγοράς από μη κανονικά εμπορικά ρεύματα.
58 Ο κανονισμός 1972/2003 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να επιβάλλουν επιβαρύνσεις στα πλεονάζοντα αποθέματα που εντοπίζουν βάσει καταλόγου κριτηρίων διαλαμβανομένων στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Μεταξύ των κριτηρίων αυτών περιλαμβάνονται οι κρατούσες κατά τον σχηματισμό των αποθεμάτων περιστάσεις και τα εμπορικά ρεύματα που υπήρχαν κατά τα προ της προσχώρησης έτη. Μολονότι ο κατάλογος αυτός δεν είναι εξαντλητικός, η διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τον σκοπό της προστασίας των κοινών οργανώσεων αγοράς, αποδεικνύει ότι ο κανονισμός 1972/2003 δεν απαγορεύει το να θεωρείται το σύνολο του αποθέματος ενός επιχειρηματία ως πλεονάζον αν, υπό το φως του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων, προκύπτει ότι το απόθεμα αυτό σχηματίστηκε πριν από την 1η Μαΐου 2004, όχι στο πλαίσιο της κανονικής ανάπτυξης μιας εμπορικής δραστηριότητας, αλλά για την αξιοποίηση των συνεπειών της προσχώρησης επί των γεωργικών τιμών.
59 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 1972/2003 δεν απαγορεύει το να θεωρείται το συνολικό απόθεμα που κατείχε ένας επιχειρηματίας την 1η Μαΐου 2004 ως πλεονάζον, αν αποδεικνύεται, βάσει συγκλινουσών ενδείξεων, ότι το απόθεμα αυτό δεν είναι κανονικό με βάση τη δραστηριότητα του επιχειρηματία αυτού, αλλά σχηματίστηκε για κερδοσκοπικούς σκοπούς.
Επί του τρίτου ερωτήματος
60 Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο σχετικά με το βάρος αποδείξεως όσον αφορά τον πλεονάζοντα χαρακτήρα των αποθεμάτων. Το ερώτημα αυτό σκοπεί στον καθορισμό του αν το άρθρο 4 του κανονισμού 1972/2003 και το άρθρο 6 του κανονισμού 60/2004 απαγορεύουν το να υποχρεώνεται ένας επιχειρηματίας που άρχισε να ασκεί δραστηριότητα λιγότερο από ένα έτος πριν από την 1η Μαΐου 2004 να αποδεικνύει ότι η ποσότητα του αποθέματος που κατείχε την ημερομηνία αυτή αντιστοιχεί στην ποσότητα του αποθέματος που κανονικά μπορεί να παράγει, να πωλεί, να μεταβιβάζει ή να αποκτά κατ’ άλλο τρόπο, είτε εξ επαχθούς αιτίας είτε δωρεάν.
61 Η Balbiino υποστηρίζει ότι το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει το να φέρουν το βάρος αποδείξεως αποκλειστικά οι επιχειρηματίες. Δεδομένου ότι τεκμαίρεται ότι οι εν λόγω επιχειρηματίες ενεργούν καλόπιστα, εναπόκειται στις εθνικές αρχές να αποδεικνύουν τον πλεονάζοντα χαρακτήρα των αποθεμάτων που διαπιστώθηκαν την 1η Μαΐου 2004.
62 Η Εσθονική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υπογραμμίζουν ότι, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων περί κατανομής του βάρους αποδείξεως μεταξύ των επιχειρηματιών και των εθνικών αρχών, ο καθορισμός των κανόνων αυτών εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών που διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως. Η Επιτροπή υπενθυμίζει, συναφώς, ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ίση μεταχείριση μεταξύ επιχειρηματιών, καθώς και την τήρηση της αρχής της χρηστής διοικήσεως.
63 Διαπιστώνεται ότι ούτε ο κανονισμός 1972/2003 ούτε ο κανονισμός 60/2004 περιέχουν διατάξεις διέπουσες την κατανομή του βάρους αποδείξεως μεταξύ των επιχειρηματιών και των εθνικών αρχών που είναι επιφορτισμένες με την επιβολή της επιβαρύνσεως επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων. Δεδομένης της σιωπής των κανονισμών αυτών, το ζήτημα αυτό πρέπει να κριθεί σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού δικαίου, τηρουμένων των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου και των σκοπών που επιδιώκουν οι εν λόγω κανονισμοί. Εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι δεν λαμβάνει υπόψη τις εν λόγω αρχές και τους εν λόγω σκοπούς ένα εθνικό μέτρο που επιβάλλει στον επιχειρηματία το βάρος αποδείξεως του κανονικού χαρακτήρα της ποσότητας του αποθέματος που κατείχε την 1η Μαΐου 2004, όταν το κράτος δεν διαθέτει, λόγω του ότι η εν λόγω δραστηριότητα είναι νέα, κατάλληλα στοιχεία σύγκρισης.
64 Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4 του κανονισμού 1972/2003 και το άρθρο 6 του κανονισμού 60/2004 δεν απαγορεύουν εθνικό μέτρο δυνάμει του οποίου ένας επιχειρηματίας που άρχισε την άσκηση δραστηριότητας λιγότερο από ένα έτος πριν από την 1η Μαΐου 2004 οφείλει να αποδείξει ότι η ποσότητα αποθέματος που κατείχε την ημερομηνία αυτή αντιστοιχεί στην ποσότητα αποθέματος που μπορεί κανονικά να παράγει, να πωλεί, να μεταβιβάζει ή να αποκτά κατ’ άλλο τρόπο, είτε εξ επαχθούς αιτίας είτε δωρεάν.
65 Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης αυτής, παρέλκει η ανάλυση του δευτέρου σκέλους του τρίτου ερωτήματος.
Επί του τέταρτου ερωτήματος
66 Το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει αμφιβολίες ως προς το αν η ύπαρξη πλεονάζοντος αποθέματος την 1η Μαΐου 2004 αρκεί για να επιβληθεί επιβάρυνση σε επιχειρηματία ή αν απαιτείται επιπλέον να εξακριβώνεται ότι ο επιχειρηματίας αυτός άντλησε κέρδος από την εμπορία του αποθέματος αυτού. Ζητεί την ερμηνεία των κανονισμών 1972/2003 και 60/2004, προκειμένου να καθορίσει αν για την κατοχή πλεονάζοντος αποθέματος μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να μην επιβληθεί επιβάρυνση όταν ο επιχειρηματίας είναι σε θέση να αποδείξει ότι δεν πραγματοποίησε κέρδος κατά τη διάθεση στο εμπόριο του αποθέματος αυτού μετά την 1η Μαΐου 2004.
67 Η Balbiino προτείνει να δοθεί η απάντηση ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, οι κανονισμοί 1972/2003 και 60/2004 δεν επιτρέπουν στις εθνικές αρχές να επιβάλλουν επιβάρυνση για τα πλεονάζοντα αποθέματα.
68 Η Εσθονική Κυβέρνηση και η Επιτροπή δεν συμμερίζονται την άποψη αυτή. Κατά την Επιτροπή, οι επιχειρηματίες δεν μπορούν, με το αιτιολογικό ότι δεν πραγματοποίησαν κέρδος από την μεταπώληση των αποθεμάτων τους, να απαλλάσσονται από την εφαρμογή των αποτρεπτικών μηχανισμών που θέσπισαν οι κανονισμοί 1972/2003 και 60/2004. Συγκεκριμένα, οι κανονισμοί αυτοί αποσκοπούν όχι στον κολασμό της συμπεριφοράς ενός επιχειρηματία, αλλά στην προστασία της καλής λειτουργίας της κοινής οργανώσεως των αγορών, προς το γενικό συμφέρον της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
69 Όπως τονίστηκε προηγουμένως στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, ο κανονισμός 1972/2003 αποσκοπεί στην αποφυγή της διατάραξης των κοινών οργανώσεων αγοράς από μη κανονικά εμπορικά ρεύματα. Ο κανονισμός αυτός δεν αποσκοπεί στην επιβολή κυρώσεως για την κερδοσκοπική συμπεριφορά των επιχειρηματιών, αλλά αποβλέπει, αφενός, στην πρόληψη, μέσω ενός μηχανισμού επιβολής αποτρεπτικών επιβαρύνσεων, της δημιουργίας αποθεμάτων χάριν κερδοσκοπίας και, αφετέρου, στην εξουδετέρωση των οικονομικών ωφελημάτων στα οποία αποβλέπουν οι κάτοχοι των αποθεμάτων αυτών (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2002, C‑179/00, Weidacher, Συλλογή 2002, σ. I‑501, σκέψεις 22, 28 και 42).
70 Ο κανονισμός 60/2004, όπως τονίζεται στην πέμπτη και στην όγδοη αιτιολογική του σκέψη, επιδιώκει επίσης τον σκοπό της προστασίας της κοινής οργανώσεως της αγοράς της ζάχαρης, λόγω του ότι «[υ]πάρχει σημαντικός κίνδυνος διατάραξης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης εξαιτίας προϊόντων τα οποία εισήχθησαν στα νέα κράτη μέλη πριν από την προσχώρησή τους με σκοπό την κερδοσκοπία». Όπως και ο κανονισμός 1972/2003, ο κανονισμός 60/2004 αποσκοπεί συνεπώς όχι στην επιβολή κυρώσεων για τις κερδοσκοπικές συμπεριφορές, αλλά στην προστασία της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, εν προκειμένω των αγορών της ζάχαρης και των συναφών προϊόντων.
71 Κατά συνέπεια, είτε πρόκειται για την επιβάρυνση επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων που θέσπισε ο κανονισμός 1972/2003 είτε για τα μέτρα που προέβλεψε ο κανονισμός 60/2004 για την απομάκρυνση από την αγορά των αποθεμάτων ζάχαρης και άλλων προϊόντων, τα μέσα αυτά που αποβλέπουν στην προστασία των κοινών οργανώσεων αγοράς εφαρμόζονται σε όλα τα πλεονάζοντα αποθέματα, κατά την έννοια των εν λόγω κανονισμών, ανεξάρτητα από το αν οι κάτοχοί τους άντλησαν πράγματι κέρδος από την εμπορία τους.
72 Επομένως, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι κανονισμοί 1972/2003 και 60/2004 δεν απαγορεύουν την επιβολή επιβαρύνσεως επί του πλεονάζοντος αποθέματος ενός επιχειρηματία, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτός είναι σε θέση να αποδείξει ότι δεν πραγματοποίησε κέρδος από τη διάθεση στο εμπόριο του αποθέματος αυτού μετά την 1η Μαΐου 2004.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
73 Μεταξύ των παραγόντων που τα νέα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν υπόψη για τον προσδιορισμό της πλεονάζουσας ποσότητας ζάχαρης, το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 60/2004 αναφέρει, πέραν του είδους και του επιπέδου δραστηριότητας των ενδιαφερόμενων επιχειρηματιών, τη «χωρητικότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης».
74 Με το πέμπτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ο παράγοντας αυτός μπορεί να εφαρμοσθεί αυτοτελώς, ανεξάρτητα από την εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας του επιχειρηματία, οπότε η αύξηση της αποθηκευτικής χωρητικότητας κατά το προ της προσχώρησης έτος μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της ποσότητας του αποθέματος που χαρακτηρίστηκε ως πλεονάζον.
75 Το ερώτημα αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το Põllumajandusminister αρνήθηκε να αυξήσει το απόθεμα μεταφοράς της Balbiino, παρά την αύξηση της αποθηκευτικής χωρητικότητας της επιχειρήσεως αυτής κατόπιν της κατασκευής μιας νέας αποθήκης το 2003. Κατά το αιτούν δικαστήριο, το Põllumajandusminister θεώρησε ότι, κατά την περίοδο μεταξύ 2000 και 2006, το απόθεμα ζάχαρης που κατείχε η Balbiino είχε παραμείνει σε ισοδύναμα επίπεδα, με εξαίρεση μια απότομη αύξηση που διαπιστώθηκε την 1η Μαΐου 2004, ημερομηνία κατά την οποία το απόθεμα ζάχαρης ήταν πάνω από εννέα φορές μεγαλύτερο από το κανονικό. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Põllumajandusminister θεώρησε ότι, υπό ίσες συνθήκες, ανεξάρτητα από την ύπαρξη μιας νέας αποθήκης, η Balbiino ούτε αποκτά ούτε κατέχει, στο κανονικό πλαίσιο των δραστηριοτήτων της, σημαντικά αποθέματα ζάχαρης.
76 Τόσο η Balbiino όσο και η Εσθονική Κυβέρνηση και η Επιτροπή συμφωνούν στο ότι η αύξηση της αποθηκευτικής χωρητικότητας, που αποτελεί παράγοντα διαλαμβανόμενο στο άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 60/2004, συνιστά έναν από τους παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό του πλεονάζοντος αποθέματος.
77 Πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 60/2004 επιβάλλει στα νέα κράτη μέλη να προσδιορίζουν τις πλεονάζουσες ποσότητες ζάχαρης ή ισογλυκόζης, λαμβάνοντας «δεόντως υπόψη» τον τύπο και το επίπεδο της δραστηριότητας των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών, καθώς και τη «χωρητικότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης». Η διάταξη αυτή συνεπώς απαιτεί απλώς από τα οικεία κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη την αποθηκευτική χωρητικότητα των επιχειρηματιών στο πλαίσιο της σφαιρικής τους αξιολόγησης του συνόλου των κρίσιμων παραγόντων για τον προσδιορισμό των πλεοναζόντων αποθεμάτων Τα κράτη μέλη αυτά δεν υποχρεούνται ωστόσο, βάσει της διάταξης αυτής, να μειώνουν συστηματικά την πλεονάζουσα ποσότητα των επιχειρηματιών των οποίων αυξήθηκε η αποθηκευτική χωρητικότητα. Μόνον αν η αύξηση αυτή της αποθηκευτικής χωρητικότητας συνοδεύεται από μετέπειτα αύξηση του επιπέδου δραστηριότητας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο παράγοντας αυτός για την εκτίμηση του κανονικού ή πλεονάζοντος χαρακτήρα των κατεχόμενων την 1η Μαΐου 2004 αποθεμάτων.
78 Επομένως, στο πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 60/2004 δεν μπορεί να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι μια αύξηση της αποθηκευτικής χωρητικότητας ενός επιχειρηματία κατά τη διάρκεια του προ της προσχώρησης έτους δικαιολογεί μείωση του πλεονάζοντος αποθέματος, ανεξάρτητα από τη μετέπειτα εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας του κατόχου του αποθέματος αυτού, της ποσότητας μεταποίησης και του μεγέθους του εν λόγω αποθέματος.
Επί του έκτου ερωτήματος
79 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 10 του κανονισμού 1972/2003 αποκλείει το να καθίσταται απαιτητή η επιβάλλουσα επιβάρυνση επί του πλεονάζοντος αποθέματος πράξη καταλογισμού η οποία, μολονότι εκδόθηκε κατά την περίοδο ισχύος του εν λόγω κανονισμού, παραλήφθηκε από τον αποδέκτη της μετά τη λήξη της περιόδου αυτής.
80 Η Balbiino φρονεί ότι, στον βαθμό που, δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 1972/2003, ο κανονισμός αυτός δεν έχει εφαρμογή μετά τις 30 Απριλίου 2007, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί, εφόσον η εθνική κανονιστική ρύθμιση ουδέν προβλέπει, να προβεί στην είσπραξη επιβάρυνσης επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων μετά την ημερομηνία αυτή. Επικαλείται, συναφώς, την αρχή της ασφαλείας δικαίου.
81 Η Επιτροπή συμμερίζεται τη γνώμη της Εσθονικής και της Λιθουανικής Κυβερνήσεως, κατά τις οποίες ο κανονισμός 1972/2003 επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα μέτρα εκτελέσεως για τον προσδιορισμό των πλεοναζόντων αποθεμάτων πριν από τις 30 Απριλίου 2007, χωρίς ωστόσο να απαιτεί να έχει ληφθεί οριστική απόφαση, πριν από την ημερομηνία αυτή, για όλες τις επί μέρους καταστάσεις ή να εξαρτάται η φορολογική υποχρέωση που υπέχουν οι επιχειρηματίες από την ημερομηνία παραλαβής πράξης καταλογισμού.
82 Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1972/2003 προβλέπει ότι «τα νέα κράτη μέλη επιβάλλουν επιβαρύνσεις στους κατόχους πλεονασμάτων, κατά την 1η Μαΐου 2004, προϊόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία». Κατά το άρθρο 10 του κανονισμού αυτού, ο εν λόγω κανονισμός είχε εφαρμογή από την 1η Μαΐου 2004 έως και την 30ή Απριλίου 2007. Κατά την περίοδο αυτή, τα νέα κράτη μέλη υποχρεούνταν συνεπώς, βάσει του άρθρου 4 του εν λόγω κανονισμού, να επιβάλουν επιβαρύνσεις στους κατόχους πλεοναζόντων αποθεμάτων, έχοντας προηγουμένως προσδιορίσει την ποσότητα των πλεοναζόντων αποθεμάτων τους και το ύψος της επιβάρυνσης. Τα νέα κράτη μέλη μπορούσαν συνεπώς, από την 1η Μαΐου 2004 έως τις 30 Απριλίου 2007, να εκδώσουν πράξη καταλογισμού κατά των κατόχων πλεοναζόντων αποθεμάτων.
83 Ο κανονισμός 1972/2003 δεν περιέχει ωστόσο καμία διάταξη που να απαιτεί οι πράξεις αυτές καταλογισμού να αποστέλλονται προς είσπραξη κατά την εν λόγω περίοδο. Η επιβολή μιας τέτοιας υποχρέωσης θα ισοδυναμούσε, στην πράξη, με μείωση του πραγματικού εύρους της περιόδου εφαρμογής του κανονισμού αυτού και θα συνεπαγόταν, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 95 των προτάσεών του, τον κίνδυνο παρελκυστικών χειρισμών εκ μέρους των φορολογουμένων. Η είσπραξη, μετά τις 30 Απριλίου 2007, προτέρων πράξεων καταλογισμού δεν διακυβεύει ούτε την ασφάλεια δικαίου ούτε τον σκοπό της πρόληψης των κινδύνων προσβολής της κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών που επιδιώκει ο εν λόγω κανονισμός.
84 Όσον αφορά το αν μια πράξη καταλογισμού που εκδόθηκε πριν από τη λήξη της περιόδου εφαρμογής του κανονισμού 1972/2003, αλλά παραλήφθηκε κατόπιν από τον αποδέκτη της, πρέπει να θεωρείται έγκυρη, λαμβανομένης υπόψη της λήξης της περιόδου εφαρμογής του κανονισμού αυτού, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν περιέχει καμία σχετική διάταξη. Ελλείψει ειδικών διατάξεων, πρέπει να θεωρηθεί, για λόγους ανάλογους με αυτούς που εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, ότι το άρθρο 10 του κανονισμού 1972/2003 δεν αποκλείει το κύρος πράξης καταλογισμού που παραλήφθηκε από τον επιχειρηματία που υπόκειται στην επιβάρυνση επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων μετά τις 30 Απριλίου 2007, εφόσον αποδεικνύεται ότι η εν λόγω πράξη εκδόθηκε από τις εθνικές αρχές πριν από την ημερομηνία αυτή.
85 Επομένως, στο έκτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10 του κανονισμού 1972/2003 δεν αποκλείει το κύρος πράξης καταλογισμού που παραλήφθηκε από τον επιχειρηματία που υπόκειται στην επιβάρυνση επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων μετά τις 30 Απριλίου 2007, εφόσον αποδεικνύεται ότι η εν λόγω πράξη εκδόθηκε από τις εθνικές αρχές πριν από την ημερομηνία αυτή.
Επί των δικαστικών εξόδων
86 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1972/2003 της Επιτροπής, της 10ης Νοεμβρίου 2003, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων όσον αφορά τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας, το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 60/2004 της Επιτροπής, της 14ης Ιανουαρίου 2004, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων στον τομέα της ζάχαρης λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας, καθώς και ο κανονισμός (ΕΚ) 832/2005 της Επιτροπής, της 31ης Μαΐου 2005, για τον καθορισμό της πλεονάζουσας ποσότητας ζάχαρης, ισογλυκόζης και φρουκτόζης για την Τσεχική Δημοκρατία, την Εσθονία, την Κύπρο, τη Λεττονία, τη Λιθουανία, την Ουγγαρία, τη Μάλτα, την Πολωνία, τη Σλοβενία και τη Σλοβακία, δεν αντιτίθενται σε εθνικό μέτρο, όπως ο νόμος για την επιβάρυνση επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων (Üleliigse laovaru tasu seadus), της 7ης Απριλίου 2004, όπως τροποποιήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2007, κατά το οποίο το πλεονάζον απόθεμα ενός επιχειρηματία καθορίζεται με αφαίρεση από το απόθεμα που αυτός πράγματι κατείχε την 1η Μαΐου 2004 του αποθέματος μεταφοράς, το οποίο ορίζεται ως ο μέσος όρος των κατεχομένων την 1η Μαΐου των τεσσάρων προηγουμένων χρήσεων αποθεμάτων, πολλαπλασιαζόμενος επί ένα συντελεστή 1,2, που αντιστοιχεί στην αύξηση της γεωργικής παραγωγής που παρατηρήθηκε στο οικείο κράτος μέλος κατά την ίδια περίοδο.
2) Ο κανονισμός 1972/2003 δεν απαγορεύει το να θεωρείται το συνολικό απόθεμα που κατείχε ένας επιχειρηματίας την 1η Μαΐου 2004 ως πλεονάζον, αν αποδεικνύεται, βάσει συγκλινουσών ενδείξεων, ότι το απόθεμα αυτό δεν είναι κανονικό με βάση τη δραστηριότητα του επιχειρηματία αυτού, αλλά σχηματίστηκε για κερδοσκοπικούς σκοπούς.
3) Το άρθρο 4 του κανονισμού 1972/2003 και το άρθρο 6 του κανονισμού 60/2004 δεν απαγορεύουν εθνικό μέτρο δυνάμει του οποίου ένας επιχειρηματίας που άρχισε την άσκηση δραστηριότητας λιγότερο από ένα έτος πριν από την 1η Μαΐου 2004 οφείλει να αποδείξει ότι η ποσότητα αποθέματος που κατείχε την ημερομηνία αυτή αντιστοιχεί στην ποσότητα αποθέματος που μπορεί κανονικά να παράγει, να πωλεί, να μεταβιβάζει ή να αποκτά κατ’ άλλο τρόπο, είτε εξ επαχθούς αιτίας είτε δωρεάν.
4) Οι κανονισμοί 1972/2003 και 60/2004 δεν απαγορεύουν την επιβολή επιβαρύνσεως επί του πλεονάζοντος αποθέματος ενός επιχειρηματία, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτός είναι σε θέση να αποδείξει ότι δεν πραγματοποίησε κέρδος από τη διάθεση στο εμπόριο του αποθέματος αυτού μετά την 1η Μαΐου 2004.
5) Το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 60/2004 δεν μπορεί να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι μια αύξηση της αποθηκευτικής χωρητικότητας ενός επιχειρηματία κατά τη διάρκεια του προ της προσχώρησης έτους δικαιολογεί μείωση του πλεονάζοντος αποθέματος, ανεξάρτητα από τη μετέπειτα εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας του κατόχου του αποθέματος αυτού, της ποσότητας μεταποίησης και του μεγέθους του εν λόγω αποθέματος.
6) Το άρθρο 10 του κανονισμού 1972/2003 δεν αποκλείει το κύρος πράξης καταλογισμού που παραλήφθηκε από τον επιχειρηματία που υπόκειται στην επιβάρυνση επί των πλεοναζόντων αποθεμάτων μετά τις 30 Απριλίου 2007, εφόσον αποδεικνύεται ότι η εν λόγω πράξη εκδόθηκε από τις εθνικές αρχές πριν από την ημερομηνία αυτή.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η εσθονική.
Full & Egal Universal Law Academy