Υπόθεση C‑568/07
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρα 43 ΕΚ και 48 ΕΚ – Οπτικοί – Όροι εγκαταστάσεως – Ίδρυση και εκμετάλλευση καταστημάτων οπτικών ειδών – Ατελής εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου – Κατ’ αποκοπήν ποσό»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Απόφαση του Δικαστηρίου που διαπιστώνει την παράβαση – Παράβαση της υποχρεώσεως εκτελέσεως της αποφάσεως – Χρηματικές κυρώσεις – Κατ’ αποκοπήν ποσό
(Άρθρο 228 ΕΚ)
2. Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Απόφαση του Δικαστηρίου που διαπιστώνει την παράβαση – Παράβαση της υποχρεώσεως εκτελέσεως της αποφάσεως – Χρηματικές κυρώσεις
(Άρθρο 228 ΕΚ)
3. Κράτη μέλη – Υποχρεώσεις – Παράβαση – Δικαιολογητικός λόγος αντλούμενος από την εσωτερική έννομη τάξη – Δεν επιτρέπεται
(Άρθρο 228 ΕΚ)
4. Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Απόφαση του Δικαστηρίου που διαπιστώνει την παράβαση – Προθεσμία εκτελέσεως
(Άρθρο 228 ΕΚ)
5. Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Απόφαση του Δικαστηρίου που διαπιστώνει την παράβαση – Παράβαση της υποχρεώσεως εκτελέσεως της αποφάσεως – Παραβίαση της θεμελιώδους αρχής της ελευθερίας εγκαταστάσεως
(Άρθρο 228 ΕΚ)
1. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η ταχύτερη δυνατή εκτέλεση αποφάσεως με την οποία είχε προηγουμένως διαπιστωθεί παράβαση και να προληφθεί η επανάληψη αναλόγων παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου, η επιβολή καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού πρέπει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να εξαρτάται από το σύνολο των συναφών στοιχείων που συνδέονται τόσο με τα χαρακτηριστικά της διαπιστωθείσας παραβάσεως όσο και με τη συμπεριφορά του κράτους μέλους το οποίο αφορά η δυνάμει του άρθρου 228 ΕΚ κινηθείσα διαδικασία.
Αν το Δικαστήριο αποφασίζει για την επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσού, εναπόκειται σε αυτό, κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει, να καθορίσει το ποσό αυτό κατά τρόπον ώστε να είναι, αφενός, κατάλληλο για τις περιστάσεις και, αφετέρου, ανάλογο προς τη διαπιστωθείσα παράβαση καθώς και προς την ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους.
Συνεπώς, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί του αιτήματος επιβολής της καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού, πρέπει να ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις της υποθέσεως, ιδίως δε η στάση του οικείου κράτους μέλους, η διάρκεια και η σοβαρότητα της παραβάσεως.
Όσον αφορά το ύψος του κατ’ αποκοπήν ποσού, πρέπει να ληφθούν υπόψη, εκτός από τις προαναφερθείσες περιστάσεις, πρόσθετα στοιχεία όπως το γεγονός ότι το οικείο κράτος μέλος έχει παύσει την παράβαση που διαπιστώθηκε με την απόφαση και έχει συμμορφωθεί πλήρως προς τις απαιτήσεις της αποφάσεως αυτής.
(βλ. σκέψεις 44, 46-48, 58-60)
2. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίζει, σε κάθε υπόθεση και υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις που έχουν υποβληθεί στην κρίση του καθώς και ανάλογα με τον βαθμό πειθούς και αποτροπής που κρίνει απαραίτητο, τις κατάλληλες χρηματικές κυρώσεις για να εξασφαλίσει την ταχύτερη δυνατή εκτέλεση της αποφάσεως με την οποία είχε προηγουμένως διαπιστωθεί παράβαση και να προλάβει την επανάληψη αναλόγων παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου.
Ενώ η επιβολή χρηματικής ποινής φαίνεται ιδιαιτέρως κατάλληλη για να παρακινήσει ένα κράτος μέλος να παύσει, το ταχύτερο δυνατόν, μια παράβαση που, χωρίς το μέτρο αυτό, θα υπήρχε κίνδυνος να συνεχιστεί, η επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσού στηρίζεται περισσότερο στην αποτίμηση των συνεπειών της μη εκτελέσεως των υποχρεώσεων του οικείου κράτους μέλους επί των ιδιωτικών και δημοσίων συμφερόντων, ιδίως όταν η παράβαση έχει συνεχιστεί επί μακρό χρονικό διάστημα αφότου εκδόθηκε η απόφαση που τη διαπίστωσε αρχικώς.
(βλ. σκέψεις 45-46)
3. Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο.
(βλ. σκέψη 50)
4. Μολονότι το άρθρο 228 ΕΚ δεν τάσσει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να πραγματοποιηθεί η εκτέλεση αποφάσεως που διαπιστώνει την παράβαση κράτους μέλους, εντούτοις η εκτέλεση πρέπει να αρχίσει αμέσως και να περατωθεί το συντομότερο δυνατό.
(βλ. σκέψη 51)
5. Όταν το Δικαστήριο έχει εκτιμήσει, στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως, ότι η νομοθεσία κράτους μέλους παραβίαζε τη θεμελιώδη αρχή την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 43 ΕΚ, μη επιτρέποντας στις εταιρίες που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη να ιδρύσουν και να εκμεταλλευθούν καταστήματα οπτικών ειδών παρά μόνο στην περίπτωση που, αφενός, η πλειοψηφία των εταίρων αποτελούνταν από οπτικούς ή, αφετέρου, οι κάτοχοι της πλειοψηφίας του κεφαλαίου ήταν οπτικοί, έχουν δε μεσολαβήσει περίπου τριάντα επτά μήνες από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως έως την ημερομηνία πλήρους συμμορφώσεως της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους προς την εν λόγω απόφαση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η παράβαση που προσάπτεται στο κράτος αυτό έχει εξακολουθήσει επί μεγάλο χρονικό διάστημα, λαμβανομένου υπόψη προπαντός του μικρού βαθμού δυσκολίας που θα παρουσίαζε η πλήρης εκτέλεση της αποφάσεως, δικαιολογεί δε την επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσού δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 1, ΕΚ.
(βλ. σκέψεις 52-53, 55, διατακτ. 1-2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 4ης Ιουνίου 2009 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρα 43 ΕΚ και 48 ΕΚ – Οπτικοί – Όροι εγκαταστάσεως – Ίδρυση και εκμετάλλευση καταστημάτων οπτικών ειδών – Ατελής εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου – Κατ’ αποκοπήν ποσό»
Στην υπόθεση C‑568/07,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 228 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 2007,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Γ. Ζαββό και E. Traversa, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από την E. Σκανδάλου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, K. Schiemann, J. Makarczyk, L. Bay Larsen και C. Toader (εισηγήτρια), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mazák
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Μαρτίου 2009,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο:
– να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας όλα τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως της 21ης Απριλίου 2005, C‑140/03, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2005, σ. I‑3177), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 43 ΕΚ και 48 ΕΚ·
– να διατάξει την Ελληνική Δημοκρατία να καταβάλει στην Επιτροπή την προτεινόμενη χρηματική ποινή ύψους 70 956 ευρώ ανά ημέρα καθυστερήσεως στην εκτέλεση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας, από την ημέρα που θα εκδοθεί η απόφαση στην υπό κρίση υπόθεση μέχρι την πλήρη εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας·
– να διατάξει την Ελληνική Δημοκρατία να καταβάλει στην Επιτροπή κατ’ αποκοπήν ποσό, το ύψος του οποίου προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό ενός ημερήσιου ποσού επί τον αριθμό των ημερών εξακολουθήσεως της παραβάσεως, από την ημέρα εκδόσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας έως την ημερομηνία που θα εκδοθεί η απόφαση στην υπό κρίση υπόθεση· και
– να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Το εθνικό νομικό πλαίσιο
2 Το εθνικό νομικό πλαίσιο στοιχειοθετείται από τους εξής νόμους: τον νόμο 971/79, περί ασκήσεως του επαγγέλματος του οπτικού και καταστημάτων οπτικών ειδών (ΦΕΚ A΄ 223, στο εξής: νόμος 971/79)· τον νόμο 2646/98, ανάπτυξη του Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής Φροντίδας και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ A΄ 236, στο εξής: νόμος 2646/98)· τον νόμο 3204/03, τροποποίηση και συμπλήρωση της νομοθεσίας για το Εθνικό Σύστημα Υγείας και ρυθμίσεις άλλων θεμάτων αρμοδιότητας του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ A΄ 296, στο εξής: νόμος 3204/03) και τον νόμο 3661/08, της 19ης Μαΐου 2008 (ΦΕΚ A΄ 89, στο εξής: νόμος 3661/08).
3 Κατά τον χρόνο των κρίσιμων για την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας πραγματικών περιστατικών, τα άρθρα 6, παράγραφος 6, 7, παράγραφος 1, και 8, παράγραφος 1, του νόμου 971/79 είχαν ως εξής:
«Άρθρο 6
[…]
6. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου (εγκατάσταση εντός φαρμακείων) και της παραγράφου 2 του άρθρου 8 (μεταβίβαση σε μέλη της οικογένειας), τα καταστήματα οπτικών ειδών διευθύνονται προσωπικώς υπό των κατόχων της σχετικής αδείας λειτουργίας των. Έκαστος οπτικός διευθύνει εν μόνον κατάστημα οπτικών ειδών […].
Άρθρο 7
1. Τα καταστήματα οπτικών ειδών ιδρύονται μόνον υπό κατόχων αδείας ασκήσεως επαγγέλματος οπτικού και λειτουργούν κατόπιν αδείας της αρμοδίας δημοσίας αρχής.
[…]
Άρθρο 8
1. Η άδεια λειτουργίας του καταστήματος οπτικών ειδών είναι προσωπική και αμεταβίβαστος.
[…]»
4 Το άρθρο 27, παράγραφος 4, του νόμου 2646/98 όριζε τα εξής:
«Για την εκμετάλλευση καταστήματος οπτικών επιτρέπεται η σύσταση ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας μόνο μεταξύ αδειούχων οπτικών, με την προϋπόθεση ότι ο έχων την άδεια λειτουργίας του καταστήματος θα συμμετέχει με ποσοστό τουλάχιστον 50 % στο εταιρικό κεφάλαιο. Η συμμετοχή οπτικού σε μία ακόμη το πολύ εταιρία και εφόσον η άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του καταστήματος οπτικών είναι στο όνομα άλλου αδειούχου οπτικού επιτρέπεται.»
5 Κατά τη διάρκεια της δίκης στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας, οι διατάξεις του άρθρου 6 του νόμου 971/79 τροποποιήθηκαν με τον νόμο 3204/03 κατά τρόπον ώστε να επιτρέπεται στο εξής στους οπτικούς/φυσικά πρόσωπα να εκμεταλλεύονται περισσότερα του ενός καταστήματα οπτικών ειδών, υπό την προϋπόθεση όμως ότι κάθε κατάστημα θα διευθύνεται από αδειούχο διπλωματούχο οπτικό.
6 Οι διατάξεις του άρθρου 7 του νόμου 971/79 επίσης τροποποιήθηκαν με τον νόμο 3204/03 ως εξής:
«1. Τα καταστήματα οπτικών ειδών ιδρύονται από:
(α) κατόχους άδειας ασκήσεως επαγγέλματος οπτικού και
(β) εταιρείες, με οποιαδήποτε νομική μορφή, με την προϋπόθεση ότι:
1) Επί προσωπικής εταιρείας, η πλειοψηφία των εταίρων και ο διαχειριστής ή η πλειοψηφία των διαχειριστών είναι οπτικοί, κάτοχοι άδειας ασκήσεως επαγγέλματος·
2) Επί ΕΠΕ, περισσότεροι από τους μισούς εταίρους που εκπροσωπούν περισσότερο από το μισό του εταιρικού κεφαλαίου είναι οπτικοί, κάτοχοι άδειας ασκήσεως επαγγέλματoς·
3) Επί ΑΕ, ποσοστό τουλάχιστον 51 % του μετοχικού κεφαλαίου ανήκει σε οπτικούς, πολίτες χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
[...]»
7 Μετά τη λήξη της προθεσμίας που είχε τάξει η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη της 4ης Ιουλίου 2006, την οποία εξέδωσε στην υπό κρίση υπόθεση, η Ελληνική Δημοκρατία θέσπισε τον νόμο 3661/08, της 19ης Μαΐου 2008, ο οποίος προβλέπει με το άρθρο του 14 τα εξής:
«Οι παράγραφοι 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 του άρθρου 7 του ν. 971/1979 [...], όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους από την παράγραφο 3 του άρθρου 21 του ν. 3204/2003 [...], αντικαθίστανται ως εξής:
Τα καταστήματα οπτικών ειδών ιδρύονται από: Α) Φυσικά πρόσωπα. Β) Εταιρείες με οποιαδήποτε νομική μορφή. Η κατοχή άδειας ασκήσεως επαγγέλματος οπτικού δεν είναι προϋπόθεση για την ίδρυση καταστήματος οπτικών.
Προϋπόθεση της λειτουργίας καταστήματος οπτικών ειδών είναι ο ορισμός υγειονομικά υπευθύνου αδειούχου οπτικού, εργαζόμενου αποκλειστικά στο κατάστημα. Υγειονομικά υπεύθυνος καταστήματος οπτικών ειδών δύναται να είναι και ο ιδιοκτήτης ή εταίρος της ιδρύτριας εταιρείας του καταστήματος, εφόσον είναι αδειούχος οπτικός και εργάζεται σε αυτό.
Τα φυσικά πρόσωπα και οι εταιρείες επιτρέπεται να ιδρύουν και να λειτουργούν περισσότερα του ενός καταστήματα οπτικών ειδών, λαμβάνοντας για κάθε κατάστημα ξεχωριστή άδεια, με διαφορετικό υγειονομικά υπεύθυνο οπτικό.
[…]»
Η απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας
8 Με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας, το Δικαστήριο δέχθηκε την πρώτη αιτίαση της Επιτροπής και αναγνώρισε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ τον νόμο 971/79, που δεν επιτρέπει σε διπλωματούχο οπτικό ως φυσικό πρόσωπο να εκμεταλλεύεται περισσότερα του ενός καταστήματα οπτικών ειδών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 43 ΕΚ (στο εξής: πρώτη αιτίαση που έγινε δεκτή).
9 Με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο δέχθηκε και τη δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής και αναγνώρισε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ τους νόμους 971/79 και 2646/98, σύμφωνα με τους οποίους η δυνατότητα ενός νομικού προσώπου να ιδρύσει κατάστημα οπτικών ειδών στην Ελλάδα υπόκειται στους εξής όρους:
– η άδεια ιδρύσεως και εκμεταλλεύσεως του καταστήματος οπτικών ειδών να έχει χορηγηθεί στο όνομα ενός αναγνωρισμένου οπτικού/φυσικού προσώπου, το άτομο που κατέχει την άδεια εκμεταλλεύσεως του καταστήματος να συμμετέχει με ποσοστό τουλάχιστον 50 % στο εταιρικό κεφάλαιο, καθώς και στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρίας, η εταιρία να έχει τη μορφή ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας και
– ο εν λόγω οπτικός να συμμετέχει το πολύ σε μία ακόμη εταιρία ιδιοκτήτρια καταστήματος οπτικών ειδών, με την προϋπόθεση ότι η άδεια ιδρύσεως και εκμεταλλεύσεως του καταστήματος οπτικών ειδών είναι στο όνομα άλλου αδειούχου οπτικού,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 43 ΕΚ και 48 ΕΚ (στο εξής: δεύτερη αιτίαση που έγινε δεκτή).
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
10 Με το από 13 Δεκεμβρίου 2005 έγγραφο οχλήσεως, η Επιτροπή θεώρησε ότι τα μέτρα που έλαβε η Ελληνική Δημοκρατία δεν συνιστούσαν πλήρη εκτέλεση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας.
11 Το κράτος μέλος αυτό ισχυρίστηκε, με την απάντησή του της 22ας Φεβρουαρίου 2006, ότι επεξεργαζόταν νομοσχέδιο που είχε ως στόχο να παράσχει σε όλα τα είδη εταιριών τη δυνατότητα ιδρύσεως καταστημάτων οπτικών ειδών, χωρίς να απαιτείται πλειοψηφική συμμετοχή των οπτικών.
12 Στις 4 Ιουλίου 2006, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κάλεσε την Ελληνική Δημοκρατία να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας.
13 Το κράτος μέλος αυτό απάντησε, με έγγραφο της 8ης Σεπτεμβρίου 2006, ότι προωθούσε τροπολογία στο εν λόγω νομοσχέδιο που θα εξασφάλιζε την πλήρη εκτέλεση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας.
14 Το εν λόγω κράτος ενημέρωσε την Επιτροπή, με έγγραφο της 22ας Δεκεμβρίου 2006, ότι η τροπολογία στο νομοσχέδιο είχε υποβληθεί στο Ελληνικό Κοινοβούλιο στις 15 Δεκεμβρίου 2006.
15 Η Επιτροπή, φρονώντας ότι δεν είχαν ληφθεί εμπροθέσμως τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Οι εξελίξεις κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης
16 Στις 19 Μαΐου 2008 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας ο νόμος 3661/08, ο οποίος εξασφαλίζει, κατά την καθής, την πλήρη εκτέλεση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας.
17 Η Επιτροπή, αφού εξέτασε το περιεχόμενο του εν λόγω νόμου, ενημέρωσε το Δικαστήριο, με έγγραφο της 28ης Νοεμβρίου 2008, ότι θεωρούσε ότι η Ελληνική Δημοκρατία είχε συμμορφώσει τη νομοθεσία της προς την εν λόγω απόφαση.
18 Συνεπώς, η Επιτροπή δεν ζητεί πλέον τον καθορισμό χρηματικής ποινής. Εντούτοις, εμμένει στο αίτημά της που αφορά την καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού και το ύψος αυτού.
Επί της παραβάσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
19 Η Επιτροπή θεωρεί ότι, κατά την καθορισθείσα με την αιτιολογημένη γνώμη ημερομηνία, η Ελληνική Δημοκρατία είχε εκτελέσει μόνον εν μέρει την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας.
20 Η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί την ύπαρξη παραβάσεως, υποστηρίζοντας ότι ο νόμος 3204/03 εξάλειψε όλους τους περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως των φυσικών προσώπων και μείωσε τους περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως των νομικών προσώπων. Αφενός, ο νόμος αυτός κατάργησε την απαγόρευση στα φυσικά πρόσωπα να εκμεταλλεύονται περισσότερα του ενός καταστήματα οπτικών ειδών και, αφετέρου, επέτρεψε στις εταιρίες, ανεξαρτήτως της μορφής τους, να διατηρούν και να εκμεταλλεύονται καταστήματα οπτικών ειδών.
21 Η Ελληνική Δημοκρατία δέχεται εντούτοις, με το υπόμνημα αντικρούσεως, ότι ο νόμος 3204/03 διατήρησε μία και μόνη προϋπόθεση η οποία δεν ανταποκρίνεται πλήρως στους όρους της δεύτερης αιτιάσεως που έγινε δεκτή με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας, ειδικότερα ότι η πλειοψηφία των εταίρων μιας εταιρίας που εκμεταλλεύεται κατάστημα οπτικών ειδών πρέπει να αποτελείται από οπτικούς και ότι, για τις ανώνυμες εταιρίες, το 51 % τουλάχιστον του εταιρικού κεφαλαίου πρέπει να ανήκει σε οπτικούς.
22 Με τη θέσπιση του νόμου 3661/08, η Ελληνική Δημοκρατία φρονεί ότι έχει λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας.
23 Με τα υπομνήματά της και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίστηκε ότι η καθυστέρηση στη θέσπιση των εν λόγω νομοθετικών τροποποιήσεων οφειλόταν, αφενός, στη διεξαγωγή εκλογών και, αφετέρου, στο γεγονός ότι το Κοινοβούλιο απέρριψε ένα πρώτο σχετικό νομοσχέδιο.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
24 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους, όπως αυτή εμφανιζόταν κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, και ότι οι επελθούσες εν συνεχεία μεταβολές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 9ης Δεκεμβρίου 2008, C‑121/07, Επιτροπή κατά Γαλλίας, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 22).
25 Όπως έχει δεχθεί η Ελληνική Δημοκρατία, τα νομοθετικά μέτρα που ελήφθησαν πριν από τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας δεν εξασφαλίζουν την εκτέλεση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση που έγινε δεκτή με την απόφαση αυτή.
26 Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι ο νόμος 3661/08 θεσπίστηκε μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας και, επομένως, οι διατάξεις του δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί η ύπαρξη της παραβάσεως.
27 Υπ’ αυτές τις συνθήκες, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη έχοντας λάβει, κατά την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας που ετάχθη με την αιτιολογημένη γνώμη την οποία εξέδωσε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 228 ΕΚ, όλα τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 228, παράγραφος 1, ΕΚ.
Επί της χρηματικής κυρώσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
28 Με την από 13 Δεκεμβρίου 2005 ανακοίνωσή της, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 228 ΕΚ [SEC(2005) 1658], η Επιτροπή εκθέτει τον τρόπο με τον οποίον προτίθεται εφεξής να εκτελεί το καθήκον που της αναθέτει το άρθρο αυτό.
29 Όπως εξαγγέλλεται στο σημείο 10 της ανακοινώσεως αυτής, η Επιτροπή θα προτείνει εφεξής συστηματικά να υποχρεώνεται το παραβαίνον κράτος μέλος σε καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού και θα εμμένει στο αίτημα αυτό, χωρίς να παραιτείται πλέον από την προσφυγή της, ακόμη και στην περίπτωση που το κράτος μέλος θέτει τέλος στην παράβαση μετά την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου και πριν από την έκδοση αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 228 ΕΚ.
30 Η Επιτροπή, στηριζόμενη στην απόφαση της 12ης Ιουλίου 2005, C‑304/02, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2005, σ. I‑6263), και στην από 13 Δεκεμβρίου 2005 ανακοίνωσή της, ζήτησε αρχικώς από το Δικαστήριο να επιβάλει στην Ελληνική Δημοκρατία ταυτοχρόνως χρηματική ποινή και κατ’ αποκοπήν ποσό.
31 Όπως υπενθυμίστηκε με τη σκέψη 17 της παρούσας αποφάσεως, η Επιτροπή θεώρησε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, θεσπίζοντας τον νόμο 3661/08, συμμόρφωσε τη νομοθεσία της προς την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας και ζήτησε από το Δικαστήριο να υποχρεώσει το κράτος μέλος αυτό μόνο σε καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού.
32 Κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι το ύψος του κατ’ αποκοπήν ποσού έπρεπε να υπολογισθεί πολλαπλασιάζοντας ένα βασικό κατ’ αποκοπήν ποσό, που ανέρχεται σε 200 ευρώ ημερησίως, επί συντελεστή σοβαρότητας και επί συντελεστή ο οποίος αντανακλά την ικανότητα πληρωμής, ο οποίος για την Ελληνική Δημοκρατία είναι 4,38.
33 Συναφώς, η Επιτροπή προτείνει τον συντελεστή σοβαρότητας 9 με ανώτατο το 20, λαμβανομένης υπόψη της σπουδαιότητας των διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας που παραβιάστηκαν και των συνεπειών της παραβάσεως αυτής για τα συμφέροντα γενικού και ατομικού χαρακτήρα.
34 Πρώτον, όσον αφορά τη σπουδαιότητα των κοινοτικών κανόνων που παραβιάστηκαν εν προκειμένω, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η μη εκτέλεση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας είχε ως συνέπεια να συνεχίζεται μια σοβαρή προσβολή θεμελιώδους ελευθερίας, δημιουργώντας διάκριση μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων η οποία δεν συνάδει προς τα άρθρα 43 ΕΚ και 48 ΕΚ.
35 Δεύτερον, η Επιτροπή φρονεί ότι οι συνέπειες της παραβάσεως για τα συμφέροντα γενικού και ατομικού χαρακτήρα είναι ιδιαιτέρως σοβαρές, διότι οι εν λόγω νομοθετικές διατάξεις είχαν ως κύριο στόχο να προστατεύσουν την ελληνική αγορά και να εμποδίσουν την πρόσβαση σε αυτήν των εταιριών οπτικών ειδών που εδρεύουν στα κράτη μέλη. Επομένως, η διατήρηση των εν λόγω διατάξεων αποτέλεσε εξαιρετικά σημαντικό εμπόδιο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, καθόσον συνέβαλε στον κατακερματισμό της.
36 Τρίτον, όσον αφορά τις επιβαρυντικές και τις ελαφρυντικές περιστάσεις, η Επιτροπή φρονεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία επί σειρά ετών και μολονότι γνώριζε σαφώς τόσο την κοινοτική νομοθεσία όσο και την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας επιδίωξε να διατηρήσει το προστατευτικό καθεστώς υπέρ μιας συγκεκριμένης κατηγορίας επαγγελματιών, απαγορεύοντας την πρόσβαση νομικών προσώπων άλλων κρατών μελών στην εν λόγω αγορά. Έπραξε τούτο παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και υπενθυμίσεις της Επιτροπής, τις οποίες αγνόησε επί της ουσίας.
37 Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, κυρίως, ότι η επιβολή καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού είναι αδικαιολόγητη, διότι έλαβε τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα και εκτέλεσε την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας αυτοβούλως, εντός συντόμου και ευλόγου χρονικού διαστήματος.
38 Επικουρικώς, το κράτος μέλος αυτό αμφισβητεί τον προτεινόμενο από την Επιτροπή συντελεστή σοβαρότητας και, εν ολίγοις, τονίζει ότι η επίμαχη ελληνική νομοθεσία δεν είχε προστατευτική σκοπιμότητα, αλλά ανταποκρινόταν σε επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος που αφορούσαν τη δημόσια υγεία.
39 Η καθυστέρηση εκτελέσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας δεν οφείλεται σε παρελκυστική πρόθεση, αλλά σε εσωτερικές δυσχέρειες συνδεόμενες με τη νομοθετική διαδικασία και τη διεξαγωγή εκλογών.
40 Δεδομένου του αντικειμένου της υποθέσεως και του περιεχομένου του άρθρου 14 του νόμου 3661/08, δεν υφίσταται συγκεκριμένος κίνδυνος υποτροπής.
41 Επιπλέον, σύμφωνα με την Ελληνική Δημοκρατία, η παράβαση δεν έχει αυξημένη σοβαρότητα, διότι αφορούσε, ακόμη και πριν από τη θέσπιση του νόμου 3661/08, μόνον ένα μέρος της δεύτερης αιτιάσεως που έγινε δεκτή με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Επί της χρηματικής ποινής
42 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η επιβολή χρηματικής ποινής δυνάμει του άρθρου 228 ΕΚ δεν δικαιολογείται καταρχήν παρά μόνον εφόσον συνεχίζεται η παράβαση που συνίσταται στη μη εκτέλεση προηγούμενης αποφάσεως του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, συναφώς, αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2006, C‑119/04, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2006, σ. I‑6885, σκέψεις 45 και 46, και της 18ης Ιουλίου 2007, C‑503/04, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2007, σ. I‑6153, σκέψη 40).
43 Λαμβανομένου υπόψη ότι η Επιτροπή δέχεται ότι ο νόμος 3661/08 εξασφαλίζει την πλήρη εκτέλεση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας, δεν συντρέχει λόγος να υποχρεωθεί η Ελληνική Δημοκρατία σε καταβολή χρηματικής ποινής.
Επί του κατ’ αποκοπήν ποσού
44 Πρέπει να υπομνησθεί ότι η επιβολή καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού πρέπει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να εξαρτάται από το σύνολο των συναφών στοιχείων που συνδέονται τόσο με τα χαρακτηριστικά της διαπιστωθείσας παραβάσεως όσο και με τη συμπεριφορά του κράτους μέλους το οποίο αφορά η δυνάμει του άρθρου 228 ΕΚ κινηθείσα διαδικασία (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 62).
45 Ενώ η επιβολή χρηματικής ποινής φαίνεται ιδιαιτέρως κατάλληλη για να παρακινήσει ένα κράτος μέλος να παύσει, το ταχύτερο δυνατόν, μια παράβαση που, χωρίς το μέτρο αυτό, θα υπήρχε κίνδυνος να συνεχιστεί, η επιβολή καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού στηρίζεται περισσότερο στην αποτίμηση των συνεπειών της μη εκτελέσεως των υποχρεώσεων του οικείου κράτους μέλους επί των ιδιωτικών και δημοσίων συμφερόντων, ιδίως όταν η παράβαση έχει συνεχιστεί επί μακρό χρονικό διάστημα αφότου εκδόθηκε η απόφαση που τη διαπίστωσε αρχικώς (προπαρατεθείσα απόφαση της 12ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 81).
46 Εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίζει, σε κάθε υπόθεση και υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις που έχουν υποβληθεί στην κρίση του καθώς και ανάλογα με τον βαθμό πειθούς και αποτροπής που κρίνει απαραίτητο, τις κατάλληλες χρηματικές κυρώσεις για να εξασφαλίσει την ταχύτερη δυνατή εκτέλεση της αποφάσεως με την οποία είχε προηγουμένως διαπιστωθεί παράβαση και να προλάβει την επανάληψη αναλόγων παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 59).
47 Εν πάση περιπτώσει, αν το Δικαστήριο αποφασίζει για την επιβολή καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού, εναπόκειται σε αυτό, κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει, να καθορίσει το ποσό αυτό κατά τρόπον ώστε να είναι, αφενός, κατάλληλο για τις περιστάσεις και, αφετέρου, ανάλογο προς τη διαπιστωθείσα παράβαση καθώς και προς την ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους (βλ. απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2003, C‑278/01, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2003, σ. I‑14141, σκέψη 41).
48 Συνεπώς, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί του αιτήματος επιβολής της καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού, πρέπει να ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις της υποθέσεως αυτής, ιδίως δε η στάση της Ελληνικής Δημοκρατίας, η διάρκεια και η σοβαρότητα της παραβάσεως.
49 Έτσι, όσον αφορά, πρώτον, τη στάση του κράτους μέλους αυτού, δεν αμφισβητείται ότι προέβη σε πλήρη εκτέλεση ως προς τη δεύτερη αιτίαση που έγινε δεκτή με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας μόλις με τη θέσπιση του νόμου 3661/08, αν και οι απαιτούμενες ενέργειες για την πλήρη εξάλειψη των εμποδίων που διαπιστώθηκαν με την απόφαση αυτή δεν παρουσίαζαν ιδιαίτερη δυσκολία.
50 Συναφώς, οι δικαιολογίες που προβλήθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία ότι η καθυστέρηση εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως οφειλόταν σε εσωτερικές δυσχέρειες συνδεόμενες με τη νομοθετική διαδικασία ή τη διεξαγωγή εκλογών δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Όπως έχει επανειλημμένως τονίσει το Δικαστήριο, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 38).
51 Όσον αφορά, δεύτερον, τη διάρκεια της παραβάσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, αν και το άρθρο 228 ΕΚ δεν τάσσει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να πραγματοποιηθεί η εκτέλεση αποφάσεως, εντούτοις δεν αμφισβητείται ότι η εκτέλεση πρέπει να αρχίσει αμέσως και να περατωθεί το συντομότερο δυνατό (βλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1985, C‑131/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1985, σ. 3531, σκέψη 7).
52 Στην υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να τονισθεί ότι 37 μήνες περίπου μεσολάβησαν από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας έως την ημερομηνία κατά την οποία η Ελληνική Δημοκρατία συμμόρφωσε πλήρως τη νομοθεσία της προς την εν λόγω απόφαση.
53 Διαπιστώνεται επομένως ότι η παράβαση που προσάπτεται στην Ελληνική Δημοκρατία εξακολούθησε επί μεγάλο χρονικό διάστημα, λαμβανομένου υπόψη προπαντός του μικρού βαθμού δυσκολίας που θα παρουσίαζε η πλήρης εκτέλεση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας.
54 Όσον αφορά, τρίτον, τη σοβαρότητα της παραβάσεως, πρέπει να σημειωθεί ότι η υπό κρίση παράβαση είχε ως συνέπεια να συνεχιστεί ένας σοβαρός περιορισμός στην ελευθερία εγκαταστάσεως.
55 Ειδικότερα, με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι η επίμαχη νομοθεσία παραβίαζε τη θεμελιώδη αρχή την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 43 ΕΚ, μη επιτρέποντας στις εταιρίες που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη να ιδρύσουν και να εκμεταλλευθούν καταστήματα οπτικών ειδών παρά μόνο στην περίπτωση που, αφενός, η πλειοψηφία των εταίρων αποτελούνταν από οπτικούς ή, αφετέρου, οι κάτοχοι της πλειοψηφίας του κεφαλαίου ήταν οπτικοί.
56 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι μια παράβαση όπως η υπό κρίση μπορεί να θίξει ουσιωδώς τα συμφέροντα των εταιριών και των οπτικών που εδρεύουν σε άλλο κράτος μέλος και επιχειρούν να ιδρύσουν κατάστημα οπτικών ειδών στην Ελλάδα.
57 Κατόπιν των προεκτεθέντων, το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο να επιβληθεί στην Ελληνική Δημοκρατία η καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού.
58 Όσον αφορά το ύψος του εν λόγω κατ’ αποκοπήν ποσού, πρέπει να ληφθούν υπόψη, εκτός από τις εκτιμήσεις των σκέψεων 49 έως 56 της παρούσας αποφάσεως, τα ακόλουθα πρόσθετα στοιχεία.
59 Έτσι, πρέπει να υπομνησθεί ότι, πριν ακόμη δημοσιευθεί η προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας, η Ελληνική Δημοκρατία είχε παύσει μερικώς την παράβαση που διαπιστώθηκε με την εν λόγω απόφαση. Ειδικότερα, η καθής είχε τροποποιήσει τις επίμαχες διατάξεις περί αδυναμίας των οπτικών/φυσικών προσώπων να εκμεταλλεύονται περισσότερα του ενός καταστήματα οπτικών ειδών και είχε καταργήσει τις περισσότερες προϋποθέσεις που συνδέονταν με την ίδρυση και την εκμετάλλευση των καταστημάτων οπτικών ειδών από τα νομικά πρόσωπα.
60 Διαπιστώνεται επίσης ότι η Ελληνική Δημοκρατία, θεσπίζοντας τον νόμο 3661/08, συμμορφώθηκε πλήρως προς τις απαιτήσεις της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας κατά τη διάρκεια της δίκης στην υπό κρίση υπόθεση.
61 Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, το κατ’ αποκοπήν ποσό που οφείλει να καταβάλει η Ελληνική Δημοκρατία καθορίζεται, κατά δίκαιη εκτίμηση των περιστάσεων της υπό κρίση περιπτώσεως, σε ένα εκατομμύριο ευρώ.
62 Επομένως, η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην Επιτροπή, στον λογαριασμό «Ίδιοι πόροι της Ευρωπαϊκής Κοινότητας», το κατ’ αποκοπήν ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ.
Επί των δικαστικών εξόδων
63 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, μη έχοντας λάβει, κατά την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας που ετάχθη με την αιτιολογημένη γνώμη την οποία εξέδωσε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δυνάμει του άρθρου 228 ΕΚ, όλα τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως της 21ης Απριλίου 2005, C‑140/03, Επιτροπή κατά Ελλάδας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 228, παράγραφος 1, ΕΚ.
2) Υποχρεώνει την Ελληνική Δημοκρατία να καταβάλει στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στον λογαριασμό «Ίδιοι πόροι της Ευρωπαϊκής Κοινότητας», το κατ’ αποκοπήν ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ.
3) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy