26.1.2008
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 22/27
Αναίρεση που άσκησε στις 16 Νοεμβρίου 2007 η Aceites del Sur Coosur, S.A., πρώην Aceites del Sur, S.A. κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (πρώτο τμήμα) στις 12 Σεπτεμβρίου 2007 στην υπόθεση T-363/04, Koipe Corporación, S.L. κατά Γραφείου Εναρμόνισης στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (σήματα, σχέδια και υποδείγματα)
(Υπόθεση C-498/07 P)
(2008/C 22/53)
Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Aceites del Sur Coosur, S.A. (εκπρόσωπος: J.-M. Otero Lastres, abogado)
Αντίδικοι κατ' αναίρεση: Koipe Corporación, S.L. και Γραφείο Εναρμόνισης στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (σήματα, σχέδια και υποδείγματα)
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει παραδεκτή και εμπρόθεσμη η αίτηση αναιρέσεως, λόγω παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου, που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου (πρώτο τμήμα), της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, στην υπόθεση T-363/04·
—
να δεχθεί την αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 113 του Κανονισμού Διαδικασίας, και, συνακολούθως, να εξαφανίσει εν όλω την ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου·
—
να επιλύσει οριστικώς τη διαφορά, αν το επιτρέπει το στάδιο στο οποίο αυτή βρίσκεται·
—
άλλως και επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο, προκειμένου αυτό να αποφανθεί, σύμφωνα με τα δεσμευτικά κριτήρια του Δικαστηρίου, και, αν το κρίνει αναγκαίο, να προσδιορίσει τα αποτελέσματα της ακυρωθείσας αποφάσεως που πρέπει να θεωρηθούν ως οριστικά για τους διαδίκους, καταδικάζοντας, πάντως, σύμφωνα με το άρθρο 112 του Κανονισμού Διαδικασίας, την προσφεύγουσα και νυν αντίδικο κατ' αναίρεση στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η παρούσα αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του πρώτου τμήματος του Πρωτοδικείου, της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, στηρίζεται στους δύο λόγους που εκτίθενται κατωτέρω:
1. Παράβαση του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο α', περιπτώσεις i και ii, του κανονισμού 40/94 (1)
Η πρώτη παράβαση του κοινοτικού δικαίου στην οποία υπέπεσε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έγκειται στο ότι θεώρησε «άσχετο» το ζήτημα ποια από τα σήματα που αντέταξε η CARBONELL στην αίτηση καταχωρίσεως του κοινοτικού σήματος LA ESPAÑOLA αρ. 236588 πληρούσαν την προϋπόθεση του «προγενέστερου» σήματος.
Αν είχε εφαρμόσει το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο α', i και ii, του κανονισμού 40/94, η απόφαση δεν θα έπρεπε να έχει περιλάβει στα αντιταχθέντα σήματα το κοινοτικό σήμα CARBONELL αρ. 338681 της KOIPE, διότι η εν λόγω καταχώριση δεν αφορά προγενέστερο σήμα υπό την έννοια της παραγράφου 2, στοιχείο α', περίπτωση i, του άρθρου 8 του κανονισμού 40/94. Αν είχε ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο, τα μόνα προγενέστερα σήματα της KOIPE που θα μπορούσαν να αντιταχθούν στην αίτηση καταχωρίσεως του κοινοτικού σήματος LA ESPAÑOLA αρ. 236588 της αναιρεσείουσας θα ήταν τα καταχωρισμένα ισπανικά σήματα CARBONELL αρ. 994364, 1238745 και 1698613.
Αν είχαν προσδιοριστεί έτσι τα προγενέστερα σήματα που θα μπορούσαν να αντιταχθούν στην αίτηση καταχωρίσεως του κοινοτικού σήματος LA ESPAÑOLA αρ. 236588, θα επρόκειτο, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', για σήματα προστατευόμενα εντός της Ισπανίας. Αυτό σημαίνει ότι ενδεχόμενη ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως μεταξύ του κοινοτικού σήματος LA ESPAÑOLA αρ. 236588 και των προγενέστερων αντιταχθέντων σημάτων της KOIPE θα έπρεπε να εξεταστεί μόνο σε σχέση με το κοινό της Ισπανίας, εντός της οποίας προστατεύονται τα προγενέστερα σήματα της KOIPE, και όχι με το κοινό επί του συνόλου του κοινοτικού εδάφους, αφού μεταξύ των προγενέστερων σημάτων δεν υπάρχει κανένα κοινοτικό σήμα.
2. Παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 40/94
Όπως είναι γνωστό, το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 40/94 ρυθμίζει τον σχετικό λόγο απαραδέκτου της αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος που συνίσταται στον κίνδυνο συγχύσεως μεταξύ του κοινοτικού σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση και ενός ή περισσότερων προγενέστερων αντιτασσόμενων σημάτων. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρέβη τη διάταξη αυτή με τους εξής δύο τρόπους:
Πρώτο Μέρος
Επιπτώσεις από τον εσφαλμένο προσδιορισμό των προγενέστερων σημάτων που μπορούν να αντιταχθούν στην αίτηση καταχωρίσεως του κοινοτικού σήματος «LA ESPAÑOLA» αρ. 236588
Η πρώτη από τις καταγγελλόμενες παραβάσεις του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', στηρίζεται στον εσφαλμένο προσδιορισμό των «προγενέστερων» σημάτων που μπορούν να αντιταχθούν στην αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος και αναφέρεται στις επιπτώσεις που είχε ο εσφαλμένος αυτός προσδιορισμός των προγενέστερων αντιταχθέντων σημάτων στον τρόπο με τον οποίον η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εφάρμοσε το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', στην επίδικη διαφορά.
Από όλα όσα αναφέρθηκαν στο πρώτο αυτό μέρος, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρέβη το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 40/94, διότι:
—
Δεν θεώρησε ως προγενέστερα αντιτασσόμενα σήματα αποκλειστικά τα ισπανικά σήματα CARBONELL 994364, 1238745 και 1698613.
—
Δεν απέκλεισε ρητώς από τα αντιτασσόμενα σήματα το μεταγενέστερο κοινοτικό σήμα CARBONELL αρ. 338681.
—
Συνακόλουθα προς τους δύο ανωτέρω λόγους, δεν προσδιόρισε σωστά το «κοινό της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύουν προστασίας τα προγενέστερα σήματα», καθόσον, δεδομένου ότι τα προγενέστερα σήματα ήταν αποκλειστικά ισπανικά, το κοινό της οικείας εδαφικής περιοχής ήταν ο Ισπανός καταναλωτής ελαιολάδου.
—
Μολονότι αναφέρθηκε σε κάποια από τις σκέψεις της στην «ισπανική αγορά ελαιολάδου», έλαβε υπόψη το στοιχείο αυτό κατά τρόπο μεροληπτικό και περιορισμένο και μόνο κατά την εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα των εικονιστικών στοιχείων των αντιτασσομένων σημείων.
—
Κατά συνέπεια, δεν έλαβε υπόψη το στοιχείο αυτό ούτε κατά την εκτίμηση του παράγοντα της ομοιότητας των σημείων στο σύνολό του (δεδομένου ότι καμιά αναφορά δε γίνεται στην «ισπανική αγορά ελαιολάδου» κατά την εκτίμηση, για παράδειγμα, του διακριτικού χαρακτήρα των λεκτικών στοιχείων των αντιτασσόμενων σημείων), ούτε κατά τη στάθμιση άλλων παραγόντων που ασκούν επίσης επιρροή στην υπόθεση, προκειμένου να κριθεί αν υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των αντιτασσόμενων σημείων.
Δεύτερο μέρος
Επιρροή του εσφαλμένου προσδιορισμού των αντιτασσόμενων σημάτων στον παράγοντα «κοινό της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα». Εσφαλμένος καθορισμός και συνακόλουθα εσφαλμένη εκτίμηση των παραγόντων που ασκούν επιρροή κατά την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως
Η επιχειρηματολογία που προβάλλουμε στο δεύτερο αυτό μέρος προς δικαιολόγηση του ισχυρισμού περί παραβάσεως του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', στηρίζεται σε δύο πυλώνες ή βάσεις. Αφενός, σε όλη την προεκτεθείσα συλλογιστική σχετικά με τον εσφαλμένο προσδιορισμό των «προγενέστερων αντιτασσόμενων σημάτων» και την επιρροή τους στον παράγοντα του «κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα». Και, αφετέρου, σε έναν εσφαλμένο προσδιορισμό και συνακόλουθα εσφαλμένη εκτίμηση όλων των παραγόντων που έπρεπε να ληφθούν υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί αν συνέτρεχε κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ του κοινοτικού σήματος LA ESPAÑOLA αρ. 236588, του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, και των προγενέστερων αντιτασσόμενων ισπανικών σημάτων CARBONELL αρ. 994364, 1238745 και 1698613.
Τα επιχειρήματα του μέρους αυτού στα οποία στηρίζεται ο ισχυρισμός ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρέβη, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής, το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', είναι τα εξής:
—
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εξέτασε τα επίμαχα σημεία όχι χρησιμοποιώντας τα κριτήρια της «σφαιρικής εκτιμήσεως» και της «συνολικής εντυπώσεως», αλλά κατά τρόπο αποσπασματικό και διαδοχικό, και ως εκ τούτου «αναλυτικό» των συστατικών στοιχείων των επίμαχων σύνθετων σημάτων, παραβαίνοντας έτσι το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', και την κοινοτική νομολογία που το ερμηνεύει.
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν εξέτασε, ως όφειλε εξ αρχής, τα σήματα χρησιμοποιώντας τα κριτήρια της «σφαιρικής εκτιμήσεως» και της «συνολικής εντυπώσεως» που προκαλούν τα επίμαχα σήματα. Αντ' αυτού, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ακολούθησε εξ αρχής την αναλυτική μέθοδο και προέβη σε αποσπασματική και διαδοχική εξέταση των εικονιστικών στοιχείων αφενός (σκέψεις 75 έως και 87), και των λεκτικών στοιχείων αφετέρου (σκέψεις 88 έως 93), προσδίδοντας αποφασιστική σημασία στα εικονιστικά στοιχεία και αρνούμενη κάθε σπουδαιότητα στα λεκτικά στοιχεία. Είναι αληθές ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κάνει αναφορά στα κριτήρια της σφαιρικής εκτιμήσεως και της συνολικής εντυπώσεως (σκέψη 99), αλλά είναι επίσης αληθές ότι για μια σωστή κρίση δεν αρκεί η αναφορά και η αναπαραγωγή ενός νομολογιακού κριτηρίου, αλλά πρέπει το κριτήριο αυτό να χρησιμοποιηθεί και να εφαρμοστεί σωστά στην συγκεκριμένη υπόθεση. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έπραξε κάτι τέτοιο. Στην πραγματικότητα, κατά την εκτίμηση του παράγοντα της ομοιότητας των αντιτασσόμενων σημείων, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν εφάρμοσε ως πρώτο και κύριο κριτήριο αυτό της σφαιρικής εκτιμήσεως και της συνολικής εντυπώσεως, αλλά ακολούθησε αναλυτική μέθοδο, προβαίνοντας αρχικώς σε αποσύνθεση των σημάτων στα εικονιστικά και λεκτικά τους στοιχεία και, στη συνέχεια, σε χωριστή εκτίμηση, πρώτα, των δύο εικονιστικών στοιχείων των αντιτασσόμενων σημάτων και, έπειτα, του λεκτικού σήματος LA ESPAÑOLA, παραλείποντας κάθε αναφορά στο άλλο λεκτικό στοιχείο των αντιτασσόμενων σημάτων, το επώνυμο CARBONELL.
Εξάλλου, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρέβη και το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', καθόσον παρέλειψε να εκτιμήσει δύο σημαντικούς για την υπόθεση παράγοντες, όπως αυτόν της προηγούμενης συνυπάρξεως για μακρό χρονικό διάστημα και της φήμης, οι οποίοι ασκούσαν μεγάλη επιρροή για την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως μεταξύ του κοινοτικού σήματος LA ESPAÑOLA αρ. 236588, του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, και των προγενέστερων αντιτασσόμενων ισπανικών σημάτων CARBONELL.
—
Η έννοια του μέσου Ισπανού καταναλωτή ελαιολάδου και ο υποτιθέμενος κίνδυνος συγχύσεως των αντιτασσόμενων σημάτων.
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, μολονότι αναφέρεται στο προφίλ του μέσου καταναλωτή όπως προκύπτει από την κοινοτική νομολογία, δεν χρησιμοποιεί αυτό το πρότυπο καταναλωτή, αλλά διαμορφώνει ένα προφίλ του μέσου Ισπανού καταναλωτή ελαιολάδου που πλησιάζει περισσότερο το πρότυπο του μέσου καταναλωτή που χρησιμοποιεί η γερμανική νομολογία, δηλαδή αυτό του «απρόσεκτου και μη σκεπτόμενου» καταναλωτή, αγνοώντας το πρότυπο του Ευρωπαίου καταναλωτή που έχει επιλέξει η κοινοτική νομολογία και που «έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος» (αποφάσεις LLOYD, σκέψη 26, και PICASSO, σκέψη 38). Πέραν του σημαντικού αυτού σφάλματος, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υποπίπτει σε άλλο ένα εξίσου σοβαρό σφάλμα, «λαμβάνοντας υπόψη το ελάχιστο επίπεδο προσοχής» που μπορεί να επιδεικνύει το κοινό στα σήματα ελαιολάδου, αντί να λάβει υπόψη το σύνηθες επίπεδο προσοχής που επιδεικνύει ο μέσος Ισπανός καταναλωτής, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος σχετικά με το ελαιόλαδο.
(1) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα.
Full & Egal Universal Law Academy