29.3.2008
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 79/12
Προσφυγή της 21ης Δεκεμβρίου 2007 — Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Δημοκρατίας της Αυστρίας
(Υπόθεση C-564/07)
(2008/C 79/22)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εκπρόσωποι: E. Traversa και H. Krämer)
Καθής: Δημοκρατία της Αυστρίας
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αποφασίσει ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 της Συνθήκης ΕΚ,
—
απαιτώντας από τους νομίμως εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη πράκτορες διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, οι οποίοι επιθυμούν να παρέχουν προσωρινώς υπηρεσίες στην Αυστρία, να εγγράφονται προηγουμένως στα ειδικά αυστριακά μητρώα, καθόσον η εγγραφή εξαρτάται από την προηγουμένη σύσταση ασφάλειας επαγγελματικής ευθύνης,
—
υποβάλλοντας τους νομίμως εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος πράκτορες διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, οι οποίοι επιθυμούν να παρέχουν προσωρινώς υπηρεσίες στην Αυστρία, στον πειθαρχικό έλεγχο των αυστριακών αρχών επίσης καθόσον πρόκειται για τον κολασμό άλλων τρόπων συμπεριφοράς εκτός της σοβαρής παράβασης επαγγελματικών καθηκόντων·
—
εξαρτώντας οιαδήποτε παροχή υπηρεσίας εκ μέρους πρακτόρων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που είναι νομίμως εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και επιθυμούν να παρέχουν προσωρινώς υπηρεσίες στην Αυστρία από την προηγούμενη σύσταση ασφάλειας επαγγελματικής ευθύνης,
—
υποχρεώνοντας τους νομίμως εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος πράκτορες διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, οι οποίοι επιθυμούν να παρέχουν προσωρινώς υπηρεσίες στην Αυστρία, να δίνουν εντολή σε ντόπιο δικηγόρο ή να διορίζουν αντίκλητο έχοντα κατοικία στην Αυστρία.
—
να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Αυστρίας στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι της προσφυγής και κύρια επιχειρήματα
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 49 ΕΚ δεν απαιτεί μόνο την εξάλειψη κάθε δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγενείας σε βάρος του εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος παρέχοντος υπηρεσίες αλλά και την κατάργηση όλων των περιορισμών — ακόμα και αν αυτοί εφαρμόζονται αδιακρίτως στους ημεδαπούς παρέχοντες υπηρεσίες όπως και σ' αυτούς άλλων κρατών μελών — που μπορούν να απαγορεύουν, να εμποδίζουν ή να καθιστούν ολιγότερο ελκυστικές τις δραστηριότητες παρεχόντων υπηρεσίες οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και εκτελούν εκεί νομίμως ανάλογες υπηρεσίες.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι αυστριακές νομοθετικές διατάξεις περί πρακτόρων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας εμποδίζουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών υπό την έννοια του άρθρου 49 ΕΚ, καθόσον αυτές προβλέπουν ότι οι εγκατεστημένοι νομίμως σε άλλο κράτος μέλος πράκτορες διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, οι οποίοι επιθυμούν να παρέχουν προσωρινώς υπηρεσίες στην Αυστρία, πρέπει να συστήσουν ασφάλεια επαγγελματικής ευθύνης, να εγγραφούν στο αυστριακό μητρώο, να υπαχθούν στον πειθαρχικό έλεγχο του αυστριακού επιμελητηρίου πρακτόρων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και, στην περίπτωση εκπροσωπήσεως πελατών, πρέπει να αναθέτουν τη σχετική εντολή σε ντόπιο δικηγόρο.
Οι προϋποθέσεις αυτές μπορούν να εμποδίσουν ή να καταστήσουν τουλάχιστον ολιγότερον ελκυστική την προσωρινή παροχή των σχετικών υπηρεσιών στην Αυστρία εκ μέρους πράκτορα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, εγκατεστημένου νομίμως σε άλλο κράτος μέλος. Πράγματι, η τήρηση των νομοθετικών διατάξεων τόσον του κράτους εγκαταστάσεως όσο και του κράτους παροχής της υπηρεσίας αποτελεί για τον παρέχοντα την υπηρεσία πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση, διότι αυτός πρέπει να ενημερωθεί για τις διατάξεις που ισχύουν στο κράτος μέλος της παροχής των υπηρεσιών και, επιπλέον, αυτός υπόκειται σε διπλή ρύθμιση χωρίς να λαμβάνονται υπόψη στο κράτος μέλος της παροχής των υπηρεσιών οι ρυθμίσεις στις οποίες αυτός ήδη υπόκειται στο κράτος μέλος προελεύσεως. Η προκειμένη ρύθμιση μπορεί επίσης να αποτρέψει τους καταναλωτές από το να αναθέσουν εντολή σε παρέχοντα υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, διότι αυτή η ανάθεση εντολής δημιουργεί πρόσθετα έξοδα έναντι της απασχολήσεως Αυστριακού παρέχοντος υπηρεσίες.
Εθνικά μέτρα τα οποία απαγορεύουν, εμποδίζουν ή καθιστούν ολιγότερο ελκυστική την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη μπορούν να συμβιβάζονται με τη Συνθήκη μόνον αν αυτά, πρώτον, βασίζονται σε επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, δεύτερον, εφαρμόζονται κατά τρόπο μη εισάγοντα διακρίσεις, τρίτον, μπορούν να εξασφαλίσουν την υλοποίηση του επιδιωκομένου με αυτά σκοπού και, τέταρτον, δεν βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού. Επιπλέον, ως επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος αναγνωρίζονται μόνον αυτά τα συμφέροντα που δεν προστατεύονται ήδη από τις διατάξεις στις οποίες υπόκειται ο παρέχων τις υπηρεσίες στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι επίδικοι περιορισμοί ούτε επιτρέπονται λόγω ρητώς προβλεπομένων στη Συνθήκη εξαιρετικών διατάξεων ούτε δικαιολογούνται από τη νομολογία του Δικαστηρίου για επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος. Πράγματι, οι αμφισβητούμενες υποχρεώσεις, που επιβάλλονται σε εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη πράκτορες διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την υλοποίηση των σκοπών της προστασίας του καταναλωτή και της ομαλής διεξαγωγής της δίκης.
Full & Egal Universal Law Academy