Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-23/07 και C-24/07
Confcooperative Friuli Venezia Giulia κ.λπ.
κατά
Ministero delle Politiche agricole, alimentari e forestali
και
Regione Friuli-Venezia Giulia
(αιτήσεις του Tribunale amministrativo regionale del Lazio
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Γεωργία – Κανονισμοί (ΕΚ) 1493/1999, 753/2002 και 1429/2004 – Κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς – Επισήμανση των κρασιών – Χρήση των ονομασιών των ποικιλιών αμπέλου ή των συνωνύμων τους – Γεωγραφική ένδειξη “Tokaj” για τους οίνους καταγωγής Ουγγαρίας – Δυνατότητα χρήσης της ονομασίας της ποικιλίας αμπέλου “Tocai friulano” ή “Tocai italico” ως προσθήκης στη μνεία της γεωγραφικής ένδειξης ορισμένων οίνων καταγωγής Ιταλίας – Δεν παρέχεται μετά τη λήξη μιας δεκατριετούς μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007 – Κύρος – Νομική βάση – Άρθρο 34 ΕΚ – Αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων – Αρχές του διεθνούς δικαίου που διέπουν τις διεθνείς συνθήκες – Προσχώρηση της Ουγγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση – Άρθρα 22 έως 24 της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ»
Περίληψη της διατάξεως
1. Προσχώρηση νέων κρατών στις Κοινότητες – Ουγγαρία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Οίνος – Περιγραφή και παρουσίαση των οίνων
(Πράξη Προσχωρήσεως του 2003, άρθρο 2· κανονισμοί της Επιτροπής 753/2002 και 1429/2004)
2. Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Οίνος – Περιγραφή και παρουσίαση των οίνων
(Κανονισμός 1493/1999 του Συμβουλίου, άρθρο 53· κανονισμός 753/2002 της Επιτροπής)
3. Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Οίνος – Περιγραφή και παρουσίαση των οίνων
(Άρθρο 34 § 2, εδ. 2, ΕΚ· κανονισμός 753/2002 της Επιτροπής, άρθρο 19)
4. Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Οίνος – Περιγραφή και παρουσίαση των οίνων
(Κανονισμός 753/2002 της Επιτροπής, άρθρο 19 § 2)
5. Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Οίνος – Περιγραφή και παρουσίαση των οίνων
(Συμφωνία ΔΠΙΤΕ, άρθρα 23 και 24· κανονισμός 1493/1999 του Συμβουλίου, άρθρο 50· κανονισμός 753/2002 της Επιτροπής)
1. Η Πράξη περί των όρων προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει την έννοια ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 της εν λόγω πράξης, οι διατάξεις του κανονισμού 753/2002, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1493/1999 όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων, καθόσον επιβάλλουν, για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων ποιότητας παραγόμενων σε καθορισμένη περιοχή, την απαγόρευση χρήσης του όρου «Tocai» μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007, απαγόρευση που περιλαμβανόταν αρχικά στη Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του κοινοτικού κεκτημένου που υφίστατο την 1η Μαΐου 2004 και, αφού ενσωματώθηκαν στον κανονισμό 1429/2004, για τροποποίηση του κανονισμού 753/2002, εξακολούθησαν να εφαρμόζονται και μετά την ημερομηνία αυτή
(βλ. σκέψεις 60, 68, 71, διατακτ. 1)
2. Το άρθρο 53 του κανονισμού 1493/1999, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς, αποτελεί επαρκή νομική βάση για την εκ μέρους της Επιτροπής θέσπιση των διατάξεων του κανονισμού 753/2002, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1493/1999, όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων, διατάξεων οι οποίες περιελήφθησαν επίσης στον κανονισμό 1429/2004 και επιβάλλουν την απαγόρευση χρήσης, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007, του όρου «Tocai» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων ποιότητας παραγόμενων σε καθορισμένη περιοχή.
Η Επιτροπή δηλαδή, θεσπίζοντας τις διατάξεις των κανονισμών 753/2002 και 1429/2004 σχετικά με την εν λόγω απαγόρευση, κατέγραψε απλώς μια ρύθμιση η οποία προβλεπόταν ήδη σε διμερή συμφωνία, και συγκεκριμένα στη Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, και ενσωματώθηκε στη συνέχεια, ως μέρος του κοινοτικού κεκτημένου, στην Πράξη Προσχώρησης.
(βλ. σκέψεις 73, 79, διατακτ. 2)
3. Δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ οι διατάξεις του κανονισμού 753/2002, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1493/1999, όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων, οι οποίες περιελήφθησαν επίσης στον κανονισμό 1429/2004 και επιβάλλουν την απαγόρευση χρήσης, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007, του όρου «Tocai» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων ποιότητας παραγόμενων σε καθορισμένη περιοχή (v.q.p.r.d.).
Πράγματι, οι διατάξεις αυτές πηγάζουν από μια διμερή συμφωνία. Οι διάφορες διμερείς συμφωνίες που συνάπτει η Κοινότητα με τα τρίτα κράτη σχετικά με το εμπόριο οίνων περιλαμβάνουν κατά σύστημα παρόμοια μέτρα. Πρόκειται για μέτρα που εφαρμόζονται σταδιακά για την επίλυση των προβλημάτων που ανακύπτουν σε σχέση με τις ονομασίες οίνων στο πλαίσιο του εμπορίου των προϊόντων αυτών.
Εξάλλου, το προβάδισμα που δίδεται στη γεωγραφική ένδειξη έναντι του παρόμοιου ονόματος μιας ποικιλίας αμπέλου συνάδει με το σύνολο των διατάξεων του άρθρου 19 του κανονισμού 753/2002 και τη γενική οικονομία του άρθρου αυτού, κατά το οποίο η ονομασία μιας ποικιλίας δεν επιτρέπεται να αναγράφεται στην ετικέτα του οίνου, αν περιλαμβάνει γεωγραφική ένδειξη που χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό ενός v.q.p.r.d. Η απαγόρευση χρήσης μιας τέτοιας ονομασίας αποτελεί συνεπώς τον γενικό κανόνα. Η χρησιμοποίηση τέτοιων ονομασιών επιτρέπεται μόνο κατά παρέκκλιση από τον γενικό αυτό κανόνα, και μάλιστα μόνο στο πλαίσιο των ισχυόντων εθνικών και κοινοτικών όρων κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του ίδιου αυτού κανονισμού.
(βλ. σκέψεις 84, 89, 91-92, διατακτ. 3)
4. Το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1493/1999, όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων, το οποίο προβλέπει ότι η χρησιμοποίηση της ονομασίας μιας ποικιλίας που περιλαμβάνει γεωγραφική ένδειξη που χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό ενός οίνου ποιότητας παραγόμενου σε καθορισμένη περιοχή (v.q.p.r.d.) επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να αναγράφεται στην ετικέτα του οίνου, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι διατάξεις του κανονισμού 753/2002, οι οποίες περιελήφθησαν επίσης στον κανονισμό 1429/2004 και επιβάλλουν την απαγόρευση χρήσης, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007, του όρου «Tocai» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών v.q.p.r.d., δεν αντιβαίνουν στο άρθρο αυτό.
(βλ. σκέψεις 94-95, διατακτ. 4)
5. To άρθρο 50 του κανονισμού 1493/1999, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς, πρέπει, κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 23 και 24 της Συμφωνίας για τα Δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας στον Τομέα του Εμπορίου (Συμφωνία ΔΠΙΤΕ), η οποία αποτελεί το παράρτημα 1 Γ της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), που εγκρίθηκε με την απόφαση 94/800/ΕΚ, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που προήλθαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της, και ειδικότερα κατά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 24, παράγραφος 6, της συμφωνίας αυτής, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι διατάξεις αυτές δεν απαγορεύουν τη θέσπιση μέτρων όπως είναι τα προβλεπόμενα από τον κανονισμό 753/2002, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1493/1999, όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων, και τα οποία περιελήφθησαν επίσης στον κανονισμό 1429/2004 και επιβάλλουν την απαγόρευση χρήσης, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007, του όρου «Tocai» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων ποιότητας παραγόμενων σε καθορισμένη περιοχή.
Συγκεκριμένα, η εν λόγω διάταξη του άρθρου 24, παράγραφος 6, της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ, η οποία επιτρέπει, μεταξύ άλλων, στην Κοινότητα να εφαρμόζει, ως μέλος του ΠΟΕ, τις διατάξεις της εν λόγω συμφωνίας σε σχέση με τις γεωγραφικές ενδείξεις οποιουδήποτε άλλου μέλους του ΠΟΕ για τα αμπελοοινικά προϊόντα για τα οποία η κατάλληλη ένδειξη ταυτίζεται με την κοινή ονομασία ποικιλίας σταφυλιών που απαντά στο έδαφος ενός κράτους μέλους κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συμφωνίας για τον ΠΟΕ, προβλέπει την ευχέρεια και όχι την υποχρέωση της Κοινότητας να χορηγεί προστασία σε μια κοινοτική ποικιλία σταφυλιών ή αμπέλου, ιδίως αν η ποικιλία αυτή είναι ομώνυμη με γεωγραφική ένδειξη που αφορά οίνο καταγωγής τρίτου κράτους.
(βλ. σκέψεις 101-103, διατακτ. 5)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 12ης Ιουνίου 2008(*)
«Γεωργία – Κανονισμοί (ΕΚ) 1493/1999, 753/2002 και 1429/2004 – Κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς – Επισήμανση των κρασιών – Χρήση των ονομασιών των ποικιλιών αμπέλου ή των συνωνύμων τους – Γεωγραφική ένδειξη “Tokaj” για τους οίνους καταγωγής Ουγγαρίας – Δυνατότητα χρήσης της ονομασίας της ποικιλίας αμπέλου “Tocai friulano” ή “Tocai italico” ως προσθήκης στη μνεία της γεωγραφικής ένδειξης ορισμένων οίνων καταγωγής Ιταλίας – Δεν παρέχεται μετά τη λήξη μιας δεκατριετούς μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007 – Κύρος – Νομική βάση –Άρθρο 34 ΕΚ– Αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων – Αρχές του διεθνούς δικαίου που διέπουν τις διεθνείς συνθήκες – Προσχώρηση της Ουγγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση – Άρθρα 22 έως 24 της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑23/07 και C‑24/07,
με αντικείμενο αιτήσεις έκδοσης προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Tribunale amministrativo regionale del Lazio (Ιταλία) με αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 2006, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 25 Ιανουαρίου 2007, στο πλαίσιο των δικών
Confcooperative Friuli Venezia Giulia (C-23/07),
Luigi Soini (C-23/07 και C-24/07),
Azienda Agricola Vivai Pinat Mario & Figlio (C-23/07),
Cantina Produttori Cormòns Soc. cons. arl (C-24/07)
κατά
Ministero delle Politiche agricole, alimentari e forestali,
Regione Friuli-Venezia Giulia,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, K. Schiemann, J. Makarczyk, J.-C. Bonichot και C. Toader, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: R. Grass
αφού ενημέρωσε το αιτούν δικαστήριο ότι προτίθεται να αποφανθεί επί των ερωτημάτων 1 έως 5 με αιτιολογημένη διάταξη σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του,
αφού κάλεσε τους ενδιαφερομένους στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου να υποβάλουν συναφώς τις παρατηρήσεις τους,
δεδομένου ότι προτίθεται να αποφανθεί επί των ερωτημάτων 6 και 7 με αιτιολογημένη διάταξη σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Οι αιτήσεις έκδοσης προδικαστικής απόφασης αφορούν αφενός την ερμηνεία της Πράξης περί των όρων προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2003, L 236, σ. 33, στο εξής: Πράξη Προσχώρησης), καθώς και του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ L 179, σ. 1), και αφετέρου την ερμηνεία και το κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 753/2002 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2002, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1493/1999 όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων (ΕΕ L 118, σ. 1), καθώς και του κανονισμού (ΕΚ) 1429/2004 της Επιτροπής, της 9ης Αυγούστου 2004, για τροποποίηση του κανονισμού 753/2002 (ΕΕ L 263, σ. 11).
2 Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ αφενός της Confcooperative Friuli Venezia Giulia, του L. Soini και της Azienda Agricola Vivai Pinat Mario & Figlio (υπόθεση C‑23/07) και της Cantina Produttori Cormòns Soc. cons. arl και του L. Soini (υπόθεση C‑24/07) (που θα αναφέρονται από κοινού στο εξής ως: Confcooperative κ.λπ.) και αφετέρου του Ministero delle Politiche agricole, alimentari e forestali (ιταλικού Υπουργείου Γεωργικών, Επισιτιστικών και Δασικών Πολιτικών) και της Regione Friuli-Venezia Giulia (Περιφέρειας Friuli-Venezia Giulia, στο εξής: Regione), διαφορών των οποίων το αντικείμενο είναι το κύρος της υπουργικής απόφασης της 28ης Ιουλίου 2006 [GURI (Εφημερίδα της Κυβέρνησης της Ιταλίας) αριθ. φύλλου 193, της 21ης Αυγούστου 2006, σ. 16, στο εξής: απόφαση της 28ης Ιουλίου 2006), με την οποία προστέθηκε στην ποικιλία αμπέλου «Tocai friu5lano B» το συνώνυμο «Friulano».
Το νομικό πλαίσιο
Οι ρυθμίσεις του διεθνούς δικαίου
Η Σύμβαση της Βιέννης για το δίκαιο των συνθηκών
3 Το άρθρο 59, παράγραφος 1, της Σύμβασης της Βιέννης για το δίκαιο των συνθηκών, της 23ης Μαΐου 1969 (στο εξής: Σύμβαση της Βιέννης), ορίζει τα εξής:
«Η συνθήκη λογίζεται ως λήξασα ευθύς ως άπαντα τα μέρη εις την συνθήκην συνάψουν μεταγενεστέρως συνθήκην επί του αυτού αντικειμένου, και οσάκις:
α) προκύπτει εκ της μεταγενεστέρας συνθήκης ή άλλως συνάγεται, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη προετίθεντο όπως το εν λόγω αντικείμενον διέπεται υπό της συνθήκης αυτής· ή
β) οι διατάξεις της μεταγενεστέρας συνθήκης τοσούτον δεν συμβιβάζονται προς τας αντιστοίχους της προγενεστέρας τοιαύτης, ώστε οι δύο συνθήκες να μη δύνανται να εφαρμόζονται ταυτοχρόνως.»
Το δίκαιο που πηγάζει από τη Συμφωνία για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου
4 Η Συμφωνία για τα Δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας στον Τομέα του Εμπορίου (στο εξής: Συμφωνία ΔΠΙΤΕ), η οποία αποτελεί το παράρτημα 1 Γ της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), υπογράφηκε στο Μαρακές στις 15 Απριλίου 1994 και εγκρίθηκε με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που προήλθαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθ’ όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ L 336, σ. 1, στο εξής: Συμφωνία ΠΟΕ).
5 Τα άρθρα 22 έως 24 της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ περιλαμβάνονται στο μέρος II της εν λόγω συμφωνίας, το οποίο επιγράφεται «Πρότυπα σχετικά με τη θεσμοθέτηση, την έκταση και τη χρήση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας», και συγκεκριμένα στο τμήμα 3 του μέρους αυτού, το οποίο επιγράφεται «Γεωγραφικές ενδείξεις».
6 Το άρθρο 22, παράγραφος 1, της εν λόγω συμφωνίας, που επιγράφεται «Προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων», προβλέπει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως γεωγραφικές ενδείξεις νοούνται οι ενδείξεις με τις οποίες επισημαίνεται ότι ένα αγαθό κατάγεται από το έδαφος κάποιου μέλους ή από συγκεκριμένη περιοχή της επικράτειας ενός μέλους ή ακόμη από συγκεκριμένο τόπο σε κάποιο μέλος, εφόσον από τη γεωγραφική καταγωγή του προϊόντος [εξαρτώνται] σε μεγάλο βαθμό η ποιότητα, η φήμη και τα λοιπά χαρακτηριστικά του εν λόγω αγαθού.»
7 Το άρθρο 23 της εν λόγω συμφωνίας, που επιγράφεται «Επιπρόσθετη προστασία για τις γεωγραφικές ενδείξεις που χρησιμοποιούνται για τα κρασιά και τα οινοπνευματώδη ποτά», ορίζει τα εξής:
«1. Κάθε μέλος παρέχει στους ενδιαφερόμενους τα έννομα μέσα για την αποτροπή της χρήσης γεωγραφικών ενδείξεων προκειμένου περί κρασιών που δεν κατάγονται από τον τόπο που δηλώνεται με τη χρησιμοποιούμενη γεωγραφική ένδειξη ή προκειμένου περί οινοπνευματωδών ποτών που δεν κατάγονται από τον τόπο που δηλώνεται με τη χρησιμοποιούμενη γεωγραφική ένδειξη […]
[…]
3. Σε περίπτωση που συμπίπτουν οι γεωγραφικές ενδείξεις που χρησιμοποιούνται για συγκεκριμένα κρασιά, η παρεχόμενη προστασία καλύπτει όλες τις ενδείξεις […]. Κάθε μέλος καθορίζει τις πρακτικές λεπτομέρειες που διέπουν τη διαφοροποίηση των κατά περίπτωση πανομοιότυπων ενδείξεων μεταξύ τους, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να διασφαλίζεται η δίκαιη αντιμετώπιση των οικείων παραγωγών και να αποτρέπονται οι παρανοήσεις εκ μέρους των καταναλωτών.
[…]»
8 Το άρθρο 24 της ίδιας συμφωνίας, που επιγράφεται «Διεθνείς διαπραγματεύσεις και εξαιρέσεις», προβλέπει τα εξής:
«1. Τα μέλη συμφωνούν να διεξαγάγουν διαπραγματεύσεις με σκοπό την αύξηση της προστασίας που παρέχεται στις επιμέρους γεωγραφικές ενδείξεις βάσει του άρθρου 23. […]
[…]
3. Κατά την εφαρμογή του παρόντος τμήματος, ένα μέλος δεν επιτρέπεται να παρέχει στις γεωγραφικές ενδείξεις μικρότερη προστασία από αυτήν που προβλεπόταν στο εν λόγω μέλος αμέσως πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συμφωνίας για τον ΠΟΕ.
4. Καμία διάταξη του παρόντος τμήματος δεν συνεπάγεται ότι τα μέλη οφείλουν να εμποδίζουν τη συνέχιση της χρήσης κατά τρόπο ομοιόμορφο μιας συγκεκριμένης γεωγραφικής ενδείξεως κάποιου άλλου μέλους, η οποία χρησιμοποιείται για την εξατομίκευση κρασιών ή οινοπνευματωδών ποτών, προκειμένου περί αγαθών ή υπηρεσιών, εκ μέρους ενός υπηκόου τους ή κάποιου προσώπου που έχει τη νόμιμη κατοικία του στην επικράτειά τους, εφόσον το πρόσωπο αυτό έχει κάνει συστηματική χρήση της εν λόγω γεωγραφικής ενδείξεως σε σχέση με όμοια ή παρεμφερή αγαθά ή υπηρεσίες στην επικράτεια του εν λόγω μέλους είτε α) επί δεκαετία τουλάχιστον πριν από τις 15 Απριλίου 1994 είτε β) καλοπίστως, πριν από την προαναφερθείσα ημερομηνία.
[…]
6. […] Καμία διάταξη του παρόντος τμήματος δεν συνεπάγεται ότι τα μέλη οφείλουν να εφαρμόζουν τις διατάξεις του σε σχέση με κάποια γεωγραφική ένδειξη η οποία χρησιμοποιείται σε οποιοδήποτε άλλο μέλος για προϊόντα που προέρχονται από είδος αμπέλου, για την οποία η αρμόζουσα ένδειξη ταυτίζεται με την κοινή ονομασία ποικιλίας σταφυλιών που απαντά στο έδαφος του εν λόγω μέλους κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συμφωνίας για τον ΠΟΕ.
[…]»
Η Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων
9 Η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας για αμοιβαία προστασία και έλεγχο των ονομασιών οίνων, που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 29 Νοεμβρίου 1993, συνήφθη και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 93/724/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993 (ΕΕ L 337, σ. 93, στο εξής: Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων). Άρχισε να ισχύει την 1η Απριλίου 1994.
10 Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων προβλέπει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, εκτός αντιθέτου διατάξεως, νοούνται ως:
[…]
– “γεωγραφική ένδειξη”: κάθε ένδειξη, συμπεριλαμβανομένης μιας “ονομασίας προελεύσεως”, η οποία έχει αναγνωρισθεί από τους νόμους και τους κανονισμούς ενός συμβαλλόμενου μέρους με σκοπό την περιγραφή και την παρουσίαση οίνου, καταγωγής του εδάφους ενός συμβαλλόμενους μέρους ή μιας περιοχής ή τοποθεσίας του εδάφους αυτού, σε περίπτωση που μια δεδομένη ποιότητα, η φήμη ή άλλο χαρακτηριστικό του οίνου αποδίδεται κυρίως στη γεωγραφική του καταγωγή,
[…]»
11 Σύμφωνα με το άρθρο 4 της εν λόγω συμφωνίας:
«1. Οι ακόλουθες ονομασίες προστατεύονται:
α) όσον αφορά τους οίνους καταγωγής Κοινότητας:
[…]
– οι γεωγραφικές και παραδοσιακές ενδείξεις που αναφέρονται στο παράρτημα,
β) όσον αφορά τους οίνους καταγωγής Ουγγαρίας:
[…]
– οι γεωγραφικές και παραδοσιακές ενδείξεις που αναφέρονται στο παράρτημα, όπως χρησιμοποιούνται στην ουγγρική νομοθεσία για τον οίνο.
[…]
3. Στην Κοινότητα, οι προστατευόμενες ουγγρικές ονομασίες:
– προορίζονται αποκλειστικά για τους οίνους, καταγωγής Ουγγαρίας, για τους οποίους ισχύουν
και
– δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται παρά μόνον σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στους νόμους και κανονισμούς της Ουγγαρίας.
[…]»
12 Στο τμήμα B («Οίνοι καταγωγής της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας»), μέρος I («Γεωγραφικές ενδείξεις»), σημείο 3.4 («Οινοπαραγωγική περιοχή Tokaj-Hegyalja») του παραρτήματος της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, το οποίο επιγράφεται «Κατάλογος των προστατευομένων ονομασιών οίνων που αναφέρονται στο άρθρο 4», περιέχεται, μεταξύ άλλων, η ονομασία «Tokaj». Το τμήμα A («Οίνοι καταγωγής Κοινότητας») του ως άνω παραρτήματος δεν περιέχει καμία από τις ενδείξεις «Tocai friulano» ή «Tocai italico».
13 Η ανταλλαγή επιστολών σχετικά με το άρθρο 4 της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας για αμοιβαία προστασία και έλεγχο των ονομασιών οίνων (EE 1993, L 337, σ. 169) αποτελεί μία από τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, της απόφασης 93/724 και άρχισε επίσης να ισχύει την 1η Απριλίου 1994.
14 Οι υπογράψαντες τις ως άνω επιστολές, αφού αναφέρθηκαν ιδίως στο άρθρο 4, παράγραφος 3, της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, επιβεβαιώνουν τα εξής:
«1) Κατά τη διάρκεια δεκατριετούς μεταβατικής περιόδου από την έναρξη ισχύος της εν λόγω συμφωνίας, η εφαρμογή της δεν εμποδίζει τη θεμιτή χρησιμοποίηση της ονομασίας “Tocai” για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων [ποιότητας που παράγονται σε καθορισμένη περιοχή, στο εξής: v.q.p.r.d.], υπό τους κάτωθι όρους.
Με την επιφύλαξη των ειδικών κοινοτικών διατάξεων και, κατά περίπτωση, περιοριστικότερων εθνικών διατάξεων, ο οίνος αυτός πρέπει:
– να προέρχεται από την ποικιλία αμπέλου “Tocai friulano”,
– να παρασκευάζεται από σταφύλια τα οποία έχουν εξ ολοκλήρου τρυγηθεί στις ιταλικές περιοχές Veneto [ή] Friuli,
– να περιγράφεται και να παρουσιάζεται αποκλειστικά με το όνομα της ποικιλίας “Tocai friulano” ή το συνώνυμο “Tocai italico”, που πρέπει να εμφαίνονται ως σύνολο χωρίς ενδιάμεσες λέξεις μεταξύ τους, με χαρακτήρες του αυτού είδους και μεγέθους, σε μία μόνο γραμμή και χωριστά από το όνομα της γεωγραφικής ενότητας από την οποία κατάγεται ο οίνος. Επί πλέον, το μέγεθος των χαρακτήρων που χρησιμοποιούνται για τις λέξεις αυτές δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέγεθος των χαρακτήρων με τους οποίους εμφαίνεται το όνομα της εν λόγω γεωγραφικής ενότητας,
– να [διατίθεται στο εμπόριο] εκτός του εδάφους της Ουγγαρίας.
[…]
4) […] η δυνατότητα χρησιμοποίησης της ονομασίας “Tocai”, σύμφωνα με τους όρους του σημείου 1, εκλείπει με το τέλος της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται στο ίδιο σημείο.
[…]»
Η Πράξη Προσχώρησης
15 Το άρθρο 2 της Πράξης Προσχώρησης ορίζει τα εξής:
«Από την ημερομηνία προσχώρησης, οι διατάξεις των αρχικών Συνθηκών και οι πριν από την προσχώρηση θεσπισθείσες πράξεις των οργάνων και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δεσμεύουν τα νέα κράτη μέλη και εφαρμόζονται σε αυτά, υπό τους όρους που προβλέπονται στις Συνθήκες αυτές και στην παρούσα Πράξη.»
16 Κατά το άρθρο 20 της Πράξης Προσχώρησης:
«Οι πράξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα II της παρούσας Πράξης προσαρμόζονται όπως προβλέπεται στο εν λόγω παράρτημα.»
17 Το άρθρο 24 της Πράξης Προσχώρησης προβλέπει τα εξής:
«Τα μέτρα που απαριθμούνται στα παραρτήματα V, VI, VII, VIII, IX, X, XI, XII, XIII και XIV της παρούσας Πράξης ισχύουν, όσον αφορά τα νέα κράτη μέλη, υπό τους όρους που ορίζονται στα παραρτήματα αυτά.»
18 Στο παράρτημα X της Πράξης Προσχώρησης, που επιγράφεται «Κατάλογος που αναφέρεται στο άρθρο 24 της Πράξης Προσχώρησης: Ουγγαρία», το κεφάλαιο 5, A, σημείο 3, ορίζει τα εξής:
«32002 R 0753: Κανονισμός (ΕΚ) 753/2002 […]
Κατά παρέκκλιση από το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) 753/2002, η χρήση της ονομασίας “Rizlingszilváni” ως συνωνύμου της ποικιλίας “Müller Thurgau” επιτρέπεται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2008 για τους οίνους που παράγονται στην Ουγγαρία και διατίθενται αποκλειστικά στο εμπόριο στην Ουγγαρία.»
Οι ρυθμίσεις του κοινοτικού δικαίου
19 Το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 1493/1999 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη προβαίνουν σε ταξινόμηση των οινοποιήσιμων ποικιλιών αμπέλου. […]»
20 Οι κανόνες σχετικά με την περιγραφή, την ονομασία και την παρουσίαση ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων, καθώς και με την προστασία ορισμένων ενδείξεων, αναφορών και όρων, εμφαίνονται στα άρθρα 47 έως 53 και στα παραρτήματα VII και VIII του εν λόγω κανονισμού.
21 Το άρθρο 50 του κανονισμού 1493/1999 ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα που επιτρέπουν στους ενδιαφερόμενους να αποτρέψουν, υπό τους όρους που ορίζονται στα άρθρα 23 και 24 της συμφωνίας [ΔΠΙΤΕ], τη χρησιμοποίηση στην Κοινότητα μιας γεωγραφικής ένδειξης που χαρακτηρίζει προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, σε προϊόντα που δεν κατάγονται από τον τόπο που ορίζεται από τη σχετική γεωγραφική ένδειξη. […]
2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως “γεωγραφικές ενδείξεις” νοούνται οι ενδείξεις που χρησιμεύουν για την ταυτοποίηση ενός προϊόντος ως καταγόμενου από το έδαφος μιας τρίτης χώρας που αποτελεί μέλος του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου ή μιας περιφέρειας ή τοποθεσίας στο εν λόγω έδαφος, στις περιπτώσεις όπου η ποιότητα, η φήμη ή ένα άλλο συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του προϊόντος μπορεί να αποδοθεί κυρίως στην εν λόγω γεωγραφική θέση καταγωγής.
[…]»
22 Το άρθρο 52, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:
«[…]
Με την επιφύλαξη των κοινοτικών διατάξεων που αφορούν ειδικά ορισμένους τύπους v.q.p.r.d., τα κράτη μέλη μπορούν να δεχθούν, σύμφωνα με προϋποθέσεις παραγωγής που καθορίζουν, ότι το όνομα μιας καθορισμένης περιοχής συνδυάζεται με μια διευκρίνιση σχετικά με τον τρόπο επεξεργασίας ή τον τύπο προϊόντος, ή με το όνομα ποικιλίας αμπέλου ή [τα συνώνυμά] της.
[…]»
23 Το παράρτημα VII, B, σημεία 1 και 4, του κανονισμού 1493/1999 προβλέπει τα εξής:
«1. Η επισήμανση των προϊόντων που παρασκευάζονται στην Κοινότητα μπορεί να συμπληρώνεται από τις ακόλουθες ενδείξεις, υπό προϋποθέσεις που θα καθορισθούν:
[…]
β) για τους επιτραπέζιους οίνους με γεωγραφική ένδειξη και τους v.q.p.r.d.:
[…]
– το όνομα μιας ή περισσοτέρων ποικιλιών αμπέλου,
[…]
4. Για τους οίνους που παρασκευάζονται στο έδαφός τους, τα κράτη μέλη παραγωγής μπορούν να καθιστούν υποχρεωτική, να απαγορεύουν ή να περιορίζουν τη χρήση ορισμένων ενδείξεων που αναφέρονται στα σημεία 1 και 2.»
24 Το άρθρο 53 του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«1. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου και των παραρτημάτων VII και VIII θεσπίζονται σύμφωνα με την διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 75. Αυτές οι λεπτομέρειες αφορούν ιδίως τις παρεκκλίσεις, προϋποθέσεις και άδειες που προβλέπονται στα εν λόγω παραρτήματα.
2. Οι ακόλουθες διατάξεις θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 75:
[…]
ε) οι προϋποθέσεις χρησιμοποίησης των ενδείξεων που αναφέρονται στο παράρτημα VII, μέρος Β, σημείο 1 […]
[…]»
25 Το άρθρο 54, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τον κατάλογο των v.q.p.r.d. που έχουν αναγνωρίσει, αναφέροντας, για κάθε έναν από τους εν λόγω v.q.p.r.d., την παραπομπή στις εθνικές διατάξεις που διέπουν την παραγωγή και την παρασκευή τους.»
26 Το άρθρο 53 καθώς και τα παραρτήματα VII και VIII του κανονισμού 1493/1999 τέθηκαν σε εφαρμογή με τον κανονισμό 753/2002.
27 Το άρθρο 19 του κανονισμού 753/2002, το οποίο επιγράφεται «Ένδειξη των ποικιλιών αμπέλου», ορίζει τα εξής:
«1. Η ονομασία των ποικιλιών αμπέλου που χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή ενός επιτραπέζιου οίνου με γεωγραφική ένδειξη ή ενός v.q.p.r.d. ή τα συνώνυμά τους μπορεί να εμφαίνεται στη σήμανση των σχετικών οίνων, εφόσον:
[…]
γ) η ονομασία της ποικιλίας ή ένα από τα συνώνυμά της δεν περιλαμβάνει γεωγραφική ένδειξη που χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό ενός v.q.p.r.d. ή ενός επιτραπέζιου οίνου ή ενός εισαγόμενου οίνου που εμφαίνεται στους καταλόγους των συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ των τρίτων χωρών και της Κοινότητας και, όταν συνοδεύεται από έναν άλλο γεωγραφικό όρο, εμφαίνεται στη ετικέτα χωρίς τον εν λόγω γεωγραφικό όρο·
[…]
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, στοιχείο γ΄:
α) η ονομασία μιας ποικιλίας αμπέλου ή ένα από τα συνώνυμά της που περιλαμβάνει μια γεωγραφική ένδειξη μπορεί να εμφαίνεται στη σήμανση ενός οίνου που ορίζεται με την εν λόγω γεωγραφική ένδειξη·
β) οι ονομασίες των ποικιλιών και τα συνώνυμά τους που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ μπορούν να χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο των ισχυόντων εθνικών ή/και κοινοτικών όρων κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.
3. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή, πριν από την 1η Οκτωβρίου 2002, τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, στοιχείο β΄. Η Επιτροπή διασφαλίζει, με κάθε πρόσφορο μέσο, τη δημοσιότητα των μέτρων αυτών.»
28 Το παράρτημα II του κανονισμού 753/2002, το οποίο επιγράφεται «Ονόματα των ποικιλιών αμπέλου ή των συνωνύμων τους που περιλαμβάνουν γεωγραφική ένδειξη και μπορούν να αναγράφονται στη σήμανση των οίνων σε εφαρμογή του άρθρου 19, παράγραφος 2», καλύπτει, μεταξύ άλλων, όσον αφορά την Ιταλία, την ένδειξη «Tocai friulano, Tocai italico». Σύμφωνα με υποσημείωση που αφορά αυτή την ένδειξη, «το όνομα “Tocai friulano” και το συνώνυμο “Tocai italico” μπορούν να χρησιμοποιηθούν για μεταβατική περίοδο, έως τις 31 Μαρτίου 2007».
29 Το παράρτημα αυτό δεν υπέστη καμία τροποποίηση στο σημείο αυτό μετά την έκδοση του κανονισμού 1429/2004, σκοπός του οποίου ήταν η προσαρμογή του κανονισμού 753/2002 κατόπιν της διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω της προσχώρησης, μεταξύ άλλων, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας.
30 Από την 1η Απριλίου 2007 η Επιτροπή, με τον κανονισμό (ΕΚ) 382/2007, της 4ης Απριλίου 2007, για την τροποποίηση του κανονισμού 753/2002 (ΕΕ L 95, σ. 12), κατάργησε τις ονομασίες «Tocai friulano» και «Tocai italico» του εν λόγω παραρτήματος II και αντικατέστησε, στο παράρτημα αυτό, την ονομασία «Tocai friulano» με τη νέα ονομασία «Friulano».
Οι ρυθμίσεις της εθνικής νομοθεσίας
31 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης του Υπουργού Γεωργικής και Δασικής Πολιτικής, της 26ης Σεπτεμβρίου 2002, περί των εθνικών όρων για την κατά παρέκκλιση από το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 753/2002 χρήση των ονομασιών ποικιλιών αμπέλου και των συνωνύμων τους που περιλαμβάνουν γεωγραφική ένδειξη και απαριθμούνται στο παράρτημα II του εν λόγω κανονισμού και μπορούν να εμφαίνονται στη σήμανση των [v.q.p.r.d.] και των ιταλικών [τυπικών γεωγραφικών ενδείξεων] (GURI αριθ. φύλλου 247, της 21ης Οκτωβρίου 2002, σ. 3, στο εξής: απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2002), ορίζει τα εξής:
«Οι εθνικοί όροι για τη χρήση, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 753/2002, των ονομασιών ποικιλιών αμπέλου και των συνωνύμων τους που περιλαμβάνουν γεωγραφική ένδειξη και απαριθμούνται στο παράρτημα II του εν λόγω κανονισμού και μπορούν να εμφαίνονται στη σήμανση των [v.q.p.r.d.] και των ιταλικών οίνων με τυπική γεωγραφική ένδειξη προβλέπονται στο παράρτημα I, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης και στο οποίο απαριθμούνται οι ονομασίες των ποικιλιών αμπέλου και των συνωνύμων τους που περιλαμβάνουν γεωγραφική ένδειξη και εμφαίνονται στο παράρτημα II του εν λόγω κανονισμού […]»
32 Στο παράρτημα I της απόφασης της 26ης Σεπτεμβρίου 2002 περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, στη στήλη «Ονομασίες ποικιλιών αμπέλου ή των συνωνύμων τους», η ένδειξη «Tocai friulano» ή «Tocai italico», στην οποία αντιστοιχεί, στη στήλη «Έκταση της εξαιρεσης (διοικητικό διαμέρισμα και/ή συγκεκριμένος οίνος [v.q.p.r.d.] και/ή [οίνοι με τυπική γεωγραφική ένδειξη]»), η ακόλουθη ένδειξη:
«Για ορισμένους οίνους [v.q.p.r.d.] των Περιφερειών Friuli-Venezia Giulia και Veneto και για μια μεταβατική περίοδο, η οποία λήγει στις 31 Μαρτίου 2007, βάσει της συμφωνίας μεταξύ της [Ευρωπαϊκής Ένωσης] και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας.»
33 Η απόφαση της 28ης Ιουλίου 2006 προβλέπει στο μόνο της άρθρο τα εξής:
«Ο εθνικός κατάλογος των ποικιλιών αμπέλου, ο οποίος τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με την υπουργική απόφαση της 30ής Μαρτίου 2006, η οποία αναφέρθηκε στο προοίμιο, συμπληρώνεται ως εξής: Στο παράρτημα 1, τμήμα I –ποικιλίες αμπελιών για κρασί– κωδικός 235 –ποικιλία “Tocai friulano B”– προστίθεται, στη σχετική στήλη, το συνώνυμο “Friulano” με την ακόλουθη σημείωση: “Μόνο για την περιγραφή των οίνων v.q.p.r.d. που προέρχονται από σταφύλια που έχουν τρυγηθεί στην Περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia”.»
Η διαφορά στις κύριες δίκες και τα προδικαστικά ερωτήματα
34 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει με τις αποφάσεις του ότι οι Confcooperative κ.λπ., με την προσφυγή τους, προβάλλουν τους εξής λόγους ακύρωσης της απόφασης της 28ης Ιουλίου 2006:
– Πλάνη ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, καθόσον το Δικαστήριο, με την απόφαση της 12ης Μαΐου 2005, C-347/03, Regione autonoma Friuli-Venezia Giulia και ERSA (Συλλογή 2005, σ. I‑3785), επιβεβαίωσε το κύρος της συμφωνίας αυτής, χωρίς όμως να λάβει υπόψη την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η έναρξη ισχύος της Πράξης Προσχώρησης όμως είχε ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 59, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της Σύμβασης της Βιέννης, να καταστεί ανίσχυρη η Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, διότι η συμφωνία αυτή αποτελεί προγενέστερη διεθνή συνθήκη που είναι ασυμβίβαστη με τη μεταγενέστερη συνθήκη, την Πράξη Προσχώρησης, η οποία επομένως κατισχύει της πρώτης.
– Αναρμοδιότητα της Επιτροπής για την κατάργηση του δικαιώματος χρήσης ονομασιών οίνων στο πλαίσιο του άρθρου 19 του κανονισμού 753/2002.
– Παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων που προβλέπει το άρθρο 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, καθόσον η διάκριση σε βάρος των Ιταλών παραγωγών έναντι των Ούγγρων παραγωγών είναι παράνομη, για τον λόγο ότι δεν μπορεί να υπάρξει σύγχυση μεταξύ των ονομασιών που χρησιμοποιούνται από τους μεν και από τους δε.
– Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον η βαρύτητα των συνεπειών που θα έχει για τους Ιταλούς παραγωγούς η απαγόρευση χρήσης της ονομασίας «Tocai» μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007 είναι δυσανάλογη προς τη σπουδαιότητα του σκοπού που επιδιώκεται με την εν λόγω απαγόρευση.
– Προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας που προβλέπεται στο άρθρο 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, καθόσον το άρθρο αυτό απαγορεύει την αποστέρηση της ιδιοκτησίας, εκτός αν συντρέχουν λόγοι δημόσιας ωφέλειας και τηρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον νόμο και το διεθνές δίκαιο.
– Παραβίαση της αρχής της υπεροχής του διεθνούς δικαίου που περιλαμβάνεται στη Συμφωνία ΔΠΙΤΕ, ειδικότερα των διατάξεων της συμφωνίας αυτής που αφορούν την ομωνυμία, μεταξύ των οποίων καταλέγεται το άρθρο 24, παράγραφος 6, της εν λόγω συμφωνίας.
– Τέλος, παραβίαση της αρχής της συνέπειας, καθόσον η εφαρμογή της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη, πλην του ιταλικού, οδηγεί στο παράλογο αποτέλεσμα να έχει επιτρέψει η Ευρωπαϊκή Κοινότητα τη χρήση της ονομασίας «Tokay» για αυστραλιανά κρασιά, ακόμη και για τις πωλήσεις εντός της Κοινότητας, ενώ αντίθετα καταργείται η χρήση της ονομασίας «Tocai friulano» για τα οικεία ιταλικά κρασιά.
35 Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι στο προοίμιο της υπουργικής απόφασης της 28ης Ιουλίου 2006 εκτίθεται ότι, σύμφωνα με την παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002, η χρήση της ποικιλίας αμπέλου «Tocai friulano» επιτρέπεται μόνο για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων v.q.p.r.d., για μια μεταβατική περίοδο που λήγει στις 31 Μαρτίου 2007, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων.
36 Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι, στο προοίμιο αυτό, αναφέρεται επίσης ότι μετά τη λήξη αυτής της περιόδου θα απαγορεύεται η χρήση αυτή, διότι ο όρος «Tocai» μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με την ουγγρική ονομασία προέλευσης «Tokaji», η οποία επιτρέπεται πλέον να χρησιμοποιείται μόνο από τους Ούγγρους παραγωγούς, σύμφωνα με την κοινοτική ρύθμιση για την προστασία των ονομασιών γεωγραφικής προέλευσης των κρασιών.
37 Κατά το αιτούν δικαστήριο, η εν λόγω υπουργική απόφαση εκδόθηκε άλλωστε κατόπιν αίτησης της Regione, η οποία ζήτησε να προστεθεί στον εθνικό κατάλογο, όσον αφορά την ποικιλία αμπέλου «Tocai friulano B», ο συνώνυμος όρος «Friulano B», που ήταν, κατά τους παραγωγούς των οικείων v.q.p.r.d., η μόνη έγκυρη εναλλακτική ονομασία σε σχέση με την ονομασία «Tocai friulano B» που θα μπορούσε να χρησιμοποιείται στις ετικέτες των κρασιών αυτών, διότι προσδιορίζει μια ποικιλία αμπέλου που είναι εκ παραδόσεως συμφυής προς το έδαφος της εν λόγω περιφέρειας.
38 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, για τους λόγους αυτούς, αναγνωρίστηκε με την απόφαση της 28ης Ιουλίου 2006, τελείως κατ’ εξαίρεση, το συνώνυμο «Friulano B» για την ποικιλία αμπέλου «Tocai friulano B», αποκλειστικά και μόνο για την περιγραφή και την παρουσίαση των οικείων οίνων v.q.p.r.d., σύμφωνα με την παρέκκλιση που προβλέπει το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002.
39 Κατά συνέπεια, είναι σαφές, κατά το αιτούν δικαστήριο, ότι η ζημία που ισχυρίζονται ότι υφίστανται οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης, δηλαδή η ζημία που τους προξενεί η απαγόρευση χρήσης της ονομασίας «Tocai friulano» ή «Tocai italico» μετά τις 31 Μαρτίου 2007, απορρέει άμεσα από δύο κοινοτικές νομικές πράξεις, και συγκεκριμένα από τη Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων την οποία αφορά η απόφαση 93/724 και από τον κανονισμό 753/2002.
40 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία αυτών των κοινοτικών διατάξεων, δεδομένου ότι το Δικαστήριο, κατά την έκδοση των προηγούμενων αποφάσεών του, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία:
– Με την έναρξη της ισχύος της Πράξης Προσχώρησης, η οποία δεν περιέλαβε ρητά αυτές τις κοινοτικές διατάξεις, έπαυσε κανονικά, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 59, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της Σύμβασης της Βιέννης, να ισχύει η Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων.
– Δεδομένου ότι οι ίδιες αυτές κοινοτικές διατάξεις δεν περιελήφθησαν στην Πράξη Προσχώρησης, γεννώνται αμφιβολίες σχετικά με την εξουσία της Επιτροπής να επιβάλει χρονικό περιορισμό στη χρήση της ονομασίας «Tocai friulano» βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού 753/2002.
– Δεδομένου ότι ο κανονισμός 1429/2004 εκδόθηκε από την Επιτροπή μετά την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο χρονικός αυτός περιορισμός ενδέχεται να αντιβαίνει στην αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, την οποία θέτει το άρθρο 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
– O χρονικός αυτός περιορισμός ενδέχεται να αντιβαίνει στο άρθρο 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.
– Τέλος, δεν έχουν εξεταστεί ακόμη ορισμένα ζητήματα τα οποία αφορούν τη δυνατότητα εφαρμογής της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ.
41 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale amministrativo regionale del Lazio, εκτιμώντας ότι η απάντηση σε ορισμένα ερωτήματα που αφορούν το κοινοτικό δίκαιο είναι απαραίτητη για την επίλυση των δύο υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιόν του, αποφάσισε να αναστείλει τις διαδικασίες και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία είναι διατυπωμένα με τον ίδιο τρόπο σε αμφότερες τις υποθέσεις:
«1) Έχει η Πράξη Προσχώρησης […] την έννοια ότι από την 1η Μαΐου 2004 εφαρμόζονται, όσον αφορά την ονομασία των κρασιών που παράγονται στην Ουγγαρία και στην […] Κοινότητα, μόνο οι διατάξεις της κοινοτικής ρύθμισης που περιλαμβάνονται στον κανονισμό 1493/99 και στον κανονισμό 753/2002, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1429/2004;
2) Αποτελεί το άρθρο 52 του κανονισμού 1493/1999 επαρκή νομική βάση για την εκ μέρους της […] Επιτροπής κατάργηση της ονομασίας ενός κρασιού (εν προκειμένω της ονομασίας Tocai friulano) που παράγεται από μια ποικιλία αμπέλου που είναι καταχωρισμένη νόμιμα στους σχετικούς καταλόγους του ιταλικού κράτους και μνημονεύεται στους σχετικούς κοινοτικούς κανονισμούς;
3) Περιλαμβάνει το άρθρο 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, το οποίο απαγορεύει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών γεωργικών προϊόντων εντός της […] Κοινότητας, την απαγόρευση της διάκρισης σε βάρος των παραγωγών και των χρηστών μιας και μόνο ονομασίας κρασιού, και συγκεκριμένα της ονομασίας για το κρασί Tocai friulano, μεταξύ των 122 ονομασιών που απαριθμούνται στο παράρτημα [ΙΙ] του κανονισμού 753/2002 (όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1429/2004), διάκρισης που συνίσταται στο ότι η εν λόγω ονομασία δεν επιτρέπεται να εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται μετά τις 31 Μαρτίου 2007;
4) Έχει το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002, κατά το οποίο είναι θεμιτή η χρήση των ονομασιών ποικιλιών αμπέλου που απαριθμούνται στο παράρτημα [ΙΙ] του κανονισμού αυτού (όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1429/2004), την έννοια ότι πρέπει να θεωρείται δυνατή και επιτρεπτή η ύπαρξη περιπτώσεων ομωνυμίας μεταξύ ονομασιών ποικιλιών αμπέλου και γεωγραφικών ενδείξεων που αφορούν τα κρασιά που παράγονται στην […] Κοινότητα;
5) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο προηγούμενο ερώτημα 4: Επιβάλλει στην Επιτροπή το άρθρο 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, το οποίο απαγορεύει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών γεωργικών προϊόντων εντός της […] Κοινότητας, την απαγόρευση εφαρμογής, με τον κανονισμό 753/2002, του κριτηρίου της ομωνυμίας, όπως το κριτήριο αυτό προκύπτει από το παράρτημα [II] του εν λόγω κανονισμού, με αποτέλεσμα να αναγνωρίζεται ως νόμιμη η χρήση πολυάριθμων ονομασιών ποικιλιών αμπέλου που περιέχουν ενδείξεις πλήρως ή εν μέρει ομώνυμες με αντίστοιχες γεωγραφικές ενδείξεις, ενώ δεν αναγνωρίζεται η νομιμότητα της χρήσης μιας και μόνο ονομασίας ποικιλίας αμπέλου, της ονομασίας «Tocai friulano», η οποία χρησιμοποιείται νόμιμα από αιώνων στην ευρωπαϊκή αγορά;
6) Έχει το άρθρο 50 του κανονισμού 1493/1999 την έννοια ότι το Συμβούλιο των Υπουργών και τα κράτη μέλη (καθώς και, κατά μείζονα λόγο, η […] Επιτροπή), κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 23 και 24 της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ, και ειδικότερα του άρθρου 24, παράγραφος 6, της συμφωνίας αυτής, δεν μπορούν, όσον αφορά τις ομώνυμες ονομασίες κρασιών, να προβαίνουν στη θέσπιση ή να επιτρέπουν την ύπαρξη πράξεων όπως ο κανονισμός 753/2002, που προβλέπουν διαφορετική μεταχείριση για τις ονομασίες κρασιών που εμφανίζουν τα ίδια χαρακτηριστικά από την άποψη της ομωνυμίας;
7) Καθιστά η ρητή αναφορά στα άρθρα 23 και 24 της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ, η οποία περιέχεται στην 56η αιτιολογική σκέψη και στο άρθρο 50 του κανονισμού 1493/1999, τη διάταξη του άρθρου 24, παράγραφος 6, [της συμφωνίας αυτής], η οποία αναγνωρίζει το δικαίωμα των κρατών μελών που μετέχουν στην εν λόγω συμφωνία να προστατεύουν τις ομώνυμες ονομασίες, απευθείας εφαρμοστέα διάταξη στην κοινοτική έννομη τάξη, αν ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου;»
42 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 26ης Μαρτίου 2007, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑23/07 και C‑24/07 προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και έκδοση κοινής απόφασης.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του παραδεκτού
43 Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι αιτήσεις έκδοσης προδικαστικής απόφασης είναι απαράδεκτες, διότι δεν είναι προδήλως λυσιτελείς για την επίλυση της διαφοράς στις κύριες δίκες.
44 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι Confcooperrative κ.λπ. ζητούν την ακύρωση της υπουργικής απόφασης της 28ης Ιουλίου 2006, μολονότι η απόφαση αυτή απλώς καθιερώνει τη νέα ονομασία ποικιλίας αμπέλου «Friulano».
45 Ακόμη όμως και αν ακυρωθεί η απόφαση αυτή, οι Ιταλοί παραγωγοί θα εξακολουθήσουν να μην έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τις ονομασίες «Tocai friulano» ή «Tocai italico», αφού η απαγόρευση της χρήσης αυτής, η οποία ισχύει από την 1η Απριλίου 2007, προβλέπεται σε άλλη απόφαση, την απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2002.
46 Κατά την Επιτροπή, οι αιτήσεις έκδοσης προδικαστικής απόφασης είναι επίσης απαράδεκτες για τον λόγο ότι το αιτούν δικαστήριο δεν εξήγησε γιατί η ερμηνεία την οποία ζητεί από το Δικαστήριο είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς στις κύριες δίκες.
47 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
48 Κατά πάγια νομολογία, για τα σχετικά με την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ερωτήματα που υποβάλλει το εθνικό δικαστήριο εντός του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου που προσδιορίζει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο ισχύει το τεκμήριο ότι είναι λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει αίτηση εθνικού δικαστηρίου μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή επίσης όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβάλλονται (βλ. συναφώς απόφαση της 7ης Ιουνίου 2007, C-222/05 έως C‑225/05, van der Weerd κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. I-4233, σκέψη 22 και παρατιθέμενη εκεί νομολογία).
49 Εν προκειμένω, το ζήτημα κατά πόσον, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, οι Ιταλοί παραγωγοί, αν ακυρωθεί η απόφαση της 28ης Ιουλίου 2006, θα εξακολουθήσουν να μην έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τις ονομασίες «Tocai friulano» ή «Tocai italico», αφού, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, θα εξακολουθήσει να ισχύει η απαγόρευση της χρήσης αυτής, η οποία προβλέπεται στην απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2002, καθιστά αναγκαία την εξέταση του ιταλικού δικαίου, από την άποψη κυρίως της σχέσης μεταξύ των δύο αποφάσεων, εξέταση που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο και μόνο και όχι στο Δικαστήριο κατά την εξακρίβωση της αρμοδιότητάς του στο πλαίσιο αίτησης για την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
50 Επιπλέον, όπως προκύπτει από το προοίμιο της υπουργικής απόφασης της 28ης Ιουλίου 2006, την οποία παραθέτει το αιτούν δικαστήριο (σκέψεις 35 έως 38 της παρούσας διάταξης), η καθιέρωση, με την απόφαση αυτή, της νέας ονομασίας ποικιλίας οφείλεται στο ότι από την 1η Απριλίου 2007 απαγορεύεται η χρήση των ονομασιών «Tocai friulano» και «Tocai italico». Επομένως, πρόκειται για μέτρα που φαίνεται να είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους.
51 Επομένως, η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου την οποία ζητεί το αιτούν δικαστήριο δεν φαίνεται, τουλάχιστον προδήλως, να μην έχει σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο των διαφορών στις κύριες δίκες.
52 Κατά συνέπεια, τα στοιχεία που προβάλλει η Επιτροπή δεν ανατρέπουν το τεκμήριο λυσιτέλειας που ισχύει για τις αιτήσεις έκδοσης προδικαστικής απόφασης (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση van der Weerd κ.λπ., σκέψεις 22 και 23).
53 Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα.
Επί της ουσίας
54 Σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, δηλαδή όταν, μεταξύ άλλων, η απάντηση σε ερώτημα που έχει υποβληθεί με αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης μπορεί να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία ή δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
Επί των ερωτημάτων 1 έως 5
55 Το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η απάντηση στα ερωτήματα 1 έως 5 δεν αφήνει περιθώρια εύλογης αμφιβολίας, ενημέρωσε, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, το αιτούν δικαστήριο ότι προτίθεται να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη και κάλεσε τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ενδιαφερομένους να υποβάλουν τυχόν παρατηρήσεις τους επί του ζητήματος αυτού.
56 Οι Confcooperative κ.λπ., η Regione, η Ιταλική και η Ουγγρική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του Δικαστηρίου. Η Ουγγρική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ανέφεραν με τις απαντήσεις τους ότι δεν είχαν αντίρρηση να αποφανθεί το Δικαστήριο με αιτιολογημένη διάταξη. Οι Confcooperative κ.λπ., η Regione και η Ιταλική Κυβέρνηση επανέλαβαν ουσιαστικά τα επιχειρήματα που είχαν διατυπώσει με τις γραπτές παρατηρήσεις τους. Η Regione ζήτησε από το Δικαστήριο να προσδιορίσει ημερομηνία για συζήτηση στο ακροατήριο. Τα στοιχεία πάντως αυτά δεν οδηγούν το Δικαστήριο να μην ακολουθήσει τη διαδικασία που είχε την πρόθεση να εφαρμόσει.
– Επί του πρώτου ερωτήματος
57 Από τις αποφάσεις παραπομπής προκύπτει ότι το πρώτο ερώτημα υποβάλλεται λόγω της άποψης των Confcooperative κ.λπ., της Regione και της Ιταλικής Κυβέρνησης ότι η Πράξη Προσχώρησης είχε ως αποτέλεσμα να παύσει να ισχύει η Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, όσον αφορά την επιβολή στους ενδιαφερόμενους Ιταλούς παραγωγούς της απαγόρευσης χρήσης του όρου «Tocai» μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007.
58 Τούτο οφείλεται, κατά τους ανωτέρω, στο ότι η μεταγενέστερη συνθήκη, δηλαδή η Πράξη Προσχώρησης, δεν προβλέπει, ρητά τουλάχιστον, την εν λόγω απαγόρευση. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 59 της Σύμβασης της Βιέννης, ο οικείος τομέας διέπεται μόνο από την πράξη αυτή, η οποία πρέπει να θεωρηθεί ως μεταγενέστερη συνθήκη, της οποίας οι διατάξεις είναι αντίθετες προς προγενέστερη συνθήκη. Η εν λόγω πράξη όμως δεν περιλαμβάνει καμία τέτοια απαγόρευση. Κατά συνέπεια, η ιταλική και η ουγγρική ονομασία μπορούν να συνυπάρχουν.
59 Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
60 Συγκεκριμένα, η απαγόρευση χρήσης του όρου «Tocai» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών v.q.p.r.d. μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007, μολονότι απαντά μεν αρχικά στη Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, περιελήφθη στον κανονισμό 753/2002 πριν από την έναρξη ισχύος της Πράξης Προσχώρησης.
61 Ο κανονισμός αυτός, στον οποίο περιλαμβάνεται η εν λόγω απαγόρευση, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 2 της Πράξης Προσχώρησης, αναπόσπαστο μέρος του κοινοτικού κεκτημένου.
62 Επιπλέον, ο κανονισμός αυτός μνημονεύεται ρητά στο κεφάλαιο 5, A, σημείο 3, του παραρτήματος X της εν λόγω πράξης.
63 Το σημείο 3 αυτό προβλέπει εξάλλου ότι, κατά παρέκκλιση από το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 753/2002, η χρήση της ονομασίας «Rizlingszilváni» ως συνωνύμου της ποικιλίας «Müller Thurgau» επιτρέπεται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2008 για τους οίνους που παράγονται στην Ουγγαρία και διατίθενται στο εμπόριο αποκλειστικά στην Ουγγαρία.
64 Η ύπαρξη αυτής της παρέκκλισης επιβεβαιώνει ότι σκοπός της Πράξης Προσχώρησης δεν ήταν σε καμία περίπτωση να τεθεί ζήτημα συνέχισης της εφαρμογής της ρύθμισης που είχε καθιερώσει το εν λόγω παράρτημα II όσον αφορά τη χρήση των ονομασιών «Tocai friulano» ή «Tocai italico».
65 Κατόπιν της προσχώρησης της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Πράξη Προσχώρησης περιέλαβε, αφού αποτελούσε μέρος του κοινοτικού κεκτημένου, την απαγόρευση που προέβλεπε ο κανονισμός 753/2002 σχετικά με τη χρήση του όρου «Tocai» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών v.q.p.r.d. μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007.
66 Η συνέχιση της εφαρμογής της απαγόρευσης αυτής επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια με τους κανονισμούς 1429/2004 και 382/2007.
67 Τούτο συνοψίζεται προσηκόντως στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 382/2007, στην οποία προβλέπονται τα εξής:
«Ο όρος “Tokaj” προσδιορίζει “οίνους ποιότητας παραγόμενους σε καθορισμένες περιοχές” προερχόμενους από μια διασυνοριακή περιφέρεια ευρισκόμενη εκατέρωθεν των συνόρων της Ουγγαρίας και της Σλοβακίας· αποτελεί επίσης μέρος των ονομασιών των ιταλικών ποικιλιών αμπέλου “Tocai italico”, “Tocai friulano” και της γαλλικής ποικιλίας αμπέλου “Tokay Pinot gris”. Η συνύπαρξη αυτών των τριών ονομασιών ποικιλιών αμπέλου και της γεωγραφικής ένδειξης περιορίζεται χρονικά έως τις 31 Μαρτίου 2007 και απορρέει από τη [Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων], η οποία έχει ενταχθεί στο κεκτημένο από την 1η Μαΐου 2004. Από 1ης Απριλίου 2007, αυτές οι τρεις ονομασίες ποικιλιών αμπέλου διαγράφονται από το παράρτημα II του κανονισμού (ΕΚ) 753/2002 της Επιτροπής, ενώ η ονομασία ποικιλίας αμπέλου “Tocai friulano” αντικαθίσταται από τη νέα ονομασία ποικιλίας αμπέλου “Friulano”.»
68 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η Πράξη Προσχώρησης έχει την έννοια ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 της εν λόγω πράξης, οι διατάξεις του κανονισμού 753/2002, καθόσον επιβάλλουν την απαγόρευση χρήσης του όρου «Tocai» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών v.q.p.r.d. μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του κοινοτικού κεκτημένου που υφίστατο την 1η Μαΐου 2004 και, αφού ενσωματώθηκαν στον κανονισμό 1429/2004, εξακολούθησαν να εφαρμόζονται και μετά την ημερομηνία αυτή.
– Επί του δεύτερου ερωτήματος
69 Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο κατά πόσον η Επιτροπή μπορούσε να χρησιμοποιήσει το άρθρο 52 του κανονισμού 1493/1999 ως νομική βάση για την κατάργηση της ονομασίας ποικιλίας αμπέλου «Tocai friulano».
70 Κατά το αιτούν δικαστήριο, υπάρχουν εύλογες αμφιβολίες για το αν η Επιτροπή είχε την εξουσία να αποφασίσει την εν λόγω κατάργηση, αφού η Πράξη Προσχώρησης δεν είχε προβλέψει την κατάργηση αυτή.
71 Όπως εκτέθηκε ήδη στη σκέψη 68 της παρούσας διάταξης, η Πράξη Προσχώρησης έχει την έννοια ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 της εν λόγω πράξης, οι διατάξεις του κανονισμού 753/2002, καθόσον επιβάλλουν την απαγόρευση χρήσης του όρου «Tocai» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών v.q.p.r.d. μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του κοινοτικού κεκτημένου που υφίστατο την 1η Μαΐου 2004 και εξακολούθησαν να εφαρμόζονται και μετά την ημερομηνία αυτή, αφού ενσωματώθηκαν στον κανονισμό 1429/2004.
72 Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η Πράξη Προσχώρησης δεν επιτρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση η εξουσία της Επιτροπής να θεσπίσει τις εν λόγω διατάξεις του κανονισμού 753/2002.
73 Αντίθετα, η εξουσία της Επιτροπής δεν μπορεί εν προκειμένω να τεθεί υπό αμφισβήτηση κατά μείζονα λόγο, καθόσον η Επιτροπή, θεσπίζοντας τις διατάξεις των κανονισμών 753/2002 και 1429/2004 σχετικά με την απαγόρευση χρήσης του όρου «Tocai» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών v.q.p.r.d. μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007, κατέγραψε απλώς μια ρύθμιση η οποία προβλεπόταν ήδη σε διμερή συμφωνία, και συγκεκριμένα στη Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, και ενσωματώθηκε στη συνέχεια, ως μέρος του κοινοτικού κεκτημένου, στην Πράξη Προσχώρησης.
74 Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από το γράμμα του άρθρου 19, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 753/2002, κατά το οποίο οι ονομασίες των ποικιλιών που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ του εν λόγω κανονισμού , στο οποίο παρατίθεται η εν λόγω απαγόρευση, μπορούν να χρησιμοποιούνται «στο πλαίσιο των ισχυόντων εθνικών ή/και κοινοτικών όρων κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού».
75 Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από το προοίμιο των κανονισμών 753/2002 και 1429/2004 προκύπτει ότι οι πράξεις αυτές εκδόθηκαν όχι με βάση το άρθρο 52 του κανονισμού 1493/1999, αλλά το άρθρο 53 του κανονισμού αυτού.
76 Κατά την παράγραφο 1 του τελευταίου αυτού άρθρου, οι τρόποι εφαρμογής του κεφαλαίου στο οποίο ανήκει το άρθρο αυτό και το οποίο επιγράφεται «Περιγραφή, ονομασία, παρουσίαση και προστασία ορισμένων προϊόντων» θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 75 του κανονισμού 1493/1999, δηλαδή μια διαδικασία επιτροπολογίας «διαχειριστικού» τύπου, και αφορούν ιδίως τις παρεκκλίσεις, προϋποθέσεις και άδειες που προβλέπονται στα παραρτήματα VII και VIII του εν λόγω κανονισμού.
77 Κατά το άρθρο 53, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, του κανονισμού 1493/1999, θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία επιτροπολογίας οι προϋποθέσεις χρησιμοποίησης των ενδείξεων που αναφέρονται στο παράρτημα VII, μέρος Β, σημείο 1, του κανονισμού αυτού.
78 Το παράρτημα VII, μέρος B, σημείο 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1493/1999 αναφέρει ρητά ότι η επισήμανση των προϊόντων που παρασκευάζονται στην Κοινότητα μπορεί, υπό προϋποθέσεις που θα καθοριστούν, όσον αφορά τους επιτραπέζιους οίνους με γεωγραφική ένδειξη και τους v.q.p.r.d., να συμπληρώνεται από ορισμένες ενδείξεις, όπως είναι ειδικότερα το όνομα μιας ή περισσοτέρων ποικιλιών αμπέλου.
79 Κατόπιν των ανωτέρω, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 53 του κανονισμού 1493/1999 αποτελεί επαρκή νομική βάση για την εκ μέρους της Επιτροπής θέσπιση των διατάξεων του κανονισμού 753/2002, οι οποίες περιελήφθησαν επίσης στον κανονισμό 1429/2004 και επιβάλλουν την απαγόρευση χρήσης του όρου «Tocai» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών v.q.p.r.d. μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007.
– Επί του τρίτου ερωτήματος
80 Όσον αφορά την υποστηριζόμενη άποψη ότι οι διατάξεις των κανονισμών 753/2002 και 1429/2004 που επιβάλλουν την απαγόρευση χρήσης του όρου «Tocai» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών v.q.p.r.d. μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007 αντιβαίνουν στο άρθρο 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο κατά πόσον οι διατάξεις αυτές δημιουργούν διακρίσεις για τον λόγο ότι, μεταξύ των 122 ονομασιών που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 753/2002, αφορούν μόνο την ιταλική ονομασία ποικιλίας αμπέλου «Tocai friulano».
81 Επιβάλλεται ευθύς εξαρχής η διαπίστωση ότι τα μέτρα αυτά, τα οποία επίσης ανάγονται στη Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, δηλαδή η απαγόρευση χρησιμοποίησης της ονομασίας μιας ποικιλίας αμπέλου μετά τη λήξη της δεκατριετούς μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007, εφαρμόζονται και στη γαλλική ονομασία ποικιλίας αμπέλου «Tokay Pinot gris».
82 Επομένως, είναι αναμφισβήτητο ότι, στην περίπτωση των ονομασιών ποικιλιών αμπέλου οι οποίες είναι παρόμοιες με την ουγγρική γεωγραφική ένδειξη «Tokaji» ή «Tokaj», πρόκειται για συγκρίσιμες καταστάσεις που αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
83 Επισημαίνεται επίσης ότι, στο πεδίο των εξωτερικών σχέσεων, η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής για το εμπόριο οίνου, η οποία συνήφθη εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 2006/232/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2005 (ΕΕ 2006, L 87, σ. 1), δεν επιτρέπει, ούτε αυτή, την προσθήκη τέτοιων ονομασιών ποικιλιών αμπέλου στην επισήμανση οίνων από τις Ηνωμένες Πολιτείες που εισάγονται την Κοινότητα, και μάλιστα χωρίς να προβλέπει συναφώς καμία μεταβατική περίοδο.
84 Οι επίμαχες στις κύριες δίκες διατάξεις των κανονισμών 753/2002 και 1429/2004 πηγάζουν από μια διμερή συμφωνία. Όπως παρατηρεί η Επιτροπή, οι διάφορες διμερείς συμφωνίες που συνάπτει η Κοινότητα με τα τρίτα κράτη σχετικά με το εμπόριο οίνων περιλαμβάνουν κατά σύστημα παρόμοια μέτρα. Πρόκειται για μέτρα που εφαρμόζονται σταδιακά για την επίλυση των προβλημάτων που ανακύπτουν σε σχέση με τις ονομασίες οίνων στο πλαίσιο του εμπορίου των προϊόντων αυτών.
85 Με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, οι Confcooperative κ.λπ., η Regione και η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι οι επίμαχες στην κύρια δίκη διατάξεις των κανονισμών 753/2002 και 1429/2004 παρέχουν αδικαιολόγητα το προβάδισμα στην ουγγρική ονομασία «Tokaj» σε βάρος των ιταλικών ονομασιών «Tocai friulano» και «Tocai italico», οι οποίες υφίστανται συνεπώς δυσμενή διάκριση.
86 Συναφώς όμως υπενθυμίζεται ότι, όπως τόνισε το Δικαστήριο με τις σκέψεις 88 έως 97 και 108 της προπαρατεθείσας απόφασης Regione autonoma Friuli-Venezia Giulia και ERSA, οι σχετικές ονομασίες δεν βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση.
87 Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι οι ιταλικές ονομασίες «Tocai friulano» και «Tocai italico» αντιστοιχούν στο όνομα μιας ποικιλίας αμπέλου, ενώ η ουγγρική ονομασία «Tokaj» αποτελεί γεωγραφική ένδειξη.
88 Το γεγονός αυτό συνιστά εξάλλου κρίσιμη διαφορά μεταξύ της υπό κρίση υπόθεσης και αυτής επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 18ης Μαΐου 1994, C‑309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I‑1853, σκέψεις 28, 33 και 34), στην οποία παραπέμπει η Ιταλική Κυβέρνηση.
89 Το προβάδισμα που δίδεται στη γεωγραφική ένδειξη έναντι του παρόμοιου ονόματος μιας ποικιλίας αμπέλου συνάδει εξάλλου με το σύνολο των διατάξεων του άρθρου 19 του κανονισμού 753/2002 και τη γενική οικονομία του άρθρου αυτού.
90 Πράγματι, κατά την παράγραφο 1, στοιχείο γ΄, του εν λόγω άρθρου, η ονομασία μιας ποικιλίας δεν επιτρέπεται να αναγράφεται στην ετικέτα του οίνου, αν περιλαμβάνει γεωγραφική ένδειξη που χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό ενός v.q.p.r.d. Επομένως, η απαγόρευση χρήσης τέτοιων ονομασιών αποτελεί τον γενικό κανόνα.
91 Κατά την παράγραφο 2, στοιχείο β΄, του ίδιου αυτού άρθρου, η χρησιμοποίηση τέτοιων ονομασιών επιτρέπεται μόνο «κατά παρέκκλιση» από τον γενικό αυτό κανόνα, και μάλιστα μόνο στο πλαίσιο των ισχυόντων εθνικών και κοινοτικών όρων κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού 753/2002.
92 Κατόπιν των ανωτέρω, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διατάξεις του κανονισμού 753/2002, οι οποίες περιελήφθησαν επίσης στον κανονισμό 1429/2004 και επιβάλλουν την απαγόρευση χρήσης του όρου «Tocai» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών v.q.p.r.d. μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007, δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
– Επί του τέταρτου ερωτήματος
93 Με το τέταρτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002, κατά το οποίο είναι θεμιτή η χρήση των ονομασιών ποικιλιών αμπέλου που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού αυτού, έχει την έννοια ότι πρέπει να θεωρείται δυνατή και επιτρεπτή η ύπαρξη περιπτώσεων ομωνυμίας μεταξύ ονομασιών ποικιλιών αμπέλου και γεωγραφικών ενδείξεων που αφορούν τα κρασιά που παράγονται στην Κοινότητα.
94 Από τις σκέψεις 87 έως 89 της παρούσας διάταξης προκύπτει ότι από το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 753/2002 συνάγεται ότι, κατά κανόνα, η ονομασία μιας ποικιλίας αμπέλου δεν επιτρέπεται να αναγράφεται στην ετικέτα του οίνου, αν περιλαμβάνει γεωγραφική ένδειξη που χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό ενός v.q.p.r.d., και ότι κατά παρέκκλιση μόνο από τον κανόνα αυτό η παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του ίδιου αυτού άρθρου προβλέπει ότι επιτρέπεται η χρησιμοποίηση τέτοιων ονομασιών, και μάλιστα στο πλαίσιο και μόνο των ισχυόντων εθνικών και κοινοτικών όρων κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού αυτού.
95 Στο τέταρτο ερώτημα πρέπει συνεπώς να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002 έχει την έννοια ότι οι διατάξεις του κανονισμού 753/2002, οι οποίες περιελήφθησαν επίσης στον κανονισμό 1429/2004 και επιβάλλουν την απαγόρευση χρήσης του όρου «Tocai» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών v.q.p.r.d. μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007, δεν αντιβαίνουν στο άρθρο αυτό.
96 Στο πέμπτο ερώτημα δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση, δεδομένου ότι έχει υποβληθεί μόνο για την περίπτωση καταφατικής απάντησης στο τέταρτο ερώτημα.
Επί του έκτου και του έβδομου ερωτήματος
– Επί του έκτου ερωτήματος
97 Με το έκτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσία αν το άρθρο 50 του κανονισμού 1493/1999 έχει την έννοια ότι, κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 23 και 24 της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ, και ειδικότερα του άρθρου 24, παράγραφος 6, της συμφωνίας αυτής, δεν επιτρέπεται, όσον αφορά τις ομώνυμες ονομασίες οίνων, η θέσπιση μέτρων όπως είναι τα προβλεπόμενα από τον κανονισμό 753/2002, εφόσον τα μέτρα αυτά προβλέπουν διαφορετική μεταχείριση για τις ονομασίες οίνων που εμφανίζουν τα ίδια χαρακτηριστικά από την άποψη της ομωνυμίας.
98 Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα συνάγεται ευχερώς από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
99 Συγκεκριμένα, όπως τόνισε το Δικαστήριο με τις σκέψεις 88 έως 97 και 108 της προπαρατεθείσας απόφασης Regione autonoma Friuli-Venezia Giulia και ERSA, οι ιταλικές ονομασίες «Tocai friulano» και «Tocai italico» αντιστοιχούν στο όνομα μιας ποικιλίας αμπέλου και δεν αποτελούν, αντίθετα από ό,τι οι ουγγρικές ονομασίες «Tokaj» ή «Tokaji», γεωγραφικές ενδείξεις.
100 Στη σκέψη 115 της εν λόγω απόφασης Regione autonoma Friuli-Venezia Giulia και ERSA, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τα άρθρα 22 έως 24 της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, σε περιπτώσεις όπως αυτή της κύριας δίκης, η οποία αφορά ομωνυμία μεταξύ μιας γεωγραφικής ένδειξης τρίτου κράτους και μιας ονομασίας που περιλαμβάνει το όνομα μιας ποικιλίας αμπέλου που χρησιμοποιείται για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων κοινοτικών οίνων που προέρχονται από την εν λόγω ποικιλία, οι ανωτέρω διατάξεις δεν απαιτούν να μπορεί η ονομασία αυτή να συνεχίσει να χρησιμοποιείται στο μέλλον, παρά το γεγονός ότι η εν λόγω ονομασία, αφενός, χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν από τους οικείους παραγωγούς είτε καλοπίστως είτε επί δέκα τουλάχιστον έτη πριν από τις 15 Απριλίου 1994 και, αφετέρου, αναφέρει σαφώς το κράτος, την περιφέρεια ή την περιοχή καταγωγής του προστατευόμενου οίνου κατά τρόπον ώστε να αποτρέπονται οι παρανοήσεις εκ μέρους του καταναλωτή.
101 Όσον αφορά, ειδικότερα, το άρθρο 24, παράγραφος 6, της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ, το Δικαστήριο έκρινε επίσης, με τη σκέψη 113 της προπαρατεθείσας απόφασης Regione autonoma Friuli-Venezia Giulia και ERSA, ότι η η εν λόγω διάταξη επιτρέπει, μεταξύ άλλων, στην Κοινότητα να εφαρμόζει, ως μέλος του ΠΟΕ, τις διατάξεις της εν λόγω συμφωνίας σε σχέση με τις γεωγραφικές ενδείξεις οποιουδήποτε άλλου μέλους του ΠΟΕ για τα αμπελοοινικά προϊόντα για τα οποία η κατάλληλη ένδειξη ταυτίζεται με την κοινή ονομασία ποικιλίας σταφυλιών που απαντά στο έδαφος ενός κράτους μέλους κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συμφωνίας για τον ΠΟΕ.
102 Το Δικαστήριο κατέληξε στη σκέψη 114 της ίδιας απόφασης ότι η εν λόγω διάταξη, όπως και οι διατάξεις του άρθρου 24, παράγραφος 4, της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ, προβλέπει την ευχέρεια και όχι την υποχρέωση της Κοινότητας να χορηγεί προστασία σε μια κοινοτική ποικιλία σταφυλιών ή αμπέλου, ιδίως αν η ποικιλία αυτή είναι ομώνυμη με γεωγραφική ένδειξη που αφορά οίνο καταγωγής τρίτου κράτους.
103 Από τα παραπάνω συνάγεται ότι στο έκτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 50 του κανονισμού 1493/1999 έχει την έννοια ότι, κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 23 και 24 της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ, και ειδικότερα του άρθρου 24, παράγραφος 6, της συμφωνίας αυτής, οι διατάξεις αυτές δεν απαγορεύουν τη θέσπιση μέτρων όπως είναι τα προβλεπόμενα από τον κανονισμό 753/2002, τα οποία περιελήφθησαν επίσης στον κανονισμό 1429/2004 και επιβάλλουν την απαγόρευση χρήσης του όρου «Tocai» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών v.q.p.r.d. μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007.
104 Κατόπιν της παραπάνω απάντησης, δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στο έβδομο ερώτημα, το οποίο αφορά το ενδεχόμενο άμεσου αποτελέσματος των άρθρων 22 έως 24 της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ, καθόσον το ερώτημα αυτό θα ήταν λυσιτελές εν προκειμένω μόνο αν ο κανονισμός 753/2002, με τον οποίο επιβάλλεται απαγόρευση χρήσης του όρου «Tocai» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών v.q.p.r.d. μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007, ήταν ασυμβίβαστος με τις εν λόγω διατάξεις της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ, εφόσον οι διατάξεις αυτές απαιτούσαν ότι, σε περίπτωση ύπαρξης ομωνυμίας, καθεμία από τις ονομασίες αυτές θα μπορεί να εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται και στο μέλλον.
105 Από την απάντηση που δόθηκε στο έκτο ερώτημα και ειδικότερα από τη σκέψη 102 της παρούσας διάταξης συνάγεται ότι αυτό δεν συμβαίνει, εν πάση περιπτώσει, στις υποθέσεις στις κύριες δίκες, αντικείμενο των οποίων είναι ένας μηχανισμός ο οποίος καθιερώθηκε με τη Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, έχει περιληφθεί επίσης στον κανονισμό 753/2002 και αποσκοπεί στη ρύθμιση των περιπτώσεων ομωνυμίας μεταξύ μιας ουγγρικής γεωγραφικής ένδειξης και μιας ιταλικής ονομασίας που περιλαμβάνει το όνομα μιας ποικιλίας αμπέλου που χρησιμοποιείται για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων κοινοτικών οίνων.
Επί των δικαστικών εξόδων
106 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Η Πράξη περί των όρων προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει την έννοια ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 της εν λόγω πράξης, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 753/2002 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2002, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων, καθόσον επιβάλλουν, για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων ποιότητας παραγόμενων σε καθορισμένες περιοχές, την απαγόρευση χρήσης του όρου «Tocai» μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του κοινοτικού κεκτημένου που υφίστατο την 1η Μαΐου 2004 και, αφού ενσωματώθηκαν στον κανονισμό (ΕΚ) 1429/2004 της Επιτροπής, της 9ης Αυγούστου 2004, για τροποποίηση του κανονισμού 753/2002, εξακολούθησαν να εφαρμόζονται και μετά την ημερομηνία αυτή.
2) To άρθρο 53 του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς, αποτελεί επαρκή νομική βάση για την εκ μέρους της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θέσπιση των διατάξεων του κανονισμού 753/2002, οι οποίες περιελήφθησαν επίσης στον κανονισμό 1429/2004 και επιβάλλουν, για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων ποιότητας παραγόμενων σε καθορισμένες περιοχές, την απαγόρευση χρήσης του όρου «Tocai» μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007.
3) Οι διατάξεις του κανονισμού 753/2002, οι οποίες περιελήφθησαν επίσης στον κανονισμό 1429/2004 και επιβάλλουν, για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων ποιότητας παραγόμενων σε καθορισμένες περιοχές, την απαγόρευση χρήσης του όρου «Tocai» μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007, δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
4) To άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002 έχει την έννοια ότι οι διατάξεις του κανονισμού 753/2002, οι οποίες περιελήφθησαν επίσης στον κανονισμό 1429/2004 και επιβάλλουν, για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων ποιότητας παραγόμενων σε καθορισμένες περιοχές, την απαγόρευση χρήσης του όρου «Tocai» μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007, δεν αντιβαίνουν στο άρθρο αυτό.
5) To άρθρο 50 του κανονισμού 1493/1999 έχει την έννοια ότι, κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 23 και 24 της Συμφωνίας για τα Δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας στον Τομέα του Εμπορίου, η οποία αποτελεί το παράρτημα 1 Γ της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), που υπογράφηκε στο Μαρακές στις 15 Απριλίου 1994 και εγκρίθηκε με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που προήλθαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθ’ όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της, και ειδικότερα του άρθρου 24, παράγραφος 6, της συμφωνίας αυτής, οι διατάξεις αυτές δεν απαγορεύουν τη θέσπιση μέτρων όπως είναι τα προβλεπόμενα από τον κανονισμό 753/2002, τα οποία περιελήφθησαν επίσης στον κανονισμό 1429/2004 και επιβάλλουν, για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων ποιότητας παραγόμενων σε καθορισμένες περιοχές, την απαγόρευση χρήσης του όρου «Tocai» μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου στις 31 Μαρτίου 2007.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy