Υπόθεση C-503/07 P
Saint-Gobain Glass Deutschland GmbH
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Οδηγία 2003/87/ΕΚ – Σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου – Πρόληψη και μείωση της ρυπάνσεως – Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας – Κατανομή δικαιωμάτων – Περίοδος εμπορίας 2008/2012 – Προϋποθέσεις – Ατομική κατανομή – Απαράδεκτο – Δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως – Δικαίωμα για δίκαιη δίκη»
Περίληψη της διατάξεως
1. Αναίρεση – Έννομο συμφέρον
2. Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά
(Άρθρο 230, εδ. 4, EΚ· οδηγία 2003/87 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 9 και 11)
1. Το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει μια αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη λόγω γεγονότος μεταγενέστερου της αποφάσεως του Πρωτοδικείου δυναμένου να άρει τον βλαπτικό για τον αναιρεσείοντα χαρακτήρα της αποφάσεως αυτής. Συγκεκριμένα, η ύπαρξη συμφέροντος του προσφεύγοντος για την άσκηση αναιρέσεως προϋποθέτει ότι η αναίρεση μπορεί, με το αποτέλεσμά της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε.
(βλ. σκέψη 48)
2. Η δυνατότητα προσδιορισμού, με μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ακριβείας, του αριθμού ή και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στα οποία εφαρμόζεται ένα μέτρο ουδόλως σημαίνει ότι το μέτρο αυτό πρέπει να θεωρείται ως αφορών τα πρόσωπα αυτά ατομικά, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι η εφαρμογή αυτή λαμβάνει χώρα βάσει αντικειμενικής έννομης ή πραγματικής καταστάσεως την οποία καθορίζει η εν λόγω πράξη.
Όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας 2003/78, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61, αφενός, απόφαση της Επιτροπής, απευθυνόμενη σε ένα κράτος μέλος και απορρίπτουσα εν μέρει εθνικό σχέδιο κατανομής (ΕΣΚ) των δικαιωμάτων αυτών για τη δεύτερη περίοδο κατανομής έχει γενικό περιεχόμενο καθόσον τυγχάνει εφαρμογής σε αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες καταστάσεις και συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων τα οποία αντιμετωπίζονται γενικώς και αφηρημένως. Αφετέρου, το γεγονός ότι η απόφαση της Επιτροπής είχε ως συνέπεια την απαγόρευση συνεχίσεως της εφαρμογής της εγγυήσεως κατανομής, την οποία μπορεί να αξιώνουν ορισμένοι φορείς εκμεταλλεύσεως δυνάμει εθνικού νόμου περί κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής, δεν δύναται να χαρακτηρίσει την απόφαση αυτή ως δέσμη ατομικών αποφάσεων. Συναφώς, βάσει του ότι το ΕΣΚ που παρουσίασε το κράτος μέλος στην Επιτροπή πρέπει να περιλαμβάνει κατάλογο των εγκαταστάσεων που καλύπτονται από το σύστημα εμπορίας καθώς και να αναφέρει τα δικαιώματα που πρόκειται να κατανείμει το κράτος αυτό στις οικείες εγκαταστάσεις, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι, με την απόφασή της, η Επιτροπή αποφάνθηκε επί ατομικών αιτήσεων.
Εν πάση περιπτώσει, εάν δεν μπορούν να ζητήσουν την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως, οι οικείοι φορείς εκμεταλλεύσεως μπορούν να προσβάλουν τα ληφθέντα κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω αποφάσεως εθνικά μέτρα και, στο πλαίσιο αυτό, διατηρούν τη δυνατότητα να προβάλουν την έλλειψη νομιμότητας της οδηγίας αυτής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία αποφαίνονται τηρώντας το άρθρο 234 ΕΚ.
(βλ. σκέψεις 70-73, 78)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 8ης Απριλίου 2008 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Οδηγία 2003/87/ΕΚ – Σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου – Πρόληψη και μείωση της ρυπάνσεως – Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας – Κατανομή δικαιωμάτων – Περίοδος εμπορίας 2008/2012 – Προϋποθέσεις – Ατομική κατανομή – Απαράδεκτο – Δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως – Δικαίωμα για δίκαιη δίκη»
Στην υπόθεση C‑503/07 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που ασκήθηκε στις 14 Νοεμβρίου 2007,
Saint-Gobain Glass Deutschland GmbH, με έδρα το Aix-la-Chapelle (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους H. Posser και S. Altenschmidt, Rechtsanwälte,
αναιρεσείουσα,
όπου οι έτεροι διάδικοι είναι:
Fels-Werke GmbH, με έδρα το Goslar (Γερμανία),
Spenner-Zement GmbH & Co. KG, με έδρα το Erwitte (Γερμανία),
προσφεύγουσες πρωτοδίκως,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον U. Wölker, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο τμήματος, P. Kūris και C. Toader (εισηγήτρια), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mazák
γραμματέας: R. Grass,
έχοντας υπόψη την αίτηση της αναιρεσείουσας περί εκδικάσεως της παρούσας υποθέσεως με ταχεία διαδικασία δυνάμει του άρθρου 62α, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με την αίτηση αναιρέσεως, η Saint-Gobain Glass Deutschland GmbH (στο εξής: Saint-Gobain Glass Deutschland) ζητεί την ακύρωση της διατάξεως που εξέδωσε στις 11 Σεπτεμβρίου 2007 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στην υπόθεση Fels-Werke κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑28/07, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη διάταξη), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή της αναιρεσείουσας περί μερικής ακυρώσεως της από 29 Νοεμβρίου 2006 αποφάσεως K(2006) 5609 της Επιτροπής, για το εθνικό σχέδιο κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, το οποίο κοινοποίησε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για την περίοδο από το 2008 έως το 2012 (στο εξής: απόφαση της Επιτροπής).
Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 1 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 275, σ. 32), καθιερώνει, με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2005, ένα τέτοιο σύστημα προκειμένου να προωθήσει τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, ειδικότερα του διοξειδίου του άνθρακα, κατά τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους και οικονομικώς αποτελεσματικό.
3 Σύμφωνα με το άρθρο της 2, η οδηγία 2003/87 εφαρμόζεται στις εκπομπές από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι εγκαταστάσεις για την κατασκευή υάλου.
4 Το άρθρο 11 της οδηγίας 2003/87 προβλέπει μια πρώτη περίοδο κατανομής δικαιωμάτων από το 2005 έως το 2007 (στο εξής: πρώτη περίοδος κατανομής), κατόπιν δεύτερη περίοδο κατανομής δικαιωμάτων από το 2008 έως το 2012 (στο εξής: δεύτερη περίοδος κατανομής).
5 Οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες σύμφωνα με τις οποίες οι αρμόδιες εθνικές αρχές κατανέμουν, βάσει εθνικού σχεδίου κατανομής (στο εξής: ΕΣΚ), δικαιώματα στους φορείς εκμεταλλεύσεως εγκαταστάσεων κατά τη διάρκεια των δύο αυτών περιόδων κατανομής διευκρινίζονται στα άρθρα 9 έως 11 της οδηγίας 2003/87.
6 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/87 προβλέπει:
«Για κάθε περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, κάθε κράτος μέλος καταρτίζει [ΕΣΚ] με τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που σκοπεύει να κατανείμει για την περίοδο αυτή και τον τρόπο κατανομής. Το [ΕΣΚ] βασίζεται σε αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των τυχόν παρατηρήσεων του κοινού. [...]»
7 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2003/87 επιβάλλει στα κράτη μέλη να δημοσιεύσουν και να κοινοποιήσουν ΕΣΚ στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στα άλλα κράτη μέλη για κάθε περίοδο κατανομής.
8 Το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:
«Εντός τριμήνου από την κοινοποίηση [ΕΣΚ] από κράτος μέλος βάσει της παραγράφου 1, η Επιτροπή μπορεί να απορρίψει το [ΕΣΚ] ή οποιαδήποτε πτυχή του, για λόγους μη συμβατότητας με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ ή με το άρθρο 10. Το κράτος μέλος λαμβάνει απόφαση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1 ή 2, μόνον εάν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις γίνουν αποδεκτές από την Επιτροπή. Κάθε απορριπτική απόφαση της Επιτροπής αιτιολογείται.»
9 Σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας 2003/87, τα κράτη μέλη πρέπει να κατανείμουν δωρεάν τουλάχιστον το 95 % των δικαιωμάτων κατά την πρώτη περίοδο κατανομής.
10 Το άρθρο 11 της οδηγίας 2003/87 περί κατανομής και εκχωρήσεως των δικαιωμάτων προβλέπει:
«1. Κατά την τριετή περίοδο που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2005, κάθε κράτος μέλος αποφασίζει τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που θα κατανείμει για την εν λόγω περίοδο και την κατανομή των εν λόγω δικαιωμάτων στον φορέα εκμετάλλευσης κάθε εγκατάστασης. Η απόφαση λαμβάνεται τρεις τουλάχιστον μήνες πριν από την έναρξη της περιόδου και βασίζεται στο [ΕΣΚ] που καταρτίζεται βάσει του άρθρου 9 και σύμφωνα με το άρθρο 10, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του κοινού.
2. Κατά την πενταετή περίοδο που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2008, και για κάθε μετέπειτα πενταετή περίοδο, κάθε κράτος μέλος αποφασίζει τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που θα κατανείμει για την εν λόγω περίοδο και αρχίζει τη διαδικασία κατανομής των δικαιωμάτων στο φορέα εκμετάλλευσης κάθε εγκατάστασης. Η απόφαση λαμβάνεται δώδεκα τουλάχιστον μήνες πριν από την έναρξη της σχετικής περιόδου και βασίζεται στο [ΕΣΚ] του που έχει καταρτισθεί βάσει του άρθρου 9 και σύμφωνα με το άρθρο 10, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του κοινού.
3. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται βάσει της παραγράφου 1 ή 2 πρέπει να είναι σύμφωνες με τις απαιτήσεις της συνθήκης [ΕΚ], και ιδιαίτερα με τα άρθρα 87 και 88. Κατά τη λήψη απόφασης για την κατανομή, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τους την ανάγκη παροχής πρόσβασης στα δικαιώματα και για νεοεισερχομένους στην αγορά.
[…]»
11 Το παράρτημα III της οδηγίας 2003/87 απαριθμεί έντεκα κριτήρια εφαρμοστέα στα ΕΣΚ.
12 Το πέμπτο και δέκατο κριτήριο του εν λόγω παραρτήματος III έχουν ως εξής:
«5. Το [ΕΣΚ] δεν πρέπει να εισάγει διακρίσεις μεταξύ επιχειρήσεων ή τομέων ώστε να ευνοούνται αθεμίτως κάποιες επιχειρήσεις ή δραστηριότητες, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Συνθήκης, και ιδίως των άρθρων 87 και 88 αυτής.
[…]
10. Το σχέδιο περιέχει κατάλογο των εγκαταστάσεων που καλύπτει η παρούσα οδηγία, με τις ποσότητες δικαιωμάτων που πρόκειται να διατεθούν σε καθεμία.»
13 Σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87, τα δικαιώματα ισχύουν για εκπομπές πραγματοποιούμενες κατά τη διάρκεια της περιόδου για την οποία εκχωρούνται.
Ιστορικό της διαφοράς
14 Από την αναιρεσιβαλλομένη διάταξη προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα εκμεταλλεύεται εγκατάσταση παραγωγής υάλου στο Porz. Με την από 16 Δεκεμβρίου 2004 απόφαση του Umweltbundesamt (γερμανικό ομοσπονδιακό γραφείο για το περιβάλλον), της κατανεμήθηκαν, για ένα μέρος της εγκαταστάσεως αυτής που τέθηκε σε λειτουργία κατά τη διάρκεια των ετών 2003 και 2004, δικαιώματα εκπομπών για την πρώτη περίοδο κατανομής βάσει του γερμανικού ΕΣΚ (στο εξής: γερμανικό ΕΣΚ Ι) και του άρθρου 8 του νόμου περί κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής για την περίοδο από 2005 έως 2007 (Zuteilungsgesetz 2007), της 26ης Αυγούστου 2004 (BGBI. 2004 I, σ. 2211, στο εξής: ZuG 2007).
15 Δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του ZuG 2007, η εν λόγω εγκατάσταση απαλλάσσεται της εφαρμογής του συντελεστή εκπληρώσεως για περίοδο δώδεκα ετών από το έτος ενάρξεως της λειτουργίας της.
16 Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ZuG 2007, με την επιφύλαξη αντιθέτων ειδικών κανόνων, οι λυσιτελείς διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται μόνον στην πρώτη περίοδο κατανομής.
17 Εξάλλου, το άρθρο 7 του νόμου της 8ης Ιουλίου 2004, περί μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, για τη δημιουργία συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας (Gesetz zur Umsetzung der Richtlinie 2003/87/EG über ein System für den Handel mit Treibhausgasemissionszertifikaten in der Gemeinschaft, BGBI. 2004 I, σ. 1578, στο εξής: TEHG), προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι το ΕΣΚ που θεσπίζεται για κάθε περίοδο κατανομής αποτελεί τη βάση του νόμου περί κατανομής και ότι η κατανομή πραγματοποιείται βάσει του εν λόγω νόμου.
18 Δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, του TEHG, κάθε φορέας εκμεταλλεύσεως δικαιούται της κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής, σύμφωνα με τις διευκρινιζόμενες με τον νόμο περί κατανομής προϋποθέσεις. Κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2 της διατάξεως αυτής, η κατανομή πραγματοποιείται σε σχέση με τη δραστηριότητα συγκεκριμένης περιόδου κατανομής.
19 Τέλος, το άρθρο 10, παράγραφος 1, του TEHG προβλέπει ότι κάθε κατανομή προϋποθέτει την υποβολή γραπτής αιτήσεως ενώπιον των αρμοδίων αρχών.
20 Στις 4 Ιουλίου 2006, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κοινοποίησε στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87, το ΕΣΚ για τη δεύτερη περίοδο κατανομής (στο εξής: γερμανικό ΕΣΚ ΙI).
21 Όπως και το γερμανικό ΕΣΚ Ι, το γερμανικό ΕΣΚ II περιλαμβάνει, στο κεφάλαιο 6.1, τον γενικό κανόνα κατανομής που εφαρμόζεται στις υφιστάμενες εγκαταστάσεις (Bestandsanlagen), οι οποίες έχουν τεθεί σε λειτουργία πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2002. Όσον αφορά τις εγκαταστάσεις του βιομηχανικού τομέα, ο εφαρμοστέος συντελεστής εκπληρώσεως είναι 0,9875.
22 Περαιτέρω, στο κεφάλαιο 6.2 του γερμανικού ΕΣΚ II, διευκρινίζεται, υπό τον τίτλο «Κατανομές βάσει του άρθρου 8 του ZuG 2007», ότι, δυνάμει της διατάξεως αυτής, δεν εφαρμόζεται κανένας συντελεστής εκπληρώσεως, στο πλαίσιο υπολογισμού του αριθμού των δικαιωμάτων εκπομπής που αφορούν τις εγκαταστάσεις που έχουν τεθεί σε λειτουργία μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2003 και 31ης Δεκεμβρίου 2004, για περίοδο δώδεκα ετών από της ενάρξεως της λειτουργίας τους.
23 Με την απόφασή της, η Επιτροπή απέρριψε εν μέρει το γερμανικό ΕΣΚ II. Με το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι περιγραφόμενοι στο κεφάλαιο 6.2 του γερμανικού ΕΣΚ ΙΙ κανόνες περί κατανομής, μεταξύ άλλων με τον τίτλο «Κατανομές βάσει του άρθρου 8 του ZuG 2007», δεν συμβιβάζονται με το πέμπτο κριτήριο του παραρτήματος III της οδηγίας 2003/87, καθόσον συνεπάγονται αδικαιολόγητο όφελος υπέρ των οικείων εγκαταστάσεων σε σχέση με άλλες υφιστάμενες παρεμφερείς εγκαταστάσεις, ως προς τις οποίες εφαρμόζεται η γενική μέθοδος κατανομής.
24 Συγκεκριμένα, η Επιτροπή θεώρησε ότι η δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής για ορισμένες δραστηριότητες με την εφαρμογή επιεικέστερου και, συνεπώς, ευνοϊκότερου συντελεστή εκπληρώσεως, αποτελεί επιλεκτικό οικονομικό όφελος για ορισμένες επιχειρήσεις, το οποίο δύναται να νοθεύσει ή να απειλήσει να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να θίξει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και, κατά συνέπεια, δύναται να αποτελέσει κρατική ενίσχυση αντίθετη προς τα άρθρα 87 ΕΚ και 88 ΕΚ.
25 Η Επιτροπή δέχεται μόνον ότι, για μια δεδομένη περίοδο κατανομής, η κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις μπορεί να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με διαφορετικές μεθόδους από αυτές που εφαρμόζονται στους «νεοεισερχόμενους», υπό την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο η΄, της οδηγίας 2033/87, τους οποίους η οδηγία θεωρεί, επομένως, ως ιδιαίτερη κατηγορία. Η δικαιολογία της άνισης αυτής μεταχειρίσεως είναι πάντως παρωχημένη για την επόμενη περίοδο κατανομής, όταν ο αρχικώς «νεοεισερχόμενος» μετατραπεί σε υφιστάμενη εγκατάσταση για την οποία διατίθενται δεδομένα στοιχεία παρεμφερή με τα στοιχεία των υφισταμένων εγκαταστάσεων.
26 Με το άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεώς της, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν θα εγείρει ενστάσεις κατά του γερμανικού ΕΣΚ ΙΙ αν, αποφεύγοντας τις δυσμενείς διακρίσεις, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επιφέρει και της κοινοποιήσει τις εξής τροποποιήσεις:
«[Ο]ι εγγυήσεις κατανομής της πρώτης περιόδου κατανομής, όπως περιγράφονται στο κεφάλαιο 6.2 του [γερμανικού ΕΣΚ II] με τίτλους “Συμπληρωματικές νέες εγκαταστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 11 του ZuG 2007” και “Κατανομές σύμφωνα με το άρθρο 8 του ZuG 2007” […], δεν πρέπει να εφαρμόζονται, κατά την κατανομή των δικαιωμάτων εκπομπής, με τρόπο που να ευνοεί τις οικείες εγκαταστάσεις σε σχέση με άλλες υφιστάμενες παρεμφερείς εγκαταστάσεις, ως προς τις οποίες εφαρμόζεται η γενική μέθοδος κατανομής του εν λόγω ΕΣΚ· δηλαδή, στις οικείες εγκαταστάσεις πρέπει να εφαρμόζεται ο ίδιος συντελεστής εκπληρώσεως που εφαρμόζεται σε άλλες υφιστάμενες παρεμφερείς εγκαταστάσεις […].»
Η αναιρεσιβαλλομένη διάταξη
27 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 7 Φεβρουαρίου 2007, η αναιρεσείουσα άσκησε αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
28 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε αυθημερόν, η αναιρεσείουσα ζήτησε την εκδίκαση της υποθέσεως με την ταχεία διαδικασία του άρθρου 76α του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Με το από 23 Φεβρουαρίου 2007 έγγραφο, η Επιτροπή αντέκρουσε την εκδίκαση της υποθέσεως με ταχεία διαδικασία. Με την από 7 Ιουνίου 2007 απόφαση του Πρωτοδικείου, έγινε δεκτή η αίτηση εκδικάσεως της υποθέσεως με ταχεία διαδικασία.
29 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 23 Μαρτίου 2007, η Επιτροπή προέβαλε, βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ένσταση απαραδέκτου κατά της προαναφερθείσας αναιρέσεως, επί της οποίας η αναιρεσείουσα υπέβαλε παρατηρήσεις στις 12 Απριλίου 2007.
30 Με την αίτηση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως καθόσον κρίνει ασυμβίβαστες με την οδηγία 2003/87 τις εγγυήσεις κατανομής που προκύπτουν από την πρώτη περίοδο κατανομής, όπως περιγράφονται στο κεφάλαιο 6.2 του γερμανικού ΕΣΚ II με τίτλους «Συμπληρωματικές νέες εγκαταστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 11 του ZuG 2007» και «Κατανομές σύμφωνα με το άρθρο 8 του ZuG 2007»·
– να ακυρώσει το άρθρο 2, παράγραφος 2, της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως καθόσον με τη διάταξη αυτή επιβάλλονται υποχρεώσεις (Vorgaben) στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όσον αφορά την εφαρμογή των εγγυήσεων κατανομής που προκύπτουν από την πρώτη περίοδο κατανομής, όπως περιγράφηκαν στο κεφάλαιο 6.2 του γερμανικού ΕΣΚ II με τίτλους «Συμπληρωματικές νέες εγκαταστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 11 του ZuG 2007» και «Κατανομές σύμφωνα με το άρθρο 8 του ZuG 2007», και καθόσον με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται η εφαρμογή του εφαρμοστέου σε άλλες υφιστάμενες παρεμφερείς εγκαταστάσεις συντελεστή εκπληρώσεως·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
31 Με την αναιρεσιβαλλομένη διάταξη, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη, κρίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι εφόσον η αναιρεσείουσα δεν ήταν αποδέκτης της αποφάσεως της Επιτροπής, η απόφαση αυτή δεν την αφορά ατομικώς, υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
32 Προς στήριξη της κρίσεως αυτής, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, με τη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η απόφαση της Επιτροπής αποτελεί πράξη γενικής ισχύος εφόσον τυγχάνει εφαρμογής σε αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες καταστάσεις και συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων τα οποία αντιμετωπίζονται γενικώς και αφηρημένως. Συγκεκριμένα, τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως της Επιτροπής αφορούν, γενικώς και αφηρημένως, όλους τους φορείς εκμεταλλεύσεως εγκαταστάσεων, τους οποίους αφορούν οι κανόνες του κεφαλαίου 6.2 του γερμανικού ΕΣΚ ΙI και ασκούν δραστηριότητες στους οικονομικούς τομείς που υπάγονται στο σύστημα κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής αερίων δυνάμει του παραρτήματος I της οδηγίας 2003/87. Κατά συνέπεια, ενόψει των διατάξεων αυτών και υπό την επιφύλαξη υπάρξεως ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών, οι εν λόγω φορείς εκμεταλλεύσεως θίγονται κατά τον ίδιο τρόπο και βρίσκονται σε παρεμφερή κατάσταση.
33 Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι, κατά πάγια νομολογία, ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο πλην του αποδέκτη μιας πράξεως μπορεί να ισχυριστεί ότι η πράξη το αφορά ατομικώς, υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, μόνον αν η εν λόγω πράξη το θίγει λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων του ή μιας πραγματικής καταστάσεως που το χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, το εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937· της 18ης Μαΐου 1994, C‑309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. I-1853, σκέψη 20· της 25ης Ιουλίου 2002, C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. I‑6677, σκέψη 36, και της 1ης Απριλίου 2004, C‑263/02 P, Επιτροπή κατά Jégo-Quéré, Συλλογή 2004, σ. I-3425, σκέψη 45).
34 Συναφώς, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι το γεγονός και μόνον ότι πράξη γενικής ισχύος μπορεί να έχει συγκεκριμένα διαφορετικά αποτελέσματα για τα διάφορα υποκείμενα δικαίου επί των οποίων έχει εφαρμογή δεν μπορεί να τα διαφοροποιεί σε σχέση με όλους τους λοιπούς ενδιαφερομένους επιχειρηματίες, εφόσον η εφαρμογή της πράξεως αυτής πραγματοποιείται δυνάμει αντικειμενικώς προσδιοριζομένης καταστάσεως.
35 Ωστόσο, με τη σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες, αντί να εξατομικεύονται λόγω ιδιαιτέρων ιδιοτήτων, θίγονται όπως οι λοιποί φορείς εκμεταλλεύσεως εγκαταστάσεων που υπάγονται στην ίδια εθνική και κοινοτική νομοθεσία, ως ευρισκόμενοι στην ίδια κατάσταση. Συνεπώς, μόνον λόγω της αντικειμενικής ιδιότητάς τους ως φορείς εκμεταλλεύσεως τους οποίους αφορούν οι κανόνες του κεφαλαίου 6.2 του γερμανικού ΕΣΚ II και δραστηριοποιούνται στους τομείς που καλύπτει το παράρτημα Ι της οδηγίας 2003/87, οι προσφεύγουσες δύνανται να ισχυριστούν ότι θίγονται από την απόφαση της Επιτροπής.
36 Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο, με την ίδια σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, έκρινε ότι κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες δεν μπορεί να διακυβεύσει την εκτίμηση αυτή.
37 Ειδικότερα, με τη σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα ότι η Saint-Gobain Glass Deutschland αποτελεί μέρος κλειστού κύκλου προσώπων επειδή ανήκει σε όμιλο φορέων εκμεταλλεύσεως που ζήτησαν και τους χορηγήθηκαν δικαιώματα εκπομπών κατά τη διάρκεια της περιόδου από το 2003 έως το 2004, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του ZuG 2007. Συναφώς, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, κατ’ αρχάς, ότι η Saint-Gobain Glass Deutschland δεν προσκόμισε διευκρινίσεις ή αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά τη σύνθεση του προβαλλομένου αυτού κλειστού κύκλου προσώπων. Επομένως, δεν πρόσθεσε στον φάκελο της υποθέσεως κανέναν κατάλογο φορέων εκμεταλλεύσεως που έτυχαν της εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 1, του ZuG 2007 όπως ο κατάλογος που προσκόμισαν οι άλλες δύο προσφεύγουσες.
38 Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι η δυνατότητα προσδιορισμού, με μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ακριβείας, του αριθμού ή και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στα οποία εφαρμόζεται ένα μέτρο ουδόλως σημαίνει ότι το μέτρο αυτό πρέπει να θεωρείται ως αφορόν τα πρόσωπα αυτά ατομικά, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι η εφαρμογή αυτή λαμβάνει χώρα βάσει αντικειμενικής έννομης ή πραγματικής καταστάσεως την οποία καθορίζει η εν λόγω πράξη (απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Νοεμβρίου 2001, C-451/98, Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. Ι-8949, σκέψη 52).
39 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Saint-Gobain Glass Deutschland δεν απέδειξε ότι η απόφαση της Επιτροπής την αφορά ατομικά επειδή προβάλλει ότι ανήκει σε κλειστό κύκλο φορέων εκμεταλλεύσεως.
40 Εξάλλου, το Πρωτοδικείο έκρινε επίσης ότι ούτε από τους σκοπούς της οδηγίας 2003/87, υπό το πρίσμα της πέμπτης αιτιολογικής της σκέψεως, ούτε από το πέμπτο κριτήριο του παραρτήματος ΙΙΙ, ούτε από καμία άλλη διάταξη της εν λόγω οδηγίας προκύπτει εγγύηση για τους φορείς εκμεταλλεύσεως εγκαταστάσεων ότι θα εφαρμοστεί συγκεκριμένη μέθοδος κατανομής, και μάλιστα ότι θα τους κατανεμηθούν ορισμένα δικαιώματα εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, ειδικότερα όταν η προβαλλομένη αυτή εγγύηση αφορά πολλές περιόδους κατανομής. Αντιθέτως, το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2003/87, σε συνδυασμό με τα άρθρα 9, παράγραφος 1, και 13, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής διακρίνει σαφώς μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης περιόδου κατανομής και περιορίζει το κύρος των δικαιωμάτων εκπομπής που κατανέμονται για μία μόνον περίοδο κατανομής, πράγμα το οποίο συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη πρέπει να λάβουν διαφορετικές αποφάσεις περί κατανομής για κάθε περίοδο.
Αιτήματα των διαδίκων
41 Με την αίτηση αναιρέσεως, η Saint-Gobain Glass Deutschland ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη καθόσον αφορά την αναιρεσείουσα·
– να ακυρώσει το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως της Επιτροπής, καθόσον με τη διάταξη αυτή κρίνονται ασυμβίβαστες προς την οδηγία 2003/87 οι εγγυήσεις περί κατανομής που προκύπτουν από την πρώτη περίοδο εμπορίας, όπως οι περιγραφόμενες στο κεφάλαιο 6.2 του γερμανικού ΕΣΚ II·
– να ακυρώσει το άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως της Επιτροπής, καθόσον, αφενός, με τη διάταξη αυτή επιβάλλονται δεσμεύσεις στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όσον αφορά την εφαρμογή των εγγυήσεων κατανομής που προκύπτουν από την πρώτη περίοδο εμπορίας, οι οποίες περιγράφονται στο κεφάλαιο 6.2 του γερμανικού ΕΣΚ II, και, αφετέρου, καθόσον με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται η εφαρμογή του ιδίου συντελεστή προόδου όπως για τις λοιπές υφιστάμενες παρεμφερείς εγκαταστάσεις∙
– επικουρικώς, να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλομένη διάταξη και να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου∙
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
42 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης και, επικουρικώς, την απόρριψή της ως αβάσιμης. Ζητεί επίσης την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
43 Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Saint-Gobain Glass Deutschland προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, αντλούμενους από παραβίαση του δικονομικού δικαίου και παράβαση του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
44 Σύμφωνα με το άρθρο 119 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως με αιτιολογημένη διάταξη.
45 Το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο συμβαίνει εν προκειμένω και, λαμβανομένης υπόψη της εκδόσεως της παρούσας διατάξεως, παρέλκει η εξέταση της αιτήσεως περί εκδικάσεως της υποθέσεως με ταχεία διαδικασία.
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως
46 Η Επιτροπή φρονεί ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον καθόσον η ακύρωση των διατάξεων της αποφάσεως της Επιτροπής στο πλαίσιο της αναιρέσεως δεν συνεπάγεται κανένα έννομο αποτέλεσμα, λόγω της εκδόσεως της από 26 Οκτωβρίου 2007 αποφάσεως C(2007) 5258 της Επιτροπής, περί εγκρίσεως των τροποποιήσεων που επέφερε στη νομοθεσία της η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και, μεταξύ άλλων, της αντικαταστάσεως του συστήματος που βασιζόταν σε ενιαίο συντελεστή εκπληρώσεως με άλλο σύστημα.
47 Κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 54α του Κανονισμού Διαδικασίας του, η Επιτροπή τού κοινοποίησε την τελευταία αυτή απόφαση.
48 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει μια αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη λόγω γεγονότος μεταγενέστερου της αποφάσεως του Πρωτοδικείου δυναμένου να άρει τον βλαπτικό για τον αναιρεσείοντα χαρακτήρα της αποφάσεως αυτής. Συγκεκριμένα, η ύπαρξη συμφέροντος του προσφεύγοντος για την άσκηση αναιρέσεως προϋποθέτει ότι η αναίρεση μπορεί, με το αποτέλεσμά της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε (βλ. απόφαση Δικαστηρίου της 19ης Οκτωβρίου 1995, C-19/93 P, Rendo κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. Ι-3319, σκέψη 13, και διάταξη της 25ης Ιανουαρίου 2001, C‑111/99 P, Lech-Stahlwerke κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I‑727, σκέψη 18).
49 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η απόφαση που επικαλείται η Επιτροπή για να αποδείξει την έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, αφενός, δεν αντικαθιστά την απόφαση της Επιτροπής, και, αφετέρου, παραπέμπει μόνο σε τροποποιήσεις που αφορούν το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως της Επιτροπής.
50 Ωστόσο, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί και τις διαπιστώσεις περί του ασυμβάτου προς την οδηγία 2003/87 των εγγυήσεων που προκύπτουν από την πρώτη περίοδο κατανομής και περιλαμβάνονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως της Επιτροπής, καθόσον η διάταξη αυτή, αφενός, επιβάλλει δεσμεύσεις στο κράτος μέλος, που είναι αποδέκτης της αποφάσεως, όσον αφορά την εφαρμογή των εγγυήσεων που προκύπτουν από την πρώτη περίοδο κατανομής, οι οποίες περιγράφονται στο κεφάλαιο 6.2 του γερμανικού ΕΣΚ II, και, αφετέρου, επιβάλλει στο κράτος αυτό την εφαρμογή του ίδιου συντελεστή προόδου όπως για τις λοιπές υφιστάμενες παρεμφερείς εγκαταστάσεις.
51 Υπό τις συνθήκες αυτές, και ελλείψει συμπληρωματικών πληροφοριακών στοιχείων, το Δικαστήριο δεν δύναται να κρίνει, όπως ζητεί η Επιτροπή, ότι η Saint-Gobain Glass Deutschland στερείται εννόμου συμφέροντος στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
52 Κατά συνέπεια, η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από παραβίαση του δικονομικού δικαίου
Επιχειρήματα των διαδίκων
53 Η Saint-Gobain Glass Deutschland υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, με την αναιρεσιβαλλομένη διάταξη, παραβίασε την αρχή της δίκαιης δίκης καθώς και την επιταγή περί δικαστικής ακροάσεως. Συναφώς, η Saint-Gobain Glass Deutschland ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει να δίνεται στους διαδίκους η δυνατότητα να εκφράζουν την άποψή τους επί όλων των πραγματικών ή νομικών ζητημάτων που είναι λυσιτελή για τη λύση της διαφοράς.
54 Σύμφωνα με την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο στήριξε κατ’ ουσίαν τη διάταξή του επί του γεγονότος ότι η Saint-Gobain Glass Deutschland δεν προσκόμισε διευκρινίσεις ή αποδεικτικά στοιχεία ως προς τη σύνθεση του προβαλλομένου κλειστού κύκλου των φορέων εκμεταλλεύσεως για να της αναγνωριστεί η ιδιότητα προσώπου το οποίο αφορά ατομικώς η απόφαση της Επιτροπής. Ωστόσο, η Saint-Gobain Glass Deutschland ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο ουδόλως της ζήτησε να προσκομίσει τέτοιον κατάλογο. Επομένως, η Saint‑Gobain Glass Deutschland δεν μπορούσε να εκθέσει στο Πρωτοδικείο τους λόγους για τους οποίους δεν προσκομίστηκε τέτοιος κατάλογος.
55 Συναφώς, η αναιρεσείουσα φρονεί ότι δεν είχε κανένα λόγο να προσκομίσει τον επίμαχο κατάλογο χωρίς να της ζητηθεί ρητώς από το Πρωτοδικείο. Εξάλλου, η ιδιότητα μέλους ενός κλειστού κύκλου επιχειρηματιών που θίγονται από την απόφαση της Επιτροπής προκύπτει άμεσα από τη δομή της εθνικής νομοθεσίας και, επομένως, δεν εξαρτάται από την προσκόμιση καταλόγου των ενδιαφερομένων φορέων εκμεταλλεύσεως.
56 Η Saint-Gobain Glass Deutschland υποστηρίζει επίσης ότι της ήταν αδύνατο να προσκομίσει τέτοιον κατάλογο εφόσον το Umweltbundesamt δεν μπορούσε να δεχθεί συναφές αίτημα για λόγους συνδεόμενους με την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο είχε τη δυνατότητα να λάβει μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας ή διεξαγωγής αποδείξεων. Επομένως, αν το Πρωτοδικείο είχε θέσει το ζήτημα αυτό, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θα είχε προσκομίσει τον εν λόγω κατάλογο, βάσει του οποίου θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι η αναιρεσείουσα συμμετέχει σε κλειστό κύκλο φορέων εκμεταλλεύσεως.
57 Η Επιτροπή θεωρεί ότι, με την αναιρεσιβαλλομένη διάταξη, το Πρωτοδικείο ουδόλως παραβίασε το δικονομικό δίκαιο.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
58 Προκαταρκτικώς, διαπιστώνεται ότι, αντιθέτως προς όσα θεωρεί προφανώς η αναιρεσείουσα, μόνον εκ περισσού το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι η αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε κατάλογο των φορέων εκμεταλλεύσεως που θίγονται από την απόφαση της Επιτροπής για να αποδείξει ότι η απόφαση την αφορά ατομικώς.
59 Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο έκρινε κατ’ αρχάς, με τη σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν αφορά ατομικώς τις προσφεύγουσες και ότι κανένα από τα επιχειρήματά τους δεν διακυβεύει την εκτίμηση αυτή.
60 Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο, απαντώντας σε ορισμένα επιχειρήματα της Saint‑Gobain Glass Deutschland που βασίζονταν στην προβαλλομένη συμμετοχή της σε κλειστό κύκλο φορέων εκμεταλλεύσεως, τους οποίους αφορά η απόφαση της Επιτροπής, υπενθύμισε, με τη σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η δυνατότητα προσδιορισμού, με μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ακριβείας, του αριθμού ή και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στα οποία εφαρμόζεται το επίμαχο μέτρο της εν λόγω αποφάσεως ουδόλως σημαίνει ότι το μέτρο αυτό πρέπει να θεωρείται ως αφορών τα πρόσωπα αυτά ατομικά, εφόσον συνομολογείται ότι η εφαρμογή αυτή λαμβάνει χώρα βάσει αντικειμενικής έννομης ή πραγματικής καταστάσεως την οποία καθορίζει η εν λόγω πράξη.
61 Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η Saint‑Gobain Glass Deutschland δεν προσκόμισε διευκρινίσεις ή αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά τη σύνθεση του προβαλλομένου αυτού κλειστού κύκλου φορέων εκμεταλλεύσεως. Συνεπώς, μόνον εκ περισσού το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι η προσφεύγουσα δεν πρόσθεσε στον φάκελο της υποθέσεως κατάλογο των φορέων εκμεταλλεύσεως, αντίθετα προς όσα έπραξαν οι λοιπές προσφεύγουσες.
62 Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, οι αιτιάσεις που στρέφονται κατά ενός πλεοναστικού σημείου του σκεπτικού της αποφάσεως του Πρωτοδικείου δεν μπορούν να επιφέρουν την αναίρεσή του και συνεπώς είναι αλυσιτελείς (απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, C‑189/02 P, C-202/02 P, C‑205/02 P έως C-208/02 P και C-213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I-5425, σκέψη 148, καθώς και διάταξη της 23ης Φεβρουαρίου 2006, C‑171/05 P, Piau κατά Επιτροπής, που δεν δημοσιεύτηκε στη Συλλογή, σκέψη 86).
63 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ
Επιχειρήματα των διαδίκων
64 Mε τον λόγο αυτό, η Saint-Gobain Glass Deutschland υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως δεν δέχθηκε ότι η κοινοτική πράξη τη θίγει ατομικώς.
65 Σύμφωνα με την αναιρεσείουσα, ο κύκλος των εν λόγω φορέων εκμεταλλεύσεως είχε ή μπορούσε να προσδιοριστεί οριστικώς βάσει της γερμανικής νομοθεσίας και, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να επεκταθεί. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο μπορούσε να κρίνει μόνον ότι η απαγόρευση διατηρήσεως σε ισχύ της εγγυήσεως κατανομής εφαρμόζεται βάσει αντικειμενικής έννομης ή πραγματικής καταστάσεως την οποία καθορίζει η εν λόγω πράξη.
66 Σύμφωνα με την αναιρεσείουσα, η απόφαση της Επιτροπής προσδιορίζει τόσο επακριβώς τους φορείς εκμεταλλεύσεως ώστε η αναφορά αντικειμενικώς στον τομέα εφαρμογής του άρθρου 8 του ZuG 2007, μπορεί ανά πάσα στιγμή να αντικατασταθεί από ονομαστικό κατάλογο των φορέων εκμεταλλεύσεως χωρίς να μεταβληθεί το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής.
67 Η αναιρεσείουσα, στηριζόμενη στην απόφαση της 13ης Μαΐου 1971, 41/70 έως 44/70, International Fruit Company κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969‑1971, σ. 783, σκέψη 21), υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο μπορεί να θεώρησε ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι δέσμη ατομικών αποφάσεων, εφόσον, με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή απαγόρευσε τη συνέχιση της εφαρμογής της εγγυήσεως κατανομής ως προς τους φορείς εκμεταλλεύσεως, τους οποίους αφορά η εν λόγω εγγύηση του άρθρου 8 του ZuG 2007. Τέλος, η απόφαση της Επιτροπής περί του γερμανικού ΕΣΚ II αποτελεί απόφαση γενικού χαρακτήρα και δέσμη ατομικών αποφάσεων, καθόσον απαγορεύει την εφαρμογή των εγγυήσεων κατανομής που απορρέουν από το άρθρο 8 του ZuG 2007.
68 Η Επιτροπή υποστηρίζει ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Συναφώς, θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο ορθώς εφάρμοσε το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
69 Περαιτέρω, η απόφαση της Επιτροπής δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως δέσμη ατομικών αποφάσεων, καθόσον η Επιτροπή δεν αποφάνθηκε επί ατομικών αιτήσεων και, εν πάση περιπτώσει, δεν διέθετε καμία από τις απαιτούμενες πληροφορίες περί των εγκαταστάσεων, τις οποίες αφορά το κοινοποιηθέν ΕΣΚ, ώστε να είναι σε θέση να αποφανθεί επ’ αυτού, όπως επιχειρεί να αποδείξει η αναιρεσείουσα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
70 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο, η δυνατότητα προσδιορισμού, με μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ακριβείας, του αριθμού ή και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στα οποία εφαρμόζεται ένα μέτρο ουδόλως σημαίνει ότι το μέτρο αυτό πρέπει να θεωρείται ως αφορών τα πρόσωπα αυτά ατομικά, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι η εφαρμογή αυτή λαμβάνει χώρα βάσει αντικειμενικής έννομης ή πραγματικής καταστάσεως την οποία καθορίζει η εν λόγω πράξη (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 52· καθώς και διατάξεις της 24ης Μαΐου 1993, C-131/92, Arnaud κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1993, σ. I‑2573, σκέψη 13, και της 21ης Ιουνίου 1993, C‑276/93, Chiquita Banana κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1993, σ. I-3345, σκέψη 8).
71 Όσον αφορά την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας με σκοπό να αποδείξει ότι η απόφαση της Επιτροπής έχει υβριδικό χαρακτήρα καθόσον αποτελεί συγχρόνως πράξη γενικής ισχύος και δέσμη ατομικών αποφάσεων, επιβάλλεται η διαπίστωση, αφενός, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η απόφαση της Επιτροπής που είχε αποδέκτη την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχει γενικό περιεχόμενο καθόσον τυγχάνει εφαρμογής σε αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες καταστάσεις και συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων τα οποία αντιμετωπίζονται γενικώς και αφηρημένως.
72 Αφετέρου, το γεγονός ότι η απόφαση της Επιτροπής είχε ως συνέπεια την απαγόρευση συνεχίσεως της εφαρμογής της εγγυήσεως κατανομής, την οποία μπορεί να αξιώνουν ορισμένοι φορείς εκμεταλλεύσεως δυνάμει του άρθρου 8 του ZuG 2007, δεν δύναται να χαρακτηρίσει την απόφαση αυτή ως δέσμη ατομικών αποφάσεων.
73 Συναφώς, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, βάσει του ότι το ΕΣΚ που παρουσίασε το κράτος μέλος στην Επιτροπή πρέπει να περιλαμβάνει κατάλογο των εγκαταστάσεων που καλύπτονται από το σύστημα εμπορίας καθώς και να αναφέρει τα δικαιώματα που πρόκειται να κατανείμει το κράτος αυτό στις οικείες εγκαταστάσεις, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι, με την απόφασή της, η Επιτροπή αποφάνθηκε επί ατομικών αιτήσεων, όπως συνέβαινε στην υπόθεση που οδήγησε στην προπαρατεθείσα απόφαση International Fruit Company κ.λπ. κατά Επιτροπής.
74 Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι ο κατάλογος του παραρτήματος ΙΙΙ, σημείο 10, της οδηγίας 2003/87 αφορά τις οικείες εγκαταστάσεις και δεν αφορά ονομαστική απογραφή των φορέων εκμεταλλεύσεως, στους οποίους έχουν κατανεμηθεί δικαιώματα.
75 Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας αυτής, σε κάθε κράτος μέλος και όχι στην Επιτροπή απόκειται να αποφασίσει για το σύνολο των δικαιωμάτων που θα κατανείμει την επίμαχη περίοδο, να κινήσει τη διαδικασία κατανομής των δικαιωμάτων αυτών στον φορέα εκμεταλλεύσεως κάθε εγκαταστάσεως καθώς και να αποφανθεί περί της κατανομής των εν λόγω δικαιωμάτων. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται βάσει του ΕΣΚ του, που θεσπίζεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9, και σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας αυτής.
76 Τέλος, όπως επισήμανε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ούτε από τους σκοπούς της οδηγίας 2003/87, σε συνδυασμό με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη, ούτε από το πέμπτο κριτήριο του παραρτήματος ΙΙΙ, ούτε από καμία άλλη διάταξη της οδηγίας αυτής δεν προκύπτει εγγύηση για τους φορείς εκμεταλλεύσεως εγκαταστάσεων ότι θα τύχουν εφαρμογής ορισμένης μεθόδου κατανομής, και μάλιστα ότι θα τους παρασχεθούν ορισμένα δικαιώματα εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Εξάλλου, τη διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνουν οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις που επέφερε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στο γερμανικό ΕΣΚ ΙΙ, τις οποίες δέχθηκε η Επιτροπή.
77 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή του άρθρου 230 ΕΚ κρίνοντας ότι η απόφαση της Επιτροπής έχει γενική ισχύ και, συνεπώς, δεν αφορά ατομικώς την αναιρεσείουσα.
78 Πάντως, επισημαίνεται ότι, μολονότι δεν μπορούν να ζητήσουν την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, οι προσφεύγοντες μπορούν να προσβάλουν τα ληφθέντα κατ’ εφαρμογή της αποφάσεως της Επιτροπής εθνικά μέτρα και στο πλαίσιο αυτό διατηρούν τη δυνατότητα να προβάλουν την έλλειψη νομιμότητας της οδηγίας αυτής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία αποφαίνονται τηρώντας το άρθρο 234 ΕΚ (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 1983, 216/82, Universität Hamburg, Συλλογή 1983, σ. 2771, σκέψη 10, και της 17ης Νοεμβρίου 1998, C-70/97 P, Kruidvat κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I‑7183, σκέψεις 48 και 49).
79 Κατόπιν των ανωτέρω, ο λόγος αυτός πρέπει επομένως να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος και, συνεπώς, να απορριφθεί το σύνολο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
80 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του ιδίου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Saint-Gobain Glass Deutschland στα δικαστικά έξοδα και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τη Saint-Gobain Glass Deutschland GmbH στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy