Υπόθεση T-24/07
ThyssenKrupp Stainless AG
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Επίπεδα προϊόντα από ανοξείδωτο χάλυβα – Απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση του άρθρου 65 ΑΧ μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 – Προσαύξηση της τιμής του κράματος – Αρμοδιότητα της Επιτροπής – Καταλογισμός της παραβατικής συμπεριφοράς – Δεδικασμένο – Δικαιώματα άμυνας – Πρόσβαση στον φάκελο – Παραγραφή – Αρχή non in idem – Συνεργασία κατά τη διοικητική διαδικασία»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Πράξεις των οργάνων – Επιλογή της νομικής βάσεως – Κοινοτική νομοθεσία – Απαίτηση σαφήνειας και προβλεψιμότητας – Ρητή αναφορά της νομικής βάσεως
(Κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρα 7 § 1 και 23 § 2)
2. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Συμπράξεις που εμπίπτουν ratione materiae και ratione temporis στο νομικό καθεστώς της Συνθήκης ΕΚΑΧ – Λήξη της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ
(Άρθρο 65 § 1 ΑΧ· άρθρο 81 ΕΚ· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρα 7 § 1 και 23 § 2)
3. Πράξεις των οργάνων – Διαχρονική εφαρμογή – Διαδικαστικοί κανόνες – Ουσιαστικοί κανόνες – Διάκριση – Αναδρομική εφαρμογή ουσιαστικού κανόνα – Προϋποθέσεις
(Άρθρο 65 § 1 ΑΧ· άρθρο 305 ΕΚ· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρα 7 § 1 και 23 § 2)
4. Προσφυγή ακυρώσεως – Ακυρωτική απόφαση – Έκταση – Απόλυτο δεδικασμένο – Έκταση
5. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Απόφαση της Επιτροπής για την ίδια επιχείρηση και την ίδια παράβαση προγενέστερης αποφάσεως μερικώς ακυρωθείσας
(Άρθρο 233 ΕΚ· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23)
6. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Παραγραφή σε θέματα διώξεως – Καταλογισμός της παραβάσεως σε άλλο νομικό πρόσωπο πλην του υπευθύνου για την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως κατά τον χρόνο της παραβάσεως
(Κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 25 §§ 1 και 2· γενική απόφαση 715/78, άρθρα 1 § 1 και 2)
7. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Ανακοίνωση των αιτιάσεων – Υποχρεωτικό περιεχόμενο – Σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας
(Άρθρο 233 ΕΚ· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 27)
8. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας – Πρόσβαση στον φάκελο – Υποχρέωση παροχής προσβάσεως στο σύνολο του φακέλου
(Κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 27 § 2· ανακοίνωση της Επιτροπής 2005/C 325/07, σημεία 18, 19 και 23)
9. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Μη επιβολή ή μείωση του προστίμου ως αντιστάθμισμα για τη συνεργασία της κατηγορούμενης επιχειρήσεως
(Κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23· ανακοίνωση της Επιτροπής 96/C 207/04, τίτλος Δ)
1. Στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξης, τα όργανα διαθέτουν μόνον κατά παραχώρηση αρμοδιότητες. Για τον λόγο αυτό, οι κοινοτικές πράξεις παραθέτουν στο προοίμιό τους τη νομική βάση που εξουσιοδοτεί το κοινοτικό όργανο να ενεργήσει στον οικείο τομέα. Η επιλογή της προσήκουσας νομικής βάσεως ενέχει σπουδαιότητα συνταγματικού χαρακτήρα.
Επιπλέον, είναι αναγκαίο η κοινοτική νομοθεσία να είναι σαφής και οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να προβλέψουν την εφαρμογή της. Σύμφωνα με αυτή την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η δεσμευτικότητα κάθε πράξεως που προορίζεται να παραγάγει έννομα αποτελέσματα πρέπει να απορρέει από διάταξη του κοινοτικού δικαίου, η οποία πρέπει να αναφέρεται ρητώς ως νομική της βάση και η οποία προβλέπει τη μορφή την οποία πρέπει να περιβληθεί η πράξη αυτή.
Περαιτέρω, μια κύρωση, έστω και μη ποινική, μπορεί να επιβληθεί μόνον αν στηρίζεται σε σαφή και μη αμφίσημη νομική βάση.
Τέλος, η διάταξη που συνιστά τη νομική βάση πράξεως και νομιμοποιεί το κοινοτικό όργανο για την έκδοση της εν λόγω πράξεως πρέπει να ισχύει κατά τον χρόνο εκδόσεώς της.
Η απόφαση με την οποία η Επιτροπή διαπιστώνει, μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ και επιβάλλει πρόστιμο στην προσφεύγουσα βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης, όσον αφορά τη διαπίστωση της παραβάσεως, και στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, όσον αφορά την επιβολή του προστίμου, εξαιρουμένου του άρθρου 65 ΑΧ. Η απόφαση αυτή μπορεί, περαιτέρω, να αναφέρεται στο άρθρο 65, παράγραφος 1, ΑΧ, ήτοι στην ουσιαστική διάταξη που απευθύνεται στις επιχειρήσεις και στις ενώσεις επιχειρήσεων και απαγορεύει ορισμένων ειδών αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά. Μπορεί επίσης να αναφέρεται στη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 65, παράγραφος 5, ΑΧ, στο πλαίσιο του ζητήματος της εφαρμογής της αρχής του lex mitior, με σκοπό να δικαιολογήσει την εφαρμογή της διατάξεως αυτής και όχι του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 για την επιμέτρηση του προστίμου.
(βλ. σκέψεις 64, 69-70, 74, 160, 163, 168)
2. Αν η μετάβαση από το νομικό πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ στο νομικό πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ επέφερε, από 24ης Ιουλίου 2002, τροποποίηση της νομικής βάσεως, της διαδικασίας και των εφαρμοστέων ουσιαστικών κανόνων, η τροποποίηση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της ενότητας και της συνέχειας της κοινοτικής έννομης τάξεως και των σκοπών της. Συναφώς, η καθιέρωση και διατήρηση ενός καθεστώτος ελεύθερου ανταγωνισμού, εντός του οποίου εξασφαλίζονται οι συνήθεις κανόνες ανταγωνισμού και στο οποίο στηρίζονται ιδίως οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και συμπράξεων μεταξύ επιχειρήσεων, αποτελεί έναν από τους κύριους σκοπούς τόσο της Συνθήκης ΕΚ, όσο και της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Στο πλαίσιο αυτό, μολονότι οι κανόνες των Συνθηκών ΕΚΑΧ και ΕΚ που διέπουν τον τομέα των συμπράξεων διαφέρουν σε κάποιο βαθμό, επισημαίνεται ότι οι έννοιες της συμφωνίας και της εναρμονισμένης πρακτικής κατά το άρθρο 65, παράγραφος 1, ΑΧ συμπίπτουν με τις αντίστοιχες έννοιες του άρθρου 81 ΕΚ και ότι οι δύο αυτές διατάξεις τυγχάνουν της ίδιας ερμηνείας από τον κοινοτικό δικαστή. Συγκεκριμένα, ο σκοπός περί μη νοθεύσεως του ανταγωνισμού στους τομείς που αρχικώς ενέπιπταν στην κοινή αγορά χάλυβα και άνθρακα δεν παραβλάπτεται λόγω της λήξεως ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, καθόσον εξακολουθεί να επιδιώκεται στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ από το ίδιο όργανο, την Επιτροπή, διοικητική αρχή αρμόδια για την εφαρμογή και την ανάπτυξη της πολιτικής ανταγωνισμού προς το γενικό συμφέρον της Κοινότητας.
Η συνέχεια της κοινοτικής έννομης τάξεως και των σκοπών που πρυτανεύουν κατά τη λειτουργία της απαιτεί, εφόσον η Ευρωπαϊκή Κοινότητα διαδέχθηκε την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, και στο δικό της διαδικαστικό πλαίσιο, να εξασφαλίζει η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, έναντι των καταστάσεων που δημιουργήθηκαν υπό το καθεστώς της Συνθήκης ΕΚΑΧ, τον σεβασμό των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που ήταν επιβεβλημένες eo tempore τόσο στα κράτη μέλη όσο και στους ιδιώτες δυνάμει της Συνθήκης ΕΚΑΧ και των κανόνων που θεσπίσθηκαν για την εφαρμογή της εν λόγω Συνθήκης. Η απαίτηση αυτή είναι επιβεβλημένη κατά μείζονα λόγο εφόσον η στρέβλωση του ανταγωνισμού που απορρέει από τη μη τήρηση των κανόνων σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις μπορεί να επεκτείνει τα αποτελέσματά της, από χρονικής απόψεως, μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, υπό το καθεστώς της Συνθήκης ΕΚ.
Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι, ο κανονισμός 1/2003, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης και, ειδικότερα, τα άρθρα του 7, παράγραφος 1, και 23, παράγραφος 2, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι παρέχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να διαπιστώσει, μετά τις 23 Ιουλίου 2002, την ύπαρξη συμπράξεων σε τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΧ ratione materiae και ratione temporis και να επιβάλει κυρώσεις, ακόμη και αν οι προαναφερθείσες διατάξεις του κανονισμού αυτού δεν περιέχουν ρητή αναφορά στο άρθρο 65 ΑΧ.
(βλ. σκέψεις 80-84)
3. Ναι μεν γίνεται εν γένει δεκτό ότι οι διαδικαστικοί κανόνες έχουν εφαρμογή εφ’ όλων των διαφορών που εκκρεμούν κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος των κανόνων αυτών, πλην όμως δεν ισχύει το ίδιο όσον αφορά τους ουσιαστικούς κανόνες. Συγκεκριμένα, οι τελευταίοι αυτοί κανόνες, προκειμένου να διασφαλισθεί η τήρηση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πρέπει να ερμηνεύονται ως έχοντες εφαρμογή επί καταστάσεων που έχουν διαμορφωθεί προ της ενάρξεως ισχύος τους, μόνον εφόσον προκύπτει σαφώς από τη διατύπωσή τους, τους σκοπούς ή την οικονομία τους ότι πρέπει να τους αναγνωρισθεί αναδρομική ισχύς.
Υπό το πρίσμα αυτό, η συνέχεια της κοινοτικής έννομης τάξεως και οι αφορώσες τις αρχές της ασφαλείας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απαιτήσεις επιβάλλουν την εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που θεσπίσθηκαν κατ’ εφαρμογήν της Συνθήκης ΕΚΑΧ επί των πραγματικών περιστατικών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους ratione materiae και ratione temporis. Το γεγονός ότι, λόγω της λήξεως ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, το επίμαχο κανονιστικό πλαίσιο δεν είναι πλέον σε ισχύ κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο εκτιμάται η πραγματική κατάσταση δεν μεταβάλλει την ως άνω διαπίστωση, εφόσον η εκτίμηση αυτή αφορά μια νομική κατάσταση που έχει οριστικώς διαμορφωθεί σε χρόνο κατά τον οποίο ήταν εφαρμοστέες οι ουσιαστικές διατάξεις που θεσπίσθηκαν κατ’ εφαρμογήν της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
Όσον αφορά την απόφαση της Επιτροπής που εκδόθηκε μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, και του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης, κατόπιν διαδικασίας διεξαχθείσας σύμφωνα με τον κανονισμό αυτόν, δεδομένου ότι οι διατάξεις σχετικά με τη νομική βάση και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε έως την έκδοση της αποφάσεως εμπίπτουν στους διαδικαστικούς κανόνες, εφαρμοστέοι κανόνες είναι οι κανόνες που περιέχει ο κανονισμός 1/2003.
Το άρθρο 23 του κανονισμού 1/2003 το οποίο νομιμοποιεί την Επιτροπή να επιβάλει πρόστιμα στις επιχειρήσεις και στις ενώσεις επιχειρήσεων που ενήργησαν κατά παράβαση των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ δεν καθιερώνει ουσιαστικό κανόνα ο οποίος, εξ ορισμού, δεν σκοπεί στην εξασφάλιση νομικής βάσεως για πράξεις της Επιτροπής.
Περαιτέρω, όσον αφορά τους ουσιαστικούς κανόνες, οσάκις η εν λόγω απόφαση αφορά μια νομική κατάσταση που διαμορφώθηκε οριστικώς προ της λήξεως ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ελλείψει οποιουδήποτε αναδρομικού αποτελέσματος του ουσιαστικού δικαίου ανταγωνισμού που ίσχυε από 24ης Ιουλίου 2002, το άρθρο 65, παράγραφος 1, ΑΧ αποτελεί τον ισχύοντα ουσιαστικό κανόνα, υπενθυμίζεται δε ότι, από τη φύση της Συνθήκης ΕΚ ως lex generalis σε σχέση με τη Συνθήκη ΕΚΑΧ, που καθιερώνεται στο άρθρο 305 ΕΚ, προκύπτει ακριβώς ότι το ειδικό καθεστώς που απορρέει από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ και από τους κανόνες που θεσπίσθηκαν προς εφαρμογή της είναι, δυνάμει της αρχής lex specialis derogat legi generali, το μοναδικό εφαρμοστέο καθεστώς που διέπει καταστάσεις οι οποίες έχουν διαμορφωθεί προ της 24ης Ιουλίου 2002.
(βλ. σκέψεις 85-89, 165)
4. Το ζήτημα σχετικά με το απόλυτο δεδικασμένο είναι δημοσίας τάξεως και ο δικαστής πρέπει, ως εκ τούτου, να το εξετάζει αυτεπαγγέλτως.
Η αρχή του ουσιαστικού δεδικασμένου έχει ουσιώδη σημασία τόσο στην κοινοτική έννομη τάξη όσο και στις εθνικές έννομες τάξεις. Πράγματι, προς διασφάλιση τόσο της σταθερότητας του δικαίου και των εννόμων σχέσεων όσο και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλεται να μην μπορεί να τεθεί ζήτημα κύρους των δικαστικών αποφάσεων οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, μετά την εξάντληση των προβλεπομένων ενδίκων μέσων ή μετά την εκπνοή των προθεσμιών που τάσσονται για την άσκηση αυτών των ενδίκων μέσων.
Το δεδικασμένο καλύπτει μόνον τα πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία πράγματι ή κατ’ ανάγκη επιλύθηκαν με την οικεία δικαστική απόφαση. Δεν καλύπτει μόνον το διατακτικό των ακυρωτικών αποφάσεων, αλλά εκτείνεται και στο σκεπτικό των αποφάσεων αυτών που αποτελεί την απαραίτητη βάση του διατακτικού με το οποίο είναι, ως εκ τούτου, αδιαχώριστο.
Οσάκις, κατόπιν μερικής ακυρώσεως αποφάσεως με την οποία διαπιστώθηκε παράβαση των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού εκ μέρους επιχειρήσεως για τον λόγο ότι η Επιτροπή, μολονότι έχει κατ’ εξαίρεση δικαίωμα να καταλογίσει σε μια επιχείρηση, λαμβανομένης υπόψη της σχετικής δηλώσεώς της, την ευθύνη για τη συμπεριφορά που προσάπτεται σε άλλη επιχείρηση, δεν σεβάστηκε τα σχετικά δικαιώματα άμυνας της εν λόγω επιχειρήσεως διότι δεν της παρέσχε τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί της συμπεριφοράς αυτής, ο κοινοτικός δικαστής καλείται, στο πλαίσιο της δεύτερης προσφυγής, να αποφανθεί επί της νομιμότητας της πράξεως η οποία αντικαθιστά την απόφαση εν μέρει, το νομικό ζήτημα σχετικά με το κύρος της δηλώσεως ως νομικής βάσεως του καταλογισμού ευθύνης στην προσφεύγουσα για τις ενέργειες της δεύτερης επιχειρήσεως στην πρώτη και την παρεπόμενη κύρωση που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα έχει ήδη εξεταστεί και επιλυθεί από τον κοινοτικό δικαστή, οπότε καλύπτεται από το δεδικασμένο, μολονότι το γεγονός ότι η δεύτερη προσφυγή αφορά πράξη τυπικώς διαφορετική από την πρώτη απόφαση.
(βλ. σκέψεις 94, 112-113, 139-140, 143-144)
5. Η θεμελιώδης αρχή του κοινοτικού δικαίου non in idem, η οποία άλλωστε καθιερώθηκε με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, απαγορεύει, στον τομέα του ανταγωνισμού, την καταδίκη επιχειρήσεως ή την εκ νέου δίωξή της για αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά για την οποία της έχει ήδη επιβληθεί κύρωση ή για την οποία έχει κριθεί ως μη έχουσα ευθύνη με προγενέστερη απόφαση η οποία δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί. Η εφαρμογή της αρχής non in idem εξαρτάται από την τριπλή προϋπόθεση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, της ταυτότητας του παραβάτη και της ταυτότητας του προστατευομένου εννόμου συμφέροντος.
Οσάκις ο κοινοτικός δικαστής κρίνει ότι, λαμβανομένης υπόψη της δηλώσεως επιχειρήσεως που αναλαμβάνει ευθύνη για συμπεριφορά άλλης επιχειρήσεως, η Επιτροπή έχει κατ’ εξαίρεση δικαίωμα να καταλογίσει στην πρώτη επιχείρηση την ευθύνη για την παραβατική συμπεριφορά της δεύτερης και, ακολούθως, αφού επισημάνει την ύπαρξη πλημμελούς διαδικασίας όσον αφορά την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της πρώτης επιχειρήσεως, ακυρώνει την απόφαση στο μέτρο που καταλόγιζε σ’ αυτήν την ευθύνη για την παράβαση που διέπραξε η δεύτερη επιχείρηση και, κατά συνέπεια, μειώνει το πρόστιμο αυτής σε σχέση με το ποσό του προστίμου που της είχε επιβληθεί λόγω της παραβάσεως της δεύτερης επιχειρήσεως και καθορίζει σε ορισμένο ποσό το τελικό ποσό προστίμου που επιβλήθηκε στην πρώτη επιχείρηση για τη δική της αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά, στην Επιτροπή απόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 233 ΕΚ, να θεραπεύσει την παρανομία που διαπίστωσε ο κοινοτικός δικαστής. Η Επιτροπή μπορεί, επίσης, ορθώς να εκδώσει απόφαση με μοναδικό σκοπό, μετά τη θεραπεία της διαδικαστικής πλημμέλειας, να καταλογιστεί στην πρώτη επιχείρηση, βάσει της προαναφερθείσας δηλώσεως, η ευθύνη για την παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού εκ μέρους της δεύτερης επιχειρήσεως και να της επιβληθεί πρόστιμο. Μια τέτοια απόφαση επ’ ουδενί αποτελεί δεύτερη καταδίκη για την παραβατική συμπεριφορά της πρώτης επιχειρήσεως για την οποία έχει ήδη επιβληθεί κύρωση με την πρώτη απόφαση.
Περαιτέρω, η ανάληψη της ευθύνης με την εν λόγω δήλωση δεν μετατρέπει τις δύο παραβάσεις που διέπραξαν οι επιχειρήσεις σε μία και μόνον παράβαση. Εξάλλου, στο μέτρο που αφορά εκ νέου και αποκλειστικώς τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό ενέργειες της δεύτερης επιχειρήσεως, μια τέτοια απόφαση δεν παραβιάζει περαιτέρω την αρχή non in idem. Τέλος, η αρχή non in idem δεν εμποδίζει, αφ’ εαυτής, την επανάληψη των διώξεων που έχουν ως αντικείμενο την ίδια αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά, όταν η πρώτη απόφαση ακυρώθηκε για τυπικούς λόγους χωρίς να έχει εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας για τα προσαπτόμενα περιστατικά, αφού η ακυρωτική απόφαση δεν ισχύει ως «αθώωση» κατά την έννοια που προσδίδεται στον όρο αυτό στον κατασταλτικό τομέα. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι κυρώσεις που επιβάλλονται με νέα απόφαση δεν προστίθενται στις επιβληθείσες με την ακυρωθείσα απόφαση, αλλά τις αντικαθιστούν.
(βλ. σκέψεις 141, 178-179, 183-190)
6. Μολονότι απόκειται, καταρχήν, στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διαχειριζόταν την οικεία επιχείρηση κατά τον χρόνο τελέσεως της παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού να απαντήσει σε αυτή, ακόμη και αν, κατά τον χρόνο εκδόσεως της διαπιστώνουσας παράβαση αποφάσεως, η εκμετάλλευση της επιχειρήσεως τέθηκε υπό την ευθύνη άλλου προσώπου, κατ' εξαίρεση η περίπτωση αυτή δεν συντρέχει οσάκις το πρόσωπο υπό την ευθύνη του οποίου έχει πλέον τεθεί η εκμετάλλευση της επιχειρήσεως δηλώνει ότι ευθύνεται για τις κατηγορίες εναντίον της προκατόχου της επιχειρήσεως. Το πρόσωπο υπό την ευθύνη του οποίου έχει πλέον τεθεί η εκμετάλλευση της επιχειρήσεως θεωρείται, από νομικής απόψεως, υπεύθυνο για τη διάπραξη της επίμαχης παραβάσεως. Στο πρόσωπο αυτό και μόνον απόκειται να απαντήσει στην παράβαση που του καταλογίζεται νομικώς, λαμβανομένης υπόψη της δηλώσεώς του. Υπό τις συνθήκες αυτές, για να εξεταστεί αν μια απόφαση της Επιτροπής με την οποία καταδικάστηκε επιχείρηση η οποία πραγματοποίησε τέτοια δήλωση εκδόθηκε τηρουμένων των κανόνων παραγραφής, πρέπει να εξακριβωθεί αν, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή είχε ακόμη δικαίωμα να επιβάλει στην επιχείρηση αυτή πρόστιμο στην επιχείρηση αυτή, χωρίς να έχει ιδιαίτερη σημασία αν η κύρωση θα μπορούσε να επιβληθεί στον «νομικό προκάτοχο» της επιχειρήσεως αυτής.
(βλ. σκέψεις 200, 202-203, 207-208)
7. Η ανακοίνωση των αιτιάσεων πρέπει να εκθέτει τις αιτιάσεις κατά τρόπον αρκούντως σαφή, έστω και συνοπτικό, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να είναι σε θέση να αντιληφθούν για ποιες ενέργειες τους επικρίνει η Επιτροπή. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας σε μια διαδικασία δυνάμενη να καταλήξει σε επιβολή κυρώσεων προϋποθέτει ότι δόθηκε στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων η ευκαιρία να εκφέρουν, ήδη από το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, λυσιτελώς τη γνώμη τους επί του υποστατού των πραγματικών περιστατικών, των αιτιάσεων και των περιστάσεων τις οποίες επικαλείται η Επιτροπή, καθώς και επί της επιρροής που ασκούν. Η απαίτηση αυτή ικανοποιείται οσάκις η απόφαση δεν περιέχει κατηγορίες κατά των ενδιαφερομένων για παραβάσεις διαφορετικές από εκείνες που περιέχονται στην έκθεση των αιτιάσεων και λαμβάνει υπόψη μόνον τα πραγματικά περιστατικά περί των οποίων οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να παράσχουν εξηγήσεις. Εντεύθεν προκύπτει ότι η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει υπόψη μόνον τις αιτιάσεις για τις οποίες οι εν λόγω ενδιαφερόμενοι είχαν τη δυνατότητα να καταστήσουν γνωστή την άποψή τους.
Μόνον τα έγγραφα που παρατέθηκαν ή αναφέρθηκαν από την ανακοίνωση των αιτιάσεων αποτελούν, καταρχήν, αποδεικτικά μέσα δυνάμενα να αντιταχθούν στον αποδέκτη της ανακοινώσεως των αιτιάσεων.
Στο πλαίσιο εκτελέσεως αποφάσεως διαπιστώνουσας την ύπαρξη πλημμελούς διαδικασίας λόγω προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας και ακυρώνουσας απόφαση της Επιτροπής στο μέτρο που καταλογίζει στην επιχείρηση την ευθύνη παραβάσεως η οποία διαπράχθηκε από άλλη επιχείρηση, η Επιτροπή έχει μία και μόνον υποχρέωση, βάσει του άρθρου 233 ΕΚ, να άρει τη διαπιστωθείσα παρανομία με την πράξη που πρόκειται να αντικαταστήσει την ακυρωθείσα πράξη. Η διαδικασία αντικαταστάσεως της ακυρωθείσας πράξεως πρέπει καταρχήν να επαναλαμβάνεται από το συγκεκριμένο σημείο κατά το οποίο συντελέστηκε η παρανομία. Στο πλαίσιο της εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή μπορεί, συνεπώς, να απευθύνει νέα ανακοίνωση αιτιάσεων στην επιχείρηση της οποίας τα δικαιώματα άμυνας προσεβλήθησαν και, λαμβανομένης υπόψη της ταυτότητας των πραγματικών και νομικών στοιχείων σε σχέση με την αρχική διαδικασία, να περιλάβει σε παράρτημα την παλαιά ανακοίνωση των αιτιάσεων με τα παραρτήματά της.
(βλ. σκέψεις 225, 228, 230-233, 235 )
8. Η ανακοίνωση περί των κανόνων πρόσβασης στον φάκελο υπόθεσης της Επιτροπής δυνάμει των άρθρων 81 EΚ και 82 EΚ, των άρθρων 53, 54 και 57 της Συμφωνίας ΕΟΧ, και του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 διευκρινίζει ότι ο φάκελος της Επιτροπής μπορεί να περιέχει έγγραφα στα οποία επιτρέπεται ή απαγορεύεται η πρόσβαση, στα δε τελευταία από αυτά εμπίπτουν, μεταξύ άλλων, έγγραφα που περιλαμβάνουν δύο κατηγορίες πληροφοριών, ήτοι τα επιχειρηματικά απόρρητα και άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες, η πρόσβαση στα οποία μπορεί να περιοριστεί εν μέρει ή εν όλω και τα οποία καθορίζονται με τα σημεία 18 και 19 της εν λόγω ανακοινώσεως. Κατά την τελευταία περίοδο του σημείου 23 της εν λόγω ανακοινώσεως, «η Επιτροπή θεωρεί κατά κανόνα ότι οι πληροφορίες που αφορούν τον κύκλο εργασιών, τις πωλήσεις, τα μερίδια αγοράς των μερών και άλλα παρεμφερή στοιχεία παλαιότερα της πενταετίας δεν είναι πλέον εμπιστευτικά». Οι όροι «κατά κανόνα» και «θεωρεί» που χρησιμοποιούνται στην περίοδο αυτή αποκλείουν οποιονδήποτε αυτόματο χαρακτηρισμό ενός εγγράφου παλαιότερου της πενταετίας. Η άρνηση της Επιτροπής να παράσχει πρόσβαση στον φάκελο υποθέσεως δεν μπορεί, συνεπώς, να θεωρηθεί αδικαιολόγητη για τον λόγο και μόνον ότι επρόκειτο για έγγραφο το οποίο είχε συνταχθεί πριν από τουλάχιστον μια δεκαετία και είχε, εξ αυτού του λόγου, απολέσει τον υποτιθέμενο εμπιστευτικό χαρακτήρα του.
(βλ. σκέψεις 257-260, 270)
9. Για να χορηγηθεί μείωση του ποσού του προστίμου βάσει της ανακοινώσεως σχετικά με τη μη επιβολή ή τη μείωση των προστίμων στις υποθέσεις που αφορούν συμπράξεις του 1996, η συμπεριφορά επιχειρήσεως πρέπει να διευκολύνει το έργο της Επιτροπής το οποίο συνίσταται στη διαπίστωση και την καταστολή των παραβάσεων των κοινοτικών κανόνων, στη δε Επιτροπή απόκειται να εκτιμά, σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση, αν η συμπεριφορά αυτή όντως της διευκόλυνε το έργο. Περαιτέρω, μείωση δυνάμει της ανακοινώσεως περί συνεργασίας μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον όταν μπορεί να γίνει δεκτό ότι τα παρασχεθέντα πληροφοριακά στοιχεία και, γενικότερα, η συμπεριφορά της οικείας επιχειρήσεως αποδεικνύουν ένα πραγματικό πνεύμα συνεργασίας εκ μέρους της.
Η συμπεριφορά επιχειρήσεως η οποία, με την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, αμφισβητεί σθεναρά την περίπτωση να εφαρμόσει η Επιτροπή τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού και να της καταλογίσει ευθύνη για την παράβαση των εν λόγω κανόνων, ενώ συγχρόνως προσθέτει μια δήλωση που υποτίθεται ότι αποδείκνυε τη συνεργασία της, η οποία όμως στην πραγματικότητα είναι εγγενώς διφορούμενη και παραπλανητική, καταδεικνύει στρατηγική αποβλέπουσα στην επίτευξη αντικρουόμενων στόχων και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδεικνύουσα πραγματικό πνεύμα συνεργασίας εκ μέρους της.
(βλ. σκέψεις 309, 311-313)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 1ης Ιουλίου 2009 (*)
«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Επίπεδα προϊόντα από ανοξείδωτο χάλυβα – Απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση του άρθρου 65 ΑΧ μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 – Προσαύξηση της τιμής του κράματος – Αρμοδιότητα της Επιτροπής – Καταλογισμός της παραβατικής συμπεριφοράς – Δεδικασμένο – Δικαιώματα άμυνας – Πρόσβαση στον φάκελο – Παραγραφή – Αρχή non bis in idem – Συνεργασία κατά τη διοικητική διαδικασία»
Στην υπόθεση T‑24/07,
ThyssenKrupp Stainless AG, με έδρα το Duisbourg (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους M. Klusmann και S. Thomas, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους F. Castillo de la Torre, R. Sauer και O. Weber,
καθής,
με αντικείμενο αίτημα ακύρωσης, εν όλω ή εν μέρει, της απόφασης της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 [ΑΧ] (Υπόθεση COMP/F/39.234 – Προσαύξηση της τιμής του κράματος, επανέκδοση), και, επικουρικώς, αίτημα μείωσης του ποσού του προστίμου που επιβλήθηκε στην ThyssenKrupp Stainless με την απόφαση αυτή,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Βηλαρά (εισηγητή), πρόεδρο, M. Prek και V. M. Ciucă, δικαστές,
γραμματέας: T. Weiler, υπάλληλος διοίκησης,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 11ης Δεκεμβρίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Το νομικό πλαίσιο
1. Διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ
1 Το άρθρο 65 ΑΧ προβλέπει τα εξής:
«1. Απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική που τείνουν εντός της κοινής αγοράς, άμεσα ή έμμεσα, να παρεμποδίζουν, να περιορίζουν ή να νοθεύουν την κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού, και ιδιαίτερα:
α) να καθορίζουν ή να προσδιορίζουν τις τιμές·
β) να περιορίζουν ή να ελέγχουν την παραγωγή, την τεχνολογική ανάπτυξη ή τις επενδύσεις·
γ) να κατανέμουν τις αγορές, τα προϊόντα, τους πελάτες ή τις πηγές εφοδιασμού.
2. Η Επιτροπή επιτρέπει για συγκεκριμένα προϊόντα συμφωνίες εξειδικεύσεως ή τις συμφωνίες από κοινού αγοράς ή πωλήσεως αν διαπιστώσει ότι [πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις] […]
3. Η Επιτροπή δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47, να λαμβάνει κάθε αναγκαία πληροφορία για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, είτε με ειδική αίτηση που απευθύνει στους ενδιαφερομένους, είτε με κανονισμό που καθορίζει τη φύση των συμφωνιών, αποφάσεων ή πρακτικών που πρέπει να της γνωστοποιηθούν.
4. Οι δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου απαγορευμένες συμφωνίες ή αποφάσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες και δεν δύναται να γίνει επίκλησή τους ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου των κρατών μελών.
Η Επιτροπή έχει αποκλειστική αρμοδιότητα, με την επιφύλαξη των προσφυγών ενώπιον του Δικαστηρίου, να αποφαίνεται αν οι εν λόγω συμφωνίες ή αποφάσεις συμβιβάζονται με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
5. Η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει στις επιχειρήσεις που συνάπτουν αυτοδικαίως άκυρη συμφωνία ή εφαρμόζουν, ή επιχειρούν να εφαρμόσουν, μέσω διαιτησίας, ποινικής ρήτρας, εμπορικού αποκλεισμού ή με κάθε άλλο μέσο μια αυτοδικαίως άκυρη συμφωνία ή απόφαση, ή συμφωνία, η έγκριση για την οποία δεν εχορηγήθη ή ανεκλήθη, ή επιτυγχάνουν μια άδεια μέσω ενσυνειδήτως ψευδών ή απατηλών πληροφοριών, ή επιδίδονται σε πρακτική αντίθετη προς τις διατάξεις της παραγράφου 1, πρόστιμα και χρηματικές ποινές μέχρι του διπλασίου του πραγματοποιηθέντος κύκλου εργασιών επί των προϊόντων τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της αντίθετης προς τις διατάξεις του παρόντος άρθρου συμφωνίας, αποφάσεως ή πρακτικής. Αν όμως αντικείμενο της συμφωνίας, αποφάσεως ή πρακτικής είναι ο περιορισμός της παραγωγής, της τεχνικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων, το ανώτατο αυτό όριο δύναται να αυξηθεί μέχρι 10 τοις εκατό του ετησίου κύκλου εργασιών των εν λόγω επιχειρήσεων, εφόσον πρόκειται για πρόστιμο, και μέχρι 20 τοις εκατό του ημερησίου κύκλου εργασιών εφόσον πρόκειται για χρηματικές ποινές.»
2 Κατά το άρθρο 97, η ισχύς της Συνθήκης ΕΚΑΧ έληξε στις 23 Ιουλίου 2002.
2. Ανακοίνωση της Επιτροπής περί ορισμένων θεμάτων που αφορούν τη διευθέτηση υποθέσεων ανταγωνισμού συνεπεία της λήξης ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ
3 Στις 18 Ιουνίου 2002, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση σχετική με ορισμένα θέματα που αφορούν τη διευθέτηση υποθέσεων ανταγωνισμού συνεπεία της λήξης ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ (ΕΕ C 152, σ. 5, στο εξής: ανακοίνωση της 18ης Ιουνίου 2002).
4 Το σημείο 2 της ανακοίνωσης της 18ης Ιουνίου 2002 διευκρινίζει ότι σκοπός της είναι:
«– να συνοψισθούν προς όφελος των παραγόντων της οικονομίας και των κρατών μελών, στον βαθμό που τα αφορά η Συνθήκη ΕΚΑΧ και το συναφές παράγωγο δίκαιο, οι πλέον σημαντικές μεταβολές που θα προκύψουν σε σχέση με την εφαρμοστέα ουσιαστική και διαδικαστική νομοθεσία συνεπεία της μετάβασης στο καθεστώς ΕΚ […],
– να εξηγηθεί πώς η Επιτροπή σκοπεύει να ρυθμίσει κάποια ειδικά ζητήματα που ανακύπτουν εξαιτίας της μετάβασης από το καθεστώς ΕΚΑΧ στο καθεστώς ΕΚ στους τομείς της προστασίας του ανταγωνισμού […], του ελέγχου των συγκεντρώσεων […] και του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων […]».
5 Το σημείο 31 της ανακοίνωσης της 18ης Ιουνίου 2002, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα που αφορά τα ειδικά ζητήματα που εγείρει η μετάβαση από το καθεστώς ΕΚΑΧ στο καθεστώς ΕΚ, έχει ως εξής:
«Σε περίπτωση που η Επιτροπή, κατά την εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων ανταγωνισμού ως προς δεδομένη συμφωνία, διαπιστώνει κάποια παράβαση σε τομέα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΧ, εφαρμοστέες θα είναι οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου οι οποίες ίσχυαν κατά τον χρόνο τέλεσης των γεγονότων που συνιστούν την παράβαση, χωρίς να έχει σημασία ο χρόνος κατά τον οποίο εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις. Εν πάση περιπτώσει, σε ό,τι αφορά τη διαδικασία, εφαρμοστέα μετά τη λήξη της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ θα είναι η νομοθεσία της ΕΚ […]».
3. Διατάξεις του κανονισμού (EK) 1/2003
6 Κατά το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), «[γ]ια την εφαρμογή των άρθρων 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ], η Επιτροπή διαθέτει τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό».
7 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 έχει ως εξής:
«Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει, κατόπιν καταγγελίας ή αυτεπαγγέλτως, παράβαση του άρθρου 81 [ΕΚ] ή του άρθρου 82 [ΕΚ], δύναται να υποχρεώσει με απόφασή της τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να θέσουν τέλος στη διαπιστωθείσα παράβαση. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή δύναται να τους επιβάλλει μέτρα συμπεριφοράς ή διαρθρωτικού χαρακτήρα, ανάλογα προς τη διαπραχθείσα παράβαση και αναγκαία για την παύση της. Μέτρα διαρθρωτικού χαρακτήρα επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνο στην περίπτωση που είτε δεν υφίστανται εξίσου αποτελεσματικά μέτρα συμπεριφοράς, είτε όλα τα εξ ίσου αποτελεσματικά μέτρα συμπεριφοράς είναι ενδεχομένως οχληρότερα από τα μέτρα διαρθρωτικού χαρακτήρα. Εφόσον έχει σχετικό έννομο συμφέρον, η Επιτροπή μπορεί επίσης να διαπιστώνει ότι η παράβαση έχει διαπραχθεί στο παρελθόν.»
8 Το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 ορίζει τα εξής:
«Η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλει σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα, σε περίπτωση που αυτές, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:
α) διαπράττουν παράβαση των διατάξεων του άρθρου 81 [ΕΚ] ή του άρθρου 82 [ΕΚ], ή
β) ενεργούν κατά τρόπο που αντιβαίνει σε εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 8 απόφαση με την οποία διατάσσεται η λήψη προσωρινών μέτρων, ή
γ) δεν εκπληρώνουν αναληφθείσα από τις ίδιες δέσμευση η οποία έχει καταστεί υποχρεωτική με απόφαση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9.
Για καθεμία από τις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση το πρόστιμο δεν υπερβαίνει το 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.
Όταν η παράβαση που διέπραξε η ένωση επιχειρήσεων συνδέεται με τις δραστηριότητες των μελών της, το πρόστιμο δεν υπερβαίνει το 10 % του αθροίσματος του συνολικού κύκλου εργασιών κάθε μέλους που συμμετέχει ενεργά στην αγορά που έχει επηρεασθεί από την παράβαση που διέπραξε η ένωση.»
9 Το άρθρο 27 του κανονισμού 1/2003 έχει ως εξής:
«1. Πριν από τη λήψη των αποφάσεων που προβλέπονται στα άρθρα 7, 8 και 23 και στο άρθρο 24, παράγραφος 2, η Επιτροπή παρέχει στις επιχειρήσεις ή τις ενώσεις επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η διαδικασία που έχει κινήσει η Επιτροπή τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τις αιτιάσεις της Επιτροπής. Η Επιτροπή θεμελιώνει τις αποφάσεις της μόνο στις αιτιάσεις για τις οποίες δόθηκε στα μέρη η δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους. Οι καταγγέλλοντες μετέχουν στενά στη διαδικασία.
2. Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα υπεράσπισης των εμπλεκόμενων μερών, τα οποία έχουν το δικαίωμα να αποκτούν γνώση του φακέλου της Επιτροπής, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος των επιχειρήσεων για την προστασία του επιχειρηματικού απόρρητου. Το δικαίωμα πρόσβασης στο φάκελο δεν καλύπτει τις εμπιστευτικές πληροφορίες και τα έγγραφα εσωτερικής χρήσης της Επιτροπής ή των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών. Από το δικαίωμα πρόσβασης εξαιρούνται ιδίως η αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών ή μεταξύ των τελευταίων, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων που συντάσσονται κατ’ εφαρμογή των άρθρων 11 και 14. Καμία διάταξη της παρούσας παραγράφου δεν εμποδίζει την Επιτροπή να δημοσιοποιεί και να χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που απαιτούνται για να αποδειχθεί μια παράβαση.
[…]»
Ιστορικό της διαφοράς
10 Η Krupp Thyssen Nirosta GmbH, εταιρία γερμανικού δικαίου, προέκυψε από τη συγκέντρωση, την 1η Ιανουαρίου 1995, των δραστηριοτήτων των εταιριών Thyssen Stahl AG (στο εξής: Thyssen) και Fried. Krupp AG Hoesch Krupp στον κλάδο των επίπεδων προϊόντων από ανοξείδωτο χάλυβα, τα οποία έχουν μεγάλη αντοχή στα οξέα και στις υψηλές θερμοκρασίες. Η Krupp Thyssen Nirosta μετονομάστηκε, κατόπιν πολλών μεταβολών στην επωνυμία της, σε ThyssenKrupp Stainless AG (στο εξής: προσφεύγουσα ή TKS).
11 Ο ανοξείδωτος χάλυβας αποτελεί ιδιαίτερο είδος χάλυβα, με κύριο χαρακτηριστικό την αντοχή του στη διάβρωση. Η ιδιότητα αυτή του προσδίδεται από τη χρήση διαφόρων στοιχείων κράματος (χρωμίου, νικελίου, μολυβδαινίου) κατά τη διαδικασία παραγωγής. Ο ανοξείδωτος χάλυβας χρησιμοποιείται υπό μορφή επίπεδων προϊόντων (σε φύλλα ή ρόλους, θερμής ή ψυχρής ελάσεως) ή επιμήκων προϊόντων (σε ράβδους, χονδρόσυρμα ή είδη καθορισμένης μορφής, θερμής ελάσεως ή τελειωμένα), όπου τα επίπεδα προϊόντα αντιπροσωπεύουν το 82 % των πωλήσεων τελικών προϊόντων ανοξείδωτου χάλυβα. Η πλειονότητα των εν λόγω προϊόντων εμπίπτουν στη Συνθήκη ΕΚΑΧ κατά την έννοια του άρθρου 81 ΑΧ.
12 Στις 16 Μαρτίου 1995, κατόπιν πληροφοριών που δημοσιεύθηκαν σε εξειδικευμένα έντυπα και ύστερα από καταγγελίες καταναλωτών, η Επιτροπή ζήτησε από διάφορες εταιρίες παραγωγής ανοξείδωτου χάλυβα, δυνάμει του άρθρου 47 ΑΧ, να της κοινοποιήσουν πληροφορίες σχετικές με την από κοινού αύξηση τιμών στην οποία προέβησαν, γνωστή ως «προσαύξηση της τιμής του κράματος».
13 Η προσαύξηση της τιμής του κράματος συνιστά προσαύξηση υπολογιζόμενη βάσει της τιμής των στοιχείων του κράματος, η οποία προστίθεται στη βασική τιμή του ανοξείδωτου χάλυβα. Το κόστος των στοιχείων του κράματος που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή ανοξείδωτου χάλυβα (συγκεκριμένα του νικελίου, του χρωμίου και του μολυβδαινίου) αντιπροσωπεύει σημαντικό μέρος του κόστους παραγωγής. Οι τιμές των στοιχείων αυτών είναι ιδιαιτέρως ευμετάβλητες.
14 Βάσει των στοιχείων που συνέλεξε, η Επιτροπή απέστειλε στις 19 Δεκεμβρίου 1995 ανακοίνωση των αιτιάσεων σε 19 επιχειρήσεις.
15 Τον Δεκέμβριο του 1996 και τον Ιανουάριο του 1997, ύστερα από επιτόπιους ελέγχους που διενήργησε η Επιτροπή, οι δικηγόροι ή οι εκπρόσωποι ορισμένων επιχειρήσεων ανακοίνωσαν στην Επιτροπή την πρόθεσή τους να συνεργαστούν. Στις 17 Δεκεμβρίου 1996, η TKS απέστειλε σχετική δήλωση στην Επιτροπή.
16 Στις 24 Απριλίου 1997, η Επιτροπή απηύθυνε στις εν λόγω επιχειρήσεις καθώς και στην Thyssen νέα κοινοποίηση των αιτιάσεων, η οποία αντικατέστησε εκείνη της 19ης Δεκεμβρίου 1995. Η TKS και η Thyssen έλαβαν τις ανακοινώσεις των αιτιάσεων και απάντησαν, χωριστά, στις αντίστοιχες ανακοινώσεις με έγγραφα των εκπροσώπων τους της 30ής Ιουνίου 1997.
17 Με έγγραφο της 23ης Ιουλίου 1997 που απηύθυνε στην Επιτροπή (στο εξής: δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997), η TKS επισήμανε τα εξής:
«Όσον αφορά τη διαδικασία που αναφέρεται ως αντικείμενο [υπόθεση IV/35.814 ─ TKS], ζητήσατε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της Thyssen [...] να επιβεβαιώσει η [TKS] ρητώς ότι αναλαμβάνει την ευθύνη για τις ενέργειες που ενδεχομένως πραγματοποίησε η Thyssen, κατόπιν της μεταφοράς των δραστηριοτήτων της Thyssen στον τομέα των επίπεδων προϊόντων από ανοξείδωτο χάλυβα, στο μέτρο που αφορά τα επίπεδα ανοξείδωτα προϊόντα, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, τούτο δε για το χρονικό διάστημα μέχρι το έτος 1993. Με την παρούσα, σας το επιβεβαιώνουμε ρητώς.»
18 Στις 21 Ιανουαρίου 1998, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 98/247/ΕΚΑΧ σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 της Συνθήκης [ΑΧ] (Υπόθεση IV/35.814 – Προσαύξηση της τιμής του κράματος) (ΕΕ L 100, σ. 55).
19 Κατά την απόφαση αυτή, η πλειονότητα των παραγωγών επίπεδων προϊόντων από ανοξείδωτο χάλυβα συμφώνησαν, κατά τη διάρκεια σύσκεψης που πραγματοποιήθηκε στη Μαδρίτη στις 16 Δεκεμβρίου 1993, να προβούν σε εναρμονισμένη αύξηση των τιμών τους τροποποιώντας τις παραμέτρους υπολογισμού της προσαύξησης της τιμής του κράματος. Προς τούτο, αποφάσισαν να εφαρμόσουν, από 1ης Φεβρουαρίου 1994, προσαύξηση της τιμής του κράματος υπολογιζόμενη σύμφωνα με μέθοδο η οποία χρησιμοποιήθηκε για τελευταία φορά το 1991, υιοθετώντας ως τιμές αναφοράς για τα στοιχεία του κράματος και για όλους τους παραγωγούς τις τιμές του Σεπτεμβρίου 1993, περιόδου κατά την οποία η τιμή του νικελίου κατήλθε σε ιστορικώς χαμηλό επίπεδο.
20 Η Επιτροπή έκρινε ότι οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις παρέβησαν με την ενέργειά τους αυτή το άρθρο 65, παράγραφος 1, ΑΧ, στο μέτρο που τροποποίησαν και εφάρμοσαν κατόπιν συμφωνίας τις τιμές αναφοράς της μεθόδου υπολογισμού της προσαύξησης της τιμής του κράματος, πρακτική που είχε ως σκοπό και αποτέλεσμα τον περιορισμό και τη νόθευση του θεμιτού ανταγωνισμού στην κοινή αγορά.
21 Η απόφαση 98/247 κοινοποιήθηκε στην TKS αλλά όχι στην Thyssen.
22 Από την 102η αιτιολογική σκέψη και από τα άρθρα 1 και 2 της απόφασης 98/247 προκύπτει ότι η Επιτροπή, στηριζόμενη στη δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997, έκρινε την TKS υπεύθυνη για τις ενέργειες της Thyssen και, ως εκ τούτου, της επέβαλε πρόστιμο κατ’ αντιστοιχία, επίσης, προς τα προσαπτόμενα στην Thyssen πραγματικά περιστατικά. Συναφώς, η Επιτροπή έκρινε, με την 78η αιτιολογική σκέψη της απόφασης 98/247, ότι η διάρκεια της προσαπτόμενης στην Thyssen παράβασης εκτεινόταν από τον Δεκέμβριο του 1993, χρονικό σημείο πραγματοποίησης της σύσκεψης της Μαδρίτης κατά την οποία άρχισε η εναρμόνιση μεταξύ των παραγωγών επίπεδων προϊόντων από ανοξείδωτο χάλυβα, έως την 1η Ιανουαρίου 1995, ημερομηνία παύσης των δραστηριοτήτων της Thyssen στον τομέα αυτό.
23 Στις 11 Μαρτίου 1998, η TKS άσκησε προσφυγή με την οποία ζήτησε, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της απόφασης 98/247.
24 Mε την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001, T‑45/98 και T‑47/98, Krupp Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II‑3757), το Πρωτοδικείο ακύρωσε το άρθρο 1 της απόφασης 98/247, στο μέτρο που καταλογίζεται στην TKS ευθύνη για τη διαπραχθείσα από την Thyssen παράβαση του άρθρου 65 ΑΧ.
25 Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν παρέσχε στην TKS, κατά τη διοικητική διαδικασία, την ευκαιρία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί του υποστατού και της κρισιμότητας των προσαπτόμενων στην Thyssen πραγματικών περιστατικών και ότι, κατά συνέπεια, η TKS δεν μπόρεσε να ασκήσει συναφώς τα δικαιώματά της άμυνας. Επομένως, η Επιτροπή δεν είχε δικαίωμα να αποδώσει την ευθύνη για τις πλημμελείς ενέργειες της Thyssen στην TKS ούτε, κατά συνέπεια, να επιβάλει πρόστιμο στην TKS για τα προσαπτόμενα στην Thyssen γεγονότα, ενώ, επί του σημείου αυτού, η ανακοίνωση των αιτιάσεων απευθυνόταν μόνο στην Thyssen (βλ. προαναφερθείσα στη σκέψη 24 απόφαση Krupp Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, σκέψεις 66 και 67).
26 Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο μείωσε το επιβληθέν στην TKS πρόστιμο σε σχέση με το ποσό που της είχε επιβληθεί για τη διαπραχθείσα από την Thyssen παράβαση και όρισε το τελικό ποσό προστίμου σε βάρος της TKS σε 4 032 000 ευρώ.
27 Με απόφαση της 14ης Ιουλίου 2005, C‑65/02 P και C‑73/02 P, ThyssenKrupp κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑6773), το Δικαστήριο απέρριψε τις αιτήσεις αναίρεσης που άσκησαν η TKS και η Επιτροπή κατά της προαναφερθείσας στη σκέψη 24 απόφασης Krupp Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής.
28 Η Επιτροπή, αφού ζήτησε, με έγγραφο της 29ης Νοεμβρίου 2005, διάφορα στοιχεία από τη διεύθυνση του ομίλου Thyssen Krupp AG και απέστειλε στην Thyssen, με έγγραφο της 6ης Μαρτίου 2006, αίτηση παροχής πληροφοριών ζητώντας να της γνωστοποιηθεί ο κύκλος εργασιών της, απηύθυνε στην TKS, στις 5 Απριλίου 2006, ανακοίνωση των αιτιάσεων.
29 Η προσφεύγουσα απάντησε στην ανακοίνωση των αιτιάσεων στις 17 Μαΐου 2006 και στις 15 Σεπτεμβρίου 2006 διεξήχθη δημόσια ακρόαση.
30 Στις 20 Δεκεμβρίου 2006, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση σχετικά με διαδικασία δυνάμει του άρθρου 65 [ΑΧ] (Υπόθεση COMP/F/39.234 – Προσαύξηση της τιμής του κράματος, επανέκδοση) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
31 Το προοίμιο της προσβαλλόμενης απόφασης έχει ως εξής:
«Έχοντας υπόψη: τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, και ιδίως το άρθρο 65,
τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,
τον κανονισμό […] 1/2003 […],
την από 5 Απριλίου 2006 απόφαση της Επιτροπής να επανεξετάσει εν μέρει την προκείμενη υπόθεση,
τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή και την επαλήθευσή τους κατ’ εφαρμογή του άρθρου 47 [ΑΧ],
τις γραπτές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 36 [ΑΧ],
τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών που προβλέπει το άρθρο 18 του κανονισμού 1/2003,
αφού παρέσχε στην οικεία επιχείρηση τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει την άποψή της επί των αιτιάσεων που δέχθηκε η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 και του κανονισμού (ΕΚ) 773/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ],
αφού διαβουλεύθηκε με τη συμβουλευτική επιτροπή στον τομέα συμπράξεων και δεσπόζουσας θέσης
[…]»
32 Η απόφαση περιέχει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες διατάξεις :
«Άρθρο 1
Η Thyssen […] παρέβη το άρθρο 65, παράγραφος 1, ΑΧ από τις 16 Δεκεμβρίου 1993 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1994, διά της τροποποίησης και εφαρμογής των τιμών αναφοράς της μεθόδου υπολογισμού της προσαύξησης της τιμής του κράματος, πρακτική η οποία είχε ως σκοπό αλλά και ως αποτέλεσμα τον περιορισμό και τη νόθευση της κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά.
Άρθρο 2
Για την παράβαση που περιγράφεται στο άρθρο 1, επιβάλλεται πρόστιμο 3 168 000 ευρώ.
Δεδομένου ότι το νομικό πρόσωπο [TKS] ανέλαβε με [τη δήλωση] της 23ης Ιουλίου 1997 την ευθύνη για τη συμπεριφορά του νομικού προσώπου Thyssen […], το πρόστιμο επιβάλλεται στην [TKS].
[…]»
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
33 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 6 Φεβρουαρίου 2007, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
34 Κατόπιν έκθεσης του εισηγητή δικαστή, το Πρωτοδικείο (πέμπτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, κάλεσε την Επιτροπή να απαντήσει γραπτώς σε μια ερώτηση σχετική με το περιεχόμενο του φακέλου της διοικητικής διαδικασίας έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Η Επιτροπή συμμορφώθηκε προς το αίτημα αυτό στις 3 Δεκεμβρίου 2008.
35 Με έγγραφο της 3ης Δεκεμβρίου 2008, η Επιτροπή υπέβαλε παρατηρήσεις επί της έκθεσης ακροατηρίου, οι οποίες κοινοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα. Με έγγραφο της 8ης Δεκεμβρίου 2008, η προσφεύγουσα ζήτησε από το Πρωτοδικείο να μην περιληφθούν οι ως άνω παρατηρήσεις στον φάκελο, διότι τροποποιούν τους ισχυρισμούς της Επιτροπής και συνιστούν συμπληρωματική και εκπρόθεσμη τοποθέτηση επί της ουσίας.
36 Το Πρωτοδικείο, αφενός, απέρριψε το αίτημα της προσφεύγουσας ως κενό περιεχομένου, δεδομένου ότι το από 3 Δεκεμβρίου 2008 έγγραφο της Επιτροπής είχε ήδη περιληφθεί στον φάκελο, και, αφετέρου, διευκρίνισε ότι η ενδεχόμενη προβολή νέων ισχυρισμών από την Επιτροπή και το παραδεκτό τους θα εξετάζονταν στο πλαίσιο της απόφασης.
37 Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Πρωτοδικείου κατά τη συνεδρίαση της 11ης Δεκεμβρίου 2008.
38 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα ανακάλεσε τη δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997. Προς απάντηση σε ερώτηση του προέδρου, η προσφεύγουσα εξήγησε ότι δεν είχε ανακαλέσει τη δήλωση αυτή κατά τη διοικητική διαδικασία και ότι ο μοναδικός σκοπός της ήταν να ενισχύσει την άποψη που προέβαλε με τα υπομνήματά της, ότι δηλαδή η δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997 ήταν απλώς μια ιδιωτική δήλωση που μπορούσε να ανακληθεί, οπότε δεν ήταν δυνατό να της καταλογιστεί ευθύνη για τη συμπεριφορά της Thyssen βάσει της δήλωσης αυτής. Η ανάκληση και οι ως άνω δηλώσεις της προσφεύγουσας περιελήφθησαν στα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζήτησης.
39 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– επικουρικώς, να ακυρώσει το άρθρο 2 της προσβαλλόμενης απόφασης·
– έτι επικουρικότερον, να μειώσει προσηκόντως το ποσό του επιβληθέντος προστίμου·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
40 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
1. Επί του επιχειρήματος περί νέου και εκπροθέσμως προβληθέντος ισχυρισμού εκ μέρους της Επιτροπής
41 Μετά την εκ μέρους της Επιτροπής υποβολή παρατηρήσεων επί της έκθεσης ακροατηρίου, η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι οι παρατηρήσεις αυτές τροποποιούσαν τους ισχυρισμούς της Επιτροπής και συνιστούσαν συμπληρωματική και εκπρόθεσμη τοποθέτηση επί της ουσίας.
42 Διαπιστώνεται ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται από κανένα συγκεκριμένο στοιχείο των επίμαχων παρατηρήσεων. Αντιθέτως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι παρατηρήσεις αυτές περιέχουν μόνο διευκρινίσεις επί του περιεχομένου ορισμένων επιχειρημάτων που η Επιτροπή ανέπτυξε με τα υπομνήματά της ή υπενθυμίζουν στοιχεία της συλλογιστικής που δεν περιλαμβάνονται στη συνοπτική παράθεση επιχειρημάτων της έκθεσης ακροατηρίου.
43 Ως εκ τούτου, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε την ύπαρξη νέου ισχυρισμού της Επιτροπής ο οποίος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
2. Επί της αρμοδιότητας της Επιτροπής
44 Πρέπει να εξεταστούν από κοινού οι δύο πρώτοι λόγοι ακύρωσης που αντλούνται από παραβίαση της αρχής nulla poena sine lege και από μη σύννομη εφαρμογή του κανονισμού 1/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 65 ΑΧ, αντιστοίχως, οι οποίοι εγείρουν σαφώς το ζήτημα της αρμοδιότητας της Επιτροπής να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι το κύρος της νομικής βάσης της εν λόγω απόφασης.
Επιχειρήματα των διαδίκων
45 Η προσφεύγουσα επισημαίνει, πρώτον, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη, στο μέτρο που η Επιτροπή της επέβαλε, με την πράξη αυτή, πρόστιμο «χωρίς πρόσφορη νομιμοποιητική βάση», κατά παραβίαση της αρχής nulla poena sine lege.
46 Όπως αναφέρει, η ισχύς της Συνθήκης ΕΚΑΧ έληξε στις 23 Ιουλίου 2002, με αποτέλεσμα η Επιτροπή να απολέσει την αρμοδιότητά της επιβολής κυρώσεων για παραβάσεις του άρθρου 65 ΑΧ. Από το άρθρο 70 της Σύμβασης της Βιέννης για το δίκαιο των Συνθηκών, της 23ης Μαΐου 1969, το οποίο εισάγει τον γενικό κανόνα εθιμικού διεθνούς δικαίου που εφαρμόζεται στη Συνθήκη ΕΚΑΧ, προκύπτει ότι, μετά τη λήξη της ισχύος της, μια σύμβαση δεν μπορεί να θεμελιώσει υποχρέωση ή αρμοδιότητα.
47 Κατά την προσφεύγουσα, το άρθρο 65 ΑΧ θα μπορούσε να εφαρμοστεί αναδρομικώς μόνον αν υφίστατο μεταβατική διάταξη σχετική με τους κανόνες που καθιέρωσε η Συνθήκη ΕΚΑΧ, η οποία ωστόσο δεν υφίσταται, καθόσον τα κράτη μέλη ή το Συμβούλιο θέσπισαν μεταβατικές διατάξεις υπό μορφήν πρωτοκόλλου, απόφασης ή κανονισμού, προκειμένου να ρυθμίσουν τις συνέπειες της λήξης ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ σε άλλους τομείς.
48 Η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι, αν η Επιτροπή επιθυμούσε να εφαρμόσει το άρθρο 65 ΑΧ, έπρεπε να νομιμοποιείται προς τούτο. Οι Συνθήκες ΕΚΑΧ και ΕΚ όμως, όπως και το παράγωγο δίκαιο και ιδίως ο κανονισμός 1/2003, δεν περιέχουν καμία διάταξη καθιστώσα δυνατή την αναδρομική αυτή εφαρμογή.
49 Η Επιτροπή δεν μπορεί επίσης να αποδείξει την αρμοδιότητά της εφαρμογής του άρθρου 65 ΑΧ παραπέμποντας σε ένα προβαλλόμενο ενιαίο καθεστώς απαγόρευσης το οποίο απορρέει από μια ενιαία ευρωπαϊκή έννομη τάξη. Οι Συνθήκες ΕΚΑΧ και ΕΚ βεβαίως συνδέονταν μεταξύ τους, σε επίπεδο θεσμικών οργάνων, ήδη από τη Συνθήκη συγχώνευσης. Αποτελούν, ωστόσο, δύο χωριστές έννομες τάξεις με διαφορετικά ρυθμιζόμενες αρμοδιότητες και εξουσίες.
50 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται απόλυτος γενικός κανόνας της Επιτροπής και ότι, σύμφωνα με την αρχή της κατά παραχώρηση αρμοδιότητας που θέτει το άρθρο 5 ΕΚ, τα όργανα της Κοινότητας δεν μπορούν με πρωτοβουλία τους να αλληλοκατανείμουν αρμοδιότητες. Η Επιτροπή έχει αρμοδιότητα εφαρμογής των Συνθηκών στην κοινοτική έννομη τάξη μόνο στο μέτρο που η αρμοδιότητα αυτή της ανατέθηκε από τις διάφορες Συνθήκες. Κατά την προσφεύγουσα, αν η διάρκεια ισχύος μιας Συνθήκης παύσει, όπως συνέβη εν προκειμένω με τη Συνθήκη ΕΚΑΧ στις 23 Ιουλίου 2002, παύουν επίσης οι αρμοδιότητες των οργάνων που στο παρελθόν ήταν αρμόδια να εφαρμόσουν την εν λόγω Συνθήκη.
51 Τα αντίθετα επιχειρήματα της Επιτροπής, ότι δηλαδή το άρθρο 81 ΕΚ είναι «επικουρικό καθεστώς αντικατάστασης» για το άρθρο 65 ΑΧ και ότι το άρθρο αυτό έχει επίσης εφαρμογή στο πλαίσιο της γενικής αρχής του δικαίου περί ιεραρχίας των κανόνων από τον lex generalis στον lex specialis, δεν ασκούν επιρροή.
52 Το άρθρο 65 ΑΧ δεν αποτελεί lex specialis σε σχέση με το άρθρο 81 ΕΚ, όπως το ερμηνεύει η Επιτροπή. Κατά την προσφεύγουσα, ο lex specialis είναι κανόνας που πληροί όλα τα κριτήρια ενός lex generalis, στα οποία προστίθεται τουλάχιστον ένα επιπλέον κριτήριο. Η περίπτωση αυτή δεν συντρέχει στη σχέση μεταξύ του άρθρου 65 ΑΧ και του άρθρου 81 ΕΚ, καθόσον το άρθρο 65 ΑΧ δεν περιλαμβάνει όλα τα κριτήρια του άρθρου 81 ΕΚ και ιδίως την ουσιαστική απαίτηση να θίγεται το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Δεν είναι δυνατόν να συναχθεί συμπέρασμα βάσει της αρχής της ειδικότητας όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής ενός νομοθετήματος που δεν βρίσκεται πλέον σε ισχύ.
53 Η εφαρμογή του άρθρου 65 ΑΧ δεν μπορεί επίσης να στηριχθεί στην ανακοίνωση της 18ης Ιουνίου 2002. Η ανακοίνωση αυτή δεν έχει δεσμευτική ισχύ και η Επιτροπή δεν έχει, εν πάση περιπτώσει, αρμοδιότητα θέσπισης ρυθμίσεων που γεννούν δικαιώματα στο πλαίσιο της εξέτασης παλαιών υποθέσεων, ούτε καν προς εξασφάλιση της «αρμονικής μετάβασης» από τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ στις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ, σύμφωνα με τους όρους της προσβαλλόμενης απόφασης.
54 Το άρθρο 65 ΑΧ δεν μπορεί επίσης να εφαρμοστεί, εν προκειμένω, βάσει της αρχής του lex mitior. Η αρχή αυτή όχι μόνο δεν μπορεί να στηρίξει την εφαρμογή μιας «ποινικής διάταξης», αλλά, απεναντίας, προϋποθέτει την εν λόγω αναδρομικότητα.
55 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, δεύτερον, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη, στο μέτρο που εφαρμόζει τον κανονισμό 1/2003 και, ειδικότερα, το άρθρο του 23 σε συνδυασμό με το άρθρο 65 ΑΧ. Ο εν λόγω «συνδυασμός κανόνων» δεν μπορεί να αποτελέσει πρόσφορη νομική βάση για την επιβολή κυρώσεων και συνεπάγεται, επιπλέον, σοβαρά σφάλματα διαδικασίας, πράγμα που δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό της προσβαλλόμενης απόφασης ως «ανυπόστατης», κατά την έννοια της απόφασης του Δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 1987, 15/85, Consorzio Cooperative d’Abruzzo κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1005).
56 Καταρχάς, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1/2003, που τέθηκε σε ισχύ μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, και από τη διατύπωση του άρθρου 23 του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι το τελευταίο αυτό άρθρο παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να επιβάλει πρόστιμο για τις παραβάσεις των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, όχι όμως και για τις παραβάσεις του άρθρου 65 ΑΧ, το οποίο δεν αναφέρεται στο άρθρο 23 του κανονισμού 1/2003. Στηρίζοντας την επιβολή προστίμου στο άρθρο 23 του κανονισμού 1/2003, για παράβαση του άρθρου 65 ΑΧ, η Επιτροπή παραβιάζει σαφώς την αρχή nulla poena sine lege.
57 Η Επιτροπή δεν μπορεί να στηριχθεί βασίμως στη νομολογία που παρατίθεται στην 70ή αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, κατά την οποία οι ουσιαστικοί κανόνες δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Συγκεκριμένα, το άρθρο 23 του κανονισμού 1/2003, που περιέχει την πραγματική νομική βάση της κύρωσης, νομιμοποιεί δηλαδή την Επιτροπή προς επιβολή προστίμων, προβλέπει ένα «ουσιαστικό ποινικό κανόνα» και εξομοιώνεται με το άρθρο 65, παράγραφος 5, ΑΧ.
58 Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι το άρθρο 23 του κανονισμού 1/2003 μπορεί να θεωρηθεί ως κανόνας διαδικασίας, η εφαρμογή του εξακολουθεί να είναι παράνομη, στο μέτρο που η εφαρμογή του κανονισμού 1/2003 στην κύρωση που επισύρει η παράβαση του άρθρου 65 ΑΧ θα έπρεπε να αποκλείεται εκ προοιμίου ratione materiae.
59 Ακολούθως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η εφαρμογή του κανονισμού 1/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 65 ΑΧ κατέστησε πλημμελή ολόκληρη τη διαδικασία και επισημαίνει ότι, αν η Επιτροπή είχε, κατά την περίοδο ισχύος του άρθρου 65 ΑΧ, επιβάλει πρόστιμο βάσει των διατάξεων του άρθρου αυτού σε συνδυασμό με τις διατάξεις του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81 ΕΚ] και [82 ΕΚ] (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 204), η απόφασή της θα ήταν προδήλως απαράδεκτη και θα έπρεπε να ακυρωθεί. Δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά, στο μέτρο που το άρθρο 65 ΑΧ δεν έχει πλέον εφαρμογή και η δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού 1/2003 στις παραβάσεις του άρθρου 65 ΑΧ θα έπρεπε να αποκλείεται τόσο ratione materiae όσο και ratione temporis.
60 Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, δεν είναι ακριβές ότι η παραπομπή του άρθρου 23 του κανονισμού 1/2003 στο άρθρο 81 ΕΚ περιέχει επίσης μια άλλη παραπομπή, «σχεδόν ανεπαίσθητη», στο άρθρο 65 ΑΧ. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, εφόσον απαγορεύεται στο πλαίσιο του ισχύοντος στον τομέα των παραβάσεων δικαίου η κατ’ αναλογία επιβολή κυρώσεων, η εφαρμογή του άρθρου 23 του κανονισμού 1/2003 σε κανόνα μη αναφερόμενο στο άρθρο αυτό αποτελεί «ανεπίτρεπτη αναλογία».
61 Η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι η νομική βάση του κανονισμού 1/2003 είναι το άρθρο 83 ΕΚ, το οποίο νομιμοποιεί το Συμβούλιο και την Επιτροπή να θεσπίζουν τους κανονισμούς που χρησιμεύουν για την εφαρμογή των «αρχών που αναφέρονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ]», χωρίς να γίνεται αναφορά στο άρθρο 65 ΑΧ. Η έλλειψη αναφοράς στην τελευταία αυτή διάταξη δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθεί ως πλάνη του κοινοτικού νομοθέτη, που αποτελεί καθαυτή προϋπόθεση κατ’ αναλογία εφαρμογής για την κάλυψη νομικού κενού. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με την αρχή της κατά παραχώρηση αρμοδιότητας του άρθρου 5, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, καμία αρμοδιότητα για την εφαρμογή του άρθρου 65 ΑΧ δεν μπορούσε να δοθεί στην Επιτροπή βάσει της Συνθήκης ΕΚ, έστω επικουρικώς ή εμμέσως, και ότι ο κανονισμός 1/2003 δεν μπορεί, από πλευράς αρμοδιοτήτων, παρά να παραπέμπει στο άρθρο 81 ΕΚ.
62 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη των δύο πρώτων λόγων ακύρωσης που προβάλλει η προσφεύγουσα ως αβάσιμων.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί της νομικής βάσης της απόφασης
63 Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι οι κοινοτικές συνθήκες ίδρυσαν μια νέα έννομη τάξη, υπέρ της οποίας τα κράτη μέλη περιόρισαν, σε όλο και ευρύτερους τομείς, τα κυριαρχικά δικαιώματά τους και της οποίας υποκείμενα είναι τόσο τα κράτη μέλη όσο και οι πολίτες τους (γνωμοδότηση 1/91 του Δικαστηρίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1991, Συλλογή 1991, σ. I‑6079, σκέψη 21).
64 Στο πλαίσιο της κοινοτικής αυτής έννομης τάξης, τα όργανα της Κοινότητας διαθέτουν μόνον κατά παραχώρηση αρμοδιότητες (γνωμοδότηση 2/00 του Δικαστηρίου, της 6ης Δεκεμβρίου 2001, Συλλογή 2001, σ. I‑9713, σκέψη 5· απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C‑93/00, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. I‑10119, σκέψη 39). Για τον λόγο αυτό, οι κοινοτικές πράξεις παραθέτουν στο προοίμιό τους τη νομική βάση που εξουσιοδοτεί το κοινοτικό όργανο να ενεργήσει στον οικείο τομέα. Η επιλογή της προσήκουσας νομικής βάσης ενέχει σπουδαιότητα συνταγματικού χαρακτήρα (προαναφερθείσα γνωμοδότηση 2/00 του Δικαστηρίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 5).
65 Εν προκειμένω, πρώτον, διαπιστώνεται ότι το προοίμιο της προσβαλλόμενης απόφασης περιλαμβάνει αναφορές στις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ήτοι στα άρθρα 36 ΑΧ, 47 ΑΧ και 65 ΑΧ, αλλά και στη Συνθήκη ΕΚ, στον κανονισμό 1/2003 και ειδικότερα στο άρθρο 18 και στο άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, καθώς και στον κανονισμό (ΕΚ) 773/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] (ΕΕ L 123, σ. 18).
66 Δεύτερον, επισημαίνεται ότι, με την 70ή αιτιολογική σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή αναφέρει τα εξής:
«Η παρούσα απόφαση […] εκδόθηκε σύμφωνα με τους κανόνες διαδικασίας της Συνθήκης ΕΚ και, ειδικότερα, τον κανονισμό 1/2003. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού απονέμει στην Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 85 ΕΚ, την εξουσία διαπίστωσης των παραβάσεων του δικαίου του ανταγωνισμού εκ μέρους επιχειρήσεων. Το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 της παρέχει τη δυνατότητα να επιβάλει κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης.»
67 Με την 73η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή εξηγεί ότι η μετάβαση από το άρθρο 81 ΕΚ, ως lex generalis, στο άρθρο 65 ΑΧ, ως lex specialis, κατά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, συνεπάγεται ότι «είναι επίσης αρμόδια, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, και του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, να κινήσει διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 ΑΧ για τη διαπίστωση παράβασης του άρθρου αυτού, για την παύση της διαπιστωθείσας παράβασης και για την επιβολή προστίμου ως κύρωσης για την εν λόγω παράβαση».
68 Η 163η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρει ότι, κατά το άρθρο 65, παράγραφος 5, ΑΧ, η Επιτροπή «μπόρεσε» να επιβάλει πρόστιμα σε επιχειρήσεις που επέδειξαν αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά και ότι «ανάλογο δικαίωμα αναγνωρίστηκε στην Επιτροπή από το άρθρο 23 του κανονισμού […] 1/2003 το οποίο εφάρμοσε στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή».
69 Από τις αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει επίσης ότι η περιλαμβανόμενη στο προοίμιο παραπομπή στο άρθρο 65 ΑΧ αφορά την παράγραφο 1, ήτοι την ουσιαστική διάταξη που απευθύνεται στις επιχειρήσεις και στις ενώσεις επιχειρήσεων και απαγορεύει ορισμένων ειδών αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά, στο μέτρο που προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής προστίμων κατά μέγιστο όριο ίσων με το διπλάσιο του κύκλου εργασιών που πραγματοποιείται επί των προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο της συμφωνίας σύμπραξης. Η αναφορά στη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 65, παράγραφος 5, ΑΧ αφορά τη συζήτηση περί της αρχής του lex mitior και έχει ως σκοπό να δικαιολογήσει την εφαρμογή, στην υπό κρίση υπόθεση, της διάταξης αυτής αντί του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, για την επιμέτρηση του προστίμου (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 162 έως 168 και 178 της προσβαλλόμενης απόφασης).
70 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η Επιτροπή διαπιστώνει παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ και επιβάλλει πρόστιμο στην προσφεύγουσα, βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 για τη διαπίστωση της παράβασης και στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 για την επιβολή του προστίμου.
71 Συνεπώς, διαπιστώνεται, στο στάδιο αυτό, ότι το επιχείρημα της προσφεύγουσας περί της αρχής του lex mitior και περί της ανακοίνωσης της 18ης Ιουνίου 2002, το οποίο δεν μπόρεσε να αποτελέσει πρόσφορη νομική βάση για την προσβαλλόμενη απόφαση, στο μέτρο που η αρμοδιότητα της Επιτροπής δεν στηρίζεται, εν προκειμένω, ούτε στην εν λόγω αρχή ούτε στην εν λόγω ανακοίνωση, αλλά στα προαναφερθέντα άρθρα του κανονισμού 1/2003.
Επί της αρμοδιότητας της Επιτροπής προς διαπίστωση παράβασης του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ και επιβολή κυρώσεων, μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, βάσει του κανονισμού 1/2003
72 Στο πλαίσιο των δύο πρώτων λόγων ακύρωσης, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή απώλεσε, λόγω της λήξης ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ στις 23 Ιουλίου 2002, την αρμοδιότητά της επιβολής κυρώσεων για παραβάσεις του άρθρου 65 ΑΧ και ότι δεν υφίσταται καμία διάταξη, μεταβατική ή μόνιμη, πρωτογενούς ή παράγωγου δικαίου, η οποία νομιμοποιεί το όργανο αυτό να εφαρμόσει το προαναφερθέν άρθρο. Η εφαρμογή, στο πλαίσιο της προσβαλλόμενης απόφασης, του άρθρου 65 ΑΧ σε συνδυασμό με τον κανονισμό 1/2003 δεν εξασφαλίζει, εν πάση περιπτώσει, πρόσφορη νομική βάση στην εν λόγω απόφαση, λαμβανομένου υπόψη ότι ο κανονισμός αυτός απονέμει αρμοδιότητες στην Επιτροπή μόνο στο πλαίσιο της εφαρμογής των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ.
73 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
74 Πρώτον, υπενθυμίζεται ότι η διάταξη που συνιστά τη νομική βάση μιας πράξης και νομιμοποιεί το κοινοτικό όργανο για την έκδοση της εν λόγω πράξης πρέπει να ισχύει κατά τον χρόνο έκδοσής της (απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Απριλίου 2000, C‑269/97, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. I‑2257, σκέψη 45), πράγμα που αναμφισβήτητα συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 7, παράγραφος 1, και του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, τα οποία συνιστούν τη νομική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης.
75 Δεύτερον, επισημαίνεται ότι οι κοινοτικές Συνθήκες εγκαθίδρυσαν μια ενιαία έννομη τάξη (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, προαναφερθείσα στη σκέψη 63 γνωμοδότηση 1/91, σκέψη 21· απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Ιουνίου 1991, Τ-120/89, Stahlwerke Peine-Salzgitter κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. II‑279, σκέψη 78), στο πλαίσιο της οποίας, όπως προκύπτει από το άρθρο 305, παράγραφος 1, ΕΚ, η Συνθήκη ΕΚΑΧ συνιστούσε ειδικό καθεστώς παρεκκλίνον από τους γενικού χαρακτήρα κανόνες που έχει θεσπίσει η Συνθήκη ΕΚ.
76 Ως εκ τούτου, η Συνθήκη ΕΚΑΧ αποτελούσε, δυνάμει του άρθρου 305, παράγραφος 1, ΕΚ, lex specialis παρεκκλίνοντα από τον lex generalis που είναι η Συνθήκη ΕΚ (απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Οκτωβρίου 1985, 239/84, Gerlach, Συλλογή 1985, σ. 3507, σκέψεις 9 έως 11· γνωμοδότηση του Δικαστηρίου 1/94, της 15ης Νοεμβρίου 1994, Συλλογή 1994, σ. I‑5267, σκέψεις 25 έως 27, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 5ης Ιουνίου 2001, T‑6/99, ESF Elbe-Stahlwerke Feralpi κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II‑1523, σκέψη 102).
77 Κατά συνέπεια, όσον αφορά τη λειτουργία της κοινής αγοράς, οι κανόνες της Συνθήκης EKAX και το σύνολο των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί κατ’ εφαρμογή της εξακολούθησαν να ισχύουν μολονότι παρεμβλήθηκε η Συνθήκη EK (αποφάσεις του Δικαστηρίου Gerlach, προαναφερθείσα στη σκέψη 57, σκέψη 9, και της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑74/00 P και C‑75/00 P, Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑7869, σκέψη 100).
78 Ωστόσο, στο μέτρο που ορισμένα ζητήματα δεν αποτελούσαν αντικείμενο διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΧ ή ρυθμίσεων που θεσπίστηκαν βάσει αυτής, η Συνθήκη ΕΚ και οι διατάξεις που έχουν θεσπιστεί προς εκτέλεσή της μπορούσαν να εφαρμόζονται, ακόμη και πριν τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, σε προϊόντα που εμπίπτουν στη Συνθήκη ΕΚΑΧ (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 1987, 328/85, Deutsche Babcock, Συλλογή 1987, σ. 5119, σκέψη 10, και προαναφερθείσα στη σκέψη 77 απόφαση Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής, σκέψη 100· βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα στη σκέψη 76 γνωμοδότηση 1/94, σκέψη 27).
79 Βάσει του άρθρου της 97, η Συνθήκη ΕΚΑΧ έπαυσε να ισχύει στις 23 Ιουλίου 2002. Κατά συνέπεια, στις 24 Ιουλίου 2002 το πεδίο εφαρμογής του γενικού καθεστώτος που απορρέει από τη Συνθήκη ΕΚ επεκτάθηκε στους τομείς που αρχικώς διέπονταν από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ.
80 Αν η μετάβαση από το νομικό πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ στο νομικό πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ επέφερε, από 24ης Ιουλίου 2002, τροποποίηση της νομικής βάσης, της διαδικασίας και των εφαρμοστέων ουσιαστικών κανόνων, η τροποποίηση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της ενότητας και της συνέχειας της κοινοτικής έννομης τάξης και των σκοπών της (απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, T‑25/04, González y Díez κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I‑3121, σκέψη 55· βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Ιουλίου 2007, C‑119/05, Lucchini, Συλλογή 2007, σ. I‑6199, σκέψη 41), όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή με τις αιτιολογικές σκέψεις 65 έως 67 της προσβαλλόμενης απόφασης.
81 Συναφώς, επισημαίνεται ότι η καθιέρωση και διατήρηση ενός καθεστώτος ελεύθερου ανταγωνισμού, εντός του οποίου εξασφαλίζονται οι συνήθεις κανόνες ανταγωνισμού και στο οποίο στηρίζονται ιδίως οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και συμπράξεων μεταξύ επιχειρήσεων, αποτελεί έναν από τους κύριους σκοπούς τόσο της Συνθήκης ΕΚ (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2006, C‑308/04 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑5977, σκέψη 31), όσο και της Συνθήκης ΕΚΑΧ (βλ., υπό την έννοια αυτή, γνωμοδότηση του Δικαστηρίου 1/61, της 13ης Δεκεμβρίου 1961, ΕΕ. ειδ.έκδ. 1961, σ. 625· απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Ιουνίου 2001, C‑280/99 P έως C‑282/99 P, Moccia Irme κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I‑4717, σκέψη 33· απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Μαρτίου 1999, T‑141/94, Thyssen Stahl κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑347, σκέψεις 265, 299 έως 304).
82 Στο πλαίσιο αυτό, μολονότι οι κανόνες των Συνθηκών ΕΚΑΧ και ΕΚ που διέπουν τον τομέα των συμπράξεων διαφέρουν σε κάποιο βαθμό, επισημαίνεται ότι οι έννοιες της συμφωνίας και της εναρμονισμένης πρακτικής κατά το άρθρο 65, παράγραφος 1, ΑΧ συμπίπτουν με τις αντίστοιχες έννοιες του άρθρου 81 ΕΚ και ότι οι δύο αυτές διατάξεις τυγχάνουν της ίδιας ερμηνείας από τον κοινοτικό δικαστή (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα στη σκέψη 81 απόφαση Thyssen Stahl κατά Επιτροπής, σκέψεις 262 έως 272 και 277). Συγκεκριμένα, ο σκοπός περί μη νόθευσης του ανταγωνισμού στους τομείς που αρχικώς ενέπιπταν στην κοινή αγορά χάλυβα και άνθρακα δεν παραβλάπτεται λόγω της λήξης ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, καθόσον εξακολουθεί να επιδιώκεται στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ από το ίδιο όργανο, την Επιτροπή, διοικητική αρχή αρμόδια για την εφαρμογή και την ανάπτυξη της πολιτικής ανταγωνισμού προς το γενικό συμφέρον της Κοινότητας (βλ., κατ’ αναλογία, προαναφερθείσα στη σκέψη απόφαση Gonzalez y Díez κατά Επιτροπής, σκέψη 55).
83 Η συνέχεια της κοινοτικής έννομης τάξης και των σκοπών που πρυτανεύουν κατά τη λειτουργία της απαιτεί, εφόσον η Ευρωπαϊκή Κοινότητα διαδέχθηκε την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, και στο δικό της διαδικαστικό πλαίσιο, να εξασφαλίζει η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, έναντι των καταστάσεων που δημιουργήθηκαν υπό το καθεστώς της Συνθήκης ΕΚΑΧ, τον σεβασμό των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που ήταν επιβεβλημένες eo tempore τόσο στα κράτη μέλη όσο και στους ιδιώτες δυνάμει της Συνθήκης ΕΚΑΧ και των κανόνων που θεσπίσθηκαν για την εφαρμογή της εν λόγω Συνθήκης. Η απαίτηση αυτή είναι επιβεβλημένη κατά μείζονα λόγο εφόσον η στρέβλωση του ανταγωνισμού που απορρέει από τη μη τήρηση των κανόνων σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις μπορεί να επεκτείνει τα αποτελέσματά της, από χρονικής άποψης, μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, υπό το καθεστώς της Συνθήκης ΕΚ (βλ., κατ’ αναλογία, προαναφερθείσα στη σκέψη 80 απόφαση Gonzalez y Díez κατά Επιτροπής, σκέψη 56).
84 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, ο κανονισμός 1/2003 και, ειδικότερα, τα άρθρα του 7, παράγραφος 1, και 23, παράγραφος 2, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι παρέχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να διαπιστώσει, μετά τις 23 Ιουλίου 2002, την ύπαρξη συμπράξεων σε τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΧ ratione materiae και ratione temporis και να επιβάλει κυρώσεις (βλ., κατ’ αναλογία, προαναφερθείσα στη σκέψη 80 απόφαση Gonzalez y Díez κατά Επιτροπής, σκέψη 57), ακόμη και αν οι προαναφερθείσες διατάξεις του κανονισμού αυτού δεν περιέχουν ρητή αναφορά στο άρθρο 65 ΑΧ.
85 Επιπλέον, επισημαίνεται ότι η διαδοχή, στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξης, των κανόνων της Συνθήκης ΕΚ σε έναν τομέα ο οποίος διεπόταν αρχικώς από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ πρέπει να πραγματοποιηθεί τηρουμένων των αρχών που διέπουν τη διαχρονική εφαρμογή του δικαίου. Συναφώς, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, ναι μεν γίνεται εν γένει δεκτό ότι οι διαδικαστικοί κανόνες έχουν εφαρμογή εφ’ όλων των διαφορών που εκκρεμούν κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος των κανόνων αυτών, πλην όμως δεν ισχύει το ίδιο όσον αφορά τους ουσιαστικούς κανόνες. Συγκεκριμένα, οι τελευταίοι αυτοί κανόνες, προκειμένου να διασφαλισθεί η τήρηση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πρέπει να ερμηνεύονται ως έχοντες εφαρμογή επί καταστάσεων που έχουν διαμορφωθεί προ της έναρξης ισχύος τους, μόνον εφόσον προκύπτει σαφώς από τη διατύπωσή τους, τους σκοπούς ή την οικονομία τους ότι πρέπει να τους αναγνωρισθεί αναδρομική ισχύς (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 12ης Νοεμβρίου 1981, 212/80 έως 217/80, Salumi, Συλλογή 1981, σ. 2735, σκέψη 9, και της 10ης Φεβρουαρίου 1982, 21/81, Bout, Συλλογή 1982, σ. 381, σκέψη 13· απόφαση του Πρωτοδικείου της 19ης Φεβρουαρίου 1998, Τ-42/96, Eyckeler & Malt κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II‑401, σκέψη 55).
86 Υπό το πρίσμα αυτό, όσον αφορά το ζήτημα των ουσιαστικών διατάξεων που είναι εφαρμοστέες σε μια νομική κατάσταση η οποία έχει οριστικώς διαμορφωθεί προ της λήξης ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η συνέχεια της κοινοτικής έννομης τάξης και οι αφορώσες τις αρχές της ασφαλείας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απαιτήσεις επιβάλλουν την εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που θεσπίσθηκαν κατ’ εφαρμογήν της Συνθήκης ΕΚΑΧ επί των πραγματικών περιστατικών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους ratione materiae και ratione temporis. Το γεγονός ότι, λόγω της παύσης ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, το επίμαχο κανονιστικό πλαίσιο δεν είναι πλέον σε ισχύ κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο εκτιμάται η πραγματική κατάσταση δεν μεταβάλλει την ως άνω διαπίστωση, εφόσον η εκτίμηση αυτή αφορά μια νομική κατάσταση που έχει οριστικώς διαμορφωθεί σε χρόνο κατά τον οποίο ήταν εφαρμοστέες οι ουσιαστικές διατάξεις που θεσπίσθηκαν κατ’ εφαρμογήν της Συνθήκης ΕΚΑΧ (προαναφερθείσα στη σκέψη 80 απόφαση Gonzalez y Díez κατά Επιτροπής, σκέψη 59).
87 Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, και του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, κατόπιν διαδικασίας διεξαχθείσας σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό. Οι διατάξεις σχετικά με τη νομική βάση και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε έως την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης εμπίπτουν στους διαδικαστικούς κανόνες κατά την έννοια της προαναφερθείσας στη σκέψη 85 νομολογίας. Εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η Επιτροπή ορθώς εφάρμοσε τους κανόνες που περιέχει ο κανονισμός 1/2003 (βλ., κατ’ αναλογία, την προαναφερθείσα στη σκέψη 80 απόφαση Gonzalez y Díez κατά Επιτροπής, σκέψη 60, και, a contrario, απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Οκτωβρίου 2007, T‑27/03, T‑46/03, T‑58/03, T‑79/03, T‑80/03, T‑97/03 και T‑98/03, SP κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. II‑4331).
88 Επισημαίνεται, συναφώς, ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, το άρθρο 23 του κανονισμού 1/2003 δεν καθιερώνει ουσιαστικό κανόνα ο οποίος δεν σκοπεί, εξ ορισμού, στην εξασφάλιση μιας νομικής βάσης για πράξεις της Επιτροπής, σε αντίθεση προς το προαναφερθέν άρθρο το οποίο νομιμοποιεί ακριβώς την Επιτροπή να επιβάλει πρόστιμα στις επιχειρήσεις και στις ενώσεις επιχειρήσεων που ενήργησαν κατά παράβαση των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ.
89 Όσον αφορά τους ουσιαστικούς κανόνες, τονίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά μια νομική κατάσταση που διαμορφώθηκε οριστικώς προ της λήξης ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ στις 23 Ιουλίου 2002, δεδομένου ότι η παραβατική περίοδος εκτείνεται από τις 16 Δεκεμβρίου 1993 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1994. Ελλείψει οποιουδήποτε αναδρομικού αποτελέσματος του ουσιαστικού δικαίου ανταγωνισμού που ίσχυε από 24ης Ιουλίου 2002, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 65, παράγραφος 1, ΑΧ αποτελεί τον ισχύοντα ουσιαστικό κανόνα που πράγματι εφάρμοσε η Επιτροπή στο πλαίσιο της προσβαλλόμενης απόφασης, υπενθυμίζεται δε ότι, από τη φύση της Συνθήκης ΕΚ ως lex generalis σε σχέση με τη Συνθήκη ΕΚΑΧ, που καθιερώνεται στο άρθρο 305 ΕΚ, προκύπτει ακριβώς ότι το ειδικό καθεστώς που απορρέει από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ και από τους κανόνες που θεσπίσθηκαν προς εφαρμογή της είναι, δυνάμει της αρχής lex specialis derogat legi generali, το μοναδικό εφαρμοστέο καθεστώς που διέπει καταστάσεις που έχουν διαμορφωθεί προ της 24ης Ιουλίου 2002.
90 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι οι δύο πρώτοι λόγοι ακύρωσης που προέβαλε η προσφεύγουσα, οι οποίοι αντλούνται από παραβίαση της αρχής nulla poena sine lege και από μη σύννομη εφαρμογή του κανονισμού 1/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 65 ΑΧ πρέπει να απορριφθούν.
3. Επί του δεδικασμένου και του κύρους της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997
91 Πρέπει να τονιστεί ότι, στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακύρωσης, που αντλείται από παραβίαση του δεδικασμένου, έκαστος των δύο διαδίκων επικαλείται προς όφελός του την έννοια του δεδικασμένου, αντλώντας εκ διαμέτρου αντίθετα συμπεράσματα.
92 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, με τη σκέψη 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ευθυνόταν για τις ενέργειες της Thyssen και ότι το ζήτημα αυτό καλύπτεται σήμερα από το δεδικασμένο. Αντιστρόφως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται στο αναγνωρισθέν με την προαναφερθείσα στη σκέψη 24 απόφαση Krupp Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, που κυρώθηκε από το Δικαστήριο, κύρος της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997, με την οποία η προσφεύγουσα ανέλαβε την ευθύνη για προγενέστερες πράξεις της Thyssen, πράγμα που δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί, λόγω του δεδικασμένου που καλύπτει το εν λόγω νομικό ζήτημα, το οποίο έχει επιλυθεί από τον κοινοτικό δικαστή.
93 Με τον τέταρτο λόγο ακύρωσης, που αντλείται από τη μη σύννομη επιβολή προστίμου βάσει της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997, η προσφεύγουσα βάλλει ακριβώς κατά του ως άνω νομικού ζητήματος, υποστηρίζοντας ότι η δήλωση αυτή δεν μπορεί να θεμελιώσει τον καταλογισμό ευθύνης για τις ενέργειες της Thyssen και την παρεπόμενη κύρωση, λαμβανομένου υπόψη του πραγματικού περιεχομένου της και της ασυμβατότητάς της προς την κοινοτική νομοθεσία στον τομέα των συμπράξεων.
94 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος ακύρωσης πρέπει να εξεταστούν από κοινού, δεδομένου ότι η απάντηση που θα δοθεί σε καθένα από αυτούς αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού του άλλου. Συναφώς, ακόμη και αν η Επιτροπή δεν προβάλλει ρητώς ένσταση απαραδέκτου αντλούμενη από την ύπαρξη δεδικασμένου στο πλαίσιο της εξέτασης του τέταρτου λόγου ακύρωσης, την επικαλείται με τα υπομνήματά της στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακύρωσης, ο οποίος συνδέεται αναπόσπαστα με τον τέταρτο. Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα σχετικά με το απόλυτο δεδικασμένο είναι δημοσίας τάξεως και ο δικαστής πρέπει, ως εκ τούτου, να το εξετάζει αυτεπαγγέλτως [βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Ιουνίου 2006, C‑442/03 P και C‑471/03 P, P&O European Ferries (Vizcaya) και Diputación Foral de Vizcaya κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑4845, σκέψη 45].
Επιχειρήματα των διαδίκων
95 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακύρωσης, ότι, με τη σκέψη 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασής του ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν έφερε ευθύνη για τις ενέργειες της Thyssen και ότι το ζήτημα αυτό αποτελεί σήμερα, res iudicata, δηλαδή λόγο απαραδέκτου για την Επιτροπή.
96 Το Δικαστήριο στήριξε το συμπέρασμα αυτό, αφενός, στη διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, δεν υφίσταται ούτε οικονομική διαδοχή ούτε ενιαία δράση και, αφετέρου, στο ότι η δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997 καθώς και οι λοιπές δηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας δεν καθιστούν δυνατό τον καταλογισμό ευθύνης στην TKS για την παραβατική συμπεριφορά της Thyssen.
97 Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το Δικαστήριο, με τη σκέψη 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, δεν απέκλεισε την ευθύνη της TKS, στο μέτρο που, με τη σκέψη αυτή, παραπέμπει στην ανταναίρεση της Επιτροπής η οποία δεν αφορά τη μετακύλιση της ευθύνης προς την TKS, δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
98 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, ακόμη αν γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της εξέτασης της ανταναίρεσης, δεν ήταν αναγκαίο να συναχθεί κάποιο συμπέρασμα επί του ζητήματος της μετακύλισης της ευθύνης, η διαπίστωση αυτή δεν συνεπάγεται ότι η σκέψη 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής δεν ασκεί επιρροή στην επίλυση της διαφοράς. Το Δικαστήριο μπορεί ελεύθερα να διαπιστώσει, με το σκεπτικό της απόφασής του, ότι δεν υφίσταται μετακύλιση της ευθύνης, ακόμη και αν η Επιτροπή δεν είχε αναφερθεί ρητώς στο ζήτημα αυτό με την αίτησή της αναίρεσης, οι δε διάδικοι οφείλουν να συμμορφωθούν προς την εν λόγω διαπίστωση.
99 Με την προαναφερθείσα στη σκέψη 27 απόφασή του ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο, καταρχάς, κύρωσε, με τις σκέψεις 82 έως 87, την απόφαση του Πρωτοδικείου να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής λόγω πλημμελούς διαδικασίας και, ακολούθως, με τη σκέψη 88, επεξέτεινε το σκεπτικό της απόφασής του ως προς το ζήτημα της ακυρότητας της απόφασης της Επιτροπής διευκρινίζοντας ότι, ανεξαρτήτως της προαναφερθείσας διαπίστωσης πλημμελειών κατά τη διαδικασία, δεν ήταν δυνατό να καταλογιστεί στην TKS ευθύνη για τις ενέργειες της Thyssen.
100 Η προσφεύγουσα εξηγεί ότι, με τη σκέψη 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι δηλώσεις στις οποίες προέβη η TKS κατά τη διοικητική διαδικασία, για τις οποίες γίνεται λόγος στις σκέψεις 85 και 86 της εν λόγω απόφασης, δεν καθιστούν δυνατό τον καταλογισμό ευθύνης στην εταιρία αυτή για τις ενέργειες της Thyssen και ότι, εξάλλου, η σκέψη 85 της απόφασης αυτής αναφέρεται ρητώς στη δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997. Οι όροι που επιλέγει το Δικαστήριο είναι εντελώς σαφείς. Συγκεκριμένα, αν το Δικαστήριο σκόπευε, με τη σκέψη 88 της προαναφερθείσας απόφασης, να αναφερθεί αποκλειστικώς σε διαδικαστική πλάνη, όπως αφήνει να εννοηθεί η Επιτροπή, δεν θα είχε κρίνει αδικαιολόγητο τον «καταλογισμό […] ευθύνης [στην προσφεύγουσα]», σύμφωνα με τη διατύπωση της εν λόγω απόφασης.
101 Επιπλέον, τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη σκέψη 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής θα ήταν κενά περιεχομένου, αν αναφέρονταν μόνο σε πλημμέλειες κατά τη διαδικασία, καθόσον το ζήτημα αυτό είχε ήδη εξεταστεί εκτενώς στις σκέψεις 85 έως 87 της εν λόγω απόφασης. Αν το Δικαστήριο είχε πρόθεση να μην αποφανθεί επί της μετακύλισης της ευθύνης με τη σκέψη 88 της προαναφερθείσας απόφασης, δεν θα είχε διαπιστώσει, με τις δύο πρώτες περιόδους, ότι η Thyssen εξακολούθησε να υφίσταται και ότι, συνεπώς, δεν ήταν δυνατό να καταλογιστεί ευθύνη στην TKS κατ’ εφαρμογήν της απόφασης του Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 1999, C‑49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (Συλλογή 1999, σ. I‑4125). Κατά την προσφεύγουσα, εφόσον υπήρχε ήδη πλημμελής διαδικασία, η οποία είχε ως συνέπεια την ακυρότητα της απόφασης της Επιτροπής, το γεγονός ότι το Δικαστήριο τοποθετήθηκε, με τις δύο πρώτες περιόδους της σκέψης 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, επί του ζητήματος της μετακύλισης της ευθύνης μπορεί απλώς να σημαίνει ότι επιδίωκε να συμπληρώσει την αιτιολογία της απόρριψης της ανταναίρεσης της Επιτροπής. Η συμπληρωματική αιτιολογία του Δικαστηρίου που περιλαμβάνεται στις δύο αυτές πρώτες περιόδους θα ήταν ανεπαρκής, αν η τρίτη περίοδος δεν αναφερόταν επίσης στο ζήτημα της μετακύλισης της ευθύνης, καθόσον, στην αντίθετη περίπτωση, το ζήτημα αυτό θα παρέμενε εκκρεμές όσον αφορά τη δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997.
102 Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η ιταλική μετάφραση της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, την οποία επικαλείται η Επιτροπή προς στήριξη της ερμηνείας που έδωσε με τη σκέψη 88 της απόφασης αυτής, δεν ασκεί επιρροή, καθόσον η γλώσσα διαδικασίας είναι η γερμανική, και ότι η ερμηνεία αυτή είναι, εν πάση περιπτώσει, γλωσσικώς εσφαλμένη.
103 Η προσφεύγουσα επισημαίνει περαιτέρω ότι, ανεξαρτήτως της ερμηνείας της σκέψης 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, η έλλειψη μετακύλισης της ευθύνης δικαιολογείται και επί της ουσίας. Από τη νομολογία προκύπτει ότι η διάδοχος εταιρία δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού εκ μέρους της προκατόχου της, ενώ η τελευταία αυτή εταιρία υφίσταται ακόμη, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Thyssen. Με τα υπομνήματά της, η Επιτροπή δέχεται πλέον το συμπέρασμα αυτό.
104 Τέλος, υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, ο τρίτος λόγος ακύρωσης δεν είναι απαράδεκτος, στο μέτρο που δεν μπορεί να της αντιταχθεί «η νομική ισχύς» της προαναφερθείσας στη σκέψη 24 απόφασης Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, που αναφερόταν μόνο στην απόφαση 98/247, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής. Δεδομένου ότι κανένα δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφανθεί εν γένει επί της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, η απόφαση αυτή δεν είναι εκτελεστή, οπότε ο τρίτος λόγος ακύρωσης δεν μπορεί να είναι απαράδεκτος λόγω δεδικασμένου.
105 Στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακύρωσης, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, με τη δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997, εξέφρασε τη συμφωνία της «να εμμείνει η Επιτροπή στη διαδικασία όσον αφορά το σύνολο της παράβασης κατά εκείνης και όχι κατά εκείνης και παράλληλα και κατά της Thyssen». Η δήλωση αυτή δεν στοιχειοθετεί ευθύνη της TKS και μετακύλιση της υποχρέωσης καταβολής του προστίμου.
106 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, κατά τη διάρκεια της προηγούμενης διαδικασίας και στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, απέδειξε σαφώς ότι η δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997 δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως ανάληψη της ευθύνης καταβολής των προστίμων. Αν γινόταν δεκτή η αντίθετη άποψη της Επιτροπής, η πρόθεση των διαδίκων θα ετύγχανε ερμηνείας εκ διαμέτρου αντίθετης προς την πραγματική τους πρόθεση, όπως εκφράστηκε σαφώς κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
107 Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997 μπορεί να ερμηνευθεί ως περιλαμβάνουσα «ανάληψη ευθύνης», τούτο δεν σημαίνει ότι η TKS θα μπορούσε να υποχρεωθεί να καταβάλει το πρόστιμο που οφείλει η Thyssen, στο μέτρο που η ιδιωτική αυτή δήλωση μπορεί να έχει δηλωτικό μόνο χαρακτήρα και δεν γεννά δικαιώματα. Η δήλωση αυτή δεν μπορεί να μεταβάλει τη θέση του αποδέκτη, που απορρέει ευθέως από το πρωτογενές δίκαιο και δεν παράγει αποτελέσματα ούτε από πλευράς ουσιαστικού δικαίου ούτε από πλευράς διαδικασίας, καθότι δεν συνάδει με τη νομοθεσία περί προστίμων στον τομέα των συμπράξεων. Η νομοθεσία αυτή εμπίπτει αναμφισβήτητα στο δημόσιο δίκαιο και, «ειδικότερα, στο ποινικό δίκαιο και στις διατάξεις περί επιμέτρησης των ποινών». Οι ανεξάρτητες ιδιωτικές δηλώσεις εκ μέρους υποκειμένων ιδιωτικού δικαίου δεν μπορούν να μεταβάλουν τις νομικές συνέπειες που απορρέουν από το δημόσιο δίκαιο, «a fortiori από το ποινικό δίκαιο και τις διατάξεις περί επιμέτρησης των ποινών». Η αρχή αυτή ανατρέχει στο ρωμαϊκό δίκαιο (jus publicum privatorum pactis mutari non potest) και εφαρμόζεται στις έννομες τάξεις των κρατών μελών, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό κοινή νομική παράδοση στα κράτη μέλη την οποία η Επιτροπή οφείλει να σέβεται.
108 Το συμπέρασμα αυτό είναι κατά μείζονα λόγο βάσιμο οσάκις η Επιτροπή εγκρίνει μια δήλωση ανάληψης ευθύνης, καθόσον το κοινοτικό όργανο δεν νομιμοποιείται να μην εφαρμόσει τη νομοθεσία που διέπει τα επιβαλλόμενα στον τομέα των συμπράξεων πρόστιμα. Η προσφεύγουσα τονίζει ότι, με την από 19 Ιανουαρίου 2005 απόφασή της MCAA (υπόθεση COMP/E – 1/C.37773), η Επιτροπή έκρινε ότι μια ιδιωτική δήλωση ανάληψης ευθύνης δεν μπορούσε να συνεπάγεται μετακύλιση της ευθύνης πληρωμής των επιβληθέντων στον πλαίσιο του δικαίου των συμπράξεων προστίμων. Κατά την προσφεύγουσα, «την ευθύνη πληρωμής των προστίμων εξακολουθεί να φέρει ο αποδέκτης, ακόμη και όταν η Επιτροπή επιθυμεί να επιβάλει το πρόστιμο σε άλλο αποδέκτη πλην του υπαιτίου κατά το πρωτογενές και παράγωγο κοινοτικό δίκαιο». Τούτο ισχύει ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι επιχειρήσεις συμμερίζονται την επιθυμία της Επιτροπής να πλήξει με το πρόστιμο άλλον αποδέκτη πλην του πραγματικού υπαιτίου. Πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να αποκλειστεί αυτό το δυνητικό περιθώριο εκτίμησης της Επιτροπής, διότι «αγγίζει τα όρια» της αυθαιρεσίας.
109 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το παραδεκτό του τρίτου λόγου ακύρωσης προσκρούει στο γεγονός ότι η διαπίστωση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο με την προαναφερθείσα στη σκέψη 24 απόφαση Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, ότι δηλαδή υπάρχει δυνατότητα επιβολής κύρωσης βάσει της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997, έχει ήδη αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου. Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον να βάλει κατά της εν λόγω δυνατότητας επιβολής κύρωσης, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί μέχρι σήμερα. Αυτή η έλλειψη εννόμου συμφέροντος δικαιολογεί επίσης το απαράδεκτο του τέταρτου λόγου ακύρωσης, που αντλείται από μη σύννομη επιβολή προστίμου βάσει της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997, ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, δεν ευσταθεί.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
110 Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι το έννομο συμφέρον της προσφεύγουσας να βάλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία της επιβάλλει πρόστιμο 3 168 000 ευρώ, είναι αναμφισβήτητο και ότι ο τρίτος λόγος ακύρωσης, που αντλείται από παραβίαση του δεδικασμένου, δεν μπορεί να κηρυχθεί απαράδεκτος για τον μοναδικό λόγο ότι η προσφεύγουσα αμφισβήτησε, κατά τη διαδικασία έκδοσης της προαναφερθείσας στη σκέψη 24 απόφασης Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, μόνον το γεγονός ότι η δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997 μπορεί να ερμηνευθεί ως παραίτηση από το δικαίωμά της ακρόασης.
111 Συνεπώς, πρέπει να εξεταστούν επί της ουσίας τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
112 Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε τη σημασία της αρχής του ουσιαστικού δεδικασμένου τόσο στην κοινοτική έννομη τάξη όσο και στις εθνικές έννομες τάξεις. Πράγματι, προς διασφάλιση τόσο της σταθερότητας του δικαίου και των εννόμων σχέσεων όσο και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλεται να μην μπορεί να τεθεί ζήτημα κύρους των δικαστικών αποφάσεων οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, μετά την εξάντληση των προβλεπομένων ενδίκων μέσων ή μετά την εκπνοή των προθεσμιών που τάσσονται για την άσκηση αυτών των ενδίκων μέσων (απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-224/01, Köbler, Συλλογή 2003, σ. I-10239, σκέψη 38, και της 16ης Μαρτίου 2006, C‑234/04, Kapferer, Συλλογή 2003, σ. I‑2585, σκέψη 20).
113 Κατά πάγια νομολογία, το δεδικασμένο καλύπτει μόνον τα πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία πράγματι ή κατ’ ανάγκη επιλύθηκαν με τη δικαστική απόφαση (απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 1991, C-281/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-347, σκέψη 14, διάταξη της 28ης Νοεμβρίου 1996, C‑277/95 P, Lenz κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-6109, σκέψη 50, και απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 2002, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑8375, σκέψη 44).
Επί του περιεχομένου της απόφασης του Πρωτοδικείου Krupp Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής
114 Από τις σκέψεις 51 έως 52 και 55 έως 68 της προαναφερθείσας στη σκέψη 24 απόφασης Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής προκύπτουν τα εξής:
– η προσφεύγουσα δέχθηκε ως τετελεσμένη την αποδοχή της ευθύνης της παράβασης που διάπραξε η Thyssen, χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε αντίρρηση ή επιφύλαξη ως προς την αξία της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997·
– το Πρωτοδικείο επισήμανε ρητώς το γεγονός ότι η TKS δεν αμφισβήτησε τη δυνατότητα της Επιτροπής να της καταλογίσει ευθύνη για την παραβατική συμπεριφορά που προσάπτεται στην Thyssen·
– το Πρωτοδικείο δέχθηκε σαφώς τη δυνατότητα της Επιτροπής να καταλογίσει στην TKS, βάσει της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997, την ευθύνη για την παραβατική συμπεριφορά που προσάπτεται στην Thyssen μεταξύ Δεκεμβρίου του 1993 και 1ης Ιανουαρίου του 1995·
– το άρθρο 1 της απόφασης 98/247 ακυρώθηκε, κατά το μέτρο που καταλόγισε στην TKS την προσαφθείσα στην Thyssen παράβαση, μόνο λόγω του ότι η δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997 δεν μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι συνεπάγεται «επίσης» παραίτηση από το δικαίωμά της ακρόασης όσον αφορά τα προσαπτόμενα στην Thyssen πραγματικά περιστατικά, δεδομένου ότι αυτή η εσφαλμένη αντίληψη της Επιτροπής για το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της TKS·
– η εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση και η παρεπόμενη διαπίστωση προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας της TKS έλαβαν ως δεδομένο το κύρος της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997, με την οποία η TKS είχε επιβεβαιώσει ότι αναλάμβανε την ευθύνη για προηγούμενες πράξεις της Thyssen.
115 Με το διατακτικό της προαναφερθείσας στη σκέψη 24 απόφασης Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, το Πρωτοδικείο ακύρωσε το άρθρο 1 της απόφασης 98/247, στο μέτρο που καταλόγισε στην TKS την ευθύνη για την εκ μέρους της Thyssen παράβαση του άρθρου 65 ΑΧ, μείωσε το πρόστιμο της TKS σε σχέση με το ποσό του προστίμου που της είχε επιβληθεί λόγω της διαπραχθείσας από την Thyssen παράβασης, καθορίζοντας το τελικό ποσό του προστίμου της TKS σε 4 032 000 ευρώ, και απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά.
Επί του περιεχομένου της απόφασης του Δικαστηρίου ThyssenKrupp κατά Επιτροπής
116 Η προσφεύγουσα άσκησε αναίρεση κατά της προαναφερθείσας στη σκέψη 24 απόφασης Krupp Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, ζητώντας, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόσον, με αυτή, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή της·
– να τροποποιήσει το άρθρο 1 της απόφασης 98/247 και τα οριζόμενα περί της διάρκειας της παράβασης, καθόσον την αφορά·
– να μειώσει αναλόγως το ποσό του προστίμου που της επιβλήθηκε με το άρθρο 2 της απόφασης 98/247·
– επικουρικώς, όσον αφορά τα δύο ως άνω αιτήματα, να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο·
117 Η TKS προβάλλει τρεις λόγους προς στήριξη της αίτησής της αναίρεσης:
– πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της διάρκειας της παράβασης·
– εσφαλμένο υπολογισμό του ποσού του κατ’ αποκοπή προστίμου και
– πλάνη περί το δίκαιο ως προς τις συνέπειες της συνεργασίας της TKS στη διαδικασία έρευνας με αντικείμενο τη μείωση του ποσού του προστίμου.
118 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης της προσφεύγουσας δεν αφορούσε την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση της μετακύλισης της ευθύνης από την Thyssen στην TKS.
119 Η Επιτροπή άσκησε ανταναίρεση κατά της προαναφερθείσας στη σκέψη 24 απόφασης Krupp Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, ζητώντας κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναίρεσης της προσφεύγουσας·
– επικουρικώς, σε περίπτωση αναίρεσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, να απορρίψει το αίτημα περί μείωσης του ποσού του προστίμου·
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέτρο που με την απόφαση αυτή το Πρωτοδικείο:
i) ακύρωσε το άρθρο 1 της απόφασης 98/247 με την οποία καταλογίστηκε στην TKS η ευθύνη για τη διαπραχθείσα από την Thyssen παράβαση·
ii) όρισε σε ποσό μικρότερο των 7 596 000 ευρώ το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην TKS δυνάμει του άρθρου 2 της απόφασης 98/247·
iii) καταδίκασε την Επιτροπή στα δικαστικά της έξοδα.
120 Η Επιτροπή προβάλλει τρεις λόγους προς στήριξη της ανταναίρεσής της:
– την παραμόρφωση του περιεχομένου ορισμένων αποδεικτικών εγγράφων και την πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της μεταφοράς της ευθύνης από την Thyssen στην TKS·
– πεπλανημένη εκτίμηση των προϋποθέσεων στον τομέα του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και
– πλάνη εκτίμησης ως προς το υποστατό της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας.
121 Αντικείμενο της συζήτησης μεταξύ των διαδίκων είναι η ερμηνεία της απάντησης που έδωσε το Δικαστήριο στον πρώτο λόγο ανταναίρεσης και, ειδικότερα, η σκέψη 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, ερμηνεία που συνδέεται κατ’ ανάγκη με το περιεχόμενο του λόγου αυτού και των επιχειρημάτων που η Επιτροπή ανέπτυξε προς στήριξή του.
122 Συναφώς, από τις σκέψεις 73 έως 79 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής προκύπτει ότι, με τον πρώτο λόγο ανταναίρεσης, η Επιτροπή προφανώς δεν αμφισβήτησε την εκ μέρους του Πρωτοδικείου αναγνώριση του δικαιώματός της να καταλογίσει στην TKS ευθύνη για την παραβατική συμπεριφορά που προσάπτεται στην Thyssen βάσει της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997, αλλά απλώς την παρεπόμενη διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι η δήλωση αυτή δεν μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι συνεπάγεται και παραίτηση της TKS από το δικαίωμά της ακρόασης όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά που προσάπτονται στην Thyssen.
123 Όσον αφορά την απάντηση του Δικαστηρίου στον πρώτο λόγο ανταναίρεσης της Επιτροπής, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο, καταρχάς, κύρωσε, με τις σκέψεις 82 έως 87 της απόφασής του, την απόφαση του Πρωτοδικείου να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής λόγω πλημμελούς διαδικασίας και, ακολούθως, με τη σκέψη 88, επεξέτεινε το σκεπτικό προσβάλλοντας το κύρος της απόφασης της Επιτροπής και διευκρινίζοντας ότι, ανεξαρτήτως της προαναφερθείσας πλημμέλειας κατά τη διαδικασία, η TKS δεν μπορούσε να ευθύνεται για τις ενέργειες της Thyssen.
124 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, πρώτον, ότι, αν το Δικαστήριο είχε θελήσει να μην αποφανθεί επί της μετακύλισης της ευθύνης με τη σκέψη 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, δεν θα διαπίστωνε, με τις δύο πρώτες περιόδους, ότι η Thyssen εξακολουθούσε να υφίσταται και ότι, ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατό να καταλογιστεί ευθύνη στην TKS για τις ενέργειες της εταιρίας αυτής κατ’ εφαρμογήν της προαναφερθείσας στη σκέψη 101 απόφασης Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni. Η συμπληρωματική αιτιολογία του Δικαστηρίου που περιλαμβάνεται στις δύο πρώτες περιόδους της σκέψης 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής θα ήταν ελλιπής αν η τρίτη περίοδος δεν αναφερόταν επίσης στο ζήτημα της μετακύλισης αρμοδιότητας, καθόσον, στην αντίθετη περίπτωση, δεν θα δινόταν λύση στο ζήτημα αυτό όσον αφορά τη δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997.
125 Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι το πρώτο αυτό επιχείρημα προσκρούει προδήλως στη δομή της εκ μέρους του Δικαστηρίου εκτίμησης του πρώτου λόγου ανταναίρεσης που χαρακτηρίζεται από τον στενό συσχετισμό της απάντησης του Δικαστηρίου προς τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
126 Καταρχάς, με την προαναφερθείσα στη σκέψη 27 απόφαση ThyssenKrupp κατά Επιτροπής (σκέψεις 80 έως 87), το Δικαστήριο εξακριβώνει αν η διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι η δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997 δεν συνεπάγεται παραίτηση της TKS από το δικαίωμά της ακρόασης πάσχει πλάνη περί το δίκαιο λόγω παραμόρφωσης του περιεχομένου, αφενός, της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997 και, αφετέρου, άλλων εγγράφων για τα οποία γίνεται λόγος στις σκέψεις 76 και 77 της απόφασης του Δικαστηρίου, ήτοι των απαντήσεων της TKS στις δύο ανακοινώσεις των αιτιάσεων και του από 17 Δεκεμβρίου 1996 εγγράφου της.
127 Με την προαναφερθείσα στη σκέψη 27 απόφαση ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο υπενθυμίζει και κυρώνει (σκέψεις 81 και 82) την ως άνω διαπίστωση του Πρωτοδικείου όσον αφορά το περιεχόμενο της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997 και, ακολούθως, εξετάζει και απορρίπτει (σκέψεις 83 έως 86) το επιχείρημα της Επιτροπής περί της μη συνεκτίμησης από το Πρωτοδικείο άλλων αποδεικτικών στοιχείων που σχετίζονται με την εν λόγω δήλωση και περί της παρεπόμενης παραμόρφωσης του περιεχομένου τους.
128 Το συμπέρασμα ότι το Πρωτοδικείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο ούτε της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997 ούτε άλλων αποδεικτικών στοιχείων (προαναφερθείσα στη σκέψη 27 απόφαση ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, σκέψη 87) δεν σηματοδοτεί, ωστόσο, την ολοκλήρωση της εκ μέρους του Δικαστηρίου εκτίμησης του πρώτου λόγου ανταναίρεσης της Επιτροπής.
129 Ακολούθως, το Δικαστήριο εξετάζει και απορρίπτει επίσης ένα άλλο επιχείρημα της Επιτροπής σχετικό με την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων όσον αφορά την προβαλλόμενη οικονομική διαδοχή της TKS από την Thyssen, την πρόδηλη ενιαία δράση των δύο αυτών επιχειρήσεων και τις δηλώσεις που πραγματοποίησε η TKS εν ονόματι της Thyssen κατά τη διοικητική διαδικασία. Αυτό και μόνον είναι το αντικείμενο της σκέψης 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, που συνεπάγεται άμεσα την απόρριψη του πρώτου λόγου ανταναίρεσης.
130 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, δεύτερον, ότι, με τη σκέψη 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο επισημαίνει, άνευ αμφισημίας, ότι οι «δηλώσεις» στις οποίες προέβη η TKS κατά τη διοικητική διαδικασία, για τις οποίες γίνεται λόγος στις σκέψεις 85 και 86 της απόφασης αυτής, δεν καθιστούν δυνατό «τον καταλογισμό [σε εκείνη] ευθύνης για τις ενέργειες της Thyssen» και ότι, εξάλλου, η σκέψη 85 της απόφασης αυτής αναφέρεται ρητώς στη δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997.
131 Ωστόσο, από μια απλή κατά γράμμα ανάγνωση της τρίτης περιόδου της σκέψης 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής προκύπτει ότι πρόκειται για απλή παραπομπή στο πόρισμα της περιλαμβανόμενης στις σκέψεις 85 και 86 της απόφασης ανάλυσης και ότι οι δηλώσεις για τις οποίες γίνεται λόγος είναι οι απαντήσεις της TKS στις δύο ανακοινώσεις των αιτιάσεων και το από 17 Δεκεμβρίου 1996 έγγραφό της, που έχουν ήδη εκτιμηθεί από το Δικαστήριο.
132 Μολονότι, για τη δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997 γίνεται βεβαίως μνεία στη σκέψη 85 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφαση ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, η διατύπωση της τελευταίας περιόδου της σκέψης αυτής καθιστά σαφές ότι το Δικαστήριο διαχωρίζει ευθέως, για τις ανάγκες του σκεπτικού της απόφασης, τις δηλώσεις της TKS επί ορισμένων δραστηριοτήτων της Thyssen προγενέστερων της εξαγοράς της το 1995, από τη δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997. Το Δικαστήριο κρίνει, συνεπώς, ότι, μολονότι η προσφεύγουσα, με την απάντησή της στην πρώτη ανακοίνωση των αιτιάσεων και με το από 17 Δεκεμβρίου 1996 έγγραφό της, είχε επίσης υποβάλει παρατηρήσεις επί ορισμένων δραστηριοτήτων της Thyssen προγενέστερων της εξαγοράς της το 1995, η δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997 δεν σήμαινε ότι η TKS θεωρούσε ότι αμύνθηκε πλήρως και επαρκώς ως προς το ζήτημα του καταλογισμού της ευθύνης για τις ενέργειες της Thyssen, οπότε η Επιτροπή ορθώς της επέβαλε πρόστιμο για τις εν λόγω ενέργειες χωρίς να την ακούσει εκ νέου.
133 Επιπλέον, το Δικαστήριο αναφέρεται, με την τρίτη περίοδο της σκέψης 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, στις δηλώσεις της TKS σχετικά «με τις δραστηριότητες της Thyssen» κατά τη διοικητική διαδικασία, διατύπωση που καθιστά δυνατό τον διαχωρισμό τους από τη δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997, με την οποία η TKS βεβαίωσε ότι αναλαμβάνει την ευθύνη για τις προγενέστερες πράξεις της Thyssen, και παραπέμπει στη διατύπωση της σκέψης 85 της απόφασης αυτής που αφορά τις «παρατηρήσεις [της TKS] επί ορισμένων δραστηριοτήτων της Thyssen προγενέστερων της κατά το έτος 1995 εξαγοράς της».
134 Η περιλαμβανόμενη στην εν λόγω τρίτη περίοδο φράση ότι οι δηλώσεις που πραγματοποίησε η TKS κατά τη διοικητική διαδικασία όσον αφορά τις δραστηριότητες της Thyssen δεν καθιστούν δυνατό τον «καταλογισμό στην TKS της ευθύνης για τις ενέργειες της Thyssen» πριν από το 1995 πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του πολύ συγκεκριμένου σκοπού του πρώτου λόγου ανταναίρεσης και του γεγονότος ότι το επίμαχο χωρίο απλώς παραπέμπει στο πόρισμα της ανάλυσης που πραγματοποίησε το Δικαστήριο με τις σκέψεις 85 και 86 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, τούτο δε λόγω της εν μέρει σύμπτωσης των επιχειρημάτων που προέβαλε η Επιτροπή προς στήριξη του πρώτου λόγου ανταναίρεσης.
135 Η τρίτη περίοδος της σκέψης 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής πρέπει, συνεπώς, να ερμηνευθεί ως υπενθύμιση εκ μέρους του Δικαστηρίου του ότι οι σχετικές με τις δραστηριότητες της Thyssen δηλώσεις της TKS κατά τη διοικητική διαδικασία, ήτοι οι απαντήσεις της TKS στις δύο ανακοινώσεις των αιτιάσεων και το από 17 Δεκεμβρίου 1996 έγγραφό της δεν καθιστούν δυνατό το συμπέρασμα ότι η δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997 συνεπαγόταν και παραίτηση από το δικαίωμά της ακρόασης και, συνακόλουθα, τον καταλογισμό ευθύνης στην TKS για τις ενέργειες της Thyssen πριν από το 1995 λόγω πλημμελούς διαδικασίας αντλούμενης από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της TKS.
136 Η αντίθετη ερμηνεία της σκέψης 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, την οποία υποστηρίζει η προσφεύγουσα, ισοδυναμεί με την παραδοχή ότι το Δικαστήριο μετέτρεψε, χωρίς καμία αιτιολογία και με απλή παραπομπή, μια διαπίστωση περί προσβολής του δικαιώματος ακρόασης σε συμπέρασμα περί μετακύλισης της ευθύνης, η οποία δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
137 Σημειωτέον επίσης ότι, μολονότι η σκέψη 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής έπρεπε να ερμηνευθεί όπως προτείνει η προσφεύγουσα, ήτοι υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι, ανεξαρτήτως πλημμέλειας κατά τη διαδικασία, η TKS δεν μπορούσε να κριθεί υπαίτια για τις ενέργειες της Thyssen, το Δικαστήριο, μολονότι δεν όφειλε να αποφανθεί περαιτέρω επί του δεύτερου και τρίτου λόγου ανταναίρεσης που αμφισβητούν το υποστατό της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας, εντούτοις αποφάνθηκε επί του ζητήματος αυτού με τις σκέψεις 90 έως 97 της επίμαχης απόφασης, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους.
138 Συνεπώς, ο τρίτος λόγος ακύρωσης της προσφεύγουσας που αντλείται από το ότι η Επιτροπή, επιβάλλοντάς της πρόστιμο για την παραβατική συμπεριφορά της Thyssen, παραβίασε το δεδικασμένο που παρήγαγε η προαναφερθείσα στη σκέψη 27 απόφαση ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, οπότε η TKS δεν μπορούσε να κριθεί υπαίτια για τις ενέργειες της Thyssen, πρέπει να απορριφθεί ως απόρροια εσφαλμένης ερμηνείας της σκέψης 88 της προαναφερθείσας απόφασης.
Επί των συνεπειών του δεδικασμένου
139 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι ο κοινοτικός δικαστής έκρινε ότι η Επιτροπή είχε κατ’ εξαίρεση δικαίωμα να καταλογίσει στην TKS, λαμβανομένης υπόψη της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997, την ευθύνη για τη συμπεριφορά που προσάπτεται στην Thyssen από τον Δεκέμβριο του 1993 και μέχρι τη μετακύλιση των αρμοδιοτήτων της στην TKS την 1η Ιανουαρίου 1995, αλλά δεν παρέσχε στην TKS τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί της συμπεριφοράς αυτής, οπότε η TKS δεν μπόρεσε να ασκήσει τα σχετικά δικαιώματά της άμυνας, συμπέρασμα που δικαιολόγησε τη μερική ακύρωση της απόφασης 98/247.
140 Πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο κοινοτικός δικαστής έχει πράγματι αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού, κατά την έννοια της προαναφερθείσας στη σκέψη 113 νομολογίας, και ότι υφίσταται, επομένως, δεδικασμένο το οποίο, όπως είναι γνωστό, δεν καλύπτει μόνον το διατακτικό των ακυρωτικών αποφάσεων. Το δεδικασμένο καταλαμβάνει και το σκεπτικό των αποφάσεων αυτών που αποτελεί την απαραίτητη βάση του διατακτικού με το οποίο είναι, ως εκ τούτου, αδιαχώριστο [βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προαναφερθείσα στη σκέψη 94 απόφαση P&O European Ferries (Vizcaya) και Diputación Foral de Vizcaya κατά Επιτροπής, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
141 Η προαναφερθείσα στη σκέψη 24 απόφαση Krupp Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, που κυρώθηκε με την προαναφερθείσα στη σκέψη 27 απόφαση ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, επέβαλε μία μόνον επιβάρυνση στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 233 ΕΚ, το οποίο υποχρεώνει το όργανο του οποίου πράξη ακυρώθηκε να λάβει τα μέτρα εκτέλεσης της οικείας απόφασης, και συγκεκριμένα την υποχρέωση άρσης, στην πράξη που θα αντικαταστήσει την ακυρωθείσα πράξη, της πράγματι διαπιστωθείσας παρανομίας (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα στη σκέψη 113 απόφαση Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 48).
142 Πράγματι, με αυτόν ακριβώς τον τρόπο έπραξε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε μετά την αποστολή, στις 5 Απριλίου 2006, της ανακοίνωσης των αιτιάσεων στην TKS, η οποία απάντησε στις 17 Μαΐου 2006. Η προσφεύγουσα, επομένως, είχε τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί του υποστατού και της κρισιμότητας των πραγματικών περιστατικών που προσάπτονται στην Thyssen.
143 Στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, το Πρωτοδικείο κλήθηκε να αποφανθεί επί της νομιμότητας της πράξης η οποία αντικαθιστά την απόφαση 98/247 και με την οποία η Επιτροπή επέβαλε στην προσφεύγουσα, βασιζόμενη στις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στην προαναφερθείσα στη σκέψη 24 απόφαση Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, κυρωθείσα με την προαναφερθείσα στη σκέψη 27 απόφαση ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, και αφορούν τη δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997, πρόστιμο 3 168 000 ευρώ για τις ενέργειες της Thyssen.
144 Μολονότι η υπό κρίση προσφυγή αφορά πράξη τυπικώς διαφορετική από την απόφαση 98/247, διαπιστώνεται ότι το νομικό ζήτημα που εγείρει η προσφυγή αυτή σχετικά με το κύρος της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997 ως νομικής βάσης του καταλογισμού ευθύνης στην προσφεύγουσα για τις ενέργειες της Thyssen και την παρεπόμενη κύρωση που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα έχει ήδη εξεταστεί και επιλυθεί από τον κοινοτικό δικαστή, οπότε καλύπτεται από το δεδικασμένο.
145 Το δεδικασμένο αυτό απαγορεύει την εκ νέου υποβολή και εξέταση του νομικού αυτού ζητήματος από το Πρωτοδικείο.
146 Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι δεν είναι δυνατόν να της αντιταχθεί δεδικασμένο εν προκειμένω, στο μέτρο που η προαναφερθείσα στη σκέψη 24 απόφαση Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής αφορούσε αποκλειστικώς την απόφαση 98/247, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής, δεν ασκεί καμία επιρροή και πρέπει να απορριφθεί.
147 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι ο τέταρτος λόγος ακύρωσης, που αντλείται από τον μη σύννομο χαρακτήρα της επιβολής προστίμου βάσει της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, οπότε η ανάκληση της εν λόγω δήλωσης εκ μέρους της προσφεύγουσας κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση δεν ασκεί επιρροή και σκοπεί αποκλειστικώς στην ενίσχυση των σχετικών με το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής επιχειρημάτων της.
4. Επί της παραβίασης της «αρχής της μη αοριστίας»
Επιχειρήματα των διαδίκων
148 Στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακύρωσης, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την «αρχή της μη αοριστίας», διότι η Επιτροπή δεν καθόρισε με αρκετή σαφήνεια, αφενός, τη νομική βάση της επιβολής κύρωσης και, αφετέρου, την έννοια της «ανάληψης ευθύνης με ιδιωτική δήλωση».
149 Πρώτον, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή διατείνεται ότι η επιβολή προστίμου στην TKS στηρίζεται σε «συνδυασμό κανόνων», όπως π.χ. του άρθρου 65 ΑΧ με το άρθρο 23 του κανονισμού 1/2003, ο οποίος χαρακτηρίζεται από αοριστία, καθόσον το επιβληθέν στη βάση αυτή πρόστιμο δεν «μπορεί να προβλεφθεί για όλους τους ενδιαφερομένους», αντιθέτως προς τις επιταγές της νομολογίας. Οι αντιφατικές εξηγήσεις που παρέχει η Επιτροπή με το υπόμνημα αντίκρουσης καταδεικνύουν ότι δεν γνωρίζει ούτε «τη μορφή που πρέπει να έχει» ο συνδυασμός αυτός.
150 Η αοριστία του συνδυασμού διαφορετικών νομικών βάσεων επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι δεν καθιστά δυνατό να καθοριστεί, μεταξύ άλλων, αν η προθεσμία άσκησης προσφυγής ήταν ενός μήνα, όπως προβλέπει η Συνθήκη ΕΚΑΧ, ή δύο μηνών, όπως προβλέπει η Συνθήκη ΕΚ. Η διαδικαστική αβεβαιότητα για την οποία ευθύνεται η Επιτροπή συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της TKS.
151 Δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, με την έννοια της «ανάληψης ευθύνης με ιδιωτική δήλωση» (125η και 127η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης), η Επιτροπή εισήγαγε μια sui generis περίπτωση νομικής διαδοχής, η οποία εφαρμόζεται για πρώτη φορά στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης και είναι αόριστη, ασαφής και, επομένως, προδήλως παράνομη τόσο λόγω του περιεχομένου της όσο και λόγω των προϋποθέσεων εφαρμογής της.
152 Η νέα αυτή έννοια δεν απορρέει ούτε από το πρωτογενές ή το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο ούτε από τη νομολογία, η οποία έδωσε αντίθετη λύση στο πλαίσιο της προαναφερθείσας στη σκέψη 101 απόφασης Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni. Η παραβίαση της «αρχής της μη αοριστίας» απορρέει επίσης από το γεγονός ότι, με την απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2005, MCAA, η Επιτροπή δέχθηκε ρητώς την αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή μια ανεξάρτητη ιδιωτική δήλωση δεν συνεπάγεται μετακύλιση της ευθύνης. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν έκανε λόγο, με την ανακοίνωση των αιτιάσεων, για τη νέα έννοια που επρόκειτο πλέον να εφαρμόζει κατά την επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις του δικαίου των συμπράξεων.
153 Η προσφεύγουσα επισημαίνει, τέλος, ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν καθόρισε ρητώς και οριστικώς τη νομική βάση στην οποία στηριζόταν για την επιβολή κυρώσεων της επιτρέπει να πραγματοποιεί μόνον υποθέσεις. Η διαπίστωση αυτή δεν καθιστά απαράδεκτη την υπό κρίση προσφυγή, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, αλλά καθιστά άκυρη την προσβαλλόμενη απόφαση.
154 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το επιχείρημα της προσφεύγουσας «αβεβαιότητα[ς] για την οποία ευθύνεται η Επιτροπή» είναι τόσο ασαφές, ώστε ο λόγος ακύρωσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Η Επιτροπή ζητεί επικουρικώς την απόρριψη του λόγου ακύρωσης ως αβασίμου.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί του παραδεκτού του λόγου ακύρωσης
155 Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό του πέμπτου λόγου ακύρωσης επικαλούμενη αοριστία.
156 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 44, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει συνοπτική έκθεση των προβαλλόμενων λόγων. Η έκθεση αυτή πρέπει να είναι αρκετά σαφής και ακριβής, ώστε να μπορεί ο μεν καθού να προετοιμάσει την άμυνά του, το δε Πρωτοδικείο να κρίνει την προσφυγή, ενδεχομένως χωρίς να χρειαστεί πρόσθετες πληροφορίες. Για τον λόγο αυτό, το εν λόγω δικόγραφο πρέπει να διευκρινίζει σε τι συνίσταται ο λόγος ακύρωσης στον οποίο στηρίζεται η προσφυγή, οπότε η αφηρημένη επίκλησή του δεν ικανοποιεί τις επιταγές του Κανονισμού Διαδικασίας (απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Ιανουαρίου 1995, T-102/92, Viho κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-17, σκέψη 68, και του Δικαστηρίου της 14ης Μαΐου 1998, T‑352/94, Mo och Domsjö κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II‑1989, σκέψη 333).
157 Eν προκειμένω, από τα υπομνήματα της προσφεύγουσας σχετικά με τον λόγο ακύρωσης που αντλείται από παραβίαση της «αρχής της μη αοριστίας» προκύπτει ότι στην πραγματικότητα η προσφεύγουσα αναφέρεται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, την οποία παραβίασε η Επιτροπή λόγω της αοριστίας, αφενός, της νομικής βάσης της κύρωσης και, αφετέρου, του καταλογισμού ευθύνης.
158 Διαπιστώνεται ότι, με την ενέργεια αυτή, η προσφεύγουσα παρέσχε στοιχεία τα οποία ήταν αρκούντως ακριβή και συγκεκριμένα, δεδομένου ότι δεν εμπόδισαν την Επιτροπή να δώσει απάντηση στα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ήδη κατά το στάδιο του υπομνήματος αντίκρουσης και το Πρωτοδικείο να ασκήσει τον έλεγχό του.
159 Κατά συνέπεια, ο υπό εξέταση λόγος ακύρωσης πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτός και να εξεταστεί επί της ουσίας.
Επί της ουσίας
160 Κατά πάγια νομολογία, την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα με τα υπομνήματά της, είναι αναγκαίο η κοινοτική νομοθεσία να είναι σαφής και οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να προβλέψουν την εφαρμογή της. Σύμφωνα με αυτή την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η δεσμευτικότητα κάθε πράξης που προορίζεται να παραγάγει έννομα αποτελέσματα πρέπει να απορρέει από διάταξη του κοινοτικού δικαίου, η οποία πρέπει να αναφέρεται ρητώς ως νομική της βάση και η οποία προβλέπει τη μορφή την οποία πρέπει να περιβληθεί η πράξη αυτή (απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Ιουνίου 1993, C‑325/91, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I‑3283, σκέψη 26). Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι μια κύρωση, έστω και μη ποινική, μπορεί να επιβληθεί μόνον αν στηρίζεται σε σαφή και μη αμφίσημη νομική βάση (απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Σεπτεμβρίου 1984, 117/83, Könecke, Συλλογή 1984, σ. 3291, σκέψη 11).
161 Όσον αφορά, πρώτον, τον ισχυρισμό περί αοριστίας της νομικής βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε «συνδυασμό κανόνων», όπως π.χ. του άρθρου 65 ΑΧ με το άρθρο 23 του κανονισμού 1/2003, που χαρακτηρίζεται από αοριστία. Πέραν των εκτιμήσεων περί αοριστίας του υπομνήματος αντίκρουσης που δεν ασκούν καμία επιρροή, υποστηρίζει ότι ο συνδυασμός αυτός είναι αόριστος, διότι το επιβληθέν πρόστιμο δεν «μπορούσε να προβλεφθεί για όλους τους ενδιαφερομένους», και ότι η αοριστία του «μείγματος νομικών βάσεων» δημιουργεί διαδικαστική αβεβαιότητα η οποία συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.
162 Το επιχείρημα αυτό της προσφεύγουσας στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση συλλογισμού και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί.
163 Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει σαφώς ότι η νομική βάση της, ήτοι οι διατάξεις που νομιμοποιούν ενεργητικώς την Επιτροπή στον οικείο τομέα, αποτελείται αποκλειστικώς από το άρθρο 7, παράγραφος 1, και το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, εξαιρουμένου του άρθρου 65 ΑΧ. Η περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραπομπή στο άρθρο 65 ΑΧ αφορά την παράγραφο 1, ήτοι τη διάταξη που απευθύνεται στις επιχειρήσεις και στις ενώσεις επιχειρήσεων απαγορεύοντας ορισμένες αντίθετες προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορές, και την παράγραφο 5, στο μέτρο που προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής προστίμων κατά μέγιστο όριο ίσων με το διπλάσιο του κύκλου εργασιών που πραγματοποιείται για τα προϊόντα που αποτέλεσαν αντικείμενο της συμφωνίας σύμπραξης. Η αναφορά στη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 65, παράγραφος 5, ΑΧ αφορά το ζήτημα της εφαρμογής της αρχής του lex mitior και έχει ως σκοπό να δικαιολογήσει, εν προκειμένω, την εφαρμογή της διάταξης αυτής και όχι του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, για την επιμέτρηση του προστίμου (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 162 έως 168 και 178 της προσβαλλόμενης απόφασης).
164 Το περιεχόμενο του πρώτου και του δεύτερου λόγου ακύρωσης που εξετάστηκαν ανωτέρω καταδεικνύει ότι η προσφεύγουσα δεν είχε πραγματική αβεβαιότητα ως προς τη νομική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης.
165 Πέραν της ρητής αναφοράς στο άρθρο 7, παράγραφος 1, και στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, η Επιτροπή υπενθύμισε, με την 70ή αιτιολογική σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, την πάγια νομολογία κατά την οποία οι διαδικαστικοί κανόνες έχουν εν γένει εφαρμογή σε όλες τις διαφορές που εκκρεμούν κατά τον χρόνο θέσης τους σε ισχύ, αντιθέτως προς τους ουσιαστικούς κανόνες που κατά κανόνα ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι δεν αφορούν καταστάσεις διαμορφωθείσες μετά τη θέση τους σε ισχύ (προαναφερθείσα στη σκέψη 85 απόφαση Meridionale Industria Salumi κ.λπ., σκέψη 9). Επιπλέον, το άρθρο 4 της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρει ρητώς ότι η απόφαση δημιουργεί εκτελεστό τίτλο «σύμφωνα με το άρθρο 256 [ΕΚ]», που κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα με έγγραφο το οποίο της διευκρίνιζε ότι η κοινοποίηση πραγματοποιήθηκε «σύμφωνα με το άρθρο 254 [ΕΚ]».
166 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν χωρεί καμία αμφιβολία ως προς το ότι η προσφυγή κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκδόθηκε τέσσερα και πλέον έτη μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, έπρεπε να ασκηθεί τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 230 ΕΚ και του Κανονισμού Διαδικασίας και ότι το άρθρο 23 του Οργανισμού ΕΚΑΧ του Δικαστηρίου δεν μπορούσε να εφαρμοστεί.
167 Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα δεν παρέχει καμία εξήγηση προς στήριξη της ειδικής αιτίασης περί αοριστίας της νομικής βάσης, δεδομένου ότι το επιβληθέν πρόστιμο δεν «μπορεί να προβλεφθεί για όλους τους ενδιαφερομένους», και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν επικαλείται τον μη σύννομο χαρακτήρα του άρθρου 23 του κανονισμού 1/2003 από πλευράς της αρχής της νομιμότητας των αδικημάτων και των ποινών, που αποτελεί παρακολούθημα της αρχής της ασφάλειας δικαίού, ούτε ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης.
168 Υπενθυμίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η Επιτροπή διαπιστώνει παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ και επιβάλλει κυρώσεις στην προσφεύγουσα μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, εκδόθηκε τηρουμένων των αρχών που διέπουν τη διαχρονική εφαρμογή του δικαίου και ότι ορθώς η Επιτροπή εφάρμοσε το ως άνω άρθρο, ως ουσιαστικό κανόνα, και τους κανόνες αρμοδιότητας και διαδικασίας που απορρέουν από τον κανονισμό 1/2003, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 23, παράγραφος 2, που προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα της Επιτροπής να επιβάλλει πρόστιμα στις επιχειρήσεις που επέδειξαν αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά.
169 Στο μέτρο που η προσφεύγουσα επιδιώκει, στην πραγματικότητα, να προσβάλει το κύρος της νομικής βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης κάνοντας λόγο για «μείγμα νομικών βάσεων τις οποίες δεν δέχεται ούτε η νομολογία ούτε η θεωρία του δικαίου», αρκεί η υπενθύμιση ότι, όπως διαπιστώθηκε ήδη, η χρησιμοποιηθείσα νομική βάση αναγνώρισε στην Επιτροπή αρμοδιότητα διαπίστωσης παράβασης του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης και επιβολής κυρώσεων.
170 Όσον αφορά, δεύτερον, τον ισχυρισμό περί αοριστίας, εν προκειμένω, κατά τον καταλογισμό ευθύνης, αρκεί η διαπίστωση ότι η ευθύνη της προσφεύγουσας για τη συμπεριφορά της Thyssen στηρίζεται ρητώς και αποκλειστικώς στη δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997, όπως προκύπτει σαφώς από τις αιτιολογικές σκέψεις 112 έως 117, 125, 127, 128 και 149 της προσβαλλόμενης απόφασης. Από την εξέταση των υπομνημάτων της προσφεύγουσας προκύπτει, εξάλλου, ότι δεν υφίσταται καμία αβεβαιότητα ως προς το σημείο αυτό.
171 Στην πραγματικότητα, με το επιχείρημα που ανέπτυξε προς στήριξη του πέμπτου λόγου ακύρωσης, η προσφεύγουσα επιδιώκει να αποδείξει εκ νέου τον μη σύννομο χαρακτήρα της νομικής βάσης της απόφασης, ισχυρισμός απαράδεκτος στο μέτρο που το εν λόγω νομικό ζήτημα έχει ήδη επιλυθεί από τον κοινοτικό δικαστή, ο οποίος αναγνώρισε το κύρος της, και, συνεπώς, καλύπτεται από το δεδικασμένο (βλ. ανωτέρω σκέψεις 139 έως 147).
172 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι ο λόγος ακύρωσης που αντλείται από παραβίαση της «αρχής της μη αοριστίας» πρέπει να απορριφθεί.
5. Επί της παραβίασης της αρχής non bis in idem
Επιχειρήματα των διαδίκων
173 Στο πλαίσιο του έκτου λόγου ακύρωσης, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η έννοια της «μετακύλισης της ευθύνης με ιδιωτική δήλωση» παραβιάζει την αρχή non bis in idem, η οποία πρέπει επίσης να τηρείται στο πλαίσιο της «ανανέωσης διαδικασίας επιβολής προστίμου».
174 Η υπό κρίση υπόθεση χαρακτηρίζεται από την επιβολή παράνομης διπλής κύρωσης. Για την παράβαση που διέπραξε η TKS της έχει ήδη επιβληθεί κύρωση η οποία έχει καταστεί απρόσβλητη, η δε Επιτροπή της καταλόγισε, επιπλέον, τη διαπραχθείσα από την Thyssen παράβαση, με αποτέλεσμα να της έχει επιβληθεί διπλή κύρωση για την ίδια πράξη.
175 Όπως επισημαίνει, το Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, ότι η μετακύλιση της ευθύνης ήταν αδύνατη από υλικής πλευράς, με αποτέλεσμα να της επιβληθεί για δεύτερη φορά πρόστιμο, μολονότι η σχετική απόφαση είχε καταστεί απρόσβλητη (res judicata). Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελές το επιχείρημα ότι το ακυρωθέν τμήμα της απόφασης 98/247 αντιστοιχεί στο μέρος του προστίμου που, θεωρητικώς, επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα για την παράβαση που διέπραξε η Thyssen.
176 Επιπλέον, σύμφωνα με τη νέα έννοια της «ανάληψης ευθύνης με ιδιωτική δήλωση», η Επιτροπή καταλήγει να καταλογίζει ευθύνη την οποία φέρει τρίτος. Η Επιτροπή τονίζει ότι αρχικώς δεν ευθυνόταν η TKS και ότι δεν επρόκειτο επίσης για ευθύνη καταλογισθείσα στο πλαίσιο νομικής διαδοχής. Κατά την προσφεύγουσα, στην περίπτωση αυτή, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή της επιβάλλει νέο, δεύτερο πρόστιμο, αντί να περιοριστεί στη διόρθωση ενός διαδικαστικού σφάλματος. Η επιβολή κύρωσης για την παράβαση που διέπραξε η Thyssen θα ήταν, συνεπώς, σύννομη μόνον αν δεν είχε ήδη επιβληθεί κύρωση στην TKS για την παράβαση που διέπραξε. Ωστόσο, δεδομένου ότι από το 1998 η κύρωση που επιβλήθηκε στην TKS κατέστη απρόσβλητη, θα έπρεπε να παύσουν οι διαδικασίες για το σύνολο των επίδικων πραγματικών περιστατικών.
177 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη αυτού του λόγου ακύρωσης.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
178 Υπενθυμίζεται ότι η θεμελιώδης αρχή του κοινοτικού δικαίου non bis in idem, η οποία άλλωστε καθιερώθηκε με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, απαγορεύει, στον τομέα του ανταγωνισμού, την καταδίκη μιας επιχείρησης ή την εκ νέου δίωξή της για συμπεριφορά αντίθετη προς τον ανταγωνισμό για την οποία της έχει ήδη επιβληθεί κύρωση ή για την οποία έχει κριθεί ως μη έχουσα ευθύνη με προγενέστερη απόφαση η οποία δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί (προαναφερθείσα στη σκέψη 113 απόφαση Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 59).
179 Η εφαρμογή της αρχής non bis in idem εξαρτάται από την τριπλή προϋπόθεση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, της ταυτότητας του παραβάτη και της ταυτότητας του προστατευομένου εννόμου συμφέροντος (απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψη 338).
180 Eν προκειμένω, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι της επιβλήθηκε διπλή παράνομη κύρωση. Όπως ισχυρίζεται, της επιβλήθηκε, οριστικώς, με την απόφαση 98/247 για την παράβαση που διέπραξε, ενώ επιπλέον η Επιτροπή, καταλογίζοντάς της, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ευθύνη για την παράβαση που διέπραξε η Thyssen, της επέβαλε κύρωση δύο φορές για «την ίδια πράξη».
181 Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, η προσφεύγουσα επικαλείται εκ νέου παρανομία κατά τον καταλογισμό ευθύνης για την παράβαση που διέπραξε η Thyssen βάσει της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997, αφενός, υπενθυμίζοντας το επιχείρημά της ότι το Δικαστήριο, με τη σκέψη 88 της προαναφερθείσας στη σκέψη 27 απόφασης ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, έκρινε ότι η TKS δεν ευθυνόταν για την παραβατική συμπεριφορά της Thyssen και, αφετέρου, επισημαίνοντας ότι η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, καταλόγισε ευθύνη την οποία έφερε τρίτος.
182 Η προσφεύγουσα συνάγει από την προβαλλόμενη αυτή παρανομία ότι το επιβληθέν με την προσβαλλόμενη απόφαση πρόστιμο σκοπεί απλώς και μόνο στην επιβολή, για δεύτερη φορά, κύρωσης για την παράβαση που διέπραξε, κατά παραβίαση της αρχής non bis in idem.
183 Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση συλλογισμού.
184 Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, ο κοινοτικός δικαστής έχει κρίνει, λαμβανομένης υπόψη της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997, ότι η Επιτροπή είχε κατ’ εξαίρεση δικαίωμα να καταλογίσει στην TKS την ευθύνη για την παραβατική συμπεριφορά που προσάπτεται στην Thyssen.
185 Αφού επισήμανε την ύπαρξη πλημμελούς διαδικασίας όσον αφορά την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας, το Πρωτοδικείο, με την προαναφερθείσα στη σκέψη 24 απόφαση Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, ακύρωσε το άρθρο 1 της απόφασης 98/247 στο μέτρο που καταλόγιζε στην TKS την ευθύνη για την παράβαση του άρθρου 65 ΑΧ που διέπραξε η Thyssen, μείωσε, ακολούθως, το πρόστιμο της TKS σε σχέση με το ποσό του προστίμου που της είχε επιβληθεί λόγω της παράβασης της Thyssen και καθόρισε σε 4 032 000 ευρώ το τελικό ποσό προστίμου που επιβλήθηκε στην TKS για τη δική της αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά.
186 Η απόφαση αυτή κυρώθηκε από το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα στη σκέψη 27 απόφαση ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, λαμβανομένου υπόψη ότι η εκ μέρους της προσφεύγουσας ερμηνεία της σκέψης 88 της απόφασης αυτής έχει ήδη απορριφθεί.
187 Σύμφωνα με το άρθρο 233 ΕΚ, στην Επιτροπή απέκειτο να θεραπεύσει την παρανομία που διαπίστωσε ο κοινοτικός δικαστής, όπως και έπραξε στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Μοναδικός σκοπός της απόφασης αυτής, μετά τη θεραπεία της διαδικαστικής πλημμέλειας, είναι να καταλογιστεί στην προσφεύγουσα, βάσει της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997, η ευθύνη για την παράβαση του άρθρου 65 ΑΧ εκ μέρους της Thyssen και να της επιβληθεί, ως εκ τούτου, πρόστιμο 3 168 000 ευρώ.
188 Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση επ’ ουδενί αποτελεί δεύτερη καταδίκη για την παραβατική συμπεριφορά της TKS για την οποία έχει ήδη επιβληθεί κύρωση με την απόφαση 98/247. Επιπλέον, όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή, η ανάληψη της ευθύνης με τη δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997 δεν μετατρέπει τις δύο παραβάσεις που διέπραξαν η TKS και η Thyssen σε μία και μόνον παράβαση.
189 Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση, στο μέτρο που αφορά εκ νέου και αποκλειστικώς τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό ενέργειες της Thyssen, δεν παραβιάζει περαιτέρω την αρχή non bis idem.
190 Υπενθυμίζεται ότι η αρχή non bis in idem δεν εμποδίζει, αφ’ εαυτής, την επανάληψη των διώξεων που έχουν ως αντικείμενο την ίδια αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά, όταν η πρώτη απόφαση ακυρώθηκε για τυπικούς λόγους χωρίς να έχει εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας για τα προσαπτόμενα περιστατικά, αφού η ακυρωτική απόφαση δεν ισχύει ως «αθώωση» κατά την έννοια που προσδίδεται στον όρο αυτό στον κατασταλτικό τομέα. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι κυρώσεις που επιβάλλονται με νέα απόφαση δεν προστίθενται στις επιβληθείσες με την ακυρωθείσα απόφαση, αλλά τις αντικαθιστούν (προαναφερθείσα στη σκέψη 113 απόφαση Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 62).
191 Αυτή η νομολογιακή λύση έχει πλήρη εφαρμογή εν προκειμένω, καθόσον η κύρωση που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω της ευθύνης που έφερε για την παράβαση της Thyssen αντικαθιστά εκείνη που της επιβλήθηκε με την απόφαση 98/247 για τον ίδιο λόγο, αποκλείοντας με τον τρόπο αυτό οποιαδήποτε παραβίαση της αρχής non bis in idem.
192 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι ο λόγος ακύρωσης που αντλείται από παραβίαση της αρχής non bis in idem πρέπει να απορριφθεί.
6. Επί της παραγραφής
Επιχειρήματα των διαδίκων
193 Στο πλαίσιο του έβδομου λόγου ακύρωσης, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης 715/78/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 6ης Απριλίου 1978, περί της παραγραφής σε θέματα διώξεως και εκτελέσεως στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 107), η παράβαση που διέπραξε η Thyssen υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, η οποία συντελέστηκε το 1999, ή το αργότερο το 2003, αν ληφθεί υπόψη η ημερομηνία κατά την οποία οι λοιποί μετέχοντες στη σύμπραξη έπαυσαν την παράβαση.
194 Δεν υπήρξε διακοπή της παραγραφής κατά την έννοια του άρθρου 2 της απόφασης 715/78, ούτε αναστολή της, καθόσον η Thyssen δεν μετέσχε στη διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα στη σκέψη 24 απόφαση Krupp Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής. Το ίδιο θα ίσχυε αν γινόταν αναφορά στους κανόνες παραγραφής του άρθρου 25 του κανονισμού 1/2003 ή του κανονισμού (ΕΟΚ) 2988/74 του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 1974, περί παραγραφής του δικαιώματος διώξεως και εκτελέσεως των αποφάσεων στους τομείς του δικαίου των μεταφορών και του ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 241)
195 Αντιθέτως προς την άποψη της Επιτροπής, η παραγραφή δεν εξαρτάται από την παράβαση που διέπραξε η TKS, καθόσον το πρόστιμο που επέβαλε η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά παράβαση διαπραχθείσα αρχικώς από την Thyssen. Παραπέμποντας στην απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C‑297/98 P, SCA Holding κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑10101), η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, εφόσον η παράβαση που της προσάπτεται διαπράχθηκε από την Thyssen, η κύρωση της επιβλήθηκε στο μέτρο που δεν μπορούσε να επιβληθεί στην προκάτοχό της εταιρία, ήτοι στην Thyssen. Δεδομένου ότι η παράβαση παραγράφηκε ως προς την Thyssen, το ίδιο ισχύει και για την προσφεύγουσα η οποία «υποκατέστησε την Thyssen στη διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας είναι δυνατή η επιβολή προστίμου».
196 Προς απάντηση στο επιχείρημα της Επιτροπής ότι δεν πρόκειται για «πρόβλημα διαδοχής», διότι η Thyssen εξακολουθεί να υφίσταται και η αρμοδιότητά της διαπίστωσης παραβάσεων απορρέει αποκλειστικώς και ευθέως από την προβαλλόμενη δήλωση ανάληψης ευθύνης, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η έννοια της νομικής διαδοχής δεν υπόκειται στην προϋπόθεση ο προκάτοχος να μην υφίσταται πλέον και ότι διαδοχή υφίσταται εφόσον μεταβλήθηκαν οι νομικές αρμοδιότητες, ακόμη και όταν ο προκάτοχος εξακολουθεί να υφίσταται. Επιπλέον, ο χαρακτηρισμός της εν λόγω μετακύλισης της ευθύνης ως «νομικής διαδοχής» ή ως χρήσης από την Επιτροπή της «κατασταλτικής εξουσίας της» λόγω της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997 δεν ασκεί επιρροή, στο μέτρο που πρόκειται πάντα για ευθύνη από παράβαση με την οποία ουδεμία σχέση έχει η προσφεύγουσα.
197 Η προσφεύγουσα τονίζει ότι η Επιτροπή αντιτάσσει επίσης στην παραγραφή το «έννομο συμφέρον της διαπίστωσης της παράβασης» με την προσβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε κατά της TKS και υποστηρίζει ότι οι προθεσμίες παραγραφής δεν εφαρμόζονται στις «διαπιστώνουσες παράβαση αποφάσεις». Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό, καθόσον δεν καθίσταται αντιληπτός ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή μπορεί να θεμελιώσει «έννομο συμφέρον» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 και δεν πρόκειται, εν προκειμένω, για δηλωτικού περιεχομένου απόφαση, αλλά για απόφαση επιβάλλουσα πρόστιμο. Ακόμη και ένα «θεμιτό συμφέρον διαπίστωσης παράβασης» δεν θα μπορούσε να μεταβάλει το γεγονός της παραγραφής της παράβασης. Εν πάση περιπτώσει, μια «διαπιστώνουσα παράβαση απόφαση» που δεν υπόκειται στους κανόνες παραγραφής προσβάλλει τα δικαιώματα άμυνας της TKS, διότι το εν λόγω έννομο συμφέρον ουδέποτε αναφέρθηκε στην ανακοίνωση των αιτιάσεων.
198 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του έβδομου λόγου ακύρωσης.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
199 Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι ο υπό εξέταση λόγος ακύρωσης δεν μπορεί να γίνει δεκτός, καθότι είναι εσφαλμένη η συλλογιστική στην οποία στηρίζεται, ήτοι ο ισχυρισμός ότι η κύρωση που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα με την απόφαση 98/247 και, ακολούθως, με την προσβαλλόμενη απόφαση αφορά «παράβαση με την οποία ουδεμία σχέση έχει».
200 Υπενθυμίζεται ότι η TKS αποδέχθηκε, με τη δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997 που απευθύνθηκε στην Επιτροπή, την ευθύνη της για τα πραγματικά περιστατικά που προσάπτονται στην Thyssen για τον μετά το 1993 χρόνο, ενώ οι δραστηριότητες της Thyssen στον τομέα των οικείων προϊόντων της μεταβιβάστηκαν από 1ης Ιανουαρίου 1995.
201 Η απόφαση 98/247 που καταλογίζει στην TKS ευθύνη για τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό ενέργειες της Thyssen και της επιβάλλει πρόστιμο στηρίζεται ακριβώς και αποκλειστικώς στη δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997.
202 Με την προαναφερθείσα στη σκέψη 24 απόφαση Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, λαμβανομένης υπόψη της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997, η Επιτροπή είχε κατ’ εξαίρεση δικαίωμα να καταλογίσει στην TKS ευθύνη για την παραβατική συμπεριφορά που προσάπτεται στην Thyssen, δεδομένου ότι η δήλωση αυτή συνεπάγεται ότι το νομικό πρόσωπο υπό την ευθύνη του οποίου τέθηκαν οι δραστηριότητες άλλου νομικού προσώπου μετά την ημερομηνία διάπραξης της παράβασης που απορρέει από τις εν λόγω δραστηριότητες οφείλει να απαντήσει στη δήλωση, ακόμη και αν, καταρχήν, στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διαχειριζόταν την οικεία επιχείρηση κατά τον χρόνο διάπραξης της παράβασης απόκειται να απαντήσει σε αυτή (σκέψη 62 της απόφασης).
203 Συνεπώς, από νομική άποψη, την επίμαχη παράβαση διέπραξε η TKS (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C‑294/98 P, Metsä-Serla κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑10065, σκέψη 28).
204 Αυτή ακριβώς η διαπίστωση εξηγεί το ότι, με την προαναφερθείσα στη σκέψη 24 απόφαση Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, το Πρωτοδικείο προσήψε στην Επιτροπή προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας.
205 Αφού επισήμανε ότι η δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997 δεν μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι συνεπάγεται, επίσης, παραίτηση της προσφεύγουσας από το δικαίωμά της ακρόασης ως προς τα πραγματικά περιστατικά που προσάπτονται στην Thyssen, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η ανακοίνωση των αιτιάσεων που κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα δεν της καταλόγιζε ευθύνη για τις προβαλλόμενες ενέργειες κατά της Thyssen, περιστάσεις για τις οποίες η TKS αποδεχόταν πλέον την ευθύνη της και την ενδεχόμενη επιβολή προστίμου, και ότι η TKS δεν είχε τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί του υποστατού και της κρισιμότητας των πραγματικών περιστατικών που προσάπτονται στην Thyssen. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να ασκήσει τα δικαιώματά της άμυνας.
206 Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, βάσει των στοιχείων που συγκεντρώνονται κατόπιν των επιθεωρήσεων και των αιτημάτων παροχής πληροφοριών, στην Επιτροπή απόκειται να ρυθμίσει το ζήτημα του καταλογισμού της ευθύνης για τις διαπιστωθείσες παραβάσεις και ότι η ουσιαστική δικονομική εγγύηση που συνιστά η ανακοίνωση των αιτιάσεων αποτελεί εφαρμογή μιας θεμελιώδους αρχής του κοινοτικού δικαίου που απαιτεί την τήρηση των δικαιωμάτων άμυνας σε κάθε διαδικασία (βλ. απόφαση της 16ης Μαρτίου 2000, C-395/96 P και C‑396/96 P, Compagnie maritime belge transports κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑1365, σκέψεις 143 και 146). Με την ανακοίνωση των αιτιάσεων, διαδικαστική πράξη που σηματοδοτεί την έναρξη της κατ’ αντιμωλία διοικητικής διαδικασίας, η Επιτροπή εκθέτει τις αιτιάσεις και τα πραγματικά περιστατικά που προσάπτονται στην επιχείρηση-αποδέκτη της ανακοίνωσης. Λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της, η κοινοποίηση των αιτιάσεων πρέπει να προσδιορίζει άνευ αμφισημίας το νομικό πρόσωπο στο οποίο ενδέχεται να επιβληθούν πρόστιμα και να απευθύνεται προς αυτό (απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Οκτωβρίου 2003, C‑176/99 P, ARBED κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I‑10687, σκέψη 21, και προαναφερθείσα στη σκέψη 27 απόφαση ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, σκέψη 92).
207 Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι στην TKS και μόνον απέκειτο να απαντήσει στην παράβαση που της καταλογιζόταν νομικώς, λαμβανομένης υπόψη της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997.
208 Υπό τις συνθήκες αυτές, το ζήτημα που εγείρει, εν προκειμένω, η παραγραφή δεν είναι το αν η κύρωση που επιβάλλεται στην TKS με την προσβαλλόμενη απόφαση μπορούσε να επιβληθεί στον προβαλλόμενο «νομικό προκάτοχό της», αλλά το αν η Επιτροπή είχε ακόμη δικαίωμα να επιβάλει στην TKS, στις 20 Δεκεμβρίου 2006, πρόστιμο για παράβαση που έπαυσε την 1η Ιανουαρίου 1995 ή την 21η Ιανουαρίου 1998, ανάλογα με τον αν ληφθεί υπόψη η ημερομηνία αγοράς από την TKS των δραστηριοτήτων της Thyssen στον τομέα των επίπεδων προϊόντων από ανοξείδωτο χάλυβα ή η ημερομηνία παύσης της διαρκούς παράβασης που δέχθηκε η Επιτροπή με το άρθρο 1 της απόφασης 98/247.
209 Όσον αφορά τους κανόνες παραγραφής που πρέπει να ληφθούν υπόψη, διαπιστώνεται ότι, εφόσον η Επιτροπή εφάρμοσε με την προσβαλλόμενη απόφαση τους κανόνες ανταγωνισμού και διαδικασίας που απορρέουν από τον κανονισμό 1/2003, η εφαρμογή του κανονισμού 2988/74 αποκλείεται εν προκειμένω, βάσει του άρθρου 37 του κανονισμού 1/2003. Όσον αφορά τον κανονισμό 1/2003 και την απόφαση 715/78, περιέχουν διατάξεις κατ’ ουσίαν πανομοιότυπες.
210 Οι ως άνω πράξεις προβλέπουν τα εξής:
– η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα διάπραξης της παράβασης. Ωστόσο, αν μια παράβαση είναι διαρκής ή έχει διαπραχθεί κατ’ εξακολούθηση, η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα παύσης της παράβασης (άρθρο 25, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1/2003 και άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της απόφασης 715/78)·
– η παραγραφή διακόπτεται από κάθε πράξη της Επιτροπής η οποία αποβλέπει στη διερεύνηση ή σε διαδικασίες κατά της παράβασης και η διακοπή της παραγραφής ισχύει από την ημερομηνία κοινοποίησης της πράξης σε μία τουλάχιστον επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που μετείχε στην παράβαση (άρθρο 25, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού 1/2003 και άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, της απόφασης 715/78)·
– η παραγραφή αρχίζει εκ νέου ύστερα από κάθε διακοπή, αλλά επέρχεται το αργότερο την ημέρα παρέλευσης προθεσμίας ίσης με το διπλάσιο της προθεσμίας παραγραφής, υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή δεν έχει επιβάλει πρόστιμο ή χρηματική ποινή, η δε προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο αναστολής της παραγραφής (άρθρο 25, παράγραφος 5, του κανονισμού 1/2003 και άρθρο 2, παράγραφος 3, της απόφασης 715/78)·
– η παραγραφή που ισχύει για την επιβολή προστίμων και χρηματικών ποινών αναστέλλεται για όσο καιρό η απόφαση της Επιτροπής αποτελεί αντικείμενο εκκρεμούσας ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας (άρθρο 25, παράγραφος 6, του κανονισμού 1/2003 και άρθρο 3 της απόφασης 715/78).
211 Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι, κατόπιν της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997, ήτοι δύο και πλέον έτη μετά την αγορά, την 1η Ιανουαρίου 1995, από την TKS των δραστηριοτήτων της Thyssen στον τομέα των επίπεδων προϊόντων από ανοξείδωτο χάλυβα, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 98/247, με την οποία καταδίκασε για πρώτη φορά την TKS στις 21 Ιανουαρίου 1998, ήτοι εντός της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής.
212 Η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης 98/247 στις 11 Μαρτίου 1998 και το Πρωτοδικείο εξέδωσε την προαναφερθείσα στη σκέψη 24 απόφαση Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής στις 13 Δεκεμβρίου 2001. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση από την προσφεύγουσα στις 28 Φεβρουαρίου 2002 η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα στη σκέψη 27 απόφαση ThyssenKrupp κατά Επιτροπής στις 14 Ιουλίου 2005.
213 Επισημαίνεται ότι, μετά την αναστολή της καθ’ όλη την περίοδο κατά την οποία εκκρεμούσε η διαδικασία κατά της απόφασης 98/247, η προθεσμία παραγραφής άρχισε να τρέχει εκ νέου στις 14 Ιουλίου 2005 μέχρι τις 5 Απριλίου 2006, ημερομηνία κατά την οποία διακόπηκε πάλι με την ανακοίνωση των αιτιάσεων που απευθύνθηκε στην TKS στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
214 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε τηρουμένων των κανόνων παραγραφής που προβλέπουν οι προαναφερθείσες στη σκέψη 209 πράξεις, ότι αφετηρία της προθεσμίας παραγραφής είναι η 1η Ιανουαρίου 1995 ή η 21η Ιανουαρίου 1998 και ότι, συνεπώς, ο λόγος ακύρωσης που αντλείται από την παραγραφή της παράβασης πρέπει να απορριφθεί.
7. Επί της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας
215 Η προσφεύγουσα επικαλείται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, αιτίαση η οποία διαιρείται σε δύο σκέλη που αντλούνται, πρώτον, από την παρανομία της ανακοίνωσης των αιτιάσεων (ένατος λόγος ακύρωσης) και, δεύτερον, από την προσβολή του δικαιώματος πρόσβασης στον φάκελο της υπόθεσης (όγδοος λόγος ακύρωσης).
Επιχειρήματα των διαδίκων
216 Πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή ισχυρίστηκε για πρώτη φορά με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η μετακύλιση της ευθύνης δεν απορρέει από διαδοχή, αλλά αποκλειστικώς από τη δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997, και, όσον αφορά την παραγραφή της παράβασης, ότι έχει «έννομο συμφέρον για τη διαπίστωση της παράβασης», πράγμα που δεν είχε αναφερθεί ούτε στην ανακοίνωση των αιτιάσεων ούτε κατά την προηγούμενη διαδικασία.
217 Υποστηρίζει επίσης ότι, αντί για μια νομότυπη ανακοίνωση των αιτιάσεων, η Επιτροπή της απηύθυνε ένα «συνονθύλευμα» διαφόρων εγγράφων, μεταξύ αυτών την ανακοίνωση των αιτιάσεων του 1997 και διάφορα παραστατικά, συνοδευόμενα από αποσπασματικές νομικές σκέψεις, από τις οποίες ήταν αδύνατο να συναχθούν οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί της Επιτροπής καθώς και τα σημεία επί των οποίων είχε τροποποιήσει την εκτίμησή της κατόπιν της μερικής ακύρωσης από το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο της παλαιότερης απόφασης και της ανακοίνωσης των αιτιάσεων του 1997.
218 Κατά την προσφεύγουσα, η χρησιμοποιούμενη από την Επιτροπή τεχνική των παραπομπών και ο ιδιαιτέρως αόριστος χαρακτήρας της νομικής ανάλυσης των βασικών σημείων της δεν επαρκούσαν, από τυπική άποψη, προκειμένου να διεξαχθεί μια συνήθης κατ’ αντιμωλία διαδικασία και δεν μπορούσαν, κατά συνέπεια, να προετοιμάσουν προσηκόντως την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
219 Δεύτερον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή προσέβαλε το δικαίωμά της πρόσβασης στον φάκελο της υπόθεσης, καθόσον δεν της επέτρεψε, κατά την επίσκεψή της στις 24 Απριλίου 2006 στην έδρα του κοινοτικού οργάνου προκειμένου να συμβουλευθεί τον φάκελο της υπόθεσης, να λάβει γνώση του συνόλου των εγγράφων που θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα για την άμυνά της, με το αιτιολογικό ότι ορισμένα έγγραφα περιείχαν επιχειρηματικά απόρρητα.
220 Υποστηρίζει ότι αυτή η άρνηση πρόσβασης στον φάκελο της υπόθεσης είναι αδικαιολόγητη, για τον λόγο και μόνον ότι επρόκειτο για έγγραφα τα οποία είχαν συνταχθεί πριν από μια τουλάχιστον δεκαετία και τα οποία είχαν εξ αυτού του λόγου απολέσει τον υποτιθέμενο εμπιστευτικό χαρακτήρα τους, σύμφωνα με το σημείο 23 της ανακοίνωσης της Επιτροπής περί των κανόνων πρόσβασης στον φάκελο υπόθεσης της Επιτροπής δυνάμει των άρθρων 81 [EΚ] και 82 [EΚ], των άρθρων 53, 54 και 57 της Συμφωνίας ΕΟΧ, και του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 του Συμβουλίου (ΕΕ 2005 C 325, σ. 7) (στο εξής: «ανακοίνωση του 2005»), αλλά και επειδή η Επιτροπή σε καμιά στιγμή δεν προσδιόρισε τη φύση των επιχειρηματικών απορρήτων που θα μπορούσαν να περιέχουν. Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή παρέβη επίσης τη γενικότερη υποχρέωσή της να επιτρέψει, στο πλαίσιο της «διαδικασίας επανέκδοσης», την πρόσβαση στις απαντήσεις των λοιπών επιχειρήσεων τις οποίες αφορούσε η ανακοίνωση των αιτιάσεων του 1997.
221 Μετά την παρέλευση της προθεσμίας απάντησης στην τελευταία ανακοίνωση των αιτιάσεων στις 17 Μαΐου 2006, η Επιτροπή, με επιστολή της 8ης Αυγούστου 2006, παρέσχε στην προσφεύγουσα πρόσβαση σε ορισμένα από τα αρχικώς αποκρυφθέντα έγγραφα. Το μέτρο αυτό δεν θεράπευσε πάντως την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της TKS, στο μέτρο που δεν αφορούσε το σύνολο των εγγράφων που θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα για την άμυνα της TKS, ενώ η TKS δεν ήταν σε θέση να αξιοποιήσει τα έγγραφα αυτά με την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, με αποτέλεσμα να υφίσταται και από την άποψη αυτή προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δεν της δόθηκε η δυνατότητα να τοποθετηθεί επί του περιεχομένου των εγγράφων που της κοινοποιήθηκαν στις 8 Αυγούστου, λόγω της προθεσμίας που είχε ταχθεί παράλληλα για την ακρόαση.
222 Περαιτέρω, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι τα έγγραφα τα οποία δεν τέθηκαν στη διάθεση της προσφεύγουσας δεν ασκούσαν επιρροή, δεδομένου ότι η τελευταία δεν αμφισβήτησε τα πραγματικά περιστατικά, είναι αλυσιτελές, καθόσον δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας συντρέχει μόνον στην περίπτωση που μια επιχείρηση σκοπεύει να αμυνθεί αμφισβητώντας τα πραγματικά περιστατικά. Από παρόμοια έγγραφα θα μπορούσαν να προκύψουν ελαφρυντικές περιστάσεις για την επιμέτρηση του προστίμου ή στοιχεία που αφορούν ενδεχόμενη παραγραφή της παράβασης. Τέλος, στο μέτρο που η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα θα έπρεπε να έχει παράσχει περισσότερες λεπτομέρειες ως προς τα έγγραφα τα οποία δεν τέθηκαν στη διάθεσή της, προκειμένου να θεμελιώσει επαρκώς το αίτημα πρόσβασης στα έγγραφα αυτά, η προσφεύγουσα τονίζει τον αντιφατικό χαρακτήρα του ισχυρισμού αυτού, δεδομένης της άγνοιάς της ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων.
223 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται καμία προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας εν προκειμένω.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
224 Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι η ανακοίνωση των αιτιάσεων, αφενός, και η πρόσβαση στον φάκελο της υπόθεσης, αφετέρου, είναι τα στοιχεία που παρέχουν τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις για τις οποίες διεξάγεται έρευνα να λάβουν γνώση των αποδεικτικών στοιχείων που κατέχει η Επιτροπή και να καταστήσουν πλήρως αποτελεσματικά τα δικαιώματα άμυνας (απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Μαΐου 2007, C‑328/05 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I‑3921, σκέψη 55).
Επί του περιεχομένου της ανακοίνωσης των αιτιάσεων της 5ης Απριλίου 2006
225 Κατά τη νομολογία, η ανακοίνωση των αιτιάσεων πρέπει να εκθέτει τις αιτιάσεις κατά τρόπον αρκούντως σαφή, έστω και συνοπτικό, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να είναι σε θέση να αντιληφθούν για ποιες ενέργειες τους επικρίνει η Επιτροπή (προαναφερθείσα στη σκέψη 156 απόφαση Mo Och Domsjö κατά Επιτροπής, σκέψη 63). Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας σε μια διαδικασία που, όπως η προκείμενη, μπορεί να καταλήξει σε επιβολή κυρώσεων προϋποθέτει ότι δόθηκε στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων η ευκαιρία να εκφέρουν, ήδη από το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, λυσιτελώς τη γνώμη τους επί του υποστατού των πραγματικών περιστατικών, των αιτιάσεων και των περιστάσεων τις οποίες επικαλείται η Επιτροπή, καθώς και επί της επιρροής που ασκούν (απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 2000, T‑25/95, T‑26/95, T‑30/95 έως T‑32/95, T‑34/95 έως T‑39/95, T‑42/95 έως T‑46/95, T‑48/95, T‑50/95 έως T‑65/95, T‑68/95 έως T‑71/95, T‑87/95, T‑88/95, T‑103/95 και T‑104/95, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑491, σκέψη 553). Η απαίτηση αυτή ικανοποιείται οσάκις η απόφαση δεν περιέχει κατηγορίες κατά των ενδιαφερομένων για παραβάσεις διαφορετικές από εκείνες που περιέχονται στην έκθεση των αιτιάσεων και λαμβάνει υπόψη μόνον τα πραγματικά περιστατικά περί των οποίων οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να παράσχουν εξηγήσεις (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1970, 41/69, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 397, σκέψη 94). Εντεύθεν προκύπτει ότι η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει υπόψη μόνον τις αιτιάσεις για τις οποίες οι εν λόγω ενδιαφερόμενοι είχαν τη δυνατότητα να καταστήσουν γνωστή την άποψή τους (απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Φεβρουαρίου 1994, T-39/92 και T-40/92, CB και Europay κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. II-49, σκέψη 47).
226 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η ανακοίνωση των αιτιάσεων της 5ης Απριλίου 2006 δεν ανταποκρίνεται διττώς στις ανωτέρω επιταγές.
227 Πρώτον, επισημαίνει ότι, αντί για μια νομότυπη ανακοίνωση των αιτιάσεων, η Επιτροπή της απηύθυνε ένα «συνονθύλευμα εγγράφων» που περιελάμβανε την ανακοίνωση των αιτιάσεων και διάφορα παραστατικά, τα οποία συμπληρώνονταν από αποσπασματικές νομικές εκτιμήσεις, «από τις οποίες ήταν αδύνατο να αντληθούν οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που η Επιτροπή σκόπευε να διατηρήσει και τα σημεία επί των οποίων είχε μεταβάλει την εκτίμησή της κατόπιν της προσβολής και της μερικής ακύρωσης της προγενέστερης απόφασης και την ανακοίνωσης των αιτιάσεων του 1997 από το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο».
228 Είναι γεγονός ότι η Επιτροπή απηύθυνε στην προσφεύγουσα, στις 5 Απριλίου 2006, ανακοίνωση αιτιάσεων στην οποία προσάρτησε την ανακοίνωση των αιτιάσεων της 23ης Απριλίου 1997 και τα παραρτήματά της, καθώς και πλήρη κατάλογο των εγγράφων της προγενέστερης διαδικασίας και της «διαδικασίας επανέκδοσης», πράγμα που δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «συνονθύλευμα εγγράφων».
229 Πέραν του ότι η προσφεύγουσα δεν αναφέρεται σε καμία διάταξη της κοινοτικής νομοθεσίας που να απαγορεύει την ως άνω ενέργεια της Επιτροπής, η ενέργεια αυτή εξηγείται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης.
230 Αφού επισήμανε την ύπαρξη πλημμελούς διαδικασίας λόγω προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας, το Πρωτοδικείο, με την προαναφερθείσα στη σκέψη 24 απόφαση Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, ακύρωσε το άρθρο 1 της απόφασης 98/247 στο μέτρο που καταλόγιζε στη TKS την ευθύνη για την παράβαση του άρθρου 65 ΑΧ που διέπραξε η Thyssen, μείωσε, κατά συνέπεια, το πρόστιμο της TKS σε σχέση με το ποσό του προστίμου που της είχε επιβληθεί για την παράβαση που διέπραξε η Thyssen και καθόρισε σε 4 032 000 ευρώ το ποσό του προστίμου που τελικώς επιβλήθηκε στην TKS για την αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά της.
231 Η προαναφερθείσα στη σκέψη 24 απόφαση Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, που κυρώθηκε με την προαναφερθείσα στη σκέψη 27 απόφαση ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, επέβαλε στην Επιτροπή μία και μόνον υποχρέωση, βάσει του άρθρου 233 ΕΚ, ήτοι να άρει τη διαπιστωθείσα παρανομία με την πράξη που πρόκειται να αντικαταστήσει την ακυρωθείσα πράξη (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα στη σκέψη 113 απόφαση Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 48).
232 Σύμφωνα με τη νομολογία κατά την οποία η διαδικασία αντικατάστασης της ακυρωθείσας πράξης πρέπει καταρχήν να επαναλαμβάνεται από το συγκεκριμένο σημείο κατά το οποίο συντελέστηκε η παρανομία (προαναφερθείσα στη σκέψη 113 απόφαση Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 73), η Επιτροπή ανατοποθετήθηκε κατά τον χρόνο ανάληψης από την TKS της ευθύνης για την παραβατική συμπεριφορά της Thyssen, στις 23 Ιουλίου 1997, και επανέλαβε τη διαδικασία από την ημερομηνία αυτή.
233 Στο πλαίσιο της εκτέλεσης της προαναφερθείσας στη σκέψη 24 απόφασης Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, που κυρώθηκε με την προαναφερθείσα στη σκέψη 27 απόφαση ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, η Επιτροπή απηύθυνε στην προσφεύγουσα, στις 5 Απριλίου 2006, νέα ανακοίνωση αιτιάσεων προκειμένου εκείνη να τοποθετηθεί επί της αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς της Thyssen. Λαμβανομένης υπόψη της ταυτότητας των πραγματικών και νομικών στοιχείων της συμπεριφοράς αυτής σε σχέση με την αρχική διαδικασία, η Επιτροπή παρουσίασε τις «παλαιές αιτιάσεις» του 1997 ως αναπόσπαστο τμήμα της νέας ανακοίνωσης των αιτιάσεων του 2006.
234 Η Επιτροπή διευκρινίζει, με τη σκέψη 16 της ανακοίνωσης των αιτιάσεων του 2006, τα εξής:
«Η ανακοίνωση των αιτιάσεων του 1997 που έχει ήδη αποσταλεί στην [Thyssen], περιλαμβανομένων των παραρτημάτων (I‑V), επαναλαμβάνεται υπό μορφή πρωτοτύπου που έχει σαρωθεί και ενσωματωθεί στο παράρτημα 1 της παρούσας ανακοίνωσης των αιτιάσεων.»
235 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας απαιτεί η ενδιαφερόμενη επιχείρηση να είναι σε θέση να προβάλει αποτελεσματικώς την άποψή της επί των εγγράφων που δέχθηκε η Επιτροπή με τις διαπιστώσεις στις οποίες στηρίχθηκε η απόφαση (απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1984, 43/82 και 63/82, VBVB και VBBB κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 19, σκέψη 25). Eν προκειμένω, μόνον τα έγγραφα που παρατέθηκαν ή αναφέρθηκαν από την ανακοίνωση των αιτιάσεων αποτελούν, καταρχήν, αποδεικτικά μέσα δυνάμενα να αντιταχθούν στον αποδέκτη της ανακοίνωσης των αιτιάσεων (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 10ης Μαρτίου 1992, T‑11/89, Shell κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II‑757, σκέψη 55, και T‑13/89, ICI κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II‑1021, σκέψη 34).
236 Με την ανακοίνωση των αιτιάσεων του 2006, η Επιτροπή προέβαλε σαφείς νομικές εκτιμήσεις επί της εφαρμογής του άρθρου 65 ΑΧ, παρά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΑΧ, καθώς και επί της αρχής του lex mitior, διευκρινίζοντας περαιτέρω, με το σημείο 15, τα εξής:
«1. Οι αιτιάσεις απευθύνονται αποκλειστικώς στην TKS για τη συμπεριφορά της [Thyssen]. 2. Όλα τα στοιχεία (για παράδειγμα ο αριθμός κρατών μελών της ΕΚ) πρέπει να ερμηνεύονται εντός του ιστορικού πλαισίου. 3. Το σημείο 64 περί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 65, παράγραφος 5 της Συνθήκης ΕΚΑΧ πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με τα σημεία 26 επ. της παρούσας ανακοίνωσης των αιτιάσεων. 4. Η ημερομηνία κοινοποίησης των αιτιάσεων όπως και το μέλος της Επιτροπής που εξέδωσε την εποχή εκείνη την απόφαση για την Επιτροπή αντικαθίστανται στην παρούσα ανακοίνωση των αιτιάσεων.»
237 Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, όπως επιδιώκει η προσφεύγουσα χωρίς να το αιτιολογεί, ότι η ανακοίνωση των αιτιάσεων του 2006 δεν καθιστούσε γνωστούς τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς στους οποίους επρόκειτο να εμμείνει η Επιτροπή με την προαναφερθείσα στη σκέψη 24 απόφαση Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής και την προαναφερθείσα στη σκέψη 27 απόφαση ThyssenKrupp κατά Επιτροπής. Η προσφεύγουσα, εξάλλου, με την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, δεν αμφισβήτησε τα πραγματικά περιστατικά και τον νομικό χαρακτηρισμό τους, όπως εκτίθενται με την εν λόγω ανακοίνωση.
238 Η προσφεύγουσα υποστήριξε επίσης ότι η ανακοίνωση των αιτιάσεων του 2006 δεν καθιστούσε δυνατό τον διαχωρισμό των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου που η Επιτροπή είχε πρόθεση να δεχθεί και ότι, στο μέτρο που η Επιτροπή διατεινόταν ότι δεν δεσμευόταν από το σύνολο των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, έπρεπε, a fortiori, να εκδώσει συμπληρωματική και ενιαία ανακοίνωση αιτιάσεων. Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι, πέραν του ότι η αιτίαση αυτή έχει εκ νέου αόριστο χαρακτήρα, στηρίζεται εμμέσως αλλά κατ’ ανάγκη στην εσφαλμένη άποψη της προσφεύγουσας ότι το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα στη σκέψη 27 απόφαση ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, έκρινε ότι η TKS δεν μπορούσε να φέρει ευθύνη για τις ενέργειες της Thyssen. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της απόφασης αυτής και, ειδικότερα, της σκέψης 88.
239 Η Επιτροπή ουδέποτε ισχυρίσθηκε ότι δεν δεσμεύεται από το σύνολο των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου και, προς εκτέλεση των αποφάσεων του κοινοτικού δικαστή, απηύθυνε στην προσφεύγουσα, προκειμένου να συγκεντρώσει παρατηρήσεις σχετικά με τη συμπεριφορά της Thyssen, νέα ανακοίνωση των αιτιάσεων με την οποία επισήμανε σαφώς ότι, κατά την άποψή της, με τη δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997, η προσφεύγουσα ανέλαβε την ευθύνη για τη συμπεριφορά της Thyssen.
240 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, δεύτερον, ότι η Επιτροπή προέβαλε «αιφνιδίως» νέους ισχυρισμούς με την προσβαλλόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή υποστήριξε για πρώτη φορά με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η μετακύλιση της ευθύνης δεν αποτελούσε απόρροια της διαδοχής, αλλά αποκλειστικώς της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997 και ότι, όσον αφορά την παραγραφή της παράβασης, είχε «έννομο συμφέρον να διαπιστώσει την παράβαση», επιχείρημα που δεν προβλήθηκε ούτε με την ανακοίνωση των αιτιάσεων του 2006 ούτε κατά την προγενέστερη διαδικασία.
241 Όσον αφορά την παραπομπή στη δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997 ως έρεισμα για τον καταλογισμό στην TKS ευθύνης για τη συμπεριφορά της Thyssen, επισημαίνεται, αφενός, ότι η απόφαση 98/247 παρέπεμπε ήδη στην εν λόγω δήλωση ανάληψης ευθύνης, όπως επισήμανε το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 59 έως 62 της προαναφερθείσας στη σκέψη 24 απόφασης Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, και, αφετέρου, ότι το περιεχόμενο της ανακοίνωσης των αιτιάσεων του 2006 και ειδικότερα τα σημεία 5, 7, 11 και 33 δεν αφήνουν καμία αμφιβολία επί του ζητήματος αυτού.
242 Όσον αφορά την παρατήρηση που περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η Επιτροπή έχει «έννομο συμφέρον να διαπιστώσει την παράβαση», αρκεί η διαπίστωση ότι πρόκειται για απάντηση της Επιτροπής στην εκ μέρους της προσφεύγουσας επίκληση, στο πλαίσιο της απάντησής της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, του μη σύννομου χαρακτήρα της απόφασης που θα εκδοθεί για παράβαση των κανόνων περί παραγραφής.
243 Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, κατά τη νομολογία, η απόφαση δεν πρέπει να αποτελεί ακριβές αντίγραφο της ανακοίνωσης των αιτιάσεων (απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Οκτωβρίου 1980, 209/78 έως 215/78 και 218/78, van Landewyck κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1980, σ. 3125, σκέψη 68). Η Επιτροπή πρέπει, συγκεκριμένα, να λαμβάνει υπόψη, με την απόφασή της, τις απαντήσεις των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων στην ανακοίνωση των αιτιάσεων. Συναφώς, πρέπει να μπορεί τόσο να δεχθεί ή να απορρίψει τα επιχειρήματα των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων, αλλά και να προβαίνει σε ιδία ανάλυση των πραγματικών περιστατικών που αυτές προβάλλουν, είτε για να παραιτηθεί από τις αιτιάσεις που αποδεικνύονται αβάσιμες, είτε για να αναπροσαρμόσει ή να συμπληρώσει, στο πραγματικό ή στο νομικό πλαίσιο, τα επιχειρήματα που προβάλλει προς στήριξη των αιτιάσεων στις οποίες εμμένει (προαναφερθείσα στη σκέψη 225 απόφαση του Δικαστηρίου ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής, σκέψη 92· βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1975, 40/73 έως 48/73, 50/73, 54/73 έως 56/73, 111/73, 113/73 και 114/73, Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1975, σ. 507, σκέψεις 437 και 438). Επίσης, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας πρέπει να διαπιστώνεται μόνον αν η τελική απόφαση καταλογίζει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις παραβάσεις διαφορετικές από εκείνες στις οποίες αναφέρεται η ανακοίνωση των αιτιάσεων ή δέχεται διαφορετικά πραγματικά περιστατικά (προαναφερθείσα στη σκέψη 225 απόφαση ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής, σκέψη 94· βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα στη σκέψη 225 απόφαση CB και Europay κατά Επιτροπής, σκέψεις 49 έως 52). Η περίπτωση αυτή δεν συντρέχει οσάκις, όπως εν προκειμένω, οι προβαλλόμενες διαφορές μεταξύ της ανακοίνωσης των αιτιάσεων και της τελικής απόφασης δεν αφορούν άλλες συμπεριφορές πλην εκείνων επί των οποίων έδωσαν ήδη εξηγήσεις οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και οι οποίες, ως εκ τούτου, ουδεμία σχέση έχουν με οποιαδήποτε νέα αιτίαση (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα στη σκέψη 113 απόφαση Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 103).
244 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, τέλος, με το σημείο 63 του υπομνήματος απάντησης, ότι «στο ζήτημα της νομιμοποιητικής βάσης δεν δόθηκε απάντηση με την ανακοίνωση των αιτιάσεων και την [προσβαλλόμενη] απόφαση ή το ζήτημα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο μη ενιαίας και διαφοροποιημένης μεταχείρισης». Πρέπει να τονιστεί ότι, πέραν του εγγενώς αντιφατικού χαρακτήρα του, ο ισχυρισμός αυτός αντικρούεται επίσης από το περιεχόμενο της ανακοίνωσης των αιτιάσεων του 2006 (βλ. ανωτέρω σκέψη 19 επ.) και από τις δηλώσεις της προσφεύγουσας που περιλαμβάνονται σε άλλο σημείο του ίδιου υπομνήματος (σημείο 27), κατά τις οποίες η Επιτροπή «υποστήριξε, με την ανακοίνωση των αιτιάσεων (CG) (σημείο 19 επ.), ότι βάση της απόφασης αποτελεί μόνον το άρθρο 65 [ΑΧ] και όχι η Συνθήκη ΕΚ και ότι από πλευράς διαδικασίας εφαρμόζεται μόνον ο κανονισμός 1/2003».
245 Επομένως, το πρώτο σκέλος του λόγου ακύρωσης περί προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας, που αντλείται από παρανομία της ανακοίνωσης των αιτιάσεων της 5ης Απριλίου 2006, πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δικαιώματος πρόσβασης στον φάκελο
– Επί του παραδεκτού
246 Κατά το άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, οι ενδιαφερόμενοι «έχουν το δικαίωμα να αποκτούν γνώση του φακέλου της Επιτροπής, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος των επιχειρήσεων για την προστασία του επιχειρηματικού απόρρητου».
247 Ο κοινοτικός δικαστής έχει διευκρινίσει ότι σκοπός της πρόσβασης στον φάκελο είναι ιδίως να παρέχεται στους αποδέκτες της ανακοίνωσης των αιτιάσεων η δυνατότητα να λαμβάνουν γνώση των αποδεικτικών στοιχείων που περιλαμβάνονται στον φάκελο της Επιτροπής, ώστε να μπορέσουν, βάσει των στοιχείων αυτών, να λάβουν λυσιτελώς θέση επί των συμπερασμάτων στα οποία έχει καταλήξει η Επιτροπή με την ανακοίνωση των αιτιάσεών της. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να καθιστά προσιτά στους αποδέκτες της ανακοίνωσης των αιτιάσεων όλα τα έγγραφα, είτε προς απόδειξη είτε προς απόκρουση της κατηγορίας, τα οποία έχει συλλέξει κατά τη διοικητική εξέταση, με εξαίρεση, πάντως, τα έγγραφα που έχουν χαρακτήρα απορρήτου (προαναφερθείσα στη σκέψη 24 απόφαση Krupp Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, σκέψεις 45 και 46).
248 Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο της Επιτροπής σκοπό έχει την κατοχύρωση της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιωμάτων άμυνας (απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 1999, C‑51/92 P, Hercules Chemicals κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I‑4235, σκέψη 76), δικαιωμάτων τα οποία εμπίπτουν στις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου και συγχρόνως κατοχυρώνονται με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (προαναφερθείσα στη σκέψη 113 απόφαση Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 316).
249 Η εν όλω ή εν μέρει ακύρωση της απόφασης που επιβάλλει πρόστιμα σε επιχειρήσεις για παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού μπορεί να στηριχθεί στη μη προσήκουσα πρόσβαση στον φάκελο έρευνας της υπόθεσης μόνον αν διαπιστωθεί ότι η εν λόγω μη προσήκουσα πρόσβαση στον φάκελο έρευνας της υπόθεσης που παρασχέθηκε στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις κατά τη διοικητική διαδικασία τις εμπόδισε να λάβουν γνώση εγγράφων δυνητικώς χρήσιμων για την άμυνά τους, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό τα δικαιώματα άμυνάς τους (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα στη σκέψη 179 απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 101).
250 Eν προκειμένω, η προσφεύγουσα επισήμανε, ήδη με το δικόγραφο της προσφυγής, ότι το δικαίωμά της πρόσβασης στον φάκελο της υπόθεσης προσβλήθηκε από την Επιτροπή, η οποία της αρνήθηκε την πρόσβαση στο σύνολο των εγγράφων που μπορούν να χρησιμεύσουν για την άμυνά της και, ειδικότερα, αρνήθηκε να της κοινοποιήσει τις απαντήσεις που έδωσαν οι λοιπές εμπλεκόμενες στη σύμπραξη επιχειρήσεις με την ανακοίνωση των αιτιάσεων του 1997 (στο εξής: παλαιές απαντήσεις), έγγραφα δυνητικώς χρήσιμα για την άμυνά της.
251 Πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με την ενέργεια αυτή και αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, η προσφεύγουσα ανταποκρίθηκε στις επιταγές του άρθρου 44, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, το οποίο απαιτεί το δικόγραφο της προσφυγής να διευκρινίζει σε τι συνίσταται ο λόγος ακύρωσης στον οποίο στηρίζεται η προσφυγή, οπότε η απλή αφηρημένη επίκλησή του δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές του Κανονισμού Διαδικασίας (προαναφερθείσες στη σκέψη 156 αποφάσεις Viho κατά Επιτροπής, σκέψη 68, και Mo och Domsjö κατά Επιτροπής, σκέψη 333).
252 Τα περιλαμβανόμενα στο δικόγραφο της προσφυγής στοιχεία ήταν αρκούντως σαφή και ακριβή, δεδομένου ότι δεν εμπόδισαν την Επιτροπή να απαντήσει στα επιχειρήματα που προβλήθηκαν κατά το στάδιο του υπομνήματος αντίκρουσης και παρέχουν στο Πρωτοδικείο τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχό του.
253 Συνεπώς, η αιτίαση πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή και να εξεταστεί επί της ουσίας.
– Επί της ουσίας
254 Είναι γεγονός ότι, κατά το χρονικό διάστημα από τις 24 Απριλίου 2006, ημερομηνία κατά την οποία η προσφεύγουσα εξέτασε τον φάκελο της υπόθεσης στην έδρα της Επιτροπής, μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή της διαβίβασε διαδοχικώς διάφορα έγγραφα προερχόμενα από επιχειρήσεις που εμπλέκονται στη σύμπραξη και επικρίνονται από την απόφαση 98/247.
255 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι διάδικοι συμφώνησαν επί του γεγονότος ότι η προσφεύγουσα παρέλαβε αντίγραφο όλων των απαντήσεων των εμπλεκόμενων στη σύμπραξη επιχειρήσεων στην ανακοίνωση των αιτιάσεων της 24ης Απριλίου 1997, πλην των εγγράφων στα οποία αναφέρονται τα σημεία 9 και 10 της απάντησης της Επιτροπής στο ερώτημα του Πρωτοδικείου, τα οποία κοινοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα στη μη εμπιστευτική μορφή τους (παράρτημα S 2 που αντιστοιχεί στις σελίδες 2260 έως 2262, 3108 έως 3318, 5824 έως 5836 και 5838 έως 5842 του φακέλου της Επιτροπής σχετικά με την πρώτη διοικητική διαδικασία, στο εξής: παλαιός φάκελος).
256 Πρώτον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι εξασφάλισε πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα που αφορά η αίτηση της προσφεύγουσας, εφόσον δεν αντιτάσσονταν εκτιμήσεις περί εμπιστευτικότητας που άπτονται της προστασίας των επιχειρηματικών απορρήτων των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων, σύμφωνα με την ανακοίνωση του 2005.
257 Η ανακοίνωση του 2005 διευκρινίζει ότι ο φάκελος της Επιτροπής μπορεί να περιέχει έγγραφα στα οποία επιτρέπεται ή απαγορεύεται η πρόσβαση, στα δε τελευταία από αυτά εμπίπτουν, μεταξύ άλλων, έγγραφα που περιλαμβάνουν δύο κατηγορίες πληροφοριών, ήτοι τα επιχειρηματικά απόρρητα και άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες, η πρόσβαση στα οποία μπορεί να περιοριστεί εν μέρει ή εν όλω και τα οποία καθορίζονται με τα σημεία 18 και 19 της εν λόγω ανακοίνωσης. Το σημείο 18 έχει ως εξής:
«Αν η γνωστοποίηση πληροφοριών περί της επαγγελματικής δραστηριότητας επιχειρήσεως μπορεί να θίξει σοβαρά τα συμφέροντά της, οι πληροφορίες αυτές αποτελούν επιχειρηματικά απόρρητα. Ως παράδειγμα αυτού του είδους πληροφοριών αναφέρονται: οι τεχνικές και/ή χρηματοοικονομικές πληροφορίες τεχνογνωσίας, οι μέθοδοι υπολογισμού του κόστους, τα απόρρητα και οι μέθοδοι παραγωγής, οι πηγές εφοδιασμού, οι ποσότητες παραγωγής και πώλησης, τα μερίδια αγοράς, τα αρχεία πελατών και διανομέων, η εμπορική στρατηγική, η δομή κόστους και τιμής και η πολιτική πώλησης μιας επιχείρησης.»
258 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η άρνηση πρόσβασης στον φάκελο της υπόθεσης είναι αδικαιολόγητη, διότι επρόκειτο για έγγραφα τα οποία είχαν συνταχθεί πριν από τουλάχιστον μια δεκαετία και είχαν, εξ αυτού του λόγου, απολέσει τον υποτιθέμενο εμπιστευτικό χαρακτήρα τους σύμφωνα με το σημείο 23 της ανακοίνωσης του 2005 και διότι η Επιτροπή ουδέποτε διευκρίνισε τη φύση των επιχειρηματικών απορρήτων που ενδεχομένως περιείχαν.
259 Το ως άνω σημείο 23 έχει ως εξής:
«Οι πληροφορίες που αφορούν μια επιχείρηση αλλά είναι ήδη γνωστές εκτός της επιχείρησης αυτής (ή, στην περίπτωση ομίλου, εκτός αυτού) ή εκτός της ένωσης στην οποία κοινοποιήθηκαν από την εν λόγω επιχείρηση δεν θεωρούνται κατά κανόνα εμπιστευτικές. Οι πληροφορίες που απώλεσαν την εμπορική σπουδαιότητά τους, για παράδειγμα λόγω της παρέλευσης χρόνου, δεν μπορούν πλέον να θεωρηθούν εμπιστευτικές. Η Επιτροπή θεωρεί κατά κανόνα ότι οι πληροφορίες που αφορούν τον κύκλο εργασιών, τις πωλήσεις, τα μερίδια αγοράς των μερών και άλλα παρεμφερή στοιχεία παλαιότερα της πενταετίας δεν είναι πλέον εμπιστευτικά.»
260 Λαμβανομένου υπόψη του παραρτήματος S 2 της απάντησης της Επιτροπής στο ερώτημα του Πρωτοδικείου, επισημαίνεται ότι οι πληροφορίες στις οποίες απαγορεύθηκε η πρόσβαση στη μη εμπιστευτική μορφή τους που διαβιβάστηκε στην προσφεύγουσα δεν εμπίπτουν καταρχήν στην κατηγορία που ορίζει η τελευταία περίοδος του σημείου 23 της ανακοίνωσης του 2005, καθόσον οι όροι «κατά κανόνα» και «θεωρεί» που χρησιμοποιούνται στην περίοδο αυτή αποκλείουν οποιονδήποτε αυτόματο χαρακτηρισμό ενός εγγράφου παλαιότερου της πενταετίας.
261 Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, χωρίς να αντικρουστεί από την προσφεύγουσα, ορισμένα μόνον αριθμητικά στοιχεία σχετικά με την εμπορική πολιτική της Usinor-Sacilor, που αφορούν για παράδειγμα την τιμή ή το κόστος, το περιθώριο κέρδους ή την πηγή ορισμένων αριθμητικών στοιχείων μαυρίστηκαν στις σελίδες 3108 έως 3318 του παλαιού φακέλου. Κατά τα λοιπά, δεν αμφισβητείται από την προσφεύγουσα ότι ο φάκελος στον οποίο είχε πρόσβαση στις 24 Απριλίου 2006 στην έδρα της Επιτροπής περιείχε ήδη τις σελίδες 5914 έως 5922, οι οποίες επαναλαμβάνουν την απάντηση της οικείας επιχείρησης στην ανακοίνωση των αιτιάσεων του 1997. Οι τελευταίες αυτές σελίδες κοινοποιήθηκαν εκ νέου στην προσφεύγουσα στις 8 Αυγούστου 2006 (βλ. παράρτημα KB 8 του υπομνήματος αντίκρουσης που αντιστοιχεί στο έγγραφο που η Επιτροπή απηύθυνε στην προσφεύγουσα στις 8 Αυγούστου 2006).
262 Με τις σελίδες 2260 έως 2262 του παλαιού φακέλου, που αφορούν διάφορα τιμολόγια της ALZ NV, μαυρίστηκαν μόνον τα σχετικά με τον πελάτη στοιχεία. Τέλος, όσον αφορά τις σελίδες 5824 έως 5836 και 5838 έως 5842 του παλαιού φακέλου, επισημαίνεται καταρχάς ότι οι σελίδες 5838 έως 5842 επαναλαμβάνουν απλώς ορισμένα τμήματα των σελίδων 5824 έως 5836. Στις τελευταίες αυτές σελίδες, πέραν της ταυτότητας ορισμένων πελατών και της ημερομηνίας του αντίστοιχου εγγράφου, μαυρίστηκαν μόνον τα στοιχεία που περιγράφουν ένα σύστημα τιμολόγησης το οποίο ακόμη εφαρμοζόταν από την Avesta Sheffield (μετονομασθείσα σε Outokumpu) το 2006 και την ύπαρξη αποκλίσεων για ορισμένους πελάτες (βλ. παράρτημα KB 8 του υπομνήματος αντίκρουσης που αντιστοιχεί το έγγραφο που η Επιτροπή απηύθυνε στην προσφεύγουσα στις 8 Αυγούστου 2006).
263 Επιπλέον, για να μπορέσει η Επιτροπή να σταθμίσει, αφενός, την ανάγκη διασφάλισης των δικαιωμάτων άμυνας των μερών με την, κατά το μέγιστο δυνατό, πρόσβαση στον φάκελο και, αφετέρου, την ανάγκη προστασίας των εμπιστευτικών πληροφοριών σε άλλους διαδίκους ή τρίτους, οι εν λόγω διάδικοι και τρίτοι πρέπει να παρέχουν στην Επιτροπή όλα τα χρήσιμα στοιχεία.
264 Συναφώς, το σημείο 47 της ανακοίνωσης του 2005 έχει ως εξής:
«Αν ένας διάδικος εκτιμά ότι, αφότου αποκτήσει πρόσβαση στον φάκελο, πρέπει να λάβει γνώση, για την άμυνά του, ορισμένων πληροφοριών στις οποίες δεν επιτρέπεται η πρόσβαση, μπορεί να υποβάλει αιτιολογημένη αίτηση επ’ αυτού στην Επιτροπή. Αν οι υπηρεσίες της γενικής διεύθυνσης ανταγωνισμού δεν είναι σε θέση να δεχθούν την αίτηση αυτή και αν ο ενδιαφερόμενος αμφισβητήσει τη διαπίστωση αυτή, το ζήτημα θα επιλυθεί από τον σύμβουλο/ελεγκτή σύμφωνα με την εντολή του.»
265 Είναι γεγονός ότι, κατόπιν της απάντησης της προσφεύγουσας στην ανακοίνωση των αιτιάσεων που κάνει λόγο για προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας λόγω της μη πρόσβασης στο σύνολο των παλαιών απαντήσεων, η Επιτροπή κάλεσε την προσφεύγουσα, με έγγραφο της 20ής Ιουνίου 2006, να υποβάλει, σύμφωνα με το σημείο 47 της ανακοίνωσης του 2005, αιτιολογημένη αίτηση «η οποία θα επισημαίνει τους λόγους για τους οποίους οι πληροφορίες στις οποίες δεν επιτρέπεται η πρόσβαση είναι, εν προκειμένω, αναγκαίες για την άμυνά της».
266 Με την από 29 Ιουνίου 2006 απάντησή της, η προσφεύγουσα επισήμανε, μέσω των συμβούλων της, ότι «[έκρινε] περιττή την υποβολή νέας ή συμπληρωματικής αίτησης εξέτασης του φακέλου και την παροχή διευκρινίσεων ως προς τους λόγους για τους οποίους ορισμένα έγγραφα στα οποία δεν επιτράπηκε η πρόσβαση [έπρεπε] να της γνωστοποιηθούν ή [μπορούσαν] να αποβούν χρήσιμα για την άμυνά [της]». Υπενθύμισε ότι οι πληροφορίες αυτές δεν μπορούσαν να θεωρηθούν εμπιστευτικές, λόγω του χρόνου που παρήλθε, και επισήμανε ότι η επιρροή που ασκούν στην άμυνά της ήταν απόρροια του ότι «οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις [είχαν] ήδη, κατά την πρώτη διαδικασία, χρησιμοποιήσει τις παρατηρήσεις αυτές για την άμυνά τους κατά των πραγματικών περιστατικών [που της] προσάπτονται τώρα». Η προσφεύγουσα ενέμεινε, κατ’ ουσίαν, στην άποψη αυτή με τα από 5 και 7 Ιουλίου 2006 έγγραφά της, καθώς και με ένα έγγραφο της 23ης Αυγούστου 2006.
267 Διαπιστώνεται ότι η γενική αυτή και μη λεπτομερής για κάθε έγγραφο απάντηση δεν αντιστοιχεί σε αιτιολογημένη αίτηση και δεν ανταποκρίνεται στις ερωτήσεις της Επιτροπής σχετικά με την προφανή επιρροή των πληροφοριών στις οποίες δεν επιτρέπεται η πρόσβαση στην καθαυτό άμυνα της προσφεύγουσας, στο ειδικό πλαίσιο μιας διοικητικής διαδικασίας κατά την οποία η προσφεύγουσα, μοναδική θιγόμενη από τη διαδικασία αυτή επιχείρηση, έπρεπε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό ενεργειών της Thyssen.
268 Απαντώντας σε ερώτηση που της απηύθυνε το Πρωτοδικείο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση σχετικά με την ύπαρξη αιτιολογημένης αίτησης πρόσβασης στον φάκελο μεταγενέστερης της εξέτασης του φακέλου, η προσφεύγουσα αναφέρθηκε στο από 5 Ιουλίου 2006 έγγραφό της, για το οποίο έγινε ήδη λόγος εν προκειμένω, και σε ένα έγγραφο της 26ης Σεπτεμβρίου 2006 που απευθύνθηκε στον σύμβουλο/ελεγκτή, το οποίο δεν προσκομίστηκε κατά τη συζήτηση και του οποίου η απλή προφορική επίκληση δεν μπορεί να θεμελιώσει το υποστατό αιτιολογημένης αίτησης κατά την έννοια του σημείου 47 της ανακοίνωσης του 2005.
269 Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία και το άρθρο 17 της ανακοίνωσης του 2005, η προσφεύγουσα είχε πρόσβαση στο μη εμπιστευτικό κείμενο των επίμαχων εγγράφων για τα οποία ούτε ισχυρίζεται ούτε αποδεικνύει a fortiori ότι η διατύπωσή τους ήταν τέτοια ώστε δεν ήταν δυνατό να καθοριστεί αν οι αποκρυφθείσες πληροφορίες μπορούσαν να είναι χρήσιμες για την άμυνά της και, κατά συνέπεια, αν υφίσταντο επαρκείς λόγοι να ζητηθεί από την Επιτροπή η πρόσβαση στα φερόμενα εμπιστευτικά έγγραφα (βλ. σημείο 38 της ανακοίνωσης του 2005). Περαιτέρω, από το έγγραφο που η Επιτροπή απηύθυνε στην προσφεύγουσα στις 8 Αυγούστου 2006, με το οποίο εξηγεί την άποψή της σχετικά με τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των επίμαχων εγγράφων από πλευράς της φύσης των πληροφοριών που περιέχει προκύπτει ότι η προσφεύγουσα παρέλαβε δύο επιστολές από την εταιρία Arcelor, της 30ής Ιουνίου και της 1ης Αυγούστου 2006, με τις οποίες αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους οι σελίδες 2260 έως 2262 και 3108 έως 3318 του παλαιού φακέλου πρέπει να διατηρήσουν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους.
270 Υπό τις περιστάσεις αυτές, η άρνηση της Επιτροπής να γνωστοποιήσει στην προσφεύγουσα, για λόγους εμπιστευτικότητας, το σύνολο των επίμαχων εγγράφων δεν μπορεί να θεωρηθεί αδικαιολόγητη.
271 Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει λόγος, εν πάση περιπτώσει, να δεχθεί προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας, καθόσον η προσφεύγουσα δεν έχει «έννομο συμφέρον» πρόσβασης στον φάκελο, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά και η νομική εκτίμηση έγιναν δεκτά και τα τμήματα των παλαιών απαντήσεων στις οποίες δεν επιτράπηκε η πρόσβαση, δεν περιέχουν ούτε επιβαρυντικά ούτε ελαφρυντικά για εκείνη αποδεικτικά στοιχεία.
272 Προς απάντηση στο επιχείρημα αυτό, η προσφεύγουσα επισημαίνει «ότι δεν στοιχειοθετείται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας μόνον όταν η επιχείρηση αμφισβητεί πραγματικά περιστατικά για την άμυνά της, αλλά και όταν από τα έγγραφα αυτά απορρέουν ελαφρυντικές περιστάσεις κρίσιμες για την επιμέτρηση του προστίμου ή αφορώσες τη δυνατότητα διαπίστωσης παράβασης από πλευράς της παραγραφής».
273 Διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα περιορίζεται σε μια γενικής φύσης δήλωση επί του περιεχομένου της έννοιας της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας, από την οποία είναι δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα εν μέρει γνωστοποιηθέντα έγγραφα μπορούν να είναι χρήσιμα για την άμυνά της καθόσον περιέχουν ελαφρυντικά για εκείνη στοιχεία. Η προσφεύγουσα δεν καταγγέλλει ούτε αποδεικνύει a fortiori ότι τα εν λόγω έγγραφα, που χρησιμοποιήθηκαν σε βάρος της με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν κοινοποιήθηκαν από την Επιτροπή.
274 Όταν πρόκειται για μη κοινοποίηση απαλλακτικού εγγράφου, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση οφείλει απλώς να αποδείξει ότι η παράλειψη κοινοποίησης του εγγράφου αυτού μπόρεσε να επηρεάσει, σε βάρος της επιχείρησης αυτής, την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της απόφασης της Επιτροπής. Αρκεί η επιχείρηση να αποδείξει ότι θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει τα εν λόγω απαλλακτικά έγγραφα για την άμυνά της, υπό την έννοια ότι, αν είχε μπορέσει να παραπέμψει στα έγγραφα αυτά κατά τη διοικητική διαδικασία, θα είχε μπορέσει να επικαλεστεί στοιχεία τα οποία δεν συμφωνούσαν με τους επαγωγικούς συλλογισμούς που διατύπωνε κατά το στάδιο αυτό η Επιτροπή, και ότι θα μπορούσε, συνεπώς, να έχει επηρεάσει, καθ’ οποιονδήποτε τρόπο, τις εκτιμήσεις που επρόκειτο να διατυπώσει η Επιτροπή με την τυχόν απόφασή της, τουλάχιστον ως προς τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της συμπεριφοράς που της προσάφθηκε και, ως εκ τούτου, ως προς το επίπεδο του προστίμου. Στο πλαίσιο αυτό, η πιθανότητα ένα μη κοινοποιηθέν έγγραφο να μπόρεσε να επηρεάσει την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της απόφασης της Επιτροπής δεν μπορεί να αποδειχθεί παρά μόνον ύστερα από προκριματική εξέταση ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων από την οποία να προκύπτει ότι τα μη κοινοποιηθέντα έγγραφα μπορούσαν να έχουν –σε σχέση προς αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία– μη ευκαταφρόνητη σημασία (προαναφερθείσα στη σκέψη 179 απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 74 έως 76).
275 Ως εκ τούτου, η προσφεύγουσα δεν διατυπώνει κανένα συγκεκριμένο και ακριβή ισχυρισμό όσο αφορά την προσβολή των δικαιωμάτων της άμυνας εν προκειμένω, σε σχέση με τα έγγραφα στα οποία της απαγορεύθηκε εν μέρει η πρόσβαση και το ποσό του προστίμου ή το ζήτημα της παραγραφής.
276 Το γενικό αυτό επιχείρημα δεν είναι ικανό να θεμελιώσει το υποστατό προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας, η οποία πρέπει να εκτιμάται βάσει των ειδικών περιστάσεων κάθε υπόθεσης (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Οκτωβρίου 2005, T‑38/02, Groupe Danone κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑4407, σκέψη 69).
277 Ως εκ περισσού, αποκλείεται το ενδεχόμενο να άσκησαν επιρροή στην εξέλιξη της διαδικασίας και στο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης τα έγγραφα που δεν γνωστοποιήθηκαν εξ ολοκλήρου από την Επιτροπή.
278 Υπενθυμίζεται ότι, για να καταλογίσει στην TKS ευθύνη για την παράβαση που διέπραξε η Thyssen και να της επιβάλει στο πλαίσιο αυτό, με την προσβαλλόμενη απόφαση, πρόστιμο 3 168 000 ευρώ, η Επιτροπή ορθώς στηρίχθηκε στη δήλωση της 23ης Ιουλίου 1997. Όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή δεν παρέβη, με την ενέργεια αυτή, τους κανόνες παραγραφής και οι πληροφορίες στις οποίες δεν επιτράπηκε η πρόσβαση και οι οποίες αφορούν αριθμητικά στοιχεία και την επωνυμία επιχειρήσεων δεν ασκούν καμία επιρροή στο πλαίσιο νομικού ζητήματος που αφορά μόνον την κατάσταση της προσφεύγουσας.
279 Όσον αφορά το ποσό του προστίμου και τη σχετική εκτίμηση εκ μέρους της Επιτροπής της σοβαρότητας και της διάρκειας της παράβασης, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή έκρινε ότι οι συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές που έχουν ως αντικείμενο την ενιαία αύξηση τιμής αποτελούσαν σοβαρή παράβαση και ότι η παράνομη αυτή συμφωνία άρχισε στη σύσκεψη της Μαδρίτης της 16ης Δεκεμβρίου 1993 και έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 1994, αφορά δηλαδή παραβατική περίοδο μεγαλύτερη του ενός έτους (αιτιολογικές σκέψεις 171 και 173 της προσβαλλόμενης απόφασης).
280 Για να φθάσει στο συμπέρασμα αυτό, η Επιτροπή στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στις δηλώσεις των εμπλεκόμενων στη σύμπραξη επιχειρήσεων που συγκεντρώθηκαν κατά την έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της πρώτης διοικητικής διαδικασίας και στις δηλώσεις της προσφεύγουσας, που είχε αναγνωρίσει το υποστατό των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται με την ανακοίνωση των αιτιάσεων του 1997. Εξάλλου, με την από 17 Μαΐου 2006 απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων της 5ης Απριλίου 2006, η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε εκ νέου τα πραγματικά περιστατικά που εκθέτει. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι τα έγγραφα που δεν γνωστοποιήθηκαν πλήρως μπορούσαν να έχουν μη ευκαταφρόνητη σημασία όσον αφορά την εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμηση της σοβαρότητας και της διάρκειας της οικείας παράβασης, κατά την έννοια της προαναφερθείσας στη σκέψη 274 νομολογίας.
281 Υπενθυμίζεται επιπλέον ότι, κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή, εφόσον αναφέρει ρητώς, με την ανακοίνωση των αιτιάσεων, ότι θα εξετάσει κατά πόσον πρέπει να επιβληθούν πρόστιμα στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και εκθέτει τα κύρια πραγματικά και νομικά στοιχεία που μπορούν να προκαλέσουν την επιβολή προστίμου, όπως η σοβαρότητα και η διάρκεια της υποτιθεμένης παράβασης και το αν διαπράχθηκε από πρόθεση ή από αμέλεια, εκπληρώνει την υποχρέωση τήρησης του δικαιώματος ακρόασης των επιχειρήσεων. Με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή τους παρέχει τα αναγκαία στοιχεία για την άμυνά τους τόσο κατά της διαπίστωσης της παράβασης, αλλά και κατά της επιβολής προστίμου (απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Μαρτίου 2002, T‑23/99, LR AF 1998 κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑1705, σκέψη 199· βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψη 21).
282 Συνεπώς, τα δικαιώματα άμυνας των εμπλεκομένων επιχειρήσεων διασφαλίζονται ενώπιον της Επιτροπής, όσον αφορά την επιμέτρηση του προστίμου, μέσω της δυνατότητας υποβολής παρατηρήσεων ως προς τη διάρκεια και τη σοβαρότητα της παράβασης, καθώς και τον αντίθετο προς τον ανταγωνισμό χαρακτήρα των περιστατικών που τους προσάπτονται. Εξάλλου, οι επιχειρήσεις απολαύουν πρόσθετης εγγυήσεως όσον αφορά την επιμέτρηση των προστίμων, καθόσον το Πρωτοδικείο αποφαίνεται κατά πλήρη δικαιοδοσία και μπορεί επομένως να άρει ή να μειώσει το πρόστιμο, δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού 17 (απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Οκτωβρίου 1994, Τ-83/91, Tetra Pak κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-755, σκέψη 235, και προαναφερθείσα στη σκέψη 281 απόφαση LR AF 1998 κατά Επιτροπής, σκέψη 200).
283 Δεν αμφισβητείται ότι, με την ανακοίνωση των αιτιάσεων του 2006 και τα παραρτήματά της, η Επιτροπή εξέθεσε τα κύρια πραγματικά και νομικά στοιχεία στα οποία μπορεί να στηριχθεί η επιβολή προστίμου, όπως η σοβαρότητα και η διάρκεια της προβαλλόμενης παράβασης.
284 Συνεπώς, το δεύτερο σκέλος του σχετικού με την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας λόγου ακύρωσης, που αντλείται από προσβολή του δικαιώματος πρόσβασης στον φάκελο της υπόθεσης, πρέπει να απορριφθεί.
285 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, τέλος, ότι η Επιτροπή της επέτρεψε, με επιστολή της 8ης Αυγούστου 2006, την πρόσβαση σε ορισμένα από τα αρχικώς αποκρυβέντα έγγραφα, αλλά δεν ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσει τα έγγραφα αυτά προς απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, οπότε, και από αυτή την άποψη, υπήρξε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνάς της.
286 Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 27 του κανονισμού 1/2003, η Επιτροπή πρέπει να παρέχει στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων που αφορά η διαδικασία τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν την άποψή τους επί των αιτιάσεων που έγιναν δεκτές «πριν ληφθούν οι αποφάσεις που προβλέπουν τα άρθρα 7, 8 και 23 και το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού».
287 Για να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα υπεράσπισης των επιχειρήσεων, η Επιτροπή πρέπει, επομένως, να παρέχει στα εμπλεκόμενα μέρη το δικαίωμα ακρόασης πριν εκδώσει μία από τις ως άνω αποφάσεις της, όπως έπραξε στην περίπτωση της προσφεύγουσας στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
288 Είναι γεγονός ότι, μετά τη διαβίβαση στην προσφεύγουσα, στις 5 Απριλίου 2006, της ανακοίνωσης των αιτιάσεων και της εκ μέρους της εξέτασης του φακέλου της Επιτροπής εντός της έδρας του οργάνου, η προσφεύγουσα εξέφρασε την άποψή της με την από 17 Μαΐου 2006 απάντησή της στην εν λόγω ανακοίνωση.
289 Πράγματι, μολονότι η Επιτροπή, κατόπιν της απάντησης αυτής και προς απάντηση στο αίτημα της προσφεύγουσας να της κοινοποιηθούν όλες οι απαντήσεις των εμπλεκόμενων στη σύμπραξη επιχειρήσεων στην ανακοίνωση των αιτιάσεων του 1997, διαβίβασε επανειλημμένως έγγραφα στην προσφεύγουσα αφού εκτίμησε τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους από πλευράς προστασίας του επιχειρηματικού απόρρητου, εντούτοις δεν μετέβαλε καθόλου τις αιτιάσεις που προέβαλε με την ανακοίνωση της 5ης Απριλίου 2006. Σημειωτέον ότι η προσφεύγουσα δεν διατείνεται και, a fortiori, δεν αποδεικνύει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της καταλογίζει άλλη παράβαση πλην εκείνης στην οποία αναφέρεται η έκθεση των αιτιάσεων ή δέχεται πραγματικά περιστατικά επί των οποίων δεν της δόθηκε η ευκαιρία να παράσχει εξηγήσεις.
290 Επιπλέον, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί, επ’ ευκαιρία της διαβίβασης νέων εγγράφων στις 8 Αυγούστου 2006, ότι της παρασχέθηκε η δυνατότητα να γνωστοποιήσει εγγράφως την άποψή της εντός προθεσμίας ενός μήνα προκειμένου να συμπληρώσει, αν παραστεί ανάγκη, την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, ενέργεια στην οποία όμως δεν προέβη.
291 Η προσφεύγουσα απάντησε, με το από 23 Αυγούστου 2006 έγγραφό της, «ότι δεν ήταν πλέον σε θέση να εξετάσει εγκαίρως τα συμπληρωματικά έγγραφα και να γνωστοποιήσει με χρήσιμο τρόπο την άποψή της επί των εγγράφων αυτών», λαμβανομένης υπόψη της αναγκαίας προετοιμασίας της επικείμενης ακρόασης που ορίστηκε για τις 15 Σεπτεμβρίου 2006.
292 Ο ισχυρισμός αυτός επαναλαμβάνεται στα υπομνήματα της προσφεύγουσας, αλλά δεν δικαιολογείται από πλευράς των περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης. Υπενθυμίζεται ότι η προσφεύγουσα είχε ήδη πλήρη γνώση της ανακοίνωσης των αιτιάσεων στις 5 Απριλίου 1997. Ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι της ήταν αδύνατον, κατά τις πέντε τελευταίες εβδομάδες πριν την ακρόαση (ήτοι μεταξύ της 8ης Αυγούστου και της 15ης Σεπτεμβρίου 2006), να προετοιμάσει την ακρόαση, την οποία είχε ζητήσει ήδη από τις 17 Μαΐου 2006, και να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί των εγγράφων που της διαβιβάσθηκαν αποτελεί, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, απλώς πρόφαση.
293 Εξάλλου, με το από 23 Ιουλίου 2006 έγγραφό της, η προσφεύγουσα δήλωσε ότι ήταν «σύμφωνη να πραγματοποιήσει την ακρόαση στο στάδιο στο οποίο [βρισκόταν τότε] η πρόσβαση στον φάκελο της υπόθεση, προκειμένου να αποφύγει ενδεχόμενη καθυστέρηση στη διαδικασία». Όπως επισήμανε, αν η διαδικασία συνεχιζόταν μετά την ακρόαση, θα αναζητούσε «ενδεχομένως την ευκαιρία να προβάλει γραπτώς συμπληρωματικούς ισχυρισμούς για την άμυνά της». Διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα δεν συμπλήρωσε την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων μετά την ακρόαση, ούτε μετά τη συμπληρωματική πρόσβαση στον φάκελο που της χορηγήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2006.
294 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι ο λόγος που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
8. Επί της συνεργασίας της προσφεύγουσας
Επιχειρήματα των διαδίκων
295 Επικουρικώς, στο πλαίσιο του δέκατου λόγου ακυρώσεως η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ο υπολογισμός του ποσού του προστίμου ήταν εσφαλμένος, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε το υποστατό της παράβασης στο σύνολό της. Η δεύτερη αυτή μορφή συνεργασίας της TKS θα έπρεπε να οδηγήσει σε μείωση του προστίμου μεγαλύτερη από τη μείωση ύψους 20 % η οποία έγινε δεκτή βάσει του σημείου Δ της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή ή τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις (EE 1996, C 207, σ. 4, στο εξής: ανακοίνωση περί συνεργασίας), στο μέτρο που η συνεργασία αυτή κατέστησε δυνατή την επαλήθευση του συνόλου των πραγματικών περιστατικών, καθώς και τη στοιχειοθέτηση παράβασης του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ.
296 Δεδομένου του αυτοτελούς χαρακτήρα των σχετικών ζητημάτων, ουδεμία επιρροή ασκεί το επιχείρημα με το οποίο η Επιτροπή αποκρούει οποιαδήποτε μείωση του προστίμου και το οποίο αντλείται από την υποβολή παρατηρήσεων εκ μέρους της προσφεύγουσας ως προς τη νομική βάση της επιβληθείσας κύρωσης. Η απόδειξη της παράβασης ουδόλως κατέστη δυσχερέστερη εξαιτίας των επιμέρους αυτών παρατηρήσεων της TKS.
297 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
298 Υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή απολαύει ευρείας διακριτικής ευχέρειας ως προς τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων και μπορεί, συναφώς, να λάβει υπόψη πολλαπλά στοιχεία, μεταξύ των οποίων καταλέγεται η συνεργασία των οικείων επιχειρήσεων κατά την έρευνα που διεξάγουν οι υπηρεσίες του οργάνου αυτού. Συναφώς, η Επιτροπή έχει ευρύ περιθώριο εκτίμησης ως προς την αξιολόγηση της ποιότητας και της χρησιμότητας της συνεργασίας μιας επιχείρησης, ιδίως σε σχέση με τη συμβολή άλλων επιχειρήσεων (προαναφερθείσα στη σκέψη 224 απόφαση SGL Carbon κατά Επιτροπής, σκέψεις 81 και 88).
299 Με την ανακοίνωση περί συνεργασίας, η Επιτροπή καθόρισε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες απαλλάσσονται από το πρόστιμο οι επιχειρήσεις που συνεργάζονται με την Επιτροπή κατά την έρευνά της σχετικά με σύμπραξη ή μειώνεται το πρόστιμο το οποίο οι επιχειρήσεις αυτές θα έπρεπε σε διαφορετική περίπτωση να καταβάλουν (βλ. σημείο A, παράγραφος 3, της ανακοίνωσης περί συνεργασίας).
300 Το σημείο Δ της ανακοινώσεως περί συνεργασίας προβλέπει:
«1. Εφόσον επιχείρηση συνεργάζεται χωρίς να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που εκτίθενται στα [σημεία] Β ή Γ, τυγχάνει μειώσεως κατά 10 έως 50 % του ύψους του προστίμου που θα της είχε υποβληθεί εάν δεν είχε συνεργαστεί.
2. Αυτό μπορεί ιδίως να συμβεί εφόσον:
– πριν από την ανακοίνωση των αιτιάσεων, η επιχείρηση παράσχει στην Επιτροπή πληροφορίες, έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που συμβάλλουν στην επιβεβαίωση της παράβασης,
– μετά την ανακοίνωση των αιτιάσεων, η επιχείρηση ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν αμφισβητεί τα γεγονότα επί των οποίων βασίζονται οι κατηγορίες της.»
301 Με την απόφαση 98/247 η Επιτροπή μείωσε, βάσει του σημείου Δ της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, το επιβληθέν στην TKS πρόστιμο κατά 10 %, λόγω της εκ μέρους της αναγνώρισης του υποστατού των πραγματικών περιστατικών που περιλαμβάνονταν στην ανακοίνωση των αιτιάσεων του 1997. Μολονότι μείωσε κατά 40 % τα επιβληθέντα σε δύο άλλες εμπλεκόμενες επιχειρήσεις πρόστιμα, η Επιτροπή επισήμανε προς δικαιολόγηση της μείωσης κατά 10 % ότι οι δηλώσεις και η απάντηση της TKS στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, πρώτον, δεν είχαν αποφέρει κανένα νέο στοιχείο και, δεύτερον, αμφισβητούσαν την ύπαρξη παράβασης.
302 Με τις σκέψεις 232 έως 248 της προαναφερθείσας στη σκέψη 24 απόφασης Krupp Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, το Πρωτοδικείο ακύρωσε το πρώτο σκέλος της εκτίμησης αυτής και προέβη, στο πλαίσιο της άσκησης της πλήρους δικαιοδοσίας του, σε μείωση ύψους 20 % του επιβληθέντος στην TKS προστίμου.
303 Εν προκειμένω, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η παρούσα διαδικασία ανατρέχει στην αρχική διαδικασία από το σημείο κατά το οποίο σημειώθηκε η διαδικαστική πλημμέλεια και ότι, στο πλαίσιο της αρχικής διαδικασίας, η TKS συνέβαλε στην εξήγηση των πραγματικών περιστατικών που αφορούσαν την Thyssen, γεγονός που δικαιολογεί, υπό το πρίσμα της απάντησης του Πρωτοδικείου στην προαναφερθείσα στη σκέψη 24 απόφαση Krupp Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής, μείωση ύψους 20 % του προστίμου δυνάμει του σημείου Δ της ανακοινώσεως περί συνεργασίας (αιτιολογικές σκέψεις 179 και 182 της προσβαλλόμενης απόφασης).
304 Η προσφεύγουσα αμφισβητεί την αριθμητική αυτή εκτίμηση και υποστηρίζει ότι, με την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων του 2006, δεν αμφισβήτησε τα πραγματικά περιστατικά, πολλώ δε μάλλον τον νομικό χαρακτηρισμό τους ως παράβασης του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ. Διευκρινίζει ότι οι παράγοντες που οδήγησαν στη μείωση κατά 20 % διατήρησαν τη σημασία τους και ότι σ’ αυτούς προστέθηκε το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της «διαδικασίας επανέκδοσης», δεν αμφισβήτησε την παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ, αλλά αντιθέτως την αναγνώρισε ρητώς, πράγμα που θα έπρεπε να ωθήσει την Επιτροπή να προβεί σε μείωση μεγαλύτερη εκείνης του 20 % την οποία δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.
305 Αυτή η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας δεν μπορεί να γίνει δεκτή υπό το πρίσμα μιας συνολικής ανάλυσης της απάντησης στην ανακοίνωση των αιτιάσεων του 2006 και, ειδικότερα, του σημείου 75 αυτής.
306 Το σημείο 75 της απάντησης στην ανακοίνωση των αιτιάσεων του 2006 έχει ως εξής:
«Η TKS δηλώνει ρητώς ότι δεν αμφισβητεί τα προσαπτόμενα με την ανακοίνωση των αιτιάσεων πραγματικά περιστατικά που αφορούν τα έτη 1993 έως Ιανουάριο 1998 και ότι τα μη αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ.»
307 Διαπιστώνεται ότι πρόκειται για μια απρόσωπη, αφηρημένη και διφορούμενη διατύπωση, από την οποία δεν προκύπτει έναντι τίνος μπορεί να διαπιστωθεί η παράβαση και αν τούτο ήταν ακόμη δυνατό από νομικής άποψης κατά το χρονικό σημείο της απάντησης στην ανακοίνωση των αιτιάσεων του 2006. Πέραν του ότι η προσφεύγουσα δεν αναφέρεται στην χρονική περίοδο 1993/1994, την οποία και μόνο αφορά η ανακοίνωση των αιτιάσεων, δεν βεβαιώνει ρητώς και σαφώς ότι τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν παράβαση η οποία μπορεί να της καταλογιστεί.
308 Αντιθέτως, από το σύνολο των σημείων της απάντησης στην ανακοίνωση των αιτιάσεων του 2006 που προηγούνται του σημείου 75 (βλ. ανωτέρω σκέψη 306) προκύπτει αναμφίβολα ότι η προσφεύγουσα επ’ ουδενί συμφωνεί με την εφαρμογή εκ μέρους της Επιτροπής, στην προκειμένη περίπτωση, του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ και τον καταλογισμό στην ίδια της συμπεριφοράς της Thyssen.
309 Επισημαίνεται ότι, για να χορηγηθεί μείωση λόγω συνεργασίας, η συμπεριφορά της οικείας επιχείρησης πρέπει να διευκολύνει το έργο της Επιτροπής που συνίσταται στη διαπίστωση και την καταστολή των παραβάσεων των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Μαΐου 1998, T‑347/94, Mayr-Melnhof κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II‑1751, σκέψεις 309 και 332) και στην Επιτροπή απόκειται να εκτιμά, σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση, αν η συμπεριφορά αυτή όντως της διευκόλυνε το έργο (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2004, T‑48/00, Corus UK κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑2325, σκέψη 193, και της 14ης Δεκεμβρίου 2006, T‑259/02 έως T‑264/02 και T‑271/02, Raiffeisen Zentralbank Österreich κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑5169, σκέψη 559, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναίρεσης).
310 Υπό τις υπομνησθείσες στην ανωτέρω σκέψη 308 περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, η δήλωση της προσφεύγουσας ότι «τα μη αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ» δεν παρουσίαζαν καμία χρησιμότητα για την Επιτροπή.
311 Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μείωση δυνάμει της ανακοινώσεως περί συνεργασίας μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον όταν τα παρασχεθέντα πληροφοριακά στοιχεία και, γενικότερα, η συμπεριφορά της οικείας επιχειρήσεως μπορούν συναφώς να θεωρηθούν ότι αποδεικνύουν ένα πραγματικό πνεύμα συνεργασίας εκ μέρους της (απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2005, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑5425, σκέψη 395, και προαναφερθείσα στη σκέψη 81 απόφαση της 29ης Ιουνίου 2006, SGL Carbon κατά Επιτροπής, σκέψη 68).
312 Με την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων του 2006, η προσφεύγουσα αρχικά αμφισβήτησε σθεναρά την περίπτωση εφαρμογής εκ μέρους της Επιτροπής του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ στην προκειμένη περίπτωση και τον καταλογισμό στην ίδια της ευθύνης για την παράβαση του άρθρου αυτού, αρνούμενη για πρώτη φορά από την έναρξη της αρχικής διαδικασίας την εγκυρότητα της από 23 Ιουλίου 1997 δήλωσης, εν συνεχεία δε προσέθεσε, in fine, μια δήλωση που υποτίθεται ότι αποδείκνυε τη συνεργασία της, η οποία όμως στην πραγματικότητα είναι εγγενώς διφορούμενη και παραπλανητική.
313 Η συμπεριφορά αυτή της προσφεύγουσας, απόρροια μιας στρατηγικής αποβλέπουσας στην επίτευξη αντικρουόμενων στόχων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδεικνύουσα πραγματικό πνεύμα συνεργασίας εκ μέρους της.
314 Υπό τις συνθήκες αυτές, ορθώς η Επιτροπή έκρινε ότι η δήλωση της προσφεύγουσας που περιλαμβάνεται στο σημείο 75 της απάντησης στην ανακοίνωση των αιτιάσεων του 2006 δεν δικαιολογούσε μείωση του προστίμου μεγαλύτερη του 20 %, ούτε δυνάμει του σημείου Δ της ανακοινώσεως περί συνεργασίας ούτε δυνάμει οποιασδήποτε άλλης ελαφρυντικής περίστασης.
315 Επομένως, ο υπό εξέταση λόγος ακύρωσης πρέπει να απορριφθεί.
316 Από το σύνολο των σκέψεων που προηγήθηκαν προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
317 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την ThyssenKrupp Stainless AG στα δικαστικά έξοδα.
Βηλαράς
Prek
Ciucă
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο την 1η Ιουλίου 2009.
Πίνακας περιεχομένων
Το νομικό πλαίσιο
1. Διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ
2. Ανακοίνωση της Επιτροπής περί ορισμένων θεμάτων που αφορούν τη διευθέτηση υποθέσεων ανταγωνισμού συνεπεία της λήξης ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ
3. Διατάξεις του κανονισμού (EK) 1/2003
Ιστορικό της διαφοράς
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
1. Επί του επιχειρήματος περί νέου και εκπροθέσμως προβληθέντος ισχυρισμού εκ μέρους της Επιτροπής
2. Επί της αρμοδιότητας της Επιτροπής
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί της νομικής βάσης της απόφασης
Επί της αρμοδιότητας της Επιτροπής προς διαπίστωση παράβασης του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ και επιβολή κυρώσεων, μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, βάσει του κανονισμού 1/2003
3. Επί του δεδικασμένου και του κύρους της δήλωσης της 23ης Ιουλίου 1997
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί του περιεχομένου της απόφασης του Πρωτοδικείου Krupp Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής
Επί του περιεχομένου της απόφασης του Δικαστηρίου ThyssenKrupp κατά Επιτροπής
Επί των συνεπειών του δεδικασμένου
4. Επί της παραβίασης της «αρχής της μη αοριστίας»
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί του παραδεκτού του λόγου ακύρωσης
Επί της ουσίας
5. Επί της παραβίασης της αρχής non bis in idem
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
6. Επί της παραγραφής
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
7. Επί της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί του περιεχομένου της ανακοίνωσης των αιτιάσεων της 5ης Απριλίου 2006
Επί του δικαιώματος πρόσβασης στον φάκελο
– Επί του παραδεκτού
– Επί της ουσίας
8. Επί της συνεργασίας της προσφεύγουσας
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί των δικαστικών εξόδων
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy