ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (αναιρετικό τμήμα)
της 5ης Οκτωβρίου 2009
Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-40/07 P και T-62/07 P
José António de Brito Sequeira Carvalho
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
και
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
José António de Brito Sequeira Carvalho
«Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Άδεια – Αναρρωτική άδεια – Αυτεπάγγελτη χορήγηση αναρρωτικής άδειας – Αυτεπάγγελτη παράταση αναρρωτικής άδειας – Προηγούμενη νέα ιατρική εξέταση – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης – Τροποποίηση του αντικειμένου της διαφοράς»
Αντικείμενο: Αιτήσεις αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης (τρίτο τμήμα) της 13ης Δεκεμβρίου 2006, στην υπόθεση F-17/05, de Brito Sequeira Carvalho κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I-A-1-149 και II-A-1-577), με τις οποίες ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως αυτής.
Απόφαση: Η αίτηση αναιρέσεως στην υπόθεση T-40/07 P απορρίπτεται. Στην υπόθεση Τ-40/07 P, ο José António de Brito Sequeira Carvalho φέρει τα δικαστικά έξοδά του καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο πλαίσιο της κατ’ αναίρεση δίκης. Η απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης (τρίτο τμήμα) της 13ης Δεκεμβρίου 2006, F‑17/05, de Brito Sequeira Carvalho κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I-A-1-149 και II-A-1-577) αναιρείται, στο μέτρο που ακύρωσε την απόφαση της διοικήσεως της 13ης Ιουλίου 2004 και τις αποφάσεις της διοικήσεως περί αυτεπάγγελτης παρατάσεως της αναρρωτικής άδειας που εκδόθηκαν μετά την απόφαση της διοικήσεως της 22ας Σεπτεμβρίου 2004. Η προσφυγή που άσκησε ο J. A. de Brito Sequeira Carvalho ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στην υπόθεση F-17/05 απορρίπτεται ως απαράδεκτη, όσον αφορά την απόφαση της 13ης Ιουλίου 2004 και τις αποφάσεις περί αυτεπάγγελτης παρατάσεως της αναρρωτικής άδειας που εκδόθηκαν μετά την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2004. Η αίτηση αναιρέσεως στην υπόθεση T-62/07 P απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Στην υπόθεση Τ-62/07 P, ο J. A. de Brito Sequeira Carvalho φέρει το ήμισυ των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε τόσο ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης όσο και κατ’ αναίρεση. Στην υπόθεση Τ‑62/07 P, η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και το ήμισυ των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο J. A. de Brito Sequeira Carvalho τόσο ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης όσο και κατ’ αναίρεση.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Απόφαση επηρεάζουσα την υπηρεσιακή κατάσταση υπαλλήλου – Συνεκτίμηση στοιχείων μη περιεχομένων στον ατομικό του φάκελο, αλλά γνωστοποιηθέντων προηγουμένως στον ενδιαφερόμενο – Νομιμότητα – Προϋποθέσεις
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 26, εδ. 1)
2. Διαδικασία – Μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας – Υποβολή εγγράφων ερωτήσεων στους διαδίκους – Δεν έχει αυτόματες συνέπειες για την επίλυση της διαφοράς
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρα 49, 64 και 65· απόφαση 2004/752 του Συμβουλίου, άρθρο 3 § 4)
3. Διαδικασία – Προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων – Προθεσμία – Καθυστερημένη πρόταση των αποδεικτικών μέσων
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 48 § 1)
4. Διαδικασία – Αίτημα διεξαγωγής αποδείξεων – Υποβολή μετά το πέρας της προφορικής διαδικασίας – Αίτημα επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 62)
5. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Προθεσμίες – Χαρακτήρας δημοσίας τάξεως
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
6. Πράξεις των οργάνων – Τεκμήριο νομιμότητας – Ανυπόστατη πράξη – Έννοια
(Άρθρο 249 ΕΚ)
7. Υπάλληλοι – Αρμόδια για τους διορισμούς αρχή – Εξουσίες – Άσκηση
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 2)
8. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Λόγοι ακυρώσεως – Κατάχρηση εξουσίας
9. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Προθεσμίες – Εκπρόθεσμη άσκηση – Συγγνωστή πλάνη
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
1. Η νομιμότητα της εκ μέρους του κοινοτικού δικαστή εκτιμήσεως της προσφυγής ενός υπαλλήλου ουδόλως εξαρτάται από το αν το καθού θεσμικό όργανο τήρησε την προβλεπόμενη από το άρθρο 26 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) υποχρέωσή του να διαβιβάσει τον ατομικό φάκελο του εν λόγω υπαλλήλου. Μόνον ο κοινοτικός δικαστής είναι αρμόδιος να εκτιμήσει αν είναι σκόπιμο να ληφθούν μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας και να διαταχθεί η διεξαγωγή αποδείξεων.
Το άρθρο 26, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ σκοπεί στη διασφάλιση των δικαιωμάτων άμυνας του υπαλλήλου, διά της αποτροπής του ενδεχομένου να στηρίζονται αποφάσεις της διοικήσεως που επηρεάζουν τη διοικητική κατάστασή του και την επαγγελματική του σταδιοδρομία σε πραγματικά περιστατικά σχετικά με την ικανότητά του, την απόδοσή του ή τη συμπεριφορά του των οποίων δεν γίνεται μνεία στον ατομικό του φάκελο. Εντεύθεν προκύπτει ότι απόφαση που στηρίζεται σε τέτοια πραγματικά στοιχεία είναι αντίθετη προς τις εγγυήσεις που προβλέπει ο ΚΥΚ και πρέπει να ακυρωθεί ως εκδοθείσα κατόπιν διαδικασίας πάσχουσας παρατυπία.
Εντούτοις, το γεγονός και μόνον ότι έγγραφα του άρθρου 26 του ΚΥΚ δεν περιελήφθησαν στον ατομικό φάκελο δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ακύρωση αποφάσεως, αν ο ενδιαφερόμενος είχε πράγματι λάβει γνώση τους. Συγκεκριμένα, το μη αντιτάξιμο, έναντι υπαλλήλου, εγγράφων που αφορούν την ικανότητα, την απόδοση ή τη συμπεριφορά του πλήττει μόνον τα έγγραφα που δεν του κοινοποιήθηκαν προηγουμένως. Δεν αφορά τα έγγραφα τα οποία, μολονότι του γνωστοποιήθηκαν, δεν έχουν ακόμη κατατεθεί στον ατομικό του φάκελο, διότι το όργανο σε καμιά περίπτωση δεν κωλύεται να λάβει απόφαση προς το συμφέρον της υπηρεσίας βάσει εγγράφων που έχουν προηγουμένως κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο, για τον λόγο και μόνον ότι τα έγγραφα αυτά δεν έχουν κατατεθεί στον ατομικό του φάκελο. Εντεύθεν συνάγεται ότι ένα κοινοτικό όργανο υποπίπτει σε παράβαση του άρθρου 26 του ΚΥΚ και σε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας του υπαλλήλου όταν λαμβάνει απόφαση που τον βλάπτει, χωρίς προηγουμένως να του έχει κοινοποιήσει τα μη περιλαμβανόμενα στον ατομικό του φάκελο πραγματικά στοιχεία τα οποία δικαιολογούν την απόφαση αυτή. Συναφώς, απλώς και μόνον η αποδεδειγμένη γνώση των στοιχείων αυτών από τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκής απόδειξη του ότι ο υπάλληλος αυτός είχε τη δυνατότητα να υπερασπιστεί λυσιτελώς τα συμφέροντά του πριν από τη λήψη της αποφάσεως που τον βλάπτει. Προκειμένου να εξασφαλισθεί ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας του υπαλλήλου, το κοινοτικό όργανο πρέπει επιπλέον να αποδείξει, με κάθε μέσο, ότι κατέστησε προηγουμένως σαφές στον υπάλληλο ότι τα επίμαχα πραγματικά στοιχεία, μολονότι δεν περιελήφθησαν στον ατομικό του φάκελο, μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη βλαπτική γι’ αυτόν απόφαση. Άλλως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πραγματοποιήθηκε η κοινοποίηση που απαιτείται από το άρθρο 26 του ΚΥΚ.
(βλ. σκέψεις 91 έως 94)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 13 Δεκεμβρίου 2005, T‑155/03, T‑157/03 και T‑331/03, Cwik κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑411 και II‑1865, σκέψεις 50 και 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και σκέψη 52· ΠΕΚ, 28 Νοεμβρίου 2006, T‑47/04, Milbert κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑2‑281 και II‑A‑2‑1455, σκέψη 83
2. Η απόφαση να τεθούν έγγραφες ερωτήσεις στους διαδίκους απόκειται στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, το οποίο μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να αποφασίζει για οποιαδήποτε από τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας ή τα αποδεικτικά μέσα που προβλέπονται στα άρθρα 64 και 65 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Η άσκηση πάντως της δυνατότητας αυτής δεν έχει καμιά αυτόματη συνέπεια για την επίλυση της διαφοράς, καθότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης παραμένει ελεύθερο να εκτιμήσει κυριαρχικώς την αξία που πρέπει να δοθεί στα διάφορα πραγματικά και αποδεικτικά στοιχεία που του υποβλήθηκαν ή που το ίδιο ήταν σε θέση να συγκεντρώσει.
(βλ. σκέψη 105)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 29 Οκτωβρίου 2004, C‑360/02 P, Ripa di Meana κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2004, σ. I‑10339, σκέψη 28
3. Προκειμένου περί εξαιρέσεως από τους κανόνες που διέπουν την πρόταση αποδεικτικών μέσων, το άρθρο 48, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου επιβάλλει στους διαδίκους να αιτιολογούν την καθυστερημένη πρόταση των αποδεικτικών τους μέσων. Μια τέτοια υποχρέωση συνεπάγεται ότι ο κοινοτικός δικαστής έχει την εξουσία να ελέγχει το βάσιμο της αιτιολογίας της καθυστερημένης προτάσεως των αποδεικτικών μέσων και, αναλόγως της περιπτώσεως, το περιεχόμενο της εν λόγω προτάσεως αυτής, καθώς και, σε περίπτωση κατά την οποία το αίτημα δεν κρίνεται επαρκώς βάσιμο από νομικής απόψεως, την εξουσία να μην τη λαμβάνει υπόψη. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όσον αφορά την πρόταση αποδεικτικών μέσων που υποβάλλεται μετά την κατάθεση του υπομνήματος ανταπαντήσεως.
(βλ. σκέψη 115)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 14 Απριλίου 2005, C‑243/04 P, M κατά Δικαστηρίου, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 33
4. Μετά το πέρας της προφορικής διαδικασίας, ένας διάδικος μπορεί να ζητήσει τη λήψη μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας μόνον αν το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης αποφασίσει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας. Δεδομένου ότι, δυνάμει του άρθρου 62 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαθέτει διακριτική ευχέρεια συναφώς, υποχρεούται να δεχθεί αίτημα επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας μόνον όταν ο ενδιαφερόμενος διάδικος στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αποφασιστικά την επίλυση της διαφοράς και τα οποία δεν μπορούσε να προβάλει πριν το πέρας της προφορικής διαδικασίας.
(βλ. σκέψη 131)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 8 Ιουλίου 1999, C‑199/92 P, Hüls κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑4287, σκέψεις 126 και 128· ΔΕΚ, 27 Απριλίου 2006, C‑230/05 P, L κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 68
5. H τρίμηνη προθεσμία για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως κατά βλαπτικής πράξεως, καθώς και η τρίμηνη προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά ρητής ή σιωπηρής απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, προθεσμίες που προβλέπονται στα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, είναι δημοσίας τάξεως και δεν εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια των διαδίκων και του δικαστή, διότι θεσπίστηκαν προς διασφάλιση της σαφήνειας και την ασφάλειας των νομικών καταστάσεων. Προς τούτο, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι προθεσμίες αυτές τυγχάνουν εφαρμογής σε κάθε περίπτωση προσβολής πράξεως που υπόκειται στον έλεγχο του κοινοτικού δικαστή, ανεξαρτήτως της φύσεώς της. Συγκεκριμένα, τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ ουδόλως διακρίνουν ως προς τις προϋποθέσεις παραδεκτού της διοικητικής ενστάσεως και της προσφυγής αναλόγως της σοβαρότητας της πλημμέλειας της προσβαλλομένης διοικητικής πράξεως.
(βλ. σκέψεις 145 και 146)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 6 Δεκεμβρίου 2001, C‑219/01 P, Reyna González del Valle κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 10· ΔΕΚ, 18 Ιανουαρίου 2007, C‑229/05 P, PKK και KNK κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2007, σ. I‑439, σκέψη 101· ΠΕΚ, 28 Μαρτίου 2001, T‑130/00, Reyna González del Valle κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 39· ΠΕΚ, 8 Μαρτίου 2006, T‑289/04, Λαντζώνη κατά Δικαστηρίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑2‑39 και II‑A‑2‑171, σκέψεις 40 και 41· ΠΕΚ, 25 Οκτωβρίου 2007, T‑274/06, Estaser El Mareny κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 40
6. Κατ’ αρχήν, υπέρ των πράξεων των κοινοτικών οργάνων υφίσταται τεκμήριο νομιμότητας, οι πράξεις δε αυτές παράγουν έννομα αποτελέσματα, έστω και αν πάσχουν πλημμέλεια, εφόσον δεν έχουν ακυρωθεί ή ανακληθεί. Κατ’ εξαίρεση από την αρχή αυτή, οι πράξεις οι οποίες πάσχουν πλημμέλεια η σοβαρότητα της οποίας είναι τόσο πρόδηλη, ώστε να μη μπορεί να γίνει ανεκτή από την κοινοτική έννομη τάξη, πρέπει να θεωρούνται ότι δεν παρήγαγαν κανένα έννομο αποτέλεσμα, έστω προσωρινό, δηλαδή να θεωρούνται ως νομικώς ανυπόστατες. Η εξαίρεση αυτή αποβλέπει στη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ των δύο θεμελιωδών, αλλά ενίοτε ανταγωνιστικών μεταξύ τους, επιταγών τις οποίες πρέπει να τηρεί μια έννομη τάξη, δηλαδή της σταθερότητας των εννόμων σχέσεων και του σεβασμού της νομιμότητας. Η σοβαρότητα των συνεπειών που συνδέονται με την αναγνώριση του ανυποστάτου μιας πράξεως των θεσμικών οργάνων επιτάσσει, για λόγους ασφαλείας δικαίου, να επιφυλάσσεται η αναγνώριση αυτή σε εντελώς ακραίες περιπτώσεις. Δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση όταν η πλημμέλεια ως προς την αρμοδιότητα και η παράβαση ουσιώδους τύπου που συνίσταται σε παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως της αποφάσεως δεν είναι τόσο πρόδηλης σοβαρότητας ώστε να πρέπει η απόφαση να θεωρηθεί ως νομικώς ανυπόστατη.
(βλ. σκέψεις 150 έως 153)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 15 Ιουνίου 1994, C‑137/92 P, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. I‑2555, σκέψεις 48 έως 50· ΔΕΚ, 8 Ιουλίου 1999, C‑245/92 P, Chemie Linz κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I‑4643, σκέψεις 93 έως 95· ΔΕΚ, 5 Οκτωβρίου 2004, C‑475/01, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 2004, σ. I‑8923, σκέψεις 18 έως 20
7. Μια περαιτέρω ανάθεση αρμοδιοτήτων ή μια παρέκκλιση από τα κριτήρια κατανομής των αρμοδιοτήτων που απονέμει ο ΚΥΚ στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια την ακυρότητα μιας πράξεως της διοικήσεως παρά μόνον αν μια τέτοια περαιτέρω ανάθεση αρμοδιοτήτων ή παρέκκλιση ενέχει τον κίνδυνο να θιγεί μία από τις εγγυήσεις που παρέχονται στους υπαλλήλους από τον ΚΥΚ ή από τους κανόνες περί χρηστής διοικήσεως στον τομέα της διαχειρίσεως του ανθρώπινου δυναμικού. Συγκεκριμένα, απόφαση της Επιτροπής ληφθείσα δυνάμει του άρθρου 2 του ΚΥΚ σκοπεί περισσότερο στην κατανομή των υποθέσεων εντός των υπηρεσιών της Επιτροπής, παρά σε μια αυστηρή κατανομή της οποίας η μη τήρηση συνεπάγεται την ακυρότητα των πράξεων που τελούνται εκτός του τεθέντος πλαισίου.
(βλ. σκέψη 155)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 15 Σεπτεμβρίου 1998, T‑23/96, De Persio κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑483 και II‑1413, σκέψη 111· ΠΕΚ 7 Φεβρουαρίου 2007, T‑118/04 και T‑134/04, Caló κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψεις 68 και 71
8. Η έννοια της καταχρήσεως εξουσίας έχει σαφώς καθορισμένο περιεχόμενο και αναφέρεται στη χρησιμοποίηση, εκ μέρους μιας διοικητικής αρχής, των εξουσιών της με σκοπό διαφορετικό εκείνου για τον οποίο της έχουν απονεμηθεί. Μια απόφαση πάσχει από κατάχρηση εξουσίας μόνον εφόσον προκύπτει, βάσει αντικειμενικών, καταλλήλων και συγκλινόντων στοιχείων, ότι ελήφθη προς επίτευξη σκοπών διαφορετικών των προβαλλομένων.
Συναφώς, δεν αρκεί η επίκληση ορισμένων πραγματικών περιστατικών προς στήριξη των προβαλλομένων ισχυρισμών, πρέπει ακόμη να προσκομίζονται επαρκώς συγκεκριμένες, αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις ικανές να στηρίξουν το αληθές τους ή, τουλάχιστον, το πιθανολογούμενο ως αληθές τους, ελλείψει των οποίων δεν μπορεί να τίθεται υπό αμφισβήτηση η ακρίβεια των ισχυρισμών του οικείου θεσμικού οργάνου.
(βλ. σκέψεις 172 και 173)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 5 Ιουλίου 2000, T‑111/99, Samper κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑135 και II‑611, σκέψη 64· ΠΕΚ, 19 Σεπτεμβρίου 2001, T‑152/00, E κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑179 και II‑813, σκέψη 69· Cwik κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψεις 179 και 180· ΠΕΚ, 2 Δεκεμβρίου 2008, T‑471/04, Καρατζόγλου κατά ΕΥΑ, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 49 και 50
9. Η έννοια της συγγνωστής πλάνης πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά και μπορεί να αφορά μόνον εξαιρετικές περιστάσεις κατά τις οποίες, μεταξύ άλλων, τα θεσμικά όργανα τήρησαν συμπεριφορά δυνάμενη να προκαλέσει, από μόνη της ή σε καθοριστικό βαθμό, εύλογη σύγχυση σε καλόπιστο πολίτη ο οποίος επιδεικνύει όλη την επιμέλεια που απαιτείται από πρόσωπο που έχει τη συνήθη ενημέρωση. Λαμβανομένου υπόψη του ότι συνιστά εξαίρεση από την κύρωση του απαραδέκτου την οποία επιφέρει η μη τήρηση των προθεσμιών υποβολής διοικητικής ενστάσεως και ασκήσεως προσφυγής οι οποίες είναι δημοσίας τάξεως, η συγγνωστή πλάνη πρέπει να προβληθεί και να αποδειχθεί τον διάδικο που επιθυμεί να τύχει της εξαιρέσεως αυτής και ο δικαστής δεν μπορεί να διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη τέτοιας πλάνης.
Επιπλέον, ακόμη και αν η συγγνωστή πλάνη μπορεί να έχει ως συνέπεια τη συνέχιση της προθεσμίας και, ως εκ τούτου, το παραδεκτό της ενστάσεως ή της προσφυγής, η μη τήρηση των προθεσμιών του άρθρου 90, παράγραφος 2, ή του άρθρου 91, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την απαλλαγή ενός προσφεύγοντος από την τήρηση της προβλεπόμενης στο άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η οποία αποτελεί ρητή προϋπόθεση του παραδεκτού μια προσφυγής, δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, και το επιτρεπτό της απευθείας ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης.
(βλ. σκέψεις 204 έως 206)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 15 Δεκεμβρίου 1994, C‑195/91 P, Bayer κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. I‑5619, σκέψη 26· ΔΕΚ, 15 Μαΐου 2003, C‑193/01 P, Πιτσιόρλας κατά Συμβουλίου και ΕΚΤ, Συλλογή 2003, σ. I‑4837, σκέψη 24· ΠΕΚ, 16 Μαρτίου 1993, T‑33/89 και T‑74/89, Blackman κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. II‑249, σκέψεις 32 και 33· ΠΕΚ, 11 Νοεμβρίου 2008, T‑390/07 P, Speiser κατά Κοινοβουλίου, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 33
Full & Egal Universal Law Academy