Υπόθεση T-74/07
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«ΕΤΠΑ – Μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής – Τροποποίηση του χρηματοδοτικού σχεδίου χωρίς την έγκριση της Επιτροπής – Ανώτατο ποσοστό χρηματοδότησης που προβλέπεται για ειδικά μέτρα – Έννοια της σημαντικής τροποποίησης – Άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4253/88 – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Προσφυγή ακυρώσεως»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Οικονομική και κοινωνική συνοχή – Διαρθρωτικές παρεμβάσεις – Κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή – Χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής – Υποχρέωση εκτέλεσης σύμφωνα με το σχέδιο χρηματοδότησης που ενέκρινε η Επιτροπή
(Κανονισμός 4253/88 του Συμβουλίου, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό 2082/93, άρθρα 24 και 25 § 5)
2. Οικονομική και κοινωνική συνοχή – Διαρθρωτικές παρεμβάσεις – Κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή – Χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής – Υποχρέωση εκτέλεσης σύμφωνα με το σχέδιο χρηματοδότησης που ενέκρινε η Επιτροπή
(Κανονισμός 4253/88 του Συμβουλίου, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό 2082/93, άρθρα 17, 24 και 25 § 5)
3. Οικονομική και κοινωνική συνοχή – Διαρθρωτικές παρεμβάσεις – Κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή – Χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής – Υποχρέωση εκτέλεσης σύμφωνα με το σχέδιο χρηματοδότησης που ενέκρινε η Επιτροπή
(Κανονισμός του Συμβουλίου 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό 2082/93, άρθρα 24 και 25 § 5)
1. Κάθε χρηματοδοτική συνδρομή που χορηγείται από τα διαρθρωτικά ταμεία πρέπει να χρησιμοποιείται σύμφωνα με την οικεία εγκριτική απόφαση και, ιδίως, σύμφωνα με τον συνημμένο στην απόφαση αυτή πίνακα χρηματοδότησης και, επομένως, οι τροποποιήσεις ενός εγκεκριμένου από την Επιτροπή σχεδίου χρηματοδότησης που πραγματοποιούνται χωρίς την έγκρισή της συνεπάγονται, κατ’ αρχήν, μείωση της χορηγηθείσας στο επίμαχο πρόγραμμα συνδρομής.
(βλ. σκέψη 36)
2. Μολονότι αληθεύει ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού 2052/88, όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους, καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων, στηρίζεται στην αρχή του ενιαίου ποσοστού συμμετοχής για το σύνολο της δράσης (λειτουργικό πρόγραμμα, καθεστώς ενισχύσεων, κ.λπ.), το άρθρο 17, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού επιτρέπει ρητώς τον καθορισμό ποσοστών συμμετοχής για τα μεμονωμένα ή ειδικά μέτρα, δεδομένου ότι τα «μεμονωμένα μέτρα» υπό την έννοια της διάταξης αυτής πρέπει απαραιτήτως να αντιστοιχούν σε επίπεδο του προγραμματισμού που περιλαμβάνεται στο σχέδιο χρηματοδότησης. Το ποσοστό της κοινοτικής συμμετοχής αποτελεί μία από τις λεπτομέρειες της συνδρομής που καθορίζονται κατά τον χρόνο της χορήγησης, η μεταγενέστερη δε τροποποίησή του υπόκειται στις διαδικασίες του άρθρου 25, παράγραφος 5, του κανονισμού 4253/88, το οποίο προβλέπει την κοινοποίηση στην Επιτροπή των τροποποιήσεων των ποσοστών παρέμβασης.
Η ερμηνεία αυτή είναι, εξάλλου, η μόνη συμβατή με το άρθρο 25, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο προβλέπει ότι οι προσαρμογές των χρηματοδοτικών σχεδίων που επισυνάπτονται στις αποφάσεις περί χορηγήσεως συνεπάγονται τροποποίηση των ποσοστών παρέμβασης και αφήνει έτσι σαφώς να εννοηθεί ότι τα ποσοστά αυτά παρέμβασης προβλέπονται πράγματι από οποιοδήποτε σχέδιο χρηματοδότησης και ότι η τροποποίησή τους προκύπτει αυτομάτως από τις άλλες τροποποιήσεις του σχεδίου. Επιπλέον, μόνο με αυτόν τον τρόπο, σε περίπτωση στην οποία το τελικό κόστος είναι χαμηλότερο από αυτό που προβλέπεται με το σχέδιο χρηματοδότησης, μπορεί αυτή η μείωση του κόστους να κατανεμηθεί μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών κατά την ίδια αναλογία με αυτήν που θα είχαν συμβάλει στο κόστος εάν αυτό βρισκόταν στο ύψος που προέβλεπε το σχέδιο χρηματοδότησης που εκπονήθηκε στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης.
(βλ. σκέψη 40)
3. Η παράβαση των εθνικών ή κοινοτικών διατάξεων που διέπουν συνδρομή των κοινοτικών ταμείων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που είναι χρηματοοικονομικού χαρακτήρα, δικαιολογεί τη μείωση ή την κατάργηση της χορηγούμενης συνδρομής. Εάν γίνει δεκτό ότι, εφόσον ένα κράτος μέλος δεν παρέβη τους κανόνες διαδικασίας, η Επιτροπή δεν μπορούσε να μειώσει τη συνδρομή, διότι τούτο θα επηρέαζε τα ορθώς εκτελούμενα σχέδια, τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα να μείνει άνευ συνεπειών η παράβαση εκ μέρους του κράτους μέλους αυτού της υποχρεώσεώς του να εφαρμόσει το πρόγραμμα σύμφωνα με το σχέδιο χρηματοδότησης που ενέκρινε η Επιτροπή. Η λύση αυτή θα καθιστούσε την υποχρέωση κενή περιεχομένου εφόσον θα αρκούσε στις εθνικές αρχές να αποδείξουν την επιτυχή υλοποίηση ορισμένων σχεδίων για να επιτύχουν το σύνολο της χορηγούμενης χρηματοδότησης ανεξάρτητα από την τήρηση των οικονομικής φύσεως διατάξεων που συμφώνησαν με την Επιτροπή.
(βλ. σκέψεις 53–54)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 28ης Ιανουαρίου 2009 (*)
«ΕΤΠΑ – Μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής – Τροποποίηση του χρηματοδοτικού σχεδίου χωρίς την έγκριση της Επιτροπής – Ανώτατο ποσοστό χρηματοδότησης που προβλέπεται για ειδικά μέτρα – Έννοια της σημαντικής τροποποίησης – Άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4253/88 – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Προσφυγή ακυρώσεως»
Στην υπόθεση T‑74/07,
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους M. Lumma και C. Blaschke, επικουρούμενους από τον C. von Donat, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους G. Wilms και L. Flynn,
καθής,
με αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως C (2006) 7271 της Επιτροπής, της 27ης Δεκεμβρίου 2006, με την οποία μειώθηκε η χρηματοδοτική συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), που είχε χορηγηθεί για το λειτουργικό πρόγραμμα στο πλαίσιο της κοινοτικής πρωτοβουλίας INTERREG II για τις περιφέρειες του Σάαρ, της Λορένης και του Δυτικού Παλατινάτου στη Γερμανία,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους O. Czúcz (εισηγητή), πρόεδρο, I. Labucka και S. Frimodt Nielsen, δικαστές,
γραμματέας: C. Kristensen, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 25ης Ιουνίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Το νομικό πλαίσιο
1 Από το 1989 έως το 1999 τους κανόνες για την υλοποίηση της διαλαμβανόμενης στο άρθρο 158 ΕΚ οικονομικής και κοινωνικής συνοχής όριζε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2052/88 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και τον συντονισμό των παρεμβάσεών τους μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των άλλων υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 185, σ. 9). Ο κανονισμός αυτός αποτελούσε το κύριο όργανο για τη λειτουργία των διαρθρωτικών ταμείων και ιδίως του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ). Ο κανονισμός 2052/88 τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2081/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (ΕΕ L 193, σ. 5).
2 Το άρθρο 1 του κανονισμού 2052/88 ορίζει τους κύριους σκοπούς στους οποίους κατατείνει η δράση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας μέσω των διαρθρωτικών ταμείων.
3 Το άρθρο 4 του κανονισμού 2052/88 αφορά τη συμπληρωματικότητα, την εταιρική σχέση και την τεχνική βοήθεια. Με την παράγραφό του 1 προβλέπει:
«1. Η κοινοτική δράση θεωρείται ως συμπλήρωμα ή συμβολή στις αντίστοιχες δράσεις των κρατών μελών. Αυτό επιτυγχάνεται με τη στενή συνεργασία ανάμεσα στην Επιτροπή, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, τις αρμόδιες αρχές και οργανισμούς [...] που ορίζονται από το κράτος μέλος σε εθνικό, περιφερειακό, τοπικό ή άλλο επίπεδο· όλα τα μέρη αποτελούν εταίρους κατά την επιδίωξη ενός κοινού σκοπού. Η συνεργασία αυτή καλείται στο εξής “εταιρική σχέση”. Η εταιρική σχέση καλύπτει την προετοιμασία, τη χρηματοδότηση, την εκ των προτέρων εκτίμηση, την παρακολούθηση και την εκ των υστέρων αξιολόγηση των ενεργειών.
Η εταιρική σχέση οργανώνεται με πλήρη τήρηση των αντίστοιχων θεσμικών, νομικών και δημοσιονομικών αρμοδιοτήτων καθενός των εταίρων.»
4 Το άρθρο 5 του κανονισμού 2052/88, με τίτλο «Μορφές παρέμβασης», προβλέπει, στην παράγραφο 2, στοιχείο α΄, ότι, «[ό]σον αφορά τα διαρθρωτικά ταμεία […], η χρηματοδοτική παρέμβασή τους παρέχεται, [μεταξύ άλλων, υπό μορφή] συγχρηματοδότηση[ς] λειτουργικών προγραμμάτων». Στην παράγραφο 5 του άρθρου αυτού, το «λειτουργικό πρόγραμμα» ορίζεται ως «ένα συνεκτικό σύνολο πολυετών ενεργειών, για την υλοποίηση του οποίου είναι δυνατό να ζητηθεί [μεταξύ άλλων,] η συνδρομή ενός ή περισσοτέρων ταμείων».
5 Το άρθρο 13 του κανονισμού 2052/88, με τίτλο «Κλιμάκωση των ποσοστών παρέμβασης», προβλέπει στην παράγραφο 3:
«Τα ποσοστά της κοινοτικής συνδρομής που χορηγείται από τα ταμεία […] υπόκεινται στα ακόλουθα όρια:
– 75 % κατ’ ανώτατο όριο του συνολικού κόστους και, κατά κανόνα, 50 % τουλάχιστον των δημοσίων δαπανών για τα μέτρα που εφαρμόζονται στις περιφέρειες που μπορούν να λάβουν ενίσχυση δυνάμει του στόχου αριθ. 1.
– 50 % κατ’ ανώτατο όριο του συνολικού κόστους και, κατά κανόνα, 25 % τουλάχιστον των δημοσίων δαπανών για τα μέτρα που εφαρμόζονται στις άλλες περιφέρειες.
[…]»
6 Στις 19 Δεκεμβρίου 1988, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4253/88, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού 2052/88, όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους, καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 374, σ. 1). Ο κανονισμός 4253/88 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2082/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (ΕΕ L 193, σ. 20).
7 Το άρθρο 17 του κανονισμού 4253/88, με τίτλο «Χρηματοδοτική συμμετοχή των ταμείων», ορίζει:
«[…]
2. Η χρηματοδοτική συμμετοχή των ταμείων υπολογίζεται είτε σε συνάρτηση με το συνολικό επιλέξιμο κόστος είτε σε συνάρτηση με το σύνολο των δημόσιων ή εξομοιούμενων προς αυτές επιλέξιμων δαπανών (εθνικών, περιφερειακών ή τοπικών και κοινοτικών) για κάθε ενέργεια (λειτουργικό πρόγραμμα, καθεστώς ενισχύσεων, συνολική επιχορήγηση, σχέδιο, τεχνική βοήθεια ή μελέτη).
[…]
4. Η συμμετοχή των ταμείων, για επί μέρους μέτρα εντός των πλαισίων των λειτουργικών προγραμμάτων, είναι δυνατόν να διαφοροποιείται βάσει συμφωνιών που συνάπτονται στα πλαίσια της εταιρικής σχέσης.»
8 Το άρθρο 24 του κανονισμού 4253/88, με τίτλο «Μείωση, αναστολή και ακύρωση της συνδρομής», ορίζει:
«1. Αν η υλοποίηση δράσης ή μέτρου δεν φαίνεται να δικαιολογεί ούτε τμήμα ούτε το σύνολο της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει χορηγηθεί, η Επιτροπή προβαίνει σε κατάλληλη εξέταση της περίπτωσης στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης, ζητώντας ιδίως από το κράτος μέλος ή τις λοιπές αρμόδιες αρχές που αυτό ορίζει για την υλοποίηση της δράσης να της υποβάλουν παρατηρήσεις εντός τακτής προθεσμίας.
2. Μετά την εξέταση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να μειώσει ή αναστείλει τη συνδρομή για την εν λόγω δράση ή σχετικό μέτρο, αν από την εξέταση επιβεβαιωθεί ότι υπάρχει παρατυπία ή σημαντική [τροποποίηση] της φύσης ή των συνθηκών υλοποίησης της δράσης ή του μέτρου, για την οποία δεν ζητήθηκε η έγκριση της Επιτροπής.
3. Κάθε ποσό το οποίο αποτελεί αντικείμενο απαίτησης ως αχρεωστήτως καταβληθέν πρέπει να επιστρέφεται στην Επιτροπή [...]».
9 Τέλος, η παράγραφος 5 του άρθρου 25 του κανονισμού 4253/88, σχετικά με την παρακολούθηση της εφαρμογής της συνδρομής των ταμείων, ορίζει:
«Η επιτροπή παρακολούθησης προσαρμόζει […], σύμφωνα με τους διαθέσιμους πόρους και τους δημοσιονομικούς κανόνες, το προβλεπόμενο σχέδιο χρηματοδότησης, περιλαμβανομένων των ενδεχόμενων μεταφορών μεταξύ κοινοτικών χρηματοδοτικών πηγών και των επακόλουθων τροποποιήσεων των ποσοστών παρέμβασης […].
Οι τροποποιήσεις αυτές κοινοποιούνται αμέσως στην Επιτροπή και στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Εφαρμόζονται μόλις επιβεβαιωθούν από την Επιτροπή και το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Η εν λόγω επιβεβαίωση δίδεται εντός είκοσι εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης, η ημερομηνία της οποίας βεβαιώνεται από την Επιτροπή με απόδειξη παραλαβής.
Οι άλλες τροποποιήσεις αποφασίζονται από την Επιτροπή, σε συνεργασία με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, έπειτα από γνωμοδότηση της επιτροπής παρακολούθησης.»
Ιστορικό της διαφοράς
10 Με την απόφαση C (95) 2271 της 28ης Σεπτεμβρίου 1995, η Επιτροπή χορήγησε κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή σε λειτουργικό πρόγραμμα, στο πλαίσιο της κοινοτικής πρωτοβουλίας Interreg II, για τις περιφέρειες του Σάαρ, της Λορένης και του Δυτικού Παλατινάτου στη Γερμανία. Το άρθρο 2 της αποφάσεως χορηγήσεως προβλέπει ότι «ο τρόπος χορηγήσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής, περιλαμβανομένης της συμμετοχής των ταμείων στα διάφορα υποπρογράμματα και στα μέτρα που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του παρόντος προγράμματος […], καθορίζεται στο σχέδιο χρηματοδότησης του προγράμματος που επισυνάπτεται» στην εν λόγω απόφαση. Ενώ το κείμενο της αποφάσεως περί χορηγήσεως αναφέρεται στο τρίτο επίπεδο προγραμματισμού (στο εξής: μέτρα ή ομάδα μέτρων) με τον όρο «μέτρο», το συνημμένο σχέδιο χρηματοδότησης αναφέρεται στο επίπεδο αυτό με τον όρο «ομάδα μέτρων». Στον τίτλο των στηλών του σχεδίου χρηματοδότησης όπου παρατίθενται αντιστοίχως η κοινοτική και η εθνική συνδρομή αναφέρεται, εξάλλου, ότι κάθε μία από τις συνδρομές αυτές αντιπροσωπεύει το 50 % του συνολικού κόστους κάθε άξονα προτεραιότητας και κάθε μέτρου ή ομάδας μέτρων.
11 Η απόφαση περί χορηγήσεως συνδρομής τροποποιήθηκε με δύο αποφάσεις της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 1998 και της 29ης Δεκεμβρίου 1999. Η απόφαση περί χορηγήσεως, όπως είχε μετά την εν λόγω τροποποίηση, προέβλεπε συνολικό κόστος 66 898 400 ευρώ, από τα οποία το ΕΤΠΑ θα κατέβαλλε 23 726 800 ευρώ και οι εθνικές αρχές 42 171 600 ευρώ. Σε υποσημείωση του επισυναπτόμενου σε κάθε μία από τις αποφάσεις τροποποιήσεως σχεδίου χρηματοδότησης υπήρχε μνεία ότι εξασφαλιζόταν ότι τα κοινοτικά κεφάλαια δεν θα υπερέβαιναν το 50 % της συνολικής δημόσιας δαπάνης.
12 Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του προγράμματος που προέβλεπε η απόφαση περί χορηγήσεως της συνδρομής, επιφορτισμένη με την εν λόγω εφαρμογή ήταν η επιτροπή παρακολούθησης η οποία επρόκειτο να θεσπιστεί στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης. Η επιτροπή παρακολούθησης έπρεπε ιδίως να μεριμνά για τη συμμόρφωση με τους κανόνες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την επιλεξιμότητα των δράσεων και των σχεδίων και να προετοιμάσει και να συζητήσει τυχόν προτάσεις για την τροποποίηση της παρέμβασης. Όλα τα ουσιώδη θέματα σχετικά με την εφαρμογή του προγράμματος έπρεπε να αποφασίζονται με ομοφωνία. Η Επιτροπή εκπροσωπήθηκε στην επιτροπή παρακολούθησης με δικαίωμα μιας ψήφου.
13 Με έγγραφο της 12ης Μαΐου 1999, η Επιτροπή ζήτησε να της υποβληθούν οι προς έγκριση τροποποιήσεις του προγράμματος πριν τις 31 Ιουλίου 1999 στον βαθμό που συνεπάγονταν αύξηση του συνολικού ποσού ή των μεταφορών μεταξύ των κεφαλαίων. Η αίτηση αυτή εξετάστηκε κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής παρακολούθησης της 17ης Ιουνίου 1999. Κατά τη συνεδρίαση αυτή, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής πρόσθεσε ότι έπρεπε να εγκριθεί οριστικά το συνολικό ύψος της συνδρομής του ΕΤΠΑ για το λειτουργικό πρόγραμμα.
14 Ενόψει της περατώσεως, στις 31 Δεκεμβρίου 1999, των χρηματοδοτούμενων από τα διαρθρωτικά ταμεία προγραμμάτων για το διάστημα προγραμματισμού 1994-1999, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 9 Σεπτεμβρίου 1999, κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά το κλείσιμο των λειτουργικών παρεμβάσεων (1994-1999) των διαρθρωτικών ταμείων (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές), τις οποίες γνωστοποίησε στα κράτη μέλη. Στο γερμανικό κείμενο των κατευθυντήριων γραμμών αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«6. Σχέδια χρηματοδότησης
6.1 Το σχέδιο χρηματοδότησης δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο τροποποιήσεων μετά την τελική ημερομηνία για τις δεσμεύσεις.
6.2 Το δημοσιονομικό κλείσιμο των προγραμμάτων πρέπει να πραγματοποιείται βάσει της ισχύουσας μορφής του σχεδίου χρηματοδότησης (πρόκειται, εν γένει, για το σχέδιο χρηματοδότησης με ανάλυση σε τρία επίπεδα, δηλαδή πρόγραμμα, υποπρόγραμμα, μέτρο). Οι λογαριασμοί που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν το ίδιο επίπεδο ανάλυσης με τα σχέδια χρηματοδότησης που επισυνάπτονται στις αποφάσεις για την έγκριση των λειτουργικών παρεμβάσεων και, κατά συνέπεια, πρέπει γενικά να παρουσιάζουν κατάσταση των πραγματικών δαπανών με ανάλυση σε επίπεδο μέτρου.
Υπέρβαση ποσοστού 20 % της συμμετοχής κάθε ταμείου ανά μέτρο μπορεί να γίνει δεκτή, αρκεί να μην αυξάνεται το συνολικό ποσό του υποπρογράμματος, όπως έχει οριστεί στο ισχύον σχέδιο χρηματοδότησης.
[…]
7. Τελική εκκαθάριση
7.1. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εξασφαλίζουν τη μεταφορά του συνόλου της κοινοτικής συνδρομής που λαμβάνουν στους τελικούς δικαιούχο[υς]. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι στο παρελθόν διαπιστώθηκαν ορισμένα προβλήματα, τη στιγμή του τελικού υπολογισμού, η κοινοτική συμμετοχή, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που αναφέρονται στο σημείο 6.2, περιορίζεται στο μικρότερο από τα ακόλουθα δύο ποσά:
α) το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή στις δηλωθείσες δαπάνες του ποσοστού κοινοτικής συγχρηματοδοτήσεως το οποίο απορρέει από το ισχύον σχέδιο χρηματοδότησης για το δεδομένο μέτρο·
β) το πραγματικά οφειλόμενο στους τελικούς δικαιούχους ποσό της κοινοτικής συνδρομής (αυτό που έχει ήδη ή που πρόκειται να καταβληθεί στο πλαίσιο του μέτρου) […]».
15 Κατά την έγγραφη διαδικασία κατόπιν της συνεδριάσεως της επιτροπής παρακολούθησης της 10ης Νοεμβρίου 1999, η Γενική Διεύθυνση (ΓΔ) «Περιφερειακή πολιτική και συνοχή» της Επιτροπής δήλωσε, με επιστολή της 3ης Μαΐου 2000, ότι δεν είχε καμία ένσταση επί των προτεινόμενων τροποποιήσεων όσον αφορά τα σχέδια που εγκρίθηκαν στο πλαίσιο του επίμαχου προγράμματος και ζήτησε να μην ενημερώνεται πλέον για τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις των σχεδίων, εκτός εάν υπάρξει σημαντική τροποποίηση που επηρεάζει τη φύση ή τους όρους εφαρμογής της δράσης ή του μέτρου (αντικείμενο των σχεδίων, κόστος, δικαιούχοι κ.λπ.), υπό την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού 4253/88, και/ή έχει επίπτωση στον κοινοτικό προϋπολογισμό.
16 Τα έγγραφα περατώσεως διαβιβάσθηκαν στην Επιτροπή με έγγραφο της 20ής Μαρτίου 2003 μαζί με την αίτηση πληρωμής του υπολοίπου. Στην αίτηση πληρωμής, οι γερμανικές αρχές θεώρησαν ότι η συνολική κοινοτική συμμετοχή έπρεπε να υπολογισθεί προσθέτοντας την κοινοτική συμμετοχή σε κάθε ένα από τα υλοποιηθέντα σχέδια, η οποία έπρεπε, με τη σειρά της, να υπολογισθεί εφαρμόζοντας στο συνολικό κόστος του σχεδίου το ποσοστό συμμετοχής που αποφάσισε η επιτροπή παρακολούθησης και το οποίο προσέγγιζε το 50 % των περισσοτέρων σχεδίων, πλην των πολύ υψηλού κόστους για τα οποία είχε καθοριστεί ένα μικρότερο ποσοστό συμμετοχής. Δεδομένου, ωστόσο, ότι, για ορισμένα σχέδια, το συνολικό επιλέξιμο κόστος ήταν μικρότερο του προβλεπόμενου, τα ποσά της αίτησης πληρωμής δεν συνέπιπταν με τα ποσά του επισυναπτόμενου στην τελευταία απόφαση τροποποίησης σχεδίου χρηματοδότησης. Έτσι, το ποσό που ζητήθηκε ως συνδρομή του ΕΤΠΑ στο λειτουργικό πρόγραμμα ήταν μικρότερο από το ποσό του εν λόγω σχεδίου χρηματοδότησης για όλους τους άξονες προτεραιότητας και για όλα τα μέτρα ή τις ομάδες μέτρων με εξαίρεση το μέτρο ή την ομάδα μέτρων 3.2, για το οποίο το ποσό που ζητήθηκε ως συμμετοχή του ΕΤΠΑ ήταν ελαφρώς υψηλότερο από το ποσό του σχεδίου χρηματοδότησης.
17 Με την απόφαση C (2006) 7271, της 27ης Δεκεμβρίου 2006 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή μείωσε κατά 933 691,04 ευρώ τη συνδρομή του ΕΤΠΑ που χορηγήθηκε για το λειτουργικό πρόγραμμα που τέθηκε σε εφαρμογή στο πλαίσιο της κοινοτικής πρωτοβουλίας INTERREG II στις περιφέρειες του Σάαρ, της Λορένης και του Δυτικού Παλατινάτου. Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή αιτιολόγησε τη μείωση της εν λόγω κοινοτικής συμμετοχής ως εξής.
18 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα προγράμματα που χρηματοδοτούνται από τα κοινοτικά ταμεία πρέπει να εκτελεστούν σύμφωνα με τις αποφάσεις περί χορηγήσεως της συνδρομής και με τους πίνακες χρηματοδοτήσεως που έχουν εγκριθεί από την ίδια και ότι δεν μπορούσε να γίνει καμία τροποποίηση μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1999, τελική ημερομηνία για τις δεσμεύσεις, εφόσον η περίοδος προγραμματισμού είχε ολοκληρωθεί. Αναφέρει ότι, ενώ με την απόφαση περί χορηγήσεως της συνδρομής η συμμετοχή του ΕΤΠΑ είχε καθοριστεί στο 50 % της δημόσιας δαπάνης για το σύνολο του προγράμματος, η απόφαση τροποποιήσεως της 7ης Απριλίου 1998 προέβλεψε διαφορετικό ποσοστό χρηματοδότησης για κάθε μέτρο ή ομάδα μέτρων. Τονίζει ότι το συνολικό πραγματικό κόστος και τα ποσά συμμετοχής του ΕΤΠΑ για κάθε μέτρο ή ομάδα μέτρων δεν συμπίπτουν με τα ποσά που περιλαμβάνονται στο ισχύον σχέδιο χρηματοδότησης. Εξηγεί, ωστόσο, ότι δεδομένου ότι με τις κατευθυντήριες γραμμές αποφάσισε να μην κρίνει ως σημαντικές τροποποιήσεις ορισμένες διαφορές προς τα άνω ή προς τα κάτω σε σχέση με το σχέδιο χρηματοδότησης, δέχεται, σύμφωνα με το σημείο 6.2 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, τις διαφορές προς τα άνω εφαρμόζοντας μία ελαστικότητα διά της οδού της αντιστάθμισης εντός του ίδιου άξονα προτεραιότητας. Αντιθέτως, σε περίπτωση διαφορών μόνον προς τα κάτω, εφαρμόζει το σημείο 7 των κατευθυντήριων γραμμών και περιορίζει την κοινοτική συμμετοχή στο μικρότερο από τα δύο ποσά: αυτό που προκύπτει από την εφαρμογή του ποσοστού χρηματοδότησης για κάθε μέτρο ή ομάδα μέτρων στο πραγματικό κόστος ή στο πραγματικά οφειλόμενο στους δικαιούχους κόστος. Έτσι, όσον αφορά τα μέτρα ή τις ομάδες μέτρων 1.2, 2.2, 3.1, 4.1 και 4.2, η Επιτροπή αρνείται να καταβάλει το ποσό που ζήτησαν οι γερμανικές αρχές, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό που οφείλεται στους δικαιούχους, με την αιτιολογία ότι η καταβολή του θα είχε ως αποτέλεσμα την υπέρβαση του ποσοστού χρηματοδότησης που προβλέπεται με το ισχύον σχέδιο χρηματοδότησης για τα εν λόγω μέτρα ή τις ομάδες μέτρων και επομένως την τροποποίηση του σχεδίου.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
19 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12 Μαρτίου 2007, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
20 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
21 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
22 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει, κατ’ ουσίαν, τρεις λόγους ακυρώσεως που αντλούνται από παράβαση του άρθρου 24 του κανονισμού 4253/88, από έλλειψη αιτιολογίας και από μη τήρηση της «εταιρικής σχέσης» του άρθρου 4 του κανονισμού 2052/88, αντιστοίχως.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, αντλούμενου από παράβαση του άρθρου 24 του κανονισμού 4253/88
Επιχειρήματα των διαδίκων
23 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 24 του κανονισμού 4253/88, διότι μείωσε την επίμαχη χρηματοδοτική συνδρομή χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής. Θεωρεί, μάλιστα, αφενός, ότι οι διαφορές μεταξύ του συνολικού κόστους σύμφωνα με το σχέδιο χρηματοδότησης και του τελικού συνολικού κόστους, καθώς και η επακόλουθη αλλαγή στην αναλογία μεταξύ της συνδρομής του ΕΤΠΑ και του συνολικού κόστους, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «σημαντικές τροποποιήσεις» υπό την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού 4253/88 και ότι, εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή τις είχε εγκρίνει και, αφετέρου, ότι η Επιτροπή παρέλειψε να ασκήσει την εξουσία εκτιμήσεως που της παρέχει η διάταξη αυτή για να κρίνει αν η κοινοτική συνδρομή είναι δικαιολογημένη.
24 Όσον αφορά, πρώτον, τον σημαντικό χαρακτήρα της τροποποίησης, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει, πρώτον, ότι τα σχέδια χρηματοδότησης είναι ενδεικτικά και, δεδομένου ότι έχουν από τη φύση τους προσωρινό χαρακτήρα, κάθε τροποποίηση δεν πρέπει να θεωρείται ως σημαντική τροποποίηση. Αμφισβητεί επίσης τον ισχυρισμό της Επιτροπής, που προβάλλεται με τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι μπορεί να «θεωρήσει ως απαράδεκτη την υποβολή αίτησης πληρωμής του υπολοίπου εάν ένα ή περισσότερα μέτρα παρουσιάζουν διαφορές από το τελικό σχέδιο χρηματοδότησης». Προβάλλει συναφώς ότι, εφόσον τα ποσά της συνδρομής του ΕΤΠΑ που παρατίθενται στο σχέδιο χρηματοδότησης είναι οι ανώτατες τιμές, η μείωση του ποσού δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διαφορά.
25 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει, δεύτερον, ότι, ανεξάρτητα από τον ορισμό της έννοιας «σημαντική τροποποίηση», δεν υπάρχουν τέτοιες τροποποιήσεις στην εφαρμογή του επίμαχου προγράμματος, εφόσον αυτό εκτελέστηκε σύμφωνα με την απόφαση περί χορηγήσεως, ως είχε μετά την τελευταία τροποποίηση, και σύμφωνα με τις αποφάσεις της επιτροπής παρακολούθησης. Προβάλλει, συναφώς, ότι το ισχύον σχέδιο χρηματοδότησης προέβλεπε αποκλειστικά, αφενός, το ανώτατο ποσό συνδρομής του ΕΤΠΑ και, αφετέρου, το ανώτατο ποσοστό συμμετοχής του ΕΤΠΑ, ίσο προς το 50 % των συνολικών δαπανών, εφαρμοστέο σε όλα τα επίπεδα του προγράμματος και, ιδίως, στο επίπεδο των μεμονωμένων σχεδίων, παρατηρεί δε ότι τα όρια αυτά τηρήθηκαν.
26 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Επιτροπής, που περιλαμβάνεται στις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 13 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σύμφωνα με τον οποίο οι τροποποιητικές αποφάσεις της αποφάσεως περί χορηγήσεως τροποποίησαν το σχέδιο χρηματοδότησης υπό την έννοια ότι προέβλεπε ανώτατα ποσοστά χρηματοδότησης εφαρμοστέα σε επίπεδο μέτρων ή ομάδων μέτρων και κατώτερα του 50 %. Θεωρεί ότι οι εν λόγω αποφάσεις είχαν ως στόχο την αύξηση ή τη μείωση του ανώτατου ποσού της συνδρομής για κάθε μέτρο ή ομάδα μέτρων, αλλά ότι το προβλεπόμενο ποσοστό συμμετοχής, το 50 % κατ’ ανώτατο όριο του συνολικού κόστους παρέμεινε αμετάβλητο, όπως τούτο προκύπτει από τις υποσημειώσεις που περιλαμβάνονται στα σχέδια χρηματοδότησης που επισυνάπτονται στις εν λόγω αποφάσεις, σύμφωνα με τις οποίες εξασφαλίζεται ότι τα κοινοτικά κεφάλαια δεν θα υπερβούν το 50 % της συνολικής δημόσιας δαπάνης. Ισχυρίζεται ότι, παρά το γεγονός ότι τα εν λόγω σχέδια προέβλεπαν αύξηση των εθνικών δαπανών, η αύξηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα μόνον τη λογιστική μείωση του ποσοστού χρηματοδότησης από τα κεφάλαια του ΕΤΠΑ και όχι τον καθορισμό των ειδικών ποσοστών για κάθε μέτρο ή ομάδα μέτρων.
27 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται, επομένως, ότι τα ποσοστά που αναφέρει η Επιτροπή με τις αιτιολογικές σκέψεις 1 και 13 της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καθορίστηκαν από τις αποφάσεις τροποποίησης και προκύπτουν απλώς από το γεγονός ότι, για ορισμένα σχέδια, η συνδρομή του ΕΤΠΑ είχε καθοριστεί από την επιτροπή παρακολούθησης σε ποσοστό κατώτερο του ανώτατου ορίου του 50 %, οπότε οι συσσωρευμένες αξίες που αναφέρονται στα χρηματοδοτικά σχέδια των αποφάσεων τροποποίησης για τα διάφορα μέτρα ή τις ομάδες μέτρων είναι αναγκαστικά κατώτερες του ανώτατου αυτού ορίου.
28 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει, τρίτον, ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να στηρίζει, όπως πράττει με τις αιτιολογικές σκέψεις 17 και 21 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο σημείο 7α των κατευθυντήριων γραμμών την απόφασή της ότι οι διαφορές μεταξύ των προβλεπόμενου κόστους και του πραγματικού κόστους των σχεδίων αποτελούν σημαντική τροποποίηση υπό την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, εφόσον οι κατευθυντήριες γραμμές δεν αναφέρονται σε αυτή τη διάταξη και ως εκ τούτου δεν μπορούν να αποτελέσουν τη νομική βάση για τη μείωση της συνδρομής του ΕΤΠΑ. Προσθέτει συναφώς ότι, δεδομένου ότι οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές εκδόθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1999, δεν ήταν δυνατόν να αναθεωρηθεί πλήρως ένα σχέδιο που βρισκόταν σε εξέλιξη από τις 4 Νοεμβρίου 1994. Επιπλέον, η Επιτροπή υπογραμμίζει, με την αιτιολογική σκέψη 24 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τον εσωτερικό χαρακτήρα των κατευθυντήριων γραμμών.
29 Εν πάση περιπτώσει, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εκτιμά ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτή η εφαρμογή του σημείου 7α των κατευθυντήριων γραμμών, η μείωση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί εν προκειμένω. Υπενθυμίζει συναφώς ότι η επιλογή του μικρότερου ποσού, που προτείνεται με τα σημεία 7α ή 7β, είναι αναγκαία, σύμφωνα με το σημείο 7.1 των κατευθυντήριων γραμμών, ώστε να εξασφαλιστεί «ότι η κοινοτική συνδρομή θα καταβληθεί ακέραια στους τελικούς δικαιούχους». Καταλήγει ότι το ποσό που αναφέρεται στο σημείο 7α αποτελεί μόνον την αξία αναφοράς σε σχέση με το ποσό που πράγματι καταβάλλεται στον τελικό δικαιούχο και θεωρεί ότι αυτό το σημείο δεν περιέχει καμία ρύθμιση για τη μείωση της συνδρομής. Ισχυρίζεται ωστόσο ότι, με το επίμαχο πρόγραμμα, η αξία αναφοράς αντιστοιχεί στη συνδρομή του ΕΤΠΑ που χορηγείται υπό την προϋπόθεση ότι το ποσοστό χρηματοδότησης δεν υπερβαίνει το 50 % του συνολικού κόστους. Υπό τις συνθήκες αυτές υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τρία διαφορετικά ποσά από τα οποία δέχεται κάθε φορά μόνον το μικρότερο.
30 Προβάλλει, τέταρτον, ότι η Επιτροπή δεν θεωρούσε, κατά τη διάρκεια υλοποίησης του προγράμματος, ότι οι διαφορές από το κόστος στο επίπεδο των σχεδίων ήταν σημαντικές, εφόσον, με την από 12 Μαΐου 1999 επιστολή της (βλ. σκέψη ανωτέρω 13), δήλωσε ότι οι τροποποιήσεις που έπρεπε να της υποβληθούν ήταν μόνον αυτές που συνεπάγονταν αύξηση του συνολικού ποσού της συμμετοχής των ταμείων ή των μεταφορών μεταξύ τους. Εξάλλου, με την από 3 Μαΐου 2000 επιστολή της (βλ. σκέψη 15 ανωτέρω), η Επιτροπή ανέφερε ότι οι συνήθεις τροποποιήσεις των σχεδίων δεν αποτελούν «σημαντική τροποποίηση» υπό την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού 4253/88.
31 Όσον αφορά, δεύτερον, την υποτιθέμενη συμφωνία της Επιτροπής, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι εν λόγω τροποποιήσεις συνιστούν σημαντικές τροποποιήσεις που απαιτούν την έγκριση της Επιτροπής, πρέπει να θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από αυτήν, εφόσον γίνονται κατόπιν συμφωνίας της επιτροπής παρακολούθησης, στην οποία συμμετέχει κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της εκπρόσωπος της Επιτροπής. Υποστηρίζει συναφώς ότι το άρθρο 17, παράγραφος 4, του κανονισμού 4253/88, το οποίο επιτρέπει τη σύναψη συμφωνιών όσον αφορά μεμονωμένα σχέδια, δεν απαγορεύει στην επιτροπή παρακολούθησης να καθορίζει, σε συνεργασία με την Επιτροπή, συνδρομές του ΕΤΠΑ.
32 Όσον αφορά, τρίτον και τέλος, τη μη άσκηση από την Επιτροπή της εξουσίας της εκτιμήσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν οι διαφορές μεταξύ του σχεδίου χρηματοδότησης και της αίτησης πληρωμής πρέπει να θεωρηθούν ως σημαντικές τροποποιήσεις που δεν έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή, το γεγονός ότι δεν ζητήθηκε από αυτήν η έγκρισή της αποτελεί απλώς παράβαση των διαδικαστικών κανόνων και δεν μπορεί, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, να δικαιολογήσει μείωση της οικονομικής συνδρομής του ΕΤΠΑ και άρνηση καταβολής του υπολοίπου. Θεωρεί έτσι ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη τις επιπτώσεις της απόφασής της επί των επιχορηγούμενων σχεδίων που υλοποιήθηκαν όπως είχαν προγραμματισθεί. Προσθέτει ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε γιατί οι συνδρομές του ΕΤΠΑ που χορηγήθηκαν από την επιτροπή παρακολούθησης και αναφέρονταν στην αίτηση πληρωμής δεν ήσαν πλέον δικαιολογημένες, είτε σε επίπεδο μέτρων ή ομάδων μέτρων είτε σε επίπεδο σχεδίων.
33 Η Επιτροπή αμφισβητεί το σύνολο των επιχειρημάτων αυτών.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
34 Λαμβανομένων υπόψη των ισχυρισμών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, πρέπει να εξεταστεί διαδοχικά εάν αποτελεί σημαντική τροποποίηση, υπό την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού 4253/88, το ότι τα ποσά που προβλέπονται στο σχέδιο χρηματοδότησης δεν συμπίπτουν με τα ποσά της αίτησης πληρωμής, εάν η Επιτροπή είχε εγκρίνει εν προκειμένω την τροποποίηση και, τέλος, εάν παρέλειψε να ασκήσει την εξουσία εκτιμήσεως που της παρέχει η διάταξη αυτή για να αποφασίσει εάν η κοινοτική συνδρομή ήταν δικαιολογημένη.
35 Όσον αφορά, πρώτον, την ύπαρξη σημαντικών τροποποιήσεων υπό την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού 4253/88, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι διαφορές μεταξύ του προβλεπόμενου στο σχέδιο χρηματοδότησης κόστους και του πραγματικού κόστους δεν αποτελούν σημαντικές τροποποιήσεις διότι, πρώτον, το σχέδιο χρηματοδότησης που επισυνάπτεται στην απόφαση χρηματοδότησης είναι απλώς ενδεικτικό, δεύτερον, αυτές οι διαφορές δεν παραβιάζουν τους όρους που προβλέπονται από την απόφαση περί χορηγήσεως, ως είχε μετά την τελευταία τροποποίηση, και από την επιτροπή παρακολούθησης, τρίτον, το σημείο 7α των κατευθυντήριων γραμμών δεν επιτρέπει τον ορισμό των επίμαχων διαφορών ως σημαντικών τροποποιήσεων και, τέλος, η Επιτροπή έχει δεχθεί ότι οι διαφορές σε επίπεδο σχεδίων δεν συνιστούν σημαντικές τροποποιήσεις.
36 Όσον αφορά, πρώτον, τον φερόμενο ως ενδεικτικό και προσωρινό χαρακτήρα του σχεδίου χρηματοδότησης που επισυνάπτεται στην απόφαση επιχορήγησης, επιβάλλεται η παραπομπή στις σκέψεις 60 έως 64 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, T‑349/06, T‑371/06, T‑14/07, T‑15/07 και T‑332/07, Γερμανία κατά Επιτροπής (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή), με τις οποίες απορρίφθηκε επιχειρηματολογία όμοια κατ’ ουσία με αυτή που προβάλλει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στην υπό κρίση υπόθεση (βλ., συναφώς, όσον αφορά την ευχέρεια του κοινοτικού δικαστή να αιτιολογήσει την απόφαση με παραπομπή σε προγενέστερη απόφαση που έκρινε επί θεμάτων κατ’ ουσία όμοιων, απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 2005, C‑229/04, Crailsheimer Volksbank, Συλλογή 2005, σ. I‑9273, σκέψεις 47 έως 49, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 2007, T‑47/03, Sison κατά Συμβουλίου, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 102). Με την απόφαση αυτή, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι από τις εφαρμοστέες διατάξεις, όπως αυτές ερμηνεύονται από τη νομολογία, προκύπτει ότι οποιαδήποτε χρηματοδοτική συνδρομή χορηγείται από τα διαρθρωτικά ταμεία πρέπει να χρησιμοποιείται σύμφωνα με την οικεία εγκριτική απόφαση και, ιδίως, σύμφωνα με τον συνημμένο στην απόφαση αυτή πίνακα χρηματοδότησης και ότι, επομένως, οι τροποποιήσεις ενός εγκεκριμένου από την Επιτροπή σχεδίου χρηματοδότησης που πραγματοποιούνται χωρίς την έγκρισή της συνεπάγονται, κατ’ αρχήν, μείωση της χορηγηθείσας στο επίμαχο πρόγραμμα συνδρομής.
37 Συναφώς, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι η επιτροπή παρακολούθησης μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο χρηματοδότησης χωρίς να υποβάλει τις τροποποιήσεις αυτές στην Επιτροπή όταν δεν απαιτείται γι’ αυτές η χορήγηση πρόσθετων πόρων στο πρόγραμμα. Συγκεκριμένα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από το άρθρο 25, παράγραφος 5, του κανονισμού 4253/88 σαφώς προκύπτει ότι οποιαδήποτε τροποποίηση του σχεδίου χρηματοδότησης κοινοποιείται προς επιβεβαίωση στην Επιτροπή και στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αμέσως μόλις αποφασισθεί από την επιτροπή παρακολούθησης ή αποφασίζεται απευθείας από την ίδια την Επιτροπή, σε συνεργασία με το κράτος μέλος, κατόπιν γνωμοδότησης της επιτροπής παρακολούθησης. Επομένως δεν μπορεί να γίνει καμία τροποποίηση του σχεδίου χρηματοδότησης χωρίς την προηγούμενη ή την εκ των υστέρων έγκριση της Επιτροπής.
38 Όσον αφορά, δεύτερον, το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι οι διαφορές μεταξύ των ποσών του σχεδίου χρηματοδότησης και των τελικών ποσών δεν παραβιάζουν τους όρους της απόφασης περί χορηγήσεως, ως είχε μετά την τελευταία τροποποίησή της, δεδομένου μάλιστα ότι το εφαρμοζόμενο ποσοστό συμμετοχής δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο του 50 % του συνολικού κόστους, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με το επιχείρημα αυτό, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επιδιώκει να αμφισβητήσει το συμπέρασμα που διατυπώνει η προσβαλλομένη απόφαση σύμφωνα με το οποίο η απόφαση περί χορηγήσεως, ως είχε μετά την τελευταία τροποποίησή της, προβλέπει ειδικά ποσοστά συμμετοχής για κάθε μέτρο ή ομάδα μέτρων χαμηλότερα, στις περισσότερες περιπτώσεις, του 50 %.
39 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι τα ποσοστά συμμετοχής στα οποία αναφέρεται η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν από τη σχέση μεταξύ των ποσών της συνδρομής του ΕΤΠΑ και του συνολικού κόστους κάθε μέτρου ή ομάδας μέτρων που προβλέπεται από το σχέδιο χρηματοδότησης. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή, υπολογίζοντας το ποσοστό συμμετοχής του ΕΤΠΑ από τα ποσά που προβλέπει το σχέδιο χρηματοδότησης, απλώς εφάρμοσε το άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88 δυνάμει του οποίου η οικονομική συμμετοχή του ΕΤΠΑ ορίζεται σε ποσοστό και υπολογίζεται είτε σε σχέση με το συνολικό κόστος είτε σε σχέση με το σύνολο των επιλέξιμων δημοσίων δαπανών, όπως εμφανίζονται στο σχέδιο χρηματοδότησης (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Ιουνίου 2007, T‑65/04, Nuova Gela Sviluppo κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 82).
40 Μολονότι αληθεύει ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88 στηρίζεται στην αρχή του ενιαίου ποσοστού συμμετοχής για το σύνολο της δράσης (λειτουργικό πρόγραμμα, καθεστώς ενισχύσεων, κ.λπ.), το άρθρο 17, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού επιτρέπει ρητώς τον καθορισμό ποσοστών συμμετοχής για τα μεμονωμένα ή ειδικά μέτρα, δεδομένου ότι τα «μεμονωμένα μέτρα» υπό την έννοια της διάταξης αυτής πρέπει απαραιτήτως να αντιστοιχούν σε επίπεδο του προγραμματισμού που περιλαμβάνεται στο σχέδιο χρηματοδότησης. Συγκεκριμένα, από τη νομολογία προκύπτει ότι το ποσοστό της κοινοτικής συμμετοχής αποτελεί μία από τις λεπτομέρειες της συνδρομής που καθορίζονται κατά τον χρόνο της χορήγησης, η μεταγενέστερη δε τροποποίησή του υπόκειται στις διαδικασίες του άρθρου 25, παράγραφος 5, του κανονισμού 4253/88 (απόφαση Nuova Gela Sviluppo κατά Επιτροπής, σκέψη 39 ανωτέρω, σκέψη 92). Η ερμηνεία αυτή είναι, εξάλλου, η μόνη συμβατή με το άρθρο 25, παράγραφος 5, του κανονισμού 4253/88, το οποίο προβλέπει ότι οι προσαρμογές των χρηματοδοτικών σχεδίων που επισυνάπτονται στις αποφάσεις περί χορηγήσεως συνεπάγονται τροποποίηση των ποσοστών παρέμβασης και αφήνει έτσι σαφώς να εννοηθεί ότι τα ποσοστά αυτά παρέμβασης προβλέπονται πράγματι από οποιοδήποτε σχέδιο χρηματοδότησης και ότι η τροποποίησή τους προκύπτει αυτομάτως από τις άλλες τροποποιήσεις του σχεδίου. Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι μόνο με αυτόν τον τρόπο, σε περίπτωση, όπως εν προκειμένω, στην οποία το τελικό κόστος είναι χαμηλότερο από αυτό που προβλέπεται με το σχέδιο χρηματοδότησης, μπορεί αυτή η μείωση του κόστους να κατανεμηθεί μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών κατά την ίδια αναλογία με αυτήν που θα είχαν συμβάλει στο κόστος εάν αυτό βρισκόταν στο ύψος που προέβλεπε το σχέδιο χρηματοδότησης που εκπονήθηκε στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης.
41 Επομένως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι η τροποποίηση των εθνικών και κοινοτικών συμμετοχών στα διάφορα μέτρα ή ομάδες μέτρων, που αποφασίστηκε με τις τροποποιητικές αποφάσεις, δεν είχε ως συνέπεια την τροποποίηση του ποσοστού συμμετοχής του ΕΤΠΑ σε αυτά τα μέτρα ή τις ομάδες μέτρων οδηγώντας έτσι σε διαφορετικά ποσοστά τα οποία ήταν, στις περισσότερες περιπτώσεις, χαμηλότερα του 50 % για καθένα από αυτά. Αν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της ότι μόνον ένα ανώτατο και ενιαίο ποσοστό 50 % έχει οριστεί, τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα να θεωρηθεί ότι το τελικό ποσοστό συμμετοχής του ΕΤΠΑ μπορεί να καθοριστεί μόνον κατά τον χρόνο περάτωσης του προγράμματος, αντίθετα προς ό,τι προβλέπει η ρύθμιση όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία (βλ. σκέψη 39 ανωτέρω).
42 Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι η αιτιολογία των τροποποιητικών αποφάσεων δεν διευκρινίζει ρητώς εάν η νέα σχέση μεταξύ του συνολικού προβλεπόμενου κόστους και της κοινοτικής συμμετοχής συνεπάγεται ότι τα ειδικά ποσοστά για κάθε μέτρο ή ομάδα μέτρων πρέπει να αντικατασταθούν με το ενιαίο ποσοστό του 50 % δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι η αντικατάσταση αυτή απορρέει ευθέως από τη νομοθεσία. Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, οι εν λόγω αποφάσεις αναφέρονταν με την αιτιολογία τους στο άρθρο 25, παράγραφος 5, του κανονισμού 4253/88.
43 Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ο καθορισμός ενός ειδικού ποσοστού συμμετοχής για κάθε μέτρο ή ομάδα μέτρων δεν συνεπάγεται ότι οι αποφάσεις τροποποιήσεως οδήγησαν σε μείωση της συνδρομής του ΕΤΠΑ, καθώς, όπως τονίζει η Επιτροπή, η συνδρομή θα είχε καταβληθεί στο ακέραιο εάν το τελικό κόστος του προγράμματος είχε διατηρηθεί στο ύψος που προέβλεψε το προκύψαν από τις εν λόγω αποφάσεις σχέδιο χρηματοδότησης.
44 Το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να ανατραπεί από τα επιχειρήματα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας που αντλούνται ιδίως από το γεγονός ότι, εν προκειμένω, αφενός, τα χρηματοδοτικά σχέδια που επισυνάφθηκαν στις αποφάσεις τροποποιήσεως διευκρίνιζαν ότι εξασφαλιζόταν ότι τα κοινοτικά ταμεία δεν θα συμμετείχαν με ποσοστό ανώτερο του 50 % της συνολικής δημόσιας δαπάνης και, αφετέρου, ότι το λειτουργικό πρόγραμμα είχε εφαρμοστεί σύμφωνα με τις αποφάσεις της επιτροπής παρακολούθησης.
45 Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από την υποσημείωση στα χρηματοδοτικά σχέδια που επισυνάπτονταν στις αποφάσεις τροποποιήσεως σύμφωνα με την οποία εξασφαλιζόταν ότι τα κοινοτικά ταμεία δεν θα συμμετείχαν με ποσοστό ανώτερο του 50 % της συνολικής δημόσιας δαπάνης, πρέπει να τονιστεί, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, ότι η ένδειξη αυτή δεν αναιρεί το γεγονός ότι η απόφαση περί χορηγήσεως, όπως τροποποιήθηκε από τις εν λόγω αποφάσεις, προέβλεψε ποσοστά συμμετοχής κατώτερα του 50 % για ορισμένα μέτρα ή ομάδες μέτρων, εφόσον το ανώτατο αυτό ποσοστό του 50 % έπρεπε να τηρείται στο επίπεδο των μεμονωμένων σχεδίων. Έτσι, δεν ήταν δυνατόν να χρηματοδοτηθεί ένα σχέδιο σε ποσοστό κατά πολύ ανώτερο του 50 % και να προβλέπονται ποσοστά κατά πολύ κατώτερα για άλλα σχέδια που υπάγονταν στο ίδιο μέτρο ή ομάδα μέτρων, ακόμη και αν είχε τηρηθεί το συνολικό προβλεπόμενο ποσοστό για το μέτρο ή την ομάδα μέτρων.
46 Όσον αφορά το επιχείρημα ότι το λειτουργικό πρόγραμμα τέθηκε σε εφαρμογή σύμφωνα με τις αποφάσεις της επιτροπής παρακολούθησης, αρκεί η διαπίστωση ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και από τον συνημμένο σε αυτήν πίνακα, προκύπτει σαφώς ότι το επίμαχο λειτουργικό πρόγραμμα δεν υλοποιήθηκε σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές, εφόσον ένα τμήμα των πόρων του προγράμματος δεν χρησιμοποιήθηκε τελικά. Συγκεκριμένα, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, η υπό κρίση διαφορά απορρέει ακριβώς από το γεγονός ότι το πρόγραμμα δεν έχει εκτελεστεί όπως προβλεπόταν, δεδομένου ότι τα μέρη διαφώνησαν για το πώς πρέπει να υπολογίζεται η συμμετοχή της Κοινότητας όταν το συνολικό κόστος του προγράμματος είναι μικρότερο του προβλεπόμενου. Το γεγονός ότι τα σχέδια υλοποιήθηκαν ορθώς είναι βεβαίως σημαντικό, αλλά δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι το σχέδιο υλοποιήθηκε ορθώς, δεδομένου ότι η τήρηση όλων των όρων που έθεσε η απόφαση περί χορηγήσεως, συμπεριλαμβανομένων των ποσοστών συμμετοχής, είναι επίσης απαραίτητη για τον σκοπό αυτό.
47 Όσον αφορά, τρίτον, το επιχείρημα ότι το σημείο 7α των κατευθυντήριων γραμμών δεν ορίζει τις επίμαχες διαφορές ως σημαντικές τροποποιήσεις, επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τη δεύτερη θεώρηση και την αιτιολογική σκέψη 28 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν στήριξε την απόφασή της για τη μείωση στις κατευθυντήριες γραμμές, αλλά στο άρθρο 24 του κανονισμού 4253/88. Με τις κατευθυντήριες γραμμές, η Επιτροπή υπενθυμίζει απλώς στα κράτη μέλη την ερμηνεία της επί των εφαρμοστέων διατάξεων και τα ενημερώνει ότι, σύμφωνα με το περιθώριο εκτιμήσεως που της παρέχει το άρθρο 24 του κανονισμού 4253/88, αποφάσισε, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 15 της αποφάσεώς της, να αποδεχθεί τις διαφορές που πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις. Βεβαίως, δεδομένου ότι δεσμεύθηκε μέσω της κοινοποίησης προς τα κράτη μέλη να χρησιμοποιήσει το περιθώριο εκτίμησης που διαθέτει για την εφαρμογή του άρθρου 24 του κανονισμού 4253/88 σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται από τις κατευθυντήριες γραμμές, η Επιτροπή αιτιολόγησε την προσβαλλόμενη απόφαση παραπέμποντας σε αυτές, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται ότι οι κατευθυντήριες γραμμές αποτελούν τη νομική βάση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Στη συνέχεια, το γεγονός ότι οι κατευθυντήριες γραμμές εκδόθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1999 δεν συνεπάγεται, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ότι η έκδοσή τους απαιτεί την αναθεώρηση των υπό εξέλιξη προγραμμάτων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με όσα κρίθηκαν με τις σκέψεις 36 έως 46 ανωτέρω, ο υποχρεωτικός χαρακτήρας του σχεδίου χρηματοδότησης και η ύπαρξη ποσοστού συμμετοχής καθοριζόμενου ανά μέτρο ή ομάδα μέτρων απορρέουν από τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις, οπότε το σημείο 7 των κατευθυντήριων γραμμών, το περιεχόμενο του οποίου ουδόλως έρχεται σε αντίθεση με τις εν λόγω διατάξεις, δεν απαιτούσε καμία τροποποίηση των προγραμμάτων.
48 Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν εφάρμοσε εν προκειμένω εσφαλμένα το σημείο 7 των κατευθυντήριων γραμμών, εφόσον, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 39 έως 46 ανωτέρω, «το ποσοστό συγχρηματοδότησης που προκύπτει από το σχέδιο χρηματοδότησης» στο οποίο αναφέρεται το σημείο 7α των κατευθυντήριων γραμμών μπορεί να νοηθεί μόνον ως αναφερόμενο στο ποσοστό χρηματοδότησης που υπολογίζεται με βάση τη σχέση μεταξύ της κοινοτικής συμμετοχής και του συνολικού κόστους που προβλέπεται, με το σχέδιο χρηματοδότησης, για κάθε μέτρο ή ομάδα μέτρων και παρατίθεται από την Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 1 της προσβαλλόμενης αποφάσεως και όχι ως αναφερόμενο σε ένα ανώτατο ενιαίο ποσοστό ύψους 50 %.
49 Όσον αφορά, τέλος, το επιχείρημα ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ότι οι διαφορές σε επίπεδο σχεδίων δεν συνιστούν σημαντικές τροποποιήσεις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε ζητήσει με την από 12 Μαΐου 1999 επιστολή της (βλ. σκέψη 13 ανωτέρω) να της υποβληθούν προς έγκριση μέχρι μία ορισμένη ημερομηνία οι τροποποιήσεις που περιέχουν αύξηση του συνολικού ποσού ή των μεταφορών μεταξύ των κεφαλαίων δεν σημαίνει ότι θεώρησε ότι οι εθνικές αρχές μπορούσαν ελεύθερα να επιφέρουν στο πρόγραμμα όλες τις λοιπές τροποποιήσεις, μη λαμβάνοντας υπόψη την υποχρέωση της επιτροπής παρακολούθησης, που προβλέπεται από το άρθρο 25, παράγραφος 5, του κανονισμού 4253/88, να κοινοποιεί κάθε τροποποίηση στην Επιτροπή και να αναμένει την επιβεβαίωση. Ομοίως, από την επιστολή της 3ης Μαΐου 2000 (βλ. σκέψη 15 ανωτέρω) δεν προκύπτει ότι οι τροποποιήσεις των σχεδίων δεν εμπίπτουν σε καμία περίπτωση στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 24 του κανονισμού 4253/88. Αντιθέτως, με την επιστολή αυτή, η Επιτροπή καθιστά σαφές ότι οι τροποποιήσεις των σχεδίων δεν κοινοποιούνται μόνον όταν δεν υπάρχει σημαντική τροποποίηση και δεν υφίσταται καμία επίπτωση στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Έτσι, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, οι διαφορές σε επίπεδο σχεδίων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88 μόνον όταν έχουν ως αποτέλεσμα διαφορές σε σχέση με τα ποσά που περιλαμβάνονται στο σχέδιο χρηματοδότησης.
50 Όσον αφορά, δεύτερον, το ότι η Επιτροπή φέρεται να έχει εγκρίνει τις εν λόγω τροποποιήσεις, το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι η παρουσία εκπροσώπου της Επιτροπής στην επιτροπή παρακολούθησης του λειτουργικού προγράμματος και η ενεργός συμμετοχή της στην εκτέλεση του εν λόγω προγράμματος ισοδυναμούν με έγκριση των τροποποιήσεων πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, από το άρθρο 25, παράγραφος 5, του κανονισμού 4253/88 προκύπτει σαφώς ότι, αν και η επιτροπή παρακολούθησης είναι, κατ’ αρχήν αρμόδια για την προσαρμογή του σχεδίου χρηματοδότησης, όταν αυτό δεν συνεπάγεται αύξηση του συνολικού κόστους του προγράμματος, κάθε τροποποίηση που πραγματοποιεί πρέπει να κοινοποιείται αμέσως στην Επιτροπή και στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και ισχύει μόνον όταν επιβεβαιωθεί από αυτά. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διάταξη αυτή μπορεί να ερμηνευθεί μόνον υπό την έννοια ότι ο εκπρόσωπος της Επιτροπής στην επιτροπή παρακολούθησης δεν είναι η «Επιτροπή» κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, διότι, εάν η Επιτροπή αποτελεί μέρος της επιτροπής παρακολούθησης, η υποχρέωση κοινοποιήσεως της τροποποίησης μετά τη λήψη της απόφασης από την επιτροπή παρακολούθησης και η υποχρέωση αναμονής της επιβεβαίωσης της Επιτροπής δεν θα είχαν κανένα νόημα.
51 Εξάλλου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι δύο αποφάσεις για την τροποποίηση της αποφάσεως περί χορηγήσεως, που εκδόθηκαν δυνάμει του τρίτου εδαφίου του άρθρου 25, παράγραφος 5, του κανονισμού 4253/88, εφόσον βρίσκονται εκτός της αρμοδιότητας της επιτροπής παρακολούθησης, εκδόθηκαν από την Επιτροπή ως συλλογικό όργανο και όχι από τον εκπρόσωπό της στην επιτροπή παρακολούθησης. Πάντως, η αναφορά στην «Επιτροπή» του άρθρου 25, παράγραφος 5, του κανονισμού 4253/88 δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως αφορώσα είτε το συλλογικό όργανο είτε τον εκπρόσωπό του στην επιτροπή παρακολούθησης σύμφωνα με το εδάφιο της εν λόγω διάταξης.
52 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Επιτροπή ενέκρινε τροποποίηση που αποφασίστηκε από την επιτροπή παρακολούθησης, μόνον εάν είχε επίσημα κοινοποιηθεί προς τούτο (βλ., συναφώς, απόφαση Nuova Gela Sviluppo κατά Επιτροπής, σκέψη 39 ανωτέρω, σκέψεις 64 και 66· βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Νοεμβρίου 2006, Ιταλία κατά Επιτροπής, T‑282/04, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 72 και 78). Δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν κοινοποίησε εν προκειμένω στην Επιτροπή τις επίμαχες τροποποιήσεις, δεν μπορεί, συνεπώς, να ισχυριστεί ότι αυτές εγκρίθηκαν.
53 Όσον αφορά, τρίτον και τέλος, το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι η Επιτροπή δεν άσκησε την εξουσία εκτιμήσεως που της παρέχει το άρθρο 24 του κανονισμού 4253/88 και, ειδικότερα, το επιχείρημα ότι το γεγονός ότι δεν ζήτησε την έγκριση των τροποποιήσεων που διαπίστωσε η Επιτροπή αποτελεί μόνον παραβίαση των κανόνων διαδικασίας και δεν δικαιολογεί τη μείωση της οικονομικής συνδρομής που θέτει σε κίνδυνο τη χρηματοδότηση των ορθώς εκτελούμενων σχεδίων, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, η παράβαση των εθνικών ή κοινοτικών διατάξεων που διέπουν συνδρομή των κοινοτικών ταμείων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που είναι χρηματοοικονομικού χαρακτήρα, δικαιολογεί τη μείωση ή την κατάργηση της χορηγούμενης συνδρομής (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑199/03, Ιρλανδία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑8027, σκέψεις 29 έως 34, και της 19ης Ιανουαρίου 2006, C‑240/03 P, Comunità montana della Valnerina κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑731, σκέψεις 76 και 97). Έτσι, επισημαίνεται ότι, με την απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψη 52 ανωτέρω (σκέψεις 72 και 78), σχετικά με τα σχέδια αγροτικής ανάπτυξης που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), το Δικαστήριο έκρινε ότι η μη συμμόρφωση της Ιταλικής Δημοκρατίας με διάταξη της οποίας το περιεχόμενο είναι παρόμοιο με εκείνο του άρθρου 25, παράγραφος 5, του κανονισμού 4253/88, συνεπαγόταν τη μείωση της χορηγούμενης στο λειτουργικό πρόγραμμα συνδρομής.
54 Διαπιστώνεται ότι, εάν γίνει δεκτό, όπως το ζητεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ότι, εφόσον αυτή δεν παρέβη τους κανόνες διαδικασίας, η Επιτροπή δεν μπορούσε να μειώσει τη συνδρομή, διότι τούτο θα επηρέαζε τα ορθώς εκτελούμενα σχέδια, τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα να μείνει άνευ συνεπειών η παράβαση εκ μέρους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας της υποχρεώσεώς της να εφαρμόσει το πρόγραμμα σύμφωνα με το σχέδιο χρηματοδότησης που ενέκρινε η Επιτροπή. Η λύση αυτή θα καθιστούσε την υποχρέωση κενή περιεχομένου εφόσον θα αρκούσε στις εθνικές αρχές να αποδείξουν την επιτυχή υλοποίηση ορισμένων σχεδίων για να επιτύχουν το σύνολο της χορηγούμενης χρηματοδότησης ανεξάρτητα από την τήρηση των οικονομικής φύσεως διατάξεων που συμφώνησαν με την Επιτροπή.
55 Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η απόφαση δεν είναι πιθανό να θέσει σε κίνδυνο τη χρηματοδότηση των υπό εκτέλεση σχεδίων. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι το κόστος του εν λόγω λειτουργικού προγράμματος είναι κατώτερο του προβλεφθέντος, οι εθνικές αρχές μπορούν να χρησιμοποιήσουν μέρος των κεφαλαίων που εξοικονόμησαν με τον τρόπο αυτό για τη χρηματοδότηση των ορθώς εκτελούμενων σχεδίων.
56 Συναφώς, η περίσταση που επικαλέσθηκε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, εφόσον εν προκειμένω πρόκειται για πρόγραμμα που καταρτίστηκε στο πλαίσιο της κοινοτικής πρωτοβουλίας INTERREG II, η εθνική συμμετοχή υπάγεται στον προϋπολογισμό τριών διαφορετικών εθνικών αρχών, είναι αλυσιτελής. Το γεγονός ότι στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ διαφορετικών εθνικών αρχών τα μη υλοποιηθέντα σχέδια πρέπει να χρηματοδοτούνται από ορισμένη εθνική αρχή και τα υλοποιηθέντα σχέδια από άλλη δεν εμποδίζει τη διαπίστωση ότι μέρος των εθνικών κεφαλαίων που εξοικονομούνται ως αποτέλεσμα της μη υλοποίησης ορισμένων σχεδίων μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη συμπλήρωση της χρηματοδότησης των εκτελούμενων σχεδίων.
57 Συγκεκριμένα, αν τα εν λόγω σχέδια έχουν πραγματικό διασυνοριακό ενδιαφέρον, όπως θα έπρεπε να ισχύει για κάθε σχέδιο που προορίζεται να χρηματοδοτηθεί στο πλαίσιο λειτουργικού προγράμματος που εμπίπτει στην κοινοτική πρωτοβουλία INTERREG II, η εθνική αρχή τα σχέδια της οποίας δεν έχουν υλοποιηθεί ή έχουν αποδειχθεί λιγότερο δαπανηρά μπορεί να αναλάβει μέρος της εθνικής συμμετοχής στα σχέδια που εκτελέσθηκαν όπως είχαν προγραμματισθεί. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να σημειωθεί ότι οι αιτήσεις επιχορήγησης ενός λειτουργικού προγράμματος υποβάλλονται από κοινού από όλες τις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες στις περιοχές που καλύπτει το εν λόγω πρόγραμμα και ότι οι αποφάσεις επιχορήγησης διακρίνουν μόνο μεταξύ κοινοτικής και εθνικής συμμετοχής χωρίς να ξεχωρίζουν τη συμμετοχή της καθεμίας από τις εθνικές αρχές.
58 Κατόπιν όλων των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας απορρίπτεται.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
59 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει, όσον αφορά την παραπομπή της Επιτροπής, με την αιτιολογική σκέψη 16 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο σημείο 6.2 των κατευθυντήριων γραμμών, ότι αυτή δεν εξηγεί γιατί μία διαφορά προς τα «άνω» σε σχέση με τις δαπάνες που προβλέπονται στο χρηματοδοτικό σχέδιο εμπίπτει στις κατευθυντήριες γραμμές, ενώ μία διαφορά προς τα «κάτω» συνιστά σημαντική τροποποίηση υπό την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88. Εκτιμά ότι, αν η Επιτροπή είχε εφαρμόσει το περιθώριο ελαστικότητας του 20 % που της παρέχουν εν προκειμένω οι κατευθυντήριες γραμμές, δεν θα είχε προβεί σε καμία μείωση. Προσθέτει, συναφώς, ότι η μη εφαρμογή από την Επιτροπή του περιθωρίου ελαστικότητας είναι ιδιαίτερα ακατανόητη, δεδομένου ότι, κατά την Επιτροπή, θα μπορούσε να είχε καταβληθεί το σύνολο της συνδρομής του ΕΤΠΑ, έστω και χωρίς την προσφυγή σε αυτόν τον κανόνα, αν είχε δεόντως ζητηθεί (σκέψη 20 της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Ισχυρίζεται ότι δεν κατανοεί γιατί η Επιτροπή, η οποία προσέδωσε με την προσβαλλόμενη απόφαση θεμελιώδη σημασία στα ποσοστά χρηματοδότησης που προβλέπει το σχέδιο χρηματοδότησης για κάθε μέτρο ή ομάδα μέτρων, δεν δέχεται την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών για να καταστεί δυνατή, αντί της υπέρβασης του 20 % της προβλεπόμενης από το σχέδιο συνδρομής, η υπέρβαση κατά το ίδιο ύψος του ποσοστού χρηματοδότησης, και τούτο μάλιστα ενώ το αιτηθέν ποσό παραμένει μικρότερο από την προβλεπόμενη στο σχέδιο συνδρομή.
60 Όσον αφορά τον πίνακα που επισυνάπτεται σε παράρτημα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει ότι δεν είναι κατανοητός και θεωρεί ότι αυτό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι ούτε οι εξηγήσεις ούτε οι τίτλοι των στηλών είναι γραμμένοι στα γερμανικά, που είναι η γλώσσα διαδικασίας. Υποστηρίζει έτσι ότι η παράβαση του άρθρου 3 του κανονισμού 1 του Συμβουλίου, της 15ης Απριλίου 1958, περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 14), έχει οδηγήσει σε άλλη μία εσφαλμένη αιτιολόγηση. Αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι οι μαθηματικοί τύποι που περιλαμβάνονται στον πίνακα είναι σαφείς.
61 Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
62 Όσον αφορά την αιτιολογική σκέψη 16 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει, πρώτον, ότι η Επιτροπή δεν εξηγεί γιατί μία διαφορά προς τα «άνω» σε σχέση με τις δαπάνες που προβλέπονται στο χρηματοδοτικό σχέδιο μπορεί να γίνει δεκτή, ενώ μία διαφορά προς τα «κάτω» συνιστά σημαντική τροποποίηση υπό την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού 4253/88. Πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή αναφέρει, με τις αιτιολογικές σκέψεις 12 και 15 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οποιαδήποτε διαφορά, είτε προς τα άνω είτε προς τα κάτω, συνιστά σημαντική τροποποίηση. Αναφέρει, στη συνέχεια, με την αιτιολογική σκέψη 16 της εν λόγω αποφάσεως, ότι οι διαφορές προς τα άνω μπορούν να γίνουν δεκτές υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι το μέγεθός τους είναι περιορισμένο (στο 20 % του οικείου μέτρου) και ότι αντισταθμίζονται στο εσωτερικό του υποπρογράμματος/άξονα προτεραιότητας με ίση διαφορά προς τα κάτω, οπότε «το ποσό του υποπρογράμματος […] δεν αυξάνεται». Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν θεώρησε ότι οι διαφορές προς τα «άνω» γίνονται πάντοτε δεκτές ενώ το αντίθετο συμβαίνει για τις διαφορές προς τα «κάτω» και ότι, ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει συναφώς από ελλιπή αιτιολόγηση.
63 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει, δεύτερον, ότι η Επιτροπή δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους δεν εφαρμόζεται, εν προκειμένω, το περιθώριο ελαστικότητας του 20 %, που προβλέπεται στο σημείο 6 των κατευθυντήριων γραμμών. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι όπως προκύπτει από το σημείο 6.2 των κατευθυντήριων γραμμών και από την αιτιολογική σκέψη 19 της προσβαλλόμενης αποφάσεως το περιθώριο ελαστικότητας του 20 % εφαρμόστηκε, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αλλά ότι αυτό συνέβη μόνο στο πλαίσιο του άξονα προτεραιότητας 3, διότι μόνο στον άξονα αυτόν περιλαμβάνεται μέτρο ή ομάδα μέτρων για τα οποία υπήρξε υπέρβαση του ποσού που προβλέπεται από το σχέδιο χρηματοδότησης. Από την αιτιολογία αυτή προκύπτει σαφώς ότι το σημείο 6.2 των κατευθυντήριων γραμμών δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στους λοιπούς άξονες εφόσον δεν πληρούνταν μία από τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, δηλαδή η υπέρβαση του προβλεπόμενου ποσού για τουλάχιστον ένα μέτρο ή ομάδα μέτρων.
64 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται, τρίτον, ότι δεν αντιλαμβάνεται γιατί η Επιτροπή δεν εφαρμόζει τις κατευθυντήριες γραμμές ώστε η υπέρβαση του 20 % του ποσοστού συμμετοχής που καθορίστηκε για ένα μέτρο ή ομάδα μέτρων να μπορεί να γίνει δεκτή αν δεν συνεπάγεται υπέρβαση του ποσού της συνδρομής που προβλέπεται για τον άξονα προτεραιότητας κατά τον ίδιο τρόπο που επιτρέπεται, βάσει του σημείου 6.2 των κατευθυντήριων γραμμών, η υπέρβαση του ποσού της συνδρομής για ένα μέτρο ή ομάδα μέτρων εάν δεν συνεπάγεται υπέρβαση του ποσού της συνδρομής που προβλέπεται για τον άξονα προτεραιότητας. Πρέπει να σημειωθεί συναφώς ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί ένα είδος κατ’ αναλογία εφαρμογής των κατευθυντήριων γραμμών. Η Επιτροπή, ωστόσο, τόνισε, με την αιτιολογική σκέψη 24 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι κατευθυντήριες γραμμές πρέπει, ως οδηγίες που απευθύνονται προς τις υπηρεσίες της, να εφαρμόζονται σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, οπότε δεν μπορούσε να τις εφαρμόσει στα προγράμματα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με τρόπο διαφορετικό από εκείνον που τις εφαρμόζει στα προγράμματα των άλλων κρατών μελών. Εξ αυτού έπεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη από την άποψη αυτή.
65 Όσον αφορά, στη συνέχεια, τον συνημμένο στην προσβαλλόμενη απόφαση πίνακα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φρονεί ότι δεν είναι κατανοητός, διότι ούτε οι εξηγήσεις ούτε οι τίτλοι των στηλών είναι στα γερμανικά και αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Επιτροπής σύμφωνα με τον οποίο οι μαθηματικοί τύποι που περιέχει είναι ευκόλως κατανοητοί. Πάντως, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως τονίζει η Επιτροπή, από τις αναφορές στο περιεχόμενο του πίνακα που γίνονται με το δικόγραφο της προσφυγής προκύπτει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τον έχει κατανοήσει σωστά. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι η αιτιολογία που περιλαμβάνεται στο σώμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθιστά κατανοητό τον υπολογισμό που γίνεται για κάθε μέτρο ή ομάδα μέτρων και τους λόγους για τους οποίους το ποσό που ζήτησε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έγινε ή δεν έγινε δεκτό.
66 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από μη τήρηση της «εταιρικής σχέσης»
Επιχειρήματα των διαδίκων
67 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει ότι, ενώ το επίμαχο πρόγραμμα έχει καταρτισθεί από κοινού και τα ποσά της χρηματοδότησης για τα σχέδια καθορίστηκαν σύμφωνα με το πρόγραμμα, η Επιτροπή, αποκλίνοντας από τους όρους που προβλέπονται σε αυτό, μεταβάλλει μονομερώς τη συνδρομή του ΕΤΠΑ και δεν σέβεται την «εταιρική σχέση».
68 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η μέθοδος υπολογισμού που εφαρμόζει η Επιτροπή συνεπάγεται ότι δεν υπάρχει εξασφαλισμένη συνολική χρηματοδότηση για κανένα από τα σχέδια αυτά εφόσον οι αρμόδιες υπηρεσίες και οι υπεύθυνοι των σχεδίων δεν μπορούν να προσδιορίσουν το ποσό της συνδρομής του ΕΤΠΑ πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την ενσωμάτωση των δαπανών, στις 31 Δεκεμβρίου 2001, και την υποβολή της αίτησης πληρωμής.
69 Προβάλλει, εξάλλου, ότι η Επιτροπή δεν σέβεται την «εταιρική σχέση», καθόσον η συμπεριφορά της είναι αντίθετη προς την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, εφόσον ο εκπρόσωπός της στην επιτροπή παρακολούθησης δεν εξήγησε στους εταίρους της τη σημασία των ποσών που περιλαμβάνονται στους πίνακες χρηματοδοτήσεως πριν από τη λήξη της προθεσμίας δέσμευσης ούτε ότι διακυβεύονταν η χρηματοδότηση σχεδίων που αποφασίστηκαν από την επιτροπή παρακολούθησης. Με το υπόμνημα απαντήσεως, ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή επιδιώκει να ελαχιστοποιήσει τη συμμετοχή της στην επιτροπή παρακολούθησης. Υποστηρίζει ότι η συμμετοχή αυτή έχει ωστόσο σηματοδοτήσει την εφαρμογή του προγράμματος και ισχυρίζεται ότι η συνεργασία της Επιτροπής για τον καθορισμό των συμμετοχών του ΕΤΠΑ στα σχέδια, σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό της επιτροπής παρακολούθησης, έγινε με τήρηση του προβλεπόμενου νομικού πλαισίου. Θεωρεί ότι, αντιθέτως, η μέθοδος υπολογισμού της Επιτροπής είναι αντίθετη με τις αποφάσεις της επιτροπής παρακολούθησης, και δεν είναι υποχρεωτική, τουλάχιστον στις περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή έχει συμμετάσχει προγενέστερα σε αντίθετες αποφάσεις της επιτροπής παρακολούθησης.
70 Προσθέτει ότι η «εταιρική σχέση» επιτάσσει, ενόψει θεμελιώδους διαφοράς απόψεων σχετικά με την εφαρμογή του προγράμματος, το να επιτρέπει η Επιτροπή τη διόρθωση της αίτησης πληρωμής.
71 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
72 Πρέπει να υπενθυμιστεί κατ’ αρχάς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2052/88 (βλ. σκέψη 3 ανωτέρω), η έννοια της «εταιρικής σχέσης» χρησιμοποιείται για να τονίσει ότι «[η κοινοτική δράση] επιτυγχάνεται με τη στενή συνεργασία ανάμεσα στην Επιτροπή, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, τις αρμόδιες αρχές και οργανισμούς [...] που ορίζονται από το κράτος μέλος». Η εταιρική σχέση αφορά ιδίως την προετοιμασία, τη χρηματοδότηση, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των δράσεων και πρέπει να λειτουργεί τηρουμένων απολύτως των θεσμικών, νομικών και οικονομικών αρμοδιοτήτων κάθε εταίρου.
73 Στη συνέχεια, όσον αφορά το επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε με την «εταιρική σχέση», υπό την έννοια ότι τροποποίησε μονομερώς τους όρους της συνδρομής του ΕΤΠΑ, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως, αντίθετα προς ό,τι ισχυρίζεται η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Επιτροπή δεν απέκλινε από τους όρους που προβλέπει η απόφαση επιχορηγήσεως, ως είχε μετά την τελευταία τροποποίησή της, και ως εκ τούτου δεν τροποποίησε μονομερώς τη συνδρομή του ΕΤΠΑ. Επιπλέον, δεδομένου ότι τα ποσοστά της χρηματοδότησης καθορίστηκαν με την απόφαση για τη χορήγηση της συνδρομής, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η μέθοδος υπολογισμού που εφάρμοσε η Επιτροπή, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και με την απόφαση περί χορηγήσεως, συνεπάγεται ότι δεν είναι δυνατό να καθορισθεί εκ των προτέρων το ποσό της κοινοτικής συνδρομής.
74 Όσον αφορά το επιχείρημα ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής αντιβαίνει στην αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης λόγω της στάσης του εκπροσώπου της στην επιτροπή παρακολούθησης, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, για να δημιουργηθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη πρέπει να έχουν δοθεί συγκεκριμένες και σύμφωνες με τις ισχύουσες διατάξεις εγγυήσεις από πρόσωπο που είναι αρμόδιο να το πράξει (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 6ης Ιουλίου 1999, T-203/97, Forvass κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I-A-129 και ΙΙ-705, σκέψη 70, και της 30ής Ιουνίου 2005, T-347/03, Branco κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. ΙΙ-2555, σκέψη 102). Πάντως, εν προκειμένω, πέραν του γεγονότος ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συγκεκριμένη εγγύηση η μη προειδοποίηση εκ μέρους του εκπροσώπου της Επιτροπής στην επιτροπή παρακολούθησης για την ύπαρξη ποσοστού χρηματοδότησης σε επίπεδο μέτρων ή ομάδας μέτρων, όταν μάλιστα από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο εκπρόσωπος είχε δηλώσει ότι θα απείχε από την ψηφοφορία κατά τη λήψη αποφάσεων για τα σχέδια προκειμένου να μην προκαταλάβει την απόφαση του εσωτερικού χρηματοοικονομικού ελέγχου της Επιτροπής, οι «εγγυήσεις» αυτές δεν μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να είναι σύμφωνες με την ισχύουσα νομοθεσία όπως προκύπτει από την ανωτέρω εξέταση.
75 Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι η Επιτροπή πρέπει να της επιτρέψει να διορθώσει την αίτηση πληρωμής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όχι μόνο δεν δέχθηκε την ερμηνεία της Επιτροπής και δεν ζήτησε να της επιτραπεί να υποβάλει νέα αίτηση ώστε να ζητήσει την καταβολή μεγαλύτερου ποσού για τα μέτρα ή τις ομάδες μέτρων για τα οποία η αρχική αίτηση προέβλεπε ποσό μικρότερο από αυτό που προκύπτει από την εφαρμογή του ποσοστού χρηματοδότησης που προβλέπεται από το σχέδιο χρηματοδότησης, αλλά άσκησε την υπό κρίση προσφυγή με σκοπό να αμφισβητήσει την ερμηνεία αυτή. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή δεν μπορούσε, ακόμη και αν υποτεθεί ότι παρέχεται η δυνατότητα από τους ισχύοντες κανόνες, να επιτρέψει με δική της πρωτοβουλία τη διόρθωση της αίτησης.
76 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί ο παρών λόγος ακυρώσεως και, επομένως, η προσφυγή στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
77 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Czúcz
Labucka
Frimodt Nielsen
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Ιανουαρίου 2009.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy