Υπόθεση T-112/07
Hitachi Ltd κ.λπ.
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Αγορά των σχετικών με εξοπλισμούς μεταγωγής με μόνωση αερίου έργων – Απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ – Κατανομή της αγοράς – Δικαιώματα άμυνας – Απόδειξη της παραβάσεως – Ενιαία και διαρκής παράβαση – Πρόστιμα – Σοβαρότητα και διάρκεια της παραβάσεως – Αποτρεπτικό αποτέλεσμα – Συνεργασία»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας – Πρόσβαση στον φάκελο – Περιεχόμενο – Μη κοινοποίηση εγγράφου – Συνέπειες
(Άρθρο 81 § 1, ΕΚ· Συμφωνία ΕΟΧ, άρθρο 53 § 1)
2. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας – Κοινοποίηση των απαντήσεων προς την ανακοίνωση αιτιάσεων – Προϋποθέσεις – Όρια
(Άρθρο 81 § 1, ΕΚ· Συμφωνία ΕΟΧ, άρθρο 53 § 1)
3. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων – Απόδειξη της παραβάσεως – Γραπτές μαρτυρίες των υπαλλήλων εταιρίας εμπλεκόμενης στην παράβαση – Αποδεικτική αξία – Εκτίμηση
(Άρθρο 81 § 1, ΕΚ· ανακοίνωση 2002/C 45/03 της Επιτροπής)
4. Κοινοτικό δίκαιο – Αρχές – Θεμελιώδη δικαιώματα – Τεκμήριο αθωότητας – Διαδικασία επί των υποθέσεων ανταγωνισμού
(Άρθρο 6 § 2, ΕΚ· άρθρο 81 § 1, ΕΚ· Συμφωνία ΕΟΧ, άρθρο 53 § 1)
5. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Απόφαση της Επιτροπής διαπιστώνουσα παράβαση – Αποδεικτικά μέσα – Επίκληση δέσμης ενδείξεων
(Άρθρο 81 § 1, ΕΚ)
6. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων – Απόδειξη της παραβάσεως – Εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας διαφόρων αποδεικτικών στοιχείων – Κριτήρια
(Άρθρο 81 § 1, ΕΚ· Συμφωνία ΕΟΧ, άρθρο 53)
7. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Απόφαση της Επιτροπής διαπιστώνουσα παράβαση – Η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως τόσο της παραβάσεως όσο και της διάρκειάς της
(Άρθρο 81 § 1, ΕΚ· ανακοίνωση 2002/C 45/03 της Επιτροπής)
8. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Μη επιβολή ή μείωση του προστίμου ως αντάλλαγμα για τη συνεργασία που παρέχει η επιχείρηση κατά της οποίας κινείται η διαδικασία
(Άρθρο 81 § 1, ΕΚ· ανακοίνωση 2002/C 45/03 της Επιτροπής, σημείο 21)
9. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων – Νόθευση του ανταγωνισμού – Κριτήρια εκτιμήσεως – Αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αντικείμενο – Επαρκής διαπίστωση
(Άρθρο 81 § 1, ΕΚ· Συμφωνία ΕΟΧ, άρθρο 53 § 1 )
10. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που συνιστούν ενιαία παράβαση – Έννοια – Προσωπική ευθύνη των συναυτουργών της παραβάσεως επιχειρήσεων για το σύνολο της παραβάσεως – Προϋποθέσεις
(Άρθρο 81 § 1, ΕΚ· Συμφωνία ΕΟΧ, άρθρο 53 § 1)
11. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Σοβαρότητα της παραβάσεως
(Άρθρο 81 § 1, ΕΚ· Συμφωνία ΕΟΧ, άρθρο 53 § 1· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23 § 2)
12. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Αποτρεπτικός χαρακτήρας
(Άρθρο 81 § 1, ΕΚ· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής, σημείο 1 A)
1. Απόρροια της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο συνεπάγεται, σε μια διοικητική διαδικασία στον τομέα εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού, ότι η Επιτροπή υποχρεούται να παρέχει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση τη δυνατότητα εξετάσεως όλων των εγγράφων που περιλαμβάνονται στον φάκελο έρευνας και τα οποία ενδέχεται να είναι κρίσιμα για την άμυνά της. Στα έγγραφα αυτά συγκαταλέγονται τόσο τα επιβαρυντικά όσο και τα απαλλακτικά στοιχεία, με εξαίρεση τα επιχειρηματικά απόρρητα άλλων επιχειρήσεων, τα εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής και άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες.
Η μη κοινοποίηση εγγράφου επί του οποίου η Επιτροπή στήριξε την κατάφαση παραβάσεως εκ μέρους επιχειρήσεως στοιχειοθετεί προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της οικείας επιχειρήσεως μόνον εάν η επιχείρηση αυτή αποδεικνύει ότι το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή με την απόφασή της θα ήταν διαφορετικό αν το μη κοινοποιηθέν έγγραφο δεν είχε ληφθεί υπόψη ως ενοχοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο.
Όταν πρόκειται για μη κοινοποίηση απαλλακτικού εγγράφου, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση οφείλει απλώς να αποδείξει ότι η παράλειψη κοινοποιήσεως του εγγράφου αυτού μπόρεσε να επηρεάσει, σε βάρος της επιχειρήσεως αυτής, την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής. Αρκεί η επιχείρηση να αποδείξει ότι θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει τα εν λόγω απαλλακτικά έγγραφα για την άμυνά της, υπό την έννοια ότι, αν είχε μπορέσει να παραπέμψει στα έγγραφα αυτά κατά τη διοικητική διαδικασία, θα είχε μπορέσει να επικαλεστεί στοιχεία τα οποία δεν συμφωνούσαν με τους επαγωγικούς συλλογισμούς που διατύπωνε κατά το στάδιο αυτό η Επιτροπή, και ότι θα μπορούσε, συνεπώς, να έχει επηρεάσει, καθ’ οποιονδήποτε τρόπο, τις εκτιμήσεις που επρόκειτο να διατυπώσει η Επιτροπή με την τυχόν απόφασή της, τουλάχιστον ως προς τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της συμπεριφοράς που της προσάφθηκε και, ως εκ τούτου, ως προς το επίπεδο του προστίμου.
(βλ. σκέψεις 31, 36-37)
2. Στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού, η αρχή του σταδίου της κατ’ αντιπαράθεση διοικητικής διαδικασίας είναι το χρονικό σημείο στο οποίο η ενδιαφερόμενη επιχείρηση πληροφορείται, μέσω της ανακοινώσεως αιτιάσεων, ποια είναι τα κρίσιμα στοιχεία στα οποία στηρίζεται η Επιτροπή σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας και ενημερώνεται ότι έχει δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο προς διασφάλιση της αποτελεσματικής ασκήσεως των δικαιωμάτων της άμυνας. Συνεπώς, η απάντηση των λοιπών μερών στην ανακοίνωση αιτιάσεων δεν περιλαμβάνεται, κατ’ αρχήν, στο σύνολο των εγγράφων του φακέλου της υπόθεσης τα οποία μπορούν να συμβουλευθούν οι διάδικοι.
Πάντως, αν η Επιτροπή σκοπεύει να στηριχθεί σε ένα χωρίο απαντήσεως σε ανακοίνωση των αιτιάσεων ή σε έγγραφο συνημμένο σε μια τέτοια απάντηση για να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως στο πλαίσιο διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στις λοιπές εμπλεκόμενες στη διαδικασία επιχειρήσεις να εκφράσουν την άποψή τους επ’ αυτού του αποδεικτικού στοιχείου. Υπό τις συνθήκες αυτές, το επίμαχο χωρίο απαντήσεως στην ανακοίνωση αιτιάσεων ή το συνημμένο στην απάντηση αυτή έγγραφο αποτελεί πράγματι ενοχοποιητικό στοιχείο κατά των διαφόρων επιχειρήσεων που μετείχαν στην παράβαση.
Κατ’ αναλογία, αν χωρίο απαντήσεως σε ανακοίνωση αιτιάσεων ή σε έγγραφο συνημμένο σε μια τέτοια απάντηση ενδέχεται να είναι λυσιτελές για την άμυνα επιχειρήσεως καθόσον της παρέχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί στοιχεία που δεν συγκλίνουν με τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε στο στάδιο αυτό η Επιτροπή, αποτελεί απαλλακτικό στοιχείο. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να δύναται η δυνατότητα στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση να εξετάζει το εν λόγω χωρίο ή έγγραφο και να αποφαίνεται συναφώς.
(βλ. σκέψεις 32-34)
3. Οι γραπτές μαρτυρίες των εργαζομένων εταιρείας, οι οποίες έχουν συνταχθεί υπό τον έλεγχο αυτής και έχουν προσκομισθεί από την ίδια για την άμυνά της στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας την οποία διεξάγει η Επιτροπή, δεν δύνανται, κατ’ αρχήν, να χαρακτηρισθούν ως στοιχεία διαφορετικά και ανεξάρτητα των δηλώσεων της ίδιας της εταιρείας. Συγκεκριμένα, κατά γενικό κανόνα, η θέση μιας εταιρίας ως προς το υποστατό των πραγματικών περιστατικών που της προσάπτονται από την Επιτροπή στηρίζεται, κατά πρώτον, στις γνώσεις και γνώμες των υπαλλήλων της και των διευθυντών της.
Επομένως, οι μαρτυρίες υπαλλήλων εταιρίας η οποία μετείχε σε σύμπραξη δεν συνιστούν μεμονωμένα και ανεξάρτητα στοιχεία των δηλώσεων της εταιρίας, εφόσον η ακρόαση των μαρτύρων έγινε ενώπιον της Επιτροπής κατόπιν πρωτοβουλίας της εν λόγω εταιρίας και στο πλαίσιο της υποχρεώσεως της συνεργασίας της εταιρίας αυτής βάσει της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, επωφελούμενοι της παρουσίας του εξωτερικού συμβούλου της ενδιαφερόμενης εταιρίας. Κατά συνέπεια, οι μαρτυρίες αυτές δεν είναι κατάλληλες προς επιβεβαίωση των δηλώσεων της εταιρίας η οποία τους απασχολεί. Συμπληρώνουν μάλλον τις δηλώσεις αυτές, το περιεχόμενο των οποίων μπορούν να διευκρινίσουν και να συγκεκριμενοποιήσουν. Συνεπώς, πρέπει επίσης να επιβεβαιωθούν με άλλα αποδεικτικά στοιχεία.
(βλ. σκέψεις 48, 129)
4. Ενδεχόμενη αμφιβολία του δικαστή πρέπει να αποβαίνει υπέρ της επιχειρήσεως στην οποία απευθύνεται η απόφαση που διαπιστώνει παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Ο δικαστής δεν δύναται, επομένως, να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμον την ύπαρξη της επίδικης παραβάσεως, εφόσον διατηρεί ακόμη αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αυτό, ιδίως στο πλαίσιο προσφυγής με την οποία επιδιώκεται η ακύρωση αποφάσεως περί επιβολής προστίμου.
Συγκεκριμένα, στην τελευταία αυτή περίπτωση, είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, όπως την καθιέρωσε το άρθρο 6, παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, υπογραφείσα στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, που εντάσσεται στα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία συνιστούν γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Λαμβανομένων υπόψη της φύσεως των επιδίκων παραβάσεων καθώς και της φύσεως και του βαθμού αυστηρότητας των κυρώσεων τις οποίες επισύρουν, η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας εφαρμόζεται και επί των διαδικασιών των σχετικών με παραβάσεις των ισχυόντων για τις επιχειρήσεις κανόνων ανταγωνισμού που μπορούν να οδηγήσουν στην επιβολή προστίμων ή χρηματικών ποινών.
(βλ. σκέψεις 58-59)
5. Στον τομέα του ανταγωνισμού, είναι αναγκαίο να προσκομίσει η Επιτροπή ακριβή και συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία προς στοιχειοθέτηση της υπάρξεως της παραβάσεως. Εντούτοις, δεν απαιτείται κατ’ ανάγκην να πληροί έκαστο των προσκομιζόμενων από την Επιτροπή αποδεικτικών στοιχείων τα εν λόγω κριτήρια ως προς ένα έκαστο των στοιχείων της παραβάσεως. Αρκεί η δέσμη των ενδείξεων που επικαλείται το εν λόγω όργανο, συνολικώς εκτιμώμενη, να ανταποκρίνεται στην απαίτηση αυτή Η ύπαρξη θίγουσας τον ανταγωνισμό πρακτικής ή συμφωνίας πρέπει να συνάγεται από ορισμένο αριθμό συμπτώσεων και ενδείξεων οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες, μπορούν να αποτελέσουν, ελλείψει άλλης εύλογης εξηγήσεως, απόδειξη περί παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού.
Όταν, πάντως, η Επιτροπή διαπιστώνει την ύπαρξη παραβάσεως στηριζόμενης αποκλειστικά στη συμπεριφορά των εμπλεκομένων επιχειρήσεων στην αγορά, αρκεί οι επιχειρήσεις αυτές να αποδείξουν τη συνδρομή περιστάσεων που φωτίζουν διαφορετικά τα αποδειχθέντα από την Επιτροπή γεγονότα, καθιστώντας δυνατή την υποκατάσταση άλλης εύλογης εξηγήσεως στην εξήγηση βάσει της οποίας η Επιτροπή διαπίστωσε την παράβαση των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού.
Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου η παράβαση αποδεικνύεται μόνον βάσει μη εγγράφων αποδεικτικών στοιχείων. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα των οποίων μπορεί να γίνει επίκληση προς στοιχειοθέτηση της παραβάσεως του άρθρου 81 ΕΚ, η αρχή που ισχύει στο κοινοτικό δίκαιο είναι η αρχή της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων.
Κατά συνέπεια, μολονότι η έλλειψη εγγράφων αποδείξεων μπορεί καθεαυτή να αποδειχθεί λυσιτελής στο πλαίσιο της συνολικής εκτιμήσεως όλων των στοιχείων που επικαλείται η Επιτροπή, δεν συνεπάγεται ότι παρέχει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς της Επιτροπής προβάλλοντας εναλλακτική εξήγηση των πραγματικών περιστατικών. Πρόκειται περί αυτού μόνον όταν τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει η Επιτροπή δεν καθιστούν δυνατή την απόδειξη της υπάρξεως της παραβάσεως ανεπιφύλακτα και χωρίς να χρειάζεται ερμηνεία
Για τον ίδιο λόγο, ακόμα και ελλείψει εγγράφων αποδείξεων η Επιτροπή δεν υποχρεούται να πραγματοποιήσει ανεξάρτητες έρευνες προς εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.
(βλ. σκέψεις 60-66)
6. Στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως του άρθρου 81, παράγραφος 1, EΚ, το μόνο λυσιτελές κριτήριο για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των διαφόρων αποδεικτικών στοιχείων έγκειται στην αξιοπιστία τους. Σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες στο πεδίο των αποδείξεων, η αξιοπιστία και, συνεπώς, η αποδεικτική αξία ενός εγγράφου εξαρτάται από την προέλευσή του, τις περιστάσεις υπό τις οποίες συνετάχθη, τον αποδέκτη του και το περιεχόμενό του.
Όσον αφορά τις δηλώσεις εκ μέρους επιχειρήσεων, ιδιαιτέρως σημαντική αποδεικτική αξία δύναται, εξάλλου, να αναγνωρίζεται σε αυτές οι οποίες, πρώτον, είναι αξιόπιστες, δεύτερον, πραγματοποιούνται επ’ ονόματι επιχειρήσεως, τρίτον, προέρχονται από πρόσωπο το οποίο έχει επαγγελματική υποχρέωση να δρα προς το συμφέρον της εν λόγω επιχειρήσεως, τέταρτον, στρέφονται κατά των συμφερόντων του δηλούντος, πέμπτον, προέρχονται από άμεσο μάρτυρα των περιστατικών στα οποία αναφέρονται και, έκτον, έχουν προσκομισθεί εγγράφως, αυτοβούλως και κατόπιν ωρίμου σκέψεως.
Αντιθέτως, η δήλωση επιχειρήσεως κατηγορουμένης ότι μετέσχε σε σύμπραξη, της οποίας η ακρίβεια αμφισβητείται από διάφορες άλλες κατηγορούμενες επιχειρήσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνιστώσα επαρκή απόδειξη παραβάσεως διαπραχθείσας από τις επιχειρήσεις αυτές αν δεν τεκμηριώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, εξυπακουομένου ότι ο απαιτούμενος βαθμός τεκμηριώσεως μπορεί να είναι μικρότερος, λόγω της αξιοπιστίας των οικείων δηλώσεων.
(βλ. σκέψεις 68-71)
7. Μολονότι επικρατεί γενικώς κάποια δυσπιστία ως προς τις εκούσιες καταθέσεις των κυρίων συμμετεχουσών σε παράνομη σύμπραξη, ενόψει της δυνατότητας, την οποία επικαλέστηκαν οι προσφεύγουσες, ότι οι συμμετέχουσες αυτές έχουν την τάση να ελαχιστοποιούν τη σημασία της συμβολής τους στην παράβαση και να μεγιστοποιούν τη συμβολή των άλλων, παρ’ όλ’ αυτά το γεγονός ότι ζήτησαν υπέρ αυτών την εφαρμογή της ανακοινώσεως περί επιεικείας για να επιτύχουν απαλλαγή ή μείωση του προστίμου δεν δημιουργεί οπωσδήποτε παρότρυνση να προσκομίσουν παραποιημένα αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά τη συμμετοχή των λοιπών μελών της συμπράξεως. Συγκεκριμένα, κάθε προσπάθεια να παραπλανηθεί η Επιτροπή μπορεί να διακυβεύσει την ειλικρίνεια καθώς και την πληρότητα της συνεργασίας του αιτούντος και, κατά συνέπεια, να θέσει σε κίνδυνο τη δυνατότητά του να αντλήσει υπέρ αυτού πλήρες όφελος από την ανακοίνωση περί επιεικείας.
Όσον αφορά τα ατομικά κίνητρα των μαρτύρων, είναι βεβαίως πιθανόν ότι οι υπάλληλοι της επιχειρήσεως που ζήτησε υπέρ αυτής την εφαρμογή της ανακοινώσεως περί επιεικείας για να επιτύχει απαλλαγή του προστίμου, οι οποίοι υποχρεούνται να δρουν προς το συμφέρον της, συντάσσονται με τη βούληση υποβολής των κατά το δυνατό περισσότερων επιβαρυντικών στοιχείων, δεδομένου ότι και η συνεργασία τους στο πλαίσιο της διαδικασίας μπορεί να έχει θετική επίδραση στο επαγγελματικό τους μέλλον. Ωστόσο, αν πρόκειται περί αυτού, οι εν λόγω υπάλληλοι έχουν επίσης συνείδηση των τυχόν αρνητικών συνεπειών της υποβολής ανακριβών στοιχείων, τα οποία καθίστανται ακόμα πιο ευαίσθητα λόγω της απαιτήσεως επιβεβαιώσεώς τους.
(βλ. σκέψεις 72, 130)
8. Για να μειώσει η Επιτροπή πρόστιμο βάσει της παραγράφου 21 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας σε υποθέσεις περί συμπράξεων, τα οικεία αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να έχουν ουσιώδη αποδεικτική αξία σε σχέση με τα στοιχεία τα οποία ήδη διαθέτει η Επιτροπή. Κατά συνέπεια, με αίτηση περί επιεικείας υποβαλλόμενη μετά την αποστολή της απαντήσεως στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, είναι θεμιτό ότι η επιχείρηση, η οποία επιθυμεί υπέρ αυτής μείωση προστίμου, επικεντρώνεται στα στοιχεία τα οποία, κατά την άποψή της, δεν αποδείχθηκαν επαρκώς κατά νόμο μέχρι τότε, προκειμένου να προσκομίσει ουσιαστική πρόσθετη αποδεικτική αξία στα στοιχεία αυτά. Ωστόσο, το γεγονός αυτό μπορεί να εξηγήσει το ότι η οικεία επιχείρηση παραλείπει τα στοιχεία τα οποία θεωρεί ότι έχουν αναμφισβήτητα αποδειχθεί από προηγουμένως κοινοποιηθέντα στοιχεία.
Εξάλλου, λαμβανομένης υπόψη της κατά γράμμα διατυπώσεως της παραγράφου 21 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, δεν αποκλείεται ότι η υποβολή στοιχείων με δεδομένη αποδεικτική αξία, τα οποία όμως αφορούν πραγματικά περιστατικά τα οποία έχουν ήδη αποδειχθεί από άλλα στοιχεία, δεν οδηγεί σε καμία μείωση.
(βλ. σκέψεις 178-180)
9. Για να υπάρξει συμφωνία υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, αρκεί οι επίδικες επιχειρήσεις να εξέφρασαν την κοινή βούλησή τους να συμπεριφερθούν στην αγορά με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Η εκτίμηση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων μιας συμφωνίας είναι περιττή, όταν προκύπτει ότι έχει ως αντικείμενο να περιορίσει, να εμποδίσει ή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό. Συναφώς, η ύπαρξη αμοιβαίας υποχρεώσεως συνεπάγεται οπωσδήποτε την ύπαρξη κοινής βουλήσεως, ακόμη και αν δεν υπάρχουν στοιχεία βάσει των οποίων να μπορεί να καθοριστεί με ακρίβεια ο χρόνος κατά τον οποίο η βούληση αυτή εκφράστηκε ή επισημοποιήθηκε.
(βλ. σκέψεις 268-269)
10. Οι συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές τις οποίες αφορά το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ, και το άρθρο 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας για τον EΟΧ, προκύπτουν κατ’ ανάγκην από τη συντρέχουσα δράση πλειόνων επιχειρήσεων, οι οποίες είναι μεν όλες φυσικοί συναυτουργοί της παραβάσεως, η συμμετοχή τους όμως μπορεί να προσλάβει διαφορετικές μορφές, αναλόγως ιδίως των χαρακτηριστικών της οικείας αγοράς και της θέσεως κάθε επιχειρήσεως στην αγορά, των επιδιωκομένων σκοπών και των τρόπων εκτελέσεως τους οποίους έχει επιλέξει ή έχει κατά νουν. Το γεγονός, όμως, και μόνον ότι κάθε επιχείρηση μετέχει στην παράβαση με τον δικό της τρόπο δεν αρκεί για να αποκλείσει την ευθύνη της για ολόκληρη την παράβαση, περιλαμβανομένης και της συμπεριφοράς που υλοποιείται μεν από άλλες μετέχουσες επιχειρήσεις, έχει όμως τον ίδιο αντίθετο στον ανταγωνισμό σκοπό ή αποτέλεσμα.
Επομένως, επιχείρηση που είχε μετάσχει σε μια τέτοια παράβαση με τη συμπεριφορά της, που ενέπιπτε στην έννοια της συμφωνίας ή της εναρμονισμένης πρακτικής έχουσας αντίθετο στον ανταγωνισμό αντικείμενο υπό την έννοια του άρθρου 81 παράγραφος 1, ΕΚ, και του άρθρου 53, παράγραφος 1, της συμφωνίας για τον EΟΧ, και που απέβλεπε στην υλοποίηση της παραβάσεως στο σύνολό της, ήταν συνυπαίτια, για όλη τη διάρκεια της συμμετοχής της στην εν λόγω παράβαση, για τη συμπεριφορά άλλων επιχειρήσεων στο πλαίσιο της ίδιας παραβάσεως, όταν αποδεικνύεται ότι η εν λόγω επιχείρηση γνώριζε την παραβατική συμπεριφορά των άλλων μετεχόντων ή ότι ηδύνατο ευλόγως να την προβλέψει και ότι αποδεχόταν τον σχετικό κίνδυνο.
Περί αυτού πρόκειται προκειμένου για επιχείρηση τρίτου κράτους η οποία έπαιξε μόνον παθητικό ρόλο στο πλαίσιο κοινής συμφωνίας με την οποία η ανάθεση συγκεκριμένων έργων στον ΕΟΧ επιφυλάσσεται στους Ευρωπαίους παραγωγούς, εφόσον γνώριζε την κοινή ρύθμιση και ο παθητικός ρόλος της δεν οφειλόταν σε επιλογή της δεδομένου ότι η συμμετοχή της ήταν προϋπόθεση για την εξασφάλιση της αναθέσεως έργων εντός του ΕΟΧ μεταξύ των Ευρωπαίων κατασκευαστών.
(βλ. σκέψεις 287-290)
11. Kαθόσον μια παράβαση έχει διαπραχθεί από πολλές επιχειρήσεις, πρέπει να εξεταστεί η σχετική με τη συμμετοχή καθεμιάς από αυτές σημασία. Επομένως, το ότι μια επιχείρηση δεν έχει μετάσχει σε όλα τα συστατικά στοιχεία μιας συμπράξεως ή ότι έχει διαδραματίσει ήσσονα ρόλο σε όσες πτυχές έχει μετάσχει πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως, ενδεχομένως δε και της επιμετρήσεως του προστίμου.
Ειδικότερα, προκειμένου για συμφωνία με την οποία επιχειρήσεις τρίτων κρατών ανέλαβαν τη δέσμευση να μη διεισδύσουν στην αγορά του ΕΟΧ, οι δε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις κατένειμαν μεταξύ τους τα διάφορα έργα επί της ιδίας αγοράς, μέσω θετικών συμπαιγνιακών πράξεων, η σοβαρότητα της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων των τρίτων χωρών είναι συγκρίσιμη με αυτήν της συμπεριφοράς των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, εφόσον η μη συμμετοχή τους στην ανάθεση των έργων στον ΕΟΧ δεν ήταν το αποτέλεσμα της επιλογής τους, αλλ’ η απλή συνέπεια της φύσεως της συμμετοχής τους στην οικεία συμφωνία.
(βλ. σκέψεις 312, 314-316)
12. Όσον αφορά την υποτροπή, η αποτροπή αποτελεί σκοπό του προστίμου. Εξάλλου, η απαίτηση εξασφαλίσεως αποτρεπτικού αποτελέσματος συνιστά γενική απαίτηση που πρέπει να καθοδηγεί την Επιτροπή καθ’ όλη τη διάρκεια του υπολογισμού του προστίμου και δεν επιβάλλει κατ’ ανάγκην να περιλαμβάνει ο εν λόγω υπολογισμός ένα ειδικό στάδιο που προορίζεται για τη συνολική εκτίμηση όλων των σχετικών περιστάσεων για την επίτευξη του ως άνω σκοπού.
Επομένως, η Επιτροπή μπορεί, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη, να μη λάβει υπόψη της το στοιχείο αυτό κατά τον χρόνο καθορισμού των συντελεστών αποτροπής, αλλά στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των επιβαρυντικών περιστάσεων.
(βλ. σκέψη 353)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 12ης Ιουλίου 2011 (*)
«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Αγορά των σχετικών με εξοπλισμούς μεταγωγής με μόνωση αερίου έργων – Απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ – Κατανομή της αγοράς – Δικαιώματα άμυνας – Απόδειξη της παραβάσεως – Ενιαία και διαρκής παράβαση – Πρόστιμα – Σοβαρότητα και διάρκεια της παραβάσεως – Αποτρεπτικό αποτέλεσμα – Συνεργασία»
Στην υπόθεση T-112/07,
Hitachi Ltd, με έδρα το Τόκυο (Ιαπωνία),
Hitachi Europe Ltd, με έδρα το Maidenhead (Ηνωμένο Βασίλειο),
Japan AE Power Systems Corp., με έδρα το Τόκυο,
εκπροσωπούμενες από τους M. Reynolds, P. Mansfield και B. Roy, solicitors, D. Arts, δικηγόρο, και N. Green, QC, και S. Singla, barrister,
προσφεύγουσες,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τον F. Arbault, στη συνέχεια, από τον X. Lewis, στη συνέχεια, από τους P. Van Nuffel και J. Bourke, και τέλος από τους Van Nuffel, N. Khan και F. Ronkes Agerbeek, επικουρούμενους από τον J. Holmes, barrister,
καθής,
με αντικείμενο, αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως C(2006) 6762 τελικό της Επιτροπής, της 24ης Ιανουαρίου 2007, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [EΚ] και του άρθρου 53 EΟΧ (Υπόθεση COMP/F/38.899 – Εξοπλισμός μεταγωγής με μόνωση αερίου), καθόσον αφορά τις προσφεύγουσες και αίτημα ακυρώσεως των επιβληθέντων στις προσφεύγουσες προστίμων και, επικουρικώς, αίτημα ακυρώσεως του άρθρου 2 της εν λόγω αποφάσεως στο μέτρο που αφορά τις προσφεύγουσες και, επικουρικότερον, αίτημα ακυρώσεως ή μειώσεως των επιβληθέντων στις προσφεύγουσες προστίμων,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους I. Pelikánová (εισηγήτρια), πρόεδρο, K. Jürimäe και S. Soldevila Fragoso, δικαστές,
γραμματέας: Κ. Καντζά, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 8ης Δεκεμβρίου 2009,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
Α – Προσφεύγουσες
1 Η Hitachi Ltd και η θυγατρική της, Hitachi Europe Ltd (στο εξής από κοινού: επιχείρηση Hitachi) είναι εταιρίες οι οποίες ασκούν δραστηριότητες σε διάφορους βιομηχανικούς τομείς, περιλαμβανομένου του τομέα των εξοπλισμών μεταγωγής με μόνωση αερίου (στο εξής: ΕΜΜΑ). Η Japan AE Power Systems Corp. (στο εξής: JAEPS) είναι κοινή εταιρία των Hitachi, Fuji Electric Systems Co. Ltd και Meidensha Corp., η οποία ανέλαβε, μεταξύ άλλων, τις δραστηριότητες στον τομέα ΕΜΜΑ των ομίλων στους οποίους ανήκαν οι μέτοχοί της την 1η Οκτωβρίου 2002.
Β – Οικεία προϊόντα
2 Οι ΕΜΜΑ χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο της ροής ενέργειας στα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας. Πρόκειται για ηλεκτρολογικό υλικό της βαριάς βιομηχανίας που χρησιμοποιείται ως κύριο στοιχείο για ετοιμοπαράδοτους υποσταθμούς ηλεκτρικής ενέργειας. Οι ΕΜΜΑ πωλούνται σε όλον τον κόσμο ως μέρος των ετοιμοπαράδοτων υποσταθμών ηλεκτρικής ενέργειας ή ως αυτόνομο προϊόν το οποίο πρέπει να ενσωματωθεί σε τέτοιον υποσταθμό.
Γ – Διοικητική διαδικασία
3 Στις 3 Μαρτίου 2004, η ABB Ltd επισήμανε στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την ύπαρξη αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών στον τομέα των ΕΜΜΑ, στο πλαίσιο υποβολής προφορικής αιτήσεως απαλλαγής από το πρόστιμο, βάσει της ανακοινώσεως της Επιτροπής της 19ης Φεβρουαρίου 2002 σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 2002, C 45, σ. 3, στο εξής: ανακοίνωση περί συνεργασίας).
4 Η αίτηση της ABB περί απαλλαγής από τα πρόστιμα συμπληρώθηκε με προφορικές παρατηρήσεις και έγγραφα στοιχεία. Οδήγησε, στις 24 Απριλίου 2004, σε απόφαση της Επιτροπής περί χορηγήσεως απαλλαγής υπό όρους στην ABB.
5 Βάσει των δηλώσεων της ABB, η Επιτροπή κίνησε έρευνα και διεξήγαγε, στις 11 και 12 Μαΐου 2004, ελέγχους στις εγκαταστάσεις πολλών εταιριών οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα των ΕΜΜΑ.
6 Στις 20 Απριλίου 2006, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση αιτιάσεων την οποία κοινοποίησε σε 20 εταιρίες, μεταξύ των οποίων στις προσφεύγουσες. Στις 18 και 19 Ιουλίου 2006, η Επιτροπή προέβη σε ακρόαση των εταιριών στις οποίες είχε απευθύνει την ανακοίνωση αιτιάσεων.
Δ – Προσβαλλομένη απόφαση
7 Στις 24 Ιανουαρίου 2007, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2006) 6762 τελικό, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (υπόθεση COMP/F/38.899 – Εξοπλισμός μεταγωγής με μόνωση αερίου) (στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση).
8 Με τις αιτιολογικές σκέψεις 113 έως 123 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρει ότι οι μετέχουσες στη σύμπραξη επιχειρήσεις συντόνιζαν την ανάθεση έργων ΕΜΜΑ σε παγκόσμια κλίμακα, εξαιρουμένων ορισμένων αγορών, βάσει συμφωνημένων κανόνων, με σκοπό τη διατήρηση των ποσοστώσεων οι οποίες σε γενικές γραμμές αντιστοιχούσαν στα μερίδια που ανέκαθεν κατείχαν στην αγορά. Διευκρίνισε ότι η ανάθεση έργων ΕΜΜΑ γινόταν βάσει μιας κοινής «ιαπωνικής» ποσοστώσεως και μιας κοινής «ευρωπαϊκής» ποσοστώσεως, οι οποίες εν συνεχεία κατανέμονταν αντιστοίχως μεταξύ ιαπωνικών και ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Με συμφωνία υπογραφείσα στη Βιέννη στις 15 Απριλίου 1988 (στο εξής: συμφωνία GQ), καθορίστηκαν οι κανόνες αναθέσεως έργων ΕΜΜΑ είτε σε Ιάπωνες είτε σε Ευρωπαίους κατασκευαστές και οι κανόνες συνυπολογισμού της αξίας των έργων στην αντίστοιχη ποσόστωση. Εξάλλου, με τις αιτιολογικές σκέψεις 124 έως 132 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι οι μετέχουσες στη σύμπραξη επιχειρήσεις κατέληξαν σε άτυπη ρύθμιση (στο εξής: κοινή ρύθμιση), δυνάμει της οποίας τα έργα ΕΜΜΑ στην Ιαπωνία, αφενός, και στις χώρες των Ευρωπαίων κατασκευαστών, αφετέρου, οι οποίες ονομάζονταν από κοινού «κατασκευάστριες χώρες» ΕΜΜΑ, προορίζονταν αποκλειστικά για τις μετέχουσες στο καρτέλ ιαπωνικές και ευρωπαϊκές εταιρίες αντιστοίχως. Τα έργα ΕΜΜΑ στις «κατασκευάστριες χώρες» δεν περιλαμβάνονταν στην ανταλλαγή πληροφοριακών στοιχείων μεταξύ των δύο αυτών ομίλων και δεν συνυπολογίζονταν στις αντίστοιχες ποσοστώσεις.
9 Η συμφωνία GQ περιλάμβανε επίσης κανόνες σχετικά με την ανταλλαγή, μεταξύ των δύο αυτών ομάδων, πληροφοριακών στοιχείων απαραίτητων για την λειτουργία του καρτέλ, την οποία εξασφάλιζαν οι γραμματείς των δύο ομάδων, για τη χειραγώγηση των αντίστοιχων διαγωνισμών και για τον καθορισμό τιμών για τα μη δυνάμενα να ανατεθούν έργα ΕΜΜΑ. Κατά το παράρτημα 2 της συμφωνίας GQ, η συμφωνία εφαρμόζεται παγκοσμίως, με εξαίρεση τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, την Ιαπωνία και 17 χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Επιπλέον, σύμφωνα με την κοινή ρύθμιση, τα έργα ΕΜΜΑ στις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες, εκτός των «κατασκευαστριών», προορίζονταν αποκλειστικά για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις του καρτέλ, καθώς οι ιαπωνικές αντίστοιχες είχαν δεσμευθεί να μη μετέχουν σε διαγωνισμούς για έργα ΕΜΜΑ στην Ευρώπη.
10 Κατά την Επιτροπή, η κατανομή των έργων ΕΜΜΑ μεταξύ των Ευρωπαίων κατασκευαστών γινόταν βάσει συμφωνίας υπογραφείσας στη Βιέννη στις 15 Απριλίου 1988, με τίτλο «E-Group Operation Agreement for GQ-Agreement» (Συμφωνία της ομάδας E για την εφαρμογή της συμφωνίας GQ) (στο εξής: συμφωνία EQ). Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ανάθεση έργων ΕΜΜΑ στην Ευρώπη γινόταν βάσει κανόνων και διαδικασιών πανομοιότυπων με τους ισχύοντες για την ανάθεση έργων ΕΜΜΑ σε άλλες χώρες. Ειδικότερα, τα έργα ΕΜΜΑ στην Ευρώπη αποτελούσαν επίσης αντικείμενο γνωστοποιήσεως, καταγραφής, αναθέσεως, χειραγωγήσεως και τιμολογήσεως στο κατώτατο δυνατό επίπεδο.
11 Βάσει των πραγματικών διαπιστώσεων και των νομικών εκτιμήσεων που περιλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις παρέβησαν το άρθρο 81 ΕΚ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (στο εξής: Συμφωνία ΕΟΧ) και επέβαλε στις εν λόγω επιχειρήσεις πρόστιμα, το ύψος των οποίων υπολογίστηκε κατ’ εφαρμογήν της μεθόδου που εκτίθεται στις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑX (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές τον υπολογισμό των προστίμων), καθώς και στην ανακοίνωση περί συνεργασίας.
12 Στο άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε, πρώτον, ότι η Hitachi έλαβε μέρος στην παράβαση κατά την περίοδο από 15 Απριλίου 1988 έως 31 Δεκεμβρίου 1999 και από 2 Ιουλίου 2002 έως 11 Μαΐου 2004, δεύτερον, ότι η Hitachi Europe έλαβε μέρος στην παράβαση κατά την περίοδο μεταξύ 15 Απριλίου 1988 και 31 Δεκεμβρίου 1999 και από 2 Ιουλίου έως 30 Σεπτεμβρίου 2002 και, τρίτον, ότι η JAEPS έλαβε μέρος στην παράβαση κατά την περίοδο από 1η Οκτωβρίου 2002 έως 11 Μαΐου 2004.
13 Για τις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν με το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, επιβλήθηκε στην Hitachi, με το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρόστιμο ύψους 50 400 000 ευρώ, από τα οποία το ποσό των 48 375 000 ευρώ πρέπει να καταβληθεί αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την Hitachi Europe. Ομοίως, επιβλήθηκε στην JAEPS με το ίδιο άρθρο, πρόστιμο 1 350 000 ευρώ, το οποίο πρέπει να καταβληθεί αλληλεγγύως και ολόκληρον με τη Hitachi, Fuji Electric Holdings Co. Ltd και τη Fuji Electric Systems (στο εξής, από κοινού: Fuji).
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
14 Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] στις 17 Απριλίου 2007, οι προσφεύγουσες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή. Το υπόμνημα αντικρούσεως και το υπόμνημα απαντήσεως κατατέθηκαν στις 13 Αυγούστου και στις 21 Νοεμβρίου 2007. Η έγγραφη διαδικασία περατώθηκε με την κατάθεση του υπομνήματος ανταπαντήσεως στις 10 Ιανουαρίου 2008.
15 Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφάσισε, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία. Στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε την Επιτροπή να καταθέσει συγκεκριμένα έγγραφα και ζήτησε από τους διαδίκους να διατυπώσουν τις απόψεις τους περί της λυσιτέλειας των ιδίων αυτών εγγράφων όσον αφορά τον λόγο που αντλείται από προσβολή του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο. Το Γενικό Δικαστήριο έθεσε επίσης γραπτώς ερώτημα στην Επιτροπή, καλώντας την να απαντήσει συναφώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
16 Απαντώντας στην πρόσκληση του Γενικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή κοινοποίησε τα οικεία έγγραφα στις 26 Οκτωβρίου 2009. Οι προσφεύγουσες υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί των εγγράφων αυτών στις 18 Νοεμβρίου 2009. Η Επιτροπή απάντησε στις παρατηρήσεις των προσφευγουσών στις 3 Δεκεμβρίου 2009.
17 Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις έγγραφες και προφορικές ερωτήσεις του Πρωτοδικείου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 8ης Δεκεμβρίου 2009.
18 Με την από 26 Μαρτίου 2010 διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να κινήσει εκ νέου την προφορική διαδικασία. Στις 29 Μαρτίου 2010, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας του άρθρου 64 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε την Επιτροπή να προσκομίσει διάφορα έγγραφα.
19 Εφόσον η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι ορισμένα από τα οικεία έγγραφα δεν μπορούν να κοινοποιηθούν λόγω της προστασίας που χορηγείται στο πλαίσιο του προγράμματος περί επιεικείας, το Γενικό Δικαστήριο, με την 11 Ιουνίου 2010 διάταξη, διέταξε την Επιτροπή να τα προσκομίσει στο πλαίσιο των αποδεικτικών μέτρων του άρθρου 65 του Κανονισμού Διαδικασίας και καθόρισε τις λεπτομέρειες εξετάσεώς τους από τις προσφεύγουσες. Η Επιτροπή συμμορφώθηκε με το εν λόγω μέτρο διεξαγωγής αποδείξεων εμπροθέσμως.
20 Η προφορική διαδικασία περατώθηκε στις 27 Ιουλίου 2010.
21 Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση καθόσον τις αφορά και, κατά συνέπεια, να ακυρώσει τα επιβληθέντα σε αυτές πρόστιμα·
– επικουρικώς, να ακυρώσει το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως στο μέτρο που τις αφορά·
– έτι επικουρικότερον, να ακυρώσει ή να μειώσει τα επιβληθέντα σ’ αυτές πρόστιμα·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
22 Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
– να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
23 Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες επικαλούνται πέντε λόγους. Ο πρώτος αντλείται από το ότι η Επιτροπή παραβίασε τα δικαιώματά τους άμυνας. Ο δεύτερος αντλείται από το ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως ή της εξ αυτής απορρέουσας παραβάσεως. Ο τρίτος αντλείται από το ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως. Ο τέταρτος αντλείται από το ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη κατά τον υπολογισμό των προστίμων που τους επιβλήθηκαν. Ο πέμπτος αντλείται από το ότι η Επιτροπή υπολόγισε τα πρόστιμά τους σύμφωνα με μέθοδο παραβιάζουσα τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας.
24 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη βασιμότητα των προβληθέντων από τις προσφεύγουσες λόγων.
25 Εκ προοιμίου, επισημαίνεται ότι οι προσφεύγουσες δεν διευκρίνισαν ποιοι από τους λόγους τους προβάλλονται προς στήριξη των διαφόρων αιτημάτων τα οποία υπέβαλαν. Συναφώς, πρέπει να γίνει δεκτό, κατ’ αρχάς, ότι ο πρώτος, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος προβλήθηκαν από τις προσφεύγουσες προς στήριξη του κύριου αιτήματός τους. Συγκεκριμένα, αν γίνει δεκτός ένας εκ των λόγων αυτών, πρέπει να ακυρωθεί τόσο το άρθρο 1 όσο και το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον αφορούν τις προσφεύγουσες. Στη συνέχεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος που προβλήθηκαν από τις προσφεύγουσες προς στήριξη του επικουρικού αιτήματός τους, εφόσον αφορούν τον καθορισμό του ποσού των επιβληθέντων στις προσφεύγουσες προστίμων. Τέλος, παρατηρείται ότι κανένας αυτοτελής λόγος δεν προβλήθηκε από τις προσφεύγουσες προς στήριξη του επικουρικότερου αιτήματός τους.
Α – Επί του κυρίου αιτήματος, το οποίο αποσκοπεί στην ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον αφορά τις προσφεύγουσες
1. Επί του πρώτου λόγου, ο οποίος αντλείται από το ότι η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας των προσφευγουσών
Επιχειρήματα των διαδίκων
26 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματά τους άμυνας, εφόσον δεν τους κοινοποίησε όλα τα κρίσιμα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον φάκελο της υποθέσεως.
27 Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου, σχετικά με τα επιβαρυντικά στοιχεία, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή δεν τους κοινοποίησε τις υποβληθείσες στις 21 Νοεμβρίου 2006 παρατηρήσεις της Fuji, οι οποίες φέρονται ότι επιβεβαιώνουν τον λόγο υπάρξεως της κοινής ρυθμίσεως και τους ιδιαίτερους οικονομικούς λόγους της Fuji οι οποίοι εξηγούν την απουσία της από την ευρωπαϊκή αγορά των έργων ΕΜΜΑ. Ωστόσο, δεδομένης της αποδεικτικής αξίας που αποδίδει η Επιτροπή στα στοιχεία που προσκόμισε η Fuji όσον αφορά την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως, είναι πολύ πιθανόν ότι η διοικητική διαδικασία θα μπορούσε να έχει άλλη κατάληξη αν είχαν κοινοποιηθεί οι εν λόγω παρατηρήσεις.
28 Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου, οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματά τους άμυνας λόγω της μη κοινοποιήσεως των ακολούθων επιβαρυντικών στοιχείων:
– η συμφωνία με τίτλο «General Rules for GE Agreement» (στο εξής: συμφωνία GE) καθώς και οι παρατηρήσεις επί της συμφωνίας αυτής των λοιπών επιχειρήσεων που έλαβαν μέρος στη σύμπραξη· τα στοιχεία αυτά είναι λυσιτελή όσον αφορά την απόδειξη της υπάρξεως ευρωπαϊκής συμπράξεως, στον τομέα των έργων ΕΜΜΑ, προγενέστερης της συμφωνίας GQ·
– των παρατηρήσεων των λοιπών επιχειρήσεων που έλαβαν μέρος στη σύμπραξη, οι οποίες αντικρούουν την αξιοπιστία της μαρτυρίας του H., υποβληθείσα στην Επιτροπή από την Fuji, ως προς την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως, οι οποίες μπορούν να αλλοιώσουν τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Fuji όσον αφορά την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως·
– των μαρτυριών των λοιπών επιχειρήσεων που έλαβαν μέρος στη σύμπραξη όσον αφορά την ανυπαρξία της κοινής ρυθμίσεως και, ειδικότερα, των μαρτυριών που υπέβαλε η Siemens AG στις 7 Αυγούστου 2006, οι οποίες μπορούν να θέσουν εν αμφιβόλω την αληθοφάνεια της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής ως προς την ύπαρξη της εν λόγω συμφωνίας·
– των παρατηρήσεων των λοιπών ιαπωνικών επιχειρήσεων ως προς την προβαλλομένη συμμετοχή τους στα ευρωπαϊκά έργα για τα οποία γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 164 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες δύνανται να αποδείξουν ότι οι ιαπωνικές επιχειρήσεις ουδέποτε έλαβαν μέρος στις σχετικές με τα σχέδια αυτά συζητήσεις·
– των δηλώσεων του S. της 15ης Σεπτεμβρίου 2006, που προσκόμισε η Areva, ως προς την εξάρθρωση της συμπράξεως το 1999, από τις οποίες προκύπτει ότι η δομή της συμπράξεως που δημιουργήθηκε από το 2002 ήταν διαφορετική από τη δομή της προγενέστερης συμπράξεως.
29 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα των προσφευγουσών.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
30 Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας επιβάλλει επίσης να παρέχεται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, η δυνατότητα να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή της σχετικά με το υποστατό και τον κρίσιμο χαρακτήρα των πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων των οποίων γίνεται επίκληση καθώς και σχετικά με τα έγγραφα που έλαβε υπόψη της η Επιτροπή για να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι υπάρχει παράβαση της Συνθήκης (απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C-205/00 P, C-211/00 P, C-213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I-123, σκέψη 66).
31 Το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο, απόρροια της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, συνεπάγεται ότι η Επιτροπή υποχρεούται να παρέχει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση τη δυνατότητα εξετάσεως όλων των εγγράφων που περιλαμβάνονται στον φάκελο έρευνας και τα οποία ενδέχεται να είναι κρίσιμα για την άμυνά της. Στα έγγραφα αυτά περιλαμβάνονται τόσο τα ενοχοποιητικά όσο και τα απαλλακτικά στοιχεία, με εξαίρεση τα επιχειρηματικά απόρρητα άλλων επιχειρήσεων, τα εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής και άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες (απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 30 ανωτέρω, σκέψη 68).
32 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι μόλις κατά το στάδιο της κατ’ αντιπαράθεση διοικητικής διαδικασίας η ενδιαφερόμενη επιχείρηση έλαβε γνώση, μέσω της ανακοινώσεως αιτιάσεων, των κρίσιμων στοιχείων στα οποία στηρίζεται η Επιτροπή σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας και του δικαιώματός της πρόσβασης στον φάκελο προς εξασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιωμάτων της άμυνας. Συνεπώς, η απάντηση των λοιπών μερών στην ανακοίνωση αιτιάσεων δεν περιλαμβάνεται, κατ’ αρχήν, στο σύνολο των εγγράφων του φακέλου της υπόθεσης τα οποία μπορούν να συμβουλευθούν οι διάδικοι (απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, T‑161/05, Hoechst κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 163).
33 Πάντως, αν η Επιτροπή σκοπεύει να στηριχθεί σε ένα χωρίο απάντησης σε ανακοίνωση των αιτιάσεων ή σε έγγραφο συνημμένο σε μια τέτοια απάντηση για να αποδείξει την ύπαρξη παράβασης στο πλαίσιο διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στις λοιπές εμπλεκομένες στη διαδικασία επιχειρήσεις να εκφράσουν την άποψή τους επ’ αυτού του αποδεικτικού στοιχείου. Υπό τις συνθήκες αυτές, το εν λόγω χωρίο απάντησης στην ανακοίνωση των αιτιάσεων ή το συνημμένο στην απάντηση αυτή έγγραφο αποτελεί πράγματι ενοχοποιητικό στοιχείο κατά των διαφόρων επιχειρήσεων που μετείχαν στην παράβαση (βλ. απόφαση Hoechst κατά Επιτροπής, σκέψη 32 ανωτέρω, σκέψη 164 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Η προπαρατεθείσα νομολογία εφαρμόζεται, κατ’ αναλογία, στο άρθρο 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας ΕΟΧ.
34 Κατ’ αναλογία, αν χωρίο απαντήσεως σε ανακοίνωση αιτιάσεων ή σε έγγραφο συνημμένο σε μια τέτοια απάντηση ενδέχεται να είναι λυσιτελές για την άμυνα επιχειρήσεως καθόσον της παρέχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί στοιχεία που δεν συγκλίνουν με τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε στο στάδιο αυτό η Επιτροπή, αποτελεί απαλλακτικό στοιχείο. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να δύναται η δυνατότητα στην ενδιαφερομένη επιχείρηση να εξετάζει το εν λόγω χωρίο ή έγγραφο και να αποφαίνεται συναφώς.
35 Ωστόσο, το γεγονός και μόνον ότι άλλες επιχειρήσεις επικαλέσθηκαν τα ίδια επιχειρήματα με την ενδιαφερομένη επιχείρηση και, ενδεχομένως, χρησιμοποίησαν περισσότερους πόρους για την άμυνά τους δεν αρκεί για να θεωρηθούν τα εν λόγω επιχειρήματα ως «απαλλακτικά στοιχεία» (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T-43/02, Jungbunzlauer κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-3435, σκέψεις 353 και 355).
36 Όσον αφορά τις συνέπειες προσβάσεως στον φάκελο μη πληρούσας τους κανόνες αυτούς, η μη κοινοποίηση εγγράφου επί του οποίου η Επιτροπή στήριξε τις κατηγορίες της κατά επιχειρήσεως συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας μόνον αν η ενδιαφερομένη επιχείρηση αποδείξει ότι το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή με την απόφασή της θα ήταν διαφορετικό αν δεν λαμβανόταν υπόψη, ως ενοχοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο, το μη κοινοποιηθέν έγγραφο (απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 30 ανωτέρω, σκέψεις 71 και 73).
37 Όταν πρόκειται για μη κοινοποίηση απαλλακτικού εγγράφου, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση οφείλει απλώς να αποδείξει ότι η παράλειψη κοινοποίησης του εγγράφου αυτού μπόρεσε να επηρεάσει, σε βάρος της επιχείρησης αυτής, την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της απόφασης της Επιτροπής. Αρκεί η επιχείρηση να αποδείξει ότι θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει τα εν λόγω απαλλακτικά έγγραφα για την άμυνά της, υπό την έννοια ότι, αν είχε μπορέσει να παραπέμψει στα έγγραφα αυτά κατά τη διοικητική διαδικασία, θα είχε μπορέσει να επικαλεστεί στοιχεία τα οποία δεν συμφωνούσαν με τους επαγωγικούς συλλογισμούς που διατύπωνε κατά το στάδιο αυτό η Επιτροπή, και ότι θα μπορούσε, συνεπώς, να έχει επηρεάσει, καθ’ οποιονδήποτε τρόπο, τις εκτιμήσεις που επρόκειτο να διατυπώσει η Επιτροπή με την τυχόν απόφασή της, τουλάχιστον ως προς τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της συμπεριφοράς που της προσάφθηκε και, ως εκ τούτου, ως προς το επίπεδο του προστίμου (απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 30 ανωτέρω, σκέψεις 74 και 75).
38 Η πιθανότητα να μπορούσε ένα μη κοινοποιηθέν έγγραφο να επηρεάσει την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής δεν μπορεί να αποδειχθεί παρά μόνον μετά από προκριματική εξέταση ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων από την οποία να προκύπτει ότι τα μη κοινοποιηθέντα έγγραφα μπορούσαν να έχουν –σε σχέση προς αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία– μη ευκαταφρόνητη σημασία (απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 30 ανωτέρω, σκέψη 76).
– Επί του πρώτου σκέλους, το οποίο αντλείται από τη μη κοινοποίηση επιβαρυντικών στοιχείων
39 Η Επιτροπή δέχεται ότι δεν μπορούσε να στηριχθεί στις παρατηρήσεις της Fuji της 21ης Νοεμβρίου 2006 για να στηρίξει τις αιτιάσεις τις οποίες προσάπτει στις προσφεύγουσες με την προσβαλλομένη απόφαση, αλλά αμφισβητεί ότι πράγματι τις επικαλέσθηκε ως επιβαρυντικά στοιχεία.
40 Πάντως, επισημαίνεται ότι, όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή παρέπεμψε στις παρατηρήσεις της Fuji της 21ης Νοεμβρίου 2006 στις αιτιολογικές σκέψεις 125 και 255 της προσβαλλομένης αποφάσεως για να ενισχύσει την ύπαρξη κοινής ρυθμίσεως.
41 Υπό τις συνθήκες αυτές, η τύχη του παρόντος σκέλους εξαρτάται από το αποτέλεσμα του ελέγχου των επιχειρημάτων σχετικά με την απόδειξη της υπάρξεως κοινής ρυθμίσεως, που προέβαλαν οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου. Συγκεκριμένα, αν διαπιστωθεί ότι η ύπαρξη της εν λόγω ρυθμίσεως αποδείχθηκε επαρκώς κατά νόμο, αφού απορρίφθηκαν οι από 21 Νοεμβρίου 2006 παρατηρήσεις της Fuji ως επιβαρυντικό στοιχείο, πρέπει να απορριφθεί το παρόν σκέλος. Αντιθέτως, αν διαπιστωθεί ότι οι παρατηρήσεις αυτές αποτελούν αναγκαίο στοιχείο επί του οποίου στηρίζονται οι διαπιστώσεις που διατυπώθηκαν με την προσβαλλομένη απόφαση ως προς την ύπαρξη κοινής ρυθμίσεως, το παρόν σκέλος πρέπει να γίνει δεκτό.
– Επί του δευτέρου σκέλους, το οποίο αντλείται από τη μη κοινοποίηση απαλλακτικών στοιχείων
42 Πρώτον, συνομολογείται μεταξύ των διαδίκων ότι η συμφωνία GE κοινοποιήθηκε στις προσφεύγουσες. Συγκεκριμένα, οι προσφεύγουσες διατείνονται απλώς ότι διέθεταν μόνον συντομότατη προθεσμία για να τη μελετήσουν, χωρίς ωστόσο να διευκρινίσουν κατά πόσον το γεγονός αυτό κατέστησε δυσχερέστερη την άμυνά τους. Περαιτέρω, οι προσφεύγουσες δέχονται με τις από 18 Νοεμβρίου 2009 παρατηρήσεις τους ότι είχαν την ευκαιρία να αποφανθούν επί της συμφωνίας αυτής και ότι πράγματι επωφελήθηκαν της εν λόγω ευκαιρίας. Συνεπώς, το σχετικό με τη συμφωνία αυτή επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
43 Δεύτερον, όσον αφορά τις παρατηρήσεις των άλλων επιχειρήσεων που έλαβαν μέρος στη σύμπραξη περί της συμφωνίας GE, οι προσφεύγουσες εκθέτουν, με τις από 18 Νοεμβρίου 2009 παρατηρήσεις τους, ότι η Toshiba Corp. και η Mitsubishi Electric System Corp. (στο εξής: Melco) αναγνώρισαν επίσης την αξία της εν λόγω συμφωνίας ως απαλλακτικού στοιχείου, για τους ίδιους λόγους με τους προβληθέντες από τις προσφεύγουσες στην Επιτροπή. Επομένως, οι προσφεύγουσες απλώς επιβεβαιώνουν ότι η Toshiba και η Melco προέβαλαν τα ίδια επιχειρήματα με αυτές, όπερ συνεπάγεται ότι οι παρατηρήσεις της Toshiba και της Melco δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απαλλακτικό στοιχείο.
44 Τρίτον, η ίδια διαπίστωση ισχύει για τις παρατηρήσεις των λοιπών επιχειρήσεων που έλαβαν μέρος στη σύμπραξη, οι οποίες αντικρούουν την αξιοπιστία της μαρτυρίας του H. ως προς την ύπαρξη κοινής ρυθμίσεως. Συγκεκριμένα, με τις από 18 Νοεμβρίου 2009 παρατηρήσεις τους, οι προσφεύγουσες αναφέρουν ότι η Toshiba και η Melco επέκριναν επίσης την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας, για τους ίδιους λόγους με τους προβληθέντες στην Επιτροπή.
45 Τέταρτον, οι παρατηρήσεις και οι μαρτυρίες που προσκόμισε η Melco και η Siemens και οι μαρτυρίες που προσκόμισε η Fuji, οι οποίες αναφέρουν την ύπαρξη «μεγάλων» εμποδίων στην είσοδο στην ευρωπαϊκή αγορά και το γεγονός ότι η εν λόγω αγορά ήταν «ώριμη», όπερ κατέστησε τη διείσδυση των Ιαπώνων παραγωγών δυσχερή, αν όχι αδύνατη. Περαιτέρω, η Siemens και η Melco, καθώς και οι υπάλληλοί τους, αντέκρουσαν ρητώς την ύπαρξη κοινής ρυθμίσεως ή συναφών με τη ρύθμιση αυτή συζητήσεων, και η μαρτυρία του T., την οποία προσκόμισε η Siemens, αναφέρει ότι η συμφωνία GQ ήταν επικεντρωμένη στη μέση-Ανατολή και δεν αφορούσε την Ευρώπη.
46 Ωστόσο, αφενός, οι προσφεύγουσες δεν αμφισβήτησαν τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι οι μαρτυρίες των υπαλλήλων της Fuji τους κοινοποιήθηκαν. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να διαπιστωθεί καμία προσβολή του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο όσον αφορά τα στοιχεία αυτά.
47 Αφετέρου, με την απάντησή τους στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, οι προσφεύγουσες προέβαλαν τα ίδια επιχειρήματα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 45 ανωτέρω, όπερ συνεπάγεται ότι οι παρατηρήσεις της Melco και της Siemens δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απαλλακτικά στοιχεία, η κοινοποίηση των οποίων ενδέχεται να επηρέαζε τη διεξαγωγή της διαδικασίας και το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως.
48 Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει για τις μαρτυρίες των υπαλλήλων της Melco και των υπαλλήλων της Siemens, δεδομένου ότι οι γραπτές μαρτυρίες των των υπαλλήλων μιας εταιρίας, συνταχθείσες υπό τον έλεγχο της εταιρίας αυτής και προσκομισθείσες από την εταιρία για την άμυνά της στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας την οποία διεξάγει η Επιτροπή δεν μπορούν, κατ’ αρχήν, να χαρακτηρισθούν ως διαφορετικά στοιχεία τα οποία είναι ανεξάρτητα των δηλώσεων της ιδίας αυτής εταιρίας. Συγκεκριμένα, κατά γενικό κανόνα, η θέση μιας εταιρίας ως προς το υποστατό των πραγματικών περιστατικών που της προσάπτονται από την Επιτροπή στηρίζεται, κατά πρώτον, στις γνώσεις και γνώμες των υπαλλήλων της και των διευθυντών της.
49 Καθόσον οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι οι μαρτυρίες των υπαλλήλων της Siemens θέτουν εν αμφιβόλω τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι οι Ευρωπαίοι παραγωγοί δεν αμφισβήτησαν την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως, παρατηρείται ότι δεν αποδείχθηκε ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε στον γενικό αυτό ισχυρισμό στην ανακοίνωση των αιτιάσεων ή σε μεταγενέστερο στάδιο. Συναφώς, από την αιτιολογική σκέψη 125 της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, το πολύ, ότι η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η ύπαρξη της εν λόγω ρυθμίσεως δεν αμφισβητήθηκε από την Alstom και την Areva και δεν αμφισβητήθηκε ανοιχτά από την επιχείρηση που ανήκει στον όμιλο, του οποίου μέρος αποτελεί η VA TECH Transmission & Distribution GmbH & Co. KEG (στο εξής: VA TECH). Αντιθέτως, η Επιτροπή δεν προσκόμισε διευκρινίσεις σχετικά με τη θέση της Siemens ή των Ευρωπαίων παραγωγών γενικώς. Συνεπώς, το επιχείρημα των προσφευγουσών είναι αβάσιμο. Κατά τα λοιπά, η θέση των Ευρωπαίων παραγωγών, όσον αφορά την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως, και η λυσιτέλεια του στοιχείου αυτού θα εξεταστούν στις σκέψεις 197 έως 203 κατωτέρω.
50 Πέμπτον, απαντώντας στο αίτημα του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο αφορά τις παρατηρήσεις των λοιπών ιαπωνικών επιχειρήσεων ως προς την προβαλλομένη συμμετοχή τους στα έργα ΕΜΜΑ στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (EΟΧ), για τις οποίες γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 164 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή προσκόμισε απόσπασμα της απαντήσεως της Melco στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, από το οποίο προκύπτει ότι η Melco αμφισβητεί ότι έλαβε μέρος στην κατανομή των έργων αυτών.
51 Ωστόσο, με την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, η Melco απλώς υιοθέτησε την ίδια θέση με τις προσφεύγουσες, όπερ οι προσφεύγουσες δέχονται με τις από 18 Νοεμβρίου 2009 παρατηρήσεις τους. Κατά συνέπεια, το απόσπασμα της απαντήσεως της Melco στην ανακοίνωση των αιτιάσεων δεν αποτελεί απαλλακτικό στοιχείο, η κοινοποίηση του οποίου θα επηρέαζε ενδεχομένως τη διεξαγωγή της διαδικασίας και το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως.
52 Έκτον, από τις δηλώσεις του S. της 15ης Σεπτεμβρίου 2006 προκύπτει ότι ο S. θεωρούσε, αφενός, ότι η σύμπραξη εξαρθρώθηκε αφότου η Siemens σταμάτησε τη συμμετοχή της το 1999 και, αφετέρου, ότι η σύμπραξη που άρχισε να λειτουργεί από το 2002 διέφερε θεμελιωδώς από την υφισταμένη μέχρι το 1999 σύμπραξη.
53 Πάντως, με την απάντησή τους στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, οι προσφεύγουσες προέβαλαν τα ίδια επιχειρήματα για να αμφισβητήσουν την ύπαρξη ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, και ενόψει των προεκτεθέντων στη σκέψη 48 ανωτέρω όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των μαρτυριών των υπαλλήλων μιας εταιρίας, πρέπει να θεωρηθεί ότι ούτε οι δηλώσεις του S. αποτελούν απαλλακτικό στοιχείο, η κοινοποίηση του οποίου θα επηρέαζε ενδεχομένως τη διεξαγωγή της διαδικασίας και το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως.
54 Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου.
2. Επί του δευτέρου λόγου, ο οποίος αντλείται από το ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη κοινής ρυθμίσεως ή την ύπαρξη της εξ αυτής απορρέουσας παραβάσεως
55 Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμο την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως και παρατηρούν ότι δεν προσπάθησε να διαλύσει τις υφιστάμενες αμφιβολίες στο πλαίσιο ανεξάρτητης έρευνας. Εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες φρονούν ότι η Επιτροπή υποχρεούται να δεχθεί την εναλλακτική εξήγηση των πραγματικών περιστατικών την οποία προέβαλαν. Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου, οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η κοινή συμφωνία αποτελεί περιοριστική συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική.
56 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη βασιμότητα των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
Επί του πρώτου σκέλους, το οποίο αντλείται από το ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως
57 Κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει τις παραβάσεις που διαπιστώνει και να εξασφαλίσει τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι ικανά να αποδείξουν, επαρκώς κατά νόμον, την ύπαρξη περιστατικών που να στοιχειοθετούν την παράβαση (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T-44/02 OP, T-54/02 OP, T-56/02 OP, T-60/02 OP και T‑61/02 OP, Dresdner Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-3567, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
58 Στο πλαίσιο αυτό, η ύπαρξη αμφιβολίας του δικαστή είναι υπέρ της επιχειρήσεως στην οποία απευθύνεται η απόφαση που διαπιστώνει παράβαση. Συνεπώς, ο δικαστής δεν μπορεί να συμπεράνει ότι η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμον την ύπαρξη της επίδικης παραβάσεως, εφόσον διατηρεί ακόμη αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αυτό, ιδίως στο πλαίσιο προσφυγής με την οποία επιδιώκεται η ακύρωση απόφασης περί επιβολής προστίμου (απόφαση Dresdner Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 57 ανωτέρω, σκέψη 60).
59 Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, όπως την καθιέρωσε το άρθρο 6, παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υπογραφείσα στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, που εντάσσεται στα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία συνιστούν γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Λαμβανομένων υπόψη της φύσεως των επιδίκων παραβάσεων καθώς και της φύσεως και του βαθμού αυστηρότητας των κυρώσεων τις οποίες επισύρουν, η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας εφαρμόζεται και επί των διαδικασιών των σχετικών με παραβάσεις των ισχυόντων για τις επιχειρήσεις κανόνων ανταγωνισμού που μπορούν να οδηγήσουν στην επιβολή προστίμων ή χρηματικών ποινών (βλ., συναφώς, απόφαση Dresdner Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 57 ανωτέρω, σκέψη 61 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
60 Είναι συνεπώς αναγκαίο να προβάλει η Επιτροπή συγκεκριμένα και συγκλίνοντα στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη της παράβασης. Πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμισθεί ότι κάθε απόδειξη που προσκομίζει η Επιτροπή δεν χρειάζεται να ανταποκρίνεται αναγκαστικά στα κριτήρια αυτά σε σχέση προς κάθε στοιχείο της παραβάσεως. Αρκεί η δέσμη των ενδείξεων που επικαλείται το εν λόγω όργανο, συνολικώς εκτιμώμενη, να ανταποκρίνεται στην απαίτηση αυτή (βλ. απόφαση Dresdner Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 57 ανωτέρω, σκέψεις 62 και 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
61 Περαιτέρω, δεδομένου ότι είναι γνωστή η απαγόρευση των συμφωνιών που θίγουν τον ανταγωνισμό, δεν μπορεί να απαιτηθεί από την Επιτροπή να προσκομίσει αποδείξεις που πιστοποιούν ρητά τις συνεννοήσεις μεταξύ των συγκεκριμένων επιχειρηματιών. Τα αποσπασματικά και σκόρπια στοιχεία που διαθέτει ενδεχομένως η Επιτροπή μπορούν σε κάθε περίπτωση να συμπληρωθούν με τη συναγωγή συμπερασμάτων που καθιστούν δυνατή την ανασύσταση των ασκούντων επιρροή περιστατικών. Η ύπαρξη θίγουσας τον ανταγωνισμό πρακτικής ή συμφωνίας πρέπει να συνάγεται από ορισμένο αριθμό συμπτώσεων και ενδείξεων οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες, μπορούν να αποτελέσουν, ελλείψει άλλης εύλογης εξηγήσεως, απόδειξη περί παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού (βλ. απόφαση Dresdner Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 57 ανωτέρω, σκέψεις 64 και 65 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
62 Όταν, πάντως, η Επιτροπή διαπιστώνει την ύπαρξη παραβάσεως στηριζόμενης αποκλειστικά στη συμπεριφορά των εμπλεκομένων επιχειρήσεων στην αγορά, αρκεί οι επιχειρήσεις αυτές να αποδείξουν τη συνδρομή περιστάσεων που φωτίζουν διαφορετικά τα αποδειχθέντα από την Επιτροπή γεγονότα, καθιστώντας δυνατή την υποκατάσταση άλλης εύλογης εξηγήσεως στην εξήγηση βάσει της οποίας η Επιτροπή διαπίστωσε την παράβαση των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2004, T-67/00, T-68/00, T-71/00 και T-78/00, JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-2501, σκέψη 186 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
63 Αντιθέτως προς όσα ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου η παράβαση αποδεικνύεται μόνον βάσει μη εγγράφων αποδεικτικών στοιχείων.
64 Συγκεκριμένα, όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα των οποίων μπορεί να γίνει επίκληση προς στοιχειοθέτηση της παραβάσεως του άρθρου 81 ΕΚ, η αρχή που ισχύει στο κοινοτικό δίκαιο είναι η αρχή της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων (απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2004, T‑50/00, Dalmine κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-2395, σκέψη 72). Η προπαρατεθείσα νομολογία εφαρμόζεται, κατ’ αναλογία, στο άρθρο 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ.
65 Κατά συνέπεια, μολονότι η έλλειψη εγγράφων αποδείξεων μπορεί καθεαυτή να αποδειχθεί λυσιτελής στο πλαίσιο της συνολικής εκτιμήσεως όλων των στοιχείων που επικαλείται η Επιτροπή, δεν συνεπάγεται ότι παρέχει στην ενδιαφερομένη επιχείρηση τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς της Επιτροπής προβάλλοντας εναλλακτική εξήγηση των πραγματικών περιστατικών. Πρόκειται περί αυτού μόνον όταν τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει η Επιτροπή δεν καθιστούν δυνατή την απόδειξη της υπάρξεως της παραβάσεως ανεπιφύλακτα και χωρίς να χρειάζεται ερμηνεία (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, T-36/05, Coats Holdings και Coats κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 74).
66 Για τον ίδιο λόγο, ακόμα και ελλείψει εγγράφων αποδείξεων η Επιτροπή δεν υποχρεούται να πραγματοποιήσει ανεξάρτητες έρευνες προς εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.
67 Εξάλλου, καμία διάταξη ή γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου δεν απαγορεύει στην Επιτροπή να επικαλείται εναντίον μιας επιχειρήσεως δηλώσεις άλλων κατηγορουμένων επιχειρήσεων. Αν δεν ίσχυε αυτό, το βάρος της αποδείξεως των συμπεριφορών που αντιβαίνουν στο άρθρο 81 ΕΚ, το οποίο βαρύνει την Επιτροπή, θα ήταν δυσβάστακτο και ασυμβίβαστο προς την αποστολή της επιτηρήσεως της καλής εφαρμογής των διατάξεων αυτών (απόφαση JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 62 ανωτέρω, σκέψη 192). Η προπαρατεθείσα νομολογία εφαρμόζεται, κατ’ αναλογία, στο άρθρο 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ.
68 Ωστόσο, η δήλωση μιας επιχειρήσεως κατηγορουμένης ότι μετέσχε σε σύμπραξη, της οποίας η ακρίβεια αμφισβητείται από διάφορες άλλες κατηγορούμενες επιχειρήσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνιστώσα επαρκή απόδειξη της υπάρξεως παραβάσεως διαπραχθείσας από τις επιχειρήσεις αυτές αν δεν τεκμηριώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, δεδομένου ότι ο βαθμός τεκμηριώσεως που απαιτείται είναι μικρότερος, λόγω της αξιοπιστίας των επίδικων δηλώσεων (απόφαση JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 62 ανωτέρω, σκέψεις 219 και 220).
69 Όσον αφορά την αποδεικτική αξία των διαφόρων αποδεικτικών στοιχείων, το μόνο κατάλληλο κριτήριο προς εκτίμηση των προσκομιζομένων αποδείξεων έγκειται στην αξιοπιστία τους (απόφαση Dalmine κατά Επιτροπής, σκέψη 64 ανωτέρω, σκέψη 72).
70 Σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες σε θέματα αποδείξεων, η αξιοπιστία και, συνεπώς, η αποδεικτική αξία ενός εγγράφου εξαρτάται από την προέλευσή του, τις περιστάσεις υπό τις οποίες καταρτίστηκε, τον αποδέκτη του και το περιεχόμενό του (απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 2000, T-25/95, T-26/95, T‑30/95 έως T-32/95, T-34/95 έως T‑39/95, T-42/95 έως T-46/95, T-48/95, T‑50/95 έως T-65/95, T-68/95 έως T‑71/95, T-87/95, T‑88/95, T-103/95 και T‑104/95, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II-491, σκέψεις 1053 και 1838).
71 Όσον αφορά τις δηλώσεις, ιδιαίτερα μεγάλη αποδεικτική αξία μπορεί, εξάλλου, να αναγνωριστεί σε αυτές οι οποίες, πρώτον, είναι αξιόπιστες, δεύτερον, έγιναν επ’ ονόματι επιχειρήσεως, τρίτον, προέρχονται από πρόσωπο το οποίο έχει επαγγελματική υποχρέωση να δρα προς το συμφέρον της επιχειρήσεως αυτής, τέταρτον, στρέφονται κατά των συμφερόντων του δηλώνοντος, πέμπτον, προέρχονται από άμεσο μάρτυρα των περιστατικών τα οποία αναφέρουν και, έκτον, προσκομίζονται εγγράφως, εκουσίως και κατόπιν ωρίμου σκέψεως (βλ., συναφώς, απόφαση JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 62 ανωτέρω, σκέψεις 205 έως 210).
72 Εξάλλου, μολονότι επικρατεί γενικώς κάποια δυσπιστία ως προς τις εκούσιες καταθέσεις των κυρίων συμμετεχουσών σε παράνομη σύμπραξη, ενόψει της δυνατότητας, την οποία επικαλέστηκαν οι προσφεύγουσες, ότι οι συμμετέχουσες αυτές έχουν την τάση να ελαχιστοποιούν τη σημασία της συμβολής τους στην παράβαση και να μεγιστοποιούν τη συμβολή των άλλων, παρ’ όλ’ αυτά το γεγονός ότι ζήτησαν υπέρ αυτών την εφαρμογή της ανακοινώσεως περί επιεικείας για να επιτύχουν απαλλαγή ή μείωση του προστίμου δεν δημιουργεί οπωσδήποτε παρότρυνση να προσκομίσουν παραποιημένα αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά τη συμμετοχή των λοιπών μελών της συμπράξεως. Συγκεκριμένα, κάθε προσπάθεια να παραπλανηθεί η Επιτροπή μπορεί να διακυβεύσει την ειλικρίνεια καθώς και την πληρότητα της συνεργασίας του αιτούντος και, κατά συνέπεια, να θέσει σε κίνδυνο τη δυνατότητά του να αντλήσει υπέρ αυτού πλήρες όφελος από την ανακοίνωση περί επιεικείας (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 16ης Νοεμβρίου 2006, T-120/04, Peróxidos Orgánicos κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-4441, σκέψη 70).
73 Συναφώς, παρατηρείται επίσης ότι οι τυχόν συνέπειες της κοινοποιήσεως αλλοιωμένων στοιχείων είναι κατά μείζονα λόγο σοβαρές διότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 68 ανωτέρω, η αμφισβητούμενη δήλωση επιχειρήσεως πρέπει να επιβεβαιωθεί. Συγκεκριμένα, το γεγονός αυτό αυξάνει τον κίνδυνο ότι η Επιτροπή και οι λοιπές εμπλεκόμενες επιχειρήσεις μπορεί να επισημάνουν την ύπαρξη ανακριβών δηλώσεων.
74 Όσον αφορά την εφαρμογή των εν λόγω κανόνων στην προκειμένη περίπτωση, εισαγωγικώς, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις οι οποίες έγιναν με την προσβαλλομένη απόφαση, η κοινή ρύθμιση ήταν μη γραπτή ρύθμιση η οποία περιελάμβανε, πρώτον, την ανάληψη δεσμεύσεως των ιαπωνικών επιχειρήσεων να μη διεισδύσουν στην αγορά των έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ, δεύτερον, η ανάληψη δεσμεύσεων των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων να μη διεισδύσουν στη γερμανική αγορά έργων ΕΜΜΑ και, τρίτον, η ανάληψη δεσμεύσεως των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων να κοινοποιούν στις ιαπωνικές επιχειρήσεις τα έργα ΕΜΜΑ στις ευρωπαϊκές χώρες πλην των κατασκευαστριών χωρών και να καταχωρίζουν τα ίδια αυτά έργα στην κοινή «ευρωπαϊκή» ποσόστωση, την οποία προβλέπει η συμφωνία GQ. Κατά την Επιτροπή, ο σκοπός του μηχανισμού κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως ήταν η προσφορά αντισταθμίσεως στις ιαπωνικές επιχειρήσεις, τις οποίες οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται ως δυνητικούς ανταγωνιστές στην αγορά του ΕΟΧ.
75 Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει, εκ προοιμίου, να απορριφθεί ο ισχυρισμός των προσφευγουσών ότι το περιεχόμενο της έννοιας της κοινής ρυθμίσεως δεν ήταν σταθερό καθ’ όλη την προσβαλλομένη απόφαση. Συγκεκριμένα, μολονότι μπορεί να διαπιστωθούν αμελητέες διαφορές μεταξύ των διαφόρων διατυπώσεων οι οποίες απαντώνται στην προσβαλλομένη απόφαση, οι εν λόγω διαφορές δεν θίγουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας αυτής όπως εκτίθενται στην προηγουμένη σκέψη.
76 Μεταξύ των διαφόρων συστατικών στοιχείων της κοινής ρυθμίσεως, τα οποία απαριθμούνται στη σκέψη 74 ανωτέρω, η προβαλλομένη ανάληψη δεσμεύσεως των ιαπωνικών επιχειρήσεων να μη διεισδύσουν στην αγορά του ΕΟΧ συνιστά τη βάση της αιτιάσεως την οποία προσάπτει η Επιτροπή στις προσφεύγουσες. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη της εν λόγω αναλήψεως δεσμεύσεως πρέπει να αποδειχθεί επαρκώς κατά νόμον. Πάντως, τα λοιπά συστατικά στοιχεία της κοινής ρυθμίσεως, εάν αποδειχθούν, μπορούν να αποδειχθούν λυσιτελή ως έμμεσα αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων συνάγεται η ύπαρξη της συνακόλουθης αναλήψεως δεσμεύσεων των ιαπωνικών επιχειρήσεων.
77 Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως, ισχυριζόμενες ότι η απουσία τους από την ευρωπαϊκή αγορά έργων ΕΜΜΑ μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι οι ιαπωνικές επιχειρήσεις δεν θεωρούνταν αξιόπιστοι ανταγωνιστές στην ευρωπαϊκή αγορά για διάφορους λόγους, ιδιαίτερα εμπορικούς και τεχνικούς. Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν την αποδεικτική αξία των διαφόρων στοιχείων που προέβαλε η Επιτροπή με την προσβαλλομένη απόφαση και αναφέρουν άλλα στοιχεία τα οποία, κατά την άποψή τους, υπονοούν ότι η κοινή ρύθμιση δεν υπήρξε. Εξάλλου, προσκομίζουν έκθεση την οποία προετοίμασαν σύμβουλοι (στο εξής: εξωτερική έκθεση), η οποία φέρεται ότι θεμελιώνει την εναλλακτική εξήγηση που προβάλλουν ως προς τα πραγματικά περιστατικά.
78 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως, και ειδικότερα η ανάληψη δεσμεύσεως των ιαπωνικών επιχειρήσεων να μη διεισδύσουν στην αγορά του ΕΟΧ, αποδείχθηκε επαρκώς κατά νόμον από σύνολο αποδεικτικών στοιχείων στα οποία περιλαμβάνονται έγγραφες αποδείξεις, δηλώσεις επιχειρήσεων, μαρτυρίες, καθώς και στοιχεία σχετικά με την ουσιαστική λειτουργία της συμπράξεως.
79 Επομένως, πρέπει να εκτιμηθεί η αξιοπιστία και το περιεχόμενο των διαφόρων οικείων στοιχείων για να εξακριβωθεί αν, εξεταζόμενα συνολικώς, τα στοιχεία που προέβαλε η Επιτροπή θεμελιώνουν σταθερή πεποίθηση ως προς την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως, η οποία δεν μπορεί να διακυβευθεί από τα στοιχεία που προβάλλουν οι προσφεύγουσες.
Επί της συμφωνίας GQ και της συμφωνίας EQ
– Επιχειρήματα των διαδίκων
80 Οι προσφεύγουσες διατείνονται, αφενός, ότι η συμφωνία GQ και η συμφωνία EQ δεν περιλαμβάνουν καμία μνεία της κοινής ρυθμίσεως, ενώ μάλιστα, με τις συμφωνίες αυτές, καθορίζονται λεπτομερώς οι κανόνες της συμπράξεως. Συναφώς, το παράρτημα 2 της συμφωνίας GQ δεν αντανακλά την ύπαρξη της εν λόγω κοινής ρυθμίσεως, αλλά τον αποκλεισμό των χωρών της δυτικής Ευρώπης του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας.
81 Αφετέρου, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν την ύπαρξη στενής σχέσης μεταξύ της συμφωνίας GQ και της συμφωνίας EQ. Κατά τις προσφεύγουσες, παρά τον λεπτομερή χαρακτήρα της, η συμφωνία GQ δεν αναφέρει καθόλου τη συμφωνία EQ. Εξάλλου, οι Ιάπωνες παραγωγοί δεν ήσαν μέρος στη συμφωνία EQ και δεν γνώριζαν το περιεχόμενό της.
82 Κατά συνέπεια, οι προσφεύγουσες φρονούν ότι, η συμφωνία GQ και η συμφωνία EQ δεν συνιστούν έγγραφες αποδείξεις περί της υπάρξεως της κοινής ρυθμίσεως. Εφόσον οι εν λόγω συμφωνίες δεν αναφέρουν την κοινή ρύθμιση, παρά την προβαλλομένη ουσιώδη σημασία της κοινής αυτής ρυθμίσεως στη διεθνή σύμπραξη, το περιεχόμενό τους αποδεικνύει μάλιστα ότι η εν λόγω ρύθμιση δεν υπήρξε.
83 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη βασιμότητα των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
84 Συνομολογείται μεταξύ των διαδίκων ότι η συμφωνία GQ προβλέπει την οργάνωση συμπράξεως σχετικά με τα έργα ΕΜΜΑ σε διεθνές επίπεδο. Ωστόσο, αφενός, όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, η συμφωνία αυτή δεν αναφέρει την κοινή ρύθμιση και, αφετέρου, κατά το παράρτημα 2, η εν λόγω συμφωνία αποκλείει του πεδίου εφαρμογής της την Ιαπωνία, τα δώδεκα κράτη μέλη της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας καθώς και πέντε άλλες χώρες της δυτικής Ευρώπης.
85 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η συμφωνία GQ αποτελεί έγγραφη απόδειξη της υπάρξεως της κοινής ρυθμίσεως. Συγκεκριμένα, η ερμηνεία της Επιτροπής, ότι ο αποκλεισμός των ευρωπαϊκών χωρών και της Ιαπωνίας οφειλόταν στην ύπαρξη της εν λόγω ρυθμίσεως, δεν είναι, a priori, περισσότερο αληθοφανής από την αντίθετη ερμηνεία την οποία προβάλλουν οι προσφεύγουσες.
86 Η συμφωνία EQ, είναι συμφωνία εκτελέσεως της συμφωνίας GQ, σχετικά, μεταξύ άλλων, με την κατανομή της κοινής «ευρωπαϊκής» ποσοστώσεως που προβλέπει η τελευταία αυτή συμφωνία. Στο μέτρο αυτό, υφίσταται κάποια σχέση μεταξύ των εν λόγω συμφωνιών. Ωστόσο, η συμφωνία EQ συνάφθηκε μόνον από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Συνεπώς, οι προσφεύγουσες δεν μετείχαν. Εξάλλου, η συμφωνία αυτή δεν αναφέρει ρητώς την κοινή ρύθμιση.
87 Συναφώς, επισημαίνεται επίσης ότι, σύμφωνα με το σημείο 4 του μέρους «E (E-Members)» του παραρτήματος 2 της συμφωνίας EQ, οι Ευρωπαίοι παραγωγοί «αποφασίζουν περί της κοινοποιήσεως των ευρωπαϊκών έργων στον [όμιλο Ιαπώνων κατασκευαστών]». Από το πλαίσιο του παραρτήματος 2 προκύπτει ότι η κοινοποίηση των πληροφοριακών στοιχείων έπρεπε να λάβει χώρα πριν από την ανάθεση των οικείων έργων ΕΜΜΑ.
88 Το στοιχείο αυτό καθιστά δυνατή την απόρριψη, σε κάποιο βαθμό, της επιχειρηματολογίας των προσφευγουσών, εφόσον προϋποθέτει ότι οι Ευρωπαίοι παραγωγοί φρονούν ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί μπορεί να ενδιαφέρονται, τουλάχιστον, για τη διαδικασία αναθέσεως ορισμένων έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ, και, συνεπώς, ήσαν δυνητικοί ανταγωνιστές για τα έργα αυτά.
89 Ωστόσο, κανένα στοιχείο της συμφωνίας EQ και κανένα από τα στοιχεία που προέβαλε η Επιτροπή δεν αποδεικνύει ότι ο οικείος μηχανισμός τέθηκε σε εφαρμογή από τους Ευρωπαίους παραγωγούς ή ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί εγνώριζαν την ύπαρξή του.
90 Επομένως, η συμφωνία EQ συνιστά μια απλή ένδειξη βάσει της οποίας μπορεί να υποτεθεί ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί θεωρούνταν αξιόπιστοι ανταγωνιστές για την προμήθεια ορισμένων έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή.
91 Εξάλλου, παρατηρείται ότι η ανάληψη δεσμεύσεως ενός ομίλου παραγωγών να μη διεισδύσουν σε αγορά που επιφυλάσσεται σε άλλον όμιλο, όπως η προσαπτόμενη από την Επιτροπή στους Ιάπωνες παραγωγούς ανάληψη δεσμεύσεων, στηρίζεται σε απλή προσέγγιση η οποία μπορεί να τύχει ευκόλως εφαρμογής. Ομοίως, η εφαρμογή αυτή δεν απαιτεί, κατ’ αρχήν, αλληλεπίδραση μεταξύ των οικείων επιχειρήσεων. Κατά συνέπεια, η ανάληψη αυτή δεσμεύσεων μπορεί να ισχύει πλήρως ως μη γραπτή ρύθμιση, όπερ καθιστά επίσης δυνατή τη μείωση του κινδύνου να αποκαλυφθεί. Συναφώς, η Επιτροπή επισήμανε στις αιτιολογικές σκέψεις 170 έως 176 της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι, εν προκειμένω, οι συμμετέχουσες στη σύμπραξη έλαβαν πολλά οργανωτικά και τεχνικά προληπτικά μέτρα για να αποφύγουν τη δημοσιοποίησή της.
92 Μολονότι είναι αληθές ότι ο μηχανισμός κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή μετά την κατανομή των οικείων έργων ΕΜΜΑ, όπως ο προβληθείς από την Επιτροπή, απαιτεί ορισμένα μέτρα εφαρμογής, τα μέτρα αυτά δεν ήταν ωστόσο ιδιαίτερα πολύπλοκα, εφόσον συνίστανται ουσιαστικώς στην κοινοποίηση ορισμένων στοιχείων από τον ευρωπαϊκό όμιλο στον ιαπωνικό όμιλο, η οποία, εξάλλου, ήταν παράλληλη με την εφαρμογή δυνάμει της συμφωνίας GQ όσον αφορά τα έργα ΕΜΜΑ εκτός του ΕΟΧ. Κατά συνέπεια, τα εν λόγω μέτρα δεν απαιτούσαν προφανώς οπωσδήποτε γραπτούς κανόνες.
Επί των δηλώσεων της ABB
– Επιχειρήματα των διαδίκων
93 Προκαταρκτικώς, οι προσφεύγουσες επαναλαμβάνουν ότι τα προβληθέντα από την ABB στοιχεία στο πλαίσιο της αιτήσεώς της περί απαλλαγής από τα πρόστιμα, και, μεταξύ άλλων, οι δηλώσεις στις οποίες προέβη μετά τη χορήγηση υπό όρους απαλλαγής από την Επιτροπή, πρέπει να εκτιμηθούν υπό το πρίσμα της πιέσεως στην οποία υπέκειτο η ABB, καθόσον η ΑΒΒ επιθυμούσε να διατηρήσει το όφελος της απαλλαγής της, ελαχιστοποιώντας τη σοβαρότητα της δικής της συμπεριφοράς και μεγιστοποιώντας τη συμπεριφορά των λοιπών εμπλεκομένων επιχειρήσεων. Εν προκειμένω, η πίεση αυτή εκδηλώθηκε με μεροληπτικές δηλώσεις της ABB κατά την ακρόαση ενώπιον της Επιτροπής και στο πλαίσιο παράλληλης διαδικασίας, την οποία διεξήγαγε η τσεχική αρχή ανταγωνισμού.
94 Οι προσφεύγουσες προσθέτουν ότι οι δηλώσεις της ABB δεν χρονολογούνται από τον χρόνο επελεύσεως των πραγματικών περιστατικών, δεν προσκομίζουν επαρκώς διευκρινίσεις ως προς την κοινή ρύθμιση και εξελίχθηκαν μέσα στον χρόνο, όπερ μειώνει την αποδεικτική τους ισχύ.
95 Στην αρχική αίτησή της περί απαλλαγής από τα πρόστιμα από [3 Μαρτίου 2004], η ABB δεν ανέφερε την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως, για την οποία κάνει μόνον λόγο στις από 11 Μαρτίου 2004 παρατηρήσεις της.
96 Ως προς τις παρατηρήσεις της ABB της 11ης Μαρτίου 2004, οι προσφεύγουσες παρατηρούν, πρώτον, ότι, όταν η ABB επικαλείται τη συμμετοχή ιαπωνικών επιχειρήσεων στην κοινή ρύθμιση, η ΑΒΒ παραπέμπει προφανώς στην JAEPS και στην TM T & D Corp., κοινή εταιρία της Toshiba και της Melco η οποία εκμεταλλεύθηκε τις δραστηριότητες σε θέματα ΕΜΜΑ των τελευταίων αυτών εταιριών μεταξύ Οκτωβρίου 2002 και Απριλίου 2005. Ωστόσο, με την προσβαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή ερμήνευσε ότι οι δηλώσεις της ABB όχι μόνον αναφέρονται σε όλη την περίοδο κατά την οποία διήρκεσε η παράβαση από το 1988, ενώ ούτε η TM T & D ούτε η JAEPS υπήρχαν κατά τον χρόνο εκείνο, αλλά μόνον ότι, πλην των εν λόγω δύο εταιριών, εμπλέκονται η Hitachi και η Hitachi Europe.
97 Δεύτερον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, με τις από 11 Μαρτίου 2004 παρατηρήσεις της, η ABB απλώς έκανε αόριστες δηλώσεις όσον αφορά τη διάρκεια της συμπράξεως, επικεντρωνόμενη στην περίοδο μεταξύ 1999 και 2002.
98 Τρίτον, οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι ο αόριστος και αντιφατικός χαρακτήρας των παρατηρήσεων της ABB της 11ης Μαρτίου 2004 δημιουργεί τη σκέψη ότι πρόκειται μάλλον για εικασία του προσωπικού της ΑΒΒ ως προς τους όρους της αγοράς παρά για απόδειξη ρητής συμφωνίας για την οποία υπήρχε κοινή βούληση.
99 Τέταρτον, οι προσφεύγουσες φρονούν ότι η ABB, με τις από 11 Μαρτίου 2004 παρατηρήσεις της, επιβεβαίωσε εκ προοιμίου ότι οι οικείες επιχειρήσεις θεωρούσαν ότι, λόγω των νομικών, τεχνικών και εμπορικών εμποδίων, η είσοδος στην ευρωπαϊκή αγορά ήταν δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, οποιαδήποτε ρητή συμφωνία περιλαμβάνουσα την ανάληψη δεσμεύσεως περί μη διεισδύσεως στην επίδικη αγορά ήταν άνευ αντικειμένου.
100 Τέλος, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η ABB, με τις από 4 Οκτωβρίου 2005 παρατηρήσεις της, οι οποίες διατυπώθηκαν κατόπιν της καταθέσεως των παρατηρήσεών τους καθώς και των παρατηρήσεων των λοιπών Ιαπώνων παραγωγών που εξηγούσαν την ύπαρξη των προαναφερθέντων εμποδίων, τροποποίησε τις προηγούμενες δηλώσεις της περί της κοινής ρυθμίσεως, εφόσον, μεταξύ άλλων, δήλωσε ότι τα εμπόδια για την είσοδο στην ευρωπαϊκή αγορά μπορούσαν να υπερπηδηθούν και, κατά συνέπεια, ήταν δυνατή από οικονομικής απόψεως η είσοδος των Ιαπώνων παραγωγών. Ωστόσο, η αποδεικτική αξίας της εκπρόθεσμης αυτής δηλώσεως, η οποία τροποποιεί ριζικώς τις προηγούμενες δηλώσεις, εγείρει αμφιβολίες σύμφωνα με τις προσφεύγουσες.
101 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη βασιμότητα των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
102 Όσον αφορά την αξιοπιστία των δηλώσεων της ABB, στις οποίες προέβη στο πλαίσιο της αιτήσεώς της περί απαλλαγής από τα πρόστιμα, εκτέθηκε στις σκέψεις 72 και 73 ανωτέρω ότι το γεγονός και μόνον ότι ζήτησε υπέρ αυτής την εφαρμογή της ανακοινώσεως περί επιεικείας για να επιτύχει την εν λόγω απαλλαγή δεν δημιουργεί οπωσδήποτε παρότρυνση για την προσκόμιση παραποιημένων αποδεικτικών στοιχείων όσον αφορά τη συμμετοχή των λοιπών μελών της συμπράξεως.
103 Οι συγκεκριμένες περιστάσεις που φέρονται ότι πιστοποιούν την πίεση την οποία υφίστατο η ABB δεν δύνανται να επηρεάσουν τη διαπίστωση αυτή. Συγκεκριμένα, κατά την ενώπιον της Επιτροπής ακρόαση, η ABB απλώς εξέθεσε το πραγματικό πλαίσιο της συμπράξεως και προέβαλε ότι τα πραγματικά στοιχεία που προσκόμισε στην Επιτροπή δικαιολογούσαν να της χορηγηθεί απαλλαγή από τα πρόστιμα. Στο πλαίσιο της διαδικασίας που διεξήγαγε η τσεχική αρχή ανταγωνισμού, η παρέμβαση της ABB περιελάμβανε, πλην των δύο αυτών μερών, ένα μέρος σχετικά με τη νομική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών καθώς και παρατηρήσεις επί της ανακοινώσεως των αιτιάσεων. Ωστόσο, στις δύο αυτές περιπτώσεις, η ABB δεν υπερέβη αυτό που αναμένεται από επιχείρηση η οποία ζήτησε απαλλαγή από τα πρόστιμα και η οποία επιθυμεί να διασφαλίσει, μέσω πλήρους συνεργασίας με την οικεία αρχή, τη διατήρηση της υπό όρους απαλλαγής που της χορηγήθηκε. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η αξιοπιστία των δηλώσεων της ABB διακυβεύεται λόγω του ότι η ΑΒΒ ζήτησε υπέρ αυτής απαλλαγή από τα πρόστιμα.
104 Το επιχείρημα των προσφευγουσών που αντλείται από το ότι οι δηλώσεις της ABB δεν χρονολογούνται από τον χρόνο επελεύσεως των πραγματικών περιστατικών δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, αφενός, οι δηλώσεις που υπέβαλε στην Επιτροπή επιχείρηση στο πλαίσιο αιτήσεως περί απαλλαγής από τα πρόστιμα δεν μπορούν, εξ ορισμού, να συμπίπτουν χρονικώς με το σύνολο της προβαλλομένης παραβατικής συμπεριφοράς, χωρίς το γεγονός αυτό να τους αφαιρεί κάθε αποδεικτική αξία. Αφετέρου, εν προκειμένω, η ABB προέβαλε την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως από τις 11 Μαρτίου 2004, ήτοι πριν από το τέλος της παραβάσεως την οποία αφορά τη προσβαλλομένη απόφαση.
105 Όσον αφορά το περιεχόμενο των διαφόρων δηλώσεων της ABB, πρώτον, δεν μπορεί να αποδοθεί ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι δεν υπάρχει μνεία της κοινής ρυθμίσεως στην αρχική αίτηση, ήτοι στην αίτηση περί χορηγήσεως απαλλαγής από τα πρόστιμα της 3ης Μαρτίου 2004. Συγκεκριμένα, κατά την πρώτη επαφή με την Επιτροπή στο πλαίσιο της αιτήσεως περί απαλλαγής από τα πρόστιμα, είναι φυσικό η εν λόγω επιχείρηση να μην περιγράψει λεπτομερώς όλες τις πτυχές της παραβάσεως, την ύπαρξη της οποίας σκοπεί να αποκαλύψει.
106 Εξάλλου, μολονότι, στην αρχική αίτηση, η ABB δεν αναφέρει ρητώς την κοινή ρύθμιση, αναφέρει ωστόσο ότι η JAEPS και η TM T & D περιλαμβάνονταν μεταξύ των συμμετεχουσών στη σύμπραξη και η σύμπραξη κάλυπτε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πάντως, κατά την άποψη της ABB, ο ισχυρισμός αυτός συνεπάγεται ότι οι δύο οικείες εταιρίες έλαβαν μέρος στην κοινή ρύθμιση.
107 Δεύτερον, με τις από 11 Μαρτίου 2004 παρατηρήσεις της, ήτοι πριν της χορηγηθεί η υπό όρους απαλλαγή, η ABB προέβαλε ρητώς την ύπαρξη κοινής συμφωνίας δυνάμει της οποίας οι δύο ιαπωνικές εταιρίες δεν θα υπέβαλαν προσφορές για τα ευρωπαϊκά έργα και οι ευρωπαϊκές εταιρίες για τα ιαπωνικά έργα.
108 Στο πλαίσιο αυτό, είναι φυσικό ότι η ABB έκανε μνεία των δύο ιαπωνικών εταιριών, ήτοι της JAEPS και της TM T & D, εφόσον, κατά τη στιγμή υποβολής των δηλώσεών της, εντός των δύο αυτών κοινών εταιριών είχαν συγκεντρωθεί οι δραστηριότητες σε θέματα ΕΜΜΑ της επιχειρήσεως Hitachi, της Fuji, της Toshiba και της Melco. Ωστόσο, η Επιτροπή δικαιούνταν να ερμηνεύσει τη δήλωση αυτή ως υποδηλώνουσα ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις μετείχαν οι ίδιες στην κοινή ρύθμιση. Συγκεκριμένα, με την αρχική αίτηση, η ABB είχε ήδη διευκρινίσει ότι, εξ όσων γνώριζε, το καρτέλ υφίστατο πλέον των δέκα ετών, όπερ συνεπάγεται ότι η ύπαρξή του προϋπήρχε σημαντικά της δημιουργίας της JAEPS και της TM T & D.
109 Ομοίως, βάσει του συνδυασμού των παρατηρήσεων της ABB της 11ης Μαρτίου 2004 και της αρχικής της αιτήσεως μπορεί να απορριφθεί το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η ABB δεν προσκόμισε διευκρινίσεις ως προς τη διάρκεια της συμπράξεως. Συγκεκριμένα, με την αρχική της αίτηση, η ABB ανέφερε ότι η σύμπραξη λειτουργούσε τουλάχιστον από το 1994 και οι από 11 Μαρτίου 2004 παρατηρήσεις της δεν αντικρούουν τη διαπίστωση αυτή.
110 Εξάλλου, η ABB δήλωσε μεν ότι η κοινή ρύθμιση στηριζόταν στο γεγονός ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί δεν ήσαν αποδεκτοί από τους Ευρωπαίους πελάτες και έπρεπε να αντιμετωπίσουν ορισμένα εμπόδια στην ευρωπαϊκή αγορά. Ωστόσο, από τις παρατηρήσεις της 11ης Μαρτίου 2004 προκύπτει αναμφισβήτητα ότι, κατά την ΑΒΒ, οι εμπλεκόμενες ιαπωνικές επιχειρήσεις δεν περιορίστηκαν στη διαπίστωση της υπάρξεως των εν λόγω εμποδίων, αλλά ανέλαβαν τη δέσμευση, έναντι των ευρωπαίων συνεταίρων τους, να μην διεισδύσουν στην αγορά του ΕΟΧ. Επομένως, αντί να καταστήσουν την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως άνευ αντικειμένου, τα εμπόδια εισόδου στην εν λόγω αγορά αποτελούν παράγοντα ο οποίος οδήγησε στη σύναψη της εν λόγω ρυθμίσεως. Εξάλλου, επισημαίνεται ότι, η διαπίστωση αυτή δεν είναι παράδοξη, εφόσον είναι φυσικό ένας παραγωγός, στο πλαίσιο κατανομής των αγορών όπως η προβαλλομένη εν προκειμένω από την Επιτροπή κατανομή, να εγκαταλείψει στους ανταγωνιστές του τις αγορές στις οποίες η θέση του είναι ασθενής.
111 Τρίτον, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός των προσφευγουσών ότι οι παρατηρήσεις της ABB της 4ης Οκτωβρίου 2005 αντιφάσκουν τις προηγούμενες δηλώσεις της. Συγκεκριμένα, με τις παρατηρήσεις αυτές, η ABB επιβεβαίωσε την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως. Μολονότι τόνισε, με την ευκαιρία αυτή, ότι τα εμπόδια τα οποία αντιμετώπιζαν οι Ιάπωνες παραγωγοί αν ήθελαν να διεισδύσουν στην αγορά του ΕΟΧ, μπορούσαν να υπερπηδηθούν, ωστόσο η διαπίστωση αυτή δεν αντιφάσκει με τις από 11 Μαρτίου 2004 δηλώσεις, στις οποίες δεν αναφέρεται ότι η διείσδυση στην εν λόγω αγορά είναι αδύνατη, αλλά μόνον ότι ήταν δυσχερής.
112 Συνεπώς, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, οι από 4 Οκτωβρίου 2005 παρατηρήσεις της ABB αποτελούν διευκρίνιση η οποία έχει συνοχή με τις προηγούμενες δηλώσεις της.
113 Κατόπιν των προηγουμένων, συνάγεται ότι οι δηλώσεις της ABB αποτελούν στοιχείο δυνάμενο να αποδείξει την κοινή ρύθμιση, εφόσον γίνεται επίκληση της υπάρξεως της εν λόγω ρυθμίσεως, περιγράφεται το ουσιώδες περιεχόμενο της ρυθμίσεως αυτής και προσκομίζονται στοιχεία ως προς τη διάρκεια και τους συμμετέχοντες.
114 Εξάλλου, οι δηλώσεις της ABB έχουν συνοχή, προσκομίστηκαν επ’ ονόματι επιχειρήσεως και από το περιεχόμενό τους προκύπτει ότι στηρίζονται σε εσωτερικές έρευνες καθώς και σε συζητήσεις με τους υπαλλήλους της επιχειρήσεως αυτής. Συνεπώς, πρέπει να τους αναγνωριστεί ορισμένη αποδεικτική αξίας. Ωστόσο, δυνάμει της εκτεθείσας στη σκέψη 68 ανωτέρω νομολογίας, το περιεχόμενό τους πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να επιβεβαιωθεί από άλλα στοιχεία.
Επί των μαρτυριών των υπαλλήλων και ενός πρώην υπαλλήλου της ABB
– Επιχειρήματα των διαδίκων
115 Προκαταρκτικώς, οι προσφεύγουσες επαναλαμβάνουν το επιχείρημά τους ότι η αποδεικτική αξίας των στοιχείων που προσκόμισε η ABB μειώνεται λόγω του ότι η ΑΒΒ ζήτησε υπέρ αυτής απαλλαγή από τα πρόστιμα.
116 Οι προσφεύγουσες διευκρινίζουν, συναφώς, ότι οι μαρτυρίες των υπαλλήλων και ενός πρώην υπαλλήλου της ABB έγιναν κατά τις συζητήσεις που έλαβαν χώρα τον Σεπτέμβριο του 2005, ήτοι 18 μήνες μετά την πρώτη αίτηση περί απαλλαγής από τα πρόστιμα, κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής και παρουσία του προσωπικού της καθώς και του νομικού συμβούλου της ABB, ο οποίος μάλιστα παρενέβη ενεργά κατά την συνομιλία με τον M.
117 Ομοίως, από ορισμένες παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν κατά τις εν λόγω συνομιλίες προκύπτει, κατά τις προσφεύγουσες, ότι είχαν γίνει προηγουμένως προκαταρκτικές συναντήσεις και είχε καταρτιστεί τουλάχιστον ένα γραπτό υπόμνημα. Μεταξύ άλλων, οι δηλώσεις του M. προκλήθηκαν προφανώς από μια προκαταρκτική συνομιλία με τον εξωτερικό σύμβουλο της ABB η οποία έλαβε χώρα την ημέρα της ακροάσεως. Παρά το γεγονός αυτό, υφίστανται αντιφάσεις στις διάφορες μαρτυρίες.
118 Εξάλλου, οι μάρτυρες είχαν ειδοποιηθεί για τη σημασία των συνομιλιών ως προς την τύχη που επιφυλασσόταν στην αίτηση της ΑΒΒ περί απαλλαγής από τα πρόστιμα. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις προσφεύγουσες, οι εν λόγω μάρτυρες είχαν προσωπικό συμφέρον να προσκομίσουν στην Επιτροπή στοιχεία ενισχύοντα την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως. Ειδικότερα, το μοναδικό κίνητρο του M. να συμμετάσχει στη διαδικασία ήταν η διατήρηση των αποδοχών τις οποίες του χορηγούσε η ABB κατά τη συνταξιοδότησή του.
119 Αντιθέτως, κατά τις προσφεύγουσες, δεν υπήρχε κίνδυνος να θιγεί η ΑΒΒ από τις μαρτυρίες, εφόσον θα κρίνονταν ευνοϊκώς στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της αιτήσεώς της περί απαλλαγής από τα πρόστιμα.
120 Περαιτέρω, οι δηλώσεις των μαρτύρων δεν καταρτίστηκαν γραπτώς ούτε επανεξετάστηκαν από τους ίδιους προς επαλήθευση της ακρίβειάς τους. Επομένως, δεν διατυπώθηκαν κατόπιν ωρίμου σκέψεως. Οι μάρτυρες εκφράστηκαν υπό την ιδιότητα υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου, και όχι υπό την ιδιότητα επισήμων εκπροσώπων της ABB.
121 Οι προσφεύγουσες προσθέτουν ότι, σε πολλές περιπτώσεις, τα ερωτηθέντα πρόσωπα δεν ήσαν οι άμεσοι μάρτυρες των γεγονότων στα οποία αναφέρονται. Ειδικότερα, ο M. δεν ήταν άμεσος μάρτυρας της αρχής της κοινής ρυθμίσεως, ούτε καν της προβαλλομένης συνάψεώς της στις 15 Απριλίου 1988, εφόσον ανέφερε ότι η ρύθμιση υφίστατο, ενώ ίσως δεν είχε καν δημιουργηθεί.
122 Εξάλλου, επανειλημμένως, η μαρτυρία του M. του Σεπτεμβρίου 2005 αντιφάσκει τις προγενέστερες παρατηρήσεις της ABB, οι οποίες στηρίζονται σε προγενέστερες της μαρτυρίας αυτής δηλώσεις και η διατύπωση που χρησιμοποίησε ο Μ. είναι ανακριβής και προτάθηκε από την Επιτροπή ή από τον εξωτερικό σύμβουλο της ABB. Επιπλέον, το γεγονός ότι δεν θυμήθηκε την ύπαρξη της συμφωνίας GE πριν από τον Νοέμβριο 2006 δημιουργεί πρόσθετη αμφιβολία ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας του.
123 Η Επιτροπή αναγνώρισε την αμελητέα αποδεικτική αξία της μαρτυρίας του M., εφόσον η μαρτυρία αυτή χρησιμοποιεί επιλεκτικώς ορισμένα στοιχεία.
124 Όσον αφορά το περιεχόμενο των μαρτυριών, ουδείς από τους μάρτυρες ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει τη διάρκεια της κοινής ρυθμίσεως, εφόσον ο M. έκρινε ότι ο μηχανισμός της συμφωνίας GQ και επομένως, σιωπηρώς, η ίδια η συμφωνία έπαυσε να υπάρχει το 2002, ενώ οι λοιποί μάρτυρες διατείνονται ότι η ρύθμιση ίσχυε σε διάφορες περιόδους μεταξύ 2002 και 2004. Ομοίως, κανένας μάρτυρας δεν χρησιμοποίησε τον όρο «κοινή ρύθμιση» και οι αναφορές στην ύπαρξη συμπράξεων ζητήθηκαν από την Επιτροπή και δεν διατυπώθηκαν εκουσίως.
125 Οι προσφεύγουσες διευκρινίζουν, συναφώς, ότι, ενώ η Επιτροπή είχε εκθέσει την ιδέα της κοινής ρυθμίσεως κατά τη συνομιλία με τον Wi., ο Wi. ήταν σε θέση να υποβάλει παρατηρήσεις μόνον όσον αφορά την περίοδο από τον Ιούλιο 2002 έως τον Ιανουάριο 2004. Οι παρατηρήσεις του P. σχετικά με την κοινή ρύθμιση ήταν επίσης το ίδιο αόριστες, όπερ οδήγησε την Επιτροπή να προσπαθήσει να τον πείσει να αντικαταστήσει την αόριστη φρασεολογία με πιο ρητή διατύπωση επιβεβαιώνουσα την άποψη της Επιτροπής. Ο V.-A., πληροφόρησε εκ προοιμίου την Επιτροπή, κατά τη συνομιλία του, για το ότι η Ευρώπη και η Βόρειος Αμερική αποκλείονταν της συμπράξεως. Όπως και στην περίπτωση του P., η Επιτροπή έθεσε την ιδέα της κοινής ρυθμίσεως αργότερα στη συζήτηση. Επομένως, οι τρεις επίδικες μαρτυρίες είναι ανακριβείς, δεν έχουν συνοχή και, επομένως, δεν αποτελούν προϊόν εμπεριστατωμένης σκέψεως.
126 Όσον αφορά τη μαρτυρία του M., οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η αρχική του δήλωση, σχετικά με την αμοιβαία προστασία των εγχώριων αγορών, αφορά τις κατασκευάστριες χώρες και όχι την κοινή ρύθμιση όπως την καθορίζει η Επιτροπή. Επίσης, είναι αόριστες οι δηλώσεις του περί της κοινής ρυθμίσεως.
127 Οι προσφεύγουσες παρατηρούν, επίσης, ότι ο M. δεν επιβεβαίωσε ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί είναι ικανοί να πωλούν προϊόντα ΕΜΜΑ στην ευρωπαϊκή αγορά. Συγκεκριμένα, ακόμα και μετά την παρέμβαση του εξωτερικού συμβούλου της ABB ο οποίος προσπάθησε να κατευθύνει τον μάρτυρα, ο μάρτυρας αυτός ενέμεινε στο ότι η συμμετοχή των Ιαπώνων παραγωγών στην ευρωπαϊκή αγορά ήταν πολύ σπάνια.
128 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη βασιμότητα των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
129 Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι οι μαρτυρίες των υπαλλήλων και του πρώην υπαλλήλου της ABB δεν συνιστούν διαφορετικά στοιχεία, ανεξάρτητα από τις δηλώσεις της ΑΒΒ, εφόσον οι μάρτυρες εκφράστηκαν ενώπιον της Επιτροπής κατόπιν πρωτοβουλίας της ABB και στο πλαίσιο της υποχρεώσεως της συνεργασίας της ΑΒΒ βάσει της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, επωφελούμενοι της παρουσίας του εξωτερικού συμβούλου της ABB. Κατά συνέπεια, οι οικείες μαρτυρίες δεν είναι κατάλληλες προς επιβεβαίωση των δηλώσεων της ABB υπό την έννοια της παρατεθείσας στη σκέψη 68 ανωτέρω νομολογίας. Συμπληρώνουν μάλλον τις δηλώσεις αυτές, των οποίων μπορούν να διευκρινίσουν και συγκεκριμενοποιήσουν το περιεχόμενο. Συνεπώς, πρέπει επίσης να επιβεβαιωθούν με άλλα αποδεικτικά στοιχεία.
130 Καθόσον οι προσφεύγουσες προβάλλουν το ζήτημα της αξιοπιστίας των μαρτυριών των υπαλλήλων και του πρώην υπαλλήλου επιχειρήσεως που ζήτησε υπέρ αυτής απαλλαγή από τα πρόστιμα, από τις σκέψεις 72 και 73 ανωτέρω προκύπτει ότι δεν πρέπει αυτομάτως να εξεταστούν με περίσκεψη τα στοιχεία αυτά. Όσον αφορά τα ατομικά κίνητρα των μαρτύρων, είναι βεβαίως πιθανόν ότι οι υπάλληλοι της επιχειρήσεως αυτής, οι οποίοι υποχρεούνται να δρουν προς το συμφέρον της, συντάσσονται με τη βούληση υποβολής των κατά το δυνατό περισσότερων επιβαρυντικών στοιχείων, δεδομένου ότι και η συνεργασία τους στο πλαίσιο της διαδικασίας μπορεί να έχει θετική επίδραση στο επαγγελματικό τους μέλλον. Ωστόσο, αν πρόκειται περί αυτού, οι εν λόγω υπάλληλοι έχουν επίσης συνείδηση των τυχόν αρνητικών συνεπειών της υποβολής ανακριβών στοιχείων, τα οποία καθίστανται ακόμα πιο ευαίσθητα λόγω της απαιτήσεως επιβεβαιώσεώς τους.
131 Όσον αφορά τον M., πρώην υπάλληλο της ABB, δεν υποχρεούται, κατ’ αρχήν, πλέον να δρα προς το συμφέρον του πρώην εργοδότη του όσον αφορά την εκούσια συνεργασία σε διοικητική διαδικασία. Ωστόσο, το γεγονός αυτό συνεπάγεται επίσης ότι, κατ’ αρχήν, δεν έχει συμφέρον να αναφέρει ανακριβή στοιχεία στο πλαίσιο αυτό. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατά τη στιγμή υποβολής της μαρτυρίας του, ο M. είχε ήδη συνταξιοδοτηθεί. Υπό τις συνθήκες αυτές, η μη συνεργασία του στη διοικητική διαδικασία δεν έχει προφανώς δυσμενείς συνέπειες γι’ αυτόν, μεταξύ άλλων, όσον αφορά τις αμοιβές τις οποίες προβάλλεται ότι του χορηγεί η ABB.
132 Ούτε το γεγονός ότι μεσολάβησε ορισμένο διάστημα μεταξύ της υποβολής τη αιτήσεως περί απαλλαγής από τα πρόστιμα και των συνομιλιών με τους μάρτυρες διακυβεύει, καθεαυτό, την αποδεικτική αξία των συλλεγεισών μαρτυριών. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δικαιολογημένα συλλέγει πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία κατά τη διάρκεια της έρευνάς της, ώστε να διαθέτει όλα τα στοιχεία που είναι κρίσιμα για την εκτίμηση της υπάρξεως παραβάσεως, μεταξύ άλλων, υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων των οικείων επιχειρήσεων.
133 Αντιθέτως, το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της υποβολής της μαρτυρίας και των πραγματικών περιστατικών στα οποία αναφέρεται μπορεί να είναι κρίσιμο για την εκτίμηση της αξιοπιστίας της, δεδομένου ότι οι μάρτυρες μπορούν να προσκομίσουν, γενικώς, λεπτομερέστερη και πιο αξιόπιστη μαρτυρία όσον αφορά τα πρόσφατα γεγονότα. Ωστόσο, εν προκειμένω, το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της παρουσίας των μαρτυριών τον Σεπτέμβριο 2005 και του τέλους της εμπλοκής των διαφόρων μαρτύρων στο καρτέλ, ήτοι τον Μάιο του 2004 για τους V.-A., W. και P. και τον Ιούνιο του 2002 για τον M., δεν είναι αρκούντως μεγάλο για να επηρεάσει την αξιοπιστία τους.
134 Η αξιοπιστία των μαρτυριών γενικώς δεν επηρεάζεται ούτε από την παρουσία του εξωτερικού συμβούλου της ABB κατά τις συνομιλίες, δεδομένου ότι οι μαρτυρίες υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της συνεργασίας της ABB βάσει της ανακοινώσεως περί της συνεργασίας και οι μάρτυρες ανέφεραν ρητώς, στην αρχή των αντιστοίχων συνομιλιών τους, ότι επιθυμούν να επικουρούνται από τον εν λόγω σύμβουλο.
135 Ασφαλώς, ο εξωτερικός σύμβουλος της ABB παρενέβη μια συγκεκριμένη στιγμή της συνομιλίας του M. για να του προτείνει ότι μπορούσε να είναι αποδοτικό για τους Ιάπωνες παραγωγούς να διεισδύσουν στην ευρωπαϊκή αγορά, πράγμα για το οποίο ο M. δεν ήταν προφανώς πεπεισμένος. Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι ο M. εξέφραζε αμφιβολίες ως προς το εμπορικό συμφέρον τέτοιου διαβήματος και να ληφθεί υπόψη το γεγονός αυτό κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της μαρτυρίας του. Ωστόσο, οι προσφεύγουσες δεν εξηγούν σε ποιο βαθμό η εν λόγω παρέμβαση του εξωτερικού συμβούλου της ABB θίγει την αξιοπιστία της μαρτυρίας του M. από άλλες απόψεις.
136 Όσον αφορά την προηγουμένη σύνταξη του υπομνήματος και την ύπαρξη προπαρασκευαστικών συνομιλιών, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι επιχείρηση η οποία ζήτησε υπέρ αυτής απαλλαγή από τα πρόστιμα προσδιόρισε εκ των προτέρων τα πραγματικά στοιχεία που είναι χρήσιμα για την αίτησή της και τους μάρτυρες που είναι ικανοί να εκφραστούν επί αυτών και ανέλυσε με τους μάρτυρες αυτούς το περιεχόμενο των γνώσεών τους.
137 Μπορεί να θεωρηθεί μόνον ότι οι οικείες μαρτυρίες δεν μπορούν να έχουν επιζήμια αποτελέσματα για την ABB. Συγκεκριμένα, καθόσον οι συνομιλίες πραγματοποιήθηκαν πριν από την αποστολή της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, ούτε η ABB ούτε οι υπάλληλοί της και ο πρώην υπάλληλός της μπορούσαν να είναι σίγουροι για την έκταση και το ακριβές περιεχόμενο των αιτιάσεων που θα προσάπτονταν στην ABB.
138 Αντιθέτως, ορθώς οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι οι οικείες μαρτυρίες δεν αποτελούν προφανώς αντικείμενο εμπεριστατωμένης σκέψεως και ούτε αναθεωρήθηκαν κατόπιν σκέψεως και συμπληρωματικών ελέγχων. Συγκεκριμένα, οι μαρτυρίες έγιναν προφορικώς και δεν υπάρχει ίχνος περί του ότι η Επιτροπή έθεσε προηγουμένως γραπτά ερωτήματα στους μάρτυρες ούτε περί του ότι οι δηλώσεις σχετικά με την κοινή ρύθμιση και τα εμπόδια εισόδου στην αγορά του ΕΟΧ ελέγχθηκαν και αναθεωρήθηκαν μεταγενέστερα από τους συντάκτες τους.
139 Ομοίως, δεν προκύπτει ότι οι μάρτυρες εκφράστηκαν ως επίσημοι εκπρόσωποι της ABB. Συγκεκριμένα, κατ’ αρχάς, τον ρόλο αυτό προφανώς είχαν, κατ’ ουσίαν, οι εξωτερικοί σύμβουλοι της ABB, από τους οποίους προέρχονται οι εξετασθείσες στις σκέψεις 102 έως 114 ανωτέρω δηλώσεις. Στη συνέχεια, όπως παρατηρήθηκε στη σκέψη 131 ανωτέρω, κατά τη στιγμή υποβολής της μαρτυρίας του, ο M., a priori, δεν υποχρεούνταν να δρα προς το συμφέρον του πρώην εργοδότη του και δεν υπάρχει περαιτέρω στοιχείο βάσει του οποίου μπορεί να υποτεθεί ότι ο ίδιος ή άλλος μάρτυρας είχε προετοιμαστεί συστηματικά για τη συνομιλία συμβουλευόμενος άλλους υπαλλήλους της ABB και τα έγγραφα που είχε η ΑΒΒ στη διάθεσή της. Τέλος, τα ερωτήματα που έθεσε η Επιτροπή κατά τις συνομιλίες δεν αφορούν την επίσημη θέση της ABB επί των συζητηθέντων θεμάτων, αλλά μάλλον τις προσωπικές γνώσεις των διαφόρων μαρτύρων.
140 Ο ισχυρισμός των προσφευγουσών ότι τα ερωτηθέντα πρόσωπα δεν ήταν συχνά οι άμεσοι μάρτυρες των οικείων γεγονότων πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, από τις μαρτυρίες προκύπτει ότι οι τέσσερις μάρτυρες μετείχαν προσωπικώς στις δραστηριότητες της συμπράξεως. Ειδικότερα, ο M. ήταν ένας από τους εκπροσώπους της ABB εντός της συμπράξεως μεταξύ 1988 και 2002, ήτοι κατά τη διάρκεια σχεδόν όλης της διάρκειας της λειτουργίας της, εφόσον η ABB ήταν η ίδια μια από τις κύριες συμμετέχουσες. Επομένως, ο M. ήταν άμεσος και σημαντικός μάρτυρας των περιστατικών τα οποία εξέθεσε.
141 Συναφώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με τη μαρτυρία του, ο M. επιβεβαίωσε ότι δεν ήταν παρών κατά τη σύναψη της κοινής ρυθμίσεως η οποία, κατά την άποψή του, ήταν προγενέστερη της υπογραφής της συμφωνίας GQ και της συμφωνίας EQ. Ομοίως, ερωτηθείς κατά πόσον το ζήτημα της κοινής ρυθμίσεως είχε προβληθεί κατά τις συναντήσεις στις οποίες έλαβε μέρος, ο M απάντησε ότι τούτο δεν ήταν αναγκαίο, εφόσον η κοινή ρύθμιση ήταν αυτονόητη. Ωστόσο, οι περιστάσεις αυτές δεν διακυβεύουν την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας του M. Συγκεκριμένα, αφενός, ένας μάρτυρας μπορεί να αποδείξει πλήρως ένα φαινόμενο διαρκείας μολονότι δεν έλαβε μέρος στην έναρξή του. Αφετέρου, μολονότι ο M. δήλωσε ότι το ζήτημα της κοινής ρυθμίσεως δεν είχε συζητηθεί ρητώς κατά τις συναντήσεις στις οποίες έλαβε μέρος, από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι, κατά την άποψή του, τούτο συνέβη διότι το περιεχόμενο της εν λόγω ρυθμίσεως είχε γίνει αντιληπτό, δεκτό και τεθεί σε εφαρμογή από τους μετέχοντες στη σύμπραξη χωρίς να χρειάζεται ρητή συζήτηση. Εξάλλου, καθόσον η ανάληψη δεσμεύσεως των ιαπωνικών επιχειρήσεων, την οποία προέβαλε η Επιτροπή, συνίσταται στην απλή παράλειψη ενέργειας και όχι σε θετική πράξη, η υποθετική αυτή περίπτωση είναι πιθανή.
142 Οι προσφεύγουσες δεν εκθέτουν λεπτομερώς την προβαλλομένη έλλειψη συνοχής των διαφόρων μαρτυριών. Επιπλέον, από τη σύγκριση των μαρτυριών, τόσο μεταξύ τους όσο και με τα άλλα στοιχεία που προσκόμισε η ABB, δεν προκύπτει έλλειψη συνοχής δυνάμενη να θίξει την αξιοπιστία των δηλώσεων σχετικά με την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως. Το μόνο σημείο αποκλίσεως το οποίο έχει κάποια σημασία συνδέεται με την ύπαρξη του εμπορικού συμφέροντος των ιαπωνικών επιχειρήσεων να διεισδύσουν στην ευρωπαϊκή αγορά. Πάντως, όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 156 έως 158 ανωτέρω, η θέση ορισμένων μαρτύρων επί του σημείου αυτού είναι υπό την επιφύλαξη των δηλώσεών τους σχετικά με την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως.
143 Όσον αφορά τον προβαλλόμενο ατελή χαρακτήρα της μαρτυρίας του M., παρατηρείται ότι δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι ένας μάρτυρας δεν είναι σε θέση να θυμηθεί, κατά τη διάρκεια μιας συνομιλίας, όλα τα έγγραφα στοιχεία που αφορούν μια σύμπραξη. Επιπλέον, μολονότι ο M. δεν αναφέρθηκε ρητώς στη συμφωνία GE κατά τη συνομιλία, επικαλέσθηκε ωστόσο την ανάθεση έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ, πραγματοποιηθείσα δυνάμει των συμφωνιών που προϋπήρχαν της συμφωνίας GQ, των οποίων, μεταξύ άλλων, αποτελεί μέρος η συμφωνία GE.
144 Ομοίως, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εκμεταλλεύθηκε το σύνολο των στοιχείων που περιλαμβάνονται σε μαρτυρία δεν συνεπάγεται ότι η μαρτυρία αυτή έχει αμελητέα αποδεικτική αξία. Συγκεκριμένα, είναι σύνηθες ότι ορισμένα στοιχεία είναι αλυσιτελή ή ότι ορισμένα περιστατικά αποδεικνύονται, με πειστικότερο τρόπο, από άλλα αποδεικτικά στοιχεία.
145 Όσον αφορά το περιεχόμενο των μαρτυριών, οι δηλώσεις σχετικά με τη διάρκεια της συμπράξεως έχουν συνοχή τόσο μεταξύ τους όσο και με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, αντιθέτως προς όσα προβάλλουν οι προσφεύγουσες.
146 Συγκεκριμένα, ο M. ανέφερε σαφώς ότι ο κανόνας του αμοιβαίου σεβασμού των εγχωρίων αγορών από τους ομίλους ευρωπαίων και ιαπώνων παραγωγών υπήρχε από πολλών ετών και μάλιστα ήταν προγενέστερος της συμφωνίας GQ.
147 Η δήλωση του M. ότι ο μηχανισμός της συμφωνίας GQ έπαυσε να υπάρχει το 2002 δεν συνεπάγεται, καθεαυτή, ότι έπαυσε επίσης η κοινή ρύθμιση. Αφενός, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, οι μέθοδοι λειτουργίας της συμπράξεως εξελίχθηκαν κάπως λόγω, μεταξύ άλλων, του γεγονότος ότι η Siemens και η επιχείρηση Hitachi συμμετείχαν εκ νέου στην εν λόγω σύμπραξη και, επομένως, ο M. έκρινε ότι η συμφωνία GQ, όπως υπογράφηκε το 1988 και αναθεωρήθηκε στη συνέχεια, έπαυσε να εφαρμόζεται. Το γεγονός αυτό ισχύει με την επιφύλαξη του γεγονότος ότι οι μέθοδοι λειτουργίας που τέθηκαν σε εφαρμογή από τον Ιούλιο του 2002 μπορούσαν επίσης να στηρίζονται στην κοινή ρύθμιση ή σε ανάλογη ρύθμιση. Οι μάρτυρες της ABB, πλην του M., επιβεβαιώνουν ρητώς ότι περί αυτού επρόκειτο, εφόσον από τις δηλώσεις προκύπτει ότι η κοινή ρύθμιση μεταξύ Ευρωπαίων και Ιαπώνων παραγωγών, σχετικά με τον σεβασμό των εγχωρίων αγορών, υπήρχε κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία εμπλέκονταν στις ενέργειες της συμπράξεως, ήτοι μεταξύ Ιουλίου 2002 και 2004.
148 Αφετέρου, τον Ιούνιο 2002, ο M. τέθηκε σε πρόωρη σύνταξη, κατόπιν της ανακαλύψεως των συμπαιγνιακών δραστηριοτήτων από τον νέο ιεραρχικώς προϊστάμενό του. Το γεγονός αυτό εξηγεί ότι ο M. δεν μπορούσε να έχει λεπτομερή γνώση των μεθόδων λειτουργίας της συμπράξεως που τέθηκαν σε εφαρμογή από τον Ιούλιο του 2002.
149 Ομοίως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι αναφορές των μαρτύρων στην κοινή ρύθμιση είναι αόριστες και μη αυθόρμητες. Συγκεκριμένα, έκαστος μάρτυρας ανέφερε, με δικά του λόγια, την ύπαρξη ιδιαίτερης καταστάσεως, όσον αφορά την ευρωπαϊκή και ιαπωνική αγορά, όπερ αντιστοιχεί στην επικληθείσα από την Επιτροπή κοινή ρύθμιση.
150 Αντιθέτως προς όσα ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, ο Wi. δήλωσε ότι η απουσία των ιαπωνικών επιχειρήσεων από την ευρωπαϊκή αγορά ήταν το αποτέλεσμα ενός συστήματος προστασίας της ευρωπαϊκής και ιαπωνικής αγοράς, αιτιολογούμενο από το γεγονός ότι έκαστος των δύο ομίλων παραγωγών δεν επιθυμούσε την παρέμβαση του άλλου ομίλου στην εγχώρια αγορά του. Μολονότι, στη συνέχεια της συνομιλίας, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής επανήλθε στο θέμα, θέτοντας ουσιαστικώς την έννοια της κοινής ρυθμίσεως, ωστόσο περιορίστηκε να διευκρινίσει την ιδέα που ανέφερε αυθορμήτως ο Wi.
151 Ο P. αναφέρθηκε αυθορμήτως σε κοινή συμφωνία με τις ιαπωνικές επιχειρήσεις δυνάμει της οποίας οι ιαπωνικές εταιρίες δεν θα μετείχαν στην ευρωπαϊκή αγορά και οι ευρωπαϊκές εταιρίες δεν θα μετείχαν στην ιαπωνική αγορά. Και στην περίπτωση αυτή, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής επανήλθε στη συνέχεια επί του ζητήματος αυτού, περιοριζόμενος ωστόσο στον έλεγχο του αν ο Ρ. είχε κατανοήσει ορθώς τις προγενέστερες αυθόρμητες δηλώσεις.
152 Στην περίπτωση του V.-A., η Επιτροπή δεν έθεσε την ιδέα της κοινής ρυθμίσεως, αλλά απλώς ρώτησε τον μάρτυρα εάν γνώριζε την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαίων και Ιαπώνων παραγωγών δυνάμει της οποίας οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δεν θα «χτυπούσαν» τις ιαπωνικές επιχειρήσεις στην ιαπωνική αγορά και αντιστρόφως. Επιπλέον, ο V.-A. δήλωσε ότι έλαβε μέρος σε ρητή συζήτηση μεταξύ των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και του εκπροσώπου ιαπωνικής επιχειρήσεως ως προς την τήρηση της συμφωνίας αυτής, η οποία προκλήθηκε από απόπειρες των ιαπωνικών επιχειρήσεων να διεισδύσουν στην ευρωπαϊκή αγορά.
153 Εξάλλου, όσον αφορά τον προβαλλόμενο αποκλεισμό ορισμένων εδαφών του πεδίου εφαρμογής της διεθνούς συμπράξεως, ο V.-A., αφενός, δήλωσε ότι η Βόρειος Αμερική αποκλειόταν για συγκεκριμένο λόγο, ήτοι για τον κίνδυνο επιβολής κυρώσεων που συνεπάγεται η αποκάλυψη του καρτέλ. Αφετέρου, εξήγησε ότι ο αποκλεισμός των χωρών της δυτικής Ευρώπης σημαίνει ότι τα οικεία έργα ΕΜΜΑ δεν συζητούνταν από τους Ευρωπαίους παραγωγούς κατά τις συναντήσεις στις οποίες είχε παρευρεθεί, οι οποίες ήταν συναντήσεις της διεθνούς συμπράξεως, η οποία διείπετο πριν από τη συμφωνία GQ και τη συμφωνία EQ, αλλά με άλλη ευκαιρία. Πάντως, οι δηλώσεις αυτές συνάδουν πλήρως τόσο με τις εν λόγω συμφωνίες όσο και με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής.
154 Με τη μαρτυρία του ο M. δήλωσε ότι ρύθμιση σχετικά με την αμοιβαία προστασία των εγχωρίων αγορών, προγενέστερη της συμφωνίας GQ, υφίστατο μεταξύ Ιαπώνων και Ευρωπαίων παραγωγών, ότι η ρύθμιση αυτή ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τη σύναψη των συμφωνιών σχετικά με άλλες περιοχές και η τήρηση των κανόνων της συνεπάγεται ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί δεν θα διεισδύσουν στην εγχώρια αγορά των ευρωπαίων παραγωγών, μολονότι ήσαν ικανοί να το πράξουν από τεχνικής απόψεως. Ο M. εξήγησε επίσης, στο πλαίσιο αυτό, τον μηχανισμό κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως καθώς και το γεγονός ότι τα έργα ΕΜΜΑ στις κατασκευάστριες χώρες δεν αποτελούσαν το αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ των δύο ομίλων παραγωγών και δεν συνυπολογίζονταν στις ποσοστώσεις που προβλέπει η συμφωνία GQ.
155 Επομένως, οι δηλώσεις του M. επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως την οποία επικαλέστηκε η Επιτροπή και δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως αόριστες, εφόσον διευκρινίζουν τη διάρκεια της εν λόγω ρυθμίσεως, το περιεχόμενό της και τους μετέχοντες σε αυτήν. Η έλλειψη διευκρινίσεων περί της εφαρμογής της εν λόγω ρυθμίσεως δεν εκπλήσσει καθόλου, δεδομένου ότι η ουσιώδης ανάληψη δεσμεύσεων των μερών συνίσταται στο να μην δρουν σε ορισμένες αγορές. Κατά τα λοιπά, ο M. περιέγραψε το μέρος της κοινής ρυθμίσεως που απαιτεί μέτρα εφαρμογής, ήτοι τον μηχανισμό κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως.
156 Πάντως, όπως παρατηρείται στη σκέψη 135 ανωτέρω, ο M. δεν είχε πεισθεί για το εμπορικό συμφέρον των ιαπωνικών επιχειρήσεων να διεισδύσουν στην ευρωπαϊκή αγορά. Με την άποψή του συντασσόταν ο P., ο οποίος θεωρούσε ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί κρίνουν προφανώς ότι η διείσδυση στην ευρωπαϊκή αγορά δεν δικαιολογείται εμπορικώς. Κατά τους δύο άλλους μάρτυρες, τον Wi. και τον V.-A., υπήρχε εμπορικό συμφέρον για το διάβημα αυτό.
157 Ωστόσο, η θέση του M. και του P. είναι με την επιφύλαξη του γεγονότος ότι οι τέσσερις μάρτυρες δήλωσαν ότι οι ιαπωνικές επιχειρήσεις ανέλαβαν τη δέσμευση να μη διεισδύσουν στην αγορά του ΕΟΧ μολονότι ήσαν ικανές να το πράξουν από τεχνικής απόψεως, παρά την τυχόν απουσία άμεσης εμπορικής δικαιολογίας της δεσμεύσεως αυτής.
158 Παρατηρείται επίσης συναφώς ότι, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, η τυχόν έλλειψη εμπορικού ενδιαφέροντος των Ιαπώνων παραγωγών να διεισδύσουν στην αγορά του ΕΟΧ σε μια δεδομένη στιγμή δεν καθιστά την ύπαρξη ρυθμίσεως, όπως της κοινής ρυθμίσεως, άνευ αντικειμένου. Συγκεκριμένα, η ρύθμιση αυτή δύναται, αφενός, να εξαλείψει τον εναπομένοντα κίνδυνο της μελλοντικής διεισδύσεως των οικείων αγορών σε περίπτωση μεταβολής της ανταγωνιστικής καταστάσεως και να διασφαλίσει έτσι μακροπρόθεσμη ασφάλεια σε δύο ομίλους παραγωγών, σταθεροποιώντας τις αντίστοιχες προνομιούχους θέσεις τους. Αφετέρου, μπορεί μάλιστα να αποτελέσει τη βάση αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο ομίλων. Ωστόσο, κατά τις δηλώσεις του Μ., η εμπιστοσύνη αυτή ήταν αναγκαία για να τεθεί σε εφαρμογή η σύμπραξη σε διεθνή κλίμακα.
159 Τέλος, κατ’ αρχάς, οι πραγματοποιηθείσες από τους τέσσερις οικείους μάρτυρες δηλώσεις, και ειδικότερα οι δηλώσεις του M., είναι αξιόπιστες, εφόσον προέρχονται από άμεσους μάρτυρες των περιστατικών τα οποία αναφέρουν και από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υποθέσεως δεν προκύπτει ότι οι εν λόγω μάρτυρες παρακινήθηκαν να υποβάλουν παραποιημένα στοιχεία.
160 Στη συνέχεια, οι τέσσερις μαρτυρίες έχουν συνοχή, τόσο μεταξύ τους όσο και σε σχέση με τα άλλα στοιχεία που προσκόμισε η ABB, όσον αφορά την ύπαρξη και το θεμελιώδες περιεχόμενο της κοινής ρυθμίσεως. Επομένως, οι μάρτυρες επιβεβαίωσαν την ύπαρξη ρυθμίσεως δυνάμει της οποίας οι ιαπωνικές επιχειρήσεις ανέλαβαν τη δέσμευση να μη διεισδύσουν στην ευρωπαϊκή αγορά των έργων ΕΜΜΑ και οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ανέλαβαν τη δέσμευση να μη διεισδύσουν στην ιαπωνική αγορά των ιδίων έργων. Οι τέσσερις μάρτυρες επιβεβαίωσαν επίσης ότι η διείσδυση της ευρωπαϊκής αγοράς ήταν δυνατή από τεχνικής απόψεως, παρά την ύπαρξη ορισμένων εμποδίων εισόδου. Μολονότι οι απόψεις τους διαφέρουν όσον αφορά το εμπορικό συμφέρον των ιαπωνικών επιχειρήσεων να διεισδύσουν στην ευρωπαϊκή αγορά, το γεγονός αυτό δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω από απόψεως των δηλώσεων σχετικά με την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως, όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 156 έως 158 ανωτέρω.
161 Τέλος, οι τέσσερις μαρτυρίες παρέχουν μια ακριβή και πλήρη εικόνα της κοινής ρυθμίσεως, λαμβανομένου υπόψη του διαφορετικού βαθμού γνώσεων των μεμονωμένων μαρτύρων. Ειδικότερα, με τη μαρτυρία του, ο M. εκθέτει λεπτομερώς το περιεχόμενο της ρυθμίσεως αυτής, τον λόγο υπάρξεώς της καθώς και τη λειτουργία της.
162 Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι μαρτυρίες των υπαλλήλων και του πρώην υπαλλήλου της ABB συνιστούν ενδείξεις περί της υπάρξεως της κοινής ρυθμίσεως, οι οποίες έχουν μεγάλη αποδεικτική αξία.
Επί των στοιχείων που προσκόμισε η Fuji
– Επιχειρήματα των διαδίκων
163 Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η απάντηση της Fuji στην ανακοίνωση των αιτιάσεων δεν είναι επαρκώς ακριβές και λεπτομερές αποδεικτικό στοιχείο για να ενισχύσει τα προσκομισθέντα από την ΑΒΒ στοιχεία και, επομένως, την άποψη της Επιτροπής ως προς την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως.
164 Πρώτον, η Fuji δεν διευκρίνισε πώς πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της κοινής συμφωνίας και δεν ανέφερε πότε συνάφθηκε, υπό ποια μορφή, ποιοι ήταν οι συμμετέχοντες ή αν είχε τεθεί σε εφαρμογή.
165 Δεύτερον, η Fuji δεν επιβεβαίωσε τον αμοιβαίο χαρακτήρα της κοινής ρυθμίσεως και ανέφερε τα εμπόδια εισόδου στην ευρωπαϊκή αγορά των έργων ΕΜΜΑ, τα οποία αντιμετώπισε, αμφισβητώντας επομένως τη χρησιμότητα της εν λόγω ρυθμίσεως. Συναφώς, κατά τις προσφεύγουσες, ο αμοιβαίος χαρακτήρας της κοινής ρυθμίσεως δεν μπορεί να τεκμαίρεται από το γεγονός ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί δεν έχουν κανένα συμφέρον να δεχτούν μονομερή ρύθμιση. Υποστηρίζουν ότι, καθόσον η ιαπωνική αγορά δεν ήταν προσβάσιμη στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, οι Ιάπωνες παραγωγοί δεν είχαν συμφέρον να συνάψουν οποιαδήποτε ρύθμιση.
166 Τρίτον, η έλλειψη συνοχής που υπάρχει μεταξύ της μαρτυρίας του H. και των λοιπών μαρτυριών υπαλλήλων και πρώην υπαλλήλων της Fuji, όσον αφορά τόσο την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως όσο και τα τεχνικά και εμπορικά εμπόδια στη διείσδυση της αγοράς του ΕΟΧ, διακυβεύουν επίσης την αποδεικτική αξία των προσκομισθέντων από την Fuji στοιχείων.
167 Τέταρτον, οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην απάντηση της Fuji στην ανακοίνωση των αιτιάσεων δεν συνάδουν με τη μεταγενέστερη αίτησή της περί επιείκειας.
168 Πέμπτον, οι προσφεύγουσες παρατηρούν ότι η Επιτροπή δεν μείωσε το πρόστιμο της Fuji βάσει της κοινοποιήσεως περί της συνεργασίας, όπερ συνεπάγεται ότι τα προσκομισθέντα από τη Fuji στοιχεία δεν επιρρωννύουν την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως.
169 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη βασιμότητα των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
170 Με την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, η Fuji δήλωσε ότι γνώριζε την κοινή ρύθμιση δυνάμει της οποίας οι Ιάπωνες παραγωγοί δεν θα προσπαθούσαν να διεισδύσουν στην ευρωπαϊκή αγορά, διευκρινίζοντας ότι ο κύριος λόγος της απουσίας της Fuji από την αγορά του ΕΟΧ ήταν ότι δεν επρόκειτο για σημαντικό αξιόπιστο προμηθευτή των ΕΜΜΑ στην Ευρώπη.
171 Πρώτον, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η δήλωση αυτή είναι σχετικά αόριστη, εφόσον η Fuji απλώς επικαλείται την ανάληψη δεσμεύσεως των Ιαπώνων παραγωγών να μη διεισδύσουν στην ευρωπαϊκή αγορά. Ωστόσο, με τον τρόπο αυτόν, η Fuji επιβεβαίωσε το ουσιώδες στοιχείο που απορρέει από τα προσκομισθέντα από την ABB στοιχεία και προσάπτεται από την Επιτροπή στους Ιάπωνες παραγωγούς. Επομένως, η οικεία δήλωση δεν είναι αλυσιτελής εν προκειμένω. Τούτο είναι κατά μείζονα λόγο αληθές διότι η περιορισμένη έκταση των γνώσεων της Fuji μπορεί να εξηγηθεί από τον δευτερεύοντα ρόλο της εντός του καρτέλ και, ειδικότερα, από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 150 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Fuji ήταν η μόνη ιαπωνική επιχείρηση η οποία δεν ήταν μέλος της επιτροπής του ομίλου των Ιαπώνων παραγωγών οι οποίοι είναι υπεύθυνοι, μεταξύ άλλων, για τη συμφωνία μεταξύ των δύο ομίλων παραγωγών στο πλαίσιο της συμφωνίας GQ.
172 Δεύτερον, το γεγονός ότι η Fuji δεν επιβεβαίωσε τον αμοιβαίο χαρακτήρα της κοινής ρυθμίσεως δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 76 ανωτέρω, μολονότι η ύπαρξη της αναλήψεως δεσμεύσεως των ευρωπαίων παραγωγών να μη διεισδύσουν στην ιαπωνική αγορά των έργων ΕΜΜΑ μπορεί να αποτελέσει έμμεση απόδειξη για τη συμμετοχή των ιαπωνικών επιχειρήσεων σε παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ, δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο στο πλαίσιο αυτό.
173 Εξάλλου, είναι αληθές ότι, με τη δήλωσή της, η Fuji ανέφερε την ύπαρξη τεχνικών και εμπορικών εμποδίων στη διείσδυση της αγοράς του ΕΟΧ. Ωστόσο, τα εμπόδια αυτά δεν προβλήθηκαν ως μοναδικό λόγος της απουσίας της Fuji από την εν λόγω αγορά, αλλά μόνον ως κύριος λόγος. Κατά τα λοιπά, όταν η Fuji προέβαλε τα διάφορα σχετικά εμπόδια, ανέφερε το αμελητέο μερίδιό της στη διεθνή αγορά το οποίο την έθετε σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους σημαντικότερους ανταγωνιστές της, τόσο Ευρωπαίους όσο και Ιάπωνες. Επομένως, δεν προκύπτει ότι η επιχειρηματολογία της επί του σημείου αυτού μπορεί να μεταφερθεί στους λοιπούς Ιάπωνες παραγωγούς.
174 Υπενθυμίζεται επίσης ότι στις σκέψεις 110 και 158 ανωτέρω κρίθηκε ότι η ύπαρξη εμποδίων εισόδου στην αγορά του ΕΟΧ και η τυχόν συνέπεια του γεγονότος αυτού, ήτοι η προβαλλομένη μη ύπαρξη εμπορικού ενδιαφέροντος για τους Ιάπωνες παραγωγούς να διεισδύσουν στην αγορά του ΕΟΧ, δεν καθιστούν άνευ αντικειμένου την ύπαρξη ρυθμίσεως όπως της κοινής ρυθμίσεως.
175 Τρίτον, συνομολογείται ότι η Επιτροπή δεν συμπεριέλαβε τη γραπτή μαρτυρία του H. μεταξύ των μεταγενέστερων της αποστολής της ανακοινώσεως των αιτιάσεων στοιχείων επί των οποίων σκοπούσε να στηριχθεί. Επομένως, το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο.
176 Όσον αφορά την ισχύ της μαρτυρίας του H. ως απαλλακτικού στοιχείου, παρατηρείται ότι δεν διαπιστώνεται καμία ουσιώδης έλλειψη συνοχής μεταξύ της μαρτυρίας αυτής και των λοιπών μαρτυριών των υπαλλήλων και πρώην υπαλλήλων της Fuji. Ειδικότερα, ούτε οι λοιποί υπάλληλοι της Fuji ούτε οι πρώην υπάλληλοί της αμφισβήτησαν την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως, οι δε μάρτυρες απλώς παρέμειναν σιωπηλοί επί του σημείου αυτού. Ομοίως, ο H. δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη τεχνικών και εμπορικών εμποδίων στη διείσδυση, εκ μέρους των ιαπωνικών επιχειρήσεων, στην αγορά του ΕΟΧ.
177 Τέταρτον, οι προσφεύγουσες δεν διευκρινίζουν ποια είναι η προβαλλομένη έλλειψη συνοχής μεταξύ της δηλώσεως της Fuji στην απάντηση στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και της αιτήσεώς της περί επιεικείας. Συνεπώς, το επιχείρημά τους πρέπει να απορριφθεί.
178 Κατά τα λοιπά, παρατηρείται ότι, για να μειώσει η Επιτροπή πρόστιμο βάσει της παραγράφου 21 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, τα οικεία αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να έχουν ουσιώδη αποδεικτική αξία σε σχέση με τα στοιχεία τα οποία ήδη διαθέτει η Επιτροπή.
179 Κατά συνέπεια, με αίτηση περί επιεικείας υποβαλλόμενη μετά την αποστολή της απαντήσεως στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, είναι θεμιτό ότι η επιχείρηση, η οποία επιθυμεί υπέρ αυτής μείωση προστίμου, επικεντρώνεται στα στοιχεία τα οποία, κατά την άποψή της, δεν αποδείχθηκαν επαρκώς κατά νόμο μέχρι τότε, προκειμένου να προσκομίσει ουσιαστική πρόσθετη αποδεικτική αξία στα στοιχεία αυτά. Ωστόσο, το γεγονός αυτό μπορεί να εξηγήσει το ότι η οικεία επιχείρηση παραλείπει τα στοιχεία τα οποία θεωρεί ότι έχουν αναμφισβήτητα αποδειχθεί από προηγουμένως κοινοποιηθέντα στοιχεία.
180 Πέμπτον, λαμβανομένης υπόψη της κατά γράμμα διατυπώσεως της παραγράφου 21 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, δεν αποκλείεται ότι η υποβολή στοιχείων με δεδομένη αποδεικτική αξία, τα οποία όμως αφορούν πραγματικά περιστατικά τα οποία έχουν ήδη αποδειχθεί από άλλα στοιχεία, δεν οδηγεί σε καμία μείωση.
181 Κατόπιν των προεκτεθέντων, συνάγεται ότι η δήλωση της Fuji με την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων σκοπεί να επιβεβαιώσει τις δηλώσεις της ABB και τις μαρτυρίες υπαλλήλων και ενός πρώην υπαλλήλου της ΑΒΒ περί της υπάρξεως της κοινής ρυθμίσεως. Πάντως, λόγω του αορίστου και γενικού χαρακτήρα της, η αποδεικτική αξία της είναι περιορισμένη.
Επί της προτάσεως της Alstom η οποία υποβλήθηκε στις 10 Ιουλίου 2002
– Επιχειρήματα των διαδίκων
182 Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν την ερμηνεία της Επιτροπής για την πρόταση της Alstom, η οποία έγινε κατά τη συνάντηση των μερών της συμπράξεως της 10ης Ιουλίου 2002 και απορρίφθηκε από τον εκπρόσωπο της επιχειρήσεως Hitachi κατά την ακόλουθη συνάντηση της 15ης Ιουλίου 2002. Κατά τις προσφεύγουσες, η οικεία πρόταση δεν αποσκοπούσε στην επικαιροποίηση της κοινής ρυθμίσεως, εκτείνοντάς την στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ενόψει της ενδεχόμενης προσχωρήσεώς τους στην Ένωση, όπως διατείνεται η Επιτροπή στις αιτιολογικές σκέψεις 127 και 128 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ετίθετο ζήτημα για απόπειρα της Alstom να θέσει σε εφαρμογή, στο πλαίσιο της εξελίξεως των μεθόδων λειτουργίας της συμπράξεως, ρύθμιση η οποία δεν υπήρχε προηγουμένως, επιβάλλουσα στον καθένα από τους δύο ομίλους παραγωγών τον σεβασμό της παραδοσιακής αγοράς του άλλου ομίλου. Ωστόσο, η ρύθμιση αυτή απορρίφθηκε από τις ιαπωνικές εταιρίες και το ζήτημα δεν προβλήθηκε εκ νέου από τους Ευρωπαίους παραγωγούς.
183 Οι προσφεύγουσες παρατηρούν, συναφώς, ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής δεν συνάδει τόσο με το επιχείρημά της ότι η κοινή συμφωνία συνάγεται από το παράρτημα 2 της συμφωνίας GQ, όσο και με τη μαρτυρία του M. ο οποίος δήλωσε ότι το «σύστημα της συμφωνίας GQ» σταμάτησε τον Ιούνιο του 2002.
184 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη βασιμότητα των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
185 Από την αιτιολογική σκέψη 127 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, κατά τη συνάντηση της 10ης Ιουλίου 2002 κατά την οποία συζητήθηκε η εξέλιξη των μεθόδων λειτουργίας της συμπράξεως αφότου η Siemens και η επιχείρηση Hitachi μετείχαν εκ νέου στην εν λόγω σύμπραξη, η Alstom υπέβαλε πρόταση σύμφωνα με την οποία οι Ευρωπαίοι παραγωγοί πρέπει να παραμείνουν στην Ευρώπη και οι Ιάπωνες παραγωγοί πρέπει να παραμείνουν στην Ιαπωνία και να μην αποπειραθούν να διεισδύσουν στην ευρωπαϊκή αγορά. Εξάλλου, διευκρινίζεται στην αιτιολογική αυτή σκέψη ότι, κατά τη συνακόλουθη συνάντηση της 15ης Ιουλίου 2002, ο εκπρόσωπος της επιχειρήσεως Hitachi ανέφερε ότι η Hitachi απέρριψε την πρόταση αυτή, ότι οι Ευρωπαίοι παραγωγοί αντέδρασαν δηλώνοντας ότι η Ευρώπη, περιλαμβανομένης της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, ήταν η αγορά τους και αποσκοπούσαν στη διατήρηση των τιμών που εφάρμοζαν στη Δυτική Ευρώπη και επίσης ανακοίνωσαν ότι το ζήτημα θα συζητούνταν εκ νέου μολονότι τούτο δεν συνέβη.
186 Πρέπει να γίνει δεκτό ότι, εκ πρώτης όψεως, η σύνοψη αυτή των συναντήσεων της 10ης και της 15ης Ιουλίου 2002, βάσει των προσκομισθέντων από τις προσφεύγουσες στοιχείων, αφήνει να εννοηθεί ότι η Alstom προέτεινε πράγματι τη σύναψη νέας ρυθμίσεως η οποία απορρίφθηκε από την επιχείρηση Hitachi και δεν συζητήθηκε μεταγενέστερα, όπερ συνεπάγεται ότι, τουλάχιστον από τον Ιούλιο του 2002, δεν υπήρχε καμία ρύθμιση σχετικά με τη συμπεριφορά των Ιαπώνων παραγωγών στην αγορά του ΕΟΧ.
187 Πάντως, από τη σύνοψη της συναντήσεως της 15ης Ιουλίου 2002 προκύπτει, αφενός, ότι η επιχείρηση Hitachi δε απέρριψε την ιδέα κατανομής των αγορών, καθεαυτή, αλλά μόνο τη συγκεκριμένη πρόταση της Alstom. Αφετέρου, στη σύνοψη αυτή αναφέρεται ότι η επιχείρηση Hitachi αποκάλυψε ότι οι διεκδικήσεις των ευρωπαίων παραγωγών περιελάμβαναν την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, όπερ αφήνει να εννοηθεί ότι η αντίθεσή της συνδεόταν με τη συγκεκριμένη αυτή πτυχή, αλλά όχι με την κατάσταση της Δυτικής Ευρώπης.
188 Παρατηρείται επίσης ότι η ερμηνεία των προσφευγουσών δεν συνάδει με την επιχειρηματολογία όσον αφορά την ανταγωνιστική κατάσταση στην αγορά του ΕΟΧ. Συγκεκριμένα, αν υποτεθεί ότι, όπως διατείνονται οι προσφεύγουσες, οι Ιάπωνες παραγωγοί δεν θεωρούνταν αξιόπιστοι ανταγωνιστές στην αγορά του ΕΟΧ λόγω της υπάρξεως ανυπέρβλητων εμποδίων εισόδου, θα ήταν πράγματι άσκοπη ρύθμιση αφορώσα την ίδια αυτή αγορά. Στην υποθετική αυτή περίπτωση, οι Ευρωπαίοι παραγωγοί, έχοντας συνείδηση του γεγονότος αυτού χάρη στην προνομιούχο θέση τους στην Ευρώπη, δεν είχαν κανένα κίνητρο να προτείνουν τέτοια ρύθμιση. Ωστόσο, από την υποβληθείσα από τις προσφεύγουσες σύνοψη προκύπτει ότι η πρόταση της Alstom αφορούσε τόσο την αγορά του ΕΟΧ όσο και την αγορά της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.
189 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτή η ερμηνεία η οποία περιλαμβάνεται στις αιτιολογικές σκέψεις 127 και 128 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Alstom προέτεινε την επέκταση της κοινής ρυθμίσεως στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, και όχι η ερμηνεία που προβάλλουν οι προσφεύγουσες.
190 Τα λοιπά επιχειρήματα των προσφευγουσών δεν δύνανται να επηρεάσουν τη διαπίστωση αυτή. Αφενός, η πρόταση της Alstom υποβλήθηκε σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία, λόγω της εκ νέου συμμετοχής της Siemens και της επιχειρήσεως Hitachi στη σύμπραξη, οι μέθοδοι λειτουργίας της συμπράξεως αυτής εξελίχθηκαν. Ωστόσο, η ερμηνεία της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω εξέλιξη πρέπει να συμπεριλάβει την επέκταση της κοινής συμφωνίας πέραν των ορίων τα οποία προέβλεπε προηγουμένως η συμφωνία GQ, δεν ενέχει καμία αντίφαση.
191 Αφετέρου, όπως παρατηρήθηκε στη σκέψη 147 ανωτέρω, η δήλωση του M., ότι το «σύστημα της συμφωνίας GQ» έπαυσε να εφαρμόζεται τον Ιούνιο του 2002, δεν συνεπάγεται ότι η κοινή ρύθμιση έπαυσε επίσης να υφίσταται ή ότι δεν μπόρεσε να επεκταθεί στη συνέχεια το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής για να καλύψει την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Περαιτέρω, ο M. έπαυσε να μετέχει στις δραστηριότητες συμπράξεως τον Ιούνιο του 2002 και, επομένως, δεν έχει, κατ’ αρχήν, άμεση γνώση για τη μεταγενέστερη λειτουργία της συμπράξεως.
192 Τέλος, πρέπει να θεωρηθεί ότι, κατά την συνάντηση της 10ης Ιουλίου 2002, η Alstom προέτεινε την επέκταση της προβληθείσας από την Επιτροπή κοινής ρυθμίσεως στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι η εν λόγω ρύθμιση υπήρχε κατά τον χρόνο της συναντήσεως.
193 Εξάλλου, ενόψει της ερμηνείας της προτάσεως της Alstom, η απόρριψή της από την επιχείρηση Hitachi δεν αντιστοιχεί με απόρριψη της κοινής ρυθμίσεως καθεαυτής, αλλά αντιστοιχεί μόνον σε άρνηση της επεκτάσεώς της. Κατά συνέπεια, το γεγονός αυτό δεν συνιστά απόδειξη του ότι η κοινή ρύθμιση εγκαταλείφθηκε τον Ιούλιο του 2002.
Επί της θέσεως των λοιπών αποδεκτών της ανακοινώσεως των αιτιάσεων
– Επιχειρήματα των διαδίκων
194 Οι προσφεύγουσες παρατηρούν, αφενός, ότι πέντε ιαπωνικές εταιρίες, ήτοι η Hitachi, η JAEPS, η Toshiba, η Melco και η TM T & D αμφισβήτησαν την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως.
195 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, αφενός, ότι η Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένως τη θέση της VA TECH υποστηρίζοντας ότι η εταιρία αυτή δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως. Ομοίως, η κοινή ρύθμιση τέθηκε εν αμφιβόλω από τη Siemens, η οποία προσκόμισε τη μαρτυρία ενός από τους υπαλλήλους της, του T., ο οποίος συνδεόταν στενά με τη λειτουργία της συμπράξεως. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της τα στοιχεία αυτά, ενώ στηρίχθηκε σημαντικά επί των μαρτυριών των υπαλλήλων και ενός πρώην υπαλλήλου της ABB. Περαιτέρω, η αποδεικτική αξία των προσκομισθέντων από τη Siemens στοιχείων είναι κατά μείζονα λόγο σημαντική διότι η αίτησή της περί επιεικείας είχε απορριφθεί λόγω της αμφισβητήσεως των προβληθέντων πραγματικών περιστατικών εκ μέρους της Επιτροπής.
196 Κατά τα λοιπά, σύμφωνα με τις προσφεύγουσες, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δεν είχαν γενικώς συμφέρον να αμφισβητήσουν τις δηλώσεις σχετικά με την κοινή ρύθμιση εφόσον η κοινή αυτή ρύθμιση δεν ήταν λυσιτελής για τις στρεφόμενες εναντίον τους αιτιάσεις της Επιτροπής. Αντιθέτως, οι επιχειρήσεις αυτές επωφελήθηκαν προφανώς από το ότι η Επιτροπή αμφισβήτησε την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως, εφόσον το γεγονός αυτό, σε κάποιο βαθμό, μείωσε τη σημασία της αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς τους. Εξάλλου, όπως τονίζει η περίπτωση της Siemens, η μη αμφισβήτηση των προβληθέντων πραγματικών περιστατικών εκ μέρους της Επιτροπής είναι λυσιτελής για την τύχη των αιτήσεων των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων περί επιεικείας.
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
197 Προκαταρκτικώς, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η VA TECH αμφισβήτησε ρητώς την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως, όπως διατείνονται οι προσφεύγουσες.
198 Ωστόσο, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι οι δηλώσεις και οι μαρτυρίες της ABB, οι δηλώσεις της Fuji σχετικά με την ύπαρξη της κοινής συμφωνίας καθώς και οι δηλώσεις των προσφευγουσών σχετικά με την κοινοποίηση και την καταχώρηση πρέπει να θεωρηθούν ως ενέχουσες σημαντικότερη αποδεικτική αξία από τις αμφισβητήσεις της υπάρξεως της κοινής ρυθμίσεως εκ μέρους των Hitachi, JAEPS, Toshiba, Melco, TM T & D, Siemens και VA TECH.
199 Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς την πρώτη ομάδα στοιχείων, οι επίδικες αμφισβητήσεις δεν αντικρούουν τα συμφέροντα των οικείων επιχειρήσεων, εφόσον αποσκοπούν στην αμφισβήτηση της υπάρξεως κάθε παραβάσεως του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ. Η διαπίστωση αυτή ισχύει επίσης για την ερμηνεία του T., με την οποία ο Τ. απλώς εξέθεσε τη δημιουργία της συμφωνίας GQ, αμφισβήτησε την ύπαρξη της κοινής συμφωνίας και προέβαλε τα εμπόδια εισόδου τόσο στην αγορά του ΕΟΧ όσο και στην ιαπωνική αγορά. Όσον αφορά, ειδικότερα, την κοινή ρύθμιση, η μαρτυρία του T. δεν προσκομίζει νέα στοιχεία σε σχέση με αυτά που προέβαλαν οι αποδέκτες της ανακοινώσεως των αιτιάσεων.
200 Περαιτέρω, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, περιλαμβανομένης της Siemens, δεν είχαν συμφέρον να αμφισβητήσουν την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως, εφόσον η Επιτροπή, με την ανακοίνωση των αιτιάσεων είχε ερμηνεύσει τη ρύθμιση αυτή ως συμπαιγνιακή συμφωνία μεταξύ Ευρωπαίων και Ιαπώνων παραγωγών σχετικά με την αγορά του ΕΟΧ και συνιστά, συνεπώς, παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ. Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή θίγει τα συμφέροντα των ευρωπαίων παραγωγών, τουλάχιστον δυνητικώς, στην περίπτωση όπου οι άλλες αιτιάσεις που τους προσάπτει η Επιτροπή δεν αποδειχθούν επαρκώς κατά νόμο.
201 Περαιτέρω, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν βασίστηκε στη θέση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων για να καταλήξει στην ύπαρξη κοινής συμφωνίας, αλλά απλώς τη διαπίστωσε. Μολονότι η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από την κατά γράμμα διατύπωση της αιτιολογικής σκέψεως 125 της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία δεν αναγνωρίζεται στη θέση της Alstom, της Areva και της VA TECH, καμία επιβεβαιωτική ισχύς, αντιθέτως προς τις δηλώσεις της Fuji που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως, τίθεται εν αμφιβόλω με την αιτιολογική σκέψη 255 της εν λόγω αποφάσεως, με την οποία η Επιτροπή αναφέρει τη σιωπηρή αναγνώριση της υπάρξεως της κοινής ρυθμίσεως από ορισμένους ευρωπαίους παραγωγούς.
202 Εν πάση περιπτώσει, η ουδέτερη θέση της Alstom και της Areva δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως απόδειξη της υπάρξεως της κοινής ρυθμίσεως. Συγκεκριμένα, ενόψει του βάρους αποδείξεως που φέρει η Επιτροπή στο πλαίσιο διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ, η μη αμφισβήτηση ενός γεγονότος από επιχείρηση δεν αποδεικνύει το εν λόγω γεγονός.
203 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι, βάσει των προβληθέντων από τις προσφεύγουσες στοιχείων, δεν μπορεί να αντληθούν συμπεράσματα ως προς την ύπαρξη της κοινής συμφωνίας.
Επί του μηχανισμού κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
204 Προκαταρκτικώς, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι ο σκοπός του μηχανισμού κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως ήταν η τεχνητή μείωση της ποσοστώσεως των ευρωπαίων παραγωγών όσον αφορά τα έργα ΕΜΜΑ εκτός του ΕΟΧ, λόγω της συγκριτικώς ισχυρής ανταγωνιστικής θέσης των Ιαπώνων παραγωγών σε αγορές όπως η Ασία και η Μέση Ανατολή, τις οποίες αφορά κατά πρώτον η διεθνής σύμπραξη. Συγκεκριμένα, η καταχώρηση ήταν η εναλλακτική λύση που πρότειναν οι Ευρωπαίοι παραγωγοί αντί για κατ’ αποκοπή μείωση της κοινής ποσοστώσεώς τους.
205 Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται επίσης ότι δεν υφίστανται στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να εννοηθεί ότι η κοινοποίηση ήταν υποχρεωτική, συστηματική ή τακτική, ότι έλαβε χώρα πριν από την ανάθεση των σχετικών έργων και ότι εξακολούθησε μετά το 1999.
206 Ωστόσο, κατά τις προσφεύγουσες, μηχανισμός καταχωρήσεως βάσει διακριτικής γνωστοποιήσεως, και όχι συστηματικής και υποχρεωτικής, δεν παρέχει ασφάλεια ή αντιστάθμισμα στους Ιάπωνες παραγωγούς. Κατά συνέπεια, η θεωρία της κοινής ρυθμίσεως, όπως την προβάλλει η Επιτροπή, δεν συνάδει, εν προκειμένω, με τα πραγματικά περιστατικά.
207 Όσον αφορά τα διάφορα στοιχεία που προέβαλε η Επιτροπή, η μνεία στη συμφωνία EQ της γνωστοποιήσεως των πληροφοριακών στοιχείων περί των έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ στις Ιάπωνες παραγωγούς δεν ασκεί επιρροή, διότι το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής δεν ήταν γνωστό στους Ιάπωνες παραγωγούς. Εξάλλου, κατά τη συμφωνία EQ, η γνωστοποίηση πληροφοριακών στοιχείων περί των έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ ήταν μεταγενέστερη της αναθέσεώς τους και διακριτικής φύσεως.
208 Ομοίως, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, με την αίτησή τους περί επιεικείας, ότι η δήλωση ότι η Siemens κυκλοφορούσε τακτικώς τους πίνακες που απεικόνιζαν ένα μέρος των έργων ΕΜΜΑ που είχαν ανατεθεί στα διάφορα μέλη της συμπράξεως αναφέρεται ρητώς και αποκλειστικώς στα έργα ΕΜΜΑ εκτός του ΕΟΧ.
209 Περαιτέρω, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται επίσης ότι, με την απάντησή τους στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, η δήλωση βάσει της μαρτυρίας του Wa., ότι οι ευρωπαίοι προμηθευτές κοινοποιούσαν στους Ιάπωνες προμηθευτές τις λεπτομέρειες των έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ για την καταχώριση γνωστοποιεί περιστασιακή κοινοποίηση, και όχι υποχρεωτική και συστηματική κοινοποίηση καθ’ όλη τη διάρκεια της συμπράξεως. Οι προσφεύγουσες προσθέτουν ότι δεν γνώριζαν την ακριβή κατανομή, αλλά μόνον τα αποτελέσματα των αναθέσεων, και ότι τα κοινοποιηθέντα στοιχεία ήταν ανακεφαλαιωτικά και, επομένως, μη απόρρητα, όπερ συνεπάγεται ότι η κοινοποίηση δεν μπορούσε να θίξει τον τυχόν ανταγωνισμό μεταξύ Ευρωπαίων και Ιαπώνων παραγωγών. Εξάλλου, εν πάση περιπτώσει, κάθε κοινοποίηση έπαυσε το 1999.
210 Η Επιτροπή ερμήνευσε επίσης εσφαλμένως τις δηλώσεις της Fuji σχετικά με την κοινοποίηση των πληροφοριακών στοιχείων περί των έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ. Συγκεκριμένα, η Fuji αμφισβήτησε ρητώς τον συστηματικό χαρακτήρα της κοινοποιήσεως και διαπίστωσε ότι δεν είχε γνώση του μηχανισμού κατανομής των εν λόγω έργων.
211 Τέλος, με την από 3 Φεβρουαρίου 2005 δήλωσή της περί της κοινοποιήσεως, η ABB δεν ανέφερε αν ο επίδικος μηχανισμός ήταν υποχρεωτικός και τακτικός, και δεν διευκρίνισε ούτε τη διάρκειά του ούτε τα τυχόν αποτελέσματά του εντός της κοινής αγοράς. Αντιθέτως, η ABB επιβεβαίωσε ότι μόνον το αποτέλεσμα της αναθέσεως των ευρωπαϊκών έργων επισημάνθηκε στους Ιάπωνες παραγωγούς.
212 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη βασιμότητα των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
213 Προκαταρκτικώς, πρέπει να απορριφθεί η εναλλακτική εξήγηση του μηχανισμού κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως, την οποία πρότειναν οι προσφεύγουσες. Συγκεκριμένα, οι προσφεύγουσες δεν προσδιόρισαν τα στοιχεία που επιρρωννύουν τους ισχυρισμούς τους ότι, κατ’ αρχάς, οι Ιάπωνες παραγωγοί ζήτησαν τροποποίηση των ποσοστώσεων που προβλέπει η συμφωνία GQ, στη συνέχεια, η τροποποίηση αυτή απορρίφθηκε από τους Ευρωπαίους παραγωγούς και τέλος, η διαδικασία κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως ορισμένων έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ προτάθηκε και υιοθετήθηκε ως βιώσιμη εναλλακτική λύση. Εν πάση περιπτώσει, ένας τυχαίος μηχανισμός κοινοποιήσεως και αντισταθμίσεως, όπως προβάλλουν οι προσφεύγουσες, είναι αισθητώς πολυπλοκότερος από μια απλή προσαρμογή της ποσοστώσεως, ενώ δεν προσφέρει πλεονεκτήματα σε σχέση με την τελευταία αυτή λύση.
214 Όσον αφορά τα διάφορα στοιχεία σχετικά με την κοινοποίηση και την καταχώρηση, από το σημείο 4 του μέρους «E (E-Members)» του παραρτήματος 2 της συμφωνίας EQ προκύπτει ότι «τα ευρωπαϊκά μέλη αποφάσιζαν την κοινοποίηση των ευρωπαϊκών έργων στον όμιλο των Ιαπώνων παραγωγών».
215 Ωστόσο, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 87 ανωτέρω, η ρήτρα αυτή αφορά την τυχόν κοινοποίηση πληροφοριών πριν από την κατανομή των σχετικών έργων ΕΜΜΑ. Αντιθέτως, δεν αφορά την παρακολούθηση των ήδη ανατεθέντων έργων. Κατά συνέπεια, μολονότι το περιεχόμενο της ρήτρας αυτής συνιστά ένδειξη από την οποία προκύπτει ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί θεωρούνται αξιόπιστοι ανταγωνιστές για την προμήθεια ορισμένων έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ, τα μέτρα τα οποία προβλέπει δεν αποτελούν μέρος του μηχανισμού κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως όπως τον προβάλλει η Επιτροπή. Επομένως, το παράρτημα 2 της συμφωνίας EQ δεν ασκεί επιρροή ως προς την απόδειξη του ιδίου αυτού μηχανισμού.
216 Όσον αφορά τα προσκομισθέντα από την ΑΒΒ στοιχεία, επισημαίνεται ότι, με τη μαρτυρία του, ο M. ισχυρίστηκε ρητώς ότι υφίσταται μηχανισμός κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως. Δήλωσε επίσης ότι ο μηχανισμός αυτός δεν αφορούσε τα έργα ΕΜΜΑ στις κατασκευάστριες χώρες, ήτοι στην Ιαπωνία και σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες.
217 Η ύπαρξη μηχανισμού ο οποίος συνίσταται στον συνυπολογισμό της αξίας των έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ στη διεθνή ποσόστωση που προβλέπει η συμφωνία GQ επιβεβαιώθηκε επίσης με τις απαντήσεις της ABB στα ερωτήματα της Επιτροπής, οι οποίες προσκομίστηκαν στις 3 Φεβρουαρίου 2005. Συγκεκριμένα, η ABB ανέφερε ότι, κατά την ανάθεση έργων εκτός της Ενώσεως, τα αποτελέσματα της κατανομής των έργων εντός της Ενώσεως ελήφθησαν υπόψη.
218 Όσον αφορά τα στοιχεία που προέρχονται από τις προσφεύγουσες, παρατηρείται ότι, εξεταζόμενη εντός του πλαισίου των αμέσως προηγουμένων φράσεων, η δήλωση, η οποία περιλαμβάνεται στο σημείο 2.10 της αιτήσεως των προσφευγουσών περί επιεικείας, σύμφωνα με την οποία η Siemens κυκλοφορούσε τακτικώς τους πίνακες που απεικόνιζαν ένα μέρος των έργων ΕΜΜΑ που έχουν ανατεθεί στα διάφορα μέλη της συμπράξεως, παραπέμπει στα έργα ΕΜΜΑ εκτός του ΕΟΧ. Κατά συνέπεια, η δήλωση αυτή δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά την απόδειξη του μηχανισμού κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως, όπως τον προβάλλει η Επιτροπή, ο οποίος αφορά τα έργα ΕΜΜΑ εντός του ΕΟΧ.
219 Αντιθέτως, με την απάντησή τους στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, οι προσφεύγουσες δήλωσαν ότι, πριν διακόψει τη συμμετοχή της στη σύμπραξη το 1999 η επιχείρηση Hitachi, οι Ευρωπαίοι παραγωγοί κοινοποιούσαν στους Ιάπωνες παραγωγούς τις λεπτομέρειες των έργων ΕΜΜΑ τα οποία θα προμήθευαν στην Ευρώπη, για να καταστήσουν δυνατό τον συνυπολογισμό των έργων αυτών κατά τον καθορισμό της ποσοστώσεως των έργων ΕΜΜΑ εκτός του ΕΟΧ που ανατίθενται στους δύο ομίλους παραγωγών δυνάμει της συμφωνίας GQ.
220 Η δήλωση αυτή επιβεβαιώνει ρητώς την ύπαρξη του προβληθέντος από την Επιτροπή μηχανισμού κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως μέχρι το 1999. Επιπλέον, η αποδεικτική της αξία είναι μεγάλη για δύο λόγους. Αφενός, η δήλωση αυτή στρέφεται κατά των συμφερόντων των προσφευγουσών, εφόσον συνεπάγεται την ύπαρξη σχέσης μεταξύ των συμπαιγνιακών δραστηριοτήτων εντός του ΕΟΧ και των Ιαπώνων παραγωγών, και συνιστά, ως εκ τούτου, επιβαρυντικό στοιχείο. Αφετέρου, από το οικείο χωρίο της απαντήσεως στην ανακοίνωση των αιτιάσεων προκύπτει ότι οι προσφεύγουσες δεν είχαν συνείδηση των επαγωγικών συλλογισμών που μπορούσαν να πραγματοποιήσουν από τη δήλωση αυτή.
221 Συναφώς, παρατηρείται ότι οι προσφεύγουσες υπέβαλαν στην Επιτροπή συμπληρωματική απάντηση στην ανακοίνωση των αιτιάσεων. Ωστόσο, με το έγγραφο αυτό, απλώς αμφισβητούν την ερμηνεία της Επιτροπής ως προς τις δηλώσεις αυτές, οι οποίες αφορούν τον μηχανισμό κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως, που περιλαμβάνονται στην πρώτη απάντησή τους, ειδικότερα όσον αφορά τη λυσιτέλεια των δηλώσεων αυτών ως απόδειξη για την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως και την ύπαρξη ενιαίας παραβάσεως εμπλέκουσας τόσο την κοινή ρύθμιση όσο και τη συμφωνία GQ. Αντιθέτως, οι προσφεύγουσες δεν αποφάνθηκαν περί του περιεχομένου των επιδίκων δηλώσεων.
222 Η Fuji δήλωσε με την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων ότι οι πληροφορίες που αφορούν την κατανομή έργων ΕΜΜΑ στις ευρωπαϊκές χώρες που αποκλείονται του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας GQ δεν κοινοποιούνταν συστηματικά στους Ιάπωνες παραγωγούς και, κατά συνέπεια, η Fuji δεν εγνώριζε τη λειτουργία της συμφωνίας EQ.
223 Ωστόσο, ο δευτερεύων ρόλος της Fuji εντός του καρτέλ, ο οποίος υπενθυμίστηκε στη σκέψη 171 ανωτέρω, μπορεί να εξηγήσει το ότι η Fuji δεν έλαβε μέρος σε όλες τις ανταλλαγές πληροφοριών που προέρχονταν από τον όμιλο των ευρωπαίων παραγωγών. Το γεγονός αυτό θέτει επίσης εν αμφιβόλω την αξιοπιστία των δηλώσεων της Fuji επί του σημείου αυτού σε σχέση με την αξιοπιστία των στοιχείων που προσκόμισε η ABB και η Hitachi, οι οποίες ήσαν μέλη των επιτροπών των αντιστοίχων ομίλων τους και, για τον λόγο αυτόν, συνδέονταν στενότερα με τη λεπτομερή λειτουργία της προβαλλομένης συμπράξεως.
224 Αντιθέτως προς όσα ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, από τα εξετασθέντα ανωτέρω στοιχεία εκτιμώμενα συνολικώς, δεν προκύπτει ότι ο μηχανισμός κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως τέθηκε σε εφαρμογή περιστασιακώς και κατά διακριτικό τρόπο. Συγκεκριμένα, μολονότι οι δηλώσεις της ABB, οι δηλώσεις των προσφευγουσών και η μαρτυρία του M. δεν θίγουν ρητώς το ζήτημα αυτό, προκύπτει σαφώς από τη διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε στα επίδικα έγγραφα ότι η κοινοποίηση ήταν μια διαδικασία που πραγματοποιούνταν τακτικώς και εφαρμοζόταν στο σύνολο των συμμετεχόντων και των σχετικών έργων. Όπως διευκρινίστηκε στην προηγουμένη σκέψη, οι δηλώσεις της Fuji είναι λιγότερο αξιόπιστες επί του σημείου αυτού από τα προσκομισθέντα από την ABB και τις προσφεύγουσες στοιχεία. Εξάλλου, παρατηρήθηκε ήδη στη σκέψη 215 ανωτέρω ότι το παράρτημα 2 της συμφωνίας EQ δεν αφορά την κοινοποίηση και την καταχώρηση, όπως τις προβάλλει η Επιτροπή, και, επομένως, δεν είναι λυσιτελής συναφώς.
225 Όσον αφορά την περίοδο εφαρμογής του μηχανισμού κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως, οι δηλώσεις της ABB της 3ης Φεβρουαρίου 2005 δεν αφορούν συγκεκριμένη περίοδο και, συνεπώς, μπορούν, a priori, να ερμηνευθούν ως αναφερόμενες στο σύνολο της παραβάσεως. Οι δηλώσεις του M. αφορούν την περίοδο κατά την οποία μετείχε στις δραστηριότητες της συμπράξεως, ήτοι μεταξύ 1988 και Ιουνίου 2002. Ωστόσο, καθόσον παρατηρήθηκε στις σκέψεις 68 και 129 ανωτέρω ότι τα στοιχεία που προσκόμισε η ABB πρέπει να επιβεβαιωθούν από άλλα στοιχεία και η επιβεβαίωση αυτή δεν μπορεί να προκύπτει από την ερμηνεία του M., επισημαίνεται ότι οι δηλώσεις των προσφευγουσών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην απάντησή τους στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, αφορούν την περίοδο που προηγείται της χρονικής στιγμής κατά την οποία η επιχείρηση Hitachi διέκοψε τη συμμετοχή της στη σύμπραξη το 1999. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η ύπαρξη του μηχανισμού κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως αποδείχθηκε για την τελευταία αυτή περίοδο.
226 Όσον αφορά τη λυσιτέλεια του μηχανισμού κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως στο πλαίσιο της αποδείξεως της υπάρξεως κοινής ρυθμίσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί σοβαρή ένδειξη περί του ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί θεωρούνταν από τους Ευρωπαίους παραγωγούς ως δυνητικοί αξιόπιστοι ανταγωνιστές στην αγορά του ΕΟΧ. Συγκεκριμένα, αν υποτεθεί ότι η ευρωπαϊκή αγορά ήταν πράγματι απροσπέλαστη για τους Ιάπωνες παραγωγούς, λόγω της υπάρξεως εμποδίων εισόδου, οι Ευρωπαίοι παραγωγοί δεν είχαν λόγο να κοινοποιούν τα αποτελέσματα της αναθέσεως ορισμένων έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ και, κατά μείζονα λόγο, να καταχωρούν τα ίδια αυτά έργα στην κοινή «ευρωπαϊκή» ποσόστωση την οποία προβλέπει η συμφωνία GQ, διότι η καταχώρηση αυτή σημαίνει ότι στερούνται ενός μέρους των έργων ΕΜΜΑ στις περιοχές τις οποίες αφορά η συμφωνία GQ. Επομένως, η ύπαρξη του μηχανισμού αυτού κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως συνεπάγεται ότι οι ιαπωνικές επιχειρήσεις μπόρεσαν να διεισδύσουν στην ευρωπαϊκή αγορά. Εάν δεν το έπραξαν, σημαίνει ότι είχαν αναλάβει τη δέσμευση να μην το πράξουν, με ανταλλαγή ενός σημαντικότερου μέρους έργων ΕΜΜΑ εκτός του ΕΟΧ. Επομένως, ο επίδικος μηχανισμός αποτελεί σύνδεσμο μεταξύ των συμπαιγνιακών δραστηριοτήτων εντός του ΕΟΧ και των Ιαπώνων παραγωγών και, ως εκ τούτου, αποτελεί έμμεση απόδειξη για την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως.
227 Το ζήτημα του κατά πόσον ο μηχανισμός κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως είχε αποτελέσματα στην αγορά του ΕΟΧ δεν έχει ενδιαφέρον για την παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα, όπως παρατηρήθηκε στη σκέψη 76 ανωτέρω, η θεμελίωση της αιτιάσεως την οποία προσάπτει η Επιτροπή στις προσφεύγουσες με την προσβαλλομένη απόφαση είναι η ανάληψη δεσμεύσεως των ιαπωνικών επιχειρήσεων να μη διεισδύσουν στην αγορά του ΕΟΧ, η οποία αποδείχθηκε έμμεσα από την ύπαρξη του μηχανισμού κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως. Αντιθέτως, με την προσβαλλομένη απόφαση δεν προκύπτει ότι, κατά την άποψη της Επιτροπής, ο εν λόγω μηχανισμός συνιστά αυτοτελή παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ.
228 Ομοίως, δεν απαιτείται να αποδειχθεί, αφενός, ότι ο μηχανισμός κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως δεν αφορά τα έργα ΕΜΜΑ στις ευρωπαϊκές κατασκευάστριες χώρες και, αφετέρου, ότι η Ιαπωνία αποτελεί κατασκευάστρια χώρα ώστε ο εν λόγω μηχανισμός μπορεί να θεωρηθεί λυσιτελής ένδειξη περί της υπάρξεως της κοινής ρυθμίσεως, δυνάμει της εκτεθείσας στη σκέψη 226 ανωτέρω συλλογιστικής. Κατά συνέπεια, η τυχόν μη επιβεβαίωση της μαρτυρίας του M. επί του σημείου αυτού δεν έχει συνέπειες.
229 Περαιτέρω, καθόσον η επιχειρηματολογία της Επιτροπής σχετικά με τον μηχανισμό κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως δεν στηρίζεται ούτε στον απόρρητο χαρακτήρα των κοινοποιηθέντων στοιχείων ούτε στο γεγονός ότι η κοινοποίηση ήταν προγενέστερη των οικείων έργων ΕΜΜΑ, τα περιστατικά αυτά δεν ασκούν επίσης επιρροή στην προκειμένη περίπτωση.
230 Κατόπιν των προηγουμένων, συνάγεται ότι αποδείχθηκε η ύπαρξη της τακτικής κοινοποιήσεως στον όμιλο των Ιαπώνων παραγωγών ορισμένων έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ μετά την ανάθεσή τους και της καταχωρήσεως των ιδίων αυτών έργων στην κοινή «ευρωπαϊκή» ποσόστωση που προβλέπει η συμφωνία GQ, όσον αφορά την περίοδο μεταξύ 1988 και 1999 όταν η επιχείρηση Hitachi έπαψε να μετάσχει στη σύμπραξη, με τις δηλώσεις της ABB, τις δηλώσεις των προσφευγουσών και τη μαρτυρία του M. Περαιτέρω, ο επίδικος μηχανισμός αποτελεί έμμεση απόδειξη περί της υπάρξεως της προβληθείσας από την Επιτροπή κοινής ρυθμίσεως.
Επί της αναθέσεως των έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ
– Επιχειρήματα των διαδίκων
231 Οι προσφεύγουσες παρατηρούν ότι τα έργα ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ κατανέμονταν από τα ευρωπαϊκά μέλη της συμπράξεως, κατά τη διάρκεια συναντήσεων διαφορετικών από τις συναντήσεις της συμφωνίας GQ, χωρίς τη συμμετοχή των ιαπωνικών επιχειρήσεων.
232 Στο πλαίσιο αυτό, οι κατάλογοι των έργων που προσκομίζει η ABB δεν αποτελούν αξιόπιστη απόδειξη του ότι οι πληροφορίες περί των οικείων έργων ΕΜΜΑ κοινοποιούνταν στους Ιάπωνες παραγωγούς και εξετάζονταν από αυτούς πριν από την ανάθεση των εν λόγω έργων.
233 Η ίδια διαπίστωση ισχύει, σύμφωνα με τις προσφεύγουσες, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι οι ιαπωνικές επιχειρήσεις σκοπούσαν να υποβάλουν προσφορές για έργα ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ, δημιουργώντας έτσι εντάσεις εντός της συμπράξεως. Συγκεκριμένα, οι δηλώσεις των μαρτύρων της ABB επί του σημείου αυτού είναι ασαφείς ή αλυσιτελείς εν προκειμένω.
234 Ομοίως, πλην του προβαλλομένου συμφέροντος της Melco για έργο ΕΜΜΑ στην Ισπανία, μόνον οι ευρωπαίοι παραγωγοί συζήτησαν τα ένδεκα έργα ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ, επίκληση των οποίων γίνεται στην προσβαλλομένη απόφαση. Ωστόσο, είναι πιθανόν η Melco να έλαβε τις πληροφορίες για το οικείο έργο, από άλλες πηγές εκτός από τους καταλόγους έργων ή τους Ευρωπαίους προμηθευτές.
235 Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι ιαπωνικές επιχειρήσεις μετέσχαν στον καθορισμό των τιμών για τα έργα ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ, τα οποία δεν μπορούσαν να ανατεθούν σε ένα συγκεκριμένο προμηθευτή, στη θέση σε εφαρμογή της ρήτρας της συμφωνίας GQ σχετικά με την καταγγελία των συμφωνιών περί χορηγήσεως αδειών προς τρίτα πρόσωπα όσον αφορά το έδαφος του ΕΟΧ ή στις ανταλλαγές ευαίσθητων πληροφοριών που αφορούν την ευρωπαϊκή αγορά των έργων ΕΜΜΑ.
236 Εξάλλου, οι προγενέστερες συμφωνίες μεταξύ των ευρωπαίων προμηθευτών, σχετικά με την ανάθεση έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ, και ιδίως η συμφωνία GE, αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία τα οποία θέτουν εν αμφιβόλω την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως. Κατά τις προσφεύγουσες, η συμφωνία GE αναφέρει την ύπαρξη σύνθετης συμπράξεως μεταξύ των Ευρωπαίων παραγωγών, προγενέστερη της υπογραφής της συμφωνίας GQ και ανεξάρτητη από αυτήν. Επομένως, η επίδικη σύμπραξη τέθηκε σε εφαρμογή χωρίς την προστασία την οποία φέρεται ότι παρείχε η προβαλλομένη κοινή ρύθμιση. Ωστόσο, το γεγονός αυτό θέτει εν αμφιβόλω την επιχειρηματολογία της Επιτροπής όσον αφορά τη σημασία της κοινής ρυθμίσεως για τις συμπαιγνιακές δραστηριότητες των ευρωπαίων παραγωγών εντός του ΕΟΧ.
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
237 Ο φάκελος της υποθέσεως δεν περιέχει στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να εννοηθεί ότι τα έργα ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ συζητούνταν κατά τις συναντήσεις της συμφωνίας GQ στις οποίες ελάμβαναν μέρος τα ιαπωνικά μέλη της συμπράξεως.
238 Ομοίως, δε προκύπτει από τους καταλόγους των έργων που προσκόμισε η ABB ότι τα έργα ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ συζητήθηκαν με τους Ιάπωνες παραγωγούς, πλην του προβαλλομένου ενδιαφέροντος της Melco για το έργο «MSP via GC» στην Ισπανία. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι το ενδιαφέρον που προέβαλε η Melco για το τελευταίο αυτό έργο ενέχει πλάνη, δεδομένης της εκτάσεως του οικείου καταλόγου των έργων και το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν προσδιόρισε άλλες περιπτώσεις κατά τις οποίες Ιάπωνας παραγωγός εκδήλωσε το ενδιαφέρον του για έργο ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ. Εν πάση περιπτώσει, το περιεχόμενο του οικείου καταλόγου των έργων δεν επιβεβαιώθηκε από άλλα στοιχεία όσον αφορά το έργο «MSP via GC» και, επομένως, δεν μπορεί να ληφθεί συναφώς υπόψη.
239 Περαιτέρω, όταν η Επιτροπή αναφέρει στην αιτιολογική σκέψη 125 της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί σκοπούσαν μερικές φορές να απαντήσουν στις ευρωπαϊκές προσκλήσεις για υποβολή προσφορών, αλλά αρνούνταν γενικώς τέτοιες αιτήσεις και κοινοποιούσαν τα σχετικά έργα στους ευρωπαίους παραγωγούς, στηρίζεται αποκλειστικώς στις δηλώσεις της ABB και στις προσκομισθείσες από τους υπαλλήλους της μαρτυρίες. Επομένως, ελλείψει επιβεβαιώσεως από άλλα στοιχεία, ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη.
240 Περαιτέρω, η Επιτροπή δεν προσάπτει στις προσφεύγουσες ότι έλαβαν μέρος στον καθορισμό ελαχίστων τιμών των έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ ή στην καταγγελία των συμβάσεων χορηγήσεως αδειών που είχαν συναφθεί με τρίτες επιχειρήσεις σχετικά με τον ΕΟΧ. Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα των προσφευγουσών επί του σημείου αυτού δεν ασκούν επιρροή στην προκειμένη υπόθεση.
241 Όσον αφορά την ανταλλαγή ευαίσθητων στοιχείων σχετικά με τα έργα ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ, η κοινοποίηση, όπως αποδείχθηκε εν προκειμένω, βαίνει πέραν των ορίων της συνήθους ανταγωνιστικής συμπεριφοράς όσον αφορά τη διάρκεια και την έντασή της καθώς και όσον αφορά τη φύση των κοινοποιηθέντων στοιχείων. Πάντως, δεν αποδείχθηκε ότι το αντικείμενο της κοινοποιήσεως ήταν η ανάθεση έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ σε Ιάπωνες παραγωγούς ή ότι τα πράγματι κοινοποιηθέντα στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν προς τούτο.
242 Κατόπιν των προηγουμένων, συνάγεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι ιαπωνικές επιχειρήσεις έλαβαν μέρος στην ανάθεση έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ.
243 Όσον αφορά τις προγενέστερες της συμφωνίας GQ ευρωπαϊκές συμφωνίες, παρατηρείται ότι, εξαιρουμένης της συμφωνίας GE, οι ισχυρισμοί των προσφευγουσών δεν είναι αρκούντως ακριβείς ή αποδεδειγμένοι. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν.
244 Όσον αφορά τη συμφωνία GE, συνομολογείται ότι υπογράφηκε πριν από τη συμφωνία GQ και τη συμφωνία EQ. Πάντως, το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, ότι ήταν ανεξάρτητη της συμφωνίας GQ ή της κοινής ρυθμίσεως.
245 Συγκεκριμένα, δυνάμει του άρθρου 15, η συμφωνία GE έπρεπε αρχικώς να αποτελέσει βάσιμη ενδιάμεση λύση μέχρι την έναρξη ισχύος της συμφωνίας GQ και, ελλείψει αυτής, έπρεπε να γίνει αναδιαπραγμάτευσή της μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1988. Επομένως, προκύπτει ότι, κατά τη σύναψη της συμφωνίας GE, οι υπογράφοντες προέβλεπαν ήδη τη δημιουργία της διεθνούς συμπράξεως και των διαφόρων στοιχείων της, περιλαμβανομένης, κατά τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, της κοινής ρυθμίσεως. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από τη μαρτυρία του M. ότι η διεθνής σύμπραξη αποτέλεσε αντικείμενο πολύπλοκων διαπραγματεύσεων κατά τη διάρκεια πολλών ετών πριν από την υπογραφή της συμφωνίας GQ.
246 Περαιτέρω, κατά τον M., η αμοιβαία ανάληψη δεσμεύσεων των δύο ομίλων παραγωγών να μη διεισδύσουν στις εγχώριες αγορές του άλλου ομίλου, η οποία αποτελεί την ουσία της κοινής ρυθμίσεως που προβάλλει η Επιτροπή, ήταν προγενέστερη της συνάψεως της συμφωνίας GQ. Κατά συνέπεια, η ανάληψη αυτή δεσμεύσεων μπορούσε να ληφθεί υπόψη από τους Ευρωπαίους παραγωγούς κατά την υπογραφή της συμφωνίας GE.
247 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η συμφωνία GE θέτει εν αμφιβόλω την ύπαρξη της προβαλλομένης από την Επιτροπή κοινής ρυθμίσεως.
Σφαιρική εκτίμηση
– Επιχειρήματα των διαδίκων
248 Κατά τις προσφεύγουσες, τα στοιχεία που προβάλλει η Επιτροπή, τα οποία συνδέονται με την ύπαρξη της προβαλλομένης κοινής ρυθμίσεως, είναι επιλεκτικά, στερούνται αποδεικτικής ισχύος, δεν αποδεικνύονται και δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα, εφόσον η Επιτροπή ανέπτυξε τη θεωρία της πριν από την εξέταση των πραγματικών περιστατικών.
249 Οι προσφεύγουσες διατείνονται, συναφώς, ότι τα προσκομισθέντα από την ABB στοιχεία δεν αποδεικνύουν επαρκώς κατά νόμο την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως, και ειδικότερα το γεγονός ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί δέχονταν την κατανομή των έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ μεταξύ των Ευρωπαίων παραγωγών, τη σημασία της κοινής ρυθμίσεως από απόψεως της προβαλλομένης διεθνούς συμπράξεως, την ύπαρξη μηχανισμού υποχρεωτικής και συστηματικής κοινοποιήσεως ή το γεγονός ότι οι ιαπωνικές επιχειρήσεις ελάμβαναν μέρος στις συμπαιγνιακές δραστηριότητες των ευρωπαίων παραγωγών εντός του ΕΟΧ. Ομοίως, η Επιτροπή επέδειξε επιλεκτικότητα, εφόσον δεν προέβαλε με την προσβαλλομένη απόφαση ορισμένα προσκομισθέντα από την ΑΒΒ στοιχεία τα οποία δεν ανταποκρίνονταν στη θεωρία της και ιδίως στη συμφωνία GE.
250 Οι προσφεύγουσες φρονούν ότι, καθόσον τα προσκομισθέντα από την ABB στοιχεία έχουν αμελητέα αποδεικτική αξία και συγχρόνως τα αμφισβητούν οι προσφεύγουσες, η Toshiba, η Melco, η TM T & D και, από ορισμένες απόψεις, η Fuji, έπρεπε να επιβεβαιωθούν από άλλα στοιχεία, το δε απαιτούμενο «επίπεδο επιβεβαιώσεως» είναι υψηλό. Ωστόσο, τούτο δεν συνέβη. Ειδικότερα, η Επιτροπή προέβαλε ισχυρισμούς, σχετικά με τη συμφωνία GQ και τη συμφωνία EQ, οι οποίοι αντιφάσκουν με άλλα στοιχεία του φακέλου, και ερμήνευσε εσφαλμένως τις δηλώσεις των προσφευγουσών και της Fuji, σχετικά με τον μηχανισμό κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως.
251 Στο πλαίσιο αυτό, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί δεν ήταν σε θέση να διεισδύσουν στην ευρωπαϊκή αγορά έργων ΕΜΜΑ, λόγω της υπάρξεως ανυπέρβλητων εμποδίων εισόδου, η οποία καθιστούσε περιττή την εμπλοκή τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο και, συνεπώς, την ύπαρξη της κοινής συμφωνίας. Οι προσφεύγουσες προσθέτουν ότι η αληθοφάνεια της εναλλακτικής αυτής εξηγήσεως επιβεβαιώθηκε από όλες τις οικείες επιχειρήσεις και προκύπτει επίσης από πολλά στοιχεία του φακέλου, όπως, μεταξύ άλλων, τη συμφωνία GE, την οποία συνήψαν οι Ευρωπαίοι παραγωγοί χωρίς να χρειάζεται να έρθουν σε συμφωνία με τους Ιάπωνες παραγωγούς ή να τους πληροφορήσουν.
252 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη βασιμότητα των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
253 Από την εξέταση που πραγματοποιήθηκε στις σκέψεις 84 έως 230 ανωτέρω προκύπτει, πρώτον, ότι οι δηλώσεις της ABB και οι μαρτυρίες των υπαλλήλων της και του πρώην υπαλλήλου της αναφέρουν την ύπαρξη ρυθμίσεως δυνάμει της οποίας οι Ευρωπαίοι και ο Ιάπωνες παραγωγοί ανέλαβαν αμοιβαίως δεσμεύσεις να μη διεισδύσουν στις εγχώριες αγορές του άλλου ομίλου. Βάσει των στοιχείων αυτών μπορούν επίσης να προσδιοριστούν τα μέρη της ρυθμίσεως και να συναχθεί ότι αν ήταν πιθανόν προγενέστερη της συμφωνίας του GQ, συνάφθηκε, το αργότερο, κατά τον χρόνο συνάψεως της τελευταίας αυτής συμφωνίας.
254 Δεύτερον, η ύπαρξη της προαναφερθείσας αμοιβαίας ρυθμίσεως επιβεβαιώθηκε με την υποβληθείσα από την Alstom πρόταση κατά την συνάντηση της 10ης Ιουλίου 2002. Η ύπαρξη της αναλήψεως δεσμεύσεως των ιαπωνικών επιχειρήσεων να μη διεισδύσουν στην ευρωπαϊκή αγορά επιρρωννύεται επίσης από τις δηλώσεις της Fuji.
255 Τρίτον, από τις δηλώσεις και τη μαρτυρία της ABB, που ενισχύονται από τις δηλώσεις των προσφευγουσών, προκύπτει ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί δέχθηκαν, τουλάχιστον όσον αφορά την περίοδο από 1988 έως 1999, την τακτική κοινοποίηση των αποτελεσμάτων της αναθέσεως ορισμένων έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ και την καταχώρησή τους στην κοινή «ευρωπαϊκή» ποσόστωση, που προβλέπει η συμφωνία GQ. Ομοίως, δυνάμει του σημείου 4 του μέρους «E (E-Members)» του παραρτήματος 2 της συμφωνίας EQ, οι Ευρωπαίοι παραγωγοί προέβλεψαν τη δυνατότητα να κοινοποιήσουν στους Ιάπωνες παραγωγούς τις λεπτομέρειες ορισμένων έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ προ της αναθέσεώς τους. Τα δύο αυτά στοιχεία υποδηλώνουν ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί θεωρούνταν αξιόπιστοι ανταγωνιστές για την προμήθεια ορισμένων έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ, αλλά ότι ανέλαβαν την υποχρέωση να μη διεισδύσουν στην ευρωπαϊκή αγορά σε αντάλλαγμα σημαντικότερου μέρους έργων ΕΜΜΑ σε άλλες περιοχές. Επομένως, συνιστούν έμμεσες αποδείξεις για την ύπαρξη της αμοιβαίας ρυθμίσεως μεταξύ Ευρωπαίων και Ιαπώνων παραγωγών.
256 Επομένως, τα προβληθέντα από την Επιτροπή στοιχεία τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς της όσον αφορά την ύπαρξη της κοινής συμφωνίας, όπως συνοψίζονται στη σκέψη 74 ανωτέρω. Αντιθέτως, τα προβληθέντα από τις προσφεύγουσες στοιχεία δεν δύνανται να θέσουν εν αμφιβόλω τους εν λόγω ισχυρισμούς.
257 Αφετέρου, όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 244 έως 247, η συμφωνία GE δεν αποτελεί την απόδειξη περί υπάρξεως ευρωπαϊκής συμπράξεως η οποία τέθηκε σε εφαρμογή χωρίς την κοινή ρύθμιση.
258 Αφετέρου, μολονότι δεν αποδείχθηκε ότι οι ιαπωνικές επιχειρήσεις έλαβαν μέρος, με τους Ευρωπαίους παραγωγούς, στην ανάθεση έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ, επισημαίνεται ότι, ενόψει της φύσεως της προβαλλομένης αναλήψεως δεσμεύσεών τους δυνάμει της κοινής ρυθμίσεως, η συμμετοχή τους στη συμπεριφορά αυτή δεν ήταν χρήσιμη. Συγκεκριμένα, οι Ιάπωνες παραγωγοί δεν είχαν κανένα συμφέρον να παρέμβουν καν στην ανάθεση των έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ, τα οποία είχαν δεσμευθεί να μην αναλάβουν. Το μόνο συμφέρον τους ήταν να γνωρίζουν την αξία των οικείων έργων και την ταυτότητα των αναδόχων τους, για να μπορούν να παρακολουθήσουν την καταχώριση στην κοινή «ευρωπαϊκή» ποσόστωση που προβλέπει η συμφωνία GQ. Ωστόσο, τουλάχιστον για την περίοδο μεταξύ 1988 και 1999, οι πληροφορίες αυτές κοινοποιήθηκαν στους Ιάπωνες παραγωγούς με τον μηχανισμό κοινοποιήσεως.
259 Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να θεωρηθεί ότι η ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως, όπως περιγράφεται στη σκέψη 74 ανωτέρω, αποδείχθηκε επαρκώς κατά νόμον.
260 Υπό τις συνθήκες αυτές, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή δεν υποχρεούνταν να αποδείξει το εμπορικό συμφέρον των οικείων επιχειρήσεων να συνάψουν την κοινή ρύθμιση. Κατά τα λοιπά, όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 110 και 158 ανωτέρω, η σύναψη της κοινής συμφωνίας μπορούσε να χορηγήσει ορισμένα πλεονεκτήματα στις εν λόγω επιχειρήσεις και, επομένως, δεν ήταν άνευ αντικειμένου, παρά την ύπαρξη εμποδίων εισόδου στην αγορά του ΕΟΧ και την τυχόν έλλειψη άμεσου εμπορικού ενδιαφέροντος για διείσδυση στην ίδια αυτή αγορά.
261 Περαιτέρω, εφόσον η Επιτροπή δεν στηρίχθηκε αποκλειστικώς στη συμπεριφορά των επιδίκων επιχειρήσεων στην αγορά για να καταλήξει στην ύπαρξη της προσαπτομένης παραβάσεως, οι προσφεύγουσες δεν αρκεί να υποκαταστήσουν με άλλη πιθανή εξήγηση των πραγματικών περιστατικών αυτήν που δέχτηκε η Επιτροπή. Κατά συνέπεια, η προταθείσα από τις προσφεύγουσες εναλλακτική εξήγηση δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά την ύπαρξη της εν λόγω παραβάσεως. Εν πάση περιπτώσει, τα στοιχεία που στηρίζουν την εξήγηση αυτή προβλήθηκαν επίσης από τις προσφεύγουσες στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου και, συνεπώς, θα εξεταστούν στις σκέψεις 317 έως 332 κατωτέρω.
262 Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου.
263 Εξάλλου, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 41 ανωτέρω, εφόσον η ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως μπόρεσε να αποδειχτεί χωρίς να ληφθούν υπόψη οι παρατηρήσεις της Fuji της 21ης Νοεμβρίου 2006 ως απαλλακτικό στοιχείο, πρέπει να απορριφθεί, οριστικώς, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου, το οποίο αντλείται από το ότι η προσφεύγουσα δεν είχε πρόσβαση σε ορισμένα επιβαρυντικά στοιχεία. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του δευτέρου σκέλους, το οποίο αντλείται από το ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η κοινή ρύθμιση συνιστά περιοριστική συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική
Επιχειρήματα των διαδίκων
264 Οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή απέδειξε την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως, η ρύθμιση αυτή δεν αποδείχθηκε, από ακριβή και αξιόπιστα στοιχεία, ότι η ρύθμιση αυτή μπορεί να εξομοιωθεί με την έκφραση κοινής βουλήσεως η οποία παρουσιάζεται ως περιοριστική συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική. Κατά τις προσφεύγουσες, ο φάκελος της Επιτροπής αποκαλύπτει, το πολύ, παράλληλη συμπεριφορά των επιχειρηματιών, η οποία συνάδει με τους συνήθεις όρους της αγοράς. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του M., ο οποίος ανέφερε ότι, κατά τις συναντήσεις στις οποίες έλαβε μέρος, δεν απαιτούνταν να προβληθεί το ζήτημα της κοινής ρυθμίσεως καθόσον η ρύθμιση αυτή ήταν προφανής.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
265 Κατά τη νομολογία, απόκειται στην Επιτροπή να συγκεντρώσει αρκούντως ακριβή και συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξει την αταλάντευτη πεποίθηση ότι η προβαλλόμενη παράβαση συνιστά συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ (απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Ιανουαρίου 1999, T‑185/96, T-189/96 και T-190/96, Riviera Auto Service κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-93, σκέψη 47). Η προαναφερθείσα νομολογία εφαρμόζεται, κατ’ αναλογία, στο άρθρο 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας ΕΟΧ.
266 Εν προκειμένω, με την προσβαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή δεν εκφράστηκε ρητώς επί του αν η προσαπτόμενη στις ιαπωνικές εταιρίες συμπεριφορά αποτελεί συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική. Στην αιτιολογική σκέψη 248 της προσβαλλομένης αποφάσεως, απλώς παρατήρησε ότι η παράβαση αποτελούνταν από πολλές πράξεις που μπορούν να χαρακτηριστούν ως συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές.
267 Συνεπώς, πρέπει να εξακριβωθεί, κατά πρώτον, αν η κοινή ρύθμιση συνιστά συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας ΕΟΧ.
268 Συναφώς, για να υπάρξει συμφωνία υπό την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων, αρκεί οι επίδικες επιχειρήσεις να εξέφρασαν την κοινή βούλησή τους να συμπεριφερθούν στην αγορά με ένα συγκεκριμένο τρόπο (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 70 ανωτέρω, σκέψη 928 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Η εκτίμηση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων μιας συμφωνίας είναι περιττός, όταν προκύπτει ότι έχει ως αντικείμενο να περιορίσει, να εμποδίσει ή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό (βλ. απόφαση Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 70 ανωτέρω, σκέψη 837 και παρατιθέμενη νομολογία).
269 Ωστόσο, εν προκειμένω, από τα διάφορα προβληθέντα από την Επιτροπή στοιχεία και, μεταξύ άλλων, από τις δηλώσεις της ABB και της Fuji και τις μαρτυρίες του M. και του V.-A., προκύπτει ότι οι Ευρωπαίοι και Ιάπωνες παραγωγοί ανέλαβαν αμοιβαία υποχρέωση να μη διεισδύσουν στις εγχώριες αγορές του άλλου ομίλου. Η ύπαρξη αμοιβαίας υποχρεώσεως συνεπάγεται οπωσδήποτε την ύπαρξη κοινής βουλήσεως, ακόμη και αν δεν υπάρχουν στοιχεία βάσει των οποίων να μπορεί να καθοριστεί με ακρίβεια ο χρόνος κατά τον οποίο η βούληση αυτή εκφράστηκε ή επισημοποιήθηκε. Εξάλλου, από τη σκέψη 141 ανωτέρω προκύπτει ότι ο M. φρονούσε ότι δεν ήταν απαραίτητο να γίνει επίκληση της κοινής ρυθμίσεως κατά τις συζητήσεις στις οποίες έλαβε μέρος, διότι το περιεχόμενο της εν λόγω ρυθμίσεως είχε γίνει αντιληπτό, και δεκτό και είχε εφαρμοστεί από όλους τους μετέχοντες στη σύμπραξη χωρίς να χρειαστεί ρητή συζήτηση. Επιπλέον, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 152 ανωτέρω, ο V.-A. δήλωσε ότι έλαβε μέρος σε ρητές συζητήσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και του εκπροσώπου ιαπωνικής επιχειρήσεως ως προς την τήρηση της κοινής ρυθμίσεως.
270 Επίσης, το γεγονός, το οποίο πιστοποιείται από τις δηλώσεις και μαρτυρίες της ABB και από τις δηλώσεις των προσφευγουσών, ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί δέχθηκαν, για πολλά έτη, την κοινοποίηση των αποτελεσμάτων της αναθέσεως ορισμένων έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ και την παρακολούθηση της καταχωρήσεώς τους στην κοινή «ευρωπαϊκή» ποσόστωση που προβλέπει η συμφωνία GQ δεν συνάδει με απλή παράλληλη συμπεριφορά των ανταγωνιστών πέραν κάθε συγκλίσεως βουλήσεων.
271 Επιπλέον, η κοινή ρύθμιση είχε ως αντικείμενο τον καθορισμό της συμπεριφοράς των ιαπωνικών επιχειρήσεων έναντι της αγοράς του ΕΟΧ, εφόσον οι επιχειρήσεις αυτές ανέλαβαν τη δέσμευση να μη διεισδύσουν στην εν λόγω αγορά. Επομένως, η εν λόγω ρύθμιση αποτελεί πράγματι επιφύλαξη της αγοράς ΕΟΧ υπέρ των ευρωπαίων παραγωγών.
272 Κατά συνέπεια, ορθώς η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η κοινή ρύθμιση αποτελεί συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας ΕΟΧ.
273 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν απαιτείται να εξεταστεί περαιτέρω αν η κοινή ρύθμιση αποτελεί εναρμονισμένη πρακτική βάσει των ιδίων διατάξεων.
274 Κατόπιν των προεκτεθέτων, πρέπει να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου και, κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος στο σύνολό του.
3. Επί του τρίτου λόγου, ο οποίος αντλείται από το ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως
275 Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, καθόσον τις αφορά, η Επιτροπή δεν απέδειξε ούτε τις ουσιώδεις πτυχές των μέτρων που τέθηκαν σε εφαρμογή από τους μετέχοντες στη σύμπραξη, ούτε το γεγονός ότι τα μέτρα αυτά επιδιώκουν ενιαίο σκοπό. Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν τον διαρκή χαρακτήρα της προσαπτομένης συμπράξεως και, μεταξύ άλλων, την συνέχιση του σκοπού του.
276 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη βασιμότητα των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
Επί του πρώτου σκέλους, το οποίο αντλείται από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη ενιαίας παραβάσεως περικλείουσας την κοινή ρύθμιση, τη διεθνή σύμπραξη που διέπεται από τη συμφωνία GQ και τις συμπαιγνιακές δραστηριότητες των ευρωπαίων παραγωγών εντός του ΕΟΧ
Επιχειρήματα των διαδίκων
277 Εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι τα προϊόντα, οι γεωγραφικές αγορές και οι επιχειρήσεις τις οποίες αφορά, αφενός, η προβλεπόμενη από τη συμφωνία GQ σύμπραξη και, αφετέρου, οι συμφωνίες σχετικά με τα έργα ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ διαφέρουν, όπερ συνεπάγεται, κατά τις προσφεύγουσες, ότι η συμφωνία GQ διαφέρει των ευρωπαϊκών συμφωνιών και, συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι δραστηριότητες της συμπράξεως εκτός του ΕΟΧ και οι δραστηριότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων εντός του ΕΟΧ αποτελούν μια ενιαία παράβαση.
278 Οι προσφεύγουσες προσθέτουν ότι τα πραγματικά στοιχεία που εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση δεν αποδεικνύουν, πέραν κάθε εύλογης αμφιβολίας, την ύπαρξη ενιαίας παραβάσεως.
279 Κατά τις προσφεύγουσες, η κοινή ρύθμιση δεν αποδείχθηκε, εφόσον τα προσκομισθέντα από την ABB στοιχεία στερούνται αποδεικτικής ισχύος και δεν επιβεβαιώνονται από άλλα στοιχεία.
280 Ομοίως, η Επιτροπή δεν απέδειξε τη σημασία της κοινής ρυθμίσεως από απόψεως της προβαλλομένης διεθνούς συμπράξεως, εφόσον δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι η ρύθμιση αυτή ήταν αναγκαία είτε για να εγκαθιδρυθεί αμοιβαία εμπιστοσύνη, είτε για να ενθαρρυνθούν οι δραστηριότητες των ευρωπαϊκών μελών της συμπράξεως που αφορούσαν το έδαφος του ΕΟΧ. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν προσκόμισε αποδείξεις περί του ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί γνώριζαν και δέχονταν την ιδέα της αμοιβαίας επιφυλάξεως των κατασκευαστριών χωρών. Συγκεκριμένα, η έννοια των κατασκευαστριών χωρών ήταν όρος που εφαρμοζόταν αποκλειστικά στο πλαίσιο των συμφωνιών μεταξύ των Ευρωπαίων παραγωγών και, συνεπώς, ήταν άγνωστος στις ιαπωνικές επιχειρήσεις.
281 Κατά τις προσφεύγουσες, ο αυτοτελής χαρακτήρας της συμμετοχής των ιαπωνικών επιχειρήσεων στη συμφωνία GQ σε σχέση με τη συμπαιγνιακή συμπεριφορά των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων εντός του ΕΟΧ προκύπτει από το γεγονός ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί δεν ήσαν σε θέση να διεισδύσουν στην ευρωπαϊκή αγορά των έργων ΕΜΜΑ, λόγω της υπάρξεως ανυπερβλήτων εμποδίων εισόδου.
282 Περαιτέρω, η ύπαρξη των δύο αυτοτελών συμπράξεων επιβεβαιώνεται από πλείονα στοιχεία του φακέλου. Συναφώς, οι προσφεύγουσες αναφέρουν την ύπαρξη της συμφωνίας GE και των λοιπών προγενεστέρων συμφωνιών που είχαν συναφθεί μεταξύ των ευρωπαίων προμηθευτών, το γεγονός ότι η κοινή ρύθμιση δεν αναφέρεται στις γραπτές συμφωνίες, την ανυπαρξία κάθε μνείας στη συμπεριφορά των ευρωπαίων παραγωγών εντός του ΕΟΧ στη συμφωνία GQ, καθώς και συναφθείσα από την ABB, την Areva, τη Siemens και την VA TECH τη συμφωνία περί μη δημοσιοποιήσεως, η οποία προοριζόταν να διευκολύνει την ανταλλαγή ευαίσθητων πληροφοριών μεταξύ των υπογραφόντων τη συμφωνία, σε βάρος των λοιπών επιχειρήσεων που έλαβαν μέρος στη σύμπραξη.
283 Αντιθέτως, δεν υπάρχουν στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να νοηθεί ότι οι ιαπωνικές επιχειρήσεις μετείχαν στην κατανομή των έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ και στις συμπαιγνιακές δραστηριότητες σχετικά με τους ευρωπαίους παραγωγούς εντός ΕΟΧ ή ότι τις γνώριζαν οι ιαπωνικές επιχειρήσεις.
284 Όσον αφορά τον μηχανισμό κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως, οι προσφεύγουσες παραπέμπουν, προκαταρκτικώς, στην εναλλακτική εξήγηση των πραγματικών περιστατικών, η οποία εκτίθεται στη σκέψη 204 ανωτέρω. Εξάλλου, επαναλαμβάνουν ότι η κοινοποίηση δεν ήταν συστηματική, ήταν μεταγενέστερη της αναθέσεως των οικείων έργων, έπαυσε να πραγματοποιείται το 1999 και αφορούσε μη εμπιστευτικά στοιχεία.
285 Ειδικότερα, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν το γεγονός ότι η απλή γνώση της παρελθούσας υπάρξεως ρυθμίσεων μεταξύ άλλων επιχειρήσεων και της ανταλλαγής παλαιών ανακεφαλαιωτικών πληροφοριών αποτελούν παραβάσεις του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ.
286 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη βασιμότητα των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
287 Οι συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές τις οποίες αφορά το [άρθρο 81 παράγραφος 1, ΕΚ] προκύπτουν κατ’ ανάγκην από τη συντρέχουσα δράση πλειόνων επιχειρήσεων, οι οποίες είναι μεν όλες φυσικοί συναυτουργοί της παραβάσεως, η συμμετοχή τους όμως μπορεί να προσλάβει διαφορετικές μορφές, αναλόγως ιδίως των χαρακτηριστικών της οικείας αγοράς και της θέσεως κάθε επιχειρήσεως στην αγορά, των επιδιωκομένων σκοπών και των τρόπων εκτελέσεως τους οποίους έχει επιλέξει ή έχει κατά νουν. Το γεγονός, όμως, και μόνον ότι κάθε επιχείρηση μετέχει στην παράβαση με τον δικό της τρόπο δεν αρκεί για να αποκλείσει την ευθύνη της για ολόκληρη την παράβαση, περιλαμβανομένης και της συμπεριφοράς που υλοποιείται μεν από άλλες μετέχουσες επιχειρήσεις, έχει όμως τον ίδιο αντίθετο στον ανταγωνισμό σκοπό ή αποτέλεσμα (απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 1999, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, C‑49/92 P, Συλλογή 1999, σ. I‑4125, σκέψεις 79 και 80). Η προαναφερθείσα νομολογία εφαρμόζεται, κατ’ αναλογία, στο άρθρο 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας ΕΟΧ.
288 Επομένως, επιχείρηση που είχε μετάσχει σε μια τέτοια παράβαση με τη συμπεριφορά της, που ενέπιπτε στην έννοια της συμφωνίας ή της εναρμονισμένης πρακτικής έχουσας αντίθετο στον ανταγωνισμό αντικείμενο υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ και που απέβλεπε στην υλοποίηση της παραβάσεως στο σύνολό της, ήταν συνυπαίτια, για όλη τη διάρκεια της συμμετοχής της στην εν λόγω παράβαση, για τη συμπεριφορά άλλων επιχειρήσεων στο πλαίσιο της ίδιας παραβάσεως, όταν αποδεικνύεται ότι η εν λόγω επιχείρηση γνώριζε την παραβατική συμπεριφορά των άλλων μετεχόντων ή ότι ηδύνατο ευλόγως να την προβλέψει και ότι αποδεχόταν τον σχετικό κίνδυνο (απόφαση Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, σκέψη 287 ανωτέρω, σκέψη 83). Η προπαρατεθείσα νομολογία εφαρμόζεται, κατ’ αναλογία, στο άρθρο 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας ΕΟΧ.
289 Εν προκειμένω, πρώτον, από την εξέταση του δευτέρου λόγου προκύπτει ότι οι ιαπωνικές επιχειρήσεις έλαβαν μέρος, με τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, στην κοινή ρύθμιση, η οποία ήταν συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων, υπό την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ που αποσκοπεί στην ευρωπαϊκή αγορά των έργων ΕΜΜΑ. Η συμμετοχή στην κοινή ρύθμιση συνεπάγεται ότι οι ιαπωνικές επιχειρήσεις γνώριζαν το γεγονός ότι τα έργα ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ επιφυλάσσονταν στους ευρωπαίους παραγωγούς.
290 Συναφώς, το γεγονός ότι οι προσφεύγουσες δεν έλαβαν μέρος σε συγκεκριμένα συμπαιγνιακά μέτρα εντός του ΕΟΧ δεν ασκεί επιρροή. Συγκεκριμένα, όπως εκτίθεται στη σκέψη 258 ανωτέρω, ενόψει της φύσεως της δεσμεύσεως που ανέλαβαν δυνάμει της κοινής ρυθμίσεως, η συμμετοχή των ιαπωνικών επιχειρήσεων στην ανάθεση έργων ΕΜΜΑ στην αγορά του ΕΟΧ δεν είναι χρήσιμη. Επομένως, ο παθητικός ρόλος των Ιαπώνων παραγωγών δεν οφειλόταν σε εκούσια επιλογή τους, αλλά στο είδος της συμμετοχής τους στη συμφωνία σχετικά με την αγορά του ΕΟΧ. Αντιθέτως, η ίδια αυτή συμμετοχή ήταν προϋπόθεση για να πραγματοποιηθεί η ανάθεση έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ μεταξύ των Ευρωπαίων παραγωγών είτε δυνάμει της αρχής της προστασίας των κατασκευαστριών χωρών, είτε δυνάμει της συμφωνίας GE.
291 Δεύτερον, οι δηλώσεις της ABB και η μαρτυρία του M. αφήνουν να εννοηθεί ότι, μολονότι η κοινή ρύθμιση δεν αναφέρεται ρητά στη συμφωνία GQ, αποτελούσε τη βάση της λειτουργίας της συμφωνίας αυτής, εφόσον καθιστούσε δυνατή τη δημιουργία της απαιτούμενης εμπιστοσύνης για τη λειτουργία της διεθνούς συμπράξεως. Η ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ της κοινής ρυθμίσεως και της συμφωνίας GQ επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του V.-A. ο οποίος αναφέρει ότι, κατά τη διάρκεια συναντήσεως της συμφωνίας GQ, συζητήθηκε μεταξύ των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και του εκπροσώπου των ιαπωνικών επιχειρήσεων η ανάγκη τηρήσεως της κοινής ρυθμίσεως.
292 Τρίτον, ο μηχανισμός κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως συνδέει τις συμπαιγνιακές δραστηριότητες των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων εντός του ΕΟΧ και τη διεθνή σύμπραξη που διέπεται από τη συμφωνία GQ. Συγκεκριμένα, μέσω του μηχανισμού αυτού, τα αποτελέσματα της αναθέσεως ορισμένων έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ λαμβάνονταν υπόψη στο πλαίσιο της αναθέσεως έργων ΕΜΜΑ σε άλλες περιοχές, δυνάμει της συμφωνίας GQ. Η ύπαρξη του οικείου μηχανισμού αποδεικνύεται από τις δηλώσεις και μαρτυρίες της ABB και από τις δηλώσεις των προσφευγουσών, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει ρητή μνεία στη συμφωνία GQ.
293 Στο πλαίσιο αυτό, η εναλλακτική εξήγηση του μηχανισμού κοινοποιήσεως και καταχωρίσεως, την οποία πρότειναν οι προσφεύγουσες, απορρίφθηκε στη σκέψη 213 ανωτέρω. Ομοίως, από τις σκέψεις 243 έως 247 ανωτέρω προκύπτει ότι, αφενός, τα επιχειρήματα των προσφευγουσών σχετικά με τις άλλες πλην της συμφωνίας GE ευρωπαϊκές συμφωνίες δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Γενικό Δικαστήριο και, αφετέρου, η τελευταία αυτή συμφωνία δεν αποτελεί απόδειξη του ότι οι συμπαιγνιακές δραστηριότητες των ευρωπαίων παραγωγών εντός του ΕΟΧ ήταν ανεξάρτητες της διεθνούς συμπράξεως που διέπεται από τη συμφωνία GQ. Εξάλλου, από τα κοινοποιηθέντα από τις προσφεύγουσες στοιχεία δεν προκύπτει ότι η συμφωνία περί μη δημοσιοποιήσεως μεταξύ των Ευρωπαίων παραγωγών συνήφθη πράγματι ούτε, κατά μείζονα λόγο, ότι το γεγονός αυτό έθιξε την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των δύο ομίλων παραγωγών.
294 Τέταρτον, θεωρείται ότι, λόγω της τακτικής κοινοποιήσεως των αποτελεσμάτων των προσκλήσεων για υποβολή προσφορών σχετικά με ορισμένα έργα ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ, η οποία πραγματοποιήθηκε τουλάχιστον μεταξύ 1988 και 1999, οι ιαπωνικές επιχειρήσεις μπορούσαν ευλόγως να προβλέψουν ότι η ανάθεση έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ μεταξύ των Ευρωπαίων παραγωγών ήταν το αποτέλεσμα συμπαιγνιακής συμπεριφοράς. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι ένας όμιλος παραγωγών ενημερώνεται τακτικώς, κατά τη διάρκεια πολλών ετών, για τα αποτελέσματα των προσκλήσεων για υποβολή προσφορών στα οποία έχουν λάβει μέρος τα μέλη άλλου ομίλου παραγωγών του ιδίου βιομηχανικού τομέα, χωρίς προφανή θεμιτό λόγο, υπερβαίνει τα όρια της συνήθους ανταγωνιστικής συμπεριφοράς. Επομένως, η κοινοποίηση έπρεπε να δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς τους όρους υπό τους οποίους ανατίθενται τα οικεία έργα ΕΜΜΑ. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση που τα αποτελέσματα προσκλήσεως για υποβολή προσφορών δεν συνιστούν οπωσδήποτε δημόσια στοιχεία, μεταξύ άλλων, όταν πρόκειται για πρόσκληση εκ μέρους ιδιωτικών επιχειρήσεων και όσον αφορά τις λεπτομέρειες της προσφοράς που έγινε δεκτή.
295 Συναφώς, ορθώς η Επιτροπή αναφέρει, στην αιτιολογική σκέψη 277 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η γνώση του συμπαιγνιακού χαρακτήρα της αναθέσεως έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ, εκ μέρους των ιαπωνικών επιχειρήσεων χάρη στον μηχανισμό κοινοποιήσεως μεταξύ 1988 και 1999, δεν δύναται να θιγεί από τυχόν μεταγενέστερη διακοπή της κοινοποιήσεως. Το αυτό ισχύει για την JAEPS, παρά το γεγονός ότι ιδρύθηκε μόλις το 2001. Συγκεκριμένα, η JAEPS ανέλαβε τις δραστηριότητες σε θέματα ΕΜΜΑ των μετόχων της, μεταξύ των οποίων της Hitachi και της Fuji. Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρείται ότι είχε τις ίδιες γνώσεις με τους εν λόγω μετόχους όσον αφορά την ανάθεση έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ.
296 Πέμπτον, η κοινή ρύθμιση, η διεθνής σύμπραξη που διέπεται από τη συμφωνία GQ και οι συμπαιγνιακές δραστηριότητες των ευρωπαίων παραγωγών εντός του ΕΟΧ τέθηκαν σε εφαρμογή ταυτόχρονα, αφορούσαν τα ίδια προϊόντα και ενέπλεκαν τους ίδιους ευρωπαίους παραγωγούς και, όσον αφορά την κοινή ρύθμιση και τη συμφωνία GQ, τους ίδιους Ιάπωνες παραγωγούς. Ομοίως, με τα διάφορα μέτρα επιδιωκόταν ο ίδιος κοινός σκοπός, ήτοι η εγκαθίδρυση συστήματος κατανομής της παγκόσμιας αγοράς έργων ΕΜΜΑ και αναθέσεως των έργων αυτών μεταξύ των διαφόρων συμμετεχόντων.
297 Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, συνάγεται ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη διαπιστώνοντας ότι η κοινή ρύθμιση, η διεθνής σύμπραξη που διέπεται από τη συμφωνία GQ και οι συμπαιγνιακές δραστηριότητες των ευρωπαίων παραγωγών εντός του ΕΟΧ αποτελούν ενιαία παράβαση επιδιώκουσα έναν κοινό σκοπό. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου.
Επί του δευτέρου σκέλους, το οποίο αντλείται από το ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε τον διαρκή χαρακτήρα της συμπράξεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
298 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, κατόπιν της συναντήσεως της 10ης Ιουλίου 2002, η σύμπραξη δεν επεδίωκε πλέον τον ίδιο οικονομικό σκοπό, εφόσον η σύμπραξη αυτή προσανατολιζόταν στο εξής στη Μέση Ανατολή και στη Νοτιοανατολική Ασία και ο νέος σκοπός της ήταν να εμποδίσει τη διάβρωση των τιμών στις περιοχές αυτές.
299 Περαιτέρω, κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη της τις τροποποιήσεις της δομής και της λειτουργίας της συμπράξεως, οι οποίες έλαβαν χώρα κατά την ίδια χρονική στιγμή, περιελάμβαναν απλούστευση των μεθόδων εργασίας, τη θέσπιση συστήματος παρτίδων έργων τα οποία ανατίθενται άμεσα και την τροποποίηση των κωδικών χαρακτηρισμού των συμμετεχόντων στη σύμπραξη.
300 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη βασιμότητα των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
301 Από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι η συνάντηση της 10ης Ιουλίου 2002 τροποποίησε τον οικονομικό σκοπό που επιδιώκει η διεθνής σύμπραξη. Συγκεκριμένα, τόσο πριν όσο και μετά από την ημερομηνία αυτή, ο ουσιώδης σκοπός της εν λόγω συμπράξεως ήταν η κατανομή των αγορών των έργων ΕΜΜΑ και ο συντονισμός της αναθέσεως των ιδίων αυτών έργων μεταξύ των επιχειρήσεων που εμπλέκονταν στη διεθνή σύμπραξη. Στο πλαίσιο αυτό, προκύπτει ότι η βούληση των οικείων επιχειρήσεων να εμποδίσουν τη διάβρωση των τιμών στη Μέση Ανατολή και στη Νοτιοανατολική Ασία δεν ήταν το αποτέλεσμα της τροποποιήσεως των ουσιωδών σκοπών τους, αλλά μάλλον το αποτέλεσμα της εξελίξεως της ανταγωνιστικής καταστάσεως στις εν λόγω αγορές.
302 Εξάλλου, η προβληθείσα από τις προσφεύγουσες δομική και λειτουργική εξέλιξη συνίσταται σε συγκεκριμένες αλλαγές οι οποίες περιορίζονται σε ορισμένες πτυχές της λειτουργίας της συμπράξεως, αλλά δεν θίγουν τον ουσιώδη σκοπό της. Συγκεκριμένα, όπως διατείνεται η Επιτροπή, οι διάφορες τροποποιήσεις συνδέονταν προφανώς με την εξέλιξη του αριθμού των συμμετεχόντων στη σύμπραξη και τις τεχνολογικές εξελίξεις. Περαιτέρω, οι προσφεύγουσες δεν τεκμηριώνουν την αμφισβήτησή τους σχετικά με τη διαδοχική φύση των επελθουσών μεταβολών, την οποία εξέθεσε η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 280 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
303 Επομένως, οι ισχυρισμοί των προσφευγουσών ως προς τη συνέχιση της συμπράξεως και του σκοπού της δεν είναι βάσιμοι. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη διαπιστώνοντας ότι, μεταξύ 15 Απριλίου 1988 και 11 Μαΐου 2004, υπήρξε συνεχής παράβαση επιδιώκουσα τον ίδιο οικονομικό σκοπό.
304 Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου και, κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος στο σύνολό του.
305 Εφόσον δεν μπορεί να ευοδωθεί κανένας από τους λόγους που προβλήθηκαν προς στήριξη του κυρίου αιτήματος, το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.
Β – Επί του πρώτου επικουρικού αιτήματος, το οποίο αποσκοπεί στην ακύρωση του άρθρου 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον αφορά τις προσφεύγουσες
1. Επί του τετάρτου λόγου, ο οποίος αντλείται από το ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη κατά τον υπολογισμό των επιβληθέντων στις προσφεύγουσες προστίμων
306 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη κατά τον υπολογισμό των προστίμων που τους επιβλήθηκαν. Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους, προσάπτουν στην Επιτροπή ότι δεν τήρησε την υποχρέωσή της να εκτιμήσει τη σχετική με τη διαπραχθείσα από κάθε επιχείρηση παράβαση σημασία. Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους, διατείνονται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά την εφαρμογή της ανακοινώσεως περί της συνεργασίας. Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου, ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των παραγόντων που αφορούν τη διάρκεια της συμπράξεως.
307 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη βασιμότητα των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
Επί του πρώτου σκέλους, το οποίο αντλείται από πλάνη κατά την εκτίμηση της σχετικής με τη διαπραχθείσα από κάθε επιχείρηση παράβαση σημασίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
308 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή πρέπει να λάβει υπόψη τον δευτερεύοντα ρόλο που είχαν εντός της συμπράξεως, τόσο όσον αφορά τη σχετική με τη συμπεριφορά τους σημασία όσο και τη συνέπεια της συμπεριφοράς αυτής στην αγορά του ΕΟΧ.
309 Αφενός, οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι δεν έλαβαν μέρος στη σύμπραξη εντός του ΕΟΧ και στις συναντήσεις που διοργανώθηκαν στο πλαίσιο της συμφωνίας EQ, αλλά μόνον ότι εκτέλεσαν τη συμφωνία GQ. Κατά συνέπεια, η τυχόν συμμετοχή τους στην ευρωπαϊκή σύμπραξη ήταν μόνον παθητική και η συμπεριφορά τους, επομένως, δεν είχε επίδραση επί των ανταλλαγών μεταξύ των κρατών μελών, δεδομένης επίσης της υπάρξεως της προγενέστερης ευρωπαϊκής συμπράξεως, η οποία διέπεται από τη συμφωνία GE.
310 Αφετέρου, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η προβαλλομένη συμμετοχή τους στην κοινή ρύθμιση δεν είχε συνέπειες στην αγορά του ΕΟΧ και, επομένως, δεν μπορεί να θίξει τον ανταγωνισμό στην ίδια αυτή αγορά. Συναφώς, αναφέρουν τα στοιχεία που προσκόμισαν στην Επιτροπή, και ιδίως την εξωτερική έκθεση, τις δηλώσεις των λοιπών συμμετεχόντων στη σύμπραξη και το γεγονός ότι δεν επώλησαν ΕΜΜΑ στην Ευρώπη ούτε μεταξύ 2000 και 2002, ήτοι κατά τη διάρκεια της περιόδου που δεν μετείχαν στη σύμπραξη, ούτε μετά την παύση της λειτουργίας της συμπράξεως. Οι προσφεύγουσες προσθέτουν ότι το γεγονός ότι βρίσκονταν σε αδυναμία να θίξουν τον ανταγωνισμό στον ΕΟΧ πρέπει να ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντική περίσταση.
311 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη βασιμότητα των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
312 Κατά τη νομολογία, καθόσον μια παράβαση έχει διαπραχθεί από πολλές επιχειρήσεις, πρέπει να εξεταστεί η σχετική με τη συμμετοχή καθεμιάς από αυτές σημασία (βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, σκέψη 287 ανωτέρω, σκέψη 150 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επομένως, το ότι μια επιχείρηση δεν έχει μετάσχει σε όλα τα συστατικά στοιχεία μιας συμπράξεως ή ότι έχει διαδραματίσει ήσσονα ρόλο σε όσες πτυχές έχει μετάσχει πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως, ενδεχομένως δε και της επιμετρήσεως του προστίμου (απόφαση Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, σκέψη 287 ανωτέρω, σκέψη 90).
313 Συναφώς, διευκρινίζεται, προκαταρκτικώς, ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν επιβάλλει κυρώσεις στη συμμετοχή των αποδεκτών της στη συμφωνία GQ, η οποία δεν αφορά το έδαφος του ΕΟΧ. Συγκεκριμένα, το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως δηλώνει σαφώς ότι η παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ αφορά τον τομέα των έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ.
314 Από την εξέταση του δευτέρου λόγου προκύπτει ότι η συμμετοχή των Ιαπώνων παραγωγών και των ευρωπαίων παραγωγών στις συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που αφορούν τον ΕΟΧ δεν ήταν της ιδίας φύσεως. Συγκεκριμένα, οι ιαπωνικές επιχειρήσεις ανέλαβαν την υποχρέωση, στο πλαίσιο της κοινής ρυθμίσεως, να μη διεισδύσουν στην αγορά του ΕΟΧ και η συμμετοχή τους επομένως συνίσταται σε παράλειψη. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις κατένειμαν τα διάφορα έργα ΕΜΜΑ επί της ιδίας αγοράς, μέσω θετικών συμπαιγνιακών πράξεων.
315 Πάντως, δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά όσον αφορά τη σοβαρότητα των δύο αυτών τύπων συμπεριφοράς. Συγκεκριμένα, όπως διαπιστώθηκε στις σκέψεις 258 και 290 ανωτέρω, ενόψει της φύσεως της υποχρεώσεως των προσφευγουσών δυνάμει της κοινής ρυθμίσεως, το γεγονός ότι δεν έλαβαν μέρος στην ανάθεση έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ δεν ασκεί επιρροή, εφόσον η παρέμβασή τους δεν ήταν χρήσιμη. Επομένως, το επικληθέν από τις προσφεύγουσες γεγονός δεν ήταν το αποτέλεσμα της επιλογής τους, αλλ’ η απλή συνέπεια της φύσεως της συμμετοχής τους στη σχετική με την αγορά του ΕΟΧ συμφωνία. Αντιθέτως, η ίδια αυτή συμμετοχή ήταν προϋπόθεση για την πραγματοποίηση της αναθέσεως έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ μεταξύ των Ευρωπαίων παραγωγών σύμφωνα με τους συμφωνηθέντες προς τούτο κανόνες.
316 Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι η σοβαρότητα της συμπεριφοράς των ιαπωνικών επιχειρήσεων είναι συγκρίσιμη με αυτήν της συμπεριφοράς των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
317 Όσον αφορά την προβαλλομένη αδυναμία στην οποία ευρίσκονταν οι προσφεύγουσες να θίξουν τον ανταγωνισμό στον ΕΟΧ, από το σημείο 1 A των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων προκύπτει ότι, κατά την επιμέτρηση του προστίμου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική οικονομική ικανότητα των δραστών της παραβάσεως να δημιουργήσουν σημαντική ζημία στους άλλους επιχειρηματίες, μεταξύ άλλων, στους καταναλωτές.
318 Συναφώς, οι προσφεύγουσες διατείνονται, αφενός, ότι Ιάπωνας παραγωγός ο οποίος επιθυμεί να διεισδύσει στην αγορά των έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ θα αντιμετωπίσει «μεγάλα» εμπόδια εισόδου, τεχνικής, εμπορικής, πολιτιστικής και οικονομικής φύσεως. Αφετέρου, η ίδια αυτή αγορά ήταν «ώριμη», όπερ συνεπάγεται ότι, κατά τη διάρκεια της παραβάσεως, είχε μόνον αμελητέο ρυθμό αναπτύξεως και εξυπηρετούνταν προσηκόντως από τους Ευρωπαίους παραγωγούς.
319 Πρώτον, παρατηρείται ότι η ύπαρξη της κοινής συμφωνίας, και ιδίως του μηχανισμού κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως, συνεπάγεται ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί θεωρούνταν αξιόπιστοι δυνητικοί ανταγωνιστές από τους Ευρωπαίους παραγωγούς παρά την ύπαρξη ορισμένων αντικειμενικών εμποδίων εισόδου, των οποίων η ύπαρξη εξάλλου, δεν αμφισβητείται από την Επιτροπή. Αν δεν επρόκειτο περί αυτού, η κοινή ρύθμιση δεν θα είχε συναφθεί και τηρηθεί από τους Ευρωπαίους παραγωγούς, για τους οποίους συνεπαγόταν την απώλεια μέρους έργων ΕΜΜΑ εκτός του ΕΟΧ. Καθόσον οι Ευρωπαίοι παραγωγοί ήσαν ιδιαιτέρως καλά τοποθετημένοι για να εκτιμήσουν την κατάσταση στον ΕΟΧ, λόγω της προνομιούχου θέσεώς τους στην Ευρώπη, η αποδοχή εκ μέρους τους της κοινής συμφωνίας συνιστά επιχείρημα που θέτει σοβαρά εν αμφιβόλω την αξιοπιστία της προβαλλομένης από τις προσφεύγουσες απόψεως.
320 Δεύτερον, επισημαίνεται ότι η προσκομισθείσα από τις προσφεύγουσες εξωτερική έκθεση εκπονήθηκε ex post, για τις συγκεκριμένες ανάγκες της άμυνας των μερών στο πλαίσιο της διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Όπως διατείνεται η Επιτροπή, η έκθεση συντάχθηκε με γενικούς όρους και δεν αναφέρει ότι οι προσφεύγουσες συζήτησαν τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως ή την εμπορική σκοπιμότητα της διεισδύσεως της αγοράς του ΕΟΧ. Ομοίως, όσον αφορά μεταξύ άλλων, τα τεχνικά εμπόδια, η εξωτερική έκθεση αναφέρει εν πολλοίς τις δηλώσεις της JAEPS και των λοιπών αποδεκτών της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπερ συνεπάγεται ότι, στον ίδιο αυτό βαθμό, δεν αποτελεί αυτοτελή πηγή.
321 Περαιτέρω, όσον αφορά τα τεχνικά εμπόδια, προκύπτει πράγματι ότι ένας Ιάπωνας παραγωγός ο οποίος επιθυμεί να διεισδύσει στην αγορά του ΕΟΧ υποχρεούται να προσαρμόσει το οικείο προϊόν στους ισχύοντες κανόνες, που απορρέουν από τις προδιαγραφές που έχει καθορίσει η διεθνής ηλεκτροτεχνική επιτροπή, να πραγματοποιήσει ορισμένο αριθμό δοκιμών συμβατότητας και να λάβει τα αντίστοιχα πιστοποιητικά. Ωστόσο, οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν ότι οι Ιάπωνες παραγωγοί πραγματοποίησαν σποραδικές πωλήσεις προϊόντων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ, καθώς και πολυάριθμες πωλήσεις σε άλλα εδάφη στα οποία εφαρμόζονται επίσης οι προδιαγραφές που καθορίζει η διεθνής ηλεκτροτεχνική επιτροπή.
322 Εξάλλου, οι προσφεύγουσες αναφέρουν τις απαιτήσεις και τις πρόσθετες τεχνικές χρήσεις που ισχύουν σε ορισμένες χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Ωστόσο, τουλάχιστον όσον αφορά τις άλλες χώρες πλην των κατασκευαστριών χωρών, οι απαιτήσεις αυτές εφαρμόζονται στο σύνολο των δυνητικών προμηθευτών, Ευρωπαίων ή Ιαπώνων.
323 Το αυτό ισχύει προκειμένου για την προβαλλομένη προτίμηση στους εγχώριους παραγωγούς, εφόσον από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι οι χώρες του ΕΟΧ πλην των κατασκευαστριών χωρών ήταν ακριβώς αυτές για τις οποίες δεν υπήρχαν αξιόπιστοι εγχώριοι προμηθευτές. Κατά μείζονα λόγο, η συλλογιστική αυτή εφαρμόζεται στην προβαλλομένη προτίμηση για τον προμηθευτή του ήδη εγκαταστηθέντος εξοπλισμού. Συγκεκριμένα, προγενέστερη ικανοποιητική σχέση με έναν προμηθευτή τείνει να θέσει σε μειονεκτική θέση όλους τους λοιπούς προμηθευτές, ανεξαρτήτως του αν είναι Ευρωπαίοι ή Ιάπωνες.
324 Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται επίσης ότι η οδηγία 93/38/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 199, σ. 84), επιβάλλει να προτιμώνται Ευρωπαίοι προμηθευτές κατά την ανάθεση δημοσίων έργων. Ωστόσο, όπως αναγνωρίζουν οι προσφεύγουσες, αφενός, ο κανόνας αυτός δεν ήταν πλέον εφαρμοστέος στους Ιάπωνες παραγωγούς από την 1η Ιανουαρίου 1996. Αφετέρου, ο κανόνας της προτιμήσεως δεν ήταν απόλυτος, εφόσον, δυνάμει του άρθρου 36, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εφαρμοζόταν μόνον όταν οι επίδικες προσφορές ήσαν ισοδύναμες από απόψεως των κριτηρίων αναθέσεως, όπερ συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η απόκλιση μεταξύ των τιμών δεν υπερβαίνει το 3 %.
325 Όσον αφορά τα επιχειρήματα των προσφευγουσών τα οποία αντλούνται, αφενός, από την ανάγκη εγκαθιδρύσεως παρουσίας στην Ευρώπη για τη διασφάλιση της πωλήσεως καθώς και των υπηρεσιών και υποδομών συντηρήσεως και, αφετέρου, των επιπτώσεων της αποστάσεως μεταξύ της Ιαπωνίας και της Ευρώπης επί του κόστους μεταφοράς και ασφάλειας και επί των προθεσμιών παραδόσεως, δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν, λαμβανομένου υπόψη των πωλήσεων ΕΜΜΑ που πραγματοποιούνται από τους Ιάπωνες παραγωγούς στον ΕΟΧ, καθώς και στην υπόλοιπη Ευρώπη και στην περιοχή της Μεσογείου, ήτοι σε περιοχές που είναι απομακρυσμένες γεωγραφικώς από την Ιαπωνία.
326 Όσον αφορά τα προβαλλόμενα δασμολογικά εμπόδια, οι προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν λεπτομέρειες σχετικά με τους δασμολογικούς συντελεστές οι οποίοι εφαρμόζονταν κατά την εισαγωγή ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ από την Ιαπωνία. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.
327 Τέλος, παρατηρείται ότι η παρατεταμένη ύπαρξη της κοινής συμφωνίας και, συνεπώς, η ανυπαρξία Ιαπώνων παραγωγών στην αγορά του ΕΟΧ μπορούσε να ενισχύσει τεχνητώς ορισμένα εμπόδια εισόδου, τα οποία αναφέρουν οι προσφεύγουσες, ειδικότερα τα εμπόδια που συνδέονται με την αποδοχή Ιαπώνων προμηθευτών από τους Ευρωπαίους πελάτες. Ωστόσο, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι προσφεύγουσες επικαλούνται τις συνέπειες της λειτουργίας της παραβάσεως στην οποία έλαβαν μέρος για να αξιώσουν μείωση του προστίμου που τους επιβλήθηκε για την ίδια αυτή παράβαση. Εξάλλου, το γεγονός αυτό μπορεί να εξηγήσει το ότι οι προσφεύγουσες δεν πραγματοποίησαν πωλήσεις ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ μεταξύ 1999 και 2002 και μεταξύ 2004 και 2006, ήτοι κατά τη διάρκεια σχετικά συντόμων περιόδων σε σχέση με την περίοδο της παραβάσεως.
328 Τρίτον, παρατηρείται ότι οι δηλώσεις που προσκόμισαν άλλοι συμμετέχοντες δεν αναφέρουν εμπόδια εισόδου πλην αυτών που προέβαλαν οι προσφεύγουσες. Κατά συνέπεια, η εκτεθείσα στις σκέψεις 321 έως 327 ανωτέρω επιχειρηματολογία εφαρμόζεται συναφώς.
329 Τέταρτον, επισημαίνεται ότι τα στοιχεία σχετικά με την κατάσταση της αγοράς του ΕΟΧ που προσκομίστηκαν με την εξωτερική έκθεση δεν είναι αρκούντως λεπτομερή, εφόσον καλύπτουν ορισμένα μόνον μέρη της περιόδου της παραβάσεως. Επιπλέον, ένα μέρος των στοιχείων αφορά τον ρυθμό αναπτύξεως στην αγορά του ΕΟΧ, αλλά δεν προσκομίζουν διευκρινίσεις ως προς το μέγεθός της. Ωστόσο, σημαντική αγορά σε απόλυτες τιμές μπορεί να παρουσιάζει ευκαιρίες εισόδου ακόμη και ελλείψει σημαντικού αριθμού αναπτύξεως.
330 Ομοίως, η παρουσία άλλων ανταγωνιστών είναι παράγων εγγενής στην άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας σε οικονομία της αγοράς και, επομένως, δεν αποτελεί, καθεαυτή, ιδιαίτερη περίσταση η οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη. Καθόσον το επιχείρημα των προσφευγουσών τονίζει την φερομένη ως προνομιούχο σχέση μεταξύ των Ευρωπαίων πελατών και των Ευρωπαίων παραγωγών, πρέπει να γίνει παραπομπή στις σκέψεις 323 και 327 ανωτέρω.
331 Εξάλλου, το ενδιαφέρον της αναλύσεως της ικανότητας των Ιαπώνων παραγωγών να διεισδύσουν στην αγορά του ΕΟΧ δεν είναι κατά πόσον η είσοδος στην αγορά αυτή αποτελεί την πιο ελκυστική εναλλακτική λύση που είχαν οι Ιάπωνες παραγωγοί, αλλά το αν επρόκειτο για ρεαλιστική επιλογή η οποία, ελλείψει της κοινής ρυθμίσεως, μπορούσε να ασκήσει πίεση στη συμπεριφορά των παραγωγών που ήσαν παρόντες στην αγορά του ΕΟΧ. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι παρουσιάζονταν τυχόν ευκαιρίες στους Ιάπωνες παραγωγούς σε άλλες αγορές δεν είναι καθεαυτό λυσιτελές.
332 Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, συνάγεται ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν επαρκώς κατά νόμον τον ισχυρισμό τους ότι οι ιδιαιτερότητες της αγοράς του ΕΟΧ συνεπάγονται ότι η συμπεριφορά των Ιαπώνων παραγωγών, που μετέχουν στην κοινή ρύθμιση, δεν μπορεί, εν προκειμένω, να θίξει τον ανταγωνισμό στην ίδια αυτή αγορά. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, είτε κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της διαπραχθείσας από τις προσφεύγουσες παραβάσεως είτε κατά την εκτίμηση των ελαφρυντικών περιστάσεων.
333 Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου.
Επί του δευτέρου σκέλους, το οποίο αντλείται από πλάνη κατά την εφαρμογή της ανακοινώσεως περί της συνεργασίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
334 Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι, για να συναχθεί ότι έλαβαν μέρος στην κοινή ρύθμιση και, γενικότερα, σε ενιαία και διαρκή παράβαση, η Επιτροπή επικαλέστηκε δύο στοιχεία που προσκόμισαν οι προσφεύγουσες, ήτοι, αφενός, τις δηλώσεις σχετικά με την ύπαρξη του μηχανισμού κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως και, αφετέρου, την απορριπτική έκθεση της προτάσεως της Alstom, η οποία υποβλήθηκε στις 10 Ιουλίου 2002 και αφορά την κοινή ρύθμιση περί της ευρωπαϊκής αγοράς. Η Επιτροπή δεν εγνώριζε τότε τα στοιχεία αυτά και έχουν άμεσο αποτέλεσμα στην απόδειξη της υπάρξεως ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως.
335 Κατά συνέπεια, οι προσφεύγουσες φρονούν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη διαπιστώνοντας ότι τα προαναφερθέντα στοιχεία δεν έχουν πρόσθετη αξία δικαιολογούσα μείωση του προστίμου δυνάμει της ανακοινώσεως περί της συνεργασίας. Υποστηρίζουν επίσης, αναφερόμενες στην παράγραφο 23 της εν λόγω ανακοινώσεως, ότι δεν έπρεπε να τους επιβληθεί κανένα πρόστιμο.
336 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη βασιμότητα των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
337 Οι παράγραφοι 4, 20, 21 και 23 της ανακοινώσεως περί της συνεργασίας προβλέπουν τα εξής:
«4. Η Επιτροπή έκρινε ότι είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας να αντιμετωπίσει ευνοϊκά επιχειρήσεις που συνεργάζονται μαζί της. Το όφελος που προκύπτει για τους καταναλωτές και τους πολίτες από τον εντοπισμό και την τιμωρία αυτών των μυστικών συμπράξεων (καρτέλ) αντισταθμίζουν το συμφέρον της επιβολής χρηματικών ποινών στις επιχειρήσεις εκείνες που τη βοηθούν να εντοπίσει και να απαγορεύσει πρακτικές της μορφής αυτής.
[…]
20. Οι επιχειρήσεις που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που περιέχονται στο τμήμα Α ανωτέρω μπορούν να είναι επιλέξιμες για μείωση προστίμου που θα τους επιβαλλόταν διαφορετικά.
21. Για να πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις, μια επιχείρηση πρέπει να υποβάλει στην Επιτροπή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την πιθανολογούμενη παράβαση που αντιπροσωπεύουν σημαντική προστιθέμενη αξία σε σχέση με τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει ήδη στην κατοχή της η Επιτροπή και πρέπει να διακόψει την ανάμειξή της στην πιθανολογούμενη παράβαση το αργότερο κατά τη χρονική στιγμή που υποβάλλει τις αποδείξεις.
[…]
23. […] Επιπλέον, εάν μια επιχείρηση παράσχει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με πραγματικά περιστατικά τα οποία αγνοούσε προηγουμένως η Επιτροπή και τα οποία έχουν άμεση σχέση με τη βαρύτητα ή τη διάρκεια της πιθανολογούμενης σύμπραξης (καρτέλ), η Επιτροπή δεν θα λάβει υπόψη τα στοιχεία αυτά κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου που θα επιβάλει στην επιχείρηση που παρέσχε τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία.»
338 Εξεταζόμενα με βάση τα κριτήρια αυτά, τα επιχειρήματα των προσφευγουσών δεν μπορούν να ευοδωθούν.
339 Συγκεκριμένα, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 192 και 230 ανωτέρω, οι δηλώσεις σχετικά με τον μηχανισμό κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως και με την πρόταση της Alstom του Ιουλίου 2002 αποτελούν κρίσιμα στοιχεία για την απόδειξη της υπάρξεως της κοινής ρυθμίσεως. Ωστόσο, κατά τη διοικητική διαδικασία, οι προσφεύγουσες προέβαλαν, αφενός, ότι ο μηχανισμός κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως δεν είναι λυσιτελής για την απόδειξη της υπάρξεως της εν λόγω ρυθμίσεως και, αφετέρου, ότι η πρόταση της Alstom και η αντίδρασή τους στην πρόταση αυτή καθιστούν δυνατή την αμφισβήτηση της υπάρξεως της εν λόγω ρυθμίσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να υποστηρίξουν ότι συνεργάστηκαν επί του σημείου αυτού με την Επιτροπή, κατά την παράγραφο 4 της ανακοινώσεως περί της συνεργασίας. Επομένως, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη αρνούμενη να εφαρμόσει τις παραγράφους 20 και 21 της εν λόγω ανακοινώσεως στις προσφεύγουσες.
340 Όσον αφορά την εφαρμογή της παραγράφου 23 της ανακοινώσεως περί της συνεργασίας, παρατηρείται ότι στις 9 Σεπτεμβρίου 2004, ήτοι κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως των προσφευγουσών περί επιεικείας στην οποία επισυνάπτονταν η έκθεση της προτάσεως της Alstom της 10ης Ιουλίου 2002, η Επιτροπή ·ήταν ήδη εν γνώσει της υπάρξεως και της φύσεως της κοινής ρυθμίσεως, καθώς και του γεγονότος ότι η ρύθμιση αυτή κάλυπτε ειδικά την περίοδο μεταξύ Ιουλίου 2002 έως 2004. Συγκεκριμένα, τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποκαλύφθηκαν με τις δηλώσεις της ABB της 11ης Μαρτίου 2004. Ομοίως, κατά τον χρόνο αποστολής της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, πριν από την υποβολή των δηλώσεων των προσφευγουσών σχετικά με τον μηχανισμό κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως, η Επιτροπή γνώριζε ότι ο ίδιος αυτός μηχανισμός είχε τεθεί σε εφαρμογή μεταξύ των συμμετεχόντων στη σύμπραξη μεταξύ 1988 και 2002, τα δε στοιχεία αυτά περιγράφονταν και στις δηλώσεις της ABB και στη μαρτυρία του M. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι οικείες δηλώσεις των προσφευγουσών αφορούν πραγματικά περιστατικά τα οποία αγνοούσε προηγουμένως η Επιτροπή ή, κατά μείζονα λόγο ότι μπορούσαν να έχουν συνέπειες στη σοβαρότητα της παραβάσεως ή στη διάρκειά της. Επομένως, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη αρνούμενη να εφαρμόσει την παράγραφο 23 της ανακοινώσεως περί της συνεργασίας στις προσφεύγουσες.
341 Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου.
Επί του τρίτου σκέλους, το οποίο αντλείται από πλάνη κατά την εκτίμηση των παραγόντων που αφορούν τη διάρκεια
Επιχειρήματα των διαδίκων
342 Οι προσφεύγουσες επιβεβαιώνουν, αφενός, τη θέση τους ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε τη συνέχιση του σκοπού της παραβάσεως κατά την περίοδο από 15 Απριλίου 1988 έως 11 Μαΐου 2004. Αφετέρου, ισχυρίζονται ότι η διαπίστωση της συμμετοχής τους σε παράβαση μετά τον Ιούλιο 2002 αντικρούεται από τις τροποποιήσεις που επήλθαν στη δομή και στη φύση των συμφωνιών κατά την εποχή εκείνη και, μεταξύ άλλων, από το γεγονός ότι απέρριψαν την πρόταση της Alstom της 10ης Ιουλίου 2002 περί συνάψεως ρυθμίσεως σχετικά με την ευρωπαϊκή αγορά.
343 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη βασιμότητα των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
344 Τα προβληθέντα από τις προσφεύγουσες επιχειρήματα στο πλαίσιο του παρόντος σκέλους είναι τα ίδια με αυτά που εξετάστηκαν στο πλαίσιο του δεύτερου και του τρίτου λόγου. Συγκεκριμένα, τα επιχειρήματα σχετικά με τη συνέχιση του σκοπού της συμπράξεως και τις τροποποιήσεις που υπέστη εξετάστηκαν στις σκέψεις 301 έως 303 ανωτέρω. Ομοίως, η λυσιτέλεια της απορρίψεως εκ μέρους της επιχειρήσεως Hitachi της από [10 Ιουλίου 2002] προτάσεως της Alstom, εξετάστηκε στις σκέψεις 185 έως 193 ανωτέρω.
345 Ωστόσο, από τα επίδικα αποσπάσματα προκύπτει ότι τα προβληθέντα από τις προσφεύγουσες στοιχεία δεν καθιστούν δυνατό το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη, αφενός, διαπιστώνοντας την ύπαρξη διαρκούς παραβάσεως επιδιώκουσας τον ίδιο οικονομικό σκοπό μεταξύ 15 Απριλίου 1988 και 11 Μαΐου 2004 και, αφετέρου, θεωρώντας ότι η κοινή ρύθμιση και, κατά συνέπεια, η συμμετοχή των προσφευγουσών στην παράβαση, εξακολούθησαν πέραν του Ιουλίου 2002.
346 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί το τρίτο σκέλος του τετάρτου λόγου και, επομένως, ο τέταρτος λόγος στο σύνολό του.
2. Επί του πέμπτου λόγου, ο οποίος αντλείται από το ότι η Επιτροπή υπολόγισε τα πρόστιμα των προσφευγουσών σύμφωνα με μέθοδο παραβιάζουσα τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας
Επιχειρήματα των διαδίκων
347 Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή προσέβαλε τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας εφαρμόζοντας συντελεστή αποτροπής 2,5 στην επιχείρηση Hitachi, ενώ εφάρμοσε τον χαμηλότερο συντελεστή στην ABB, ήτοι 1,25. Κατά τις προσφεύγουσες, ενώ η επιχείρηση Hitachi είναι δευτερεύων επιχειρηματίας στον τομέα των έργων ΕΜΜΑ και η συμπεριφορά της δεν μπορεί να θίξει ουσιωδώς τον ανταγωνισμό στην κοινή αγορά, η ABB είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής στον ίδιο τομέα σε διεθνές επίπεδο και είναι εγκατεστημένη στην Ευρώπη. Εξάλλου, αντιθέτως προς την ABB, η επιχείρηση Hitachi δεν υπήρξε υπότροπος. Πάντως, καθόσον το γεγονός αυτό είναι λυσιτελές στο πλαίσιο της προλήψεως μελλοντικών αντιθέτων προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορών, έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό των εφαρμοστέων συντελεστών αποτροπής. Εξάλλου, η εφαρμογή συντελεστών αποτροπής υπερέβη ουσιωδώς το αποτέλεσμα του συνυπολογισμού του περιορισμένου μεριδίου της αγοράς των προσφευγουσών.
348 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη βασιμότητα των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
349 Από την αιτιολογική σκέψη 491 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή έκρινε αναγκαίο να εφαρμόσει συντελεστή αποτροπής στις επιχειρήσεις με ιδιαίτερα υψηλό συνολικό κύκλο εργασιών. Η Επιτροπή στηριζόμενη στον διεθνή κύκλο εργασιών των οικείων επιχειρήσεων, εφάρμοσε, μεταξύ άλλων, τους συντελεστές αποτροπής 1,25 στην ABB και 2,5 στην επιχείρηση Hitachi.
350 Οι προσφεύγουσες διαμαρτύρονται γιατί ο υπολογισμός αυτός δεν αντιστοιχεί ούτε στην ισχύ της ABB στη διεθνή και ευρωπαϊκή αγορά των έργων ΕΜΜΑ, ούτε στο γεγονός ότι στην ABB επιβλήθηκαν κυρώσεις, στο παρελθόν, για παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ. Πάντως, από την αιτιολογική σκέψη 491 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ο σκοπός της εφαρμογής συντελεστή αποτροπής δεν ήταν να ληφθούν υπόψη οι δύο αυτοί παράγοντες, αλλά να αντικατοπτρισθεί η διαφορά μεγεθών μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων που έλαβαν μέρος στη σύμπραξη. Ο συνυπολογισμός του τελευταίου αυτού στοιχείου συνάδει με το σημείο 1 A των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων και με τη νομολογία σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή, όταν υπολογίζει το ποσό του προστίμου, μπορεί να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, το μέγεθος και την οικονομική ισχύ της οικείας επιχειρήσεως (απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψεις 119 έως 121).
351 Η αναλογικότητα των συντελεστών αποτροπής που εφαρμόστηκαν στην ABB και στην επιχείρηση Hitachi σε σχέση με το μέγεθός τους μπορεί ευκόλως να εξακριβωθεί με την κατάρτιση γραφικού του συνόλου των συντελεστών αποτροπής που έχουν εφαρμοστεί σε σχέση με τους αντιστοίχους κύκλους εργασιών των οικείων επιχειρήσεων. Ωστόσο, στο γραφικό αυτό, οι συντελεστές όλων των οικείων επιχειρήσεων, πλην της Siemens, βρίσκονται σε ευθεία γραμμή. Το γεγονός αυτό συνεπάγεται ότι ο εφαρμοστής στην επιχείρηση Hitachi συντελεστής αποτροπής είναι αναλογικός με τον εφαρμοσθέντα στην ABB και ότι, κατά συνέπεια, η επιχείρηση Hitachi δεν αποτέλεσε το αντικείμενο άνισης μεταχειρίσεως σε σχέση με την ABB.
352 Κατά τα λοιπά, όσον αφορά τους λοιπούς συντελεστές που προέβαλαν οι προσφεύγουσες, παρατηρείται ότι η ισχύς της ABB στην αγορά των έργων ΕΜΜΑ συνιστά ασφαλώς κρίσιμο στοιχείο, εφόσον αποτελεί άμεσο δείκτη της ικανότητας της επιχειρήσεως αυτής να θίξει τον ανταγωνισμό. Ωστόσο, εν προκειμένω, το στοιχείο αυτό ελήφθη υπόψη κατά τον καθορισμό του αρχικού ποσού, εφόσον η ABB κατατάχθηκε, με τη Siemens, στην πρώτη ομάδα αναλόγως του μεριδίου τους των συνολικών διεθνών πωλήσεων. Επομένως, το αρχικό ποσό της ABB ήταν πέντε φορές ανώτερο από αυτό της επιχειρήσεως Hitachi και της JAEPS.
353 Όσον αφορά την υποτροπή υπενθυμίζεται ότι, η αποτροπή αποτελεί σκοπό του προστίμου, η απαίτηση εξασφαλίσεως αποτρεπτικού αποτελέσματος συνιστά γενική απαίτηση που πρέπει να καθοδηγεί την Επιτροπή καθ’ όλη τη διάρκεια του υπολογισμού του προστίμου και δεν επιβάλλει κατ’ ανάγκην να περιλαμβάνει ο εν λόγω υπολογισμός ένα ειδικό στάδιο που προορίζεται για τη συνολική εκτίμηση όλων των σχετικών περιστάσεων για την επίτευξη του ως άνω σκοπού (απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 2006, T-15/02, BASF κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-497, σκέψη 226). Επομένως, η Επιτροπή μπόρεσε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη, να μη λάβει υπόψη της το στοιχείο αυτό κατά τον χρόνο καθορισμού των συντελεστών αποτροπής, αλλά στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των επιβαρυντικών περιστάσεων. Στην αιτιολογική σκέψη 510 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή αύξησε επομένως κατά 50 % το πρόστιμο της ABB δυνάμει του σημείου 2 των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, ενώ δεν επιβλήθηκε για τον λόγο αυτόν καμία αύξηση σε μια από τις προσφεύγουσες.
354 Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο πέμπτος λόγος πρέπει να απορριφθεί, καθώς και το πρώτο επικουρικό αίτημα των προσφευγουσών, το οποίο σκοπεί στην ακύρωση του άρθρου 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον τις αφορά.
355 Εφόσον κανένας αυτοτελής λόγος δεν προβλήθηκε προς στήριξη του δευτέρου επικουρικού αιτήματος των προσφευγουσών, με σκοπό την ακύρωση ή τη μείωση των επιβληθέντων σε αυτές προστίμων, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
356 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τα αιτήματα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Pelikánová
Jürimäe
Soldevila Fragoso
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Ιουλίου 2011.
(υπογραφές)
Περιεχόμενα
Ιστορικό της διαφοράς
Α – Προσφεύγουσες
Β – Οικεία προϊόντα
Γ – Διοικητική διαδικασία
Δ – Προσβαλλομένη απόφαση
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
Α – Επί του κυρίου αιτήματος, το οποίο αποσκοπεί στην ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον αφορά τις προσφεύγουσες
1. Επί του πρώτου λόγου, ο οποίος αντλείται από το ότι η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας των προσφευγουσών
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
– Επί του πρώτου σκέλους, το οποίο αντλείται από τη μη κοινοποίηση επιβαρυντικών στοιχείων
– Επί του δευτέρου σκέλους, το οποίο αντλείται από τη μη κοινοποίηση απαλλακτικών στοιχείων
2. Επί του δευτέρου λόγου, ο οποίος αντλείται από το ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη κοινής ρυθμίσεως ή την ύπαρξη της εξ αυτής απορρέουσας παραβάσεως
α) Επί του πρώτου σκέλους, το οποίο αντλείται από το ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη της κοινής ρυθμίσεως
Επί της συμφωνίας GQ και της συμφωνίας EQ
– Επιχειρήματα των διαδίκων
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Επί των δηλώσεων της ABB
– Επιχειρήματα των διαδίκων
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Επί των μαρτυριών των υπαλλήλων και ενός πρώην υπαλλήλου της ABB
– Επιχειρήματα των διαδίκων
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Επί των στοιχείων που προσκόμισε η Fuji
– Επιχειρήματα των διαδίκων
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Επί της προτάσεως της Alstom η οποία υποβλήθηκε στις 10 Ιουλίου 2002
– Επιχειρήματα των διαδίκων
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Επί της θέσεως των λοιπών αποδεκτών της ανακοινώσεως των αιτιάσεων
– Επιχειρήματα των διαδίκων
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Επί του μηχανισμού κοινοποιήσεως και καταχωρήσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Επί της αναθέσεως των έργων ΕΜΜΑ στον ΕΟΧ
– Επιχειρήματα των διαδίκων
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Σφαιρική εκτίμηση
– Επιχειρήματα των διαδίκων
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
β) Επί του δευτέρου σκέλους, το οποίο αντλείται από το ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η κοινή ρύθμιση συνιστά περιοριστική συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
3. Επί του τρίτου λόγου, ο οποίος αντλείται από το ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως
α) Επί του πρώτου σκέλους, το οποίο αντλείται από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη ενιαίας παραβάσεως περικλείουσας την κοινή ρύθμιση, τη διεθνή σύμπραξη που διέπεται από τη συμφωνία GQ και τις συμπαιγνιακές δραστηριότητες των ευρωπαίων παραγωγών εντός του ΕΟΧ
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
β) Επί του δευτέρου σκέλους, το οποίο αντλείται από το ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε τον διαρκή χαρακτήρα της συμπράξεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Β – Επί του πρώτου επικουρικού αιτήματος, το οποίο αποσκοπεί στην ακύρωση του άρθρου 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον αφορά τις προσφεύγουσες
1. Επί του τετάρτου λόγου, ο οποίος αντλείται από το ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη κατά τον υπολογισμό των επιβληθέντων στις προσφεύγουσες προστίμων
α) Επί του πρώτου σκέλους, το οποίο αντλείται από πλάνη κατά την εκτίμηση της σχετικής με τη διαπραχθείσα από κάθε επιχείρηση παράβαση σημασίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
β) Επί του δευτέρου σκέλους, το οποίο αντλείται από πλάνη κατά την εφαρμογή της ανακοινώσεως περί της συνεργασίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
γ) Επί του τρίτου σκέλους, το οποίο αντλείται από πλάνη κατά την εκτίμηση των παραγόντων που αφορούν τη διάρκεια
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
2. Επί του πέμπτου λόγου, ο οποίος αντλείται από το ότι η Επιτροπή υπολόγισε τα πρόστιμα των προσφευγουσών σύμφωνα με μέθοδο παραβιάζουσα τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Επί των δικαστικών εξόδων
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy