Υπόθεση T-191/07
Anheuser-Busch, Inc.
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
«Κοινοτικό σήμα – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση καταχωρίσεως του λεκτικού κοινοτικού σήματος BUDWEISER – Προγενέστερα εικονιστικά και λεκτικά διεθνή σήματα BUDWEISER και Budweiser Budvar – Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου – Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 – Ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος – Άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94 – Προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας – Αιτιολογία – Άρθρο 73 του κανονισμού 40/94 – Εκπρόθεσμη προσκόμιση των εγγράφων – Εξουσία εκτιμήσεως που παρέχει το άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Κοινοτικό σήμα – Διαδικασία προσφυγής – Απόφαση επί της προσφυγής – Σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 73)
2. Κοινοτικό σήμα – Διαδικαστικές διατάξεις – Διαδικασία ανακοπής
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 74 § 2)
3. Κοινοτικό σήμα – Παρατηρήσεις τρίτων και ανακοπή – Εξέταση της ανακοπής – Απόδειξη της χρήσεως του προγενέστερου σήματος – Ουσιαστική χρήση
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 43 § 2)
4. Κοινοτικό σήμα – Παρατηρήσεις τρίτων και ανακοπή – Εξέταση της ανακοπής – Απόδειξη της χρήσεως του προγενέστερου σήματος – Ουσιαστική χρήση
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 43 § 2)
5. Κοινοτικό σήμα – Διαδικαστικές διατάξεις – Αιτιολογία των αποφάσεων
(Άρθρο 253 ΕΚ· κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 73)
1. Σύμφωνα με το άρθρο 73, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα, ένα τμήμα προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) μπορεί να στηρίξει την απόφασή του μόνον επί των πραγματικών ή νομικών στοιχείων επί των οποίων οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.
Η εν λόγω διάταξη κατοχυρώνει, στο πλαίσιο του δικαίου του κοινοτικού σήματος, τη γενική αρχή προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας, δυνάμέι της οποίας οι αποδέκτες των αποφάσεων των δημοσίων αρχών οι οποίες θίγουν αισθητά τα συμφέροντά τους πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εκφράζουν αποτελεσματικά την άποψή τους. Περαιτέρω, το δικαίωμα ακροάσεως εκτείνεται σε όλα τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία στα οποία βασίζεται η λήψη της αποφάσεως, όχι όμως στην τελική θέση που προτίθεται να λάβει η διοίκηση. Επομένως, το τμήμα προσφυγών δεν είναι υποχρεωμένο να ακούσει τον προσφεύγοντα όσον αφορά τη σχετική με την τελική του θέση εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
(βλ. σκέψεις 33-35)
2. Από το γράμμα του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα, προκύπτει ότι, κατά γενικό κανόνα και εκτός αντίθετης διατάξεως, οι διάδικοι εξακολουθούν να μπορούν να προβάλουν πραγματικά περιστατικά και να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία και μετά τη λήξη των προθεσμιών που τους τάσσουν οι διατάξεις του κανονισμού 40/94 και ότι ουδόλως απαγορεύεται στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) να λάβει υπόψη του πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προβληθεί ή προσκομισθεί εκπροθέσμως. Αντιθέτως, από την εν λόγω διάταξη προκύπτει εξίσου σαφώς ότι η εν λόγω εκπρόθεσμη προβολή πραγματικών περιστατικών ή προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων δεν γεννά αδιαμφισβήτητο δικαίωμα του διαδίκου που προβαίνει σ’ αυτή να ληφθούν τα στοιχεία αυτά υπόψη από το ΓΕΕΑ. Το άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, διευκρινίζοντας ότι το ΓΕΕΑ «μπορεί», σε παρόμοιες περιπτώσεις, να αποφασίσει να μη λάβει υπόψη τέτοια πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία, παρέχει πράγματι στο ΓΕΕΑ ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ώστε να αποφασίσει, αιτιολογώντας την απόφασή του επ’ αυτού, αν πρέπει ή δεν πρέπει να τα λάβει υπόψη. Η συνεκτίμηση των στοιχείων αυτών από το ΓΕΕΑ, όταν καλείται να αποφανθεί στο πλαίσιο διαδικασίας ανακοπής, μπορεί να δικαιολογηθεί ιδίως όταν αυτό θεωρεί, αφενός, ότι τα εκπροθέσμως προβληθέντα στοιχεία ενδέχεται εκ πρώτης όψεως να ασκούν πραγματική επιρροή όσον αφορά την τύχη της ασκηθείσας ενώπιόν του ανακοπής και, αφετέρου, ότι το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο προβάλλονται εκπροθέσμως τα στοιχεία αυτά, αλλά και οι σχετικές περιστάσεις, δεν εμποδίζουν τη συνεκτίμηση αυτή.
(βλ. σκέψη 82)
3. Για την ερμηνεία της έννοιας της ουσιαστικής χρήσεως, κατά το άρθρο 43, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα, είναι σκόπιμο να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι η ratio legis της απαιτήσεως να έχει γίνει ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος, προκειμένου να μπορεί αυτό να αντιταχθεί σε αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, συνίσταται στον περιορισμό των συγκρούσεων μεταξύ δύο σημάτων, εφόσον δεν υφίσταται βάσιμος οικονομικός λόγος που να απορρέει από πραγματική λειτουργία του σήματος στην αγορά. Αντιθέτως, η εν λόγω διάταξη δεν αποσκοπεί στην εκτίμηση της εμπορικής επιτυχίας ούτε στον έλεγχο της οικονομικής στρατηγικής μιας επιχειρήσεως ούτε, ακόμη, στην προστασία μόνον των σημάτων που ανήκουν στις σημαντικές από απόψεως μεγέθους εμπορικές εκμεταλλεύσεις.
Συντρέχει ουσιαστική χρήση ενός σήματος όταν αυτό χρησιμοποιείται σύμφωνα με τη βασική του λειτουργία, που είναι η εγγύηση της ταυτότητας προελεύσεως των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίστηκε, με σκοπό την εξεύρεση ή διατήρηση δυνατοτήτων πωλήσεως των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών, αποκλείοντας τη συμβολική χρήση που αποσκοπεί στη διατήρηση των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα.. Συναφώς, η προϋπόθεση περί ουσιαστικής χρήσεως του σήματος απαιτεί το σήμα αυτό, όπως προστατεύεται στην οικεία επικράτεια, να χρησιμοποιείται δημόσια και έναντι των τρίτων.
(βλ. σκέψεις 99-100)
4. Κατά την εκτίμηση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως του σήματος, υπό την έννοια του άρθρου 43, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των γεγονότων και περιστάσεων που μπορούν να αποδείξουν το υποστατό της εμπορικής εκμεταλλεύσεως, ιδίως η χρήση που θεωρείται δικαιολογημένη στον οικείο οικονομικό τομέα για τη διατήρηση ή δημιουργία μεριδίων αγοράς υπέρ των προϊόντων ή των υπηρεσιών που προστατεύει το σήμα, η φύση των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών, τα χαρακτηριστικά της αγοράς, η έκταση και η συχνότητα χρήσεως του σήματος.
Όσον αφορά την έκταση της χρήσεως του προγενέστερου σήματος, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, αφενός, η εμπορική αξία του συνόλου των δηλωτικών της χρήσεως πράξεων και, αφετέρου, η διάρκεια της περιόδου κατά την οποία οι δηλωτικές της χρήσεως πράξεις πραγματοποιήθηκαν, καθώς και η συχνότητα των πράξεων αυτών.
Το αν μία χρήση είναι επαρκής ποσοτικώς προκειμένου να διατηρηθεί ή να δημιουργηθεί μερίδιο στην αγορά για τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες εξαρτάται από διάφορους παράγοντες και από την κατά περίπτωση εκτίμηση στην οποία πρέπει να προβαίνει κάθε φορά το εθνικό δικαστήριο. Τα χαρακτηριστικά των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, η συχνότητα ή η κανονικότητα της χρήσεως του σήματος, το γεγονός ότι το σήμα χρησιμοποιείται για τη διάθεση στο εμπόριο του συνόλου των πανομοιότυπων προϊόντων ή υπηρεσιών της δικαιούχου επιχειρήσεως ή απλώς μερικών από αυτά, ή ακόμη οι αποδείξεις που ο δικαιούχος μπορεί να προσκομίσει σχετικά με τη χρήση του σήματος συγκαταλέγονται μεταξύ των παραγόντων που μπορούν να ληφθούν υπόψη.
Κατά την εξέταση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως ενός προγενέστερου σήματος, είναι αναγκαία μια σφαιρική αξιολόγηση που να λαμβάνει υπόψη όλους τους παράγοντες που ασκούν επιρροή στην υπό κρίση περίπτωση.
Περαιτέρω, η ουσιαστική χρήση ενός σήματος δεν αποδεικνύεται από πιθανότητες ή εικασίες, αλλά πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα και αντικειμενικά στοιχεία που να αποδεικνύουν την αποτελεσματική και επαρκή χρήση του σήματος στην οικεία αγορά.
(βλ. σκέψεις 101-105)
5. Δυνάμει του άρθρου 73, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα, οι αποφάσεις του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) πρέπει να αιτιολογούνται. Η υποχρέωση αυτή έχει το ίδιο περιεχόμενο με την απορρέουσα από το άρθρο 253 ΕΚ.
Η υποχρέωση αιτιολογήσεως των ατομικών αποφάσεων έχει διττό σκοπό, δηλαδή να παρέχεται, αφενός, στους ενδιαφερομένους η δυνατότητα να γνωρίζουν τη δικαιολόγηση του ληφθέντος μέτρου ώστε να προασπίζουν τα δικαιώματά τους και, αφετέρου, στον κοινοτικό δικαστή να ασκεί τον έλεγχο της νομιμότητας της αποφάσεως. Το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις αυτές πρέπει να εκτιμάται σε σχέση όχι μόνο με το γράμμα της, αλλά και με το γενικό πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και με το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα.
Ειδικότερα, οσάκις το ΓΕΕΑ απορρίπτει την αίτηση καταχώρισης ενός σημείου ως κοινοτικού σήματος, πρέπει, για να δικαιολογήσει την απόφασή του, να παραθέτει τον λόγο απόρριψης της αίτησης, απόλυτο ή σχετικό, ο οποίος απαγορεύει την καταχώριση αυτή, καθώς και τη διάταξη από την οποία αντλείται ο λόγος αυτός και να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που θεώρησε ότι αποδείχθηκαν και που, κατά το ΓΕΕΑ, δικαιολογούν την εφαρμογή της διάταξης της οποίας έγινε επίκληση.
Εντούτοις, δεν μπορεί να απαιτείται από το τμήμα προσφυγών να παραθέτει αιτιολογία που να ακολουθεί σε όλη τους την έκταση και έναν προς έναν όλους τους συλλογισμούς που διατύπωσαν ενώπιόν του οι διάδικοι. Κατά συνέπεια, η αιτιολογία μπορεί να είναι έμμεση, υπό την προϋπόθεση ότι δίνει στους μεν ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να γνωρίσουν τους λόγους για τους οποίους εκδόθηκε η απόφαση του τμήματος προσφυγών, στο δε αρμόδιο δικαστήριο επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον έλεγχό του.
(βλ. σκέψεις 125-128)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 25ης Μαρτίου 2009 (*)
«Κοινοτικό σήμα – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση καταχωρίσεως του λεκτικού κοινοτικού σήματος BUDWEISER – Προγενέστερα εικονιστικά και λεκτικά διεθνή σήματα BUDWEISER και Budweiser Budvar – Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου – Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 – Ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος – Άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94 – Προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας – Αιτιολογία – Άρθρο 73 του κανονισμού 40/94 – Εκπρόθεσμη προσκόμιση των εγγράφων – Εξουσία εκτιμήσεως που παρέχει το άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94»
Στην υπόθεση T‑191/07,
Anheuser-Busch, Inc., με έδρα το Saint Louis, Missouri (Ηνωμένες Πολιτείες), εκπροσωπούμενη από τους V. von Bomhard και A. Renck, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενου από τον A. Folliard-Monguiral,
καθού,
αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ και παρεμβαίνουσα ενώπιον του Πρωτοδικείου:
Budějovický Budvar, národní podnik, με έδρα το Česke Budějovice (Τσεχική Δημοκρατία), εκπροσωπούμενη από τον K. Čermák, δικηγόρο,
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του δευτέρου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ της 20ής Μαρτίου 2007 (υπόθεση R 299/2006‑2), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ Budějovický Budvar, národní podnik και Anheuser-Busch, Inc.,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους V. Tiili, πρόεδρο, F. Dehousse (εισηγητή) και I. Wiszniewska-Białecka, δικαστές,
γραμματέας: N. Rosner, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 31 Μαΐου 2007,
το υπόμνημα αντικρούσεως του ΓΕΕΑ, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 5 Οκτωβρίου 2007,
το υπόμνημα αντικρούσεως της παρεμβαίνουσας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 8 Οκτωβρίου 2007,
κατόπιν της συνεδριάσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1 Την 1η Απριλίου 1996, η Anheuser-Busch, Inc. υπέβαλε στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί.
2 Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση είναι το λεκτικό σημείο BUDWEISER.
3 Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση εμπίπτουν στην κλάση 32 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, της 15ης Ιουνίου 1957, για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών για την καταχώριση των σημάτων, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «Ζύθος, ζύθος αφροζύμης, μαύρος ζύθος και αλκοολούχα και μη αλκοολούχα ποτά από βύνη».
4 Η αίτηση καταχωρίσεως του κοινοτικού σήματος δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 50/99, της 28ης Ιουνίου 1999.
5 Στις 28 Σεπτεμβρίου 1999, η εταιρία Budějovický Budvar, národní podnik (στο εξής: Budvar) άσκησε ανακοπή, δυνάμει του άρθρου 42 του κανονισμού 40/94, για το σύνολο των προϊόντων που περιελάμβανε η αίτηση καταχωρίσεως.
6 Προς στήριξη της ανακοπής της, η Budvar επικαλέστηκε, πρώτον, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 40/94:
– το διεθνές λεκτικό σήμα BUDWEISER (R 238 203), που καταχωρίστηκε αρχικά στις 5 Δεκεμβρίου 1960 για «ζύθο κάθε είδους», για τη Γερμανία, την Αυστρία, την Benelux και την Ιταλία·
– το διεθνές εικονιστικό σήμα (αριθ. 674 530), που καταχωρίστηκε για τα προϊόντα «βύνη» και «ζύθος», για τη Γερμανία, την Αυστρία, την Benelux, τη Γαλλία και την Ιταλία, και το οποίο εικονίζεται κατωτέρω:
– το διεθνές εικονιστικό σήμα (αριθ. 614 536), που καταχωρίστηκε για το προϊόν «ζύθοι», για τη Γερμανία, την Αυστρία, την Benelux, τη Γαλλία και την Ιταλία, και το οποίο εικονίζεται κατωτέρω:
7 Η Budvar επικαλέστηκε, δεύτερον, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 40/94, πλείονες ονομασίες προελεύσεως περιλαμβάνουσες τη λέξη «budweiser».
8 Στις 8 Ιουλίου 2002, η Anheuser-Busch ζήτησε, σύμφωνα με το άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94, να αποδείξει η Budvar την ουσιαστική χρήση των σημάτων τα οποία επικαλέστηκε προς στήριξη της ανακοπής της. Η Budvar απάντησε στο αίτημα αυτό στις 8 Νοεμβρίου 2002.
9 Με την πρώτη απόφαση της 10ης Ιουνίου 2004, το τμήμα ανακοπών δέχθηκε την ανακοπή της Budvar και, κατά συνέπεια, απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως του επίμαχου κοινοτικού σήματος. Το τμήμα ανακοπών θεώρησε, κατ’ ουσίαν, ότι υπήρχε κίνδυνος συγχύσεως, στην Αυστρία και στη Γαλλία, μεταξύ του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση και του προγενέστερου διεθνούς εικονιστικού σήματος αριθ. 674 530.
10 Στις 23 Ιουνίου 2004, η Anheuser-Busch άσκησε ενώπιον του ΓΕΕΑ προσφυγή, βάσει των άρθρων 57 έως 62 του κανονισμού 40/94, κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.
11 Με απόφαση της 11ης Ιουλίου 2005 (υπόθεση R 509/2004‑2), το δεύτερο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ δέχθηκε την προσφυγή της Anheuser-Busch. Το τμήμα προσφυγών θεώρησε ότι το τμήμα ανακοπών υπέπεσε σε πλάνη θεωρώντας ότι το προγενέστερο διεθνές εικονιστικό σήμα αριθ. 674 530 προστατευόταν, στην Αυστρία και στη Γαλλία, από τις 5 Δεκεμβρίου 1960, ενώ προστατευόταν, στις χώρες αυτές, από τις 19 Μαΐου 1997, ήτοι μετά την κατάθεση της επίμαχης αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος.
12 Το τμήμα προσφυγών ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του τμήματος ανακοπών.
13 Με δεύτερη απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2005, το τμήμα ανακοπών δέχθηκε εκ νέου την ανακοπή της Budvar και, κατά συνέπεια, απέρριψε την επίμαχη αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος.
14 Το τμήμα ανακοπών θεώρησε καταρχάς ότι ήταν ανεπαρκής η απόδειξη της χρήσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203).
15 Το τμήμα ανακοπών επέλεξε κατά συνέπεια να περιορίσει την εξέτασή του στη σύγκριση μεταξύ του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση και του προγενέστερου διεθνούς εικονιστικού σήματος αριθ. 614 536, για την οποία δέχθηκε να λάβει υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισε η Budvar προς στήριξη της ανακοπής της.
16 Στο πλαίσιο αυτό, το τμήμα ανακοπών θεώρησε, κατ’ ουσίαν, ότι υφίστατο κίνδυνος συγχύσεως, στη Γερμανία, στη Αυστρία, στην Benelux, στη Γαλλία και στην Ιταλία, μεταξύ του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση και του προγενέστερου διεθνούς εικονιστικού σήματος αριθ. 614 536.
17 Στις 13 Φεβρουαρίου 2006, η Anheuser-Busch άσκησε προσφυγή ενώπιον του ΓΕΕΑ, βάσει λόγω των άρθρων 57 έως 62 του κανονισμού 40/94, κατά της δεύτερης αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.
18 Με απόφαση της 20ής Μαρτίου 2007 (υπόθεση R 299/2006‑2, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η οποία κοινοποιήθηκε στην Anheuser-Busch στις 22 Μαρτίου 2007, το δεύτερο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ απέρριψε την προσφυγή.
19 Μη αμφισβητώντας την εκτίμηση του τμήματος ανακοπών όσον αφορά τον κίνδυνο συγχύσεως μεταξύ του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση και του διεθνούς εικονιστικού σήματος αριθ. 614 536, το τμήμα προσφυγών θεώρησε, σε αντίθεση με το τμήμα ανακοπών, ότι το προγενέστερο διεθνές λεκτικό σήμα BUDWEISER (R 238 203) μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Στο πλαίσιο αυτό, το τμήμα προσφυγών κατέληξε, βάσει των εγγράφων που προσκόμισε η Budvar, ότι είχε αποδειχθεί η ουσιαστική χρήση του διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203).
20 Ακολούθως, διαπιστώνοντας ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ήταν πανομοιότυπο με το προγενέστερο διεθνές λεκτικό σήμα BUDWEISER (R 238 203) και ότι τα προϊόντα «ζύθος, ζύθος αφροζύμης, μαύρος ζύθος και αλκοολούχα ποτά από βύνη», που διαλαμβάνονταν στην επίμαχη αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, ήταν πανομοιότυπα με τα προϊόντα «ζύθος κάθε είδους» τα οποία αφορούσε το εν λόγω προγενέστερο σήμα, το τμήμα προσφυγών θεώρησε ότι η ανακοπή μπορούσε να γίνει δεκτή, για τα προϊόντα αυτά, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94. Για τα λοιπά προϊόντα («μη αλκοολούχα ποτά»), λαμβανομένης υπόψη της ταυτότητας μεταξύ των σημάτων και των πρόδηλων ομοιοτήτων μεταξύ των προϊόντων, το τμήμα προσφυγών θεώρησε ότι η ανακοπή μπορούσε να γίνει δεκτή, για τα προϊόντα αυτά, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94.
Αιτήματα των διαδίκων
21 Η Anheuser-Busch ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– επικουρικώς, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον δέχθηκε την ανακοπή για τα προϊόντα «μη αλκοολούχα ποτά»·
– να καταδικάσει το ΓΕΕΑ και την Budvar στα δικαστικά έξοδα.
22 Το ΓΕΕΑ και η Budvar ζητούν από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει την Anheuser-Busch στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
1. Επί των κυρίων αιτημάτων
23 Προς στήριξη των κυρίως υποβληθέντων αιτημάτων της, η Anheuser-Busch προβάλλει τρεις λόγους αντλούμενους, πρώτον, από προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως, δεύτερον, από παράβαση του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 και, τρίτον, από παράβαση του άρθρου 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94.
Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
24 H Anheuser-Busch υποστηρίζει ότι η καταχώριση και το κύρος του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203), επί των οποίων επικεντρώθηκε το τμήμα προσφυγών, δεν αποτελούσαν αντικείμενο διαφοράς μεταξύ των διαδίκων.
25 Βεβαίως, η Budvar ανέφερε, στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος προσφυγών, ότι προσκόμισε, στις 21 Ιανουαρίου 2004 στο τμήμα ανακοπών, απόδειξη περί της ανανεώσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203). Η Anheuser-Busch αναγνωρίζει ότι δεν σχολίασε το σημείο αυτό ενώπιον του τμήματος προσφυγών. Ωστόσο, η Anheuser-Busch διευκρινίζει ότι δεν είχε κανένα λόγο να θεωρήσει ότι το τμήμα προσφυγών θα δεχόταν την απόδειξη αυτή, η οποία προσκομίστηκε δύο περίπου έτη μετά την εκπνοή της αρχικής προθεσμίας η οποία έληγε στις 26 Φεβρουαρίου 2002. Η Anheuser-Busch παραπέμπει, συναφώς, σε δύο αποφάσεις του ΓΕΕΑ, με τις οποίες αποκλείστηκαν έγγραφα προσκομισθέντα εκπροθέσμως. Η σταθερή αυτή πρακτική λήψεως αποφάσεων είναι σύμφωνη προς τις κατευθυντήριες γραμμές του ΓΕΕΑ στον τομέα των ανακοπών, ειδικότερα προς το σημείο 1.5.1.
26 Η Anheuser-Busch δέχεται ότι η σταθερή αυτή πρακτική λήψεως αποφάσεων και οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές είναι προγενέστερες της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 13ης Μαρτίου 2007, C‑29/05 P, ΓΕΕΑ κατά Kaul (Συλλογή 2007, σ. I‑2213). Ωστόσο, η Anheuser-Busch υποστηρίζει ότι, κατά την ημερομηνία του υπομνήματος απαντήσεώς της ενώπιον του τμήματος προσφυγών, ήτοι στις 10 Οκτωβρίου 2006, έπρεπε να εφαρμοσθεί το παλαιό νομικό πλαίσιο. Η Anheuser-Busch υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι οι αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, T‑308/01, Henkel κατά ΓΕΕΑ – LHS (UK) (KLEENCARE) (Συλλογή 2003, σ. II‑3253)· της 10ης Νοεμβρίου 2004, T‑164/02, Kaul κατά ΓΕΕΑ – Bayer (ARCOL) (Συλλογή 2004, σ. II‑3807)· της 9ης Νοεμβρίου 2005, T‑275/03, Focus Magazin Verlag κατά ΓΕΕΑ – ECI Telecom (Hi-FOCuS) (Συλλογή 2005, σ. II‑4725)· της 10ης Ιουλίου 2006, T‑323/03, La Baronia de Turis κατά ΓΕΕΑ – Baron Philippe de Rothschild (LA BARONNIE) (Συλλογή 2006, σ. II‑2085), και της 11ης Ιουλίου 2006, T‑252/04, Caviar Anzali κατά ΓΕΕΑ – Novomarket (Asetra) (Συλλογή 2006, σ. II‑2115), αφορούσαν άλλες πραγματικές και νομικές πτυχές.
27 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Anheuser-Busch υποστηρίζει ότι, αν το τμήμα προσφυγών είχε την πρόθεση να λάβει υπόψη το προγενέστερο διεθνές λεκτικό σήμα BUDWEISER (R 238 203), θα έπρεπε να την ενημερώσει συναφώς και να της επιτρέψει να διατυπώσει σχετικά σχόλια. Δεδομένου ότι δεν το έπραξε, το τμήμα προσφυγών παρέβη τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το άρθρο 73 του κανονισμού 40/94.
28 Η Anheuser-Busch προσθέτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επτά μόνον ημέρες μετά την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως ΓΕΕΑ κατά Kaul, σκέψη 26 ανωτέρω. Κατ’ αυτήν, το τμήμα προσφυγών θα έπρεπε να της παράσχει τη δυνατότητα να σχολιάσει τις ενδεχόμενες συνέπειες της αποφάσεως αυτής επί του επίμαχου ζητήματος, ήτοι το ότι ελήφθησαν υπόψη η απόδειξη περί της ανανεώσεως του προγενεστέρου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203) και άλλες αποδείξεις οι οποίες θα έπρεπε να προσκομισθούν στις 26 Φεβρουαρίου 2002.
29 Τέλος, η Anheuser-Busch διατείνεται ότι, όσον αφορά τον κίνδυνο συγχύσεως στο δίκαιο των σημάτων, κάθε παράβαση των διαδικαστικών κανόνων παράγει δυνητικά αποτελέσματα επί της αποφάσεως του ΓΕΕΑ που πρέπει, επομένως, να ακυρωθεί για τον λόγο αυτό.
30 Το ΓΕΕΑ φρονεί ότι η Anheuser-Busch ήταν σε θέση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της όσον αφορά το προγενέστερο διεθνές λεκτικό σήμα BUDWEISER (R 238 203). Όσον αφορά τη δικαστική απόφαση ΓΕΕΑ κατά Kaul, σκέψη 26 ανωτέρω, η απόφαση αυτή απλώς ερμηνεύει έναν κανόνα δικαίου.
31 Η Budvar αναφέρει ότι το ΓΕΕΑ έπρεπε να λάβει υπόψη το προγενέστερο διεθνές λεκτικό σήμα BUDWEISER (R 238 203) και ότι η Anheuser-Busch δεν αμφισβήτησε το κύρος του προγενέστερου αυτού δικαιώματος ενώπιον του τμήματος προσφυγών. Όσον αφορά τη δικαστική απόφαση ΓΕΕΑ κατά Kaul, σκέψη 26 ανωτέρω, το άρθρο 73 του κανονισμού 40/94 δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως υποχρεώνον το ΓΕΕΑ να ενημερώνει τους διαδίκους σχετικά με τις αποφάσεις που ενδέχεται να επηρεάσουν τα συμπεράσματά του.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
32 Επιβάλλεται εκ προοιμίου η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα, προβάλλοντας τον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από παραβίαση της αρχής του δικαιώματος ακροάσεως, ισχυρίζεται ουσιαστικά ότι υπάρχει παράβαση του άρθρου 73, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 40/94 που προβλέπει ότι οι αποφάσεις του ΓΕΕΑ δεν μπορούν να στηρίζονται παρά μόνο σε λόγους επί των οποίων οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να λάβουν θέση.
33 Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, το τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ μπορεί να στηρίξει την απόφασή του μόνον επί των πραγματικών ή νομικών στοιχείων επί των οποίων οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους [απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Οκτωβρίου 2004, C‑447/02 P, KWS Saat κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2004, σ. I‑10107, σκέψη 42, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Ιουλίου 2005, T‑242/02, Sunrider κατά ΓΕΕΑ (TOP), Συλλογή 2005, σ. II‑2793, σκέψη 59].
34 Η εν λόγω διάταξη κατοχυρώνει, στο πλαίσιο του δικαίου του κοινοτικού σήματος, τη γενική αρχή προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας [αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, T‑320/03, Citicorp κατά ΓΕΕΑ (LIVE RICHLY), Συλλογή 2005, σ. II‑3411, σκέψη 21, και της 7ης Φεβρουαρίου 2007, T‑317/05, Kustom Musical Amplification κατά ΓΕΕΑ (Σχήμα κιθάρας), Συλλογή 2007, σ. II 427, σκέψη 26]. Δυνάμει της εν λόγω γενικής αρχής του κοινοτικού δικαίου, οι αποδέκτες των αποφάσεων των δημοσίων αρχών οι οποίες θίγουν αισθητά τα συμφέροντά τους πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εκφράζουν αποτελεσματικά την άποψή τους (απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Οκτωβρίου 1974, 17/74, Transocean Marine Paint κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1974, σ. 441, σκέψη 15· προπαρατεθείσες αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 27ης Φεβρουαρίου 2002, T‑34/00, Eurocool Logistik κατά ΓΕΕΑ (EUROCOOL), Συλλογή 2002, σ. II‑683, σκέψη 21, και LIVE RICHLY, σκέψη 22].
35 Περαιτέρω, κατά τη νομολογία, το δικαίωμα ακροάσεως εκτείνεται σε όλα τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία στα οποία βασίζεται η λήψη της αποφάσεως, όχι όμως στην τελική θέση που προτίθεται να λάβει η διοίκηση [προπαρατεθείσες αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 3ης Δεκεμβρίου 2003, T‑16/02, Audi κατά ΓΕΕΑ (TDI), Συλλογή 2003, σ. II‑5167, σκέψη 75, και Σχήμα κιθάρας, σκέψη 34 ανωτέρω, σκέψη 27]. Επομένως, το τμήμα προσφυγών δεν είναι υποχρεωμένο να ακούσει τον προσφεύγοντα όσον αφορά τη σχετική με την τελική του θέση εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών [απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Νοεμβρίου 2007, T‑458/05, Tegometall International κατά ΓΕΕΑ – Wuppermann (TEK), Συλλογή 2007, σ. II‑4721, σκέψη 45].
36 Εν προκειμένω, χωρίς να χρειάζεται να κριθεί, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το αν προσκομίστηκε εμπροθέσμως η απόδειξη περί της ανανεώσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203), επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι, με την ανακοπή της 28ης Σεπτεμβρίου 1999, η Budvar επικαλέστηκε, ενώπιον του ΓΕΕΑ, το εν λόγω προγενέστερο σήμα. Σύμφωνα με το απόσπασμα καταχωρίσεως του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας (ΠΟΔΙ), που προσκόμισε η Budvar ενώπιον του ΓΕΕΑ, το εν λόγω σήμα ήταν έγκυρο κατά τον χρόνο της ασκήσεως της ανακοπής.
37 Δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ότι, στο αιτιολογικό της ανακοπής της, η Budvar προέβαλε ρητώς την ταυτότητα μεταξύ του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση και του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203).
38 Τρίτον, με έγγραφο που απηύθυνε στο τμήμα ανακοπών στις 19 Μαΐου 2003, η Anheuser-Busch αμφισβήτησε, μεταξύ άλλων, το κύρος του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203), με το αιτιολογικό ότι δεν προσκομίστηκε η απόδειξη περί της ανανεώσεως του εν λόγω σήματος πριν από την καθορισθείσα στις 26 Φεβρουαρίου 2002 λήξη της προθεσμίας. Η εν λόγω απόδειξη περί της ανανεώσεως προσκομίστηκε από την Budvar στις 21 Ιανουαρίου 2004.
39 Τέταρτον, στο πλαίσιο της προσφυγής που άσκησε η Anheuser-Busch κατά της πρώτης αποφάσεως του τμήματος ανακοπών (βλ. σκέψη 9 ανωτέρω), η Budvar επικαλέστηκε επίσης, με το από 24 Ιανουαρίου 2005 υπόμνημα αντικρούσεώς της, το προγενέστερο διεθνές λεκτικό σήμα BUDWEISER (R 238 203) προς στήριξη της ανακοπής της.
40 Πέμπτον, στο πλαίσιο της προσφυγής που άσκησε η Anheuser-Busch κατά της δεύτερης αποφάσεως του τμήματος ανακοπών (βλ. σκέψη 13 ανωτέρω), η Budvar ανέφερε, με το από 28 Ιουλίου 2006 υπόμνημα αντικρούσεώς της, ότι το προγενέστερο διεθνές λεκτικό σήμα BUDWEISER (R 238 203) έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ότι, στον βαθμό που τα επίμαχα προϊόντα ήσαν πανομοιότυπα, το εν λόγω σήμα δικαιολογούσε το να γίνει δεκτή η ανακοπή.
41 Έκτον, πρέπει να τονιστεί ότι η Anheuser-Busch μπορούσε, στο πλαίσιο του από 10 Οκτωβρίου 2006 υπομνήματος απαντήσεώς της ενώπιον του τμήματος προσφυγών, να απαντήσει στα επιχειρήματα που προέβαλε η Budvar σχετικά με το προγενέστερο διεθνές λεκτικό σήμα BUDWEISER (R 238 203), πράγμα το οποίο δεν έπραξε και το οποίο παραδέχεται με τα δικόγραφά της ενώπιον του Πρωτοδικείου.
42 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων που διατύπωσε η Budvar, τόσον ενώπιον του τμήματος ανακοπών όσο και ενώπιον του τμήματος προσφυγών, και των δυνατοτήτων απαντήσεως που προσφέρθηκαν στην Anheuser-Busch, η τελευταία αυτή ήταν σε θέση να διατυπώσει παρατηρήσεις επί του κύρους του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203), πράγμα το οποίο εξάλλου έπραξε ενώπιον του τμήματος ανακοπών.
43 Περαιτέρω, από το άρθρο 62, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94 προκύπτει ότι, μετά την εξέταση της προσφυγής επί της ουσίας, το τμήμα προσφυγών αποφαίνεται επί της προσφυγής και ότι δύναται, μεταξύ άλλων, «να ασκήσει τις αρμοδιότητες του τμήματος που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση», ήτοι, εν προκειμένω, να αποφανθεί επί της ανακοπής, απορρίπτοντάς την ή κηρύσσοντάς τη βάσιμη και επιβεβαιώνοντας ή ακυρώνοντας, κατ’ επέκταση, την επίμαχη απόφαση της υπηρεσιακής μονάδας του ΓΕΕΑ που αποφάνθηκε σε πρώτο βαθμό. Επομένως, από το άρθρο 62, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94 προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών, ως συνέπεια της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιόν του, καλείται να προβεί σε νέα πλήρη εξέταση της ουσίας της ανακοπής, τόσο από νομικής απόψεως όσο και ως προς τα πραγματικά περιστατικά. (απόφαση ΓΕΕΑ κατά Kaul, σκέψη 26 ανωτέρω, σκέψεις 56 και 57).
44 Από το σύνολο των στοιχείων αυτών προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών δεν παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 73, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 40/94, μη καλώντας ρητώς την Anheuser-Busch να διατυπώσει παρατηρήσεις επί του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203).
45 Τα λοιπά επιχειρήματα που προέβαλε η Anheuser-Busch δεν μπορούν να αναιρέσουν το συμπέρασμα αυτό.
46 Πρώτον, αν τα επιχειρήματα αυτά έπρεπε να νοηθούν υπό την έννοια που τους προσδίδει η Anheuser-Busch επικαλούμενη προς στήριξη του πρώτου λόγου ακυρώσεως την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πρέπει να υπομνησθεί ότι η εν λόγω αρχή καλύπτει κάθε ιδιώτη που βρίσκεται σε κατάσταση από την οποία προκύπτει ότι το κοινοτικό όργανο, παρέχοντάς του συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις, του δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες. [αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 17ης Δεκεμβρίου 1998, T‑203/96, Embassy Limousines & Services κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1998, σ. II‑4239, σκέψη 74· της 19ης Μαρτίου 2003, T‑273/01, Innova Privat-Akademie κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑1093, σκέψη 26, και της 5ης Απριλίου 2006, T‑388/04, Kachakil Amar κατά ΓΕΕΑ (Επίμηκες περίγραμμα που καταλήγει σε τρίγωνο), μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 26]. Τέτοιες διαβεβαιώσεις συνιστούν ακριβή, απηλλαγμένα αιρέσεων και συγκλίνοντα πληροφοριακά στοιχεία που προέρχονται από έγκριτες και αξιόπιστες πηγές (προπαρατεθείσες αποφάσεις Innova Privat-Akademie κατά Επιτροπής, σκέψη 26, και Επίμηκες περίγραμμα που καταλήγει σε τρίγωνο, σκέψη 27).
47 Επιβάλλεται κατ’ αρχάς η διαπίστωση ότι η Anheuser-Busch δεν έλαβε συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις ότι το προγενέστερο διεθνές λεκτικό σήμα BUDWEISER (R 238 203) δεν θα λαμβανόταν υπόψη κατά την εξέταση της ανακοπής. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι, με τη δεύτερη απόφαση, το τμήμα ανακοπών δεν έλαβε υπόψη το εν λόγω προγενέστερο σήμα δεν μπορεί να συνιστά τέτοια διαβεβαίωση εφόσον, όπως τούτο τονίστηκε ήδη στη σκέψη 43 ανωτέρω, το τμήμα προσφυγών καλείται να προβεί σε νέα πλήρη εξέταση της ουσίας της ανακοπής, τόσο από νομικής απόψεως όσο και ως προς τα πραγματικά περιστατικά.
48 Όσον αφορά το σημείο 1.5.1 των κατευθυντήριων γραμμών του ΓΕΕΑ στον τομέα της ανακοπής, πρέπει επίσης να τονισθεί ότι το απόσπασμα που προσκόμισε η Anheuser-Busch φέρει ημερομηνία Μαρτίου 2004, δηλαδή μια ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας ασκήσεως της ανακοπής από την Budvar και της ημερομηνίας λήξεως των προθεσμιών που καθόρισε το ΓΕΕΑ για τη δικαιολόγηση της ανακοπής. Επιπλέον, σε κανένα στοιχείο δεν μπορεί να στηριχθεί η άποψη ότι οι κατευθυντήριες γραμμές του ΓΕΕΑ στον τομέα της ανακοπής κατισχύουν της ισχύουσας στον τομέα αυτό κοινοτικής ρυθμίσεως. Συναφώς, η Anheuser-Busch δεν επικαλείται, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, κάποια κανονιστική διάταξη ισχύουσα κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών από την οποία θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι η Budvar ήταν υποχρεωμένη να προσκομίσει, αυτεπαγγέλτως, πιστοποιητικό ανανεώσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203). Περαιτέρω, το ΓΕΕΑ δεν ζήτησε ρητώς από την Budvar να προσκομίσει ένα τέτοιο πιστοποιητικό ανανεώσεως. Κατά τα λοιπά, το γεγονός ότι το τμήμα προσφυγών εφάρμοσε, εσφαλμένα, μια διάταξη της κοινοτικής ρυθμίσεως δεν μπορεί να συνιστά παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
49 Όσον αφορά την προηγούμενη σχετική με τη λήψη αποφάσεων πρακτική, αρκεί τέλος να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, οι αποφάσεις που καλούνται να λάβουν τα τμήματα προσφυγών δυνάμει του κανονισμού 40/94, όσον αφορά την καταχώριση σημείου ως κοινοτικού σήματος, εμπίπτουν στη σφαίρα της ασκήσεως δέσμιας αρμοδιότητας και όχι της διακριτικής ευχέρειας. Επομένως, η νομιμότητα των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών πρέπει να εκτιμάται αποκλειστικά με βάση τον κανονισμό αυτό, όπως ερμηνεύεται από τον κοινοτικό δικαστή, και όχι με βάση την προγενέστερη σχετική με τη λήψη αποφάσεων πρακτική των τμημάτων αυτών [απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑37/03 P, BioID κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2005, σ. I‑7975, σκέψη 47, και αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 9ης Οκτωβρίου 2002, T‑36/01, Glaverbel κατά ΓΕΕΑ (Επιφάνεια επίπεδης υάλου), Συλλογή 2002, σ. II‑3887, σκέψη 35 και της 14ης Ιουνίου 2007, T‑207/06, Europig κατά ΓΕΕΑ (EUROPIG), Συλλογή 2007, σ. II‑1961, σκέψη 40]. Επιπλέον, μια απλή πρακτική, όσο τρέχουσα και αν είναι, δεν ισοδυναμεί με ακριβή, απηλλαγμένα αιρέσεων και συγκλίνοντα πληροφοριακά στοιχεία, κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 46 ανωτέρω (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Νοεμβρίου 2006, T‑135/05, Campoli κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑A‑2‑1527, σκέψη 70). Κατά τα λοιπά, η Anheuser-Busch επικαλείται, προς στήριξη των ισχυρισμών της, μόνο δύο αποφάσεις των τμημάτων προσφυγών του ΓΕΕΑ.
50 Επομένως, τα επιχειρήματα που προέβαλε συναφώς η Anheuser-Busch δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
51 Δεύτερον, ομοίως δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα που αντλείται από το γεγονός ότι το τμήμα προσφυγών δεν κάλεσε την Anheuser-Busch να διατυπώσει παρατηρήσεις επί των ενδεχόμενων συνεπειών της δικαστικής αποφάσεως ΓΕΕΑ κατά Kaul, σκέψη 26 ανωτέρω, όσον αφορά τη συνεκτίμηση της αποδείξεως του πιστοποιητικού ανανεώσεως του διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203) και της αποδείξεως των εγγράφων που προσκόμισε η Budvar προς στήριξη της ανακοπής της και τα οποία παρελήφθησαν πλήρως από το ΓΕΕΑ στις 27 Φεβρουαρίου 2002.
52 Όσον αφορά την απόδειξη περί της ανανεώσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203), αρκεί να τονισθεί ότι, όπως εξάλλου τονίζει και η ίδια η Anheuser-Busch στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου (βλ. σκέψη 59 κατωτέρω), η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ανέφερε τη εν λόγω δικαστική απόφαση όσον αφορά τη συνεκτίμηση του πιστοποιητικού ανανεώσεως. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, ειδικότερα δε από τις σκέψεις της 24 και 25, προκύπτει συγκεκριμένα ότι η δικαστική απόφαση ΓΕΕΑ κατά Kaul, σκέψη 26 ανωτέρω, αναφέρθηκε στο πλαίσιο της συνεκτιμήσεως των εγγράφων που προσκόμισε η Budvar και τα οποία παρελήφθησαν πλήρως από το ΓΕΕΑ στις 27 Φεβρουαρίου 2002. Επομένως, τα επιχειρήματα που προέβαλε συναφώς η Anheuser-Busch είναι ανακριβή.
53 Όσον αφορά τα έγγραφα που προσκόμισε η Budvar προς στήριξη της ανακοπής της και τα οποία παρελήφθησαν πλήρως από το ΓΕΕΑ στις 27 Φεβρουαρίου 2002, πρέπει να τονιστεί, καταρχάς, ότι η Anheuser-Busch αμφισβήτησε, ενώπιον του τμήματος προσφυγών, τη συνεκτίμηση των εν λόγω εγγράφων από το ΓΕΕΑ. Ακολούθως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η δικαστική απόφαση ΓΕΕΑ κατά Kaul, σκέψη 26 ανωτέρω, ναι μεν ερμηνεύει το άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, πλην όμως δεν μπορεί να τροποποιήσει το περιεχόμενο του άρθρου αυτού. Τέλος, ακόμη και αν υποτεθεί ότι μπορεί να γίνει δεκτή προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως της Anheuser-Busch, όσον αφορά την εκ μέρους του τμήματος προσφυγών συνεκτίμηση της δικαστικής αποφάσεως ΓΕΕΑ κατά Kaul, σκέψη 26 ανωτέρω, μια τέτοια παρατυπία δεν μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως παρά μόνον αν η διαδικασία μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα (βλ., κατά την έννοια αυτή, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Μαρτίου 1990, C‑142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I‑959, σκέψη 48, και KWS Saat κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 33 ανωτέρω, σκέψεις 47 έως 50). Για τους λόγους όμως που θα εκτεθούν στις σκέψεις 81 έως 91 κατωτέρω, στο πλαίσιο της αναλύσεως του δευτέρου λόγου που προέβαλε η Anheuser-Busch, το τμήμα προσφυγών δεν πλανήθηκε εφαρμόζοντας το άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, όπως το ερμηνεύει το Δικαστήριο. Επομένως, ακόμα και αν η Anheuser-Busch ήταν σε θέση να διατυπώσει παρατηρήσεις συναφώς, τούτο δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
54 Με βάση το σύνολο των στοιχείων αυτών, ο πρώτος λόγος που προέβαλε η Anheuser-Busch πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94
Επιχειρήματα των διαδίκων
55 Η Anheuser-Busch υποστηρίζει ότι, ακόμη και λαμβανομένης υπόψη της δικαστικής αποφάσεως ΓΕΕΑ κατά Kaul, σκέψη 26 ανωτέρω, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν εκπρόθεσμα από την Budvar για να αποδειχθεί η καταχώριση του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203) έπρεπε να αποκλειστούν και η ανακοπή έπρεπε, κατά συνέπεια, να απορριφθεί.
56 Η Anheuser-Busch υπενθυμίζει, συναφώς, ότι η προθεσμία που τάχθηκε στην Budvar για να προσκομίσει αποδείξεις προς στήριξη της ανακοπής της έληγε στις 26 Φεβρουαρίου 2002. Ωστόσο, δεν αμφισβητείται ότι τα έγγραφα που προσκομίστηκαν προς τούτο με τηλεομοιοτυπία παρελήφθησαν πλήρως από το ΓΕΕΑ στις 27 Φεβρουαρίου 2002 και ώρα 00:48 (ήτοι με καθυστέρηση 48 λεπτών και όχι 44 λεπτών όπως ανέφερε το τμήμα προσφυγών). Επιπλέον, ακόμα και αν, όπως υποστηρίζει Budvar, η διαβίβαση με τηλεομοιοτυπία των εγγράφων άρχισε στις 26 Φεβρουαρίου 2002 και ώρα 21:46, είναι δυσχερές να προσδιοριστεί μεταξύ των εγγράφων αυτών ποια παρελήφθησαν από το ΓΕΕΑ πριν από τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας και ποια έγγραφα παρελήφθησαν από το ΓΕΕΑ μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας. Δυνάμει όμως των σχετικών με το βάρος αποδείξεως κανόνων, η αβεβαιότητα αυτή πρέπει να ληφθεί υπόψη εις βάρος του φέροντος το βάρος της αποδείξεως, ήτοι της Budvar. Πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί η 27η Φεβρουαρίου 2002 ως ημερομηνία παραλαβής του συνόλου των εγγράφων που διαβίβασε η Budvar.
57 Εν πάση περιπτώσει, η Anheuser-Busch τονίζει ότι τα έγγραφα που προσκόμισε η Budvar προς στήριξη της ανακοπής της και τα οποία παρελήφθησαν πλήρως από το ΓΕΕΑ στις 27 Φεβρουαρίου 2002 δεν κάλυπταν την ανανέωση του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203). Κατ’ αυτήν, η Budvar είχε ωστόσο την υποχρέωση να προσκομίσει την απόδειξη περί της ανανεώσεως του εν λόγω προγενέστερου σήματος κατά τον χρόνο κατά τον οποίο υπέβαλε έγγραφα προς στήριξη της ανακοπής της. Η Budvar όμως προσκόμισε την απόδειξη περί της ανανεώσεως αυτής μόλις στις 21 Ιανουαρίου 2004, ήτοι δύο περίπου έτη μετά τη λήξη της προθεσμίας που έταξε το ΓΕΕΑ (ήτοι στις 26 Φεβρουαρίου 2002), σύμφωνα με τον κανόνα 20, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού 40/94 (EE L 303, σ. 1), ο οποίος κατέστη ο κανόνας 19, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε. Ουδείς λόγος προβλήθηκε από την Budvar για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση αυτή.
58 Η Anheuser-Busch αναγνωρίζει ότι το ΓΕΕΑ διαθέτει, βάσει του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, όπως το ερμηνεύει το Δικαστήριο, διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την αποδοχή εγγράφων που έχουν κατατεθεί εκπροθέσμως. Ωστόσο, η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε εσφαλμένα εν προκειμένω.
59 Όσον αφορά το πιστοποιητικό ανανεώσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203), η Anheuser-Busch αναφέρει μια απόφαση του τετάρτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ η οποία απέκλεισε την εκπρόθεσμη απόδειξη περί της ανανεώσεως ενός σήματος σε μια άλλη υπόθεση. Κατά την Anheuser-Busch, η ίδια λύση πρέπει να εφαρμοσθεί και εν προκειμένω. Δεν μπορεί να γίνει ανεκτή η εκ μέρους των τμημάτων προσφυγών εφαρμογή διαφορετικών λύσεων σε παρόμοιες υποθέσεις. Πρόκειται για «κατάχρηση διακριτικής ευχέρειας». Επιπλέον, η λύση που έγινε δεκτή δεν μπορεί να στηριχθεί στους λόγους που διατυπώθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση για να δικαιολογηθεί η συνεκτίμηση του πιστοποιητικού ανανεώσεως. Το γεγονός και μόνον ότι το εν λόγω πιστοποιητικό προσκομίσθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δεν δικαιολογεί, αυτό και μόνο, το να μπορεί να γίνει δεκτό το έγγραφο βάσει του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94. Η Anheuser-Busch τονίζει συναφώς ότι το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε την απόφασή του βάσει του εν λόγω άρθρου. Επομένως, τίθεται το ερώτημα αν το τμήμα προσφυγών αναγνώρισε ότι όφειλε να ασκήσει συναφώς τη διακριτική του ευχέρεια. Η Anheuser-Busch τονίζει, επί του σημείου αυτού, ότι οι εκτιμήσεις του τμήματος προσφυγών σχετικά με τη δικαστική απόφαση ΓΕΕΑ κατά Kaul, σκέψη 26 ανωτέρω, δεν αφορούσαν το πιστοποιητικό ανανεώσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203), αλλά μόνο τα έγγραφα τα οποία παρελήφθησαν πλήρως από το ΓΕΕΑ στις 27 Φεβρουαρίου 2002.
60 Όσον αφορά τα έγγραφα που προσκόμισε η Budvar προς στήριξη της ανακοπής της και τα οποία παρελήφθησαν πλήρως από το ΓΕΕΑ στις 27 Φεβρουαρίου 2002, η Anheuser-Busch υπογραμμίζει ότι το τμήμα προσφυγών θεώρησε ότι ήταν ασήμαντη η κατά «44 λεπτά» καθυστέρηση της διαβιβάσεως για τέσσερις λόγους. Συναφώς, η Anheuser-Busch ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του ΓΕΕΑ δεν πρέπει να χρησιμεύσει ως αναφορά για να προσδιοριστεί αν μια καθυστέρηση μπορεί να θεωρηθεί ασήμαντη. Δεύτερον, υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι η διαβίβαση της τηλεομοιοτυπίας άρχισε πριν από τη λήξη της προθεσμίας δεν αποδείχθηκε και συνεπώς το ΓΕΕΑ δεν μπορεί να επικαλείται το γεγονός αυτό. Συγκεκριμένα, μόνον ο ακριβής χρόνος της παραλαβής των εν λόγω εγγράφων πρέπει να ληφθεί υπόψη. Επιπλέον, πρόκειται για βαρεία αμέλεια το να αρχίσει η διαβίβαση με τηλεομοιοτυπία 336 σελίδων εγγράφων λίγο πριν από το μεσονύκτιο της τελευταίας ημέρας της ταχθείσας προθεσμίας. Εξάλλου, η Budvar διατηρεί τη δυνατότητα να υποβάλει αίτηση περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας του επίμαχου σήματος. Τρίτον, η Anheuser-Busch φρονεί ότι η λυσιτέλεια των επίμαχων εγγράφων για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί, αυτή καθαυτή και για τον λόγο αυτόν και μόνο, να δικαιολογήσει τη συνεκτίμησή τους.
61 Το ΓΕΕΑ και η Budvar φρονούν ότι το τμήμα προσφυγών δεν ήταν υποχρεωμένο να αποκλείσει τα έγγραφα τα οποία αναφέρει η Anheuser-Busch. Ειδικότερα, το ΓΕΕΑ υποστηρίζει ότι δεν προσκομίστηκε εκπρόθεσμα η απόδειξη περί της ανανεώσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203). Όσον αφορά τα έγγραφα που απέστειλε η Budvar και τα οποία παρελήφθησαν πλήρως από το ΓΕΕΑ στις 27 Φεβρουαρίου 2002, το ΓΕΕΑ και η Budvar τονίζουν ότι το τμήμα προσφυγών έκανε ορθώς χρήση της διακριτικής του ευχέρειας.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
62 Πρέπει να γίνει διάκριση, προκειμένου να εξετασθεί ο δεύτερος λόγος, μεταξύ του πιστοποιητικού ανανεώσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203), που προσκομίστηκε στις 21 Ιανουαρίου 2004, και των εγγράφων που προσκόμισε η Budvar προς στήριξη της ανακοπής της και τα οποία παρελήφθησαν πλήρως από το ΓΕΕΑ στις 27 Φεβρουαρίου 2002.
– Επί του πιστοποιητικού ανανεώσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203)
63 Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, το ΓΕΕΑ μπορεί να μη λαμβάνει υπόψη πραγματικά περιστατικά που δεν επικαλέστηκαν ή αποδείξεις που δεν προσκόμισαν εγκαίρως οι διάδικοι.
64 Τούτο σημαίνει ότι η εφαρμογή του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 σε μια συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέτει ότι ένας ή πλείονες διάδικοι κατά την ενώπιον του ΓΕΕΑ διαδικασία δεν επικαλέστηκαν τα πραγματικά περιστατικά ή δεν προσκόμισαν αποδείξεις «εγκαίρως».
65 Εν προκειμένω, όμως, όσον αφορά το προγενέστερο διεθνές λεκτικό σήμα BUDWEISER (R 238 203), από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών θεώρησε ότι το πιστοποιητικό ανανεώσεως του εν λόγω σήματος δεν προσκομίστηκε εγκαίρως.
66 Ειδικότερα, το τμήμα προσφυγών αναφέρει, στη σκέψη 22 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα εξής:
«Η ανακόπτουσα προσκόμισε, συνημμένο στις από 21 Ιανουαρίου 2004 παρατηρήσεις της ενώπιον του τμήματος ανακοπών, ένα απόσπασμα που εκδόθηκε από τον ΠΟΔΙ και με το οποίο πιστοποιείται ότι η καταχώριση ανανεώθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 2000. Το τμήμα ανακοπών είχε επομένως την απόδειξη του συνεχούς κύρους του [προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203)] κατά τον χρόνο της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.»
67 Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, προκειμένου να λάβει υπόψη το πιστοποιητικό ανανεώσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203), αντίθετα προς ό,τι έγινε για τα έγγραφα που προσκόμισε η Budvar και τα οποία παρελήφθησαν πλήρως από το ΓΕΕΑ στις 27 Φεβρουαρίου 2002.
68 Συγκεκριμένα, όσον αφορά τα τελευταία αυτά έγγραφα, το τμήμα προσφυγών αναφέρθηκε ρητώς, με τις σκέψεις 24 και 25 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, καθώς και στη δικαστική απόφαση ΓΕΕΑ κατά Kaul, σκέψη 26 ανωτέρω.
69 Η Anheuser-Busch τονίζει εξάλλου και η ίδια με τα δικόγραφά της το γεγονός ότι το τμήμα προσφυγών δεν στήριξε την απόφασή του στο άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, όσον αφορά το πιστοποιητικό ανανεώσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203). Η Anheuser-Busch τονίζει επίσης ότι οι εκτιμήσεις σχετικά με τη δικαστική απόφαση ΓΕΕΑ κατά Kaul, σκέψη 26 ανωτέρω, δεν αφορούσαν τη συνεκτίμηση του εν λόγω πιστοποιητικού.
70 Πρέπει, τελικώς, να θεωρηθεί ότι, για τους λόγους που διατυπώνονται στις σκέψεις 78 και 79 κατωτέρω και λαμβανομένης υπόψη της ισχύουσας κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών κανονιστικής ρυθμίσεως, το πιστοποιητικό ανανεώσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203) προσκομίστηκε εγκαίρως.
71 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά παράβαση του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, όσον αφορά τη συνεκτίμηση του πιστοποιητικού ανανεώσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203).
72 Συνεπώς, τα επιχειρήματα που προέβαλε συναφώς η Anheuser-Busch είναι προδήλως αβάσιμα.
73 Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν υποτεθεί ότι, επικαλούμενη τον κανόνα 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95, ως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με τον κανονισμό (ΕΚ) 1041/2005 της Επιτροπής, της 29 Ιουνίου 2005 (EE L 172, σ. 4), ο οποίος κατέστη ο κανόνας 19, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού, μετά την τροποποίηση αυτή, η Anheuser-Busch θεωρεί, στην πραγματικότητα, ότι το τμήμα προσφυγών είχε την υποχρέωση να αποκλείσει το πιστοποιητικό ανανεώσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203), χωρίς να μπορεί να εφαρμόσει το άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, πρέπει να τονιστεί ότι το εν λόγω άρθρο παρέχει στο ΓΕΕΑ εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τη συνεκτίμηση στοιχείων προσκομισθέντων μετά τη λήξη προθεσμίας [αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2004, MFE Marienfelde κατά ΓΕΕΑ – Vétoquinol (Hipoviton), T‑334/01, Συλλογή 2004, σ. II‑2787, σκέψη 57, και Asetra, σκέψη 26 ανωτέρω, σκέψη 36]. Περαιτέρω, δεδομένου ότι ο κανονισμός 2868/95 εκδόθηκε, από την Επιτροπή, σύμφωνα με άρθρο 140, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94, οι διατάξεις του πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου αυτού κανονισμού (απόφαση Hipoviton, προαναφερθείσα, σκέψη 57). Επομένως, τα επιχειρήματα της Anheuser-Busch, αν πρέπει να ερμηνευθούν κατ’ αυτή την έννοια, ισοδυναμούν με προβολή μιας ερμηνείας ενός κανόνα του εκτελεστικού κανονισμού που είναι αντίθετη προς το σαφές γράμμα του γενικού κανονισμού (βλ., κατά την έννοια αυτή, απόφαση Asetra, σκέψη 26 ανωτέρω, σκέψη 36).
74 Επιβάλλεται, πλεοναστικώς, η διαπίστωση ότι ο κανονισμός 1041/2005 τέθηκε σε ισχύ στις 25 Ιουλίου 2005, ήτοι, πρώτον, μετά την κατάθεση του δικογράφου της ανακοπής, δεύτερον, μετά τη λήξη των προθεσμιών που καθορίστηκαν για τη συμπλήρωση της ανακοπής και, τρίτον, μετά την προσκόμιση από την Budvar της αποδείξεως περί της ανανεώσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203).
75 Κατά γενικό όμως κανόνα, η αρχή της ασφαλείας δικαίου εμποδίζει τον καθορισμό της αφετηρίας της διαχρονικής ισχύος μιας κοινοτικής πράξεως σε μια ημερομηνία προγενέστερη της δημοσιεύσεώς της. Το αντίθετο μπορεί να συμβεί, κατ’ εξαίρεση, όταν το απαιτεί ο επιδιωκόμενος σκοπός και όταν γίνεται δεόντως σεβαστή η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 25ης Ιανουαρίου 1979, 98/78, Racke, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 53, σκέψη 20, και της 12ης Νοεμβρίου 1981, 212/80 έως 217/80, Meridionale Industria Salumi κ.λπ., Συλλογή 1981, σ. 2735, σκέψη 10). Η νομολογία αυτή, όπως και το Δικαστήριο έχει κρίνει, εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση κατά την οποία η αναδρομικότητα δεν προβλέπεται ρητώς από την ίδια την πράξη, αλλά προκύπτει από το περιεχόμενό της (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1991, C‑368/89, Crispoltoni, Συλλογή 1991, σ. I‑3695, σκέψη 17, και της 29ης Απριλίου 2004, C‑487/01 και C‑7/02, Gemeente Leusden και Holin Groep, Συλλογή 2004, σ. I‑5337, σκέψη 59).
76 Εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο ούτε του γράμματος ούτε της γενικής οικονομίας του κανονισμού 1041/2005 δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι διατάξεις που θεσπίστηκαν με τον εν λόγω κανονισμό πρέπει να έχουν αναδρομική εφαρμογή.
77 Επομένως, ο κανόνας 19, παράγραφος 4, του κανονισμού 2868/95, που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 1041/2005 και ο οποίος προβλέπει ότι «το [ΓΕΕΑ] δε λαμβάνει υπόψη γραπτές παρατηρήσεις ή έγγραφα ή μέρη αυτών που δεν έχουν υποβληθεί ή δεν έχουν μεταφρασθεί στη γλώσσα της διαδικασίας εντός της προθεσμίας που έχει καθορισθεί από το [ΓΕΕΑ]», δεν μπορεί να έχει εφαρμογή.
78 Όσον αφορά τον κανόνα 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95, ως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με τον κανονισμό 1041/2005, ο κανόνας αυτός προέβλεπε ότι, «αν το δικόγραφο της ανακοπής δεν περιέχει πραγματικά περιστατικά, αποδείξεις και ισχυρισμούς, βάσει του κανόνα 16, παράγραφοι 1 και 2, το [ΓΕΕΑ] καλεί τον ανακόπτοντα να τα προσκομίσει εντός προθεσμίας που του τάσσει» και ότι «κάθε στοιχείο που προσκομίζεται από τον ανακόπτοντα γνωστοποιείται στον καταθέτη, στον οποίο παρέχεται η ευκαιρία να απαντήσει εντός προθεσμίας που του τάσσει το [ΓΕΕΑ]».
79 Ναι μεν από τον συνδυασμό των κανόνων 16 και 20 του κανονισμού 2868/95, ως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με τον κανονισμό 1041/2005, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι το ΓΕΕΑ δικαιούται να ζητήσει την απόδειξη περί της ανανεώσεως του προγενέστερου σήματος, όταν η ανανέωση αυτή λήγει μετά την ημερομηνία της καταθέσεως της ανακοπής [βλ., κατά την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, MIP Metro κατά ΓΕΕΑ – Tesco Stores (METRO), T‑191/04, Συλλογή 2006, σ. II‑2855, σκέψη 41], πλην όμως οι κανόνες αυτοί δεν υποχρεώνουν τον ανακόπτοντα να προσκομίσει, αυτεπαγγέλτως, την απόδειξη αυτή. Ο εν λόγω κανόνας ομοίως δεν ορίζει ότι το ΓΕΕΑ υποχρεούται να αποκλείσει κάποιο έγγραφο όταν αυτό του γνωστοποιείται εκπρόθεσμα. Εν προκειμένω, το τμήμα ανακοπών δεν κάλεσε ρητώς την Budvar να προσκομίσει, εντός ταχθείσας προθεσμίας, πιστοποιητικό ανανεώσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203). Τελικώς, η Budvar προσκόμισε αυτεπαγγέλτως την απόδειξη περί της ανανεώσεως αυτής μετά από σχόλιο που διατύπωσε η Anheuser-Busch θέτοντας εν αμφιβόλω την καταχώριση και το κύρος του εν λόγω προγενέστερου σήματος. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το τμήμα προσφυγών είχε την υποχρέωση να αποκλείσει το πιστοποιητικό ανανεώσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203) και δεν μπορούσε να εφαρμόσει το άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94.
80 Με βάση το σύνολο των στοιχείων αυτών, τα επιχειρήματα της Anheuser-Busch πρέπει να απορριφθούν, καθόσον αφορούν το πιστοποιητικό ανανεώσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203).
– Επί των εγγράφων που προσκόμισε Budvar προς στήριξη της ανακοπής της και τα οποία παρελήφθησαν πλήρως από το ΓΕΕΑ στις 27 Φεβρουαρίου 2002
81 Οι διάδικου δεν αμφισβητούν ότι τα έγγραφα που προσκόμισε η Budvar προς στήριξη της ανακοπής της και τα οποία παρελήφθησαν πλήρως από το ΓΕΕΑ στις 27 Φεβρουαρίου 2002 δεν προσκομίσθηκαν εγκαίρως, πράγμα το οποίο δέχεται επίσης, κατ’ ουσίαν, το τμήμα προσφυγών με τις σκέψεις 24 και 25 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Οι διάδικοι έχουν, ωστόσο, αντίθετη άποψη όσον αφορά τη δυνατότητα του ΓΕΕΑ να λάβει υπόψη τα εν λόγω έγγραφα.
82 Πρέπει να υπομνησθεί, συναφώς, ότι από το γράμμα του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 προκύπτει ότι, κατά γενικό κανόνα και εκτός αντίθετης διατάξεως, οι διάδικοι εξακολουθούν να μπορούν να προβάλουν πραγματικά περιστατικά και να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία και μετά τη λήξη των προθεσμιών που τους τάσσουν οι διατάξεις του κανονισμού 40/94 και ότι ουδόλως απαγορεύεται στο ΓΕΕΑ να λάβει υπόψη του πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προβληθεί ή προσκομισθεί εκπροθέσμως. Αντιθέτως, από την εν λόγω διάταξη προκύπτει εξίσου σαφώς ότι η εν λόγω εκπρόθεσμη προβολή πραγματικών περιστατικών ή προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων δεν γεννά αδιαμφισβήτητο δικαίωμα του διαδίκου που προβαίνει σ’ αυτή να ληφθούν τα στοιχεία αυτά υπόψη από το ΓΕΕΑ. Το άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, διευκρινίζοντας ότι το ΓΕΕΑ «μπορεί», σε παρόμοιες περιπτώσεις, να αποφασίσει να μη λάβει υπόψη τέτοια πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία, παρέχει πράγματι στο ΓΕΕΑ ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ώστε να αποφασίσει, αιτιολογώντας την απόφασή του επ’ αυτού, αν πρέπει ή δεν πρέπει να τα λάβει υπόψη. Η συνεκτίμηση των στοιχείων αυτών από το ΓΕΕΑ, όταν καλείται να αποφανθεί στο πλαίσιο διαδικασίας ανακοπής, μπορεί να δικαιολογηθεί ιδίως όταν αυτό θεωρεί, αφενός, ότι τα εκπροθέσμως προβληθέντα στοιχεία ενδέχεται εκ πρώτης όψεως να ασκούν πραγματική επιρροή όσον αφορά την τύχη της ασκηθείσας ενώπιόν του ανακοπής και, αφετέρου, ότι το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο προβάλλονται εκπροθέσμως τα στοιχεία αυτά, αλλά και οι σχετικές περιστάσεις, δεν εμποδίζουν τη συνεκτίμηση αυτή (απόφαση ΓΕΕΑ κατά Kaul, σκέψη 26 ανωτέρω, σκέψεις 42 έως 44).
83 Εν προκειμένω, πρέπει να τονιστεί, πρώτον, ότι η Anheuser-Busch δεν επικαλείται άλλη κανονιστική διάταξη η οποία θα είχε εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και βάσει των οποίων θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το ΓΕΕΑ ήταν υποχρεωμένο να αποκλείσει τα επίμαχα έγγραφα, καθόσον αυτά προσκομίστηκαν εκπρόθεσμα.
84 Επιπλέον, τα επίμαχα έγγραφα αποσκοπούσαν, μεταξύ άλλων, να αποδείξουν τη χρήση των ονομασιών προελεύσεως που συμπεριλάμβαναν τη λέξη «budweiser» και οι οποίες διαλαμβάνονται στη σκέψη 7 ανωτέρω. Με επιστολή όμως της 8ης Νοεμβρίου 2002, σε απάντηση στο αίτημα της d’Anheuser-Busch να αποδείξει την ουσιαστική χρήση των προγενέστερων σημάτων που προβλήθηκαν προς στήριξη της ανακοπής και κατόπιν σχετικής προσκλήσεως του ΓΕΕΑ, η Budvar παρέπεμψε ρητώς στα εν λόγω έγγραφα, θεωρώντας ότι είχαν εφαρμογή και στο προγενέστερο διεθνές λεκτικό σήμα BUDWEISER (R 238 203). Η παραπομπή αυτή της Budvar δεν αμφισβητήθηκε από την Anheuser-Busch. Η εν λόγω παραπομπή εδικαιολογείτο, μεταξύ άλλων, από το γεγονός ότι το τμήμα ανακοπών είχε διαβεβαιώσει εγγράφως την Budvar στις 30 Μαΐου 2002 ότι τα επίμαχα έγγραφα δεν θα λαμβάνονταν υπόψη. Επομένως, ακόμα και αν υποτεθεί ότι το τμήμα ανακοπών ήταν υποχρεωμένο να αποκλείσει τα έγγραφα αυτά και ότι ενημέρωσε συναφώς την Budvar, η τελευταία αυτή θα μπορούσε, με την από 8 Νοεμβρίου 2002 επιστολή της, να προσκομίσει εκ νέου τα εν λόγω έγγραφα ενώπιον του τμήματος ανακοπών.
85 Δεύτερον, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει, στις σκέψεις 24 και 25, μια ειδική αιτιολογία προκειμένου να δικαιολογηθεί η συνεκτίμηση των επίμαχων εγγράφων.
86 Τρίτον, από τα στοιχεία που προβάλλει το τμήμα προσφυγών στο πλαίσιο της αιτιολογίας του μπορεί να δικαιολογηθεί η απόφασή του να ληφθούν υπόψη τα επίμαχα έγγραφα βάσει του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94.
87 Το τμήμα προσφυγών τονίζει, καταρχάς, ότι η διαβίβαση με τηλεομοιοτυπία των επίμαχων εγγράφων άρχισε πριν από τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας. Η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το τμήμα προσφυγών είναι, συναφώς, ορθή, καθόσον η ημερομηνία και η ώρα της ενάρξεως της διαβιβάσεως (ήτοι στις 26 Φεβρουαρίου 2002 και ώρα 21:46) είχαν καταγραφεί από τη συσκευή λήψεως της τηλεομοιοτυπίας του ΓΕΕΑ. Η Anheuser-Busch δεν προσκομίζει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο βάσει του οποίου να μπορεί να αντικρουσθεί το γεγονός αυτό. Περαιτέρω, το πραγματικό αυτό στοιχείο περιλαμβάνεται στα περιστατικά που σχετίζονται με την εκπρόθεσμη προσκόμιση των εν λόγω εγγράφων. Επομένως, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Anheuser-Busch, το πραγματικό στοιχείο που έλαβε υπόψη το τμήμα προσφυγών ασκεί επιρροή, στον βαθμό που διευκρινίζει τις περιστάσεις υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η εκπρόθεσμη προσκόμιση των επίμαχων εγγράφων.
88 Το τμήμα προσφυγών αναφέρει, στη συνέχεια, ότι η διαβίβαση με τηλεομοιοτυπία των επίμαχων εγγράφων ολοκληρώθηκε 44 λεπτά μετά τη λήξη της προθεσμίας που είχε τάξει το τμήμα ανακοπών. Κατά το τμήμα προσφυγών, η καθυστέρηση αυτή ήταν σημαντική. Η εκτίμηση αυτή πρέπει να επικυρωθεί. Εξάλλου δεν αμφισβητείται τυπικώς από την Anheuser-Busch, εκτός όσον αφορά το γεγονός ότι η επίμαχη καθυστέρηση ήταν 48 και όχι 44 λεπτά, πράγμα που δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της διαφοράς. Η εκτίμηση του τμήματος προσφυγών πρέπει, επιπλέον, να θεωρηθεί σε συνδυασμό με το γεγονός, που υπογράμμισε το ΓΕΕΑ με τα δικόγραφά του, ότι η Anheuser-Busch δεν θα είχε λάβει νωρίτερα τα επίμαχα έγγραφα αν είχαν φθάσει στο ΓΕΕΑ λίγα λεπτά πριν από τη λήξη της προθεσμίας.
89 Το τμήμα προσφυγών τονίζει, εν συνεχεία, ότι τα επίμαχα έγγραφα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή. Η Anheuser-Busch δεν αμφισβητεί πραγματικά την εκτίμηση του τμήματος προσφυγών, αλλά φρονεί ότι η λυσιτέλεια των επίμαχων εγγράφων δεν μπορεί, αυτή καθαυτή και για τον λόγο αυτόν και μόνο, να δικαιολογήσει τη συνεκτίμησή τους. Αρκεί, συναφώς, να τονισθεί ότι το τμήμα προσφυγών δεν στήριξε την απόφασή του αποκλειστικά στη λυσιτέλεια των επίμαχων εγγράφων, αλλά και σε άλλες εκτιμήσεις.
90 Το τμήμα προσφυγών διαπιστώνει, τέλος, ότι τα επίμαχα έγγραφα παρελήφθησαν 35 μήνες πριν από την έκδοση της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών. Το τμήμα αυτό ήταν συνεπώς σε θέση να λάβει υπόψη τα εν λόγω έγγραφα και ο αιτών την καταχώριση του σήματος να διατυπώσει παρατηρήσεις σχετικά με τη λυσιτέλειά τους. Πρέπει, συναφώς, να θεωρηθεί, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Anheuser-Busch, ότι η διαπίστωση του τμήματος προσφυγών ασκεί επιρροή στον βαθμό που συμβάλλει στην εκτίμηση του σταδίου της διαδικασίας στο οποίο πραγματοποιήθηκε η εκπρόθεσμη προσκόμιση των επίμαχων εγγράφων.
91 Λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων αυτών, τα επιχειρήματα που προέβαλε η Anheuser-Busch δεν μπορούν να επηρεάσουν τη νομιμότητα της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών, όσον αφορά τη συνεκτίμηση των εγγράφων που προσκόμισε η Budvar προς στήριξη της ανακοπής της και τα οποία παρελήφθησαν πλήρως από το ΓΕΕΑ στις 27 Φεβρουαρίου 2002.
92 Με βάση το σύνολο των στοιχείων αυτών, ο δεύτερος λόγος που προέβαλε η Anheuser-Busch πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του τρίτου λόγου, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94
Επιχειρήματα των διαδίκων
93 Η Anheuser-Busch φρονεί ότι τα στοιχεία που προσκόμισε η Budvar ήταν ανεπαρκή για να αποδειχθεί η ουσιαστική χρήση του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203).
94 Η Anheuser-Busch τονίζει, συναφώς, ότι τα μόνα έγγραφα που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι αυτά που προσκομίστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2002 και τα οποία συνίστανται αποκλειστικά σε αντίγραφα γραπτών διαφημίσεων στη Γερμανία και στην Αυστρία. Ουδεμία προσκομίστηκε απόδειξη περί των πωλήσεων των επίμαχων προϊόντων. Τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2002 δεν ικανοποιούν συνεπώς, αυτά καθαυτά, τις απαιτήσεις του άρθρου 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94 και του κανόνα 22 του κανονισμού 2868/95.
95 Η Anheuser-Busch προσθέτει ότι το τμήμα προσφυγών δεν μπορούσε να καταλήξει στην ουσιαστική χρήση του προγενέστερου λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203) χωρίς να λάβει υπόψη τα έγγραφα που προσκομίστηκαν εκπρόθεσμα στις 27 Φεβρουαρίου 2002. Συναφώς, το τμήμα προσφυγών θεώρησε ότι αρκούσαν τα τιμολόγια που είχαν εκδοθεί στη Γερμανία και στην Αυστρία. Ωστόσο, για να φθάσει στο συμπέρασμα αυτό, το τμήμα προσφυγών έπρεπε να στηριχθεί σε άλλα στοιχεία, όπως είναι η φύση της χρήσεως του εν λόγω προγενέστερου σήματος στις χώρες αυτές. Η φύση αυτή όμως ουδόλως προέκυπτε από τα εν λόγω τιμολόγια και ελάχιστα από τα προσκομισθέντα αποσπάσματα των διαφημίσεων. Ειδικότερα, ουδεμία απόδειξη της φύσεως της χρήσεως προσκομίστηκε όσον αφορά τα βαρέλια ή τα προϊόντα με την ένδειξη «NRW».
96 Το ΓΕΕΑ και η Budvar υποστηρίζουν ότι αποδείχθηκε η ουσιαστική χρήση του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203). Ειδικότερα, το ΓΕΕΑ αναφέρει ότι η φύση της χρήσεως του προγενέστερου σήματος, ήτοι ο ζύθος, προκύπτει σαφώς από τις διαφημίσεις που προσκόμισε η Budvar.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
97 Όπως απορρέει από την ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 40/94, ο νομοθέτης έκρινε ότι η προστασία προγενέστερου σήματος δικαιολογείται μόνον εφόσον το σήμα αυτό πράγματι χρησιμοποιείται. Σύμφωνα με την εν λόγω αιτιολογική σκέψη, το άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94 προβλέπει ότι ο αιτών την καταχώριση του κοινοτικού σήματος μπορεί να απαιτήσει την απόδειξη του ότι έγινε ουσιαστική χρήση του προγενεστέρου σήματος στο έδαφος εντός του οποίου το σήμα προστατευόταν κατά τα πέντε έτη που προηγήθηκαν της δημοσιεύσεως της αιτήσεως για την καταχώριση κοινοτικού σήματος, κατά της οποίας έχει ασκηθεί ανακοπή (στο εξής: κρίσιμη περίοδος).
98 Δυνάμει του κανόνα 22, παράγραφος 2 (που κατέστη η παράγραφος 3), του κανονισμού 2868/95, η απόδειξη της χρήσεως πρέπει να αφορά τον τόπο, τον χρόνο, την έκταση και τη φύση της χρήσεως του προγενέστερου σήματος.
99 Κατά την ερμηνεία της έννοιας της ουσιαστικής χρήσεως, είναι σκόπιμο να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι η ratio legis της απαιτήσεως να έχει γίνει ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος, προκειμένου να μπορεί αυτό να αντιταχθεί σε αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, συνίσταται στον περιορισμό των συγκρούσεων μεταξύ δύο σημάτων, εφόσον δεν υφίσταται βάσιμος οικονομικός λόγος που να απορρέει από πραγματική λειτουργία του σήματος στην αγορά [απόφαση του Tribunal της 12ης Μαρτίου 2003, T‑174/01, Goulbourn κατά ΓΕΕΑ – Redcats (Silk Cocoon), Συλλογή 2003, σ. II‑789, σκέψη 38]. Αντιθέτως, η εν λόγω διάταξη δεν αποσκοπεί στην εκτίμηση της εμπορικής επιτυχίας ούτε στον έλεγχο της οικονομικής στρατηγικής μιας επιχειρήσεως ούτε, ακόμη, στην προστασία μόνον των σημάτων που ανήκουν στις σημαντικές από απόψεως μεγέθους εμπορικές εκμεταλλεύσεις [αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2004, T‑203/02, Sunrider κατά ΓΕΕΑ – Espadafor Caba (VITAFRUIT), Συλλογή 2004, σ. II‑2811, σκέψη 38, και της 8ης Νοεμβρίου 2007, T‑169/06, Charlott κατά ΓΕΕΑ – Charlo (Charlott France Entre Luxe et Tradition), μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 33].
100 Συντρέχει ουσιαστική χρήση ενός σήματος όταν αυτό χρησιμοποιείται σύμφωνα με τη βασική του λειτουργία, που είναι η εγγύηση της ταυτότητας προελεύσεως των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίστηκε, με σκοπό την εξεύρεση ή διατήρηση δυνατοτήτων πωλήσεως των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών, αποκλείοντας τη συμβολική χρήση που αποσκοπεί στη διατήρηση των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα. (απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑234/06 P, Il Ponte Finanziaria κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2007, σ. I‑7333, σκέψη 72, βλ. επίσης, κατ’ αναλογία, απόφαση της 11ης Μαρτίου 2003, C‑40/01, Ansul, Συλλογή 2003, σ. I‑2439, σκέψη 43). Συναφώς, η προϋπόθεση περί ουσιαστικής χρήσεως του σήματος απαιτεί το σήμα αυτό, όπως προστατεύεται στην οικεία επικράτεια, να χρησιμοποιείται δημόσια και έναντι των τρίτων (αποφάσεις Silk Cocoon, σκέψη 99 ανωτέρω, σκέψη 39· VITAFRUIT, σκέψη 99 ανωτέρω, σκέψη 39· Charlott France Entre Luxe et Tradition, σκέψη 99 ανωτέρω, σκέψη 34· βλ. επίσης, κατ’ αναλογία, απόφαση Ansul, προαναφερθείσα, σκέψη 37).
101 Κατά την εκτίμηση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως του σήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των γεγονότων και περιστάσεων που μπορούν να αποδείξουν το υποστατό της εμπορικής εκμεταλλεύσεως, ιδίως η χρήση που θεωρείται δικαιολογημένη στον οικείο οικονομικό τομέα για τη διατήρηση ή δημιουργία μεριδίων αγοράς υπέρ των προϊόντων ή των υπηρεσιών που προστατεύει το σήμα, η φύση των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών, τα χαρακτηριστικά της αγοράς, η έκταση και η συχνότητα χρήσεως του σήματος (αποφάσεις VITAFRUIT, σκέψη 99 ανωτέρω, σκέψη 40· Charlott France Entre Luxe et Tradition, σκέψη 99 ανωτέρω, σκέψη 35· βλ. επίσης, κατ’ αναλογία, απόφαση Ansul, σκέψη 100 ανωτέρω, σκέψη 43).
102 Όσον αφορά την έκταση της χρήσεως του προγενέστερου σήματος, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, αφενός, η εμπορική αξία του συνόλου των δηλωτικών της χρήσεως πράξεων και, αφετέρου, η διάρκεια της περιόδου κατά την οποία οι δηλωτικές της χρήσεως πράξεις πραγματοποιήθηκαν, καθώς και η συχνότητα των πράξεων αυτών (αποφάσεις VITAFRUIT, σκέψη 99 ανωτέρω, σκέψη 41, και Charlott France Entre Luxe et Tradition, σκέψη 99 ανωτέρω, σκέψη 36).
103 Το αν μία χρήση είναι επαρκής ποσοτικώς προκειμένου να διατηρηθεί ή να δημιουργηθεί μερίδιο στην αγορά για τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες εξαρτάται από διάφορους παράγοντες και από την κατά περίπτωση εκτίμηση στην οποία πρέπει να προβαίνει κάθε φορά το εθνικό δικαστήριο. Τα χαρακτηριστικά των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, η συχνότητα ή η κανονικότητα της χρήσεως του σήματος, το γεγονός ότι το σήμα χρησιμοποιείται για τη διάθεση στο εμπόριο του συνόλου των πανομοιότυπων προϊόντων ή υπηρεσιών της δικαιούχου επιχειρήσεως ή απλώς μερικών από αυτά, ή ακόμη οι αποδείξεις που ο δικαιούχος μπορεί να προσκομίσει σχετικά με τη χρήση του σήματος συγκαταλέγονται μεταξύ των παραγόντων που μπορούν να ληφθούν υπόψη (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Μαΐου 2006, C‑416/04 P, Sunrider κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2006, σ. I‑4237, σκέψη 71).
104 Κατά την εξέταση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως ενός προγενέστερου σήματος, είναι αναγκαία μια σφαιρική αξιολόγηση που να λαμβάνει υπόψη όλους τους παράγοντες που ασκούν επιρροή στην υπό κρίση περίπτωση (αποφάσεις VITAFRUIT, σκέψη 99 ανωτέρω, σκέψη 42· Charlott France Entre Luxe et Tradition, σκέψη 99 ανωτέρω, σκέψη 37· βλ. επίσης, κατ’ αναλογία, απόφαση Ansul, σκέψη 100 ανωτέρω, σκέψη 39).
105 Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι η ουσιαστική χρήση ενός σήματος δεν αποδεικνύεται από πιθανότητες ή εικασίες, αλλά πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα και αντικειμενικά στοιχεία που να αποδεικνύουν την αποτελεσματική και επαρκή χρήση του σήματος στην οικεία αγορά [απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 2002, T‑39/01, Kabushiki Kaisha Fernandes κατά ΓΕΕΑ – Harrison (HIWATT), Συλλογή 2002, σ. II‑5233, σκέψη 47].
106 Εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών θεώρησε ότι οι αποδείξεις που προσκόμισε η Budvar ήταν σαφώς ανεπαρκείς για να αποδειχθεί η ουσιαστική χρήση του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203). Το τμήμα προσφυγών παρέπεμψε, ειδικότερα, στις διαφημίσεις που δείχνουν εικόνες του ζύθου της Budvar που έφερε το σήμα BUDWEISER, στα τιμολόγια που απεστάλησαν σε πελάτες στη Γερμανία και στην Αυστρία και στο γεγονός ότι αυτές οι διαφημίσεις και τα τιμολόγια αφορούσαν την κρίσιμη περίοδο. Περαιτέρω, το τμήμα προσφυγών θεώρησε ότι τα επίμαχα τιμολόγια ασκούσαν επιρροή, ειδικότερα με γνώμονα τη διάταξη του Δικαστηρίου της 27ης Ιανουαρίου 2004, C‑259/02, La Mer Technology (Συλλογή 2004, σ. I‑1159). Το τμήμα προσφυγών τονίζει ότι, στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι μια χρήση έστω και ελάχιστη του σήματος ή προερχόμενη από ένα και μόνο εισαγωγέα εντός του οικείου κράτους μέλους μπορεί να επαρκεί, αν η χρήση δικαιολογείται πράγματι από εμπορικής απόψεως (σκέψη 26 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
107 Επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι το τμήμα προσφυγών θεώρησε, κατ’ ουσίαν, ότι τα έγγραφα που προσκόμισε η Budvar κατά τη διοικητική διαδικασία αρκούσαν για να αποδειχθεί η φύση των προϊόντων («ζύθος»), καθώς και ο τόπος («Γερμανία» και «Αυστρία»), η διάρκεια («κρίσιμη περίοδος») και η έκταση (προσκομισθέντα τιμολόγια και σχετική παραπομπή στη διάταξη La Mer Technology, σκέψη 106 ανωτέρω) της χρήσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203).
108 Δεύτερον, δεδομένου ότι η αίτηση καταχωρίσεως του κοινοτικού σήματος δημοσιεύθηκε στις 28 Ιουνίου 1999, η κρίσιμη περίοδος εκτείνεται από τις 28 Ιουνίου 1994 μέχρι τις 27 Ιουνίου 1999. Πρέπει να υπομνησθεί, συναφώς, ότι από τις κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94 πλήττονται αποκλειστικώς τα σήματα των οποίων δεν έγινε ουσιαστική χρήση επί μία συνεχή πενταετία. Ως εκ τούτου, αρκεί να έγινε ουσιαστική χρήση του σήματος έστω και για ένα μέρος της κρίσιμης περιόδου, για να μην πληγεί το εν λόγω σήμα από τις κυρώσεις αυτές (αποφάσεις VITAFRUIT, σκέψη 99 ανωτέρω, σκέψη 45, και Charlott France Entre Luxe et Tradition, σκέψη 99 ανωτέρω, σκέψη 41).
109 Τρίτον, με επιστολή της 8ης Ιουλίου 2002, η Anheuser-Busch ζήτησε, σύμφωνα με άρθρο 43, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, να προσκομίσει η Budvar την απόδειξη της ουσιαστικής χρήσεως των σημάτων τα οποία επικαλέστηκε προς στήριξη της ανακοπής της. Με έγγραφο της 10ης Σεπτεμβρίου 2002, το ΓΕΕΑ ζήτησε από την Budvar να προσκομίσει την απόδειξη αυτή, ιδίως όσον αφορά το προγενέστερο διεθνές λεκτικό σήμα BUDWEISER (R 238 203), τούτο δε εντός προθεσμίας λήγουσας στις 11 Νοεμβρίου 2002. Η Budvar απάντησε στο αίτημα αυτό στις 8 Νοεμβρίου 2002, προσκομίζοντας τα ακόλουθα έγγραφα:
– μια διαφήμιση σε αυστριακό περιοδικό του 1995, όπως προκύπτει από την ημερομηνία που εμφαίνεται στο εξώφυλλο του εν λόγω περιοδικού· η λέξη «budweiser» εμφανίζεται επανειλημμένως, υπό διάφορες μορφές· το διαφημιζόμενο προϊόν είναι ο ζύθος·
– οκτώ διαφημιστικές καταχωρίσεις σε γερμανικά περιοδικά που κυκλοφόρησαν μεταξύ 1996 και 1998, όπως προκύπτει από τις ημερομηνίες ή από ορισμένα στοιχεία που εμφαίνονται στα εξώφυλλα των εν λόγω περιοδικών· η λέξη «budweiser» εμφανίζεται επανειλημμένως, υπό διάφορες μορφές· το διαφημιζόμενο προϊόν είναι ο ζύθος.
110 Η Anheuser-Busch δεν αμφισβητεί ότι από τα έγγραφα αυτά προκύπτουν αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά την φύση των προϊόντων (ζύθος) και τον τόπο (Γερμανία και Αυστρία), τη διάρκεια (1995 για την Αυστρία και μεταξύ 1996 και 1998 για τη Γερμανία) της χρήσεως της λέξεως «budweiser». Η Anheuser-Busch δεν αμφισβητεί ούτε ότι η χρήση της λέξεως «budweiser», υπό τις διάφορες μορφές που χρησιμοποιούνται στις διαφημίσεις που προσκόμισε η Budvar, μπορεί να αφορά το προγενέστερο διεθνές λεκτικό σήμα BUDWEISER (R 238 203).
111 Τέταρτον, με τηλεομοιοτυπία που παρελήφθη πλήρως στις 27 Φεβρουαρίου 2002 από το ΓΕΕΑ, η Budvar διαβίβασε ορισμένα έγγραφα στο ΓΕΕΑ για να αποδείξει τη χρήση των ονομασιών προελεύσεως που περιλαμβάνουν τη λέξη «budweiser» και οι οποίες διαλαμβάνονται στη σκέψη 7 ανωτέρω. Με την από 8 Νοεμβρίου 2002 επιστολή της, σε απάντηση στο αίτημα της Anheuser-Busch περί αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως των προγενέστερων σημάτων τα οποία επικαλέστηκε προς στήριξη της ανακοπής, η Budvar παρέπεμψε ρητώς στα διαβιβασθέντα έγγραφα, θεωρώντας ότι ίσχυαν, μεταξύ άλλων, για το προγενέστερο διεθνές λεκτικό σήμα BUDWEISER (R 238 203). Τα έγγραφα αυτά αποτελούνταν, όσον αφορά την Αυστρία, από επτά διαφημίσεις που δημοσιεύθηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά, μεταξύ 1995 και 1997, και από 23 τιμολόγια εκδοθέντα μεταξύ 1993 και 2000. Όσον αφορά τη Γερμανία, η Budvar προσκόμισε οκτώ διαφημίσεις που καταχωρίσθηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά, μεταξύ 1996 και 1998, και 14 τιμολόγια εκδοθέντα μεταξύ 1993 και 1997.
112 Η Anheuser-Busch δεν αμφισβητεί, ενώπιον του Πρωτοδικείου, το γεγονός ότι τα επίμαχα έγγραφα αφορούσαν τη χρήση του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203). Η Anheuser-Busch δεν θέτει εν αμφιβόλω το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά περιέχουν αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά τον τόπο, τη διάρκεια και την έκταση της χρήσεως του εν λόγω σήματος, στοιχεία τα οποία, εξάλλου, προκύπτουν σαφώς από τα εν λόγω έγγραφα.
113 Όσον αφορά το επιχείρημα της Anheuser-Busch ότι τα έγγραφα αυτά δεν έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη από το τμήμα προσφυγών, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί για τους λόγους που εκτέθηκαν στο πλαίσιο της αναλύσεως του δευτέρου λόγου.
114 Όσον αφορά, περαιτέρω, τον ισχυρισμό της Anheuser-Busch ότι το τμήμα προσφυγών έπρεπε να στηριχθεί σε άλλα στοιχεία, όπως είναι η φύση της χρήσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203) στη Γερμανία και στην Αυστρία, αρκεί να τονισθεί συναφώς ότι το τμήμα προσφυγών αναφέρθηκε στις διαφημίσεις που δείχνουν εικόνες του «ζύθου» της Budvar φέροντος το εν λόγω προγενέστερο σήμα. Συναφώς, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Anheuser-Busch, η φύση της χρήσεως του εν λόγω σήματος προκύπτει σαφώς από τις διαφημίσεις που προσκόμισε η Budvar. Ειδικότερα, οι εν λόγω διαφημίσεις αναφέρονται, στη μεγάλη πλειονότητά τους, στη λέξη «Bier». Περαιτέρω, παραπέμποντας στα τιμολόγια που απεστάλησαν σε πελάτες στη Γερμανία και στην Αυστρία, το τμήμα προσφυγών θεώρησε σιωπηρώς, αλλά οπωσδήποτε, ότι τα τιμολόγια αυτά αφορούσαν το προϊόν «ζύθος». Τελικώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι λέξεις «pivo», «Bier» ή «des Bieres» εμφαίνονται επίσης στα τιμολόγια πωλήσεως που αφορούν τη Γερμανία και την Αυστρία.
115 Με βάση το σύνολο των στοιχείων αυτών, ο τρίτος λόγος που προέβαλε η Anheuser-Busch πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
2. Επί των επικουρικών αιτημάτων
Επιχειρήματα των διαδίκων
116 Προς στήριξη των αιτημάτων της που διατύπωσε επικουρικώς, η Anheuser-Busch προβάλλει ένα μοναδικό λόγο που αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που απορρέει από το άρθρο 73 του κανονισμού 40/94.
117 Η Anheuser-Busch τονίζει ότι, στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς του του κινδύνου συγχύσεως βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, το τμήμα προσφυγών θεώρησε ότι ο «ζύθος», που καλύπτεται από το προγενέστερο διεθνές λεκτικό σήμα BUDWEISER (R 238 203), και τα «μη αλκοολούχα ποτά», που καλύπτονται από την αίτηση καταχωρίσεως του κοινοτικού σήματος, παρουσίαζαν «πρόδηλες ομοιότητες».
118 Η απόφανση αυτή δεν συνιστά, αυτή καθαυτή, αιτιολογία κατά την έννοια του άρθρου 73 του κανονισμού 40/94.
119 Δεν είναι προφανές, εντέλει, ότι τα μη αλκοολούχα ποτά και ο ζύθος είναι παρόμοια. Η Anheuser-Busch παραπέμπει, συναφώς, στην απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Φεβρουαρίου 2005, T‑296/02, Lidl Stiftung κατά ΓΕΕΑ – REWE-Zentral (LINDENHOF) (Συλλογή 2005, σ. II‑563), με την οποία κρίθηκε ότι τα αλκοολούχα ποτά, αυτά καθαυτά, διαχωρίζονταν σαφώς από τα μη αλκοολούχα και ο μέσος καταναλωτής, που θεωρείται ότι έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, είναι συνηθισμένος και προσέχει αυτόν τον διαχωρισμό μεταξύ αλκοολούχων και μη αλκοολούχων ποτών που είναι εξάλλου αναγκαίος, δεδομένου ότι ορισμένοι καταναλωτές δεν θέλουν ή μάλιστα δεν μπορούν να καταναλώσουν οινόπνευμα (σκέψη 54 της αποφάσεως).
120 Το ΓΕΕΑ αναγνωρίζει ότι το τμήμα προσφυγών δεν έδωσε λεπτομερή εξήγηση των κριτηρίων που χρησιμοποίησε για να θεωρήσει ότι τα επίμαχα προϊόντα ήσαν παρόμοια. Ωστόσο, παραπέμποντας στην απόφαση LA BARONNIE, σκέψη 26 ανωτέρω (σκέψη 69 και παρατιθέμενη νομολογία), το ΓΕΕΑ φρονεί ότι ο προσφεύγων δεν έχει έννομο συμφέρον να επιτύχει την ακύρωση μιας αποφάσεως λόγω πλημμέλειας της διαδικασίας, αν η ακύρωση αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει παρά στην έκδοση πανομοιότυπης κατ’ ουσίαν αποφάσεως. Αυτό ισχύει εν προκειμένω.
121 Το ΓΕΕΑ τονίζει ειδικότερα ότι η Anheuser-Busch τροποποιεί τα πραγματικά περιστατικά όταν αναφέρει ότι η καταχώριση του κοινοτικού σήματος ζητήθηκε για τα «μη αλκοολούχα ποτά». Συγκεκριμένα, το κοινοτικό σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση καλύπτει τα «αλκοολούχα και μη αλκοολούχα ποτά από βύνη». Η Anheuser-Busch ζήτησε συνεπώς την καταχώριση του κοινοτικού σήματος για τα μη αλκοολούχα ποτά από «βύνη».
122 Στη βάση αυτή, το ΓΕΕΑ φρονεί ότι τα μη αλκοολούχα ποτά από βύνη παραπέμπουν στον μη αλκοολούχο ζύθο, έστω και αν είναι δυνατόν να καλύπτουν και άλλα προϊόντα. Δεν εναπέκειτο στο τμήμα προσφυγών να διαιρέσει τα μη αλκοολούχα ποτά από βύνη σε διάφορες υποκατηγορίες.
123 Είναι προφανές ότι οι ζύθοι και τα μη αλκοολούχα ποτά από βύνη (που περιλαμβάνουν τους μη αλκοολούχους ζύθους) παρουσιάζουν υψηλό βαθμό ομοιότητας, στο μέτρο που είναι της ιδίας φύσεως (ποτά), υπηρετούν τον ίδιο σκοπό (εξάλειψη της δίψας), έχουν τους ίδιους διαύλους διανομής (υπεραγορές, ποτοπωλεία και εστιατόρια) και τελούν, σε ορισμένο βαθμό, σε ανταγωνισμό. Είναι, εξάλλου, σύνηθες οι ίδιοι επιχειρηματίες στην αγορά του ζύθου να ασχολούνται με την παραγωγή ζύθου τόσο αλκοολούχου όσο και μη αλκοολούχου.
124 Η Budvar υποστηρίζει ότι ο κίνδυνος συγχύσεως είναι εν προκειμένω αναπόφευκτος.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
125 Δυνάμει του άρθρου 73, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 40/94, οι αποφάσεις του ΓΕΕΑ πρέπει να αιτιολογούνται. Η υποχρέωση αυτή έχει το ίδιο περιεχόμενο με την απορρέουσα από το άρθρο 253 ΕΚ [αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 28ης Απριλίου 2004, T‑124/02 και T‑156/02, Sunrider κατά ΓΕΕΑ – Vitakraft-Werke Wührmann και Friesland Brands (VITATASTE και METABALANCE 44), Συλλογή 2004, σ. II‑1149, σκέψη 72, και της 21ης Φεβρουαρίου 2006, T‑214/04, Royal County of Berkshire Polo Club κατά ΓΕΕΑ – Polo/Lauren (ROYAL COUNTY OF BERKSHIRE POLO CLUB), Συλλογή 2006, σ. II‑239, σκέψη 16].
126 Κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση αιτιολογήσεως των ατομικών αποφάσεων έχει διττό σκοπό, δηλαδή να παρέχεται, αφενός, στους ενδιαφερομένους η δυνατότητα να γνωρίζουν τη δικαιολόγηση του ληφθέντος μέτρου ώστε να προασπίζουν τα δικαιώματά τους και, αφετέρου, στον κοινοτικό δικαστή να ασκεί τον έλεγχο της νομιμότητας της αποφάσεως (βλ. απόφαση VITATASTE και METABALANCE 44, σκέψη 125 ανωτέρω, σκέψη 73 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις αυτές πρέπει να εκτιμάται σε σχέση όχι μόνο με το γράμμα της, αλλά και με το γενικό πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και με το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα (απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C‑122/94, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. I‑881, σκέψη 29· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 6ης Απριλίου 2000, T‑188/98, Kuijer κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. II‑1959, σκέψη 36, και ROYAL COUNTY OF BERKSHIRE POLO CLUB, σκέψη 125 ανωτέρω, σκέψη 17).
127 Ειδικότερα, οσάκις το ΓΕΕΑ απορρίπτει την αίτηση καταχώρισης ενός σημείου ως κοινοτικού σήματος, πρέπει, για να δικαιολογήσει την απόφασή του, να παραθέτει τον λόγο απόρριψης της αίτησης, απόλυτο ή σχετικό, ο οποίος απαγορεύει την καταχώριση αυτή, καθώς και τη διάταξη από την οποία αντλείται ο λόγος αυτός και να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που θεώρησε ότι αποδείχθηκαν και που, κατά το ΓΕΕΑ, δικαιολογούν την εφαρμογή της διάταξης της οποίας έγινε επίκληση [απόφαση του Tribunal της 9ης Ιουλίου 2008, T‑304/06, Reber κατά ΓΕΕΑ – Chocoladefabriken Lindt & Sprüngli (Mozart), που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 46].
128 Εντούτοις, δεν μπορεί να απαιτείται από το τμήμα προσφυγών να παραθέτει αιτιολογία που να ακολουθεί σε όλη τους την έκταση και έναν προς έναν όλους τους συλλογισμούς που διατύπωσαν ενώπιόν του οι διάδικοι. Κατά συνέπεια, η αιτιολογία μπορεί να είναι έμμεση, υπό την προϋπόθεση ότι δίνει στους μεν ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να γνωρίσουν τους λόγους για τους οποίους εκδόθηκε η απόφαση του τμήματος προσφυγών, στο δε αρμόδιο δικαστήριο επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον έλεγχό του (απόφαση Mozart, σκέψη 127 ανωτέρω, σκέψη 55).
129 Η βασιμότητα του υπό κρίση λόγου πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των παρατηρήσεων αυτών.
130 Εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών αναφέρει, στη σκέψη 27 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα ακόλουθα:
«Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση είναι πανομοιότυπο με το σήμα που προστατεύεται από τη διεθνή καταχώριση αριθ. 238 203 για “ζύθο κάθε είδους” που υπάγεται στην κλάση 32. Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτή η ανακοπή, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του [κανονισμού 40/94], για τα προϊόντα υπό τον τίτλο “ζύθος, ζύθος αφροζύμης, μαύρος ζύθος και αλκοολούχα ποτά από βύνη”, καθόσον πρόκειται για σήματα και προϊόντα πανομοιότυπα. Όσον αφορά τα λοιπά προϊόντα (“μη αλκοολούχα ποτά”), η ανακοπή πρέπει να γίνει δεκτή βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του [κανονισμού 40/94]. Λαμβανομένου υπόψη του ότι τα σήματα είναι πανομοιότυπα και ότι τα προϊόντα παρουσιάζουν πρόδηλες ομοιότητες, υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως στο οικείο έδαφος· οι καταναλωτές στην Αυστρία και στη Γερμανία θα υπέθεταν αναπόφευκτα ότι τα μη αλκοολούχα ποτά που πωλούνται υπό το σήμα BUDWEISER προέρχονται από την ίδια πηγή με τον ζύθο που πωλείται υπό το σήμα BUDWEISER.»
131 Η Anheuser-Busch αμφισβητεί ειδικώς τη διαπίστωση του τμήματος προσφυγών ότι υπάρχουν «πρόδηλες ομοιότητες» μεταξύ των «λοιπών προϊόντων» που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως σήματος, δηλαδή των προϊόντων που δεν είναι «ζύθος, ζύθος αφροζύμης, μαύρος ζύθος και αλκοολούχα ποτά από βύνη». Το τμήμα προσφυγών ανέφερε, συναφώς, ότι τα «λοιπά προϊόντα» αποτελούνταν από τα «μη αλκοολούχα ποτά».
132 Πρέπει καταρχάς να θεωρηθεί ότι, με την έκφραση «μη αλκοολούχα ποτά», το τμήμα προσφυγών εννοεί, στην πραγματικότητα, τα «μη αλκοολούχα ποτά από βύνη». Συγκεκριμένα, η καταχώριση του επίμαχου κοινοτικού σήματος ζητήθηκε για τα προϊόντα «ζύθος, ζύθος αφροζύμης, μαύρος ζύθος και αλκοολούχα και μη αλκοολούχα ποτά από βύνη». Από την περιγραφή αυτή προκύπτει σαφώς ότι ο επιθετικός προσδιορισμός «μη αλκοολούχα» εφαρμόζεται στα ποτά «από βύνη». Η καταχώριση αυτή ζητήθηκε συνεπώς, μεταξύ άλλων, για τα «μη αλκοολούχα ποτά από βύνη». Το σημείο αυτό δεν αμφισβητείται, εξάλλου, από τους διαδίκους. Επομένως, μετά την αναφορά στα προϊόντα «ζύθος, ζύθος αφροζύμης, μαύρος ζύθος και αλκοολούχα ποτά από βύνη» στη δεύτερη περίοδο της προαναφερθείσας σκέψεως 27, η έκφραση «λοιπά προϊόντα», που χρησιμοποίησε το τμήμα προσφυγών, δεν μπορεί παρά να καλύπτει τα «μη αλκοολούχα ποτά από βύνη».
133 Δεν αμφισβητείται όμως ότι ο «ζύθος κάθε είδους», τον οποίο καλύπτει το προγενέστερο σήμα, περιλαμβάνει τον μη αλκοολούχο ζύθο, που αποτελεί, εξ ορισμού, μη αλκοολούχο ποτό από βύνη. Πρέπει, συναφώς, να τονισθεί ότι, στο αιτιολογικό στο οποίο στηρίζεται η ανακοπή της 28ης Σεπτεμβρίου 1999, η Budvar ανέφερε ρητώς ότι τα «μη αλκοολούχα ποτά από βύνη» και ο «ζύθος κάθε είδους» ήσαν παρόμοια, μεταξύ άλλων, καθόσον τα προϊόντα αυτά συνιστούν, στην πραγματικότητα, ποτά «από βύνη». Τα στοιχεία αυτά ήσαν απολύτως γνωστά στον αιτούντα την καταχώριση του σήματος, ο οποίος είναι, επιπλέον, διάσημος επαγγελματίας του οικείου τομέα. Η Anheuser-Busch δεν διατύπωσε εξάλλου παρατηρήσεις, συναφώς, ενώπιον του τμήματος προσφυγών, μολονότι το τμήμα ανακοπών είχε επίσης θεωρήσει, σε σχέση βεβαίως με άλλο προγενέστερο σήμα αλλά επίσης για ζύθο, ότι τα εν λόγω προϊόντα ήσαν «πανομοιότυπα ή παρόμοια σε μεγάλο βαθμό». Υπό τις συνθήκες αυτές, η Anheuser-Busch ήταν σε θέση να κατανοήσει τους λόγους που οδήγησαν το τμήμα προσφυγών στο να θεωρήσει ότι τα επίμαχα προϊόντα παρουσίαζαν «πρόδηλες ομοιότητες».
134 Περαιτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, μολονότι η Budvar, με τα δικόγραφά της ενώπιον του ΓΕΕΑ και όσον αφορά ειδικώς το προγενέστερο διεθνές λεκτικό σήμα BUDWEISER (R 238 203), αναφέρθηκε στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94 προς στήριξη της ανακοπής της, στο έντυπο της ανακοπής, που κάλυπτε το σύνολο των προγενέστερων δικαιωμάτων των οποίων έγινε επίκληση, δεν αναφέρθηκε μόνο στο πανομοιότυπο των σημάτων και των προϊόντων (τετραγωνίδιο 93 του εντύπου της ανακοπής), αλλά και στην ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως (τετραγωνίδιο 94 του εντύπου της ανακοπής). Επιπλέον, στο αιτιολογικό στο οποίο στηρίζεται η ανακοπή της, η Budvar αναφέρθηκε ρητώς, όσον αφορά το προγενέστερο διεθνές λεκτικό σήμα BUDWEISER (R 238 203), στην ομοιότητα των επίμαχων προϊόντων. Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 42, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ως σχετικό λόγο ανακοπής, την περίπτωση του άρθρου 8, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, χωρίς να κάνει διάκριση μεταξύ των στοιχείων α΄ και β΄ της εν λόγω παραγράφου. Ομοίως, ο κανόνας 15 του κανονισμού 2868/95, ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, αφορούσε την περίπτωση ανακοπής στηριζομένης στην ύπαρξη προγενέστερου σήματος, χωρίς να διακρίνει μεταξύ του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, και του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94. Η διάταξη αυτή επίσης δεν προέβλεπε ότι, όταν η ανακοπή στηριζόταν επιπλέον στην ύπαρξη προγενέστερου σήματος, η ακριβής περιγραφή των λόγων στους οποίους στηριζόταν η ανακοπή ίσχυε για κάθε σήμα. Υπό τις συνθήκες αυτές, το τμήμα προσφυγών μπορούσε θεμιτώς να στηρίξει την απόφασή του, όσον αφορά το προγενέστερο διεθνές λεκτικό σήμα BUDWEISER (R 238 203), στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, πράγμα το οποίο η Anheuser-Busch δεν αμφισβητεί, εξάλλου, ενώπιον του Πρωτοδικείου.
135 Με βάση τα στοιχεία αυτά, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου της προσβαλλομένης αποφάσεως και των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η αιτιολογία του τμήματος προσφυγών εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 73, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 40/94.
136 Επομένως, ο μοναδικός λόγος που προέβαλε η Anheuser-Busch προς στήριξη των επικουρικώς υποβληθέντων αιτημάτων της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
137 Συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
138 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
139 Δεδομένου ότι η Anheuser-Busch ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του ΓΕΕΑ και της Budvar.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Η Anheuser-Busch, Inc., φέρει, πλέον των δικών της εξόδων, τα έξοδα του ΓΕΕΑ και της Budějovický Budvar, národní podnik.
Tiili
Dehousse
Wiszniewska-Białecka
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Μαρτίου 2009.
Πίνακας περιεχομένων
Ιστορικό της διαφοράς
Αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
1. Επί των κυρίων αιτημάτων
Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί του δευτέρου λόγου, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 74, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
– Επί του πιστοποιητικού ανανεώσεως του προγενέστερου διεθνούς λεκτικού σήματος BUDWEISER (R 238 203)
– Επί των εγγράφων που προσκόμισε Budvar προς στήριξη της ανακοπής της και τα οποία παρελήφθησαν πλήρως από το ΓΕΕΑ στις 27 Φεβρουαρίου 2002
Επί του τρίτου λόγου, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
2. Επί των επικουρικών αιτημάτων
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί των δικαστικών εξόδων
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy