ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (αναιρετικό τμήμα)
της 8ης Σεπτεμβρίου 2008
Υπόθεση T-222/07 P
Petrus Kerstens
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Έκθεση εξελίξεως σταδιοδρομίας – Προθεσμία υποβολής διοικητικής ενστάσεως – Εκπρόθεσμη υποβολή – Αβάσιμη αίτηση αναιρέσεως»
Αντικείμενο: Αίτηση αναιρέσεως της διατάξεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δεύτερο τμήμα), της 25ης Απριλίου 2007, F-59/06, Kerstens κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), με αίτημα την αναίρεση της διατάξεως αυτής.
Απόφαση: Η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται. Ο P. Kerstens καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
Περίληψη
1. Αναίρεση – Αντικείμενο – Αίτημα να αναπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον άλλου τμήματος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης – Απαράδεκτο
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 139 § 1)
2. Διαδικασία – Απόφαση ληφθείσα με τη μορφή αιτιολογημένης διατάξεως – Προϋποθέσεις – Προσφυγή προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως παντελώς στερούμενη νομικής βάσεως
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 111· απόφαση 2004/752 του Συμβουλίου, άρθρο 3 § 4)
3. Διαδικασία – Απόφαση με τη μορφή αιτιολογημένης διατάξεως – Προϋποθέσεις – Αγόρευση του γενικού εισαγγελέα
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 111· απόφαση 2004/752 του Συμβουλίου, άρθρο 3 § 4)
4. Διαδικασία – Απόφαση με τη μορφή αιτιολογημένης διατάξεως – Προϋποθέσεις – Προσφυγή προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως παντελώς στερούμενη νομικής βάσεως
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 111· Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90 § 2)
5. Διαδικασία – Μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας – Πρόσκληση προς τον αρχικώς προσφεύγοντα να λάβει εγγράφως θέση ως προς το παραδεκτό της προσφυγής, με γνώμονα τα έγγραφα που προσκόμισε η καθής αμφισβητώντας τα αιτήματα του προσφεύγοντος – Τήρηση της αρχής της κατ’ αντιμωλία συζητήσεως
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρα 44, 46 και 64 § 3)
1. Το αίτημα να αναπέμψει το Πρωτοδικείο την υπόθεση ενώπιον άλλου τμήματος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης δεν αντιστοιχεί σε καμία από τις κατηγορίες αιτημάτων που προβλέπει περιοριστικά το άρθρο 139, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και, ως εκ τούτου, πρέπει να κριθεί απαράδεκτο.
(βλ. σκέψη 24)
2. Μέχρι να τεθεί σε ισχύ ο δικός του κανονισμός διαδικασίας, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης μπορεί, βάσει του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, να αποφασίζει να αποφαίνεται επί του προδήλως απαραδέκτου προσφυγής χωρίς να κινεί την προφορική διαδικασία, εφόσον κρίνει ότι έχει διαφωτισθεί επαρκώς από τη δικογραφία, τούτο δε χωρίς να απαιτείται κατ’ ανάγκη η σύμφωνη γνώμη των διαδίκων, ακόμη κι αν έχει προηγηθεί εκατέρωθεν ανταλλαγή γραπτών υπομνημάτων.
(βλ. σκέψεις 32, 34 και 35)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 29 Οκτωβρίου 2004, C‑360/02 P, Ripa di Meana κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2004, σ. I‑10339, σκέψη 35
3. Καθόσον η τηρουμένων των αναλογιών εφαρμογή του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου στην ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης διαδικασία, μέχρι να τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός διαδικασίας του δευτέρου, συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η εσωτερική οργάνωση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, βάσει της διατάξεως αυτής ουδόλως δύναται να επιβληθεί παρέμβαση γενικού εισαγγελέα, και κατά μείζονα λόγο αμερόληπτου και ανεξάρτητου τρίτου, στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης. Συγκεκριμένα, ούτε η Συνθήκη ΕΚ ούτε η απόφαση 2004/752, ούτε τέλος ο Οργανισμός του Δικαστηρίου προβλέπει ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επικουρείται από γενικούς εισαγγελείς. Επιπλέον, δεν προβλέπεται ότι, σε ορισμένες υποθέσεις, μπορεί να ορισθεί μέλος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης από το δικαστήριο αυτό προκειμένου να ασκήσει καθήκοντα γενικού εισαγγελέα.
(βλ. σκέψεις 49 και 50)
4. Μολονότι ο καθορισμός του ακριβούς χρόνου κατά τον οποίο ο προσφεύγων έλαβε γνώση της βλαπτικής πράξεως μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αμφισβητήσεων μεταξύ των διαδίκων και να απαιτήσει την εκ μέρους του κοινοτικού δικαστηρίου εκτίμηση διαφόρων αποδεικτικών στοιχείων ή ακόμη και τη λήψη μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, εντούτοις, από τη στιγμή που το κοινοτικό δικαστήριο καθόρισε επακριβώς τη dies a quo για την υποβολή της διοικητικής ενστάσεως, η υπέρβαση της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΚΥΚ) έχει ως αναπόδραστη συνέπεια ότι η προσφυγή θα είναι προδήλως απαράδεκτη, γεγονός που μπορεί να εκτιμηθεί και με αιτιολογημένη διάταξη, όπως προβλέπει το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Συγκεκριμένα, το προδήλως απαράδεκτο της προσφυγής σχετίζεται με αυτή καθαυτή την υπέρβαση της προθεσμίας για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως και όχι με ενδεχόμενη δυσχέρεια καθορισμού της dies a quo ή του ακριβούς αριθμού των ημερών υπερβάσεως της εν λόγω τρίμηνης προθεσμίας.
(βλ. σκέψεις 48 και 58)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 19 Ιανουαρίου 2006, C‑547/03 P, AIT κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑845, σκέψη 30
5. Στους διαδίκους απόκειται καταρχήν να προσκομίσουν τα αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη των ισχυρισμών τους. Τα στοιχεία αυτά πρέπει πάντως να αποτελέσουν αντικείμενο κατ’ αντιμωλία συζητήσεως. Το γεγονός ότι, στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης κάλεσε τον προσφεύγοντα να λάβει εγγράφως θέση ως προς το παραδεκτό της προσφυγής με γνώμονα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η καθής με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, καταδεικνύει την τήρηση της αρχής της κατ’ αντιμωλία συζητήσεως, ο δε χαρακτηρισμός του συνημμένου στο υπόμνημα ανταπαντήσεως ως αποδεικτικού στοιχείου δεν συνεπάγεται καμία κρίση επί της αποδεικτικής αξίας του.
(βλ. σκέψεις 73 έως 75)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 4 Οκτωβρίου 2007, C‑100/07 P, É.R. κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 27
Full & Egal Universal Law Academy