Υπόθεση T-235/07
Bavaria NV
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Ολλανδική αγορά μπίρας – Απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ – Απόδειξη της παραβάσεως – Πρόσβαση στον φάκελο – Πρόστιμα – Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως – Εύλογη προθεσμία»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων – Έννοια – Σύγκλιση βουλήσεων ως προς τη συμπεριφορά που πρέπει να υιοθετηθεί στην αγορά
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
2. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Εναρμονισμένη πρακτική – Έννοια – Επαφές ασυμβίβαστες με την υποχρέωση κάθε επιχειρήσεως να καθορίζει αυτοτελώς τη συμπεριφορά της στην αγορά –Ανταλλαγή πληροφοριών – Τεκμήριο – Προϋποθέσεις
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
3. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Απόφαση της Επιτροπής διαπιστώνουσα παράβαση – Τρόπος αποδείξεως – Χρησιμοποίηση δέσμης ενδείξεων
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
4. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Απόφαση της Επιτροπής διαπιστώνουσα παράβαση – Τρόπος αποδείξεως – Έγγραφη απόδειξη
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
5. Κοινοτικό δίκαιο – Αρχές – Θεμελιώδη δικαιώματα – Τεκμήριο αθωότητας – Διαδικασία στον τομέα του ανταγωνισμού – Εφαρμόζεται
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
6. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Απόφαση της Επιτροπής διαπιστώνουσα παράβαση – Χρησιμοποίηση ως αποδεικτικών μέσων δηλώσεων που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της ανακοινώσεως περί της συνεργασίας από άλλες επιχειρήσεις που μετέσχον στην παράβαση – Επιτρέπεται – Προϋποθέσεις
(Άρθρα 81 EΚ και 82 EΚ)
7. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων – Η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως της παραβάσεως – Όρια
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
8. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Εναρμονισμένη πρακτική – Νόθευση του ανταγωνισμού – Κριτήρια εκτιμήσεως – Αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αντικείμενο – Επαρκής διαπίστωση
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
9. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Απόφαση της Επιτροπής διαπιστώνουσα παράβαση – Η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως τόσο της παραβάσεως όσο και της διάρκειάς της – Αποδεικτική ισχύς εκούσιων ενοχοποιητικών καταθέσεων κατά επιχειρήσεως εκ μέρους των κυρίων συμμετεχόντων σε σύμπραξη για να τύχουν εφαρμογής της ανακοινώσεως περί επιεικείας
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ· ανακοίνωση 96/C 207/04 της Επιτροπής)
10. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Σύνθετη παράβαση με στοιχεία τόσο συμφωνίας όσο και εναρμονισμένης πρακτικής – Ενιαίος χαρακτηρισμός της ως «συμφωνίας και/ή εναρμονισμένης πρακτικής» – Επιτρέπεται
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
11. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Απόφαση της Επιτροπής διαπιστώνουσα παράβαση επιχειρήσεως, εκδοθείσα κατόπιν άλλης αποφάσεως της Επιτροπής στην οποία η εν λόγω επιχείρηση αναφέρεται μόνο στο πλαίσιο της εκθέσεως των πραγματικών περιστατικών, χωρίς όμως να είναι αποδέκτης της αποφάσεως και χωρίς να της επιβάλλονται κυρώσεις – Παραβίαση της αρχής ne bis in idem – Δεν υφίσταται
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
12. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Απόφαση της Επιτροπής διαπιστώνουσα παράβαση – Η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως τόσο της παραβάσεως όσο και της διάρκειάς της – Περιεχόμενο του βάρους αποδείξεως
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
13. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Απόδειξη – Απάντηση επιχειρήσεως σε αίτημα της Επιτροπής για παροχή πληροφοριών – Αποδεικτική ισχύς – Εκτίμηση
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 17, άρθρο 3 § 1, και 1/2003, άρθρο 18)
14. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Απόφαση της Επιτροπής διαπιστώνουσα παράβαση – Υποχρέωση της Επιτροπής να εξετάσει, με επιμέλεια και αμεροληψία, όλα τα κρίσιμα για την προκειμένη υπόθεση στοιχεία
15. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Πρόωρη εκδήλωση εκ μέρους της Επιτροπής της πεποιθήσεώς της περί της υπάρξεως της παραβάσεως
16. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας – Πρόσβαση στον φάκελο – Περιεχόμενο – Άρνηση κοινοποιήσεως εγγράφου – Συνέπειες – Απαιτείται να γίνει διάκριση μεταξύ ενοχοποιητικών και απαλλακτικών εγγράφων στο πλαίσιο του βάρους αποδείξεως το οποίο φέρει η ενδιαφερόμενη επιχείρηση
(Κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 27 § 2)
17. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Πρόσβαση στον φάκελο – Έγγραφα τα οποία δεν περιλαμβάνονται στον φάκελο έρευνας της υποθέσεως και δεν έγιναν δεκτά από την Επιτροπή ως ενοχοποιητικά έγγραφα – Έγγραφα δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν για την άμυνα των διαδίκων
(Άρθρα 81 § 1 ΕΚ και 82 ΕΚ· Συμφωνία ΕΟΧ, άρθρα 53, 54 και 57· κανονισμός 139/2004 του Συμβουλίου· ανακοίνωση 2005/C 325/07 της Επιτροπής, σημείο 27)
18. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής – Όρια – Τήρηση των κατευθυντηρίων γραμμών της Επιτροπής – Δικαστικός έλεγχος
(Άρθρο 81 ΕΚ· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής)
19. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Σοβαρότητα της παραβάσεως – Συνεκτίμηση του πραγματικού αντίκτυπου στην αγορά – Περιεχόμενο
(Κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής, σημείο 1 A)
20. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Σοβαρότητα της παραβάσεως – Εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 17 και 1/2003· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής)
21. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κατάταξη των εμπλεκομένων επιχειρήσεων σε διάφορες κατηγορίες – Προϋποθέσεις
(Ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής, σημείο 1 A, εδ. 6 και 7)
22. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κατάταξη των εμπλεκομένων επιχειρήσεων σε διάφορες κατηγορίες – Κύκλος εργασιών που λαμβάνεται υπόψη
(Ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής, σημείο 1 A, εδ. 6 και 7)
23. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Υποχρεώσεις της Επιτροπής – Τήρηση εύλογης προθεσμίας – Κριτήρια εκτιμήσεως – Παράβαση – Συνέπειες
(Κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου)
24. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Δυνατότητα αυξήσεως του ποσού του προστίμου προς ενίσχυση του αποτρεπτικού του αποτελέσματος
(Άρθρο 81 ΕΚ)
25. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Υποχρεώσεις της Επιτροπής – Τήρηση εύλογης προθεσμίας – Παράβαση – Συνέπειες – Μείωση του ποσού του προστίμου με δίκαιο τρόπο
(Άρθρο 81 ΕΚ)
1. Για να υπάρχει συμφωνία κατά την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, αρκεί οι εν λόγω επιχειρήσεις να έχουν εκφράσει την κοινή βούλησή τους να συμπεριφερθούν στην αγορά κατά καθορισμένο τρόπο. Μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάπτεται συμφωνία, κατά την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, όταν υπάρχει σύγκλιση των βουλήσεων επί της αρχής του περιορισμού του ανταγωνισμού, μολονότι τα συγκεκριμένα στοιχεία του σχεδιαζόμενου περιορισμού αποτελούν ακόμα το αντικείμενο διαπραγματεύσεων. Η ύπαρξη συμφωνίας κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ δεν διακυβεύεται ούτε από την πιθανότητα ότι η σύγκλιση βουλήσεως των ζυθοποιών δεν αφορούσε συγκεκριμένες λεπτομέρειες εφαρμογής της αυξήσεως τιμών ούτε από το γεγονός ότι η εν λόγω σύγκλιση βουλήσεως, στην πραγματικότητα, ουδέποτε επιτεύχθηκε στην αγορά.
(βλ. σκέψεις 34-35, 175)
2. Η έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής αφορά μορφή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων που, χωρίς να φθάνει μέχρι την κατά κυριολεξία σύναψη συμβάσεως, αντικαθιστά ηθελημένα τους κινδύνους που ενέχει ο ανταγωνισμός με την έμπρακτη συνεργασία των επιχειρήσεων αυτών. Συναφώς, το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ απαγορεύει κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ επιχειρηματιών που μπορεί είτε να επηρεάσει τη συμπεριφορά εντός της αγοράς υφιστάμενου ή εν δυνάμει ανταγωνιστή είτε να αποκαλύψει σε έναν ανταγωνιστή τη συμπεριφορά που ο επιχειρηματίας έχει αποφασίσει ή σκέπτεται να ακολουθήσει στην αγορά, όταν οι επαφές αυτές έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού.
Πρέπει να τεκμαίρεται, πλην αποδείξεως του εναντίου η οποία βαρύνει τους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες, ότι οι επιχειρήσεις που έχουν μετάσχει στη συνεννόηση και εξακολουθούν να δρουν στην αγορά λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες που αντήλλαξαν με τους ανταγωνιστές τους για να καθορίσουν τη συμπεριφορά τους στην αγορά. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν η συνεννόηση γίνεται σε τακτά διαστήματα και επί μακρά χρονική περίοδο.
(βλ. σκέψεις 36-37, 178)
3. Όσον αφορά τη διεξαγωγή των αποδείξεων περί παραβάσεως του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, η Επιτροπή οφείλει να αποδείξει τις παραβάσεις που διαπιστώνει και να συλλέξει τα στοιχεία που αποδεικνύουν επαρκώς κατά νόμο την ύπαρξη των περιστατικών που στοιχειοθετούν παράβαση. Είναι συνεπώς αναγκαίο να προβάλει η Επιτροπή συγκεκριμένα και συγκλίνοντα στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη της παραβάσεως.
Ωστόσο, κάθε απόδειξη που προσκομίζει η Επιτροπή δεν χρειάζεται να ανταποκρίνεται αναγκαστικά στα κριτήρια αυτά σε σχέση προς κάθε στοιχείο της παραβάσεως. Αρκεί η δέσμη των ενδείξεων που επικαλείται το εν λόγω όργανο, συνολικώς εκτιμώμενη, να ανταποκρίνεται στην απαίτηση αυτή.
Δεδομένου ότι είναι γνωστή η απαγόρευση των συμφωνιών που θίγουν τον ανταγωνισμό, δεν μπορεί να απαιτηθεί από την Επιτροπή να προσκομίσει αποδείξεις που πιστοποιούν ρητά τις συνεννοήσεις μεταξύ των συγκεκριμένων επιχειρηματιών. Τα αποσπασματικά και διάσπαρτα στοιχεία που διαθέτει ενδεχομένως η Επιτροπή μπορούν σε κάθε περίπτωση να συμπληρωθούν με τη συναγωγή συμπερασμάτων που καθιστούν δυνατή τη διαπίστωση των κρίσιμων περιστατικών. Η ύπαρξη θίγουσας τον ανταγωνισμό πρακτικής ή συμφωνίας πρέπει να συνάγεται από ορισμένο αριθμό συμπτώσεων και ενδείξεων οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες, μπορούν να αποτελέσουν, ελλείψει άλλης εύλογης εξηγήσεως, απόδειξη περί παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού.
(βλ. σκέψεις 38-41)
4. Όταν η Επιτροπή επικαλέστηκε έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη της διαπιστώσεως περί υπάρξεως συμφωνίας θίγουσας τον ανταγωνισμό, απόκειται στους διαδίκους, οι οποίοι αμφισβητούν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου τη διαπίστωση αυτή, όχι απλώς να εκθέσουν μια εύλογη εξήγηση εναλλακτική της απόψεως της Επιτροπής, αλλά να υποστηρίξουν ότι οι αποδείξεις που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη της υπάρξεως της παραβάσεως είναι ανεπαρκείς.
(βλ. σκέψη 42)
5. Όσον αφορά την έκταση του δικαστικού ελέγχου, το Γενικό Δικαστήριο, όταν επιλαμβάνεται προσφυγής ακυρώσεως αποφάσεως εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, πρέπει να ασκεί, κατά γενικό κανόνα, πλήρη έλεγχο περί του αν πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ.
Η ύπαρξη αμφιβολίας του δικαστή είναι υπέρ της επιχειρήσεως στην οποία απευθύνεται η απόφαση που διαπιστώνει παράβαση, σύμφωνα με την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, η οποία, ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, εφαρμόζεται και επί των διαδικασιών που αφορούν παραβάσεις των ισχυόντων για τις επιχειρήσεις κανόνων ανταγωνισμού που μπορούν να οδηγήσουν στην επιβολή προστίμων ή χρηματικών ποινών.
(βλ. σκέψεις 43-44)
6. Καμία διάταξη ή γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης δεν απαγορεύει στην Επιτροπή να επικαλείται σε βάρος μιας επιχειρήσεως δηλώσεις άλλων κατηγορουμένων επιχειρήσεων. Εάν δεν ίσχυε αυτό, το βάρος της αποδείξεως των συμπεριφορών που αντιβαίνουν στα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, το οποίο βαρύνει την Επιτροπή, θα ήταν δυσβάστακτο και ασυμβίβαστο προς την αποστολή της επιβλέψεως της καλής εφαρμογής των διατάξεων αυτών, η οποία της έχει ανατεθεί από τη Συνθήκη ΕΚ.
Ασφαλώς, η δήλωση μιας επιχειρήσεως κατηγορουμένης ότι μετέσχε σε σύμπραξη, της οποίας η ακρίβεια αμφισβητείται από διάφορες άλλες κατηγορούμενες επιχειρήσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνιστώσα επαρκή απόδειξη της υπάρξεως παραβάσεως διαπραχθείσας από τις επιχειρήσεις αυτές αν δεν τεκμηριώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, τέτοιου είδους δήλωση δεν αρκεί, αυτή και μόνη, για να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη της παραβάσεως, αλλά πρέπει να τεκμηριωθεί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Ωστόσο, πρέπει να θεωρηθεί ότι ο βαθμός τεκμηριώσεως που απαιτείται είναι μικρότερος, τόσο από πλευράς ακρίβειας όσο και από πλευράς εντάσεως, σε περίπτωση πολύ αξιόπιστης δηλώσεως, σε σχέση με μη ιδιαίτερα αξιόπιστη δήλωση.
Έτσι, αν κριθεί ότι, βάσει ενός συνόλου συγκλινουσών ενδείξεων, αποδεικνύεται η ύπαρξη και ορισμένες ιδιαίτερες πτυχές των πρακτικών για τις οποίες γίνεται λόγος στην εν λόγω δήλωση, η εν λόγω δήλωση θα μπορούσε να αρκέσει, αυτή και μόνη, στην περίπτωση αυτή, προς πιστοποίηση άλλων πτυχών της αποφάσεως της Επιτροπής.
Εξάλλου, εφόσον ένα έγγραφο δεν αντιφάσκει προδήλως προς τη δήλωση σχετικά με την ύπαρξη ή το ουσιώδες περιεχόμενο των επικρινόμενων πρακτικών, αρκεί να πιστοποιεί ουσιώδη στοιχεία των πρακτικών τις οποίες περιγράφει ώστε να έχει κάποια αξία ως επαληθευτικό στοιχείο στο πλαίσιο της δέσμης των ενοχοποιητικών αποδεικτικών στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη.
(βλ. σκέψεις 60, 79-81)
7. Η Επιτροπή είναι συχνά υποχρεωμένη να αποδεικνύει την ύπαρξη παραβάσεως υπό αντίξοες προς τούτο συνθήκες, στο μέτρο που μπορεί να έχουν παρέλθει πολλά έτη από την εποχή των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και που πολλές από τις επιχειρήσεις που αποτελούν το αντικείμενο της έρευνας δεν έχουν συνεργαστεί ενεργά μαζί της.
Εναπόκειται μεν αναγκαστικά στην Επιτροπή να αποδείξει ότι συνήφθη παράνομη συμφωνία περί κατανομής των αγορών, θα ήταν όμως υπερβολικό να απαιτείται, επιπλέον, να αποδείξει τον ειδικό μηχανισμό μέσω του οποίου θα επιτυγχανόταν ο σκοπός αυτός. Συγκεκριμένα, θα ήταν ιδιαίτερα εύκολο για μια επιχείρηση ευθυνόμενη για παράβαση να αποφύγει κάθε κύρωση, αν μπορούσε να αντλήσει επιχείρημα από το ότι οι πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία μιας παράνομης συμφωνίας είναι ασαφείς, όταν η ύπαρξη της συμφωνίας και ο θίγων τον ανταγωνισμό σκοπός της έχουν επαρκώς αποδειχθεί. Οι επιχειρήσεις μπορούν να αμυνθούν λυσιτελώς σε μια τέτοια περίπτωση εφόσον έχουν τη δυνατότητα να σχολιάσουν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται εναντίον τους η Επιτροπή.
(βλ. σκέψη 69)
8. Από την κατά γράμμα διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 81 ΕΚ προκύπτει ότι οι συμφωνίες και οι εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων απαγορεύονται, ανεξαρτήτως οποιουδήποτε αποτελέσματος στην αγορά, όταν έχουν αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αντικείμενο. Επομένως, εφόσον η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών με αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αντικείμενο, η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται από τα στοιχεία που αντλούνται από τη μη εφαρμογή συμπαιγνιακών συμφωνιών ή τη μη ύπαρξη αποτελέσματος στην αγορά.
(βλ. σκέψεις 70-71)
9. Μολονότι επικρατεί γενικώς κάποια δυσπιστία ως προς τις εκούσιες καταθέσεις των κυρίων συμμετεχόντων σε παράνομη σύμπραξη, ενόψει της δυνατότητας ότι οι συμμετέχοντες αυτοί έχουν την τάση να ελαχιστοποιούν τη σημασία της συμβολής τους στην παράβαση και να μεγιστοποιούν τη συμβολή των άλλων, το γεγονός ότι ζήτησαν υπέρ αυτών την εφαρμογή της ανακοινώσεως περί επιεικείας για να επιτύχουν μείωση του προστίμου δεν παροτρύνει οπωσδήποτε τους λοιπούς συμμετέχοντες στην επίμαχη σύμπραξη να προσκομίσουν παραποιημένα αποδεικτικά στοιχεία. Συγκεκριμένα, κάθε προσπάθεια να παραπλανηθεί η Επιτροπή μπορεί να διακυβεύσει την ειλικρίνεια καθώς και την πληρότητα της συνεργασίας του αιτούντος και, κατά συνέπεια, να θέσει σε κίνδυνο τη δυνατότητά του να αντλήσει υπέρ αυτού πλήρες όφελος από την ανακοίνωση περί επιεικείας.
(βλ. σκέψη 78)
10. Ενώπιον σύνθετης πραγματικής καταστάσεως, ο διπλός χαρακτηρισμός της αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς ως «συνόλου συμφωνιών και/ή εναρμονισμένων πρακτικών», καθόσον η εν λόγω συμπεριφορά περιλαμβάνει τόσο στοιχεία που πρέπει να χαρακτηρισθούν ως «συμφωνίες» όσο και στοιχεία που πρέπει να χαρακτηρισθούν ως «εναρμονισμένες πρακτικές», δεν πρέπει να νοηθεί ως χαρακτηρισμός που απαιτεί συγχρόνως και σωρευτικώς να αποδεικνύεται ότι έκαστο των πραγματικών αυτών στοιχείων αποτελεί συστατικό στοιχείο συμφωνίας και εναρμονισμένης πρακτικής, αλλά ότι προσδιορίζει ένα σύνθετο σύνολο πραγματικών στοιχείων, ορισμένα από τα οποία χαρακτηρίσθηκαν ως συμφωνίες και άλλα ως εναρμονισμένες πρακτικές υπό την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ, το οποίο δεν προβλέπει συγκεκριμένο χαρακτηρισμό για το εν λόγω είδος σύνθετης παραβάσεως.
(βλ. σκέψη 183)
11. Η αρχή ne bis in idem, η οποία συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, την τήρηση της οποίας διασφαλίζει ο δικαστής, απαγορεύει την επιβολή πλειόνων κυρώσεων στο ίδιο πρόσωπο για την ίδια παράνομη συμπεριφορά προς προστασία του ιδίου εννόμου συμφέροντος. Η εφαρμογή της αρχής αυτής εξαρτάται από τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις, ήτοι από την ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών, την ταυτότητα του παραβάτη και την ταυτότητα του προστατευομένου εννόμου συμφέροντος.
Όταν η Επιτροπή επιβάλλει κυρώσεις σε επιχείρηση λόγω αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς, η εν λόγω αρχή ουδόλως παραβιάζεται λόγω του ότι η επίδικη συμπεριφορά έχει αποτελέσει το αντικείμενο προγενέστερης αποφάσεως της Επιτροπής, εφόσον δεν επιβλήθηκαν κυρώσεις στην οικεία επιχείρηση με την προγενέστερη αυτή απόφαση και η επιχείρηση αυτή δεν περιλαμβανόταν στους αποδέκτες της αποφάσεως αυτής, ούτε στους αποδέκτες της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της εν λόγω αποφάσεως, και η συμμετοχή της σε αθέμιτη συμπεριφορά αναφέρθηκε μόνο στο πλαίσιο της εκθέσεως των πραγματικών περιστατικών, χωρίς να αποτελέσει αντικείμενο καμίας νομικής εκτιμήσεως εκ μέρους της Επιτροπής.
(βλ. σκέψεις 186-188)
12. Η διάρκεια της παραβάσεως αποτελεί συστατικό στοιχείο της έννοιάς της, βάσει του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, το βάρος αποδείξεως του οποίου φέρει, κυρίως, η Επιτροπή. Συναφώς, όταν δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία δυνάμενα να αποδείξουν άμεσα τη διάρκεια μιας παραβάσεως, η Επιτροπή στηρίζεται, τουλάχιστον, σε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με πραγματικά περιστατικά χωρίς μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους, ώστε να μπορεί λογικά να γίνει δεκτό ότι η παράβαση συνεχίστηκε αδιάλειπτα μεταξύ δύο συγκεκριμένων ημερομηνιών.
(βλ. σκέψη 198)
13. Δήλωση πραγματοποιηθείσα επ’ ονόματι επιχειρήσεως ως απάντηση σε αίτηση παροχής πληροφοριών, την οποία απηύθυνε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 17 και του άρθρου 18 του κανονισμού 1/2003 υπερβαίνει, καθεαυτή, την τυχόν αξιοπιστία απαντήσεως μέλους του προσωπικού ανεξαρτήτως της προσωπικής του εμπειρίας ή γνώμης.
(βλ. σκέψη 217)
14. Μεταξύ των εγγυήσεων που κατοχυρώνει η κοινοτική έννομη τάξη στις διοικητικές διαδικασίες περιλαμβάνεται ιδίως η αρχή της χρηστής διοικήσεως, η οποία συνεπάγεται την υποχρέωση του αρμοδίου κοινοτικού οργάνου να εξετάζει με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα κρίσιμα στοιχεία της οικείας υποθέσεως.
(βλ. σκέψη 222)
15. Η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που συνέλεξε η Επιτροπή. Οσάκις το υποστατό μιας παραβάσεως έχει όντως αποδειχθεί κατά το πέρας μιας διοικητικής διαδικασίας, η απόδειξη του ότι η Επιτροπή εκδήλωσε προώρως, κατά τη διαδικασία αυτή, την πεποίθησή της ότι υφίσταται η εν λόγω παράβαση δεν αναιρεί την απόδειξη της παραβάσεως καθεαυτής.
(βλ. σκέψη 226)
16. Το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο, απόρροια της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, συνεπάγεται ότι η Επιτροπή υποχρεούται να παρέχει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση τη δυνατότητα εξετάσεως όλων των εγγράφων που περιλαμβάνονται στον φάκελο έρευνας και τα οποία ενδέχεται να είναι κρίσιμα για την άμυνά της. Στα έγγραφα αυτά συγκαταλέγονται τόσο τα επιβαρυντικά όσο και τα απαλλακτικά στοιχεία, με εξαίρεση τα επιχειρηματικά απόρρητα άλλων επιχειρήσεων, τα εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής και άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες.
Όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία, η μη κοινοποίηση εγγράφου δεν συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας παρά μόνον αν η ενδιαφερόμενη επιχείρηση αποδεικνύει, αφενός, ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε στο έγγραφο αυτό προς θεμελίωση της αιτιάσεώς της όσον αφορά την ύπαρξη παραβάσεως και, αφετέρου, ότι η αιτίαση αυτή μπορούσε να αποδειχθεί μόνο με επίκληση του εν λόγω εγγράφου. Συνεπώς, στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση απόκειται να αποδείξει ότι το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή με την απόφασή της θα ήταν διαφορετικό αν δεν λαμβανόταν υπόψη, ως ενοχοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο, ένα μη κοινοποιηθέν έγγραφο επί του οποίου η Επιτροπή στήριξε τις κατηγορίες της κατά της επιχειρήσεως αυτής.
Αντιθέτως, όταν πρόκειται για μη κοινοποίηση απαλλακτικού εγγράφου, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση οφείλει απλώς να αποδείξει ότι η παράλειψη κοινοποιήσεως του εγγράφου αυτού μπόρεσε να επηρεάσει, σε βάρος της επιχειρήσεως αυτής, την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής. Αρκεί η επιχείρηση να αποδείξει ότι θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει τα εν λόγω απαλλακτικά έγγραφα για την άμυνά της, αποδεικνύοντας, μεταξύ άλλων, ότι θα μπορούσε να είχε επικαλεστεί στοιχεία τα οποία δεν συμφωνούν με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής κατά το στάδιο της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, και θα μπορούσε, συνεπώς, να έχει επηρεάσει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τις εκτιμήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή με την απόφαση.
(βλ. σκέψεις 236-239)
17. Η ανακοίνωση των αιτιάσεων είναι πράξη με σκοπό να οριοθετηθεί το αντικείμενο της κινηθείσας διαδικασίας κατά επιχειρήσεως και να διασφαλιστεί η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας των επιχειρήσεων. Υπό το πρίσμα αυτό, η ανακοίνωση των αιτιάσεων ενέχει δικονομικές εγγυήσεις εφαρμόζουσες την αρχή της τηρήσεως των δικαιωμάτων άμυνας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα που ανήκουν στον φάκελο της Επιτροπής.
Οι απαντήσεις στην ανακοίνωση των αιτιάσεων δεν αποτελούν μέρος του καθεαυτού φακέλου της έρευνας. Όσον αφορά τα έγγραφα που δεν αποτελούν μέρος του φακέλου που έχει συσταθεί κατά τον χρόνο της κοινοποιήσεως της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, η Επιτροπή υποχρεούται να δημοσιοποιήσει τις εν λόγω απαντήσεις σε άλλα εμπλεκόμενα μέρη μόνον αν προκύπτει ότι περιλαμβάνουν νέα ενοχοποιητικά ή απαλλακτικά στοιχεία. Ομοίως, κατά το σημείο 27 της ανακοινώσεως της Επιτροπής περί των κανόνων πρόσβασης στον φάκελο υπόθεσης της Επιτροπής δυνάμει των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, των άρθρων 53, 54 και 57 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, και του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004, κατά γενικό κανόνα δεν παρέχεται πρόσβαση στις απαντήσεις των άλλων μερών στις αιτιάσεις της Επιτροπής. Ένα μέρος έχει πρόσβαση στα έγγραφα αυτά μόνον οσάκις τα έγγραφα αυτά μπορούν να περιέχουν νέα αποδεικτικά στοιχεία, είτε ενοχοποιητικά είτε απαλλακτικά, αναφερόμενα στους ισχυρισμούς που διατυπώνονται κατά του εν λόγω μέρους στην ανακοίνωση των αιτιάσεων της Επιτροπής.
Συναφώς, όσον αφορά, αφενός, τα νέα ενοχοποιητικά στοιχεία, αν η Επιτροπή σκοπεύει να στηριχθεί σε ένα στοιχείο αντλούμενο από απάντηση σε ανακοίνωση αιτιάσεων για να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως, πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στις λοιπές εμπλεκόμενες στη διαδικασία επιχειρήσεις να εκφράσουν την άποψή τους επί του νέου αυτού αποδεικτικού στοιχείου.
Όσον αφορά, αφετέρου, τα νέα απαλλακτικά στοιχεία, κατά την ίδια αυτή νομολογία, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να τα καταστήσει προσιτά, με δική της πρωτοβουλία. Σε περίπτωση που η Επιτροπή απορρίψει κατά τη διοικητική διαδικασία την αίτηση ενός προσφεύγοντος να του παρασχεθεί πρόσβαση σε έγγραφα τα οποία δεν υπάρχουν στον φάκελο έρευνας της υποθέσεως, μπορεί να διαπιστωθεί η ύπαρξη προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας μόνον εφόσον αποδειχθεί ότι η διοικητική διαδικασία μπορούσε να έχει καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα σε περίπτωση που ο προσφεύγων είχε πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής.
(βλ. σκέψεις 241-246, 249)
18. Η Επιτροπή έχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τη μέθοδο επιμετρήσεως των προστίμων. Η μέθοδος αυτή, της οποίας το περίγραμμα δίνουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, έχει διάφορα στοιχεία ευελιξίας τα οποία δίνουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να ασκεί τη διακριτική της εξουσία σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 1/2003.
Επιπλέον, σε τομείς όπως ο καθορισμός του ύψους ενός προστίμου, στους οποίους η Επιτροπή διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως, για παράδειγμα όσον αφορά τον συντελεστή προσαύξησης λόγω της διάρκειας της παραβάσεως, ο έλεγχος νομιμότητας που ασκείται επί των εκτιμήσεων αυτών περιορίζεται στο να εξακριβωθεί ότι δεν υπάρχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Αντιθέτως, το περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής και τα όρια τα οποία η ίδια έχει ορίσει δεν προδικάζουν την εκ μέρους του κοινοτικού δικαστή άσκηση της αρμοδιότητάς του πλήρους δικαιοδοσίας, που του παρέχει την εξουσία να εξαλείφει, να μειώνει ή να αυξάνει το ποσό του επιβαλλόμενου από την Επιτροπή προστίμου.
(βλ. σκέψεις 265-267)
19. Η σοβαρότητα των παραβάσεων πρέπει να αποδεικνύεται βάσει πολλών στοιχείων, όπως είναι, ιδίως, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υποθέσεως, το γενικό πλαίσιο στο οποίο αυτές εντάσσονται και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων, ως προς τα οποία η Επιτροπή διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το σημείο 1 Α, πρώτο εδάφιο, των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης λαμβάνονται υπόψη η ίδια η φύση της παράβασης, ο πραγματικός αντίκτυπός της στην αγορά, εφόσον αυτός μπορεί να εκτιμηθεί, και η έκταση της σχετικής γεωγραφικής αγοράς. Στο πλαίσιο του ελέγχου που ασκεί κατά πλήρη δικαιοδοσία, στο Γενικό Δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει αν το ποσό του επιβληθέντος προστίμου είναι ανάλογο προς τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως και να σταθμίσει τη σοβαρότητα της παραβάσεως με τις περιστάσεις που επικαλείται η επιχείρηση.
Κατά το γράμμα του σημείου 1 A, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, των κατευθυντηρίων γραμμών, οι πολύ σοβαρές παραβάσεις αντιστοιχούν, κατ’ ουσίαν, σε «οριζόντιους περιορισμούς, παραδείγματος χάρη συνασπισμούς επιχειρήσεων με σκοπό τον έλεγχο των τιμών ή τον επιμερισμό των αγορών βάσει ποσοστώσεων». Οι συμπράξεις αυτού του είδους εμπίπτουν στις σοβαρότερες μορφές προσβολής του ανταγωνισμού, καθόσον αποσκοπούν, με το αντικείμενό τους καθεαυτό, απλώς και αμιγώς στην εξάλειψη του ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που τις εφαρμόζουν, και θίγουν, κατά συνέπεια, τους θεμελιώδεις σκοπούς της Ένωσης. Οι οριζόντιες συμπράξεις περί τιμών ή οι κατανομές αγορών μπορούν να χαρακτηρισθούν ως πολύ σοβαρές παραβάσεις βάσει και μόνον της φύσεώς τους, χωρίς να υποχρεούται η Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη συγκεκριμένου αντίκτυπου της παραβάσεως στην αγορά.
Αν ο πραγματικός αντίκτυπος της παραβάσεως στην αγορά αποτελεί στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη προς εκτίμηση της σοβαρότητας της εν λόγω παραβάσεως, πρόκειται για ένα κριτήριο μεταξύ άλλων, όπως ο χαρακτήρας της παραβάσεως και της εκτάσεως της γεωγραφικής αγοράς. Ομοίως, από το σημείο 1 A, πρώτο εδάφιο, των κατευθυντηρίων γραμμών προκύπτει ότι ο αντίκτυπος αυτός πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον εφόσον είναι δυνατό να εκτιμηθεί.
(βλ. σκέψεις 270-272, 275-276, 280-281)
20. Η Επιτροπή διαθέτει, στο πλαίσιο του κανονισμού 17 και του κανονισμού 1/2003, περιθώριο εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό του ύψους των προστίμων, προκειμένου να κατευθύνει τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων στην τήρηση των κανόνων περί ανταγωνισμού και να μπορεί ανά πάσα στιγμή να προσαρμόζει το επίπεδο των προστίμων με τις ανάγκες της πολιτικής αυτής.
Η προηγούμενη πρακτική λήψεως των αποφάσεων της Επιτροπής δεν συνιστά το νομικό πλαίσιο της επιβολής προστίμων στον τομέα του ανταγωνισμού.
Οι αποφάσεις που αφορούν άλλες υποθέσεις έχουν ενδεικτικό χαρακτήρα όσον αφορά την τυχόν ύπαρξη δυσμενών διακρίσεων, δεδομένου ότι είναι ελάχιστα πιθανό να ταυτίζονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, όπως οι σχετικές αγορές, τα προϊόντα, οι επιχειρήσεις και οι χρονικές περίοδοι.
Η Επιτροπή εκτιμά τη σοβαρότητα των παραβάσεων βάσει πολυάριθμων στοιχείων που δεν περιέχονται σε ένα δεσμευτικό ή εξαντλητικό κατάλογο κριτηρίων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και ότι, εξάλλου, δεν υποχρεούται να εφαρμόζει κάποιο συγκεκριμένο μαθηματικό τύπο, είτε πρόκειται περί του συνολικού ποσού του επιβληθέντος προστίμου είτε περί της αναλύσεώς του σε διάφορα στοιχεία. Υπό τις συνθήκες αυτές, η άμεση σύγκριση των προστίμων που επιβλήθηκαν στους αποδέκτες των δύο αποφάσεων σχετικά με διαφορετικές παραβάσεις ενέχει τον κίνδυνο αλλοιώσεως των συγκεκριμένων σκοπών που πληρούν τα διάφορα στάδια υπολογισμού ενός προστίμου. Συγκεκριμένα, τα τελικά ποσά των προστίμων αντανακλούν τις συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν κάθε σύμπραξη καθώς και τις ιδιαίτερες εκτιμήσεις της προκειμένης περιπτώσεως.
(βλ. σκέψεις 288, 290, 293-294)
21. Κατά τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, σε περιπτώσεις παραβάσεων στις οποίες εμπλέκονται πολλές επιχειρήσεις, η Επιτροπή μπορεί να διαφοροποιεί τα αρχικά ποσά, προκειμένου να λάβει υπόψη τη συγκεκριμένη οικονομική επιφάνεια κάθε επιχειρήσεως, κατανέμοντας τα μέλη της συμπράξεως σε ομάδες, ιδιαίτερα αν υφίστανται σημαντικές διαφορές ως προς το μέγεθος μεταξύ επιχειρήσεων που διαπράττουν το ίδιο είδος παράβασης. Διευκρινίζεται, εξάλλου, ότι η αρχή της επιβολής ισοδύναμων κυρώσεων για την ίδια συμπεριφορά είναι δυνατό να οδηγήσει, στις περιπτώσεις που αυτό επιβάλλεται, στον καθορισμό διαφορετικών ποσών καταβλητέων από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις χωρίς η διαφοροποίηση αυτή να ανταποκρίνεται σε κάποιον αριθμητικό υπολογισμό.
Κατά τον καθορισμό της σοβαρότητας της παραβάσεως, η Επιτροπή, σε περίπτωση που επιβάλλει πρόστιμα σε πολλές επιχειρήσεις εμπλεκόμενες στην ίδια παράβαση, δεν υποχρεούται να εξασφαλίζει ότι τα τελικά ποσά των προστίμων στα οποία καταλήγει ο υπολογισμός της για τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις αντανακλούν κάθε διαφοροποίηση μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών όσον αφορά τον συνολικό κύκλο εργασιών τους. Αντιθέτως, μπορεί να κατατάσσει τις επιχειρήσεις αυτές σε ομάδες.
Πάντως, η κατάταξη σε κατηγορίες πρέπει να τηρεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται να αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο παρόμοιες καταστάσεις και με όμοιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η μεταχείριση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικώς. Περαιτέρω, το ποσό των προστίμων πρέπει, τουλάχιστον, να είναι ανάλογο προς τα στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για να εκτιμηθεί η βαρύτητα της παραβάσεως.
(βλ. σκέψεις 298-300)
22. Παρά τον κατά προσέγγιση χαρακτήρα του, ο κύκλος εργασιών αποτελεί κατάλληλο κριτήριο, στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, για την εκτίμηση του μεγέθους και της οικονομικής ισχύος των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων.
Όσον αφορά τη χρησιμοποίηση κύκλου εργασιών περιλαμβάνοντος τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως για τον υπολογισμό των εξατομικευμένων βασικών ποσών, τονίζεται ότι, καθόσον ο υπολογισμός αυτός συνεπάγεται τη διαφοροποίηση της σχετικής σημασίας στην αγορά των λοιπών συμμετεχόντων στη σύμπραξη, ο μη συνυπολογισμός των δασμών ή ειδικών φόρων καταναλώσεως δεν μεταβάλλει το τελικό συμπέρασμα της Επιτροπής. Μόνο σε περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή είχε υπολογίσει τα εξατομικευμένα βασικά ποσά των λοιπών εμπλεκόμενων μερών βάσει κύκλου εργασιών στον οποίο δεν περιλαμβάνονται οι ειδικοί φόροι καταναλώσεως θα μπορούσε βασίμως να προβληθεί παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
(βλ. σκέψεις 304, 306)
23. Η τήρηση εύλογης προθεσμίας στις διοικητικές διαδικασίες σχετικά με την πολιτική ανταγωνισμού αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, της οποίας τον σεβασμό εξασφαλίζουν τα δικαστήρια της Ένωσης.
Για την εφαρμογή της αρχής αυτής, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο σταδίων της διοικητικής διαδικασίας, δηλαδή της έρευνας πριν από την ανακοίνωση των αιτιάσεων και της λοιπής διοικητικής διαδικασίας. Η πρώτη περίοδος, η οποία εκτείνεται μέχρι την ανακοίνωση των αιτιάσεων, έχει ως σημείο αφετηρίας την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή λαμβάνει μέτρα που συνεπάγονται ότι προσάπτεται μια παράβαση και πρέπει να της δώσει τη δυνατότητα να λάβει θέση σχετικά με τον προσανατολισμό της διαδικασίας. Η δεύτερη περίοδος εκτείνεται από την ανακοίνωση των αιτιάσεων μέχρι την έκδοση της τελικής αποφάσεως. Πρέπει να δώσει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να αποφανθεί οριστικά επί της προσαπτομένης παραβάσεως.
Ελλείψει πρόσθετων πληροφοριών ή αιτιολογίας εκ μέρους της Επιτροπής ως προς τις διεξαχθείσες κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής ερευνητικές πράξεις, η διάρκεια των 65 μηνών του πρώτου σταδίου της διαδικασίας πρέπει να θεωρηθεί υπερβολική. Ωστόσο η διαπίστωση προσβολής της αρχής της εύλογης προθεσμίας μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση αποφάσεως διαπιστώνουσας παράβαση μόνον αν η διάρκεια της διαδικασίας είχε επιπτώσεις στην έκβαση της διαδικασίας.
(βλ. σκέψεις 316-318, 320, 322, 325)
24. Το ότι η Επιτροπή επέβαλε στο παρελθόν πρόστιμα ορισμένου ύψους για ορισμένες μορφές παραβάσεων δεν της στερεί τη δυνατότητα να αυξάνει το ύψος αυτό, εντός των ορίων που τίθενται με τον κανονισμό 1/2003, αν η εν λόγω αύξηση είναι αναγκαία για την εφαρμογή της πολιτικής ανταγωνισμού. Αντιθέτως, η αποτελεσματική εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού προϋποθέτει ότι η Επιτροπή μπορεί οποτεδήποτε να προσαρμόζει το ύψος των προστίμων στις ανάγκες της πολιτικής αυτής.
(βλ. σκέψη 335)
25. Παρατυπία της διαδικασίας, ακόμα και αν δεν δύναται να καταλήξει στην ακύρωση αποφάσεως, εκδοθείσα από την Επιτροπή κατά εταιρίας λόγω παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού, δύναται να δικαιολογήσει μείωση του προστίμου. Η υπέρβαση της εύλογης προθεσμίας δύναται να αποτελέσει βάση της αποφάσεως της Επιτροπής να μειώσει δικαίως το ποσό του προστίμου, δεδομένου ότι η δυνατότητα της μειώσεως αυτής εντάσσεται στο πλαίσιο της ασκήσεως των προνομίων της.
(βλ. σκέψεις 337-338)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο πενταμελές τμήμα)
της 16ης Ιουνίου 2011 (*)
«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Ολλανδική αγορά μπίρας – Απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ – Απόδειξη της παραβάσεως – Πρόσβαση στον φάκελο – Πρόστιμα – Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως – Εύλογη προθεσμία»
Στην υπόθεση T‑235/07,
Bavaria NV, με έδρα το Lieshout (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενη αρχικώς από τους O. Brouwer, D. Mes, A. Stoffer, στη συνέχεια από τους Brouwer, Stoffer και P. Schepens, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης, αρχικώς, από τους A. Bouquet, S. Noë και A. Nijenhuis, και στη συνέχεια από τους A. Bouquet και S. Noë, επικουρούμενους από τον M. Slotboom, δικηγόρο,
καθής,
με αντικείμενο μερική ακύρωση της αποφάσεως C(2007) 1697 της Επιτροπής, της 18ης Απριλίου 2007, σχετικά με διαδικασία του άρθρου 81 [ΕΚ] (υπόθεση COMP/B/37.766 – Ολλανδική αγορά μπίρας), και, επικουρικώς, μείωση του προστίμου που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους V. Vadapalas (εισηγητή), προεδρεύοντα, A. Dittrich και L.Truchot, δικαστές,
γραμματέας: J. Plingers, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 24ης Μαρτίου 2010,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Το ιστορικό της διαφοράς
1 Η προσφεύγουσα, Bavaria NV, είναι εταιρία η οποία δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία μπίρας και μη οινοπνευματωδών αναψυκτικών ποτών.
2 Είναι μία από τους τέσσερις κύριους φορείς της ολλανδικής αγοράς μπίρας. Οι λοιποί σημαντικοί ζυθοποιοί στην αγορά αυτή είναι, πρώτον, ο όμιλος Heineken (στο εξής: Heineken), με τη διοίκηση του οποίου έχει επιφορτισθεί η εταιρία Heineken NV και με την παραγωγή η θυγατρική εταιρία Heineken Nederland BV, δεύτερον, ο όμιλος InBev (στο εξής: InBev), ο οποίος, πριν από το 2004, ήταν γνωστός με την επωνυμία Interbrew, η διοίκηση του οποίου έχει ανατεθεί στην εταιρία InBev NV και η παραγωγή στη θυγατρική εταιρία InBev Nederland NV, και, τρίτον, ο όμιλος Grolsch (στο εξής: Grolsch), με τη διοίκηση του οποίου έχει επιφορτισθεί η εταιρία Koninklijke Grolsch NV.
3 Η προσφεύγουσα και οι λοιποί τρεις κύριοι ζυθοποιοί της αγοράς αυτής πωλούν την μπίρα τους στον τελικό πελάτη, μεταξύ άλλων, με δύο διαύλους διανομής. Επομένως, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, του κυκλώματος των επιχειρήσεων επιτόπιας καταναλώσεως (horeca), ήτοι των ξενοδοχείων (hôtels), των εστιατορίων (restaurants) και των καφετεριών (cafés), όπου η κατανάλωση γίνεται επιτόπου, και, αφετέρου, του κυκλώματος «διατροφή» των πολυκαταστημάτων και των καταστημάτων οίνων και οινοπνευματωδών ποτών, όπου η αγορά μπίρας προορίζεται για κατανάλωση εκτός καταστήματος. Στον τελευταίο αυτό τομέα εμπίπτει, επίσης, ο τομέας της μπίρας ιδιωτικού σήματος. Μεταξύ των τεσσάρων εμπλεκόμενων ζυθοποιών, μόνον η InBev και η Bavaria δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτό.
4 Οι τέσσερις αυτοί ζυθοποιοί είναι μέλη της Centraal Brouwerij Kantoor (στο εξής: CBK). Πρόκειται για ομοσπονδιακή οργάνωση η οποία, κατά το καταστατικό της, αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα των μελών της και αποτελείται από γενική συνέλευση και διάφορες επιτροπές, όπως η επιφορτισμένη με τα ζητήματα επιτόπιας καταναλώσεως και η οικονομική επιτροπή, η οποία κατέστη διευθύνουσα επιτροπή. Για τις συναντήσεις που λαμβάνουν χώρα εντός της CBK, η γραμματεία της συντάσσει τη σύγκληση των συνεδριάσεων και τα επίσημα πρακτικά, τα οποία έχουν συνεχή αρίθμηση και αποστέλλονται στα συμμετέχοντα μέλη.
Διοικητική διαδικασία
5 Με έγγραφα της 28ης Ιανουαρίου 2000 καθώς και της 3ης, της 25ης και της 29ης Φεβρουαρίου 2000, η InBev προσκόμισε διάφορες δηλώσεις σχετικά με τις πληροφορίες επί των περιοριστικών εμπορικών πρακτικών στην ολλανδική αγορά μπίρας. Οι δηλώσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια έρευνας την οποία διεξήγαγε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ιδίως το 1999, περί των πρακτικών συμπράξεως και της τυχόν καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσης στη βελγική αγορά μπίρας. Μαζί με τις δηλώσεις αυτές, η InBev υπέβαλε αίτηση περί επιεικείας σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή ή τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 1996, C 207, σ. 4, στο εξής: ανακοίνωση περί συνεργασίας).
6 Στις 22 και 23 Μαρτίου 2000, κατόπιν των δηλώσεων της InBev, η Επιτροπή διεξήγαγε ελέγχους στις εγκαταστάσεις της προσφεύγουσας και των λοιπών εμπλεκόμενων επιχειρήσεων. Εξάλλου, από το 2001 έως το 2005 απεστάλησαν στην προσφεύγουσα και άλλες αιτήσεις για παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών.
7 Στις 30 Αυγούστου 2005, η Επιτροπή απέστειλε ανακοίνωση αιτιάσεων στην προσφεύγουσα και στις λοιπές εμπλεκόμενες επιχειρήσεις. Με το από 24 Νοεμβρίου 2005 έγγραφο, η προσφεύγουσα παρέσχε τις γραπτές παρατηρήσεις της επί της ανακοινώσεως αυτής. Κανένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν ζήτησε τη διεξαγωγή ακροάσεως.
8 Με τα από 7 Μαρτίου και 8 Μαΐου 2006 έγγραφα, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην προσφεύγουσα συμπληρωματικά έγγραφα. Επρόκειτο, μεταξύ άλλων, για αιτήσεις παροχής πληροφοριών προς την InBev και για τις απαντήσεις που τους εδόθησαν, καθώς και εσωτερικό σημείωμα προερχόμενο από τη Heineken.
9 Στις 18 Απριλίου 2007, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2007) 1697, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] (υπόθεση COMP/B/37.766 – Ολλανδική αγορά μπίρας, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 20ής Μαΐου 2008 (EE 2008, C 122, σ. 1), η δε απόφαση κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα με το από 24 Απριλίου 2007 έγγραφο.
Προσβαλλόμενη απόφαση
Επίμαχη παράβαση
10 Το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει ότι η προσφεύγουσα και οι εταιρίες InBev NV, InBev Nederland, Heineken NV, Heineken Nederland και Koninklijke Grolsch συμμετείχαν, κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ 27 Φεβρουαρίου 1996 και 3 Νοεμβρίου 1999, σε ενιαία και συνεχή παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, συνιστάμενη σε σύνολο συμφωνιών και/ή εναρμονισμένων πρακτικών με αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά.
11 Η παράβαση συνίστατο, πρώτον, στον συντονισμό των τιμών και των αυξήσεων των τιμών της μπίρας στις Κάτω Χώρες, στον τομέα της επιτόπιας καταναλώσεως και στον τομέα της καταναλώσεως εκτός καταστήματος, περιλαμβανομένων όσων αφορούν τον ζύθο ιδιωτικού σήματος, δεύτερον, στον περιστασιακό συντονισμό άλλων εμπορικών όρων που οι επιχειρήσεις προσέφεραν σε μεμονωμένους πελάτες στον τομέα της επιτόπιας καταναλώσεως στις Κάτω Χώρες, όπως τα δάνεια σε εταιρίες, και, τρίτον, στον περιστασιακό συντονισμό για την κατανομή πελατείας, τόσο στον τομέα της επιτόπιας καταναλώσεως όσο και στον τομέα της καταναλώσεως εκτός καταστήματος στις Κάτω Χώρες (άρθρο 1 και αιτιολογικές σκέψεις 257 και 258 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
12 Η αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά των ζυθοποιών έλαβε χώρα, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη διάρκεια κύκλου ανεπισήμων πολυμερών συνεδριάσεων οι οποίες συγκέντρωναν τακτικώς τους τέσσερις κύριους συμμετέχοντες στην ολλανδική αγορά μπίρας, καθώς και κατά τη διάρκεια συμπληρωματικών διμερών συνεδριάσεων στις οποίες ελάμβαναν μέρος ζυθοποιοί σε διάφορους συνδυασμούς. Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, οι συναντήσεις αυτές ήσαν, εσκεμμένως, μυστικές, δεδομένου ότι οι συμμετέχοντες εγνώριζαν ότι ήσαν απαγορευμένες (αιτιολογικές σκέψεις 257 έως 260 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
13 Επομένως, πρώτον, διάφορες πολυμερείς συναντήσεις αποκαλούμενες «Catherijne overleg» (σύμπραξη Catherijne) ή «agendacommissie» (επιτροπή για την ημερήσια διάταξη) έγιναν μεταξύ 27 Φεβρουαρίου 1996 και 3 Νοεμβρίου 1999. Στην προσβαλλόμενη απόφαση στοιχειοθετείται ότι οι συναντήσεις αυτές, επικεντρωμένες στον τομέα της επιτόπιας καταναλώσεως, οι οποίες όμως μπορεί να αφορούσαν και τον τομέα της καταναλώσεως εκτός καταστήματος, είχαν κατ’ ουσίαν ως αντικείμενο τον συντονισμό των τιμών και των αυξήσεων των τιμών της μπίρας, τον περιορισμό του ποσού των εκπτώσεων και την κατανομή της πελατείας, καθώς και τη συμφωνία επί ορισμένων άλλων εμπορικών όρων. Κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων αυτών γινόταν επίσης συζήτηση για τις τιμές της μπίρας ιδιωτικού σήματος (αιτιολογικές σκέψεις 85 και 90, 98, 115 έως 127 και 247 έως 252 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
14 Δεύτερον, όσον αφορά τις διμερείς επαφές μεταξύ των ζυθοποιών, η προσβαλλόμενη απόφαση επισημαίνει ότι, στις 12 Μαΐου 1997, η InBev και η προσφεύγουσα συναντήθηκαν και συζήτησαν για την αύξηση των τιμών της μπίρας ιδιωτικού σήματος (αιτιολογική σκέψη 104 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, η Heineken και η προσφεύγουσα συναντήθηκαν το 1998 για να συζητήσουν τους περιορισμούς των σημείων πωλήσεως στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως (αιτιολογική σκέψη 189 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, τον Ιούλιο του 1999, διμερείς επαφές έγιναν επίσης μεταξύ Heineken και Grolsch περί των αντισταθμιστικών οφελών τα οποία χορηγήθηκαν σε πελάτες στον τομέα της καταναλώσεως εκτός καταστήματος οι οποίοι πραγματοποιούσαν προσωρινές μειώσεις τιμών (αιτιολογικές σκέψεις 212 και 213 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
15 Τέλος, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, το 1997 έγιναν διμερείς επαφές μεταξύ της InBev και της προσφεύγουσας και ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με γενικές συζητήσεις περί της τιμής της μπίρας καθώς και συζητήσεις αφορώσες περισσότερο τα ιδιωτικά σήματα. Στις διμερείς επαφές, υπό μορφή ανταλλαγής πληροφοριών, ενεπλάκησαν επίσης Βέλγοι ζυθοποιοί τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1998 (αιτιολογικές σκέψεις 105, 222 έως 229 και 232 έως 236 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
Επιβληθέν στην προσφεύγουσα πρόστιμο
16 Το άρθρο 3, στοιχείο γ΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως επιβάλλει στην προσφεύγουσα πρόστιμο 22 850 000 ευρώ.
17 Για τον υπολογισμό του ποσού του προστίμου αυτού, η Επιτροπή εφάρμοσε το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] (ΕΕ 2003 L 1, σ. 1), και τη μεθοδολογία που εκτίθεται στις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου και του άρθρου 65, παράγραφος 5, [ΕΚΑΧ] (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές) (αιτιολογικές σκέψεις 436 και 442 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Κατά τη μεθοδολογία αυτή, ο καθορισμός του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου πραγματοποιήθηκε βάσει της σοβαρότητας και της διάρκειας της παραβάσεως (αιτιολογική σκέψη 437 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
18 Συγκεκριμένα, η παράβαση χαρακτηρίστηκε ως «πολύ σοβαρή» καθόσον συνίστατο κατ’ ουσίαν στον τακτικό συντονισμό των τιμών, των αυξήσεων των τιμών και άλλων εμπορικών όρων και στην κατανομή της πελατείας (αιτιολογική σκέψη 440 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη τον απόρρητο και ηθελημένο χαρακτήρα της αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς, καθώς και το ότι το σύνολο του εδάφους των Κάτω Χωρών και το σύνολο της αγοράς μπίρας, ήτοι, τόσο ο τομέας επιτόπιας καταναλώσεως όσο και ο τομέας της καταναλώσεως εκτός καταστήματος, θίγονται από την παράβαση (αιτιολογικές σκέψεις 453 και 455 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Εξάλλου, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι το πραγματικό αποτέλεσμα στην ολλανδική αγορά της αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς δεν ελήφθη υπόψη εν προκειμένω εφόσον ήταν αδύνατο να μετρηθεί (αιτιολογική σκέψη 452 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
19 Περαιτέρω, η Επιτροπή αντιμετώπισε διαφορετικά την προσφεύγουσα για να λάβει υπόψη την πραγματική οικονομική ικανότητά της και την ατομική σημασία της στη διαπιστωθείσα αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή χρησιμοποίησε τα αριθμητικά στοιχεία πωλήσεως μπίρας που πραγματοποίησε η προσφεύγουσα στις Κάτω Χώρες το 1998, ήτοι το τελευταίο πλήρες ημερολογιακό έτος της παραβάσεως. Βάσει αυτού, η προσφεύγουσα κατετάγη στην τρίτη και τελευταία κατηγορία, αντιστοιχούσα στο αρχικό ποσό των 17 εκατομμυρίων ευρώ (αιτιολογικές σκέψεις 462 και 464 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
20 Εξάλλου, εφόσον η προσφεύγουσα έλαβε μέρος στην παράβαση από τις 27 Φεβρουαρίου 1996 μέχρι τις 3 Νοεμβρίου 1999, ήτοι για περίοδο 3 ετών και 8 μηνών, το εν λόγω αρχικό ποσό αυξήθηκε κατά 35 % (αιτιολογικές σκέψεις 465 και 469 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επομένως, το βασικό ποσό καθορίστηκε σε 22 950 000 ευρώ (αιτιολογική σκέψη 470 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
21 Τέλος, η Επιτροπή μείωσε κατά 100 000 ευρώ του ποσό του προστίμου, καθόσον δέχθηκε ότι, εν προκειμένω, η διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας δεν ήταν εύλογη (αιτιολογικές σκέψεις 495 έως 499 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
22 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] στις 4 Ιουλίου 2007, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
23 Με απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2010, το Γενικό Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του έκτου πενταμελούς τμήματος κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14, παράγραφος 1, και του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.
24 Στο πλαίσιο λήψεως μέτρων της οργανώσεως της διαδικασίας, στις 12 Φεβρουαρίου 2010, το Γενικό Δικαστήριο υπέβαλε στους διαδίκους ορισμένες γραπτές ερωτήσεις, στις οποίες οι διάδικοι απάντησαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
25 Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 24ης Μαρτίου 2010.
26 Λόγω κωλύματος του εισηγητή δικαστή να μετάσχει στη σύνθεση μετά το πέρας της προφορικής διαδικασίας, η υπόθεση ανατέθηκε σε νέο εισηγητή δικαστή και η παρούσα απόφαση ετέθη υπό διάσκεψη των τριών δικαστών, των οποίων φέρει την υπογραφή, κατά το άρθρο 32 του Κανονισμού Διαδικασίας.
27 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει εν όλω ή εν μέρει την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά την προσφεύγουσα·
– επικουρικώς, να μειώσει το επιβληθέν στην προσφεύγουσα πρόστιμο·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
28 Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
29 Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα επικαλείται έξι λόγους, που αντλούνται, πρώτον, από παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, δεύτερον, παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ, παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, της αρχής της νομιμότητας και μη τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, τρίτον, πλάνη περί το δίκαιο και περί τα πράγματα κατά τον καθορισμό της διάρκειας της παραβάσεως, τέταρτον, παράβαση του άρθρου 23 του κανονισμού 1/2003, των κατευθυντηρίων γραμμών, καθώς και παραβίαση των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου, πέμπτον, παραβίαση της αρχής της εύλογης προθεσμίας και, έκτον, από παράβαση ουσιωδών τύπων, παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και των δικαιωμάτων άμυνας, η οποία συνίσταται στην άρνηση προσβάσεως στις απαντήσεις στην ανακοίνωση των αιτιάσεων των λοιπών εμπλεκόμενων μερών καθώς και σε ένα έγγραφο το οποίο περιλαμβάνεται στον φάκελο της υποθέσεως.
30 Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να εξεταστεί, κατ’ αρχάς, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος, οι οποίοι αποσκοπούν, κατ’ ουσίαν, στην αμφισβήτηση της παραβάσεως, στη συνέχεια, ο πρώτος και ο έκτος λόγος, οι οποίοι αντλούνται από προβαλλόμενες διαδικαστικές πλημμέλειες και, τέλος, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος, οι οποίοι αφορούν τον καθορισμό του ποσού του προστίμου και τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, αντιστοίχως.
Επί του δευτέρου λόγου, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ, παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, της αρχής της νομιμότητας και μη τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
31 Κατ’ ουσίαν, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, αφενός, ότι η Επιτροπή ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως τις έννοιες της «συμφωνίας», της «εναρμονισμένης πρακτικής» και της «ενιαίας και συνεχούς παραβάσεως» και, αφετέρου, ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, όσον αφορά τη διαπίστωση της παραβάσεως σχετικά με τον τομέα της επιτόπιας καταναλώσεως και τον τομέα της εκτός καταστήματος καταναλώσεως, περιλαμβανομένου του τμήματος της μπίρας ιδιωτικού σήματος.
32 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
33 Κατά το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ, είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς.
34 Για να υπάρχει συμφωνία κατά την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, αρκεί οι εν λόγω επιχειρήσεις να έχουν εκφράσει την κοινή βούλησή τους να συμπεριφερθούν στην αγορά κατά καθορισμένο τρόπο (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 17ης Δεκεμβρίου 1991, T‑7/89, Hercules Chemicals κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. II-1711, σκέψη 256, και της 20ής Μαρτίου 2002, T‑9/99, HFB Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑1487, σκέψη 199).
35 Μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάπτεται συμφωνία, κατά την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, όταν υπάρχει σύγκλιση των βουλήσεων επί της αρχής του περιορισμού του ανταγωνισμού, μολονότι τα συγκεκριμένα στοιχεία του σχεδιαζόμενου περιορισμού αποτελούν ακόμα το αντικείμενο διαπραγματεύσεων (βλ., συναφώς, απόφαση HFB Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 34 ανωτέρω, σκέψεις 151 έως 157 και 206).
36 Η έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής συνίσταται σε μια μορφή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων η οποία, χωρίς να έχει φτάσει μέχρι του σημείου πραγματοποιήσεως συμφωνίας κατά κυριολεξία, αντικαθιστά συνειδητά τους κινδύνους του ανταγωνισμού με πρακτική συνεργασία μεταξύ τους (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 1999, C‑49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, Συλλογή 1999, σ. I‑4125, σκέψη 115, και C‑199/92 P, Hüls κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I‑4287, σκέψη 158).
37 Συναφώς, το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ αντιτίθεται αυστηρώς σε κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ των επιχειρηματιών που μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά εντός της αγοράς υφιστάμενου ή εν δυνάμει ανταγωνιστή είτε να αποκαλύψει σε έναν ανταγωνιστή τη συμπεριφορά που ο επιχειρηματίας έχει αποφασίσει ή σκέπτεται ν’ ακολουθήσει στην αγορά, όταν οι επαφές αυτές έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τη δημιουργία συνθηκών ανταγωνισμού (βλ., συναφώς, απόφαση Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, σκέψη 36 ανωτέρω, σκέψεις 116 και 117).
38 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, όσον αφορά την απόδειξη παραβάσεως του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, η Επιτροπή οφείλει να αποδείξει τις παραβάσεις που διαπιστώνει και να εξασφαλίσει τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι ικανά να αποδείξουν, επαρκώς κατά νόμον, την ύπαρξη περιστατικών που να στοιχειοθετούν παράβαση (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I-8417, σκέψη 58, και Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, σκέψη 36 ανωτέρω, σκέψη 86).
39 Συνεπώς, είναι απαραίτητο να προσκομίζει η Επιτροπή ακριβή και συγκλίνοντα αποδεικτικά στοιχεία για να αποδείξει την ύπαρξη της παραβάσεως (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Ιουλίου 2000, T‑62/98, Volkswagen κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑2707, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
40 Πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμισθεί ότι κάθε απόδειξη που προσκομίζει η Επιτροπή δεν χρειάζεται να ανταποκρίνεται αναγκαστικά στα κριτήρια αυτά σε σχέση προς κάθε στοιχείο της παραβάσεως. Αρκεί η δέσμη των ενδείξεων που επικαλείται το εν λόγω όργανο, συνολικώς εκτιμώμενη, να ανταποκρίνεται στην απαίτηση αυτή (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2004, T‑67/00, T‑68/00, T‑71/00 και T‑78/00, JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑2501, σκέψεις 179 και 180 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
41 Δεδομένου ότι είναι γνωστή η απαγόρευση των συμφωνιών που θίγουν τον ανταγωνισμό, δεν μπορεί να απαιτηθεί από την Επιτροπή να προσκομίσει αποδείξεις που πιστοποιούν ρητά τις συνεννοήσεις μεταξύ των συγκεκριμένων επιχειρηματιών. Τα αποσπασματικά και σκόρπια στοιχεία που διαθέτει ενδεχομένως η Επιτροπή μπορούν σε κάθε περίπτωση να συμπληρωθούν με τη συναγωγή συμπερασμάτων που καθιστούν δυνατή την ανασύσταση των ασκούντων επιρροή περιστατικών. Η ύπαρξη θίγουσας τον ανταγωνισμό πρακτικής ή συμφωνίας πρέπει να συνάγεται από ορισμένο αριθμό συμπτώσεων και ενδείξεων οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες, μπορούν να αποτελέσουν, ελλείψει άλλης εύλογης εξηγήσεως, απόδειξη περί παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού (απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψεις 55 έως 57).
42 Όταν η Επιτροπή επικαλέστηκε έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη της διαπιστώσεως περί υπάρξεως συμφωνίας θίγουσας τον ανταγωνισμό, απόκειται στους διαδίκους, οι οποίοι αμφισβητούν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου τη διαπίστωση αυτή, όχι απλώς να εκθέσουν μια εύλογη εξήγηση εναλλακτική της απόψεως της Επιτροπής, αλλά να υποστηρίξουν ότι οι αποδείξεις που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη της υπάρξεως της παραβάσεως είναι ανεπαρκείς (απόφαση JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 40 ανωτέρω, σκέψη 187).
43 Όσον αφορά την έκταση του δικαστικού ελέγχου, κατά πάγια νομολογία, οσάκις επιλαμβάνεται προσφυγής ακυρώσεως μιας αποφάσεως κατ’ εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να ασκεί εν γένει πλήρη έλεγχο ως προς το αν συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 26ης Οκτωβρίου 2000, T‑41/96, Bayer κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑3383, σκέψη 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
44 Η ύπαρξη αμφιβολίας του δικαστή είναι υπέρ της επιχειρήσεως στην οποία απευθύνεται η απόφαση που διαπιστώνει παράβαση, σύμφωνα με την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, η οποία, ως γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στις διαδικασίες σχετικά με παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού που εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις και δύνανται να καταλήξουν στην επιβολή προστίμου ή χρηματικής ποινής (απόφαση Hüls κατά Επιτροπής, σκέψη 36 ανωτέρω, σκέψεις 149 και 150, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑44/02 OP, T‑54/02 OP, T‑56/02 OP, T‑60/02 OP και T‑61/02 OP, Dresdner Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑3567, σκέψεις 60 και 61).
45 Υπό το πρίσμα των στοιχείων αυτών πρέπει να εξετασθεί αν, εν προκειμένω, η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι η συμπεριφορά της προσφεύγουσας συνιστά παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ.
– Επί της δηλώσεως της InBev
46 Επισημαίνεται, κατ’ αρχάς, ότι η Επιτροπή βασίζεται εν πολλοίς (βλ., συγκεκριμένα, αιτιολογικές σκέψεις 40 έως 62 της προσβαλλομένης αποφάσεως) στην προσκομισθείσα από την InBev δήλωση, στο πλαίσιο της αιτήσεως περί επιεικείας, με τα από 28 Ιανουαρίου, 3, 25 και 29 Φεβρουαρίου 2000 έγγραφα, τα οποία συμπληρώθηκαν με τις συνημμένες δηλώσεις πέντε διευθυντών της InBev (αιτιολογικές σκέψεις 34 και 40 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο εξής, από κοινού: δήλωση της InBev).
47 Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η δήλωση της InBev επισημαίνει την ύπαρξη «διαφόρων ειδών συμπράξεως […] μεταξύ των ζυθοποιών στην ολλανδική αγορά μπίρας», διακρίνοντας μεταξύ των επισήμων συνεδριάσεων της γενικής συνελεύσεως της CBK, των ατύπων συνεδριάσεων της οικονομικής επιτροπής της CBK και των παραλλήλων «λοιπών συναντήσεων», που είναι γνωστές με την ονομασία «σύμπραξη Catherijne», των οποίων η σύνθεση διέφερε και ως προς τις οποίες η InBev δήλωσε ότι δεν βρήκε γραπτά ίχνη. Οι «λοιπές συναντήσεις» μπορούν, μεταξύ άλλων, να υποδιαιρεθούν σε: «i) σε συναντήσεις των διευθυντών του τομέα επιτόπιας καταναλώσεως των τεσσάρων κύριων ζυθοποιών (Heineken, Interbrew, Grolsch και Bavaria) […]· ii) σε κοινές συναντήσεις των διευθυντών του τομέα επιτόπιας καταναλώσεως και των επιφορτισμένων με την εκτός καταστήματος κατανάλωση διευθυντών (δύο από το 1998), και iii) σε συναντήσεις των επιφορτισμένων με την εκτός καταστήματος πώληση διευθυντών (μία το 1999 […])» (αιτιολογικές σκέψεις 41 έως 46 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
48 Κατά τη δήλωση της InBev, η οικονομική επιτροπή «περιελάμβανε επίσημη ημερησία διάταξη, αλλά αποτελούσε επίσης ομάδα συζητήσεων περί του καθορισμού τιμών για τον τομέα της εκτός καταστήματος καταναλώσεως και τον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως[· ο]ι συζητήσεις δεν περιελήφθησαν σε κανένα πρακτικό» (αιτιολογική σκέψη 43 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
49 Κατά την ίδια δήλωση, τα θέματα που συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια των «λοιπών συνεδριάσεων» κάλυψαν επίσης τόσο τον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως όσο και τον τομέα της εκτός καταστήματος καταναλώσεως και της μπίρας ιδιωτικού σήματος (αιτιολογική σκέψη 47 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
50 Όσον αφορά, πρώτον, τον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως, συζητήθηκαν δύο κύρια θέματα: «[Υ]πάρχει μια βασική συμφωνία περί του καθορισμού των μέγιστων εκπτώσεων ανά όγκο για τον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως […] άλλο θέμα διαβουλεύσεως αφορούσε τις πραγματοποιούμενες στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως επενδύσεις[· η] ιδέα συνίστατο στη διατήρηση του status quo στον τομέα και στην αποτροπή προσελκύσεως πελατών άλλων ζυθοποιών» (αιτιολογική σκέψη 48 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
51 Ένας διευθυντής της InBev επισημαίνει ότι δεν γνώριζε το ακριβές περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας και ένας άλλος διευθυντής την περιέγραψε ως «πολύ περίπλοκη και αόριστη συμφωνία σχετικά με τις κλίμακες (εκπτώσεις χορηγηθείσες στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως), με την οποία ουδέποτε συνεργαστήκαμε», επισημαίνοντας ότι «[η] σύμπραξη συνίστατο σε συνάντηση ανά δεκαπέντε ημέρες των διευθυντών του τομέα επιτόπιας καταναλώσεως κατά την οποία συζητούνταν οι παραβάσεις του “κανόνα” που είχαν γίνει γνωστές (αν και ο κανόνας αυτός ήταν αόριστος· ετίθετο θέμα για υπερβολές της αγοράς)» (αιτιολογική σκέψη 48 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
52 Όσον αφορά, δεύτερον, τον τομέα της εκτός καταστήματος καταναλώσεως, κατά τη δήλωση της InBev, οι συζητήσεις αφορούσαν τόσο το επίπεδο των τιμών γενικώς όσο και το συγκεκριμένο ζήτημα της μπίρας ιδιωτικού σήματος.
53 Όσον αφορά, γενικώς, το επίπεδο των τιμών, ένας από τους διευθυντές της InBev δηλώνει ότι «συνηθιζόταν μια ζυθοποιία να αυξάνει τις τιμές της αφού τις ανακοινώσει προηγουμένως στους συναδέλφους της ζυθοποιούς […·] την πρωτοβουλία είχε πάντοτε από μία από τις μεγάλες ζυθοποιίες και, κατά γενικό κανόνα, η Heineken[· σ]την περίπτωση αυτή, οι λοιπές ζυθοποιίες είχαν τον απαιτούμενο χρόνο για να λάβουν θέση[· μ]ολονότι οι ζυθοποιίες εναρμόνιζαν τις εκατέρωθεν τιμές τους σε γενικές γραμμές, καθεμία είχε και διατηρούσε πάντως τη δική της πολιτική τιμών» (αιτιολογική σκέψη 51 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
54 Όσον αφορά την μπίρα ιδιωτικού σήματος, η InBev επισημαίνει ότι διεξήχθησαν συζητήσεις επί των τιμών μεταξύ των Ολλανδών συμμετεχόντων στο εν λόγω τμήμα αγοράς (της Bavaria και της Oranjeboom, τις οποίες μεταγενέστερα απέκτησε η Interbrew) από το 1987. Η InBev προσθέτει ότι «[τ]α δύο μέρη αντιλήφθησαν, αφού είχαν μιλήσει και μαζί, ότι δεν θα δέχονταν καμία άλλη εισβολή στους αντίστοιχους κύκλους τους από πελάτες ιδιωτικών σημάτων η οποία θα οδηγούσε σε απώλεια του όγκου πωλήσεων» (αιτιολογική σκέψη 52 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
55 Όσον αφορά τη συμμετοχή της Heineken και της Grolsch στο τμήμα αυτό της αγοράς, κατά τη δήλωση της InBev, «[η] ολλανδική αγορά χαρακτηρίζεται από ουσιώδη διαφορά μεταξύ των τιμών της μπίρας ιδιωτικού σήματος (“τύποι B”) και [των άλλων σημάτων (“τύποι A”)·] η Heineken, η οποία δεν είναι παρούσα στο τμήμα ιδιωτικών σημάτων, αρνήθηκε πάντοτε τις αυξήσεις τιμών για τους τύπους A ενόσω δεν αυξάνει η τιμή της μπίρας ιδιωτικού σήματος[· ο]πότε, ασκούσε έμμεση πίεση, ειδικότερα επί των παραγωγών μπίρας ιδιωτικού σήματος, όπως η Bavaria και η Interbrew» (αιτιολογική σκέψη 53 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
56 Η InBev δηλώνει ότι οι τιμές της μπίρας ιδιωτικού σήματος συζητήθηκαν επίσης μεταξύ των τεσσάρων ζυθοποιών, με άλλα λόγια παρουσία και της Grolsch, στο πλαίσιο του γενικότερου ζητήματος των αποκλίσεων που πρέπει να διατηρηθούν μεταξύ των τύπων μπίρας. Κατά τη δήλωση της InBev, «η Heineken και η Grolsch δεν αύξησαν τις τιμές τους επί έτη και ούτε αυξήθηκαν από τους άλλους ζυθοποιούς οι τιμές της μπίρας που πωλείται με το σήμα του ζυθοποιού και της μπίρας ιδιωτικού σήματος[· τ]α τελευταία έτη, η Bavaria και η Interbrew αύξησαν τις τιμές τους, ακολουθούμενες από την Grolsch» (αιτιολογική σκέψη 54 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επισήμανε επίσης ότι, «[ε]δώ και 3 έως 4 έτη, οι άτυπες αυτές διαβουλεύσεις είχαν ενσωματωθεί στη σύμπραξη Catherijne στο τμήμα επιτόπιας καταναλώσεως, στην οποία μετείχαν επίσης αντιπρόσωποι της CBK[· κ]ατόπιν ορισμένων συνεδριάσεων, αποφασίστηκε να διαχωρίσουν εκ νέου τις συναντήσεις αυτές σε συναντήσεις για την κατανάλωση εκτός καταστήματος και σε συναντήσεις για το τμήμα επιτόπιας καταναλώσεως» (αιτιολογική σκέψη 54 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
57 Περαιτέρω, η InBev δηλώνει ότι η κτήση ορισμένου μεριδίου της αγοράς από τον Βέλγο ζυθοποιό Martens μεταξύ 1996-1997 είχε ως συνέπεια «συμφωνία μεταξύ Βέλγων και Ολλανδών ζυθοποιών οι οποίοι δραστηριοποιούνται στην αγορά μπίρας ιδιωτικού σήματος[· δ]ύο συναντήσεις διεξήχθησαν [σε ξενοδοχείο στην] Breda το 1998 […· σ]ε αυτές συμφωνήθηκε να τηρηθούν οι αντίστοιχοι όγκοι πωλήσεων μπίρας ιδιωτικού σήματος στους πελάτες που είναι εγκατεστημένοι στις Κάτω Χώρες και στο Βέλγιο» (αιτιολογική σκέψη 55 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
58 Κατά τις δηλώσεις των διευθυντών της InBev, οι «άλλες συναντήσεις» οργανώθηκαν για να δοθούν αμοιβαίες διασφαλίσεις σχετικά με «περιορισμένη επιθετικότητα» στην αγορά (αιτιολογική σκέψη 46 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
59 Με την απάντησή της στην αίτηση παροχής πληροφοριών, της 19ης Δεκεμβρίου 2001, η InBev επισημαίνει ότι «τα ημερολογιακά σημειωματάρια των προηγουμένων ετών και οι σημειώσεις που λαμβάνονταν κατά τις ανεπίσημες συναντήσεις καταστράφηκαν στο τέλος του Νοεμβρίου 1998[· κ]ατά την περίοδο αυτή άρχισε να αποκαλύπτεται στην αγορά η ύπαρξη συμπράξεως μεταξύ Ολλανδών ζυθοποιών και δημιουργήθηκε ο φόβος ελέγχου από την ολλανδική υπηρεσία ανταγωνισμού[· η]μερολογιακά σημειωματάρια καταστράφηκαν επίσης κατά τα επόμενα έτη» (αιτιολογική σκέψη 61 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
60 Παρατηρείται εκ προοιμίου ότι καμία διάταξη ή γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης δεν απαγορεύει στην Επιτροπή να επικαλείται, εναντίον μιας επιχειρήσεως, δηλώσεις άλλων κατηγορουμένων επιχειρήσεων. Αν δεν ίσχυε αυτό, το βάρος της αποδείξεως των συμπεριφορών που αντιβαίνουν στα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, το οποίο βαρύνει την Επιτροπή, θα ήταν δυσβάστακτο και ασυμβίβαστο προς την αποστολή της επιτηρήσεως της καλής εφαρμογής των διατάξεων αυτών, η οποία της έχει ανατεθεί από τη Συνθήκη ΕΚ (βλ. απόφαση JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 40 ανωτέρω, σκέψη 192 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
61 Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί τα στοιχεία της δηλώσεως της InBev ότι έλαβαν χώρα συναντήσεις μεταξύ εκπροσώπων των Ολλανδών παραγωγών μπίρας. Δεν αμφισβητεί ούτε το ότι εκπροσωπήθηκε στις περισσότερες από τις συναντήσεις αυτές και ότι, κατά τις συναντήσεις αυτές, διεξήχθησαν συζητήσεις περί του επιπέδου των τιμών στην ολλανδική αγορά καθώς και περί της εφαρμογής εκπτώσεων στους πελάτες του τμήματος επιτόπιας καταναλώσεως.
62 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή ορθώς διαπίστωσε ότι οι συναντήσεις, για τις οποίες γίνεται λόγος στη δήλωση της InBev, έλαβαν χώρα και οι εκπρόσωποι της προσφεύγουσας έλαβαν πράγματι μέρος, τουλάχιστον, σε ορισμένες από τις συναντήσεις αυτές.
63 Ωστόσο, η προσφεύγουσα αμφισβητεί ότι οι συζητήσεις οι οποίες διεξήχθησαν κατά τις επίμαχες συναντήσεις κατέληξαν στη σύναψη συμφωνίας ή αναλήψεως δεσμεύσεως για αντίθετη προς τον ανταγωνισμό εναρμονισμένη πρακτική. Η προσφεύγουσα διατείνεται ότι οι εν λόγω συναντήσεις αφορούσαν σύννομα ζητήματα και ότι, καθόσον συζητήθηκε η κατάσταση στην αγορά, τούτο δεν έγινε με αντίθετο προς τον ανταγωνισμό σκοπό. Συναφώς, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την αξιοπιστία της δηλώσεως της InBev προβάλλοντας ότι η δήλωση αυτή είναι αόριστη, δεν έχει συνοχή και είναι εγγενώς αντιφατική.
64 Ειδικότερα, όσον αφορά τον αντιφατικό χαρακτήρα της δηλώσεως της InBev, η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι περιέχει πολλές απαλλακτικές δηλώσεις.
65 Αφενός, πρόκειται για αποσπάσματα της συμπληρωματικής δηλώσεως της InBev, της 3ης Φεβρουαρίου 2000, στα οποία επισημαίνεται το εξής: «“[Σ]υζητήσαμε κυρίως για να δημιουργήσουμε ο ένας στον άλλον την εντύπωση ότι θα παραμείνουμε ήρεμοι στην αγορά. Συζητήσαμε ελάχιστα ή καθόλου για κλίμακες και σημεία πωλήσεων. Συγκεκριμένα, ο ένας θεωρούσε τον άλλο ανόητο”. Τα τελευταία έτη, οι συναντήσεις αυτές απώλεσαν ολοένα και περισσότερο την ουσία τους και η σύμπραξη απέκτησε πιο αόριστο χαρακτήρα» (αιτιολογική σκέψη 46 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
66 Αφετέρου, η προσφεύγουσα αναφέρει ορισμένα αποσπάσματα δηλώσεων διευθυνόντων συμβούλων της InBev, σύμφωνα με τα οποία, μεταξύ άλλων: «δεν υφίσταται συμφωνία για τον τομέα της διατροφής»· «παρ’ όλ’ αυτά, οι αυξήσεις τιμών δεν εφαρμόστηκαν στο πλαίσιο συμφωνιών»· «δεν γνωρίζω συμφωνίες στον τομέα των “ιδιωτικών σημάτων”»· «η συνάντηση αυτή δεν είχε ιδιαίτερη συνοχή. Επρόκειτο για μια ευχάριστη συνάντηση, χωρίς συγκεκριμένη ημερησία διάταξη. Έγιναν γενικά σχόλια επί των εκπτώσεων. Είχα την εντύπωση ότι υπήρχε ήδη από πολλών ετών ένα είδος συστήματος κλίμακας ή κανόνα για τις εκπτώσεις, τούτο όμως ουδέποτε ειπώθηκε συγκεκριμένα. Γινόταν συζήτηση μόνο για συνολικά ποσά εκπτώσεων, όπερ αποτέλεσε την ευκαιρία να θιγούν ορισμένα περιστατικά»· «[Η Interbrew] δεν έλαβε μέρος σε καμία συμφωνία επί των τιμών»· «εξάλλου, δεν υπάρχει καμία σύμπραξη. Ενεργήσαμε εντελώς ανεξάρτητα και, κατά τις αυξήσεις των τιμών όλων των ζύθων το 1999, αυξήσαμε τους τύπους A (αφού η Bavaria και η Grolsch το είχαν πράξει λίγους μήνες πριν) και οι πελάτες μας αντιστάθηκαν εντόνως για τα ιδιωτικά σήματα […] άρα, ενεργήσαμε απολύτως νόμιμα».
67 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι προαναφερθείσες δηλώσεις δεν συνάδουν με τα πορίσματα της Επιτροπής ως προς την ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 81 ΕΚ. Κατά την προσφεύγουσα, προκύπτει ότι οι αυξήσεις τιμών που εφαρμόστηκαν στον τομέα της εκτός καταστήματος καταναλώσεως δεν είχαν συμφωνηθεί ή συντονιστεί, ότι η Interbrew καθόριζε με απολύτως ανεξάρτητο τρόπο τις τιμές της πωλήσεως, ότι οι Ολλανδοί ζυθοποιοί είχαν πάντοτε έντονο ανταγωνισμό και ότι δεν υπήρξε καμία συμφωνία μεταξύ των ζυθοποιών επί των μειώσεων που χορηγήθηκαν στο τμήμα επιτόπιας καταναλώσεως.
68 Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η προσφεύγουσα βάσει ορισμένων στοιχείων των δηλώσεων της InBev, που επισημαίνουν τη γενική φύση των συζητήσεων, τη μη ύπαρξη συμφωνίας για ορισμένους τομείς και την απουσία αποτελέσματος των συζητήσεων στη συμπεριφορά των ζυθοποιών στην αγορά, δεν μπορούν, καθεαυτά, να διακυβεύσουν τη διαπίστωση της Επιτροπής όσον αφορά την ύπαρξη της παραβάσεως.
69 Συγκεκριμένα, όσον αφορά τον προβαλλόμενο γενικό χαρακτήρα της εν λόγω δηλώσεως, υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή είναι συχνά υποχρεωμένη να αποδεικνύει την ύπαρξη παραβάσεως υπό αντίξοες προς τούτο συνθήκες, στο μέτρο που μπορεί να έχουν παρέλθει πολλά έτη από την εποχή των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και που πολλές από τις επιχειρήσεις που αποτελούν το αντικείμενο της έρευνας δεν έχουν συνεργαστεί ενεργά μαζί της. Εναπόκειται μεν αναγκαστικά στην Επιτροπή να αποδείξει ότι συνήφθη μια παράνομη συμφωνία περί κατανομής των αγορών, θα ήταν όμως υπερβολικό να απαιτείται, επιπλέον, να αποδείξει τον ειδικό μηχανισμό μέσω του οποίου θα επιτυγχανόταν ο σκοπός αυτός. Πράγματι, θα ήταν ιδιαίτερα εύκολο για μια επιχείρηση ευθυνόμενη για παράβαση να αποφύγει κάθε κύρωση, αν μπορούσε να αντλήσει επιχείρημα από το ότι οι πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία μιας παράνομης συμφωνίας είναι ασαφείς, όταν η ύπαρξη της συμφωνίας και ο θίγων τον ανταγωνισμό σκοπός της έχουν επαρκώς αποδειχθεί. Οι επιχειρήσεις μπορούν να αμυνθούν επωφελώς στην κατάσταση αυτή καθόσον έχουν τη δυνατότητα να σχολιάσουν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία η Επιτροπή επικαλέστηκε εις βάρος τους (απόφαση JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 40 ανωτέρω, σκέψη 203· βλ., επίσης, συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιανουαρίου 2007, C‑403/04 P και C‑405/04 P, Sumitomo Metal Industries και Nippon Steel κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I‑729, σκέψη 50).
70 Στη συνέχεια, όσον αφορά τον προβαλλόμενο αντιφατικό χαρακτήρα της δηλώσεως της InBev, καθόσον περιλαμβάνει στοιχεία περί του ότι η επίδικη συμπεριφορά δεν έχει αποτέλεσμα στην αγορά, υπενθυμίζεται ότι από την κατά γράμμα διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 81 ΕΚ προκύπτει ότι οι συμφωνίες και οι εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων απαγορεύονται, ανεξαρτήτως οποιουδήποτε αποτελέσματος στην αγορά, όταν έχουν αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αντικείμενο (αποφάσεις του Δικαστηρίου Hüls κατά Επιτροπής, σκέψη 36 ανωτέρω, σκέψεις 163 έως 166, και της 4ης Ιουνίου 2009, C‑8/08, T-Mobile Netherlands κ.λπ., Συλλογή 2009, σ. I‑4529, σκέψη 29).
71 Επομένως, εφόσον η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών με αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αντικείμενο, η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται από τα στοιχεία που αντλούνται από τη μη εφαρμογή συμπαιγνιακών διευθετήσεων ή τη μη ύπαρξη αποτελέσματος στην αγορά.
72 Όσον αφορά τα προβαλλόμενα στοιχεία σχετικά με τη μη ύπαρξη συμφωνίας στον τομέα της καταναλώσεως εκτός καταστήματος και στο τμήμα επιτόπιας καταναλώσεως, παρατηρείται ότι τα αποσπάσματα τα οποία επικαλείται η προσφεύγουσα, λαμβανόμενα υπόψη εντός του πλαισίου τους, ουδόλως έχουν ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της υπάρξεως συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής στους οικείους τομείς.
73 Συγκεκριμένα, όσον αφορά τον τομέα της καταναλώσεως εκτός καταστήματος (λιανικής πωλήσεως), ο ισχυρισμός ενός από τους διευθυντές της InBev, ότι «[δ]εν υφίσταται συμφωνία για τον [εν λόγω] τομέα», συνοδεύεται από συγκεκριμένη περιγραφή του μηχανισμού συντονισμού των τιμών, τον οποίο εφαρμόζουν στους ζυθοποιούς. Το συναφές χωρίο έχει ως εξής (αιτιολογική σκέψη 51 της προσβαλλομένης αποφάσεως):
«Δεν υφίσταται συμφωνία για τον τομέα της λιανικής πωλήσεως (“Food”). Όσον αφορά τις αυξήσεις των τιμών της μπίρας, συνήθως μια ζυθοποιία προέβαινε σε αύξηση των τιμών της αφού τις είχε προηγουμένως ανακοινώσει στους συναδέλφους της ζυθοποιούς. Όταν ένα από τα μέρη προέβαινε στην ανακοίνωση αυτή, ακολουθούσε συζήτηση επί των επιπτώσεων της αυξήσεως αυτής στην αγορά· παρ’ όλ’ αυτά, γινόταν αύξηση της τιμής της μπίρας. Την πρωτοβουλία είχε πάντοτε μία από τις μεγάλες ζυθοποιίες και, κατά γενικό κανόνα, η Heineken. Στην περίπτωση αυτή, οι λοιπές ζυθοποιίες είχαν τον απαραίτητο χρόνο για να λάβουν θέση. Μολονότι οι ζυθοποιίες εναρμόνιζαν τις εκατέρωθεν τιμές τους σε γενικές γραμμές, καθεμία είχε και διατηρούσε πάντως τη δική της πολιτική τιμών.»
74 Στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός και μόνον ότι ο διευθυντής της InBev ανέφερε την μη ύπαρξη «συμφωνίας» δεν αποτελεί βάσιμο επιχείρημα, καθόσον απόκειται στην Επιτροπή και, ενδεχομένως, στο Γενικό Δικαστήριο, να προβεί στον νομικό χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς που περιγράφεται στις δηλώσεις των υπευθύνων των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων.
75 Όσον αφορά την προβαλλομένη μη ύπαρξη συμφωνίας και τηρήσεως συμφωνίας στο τμήμα επιτόπιας καταναλώσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα αποσπάσματα της συμπληρωματικής δηλώσεως της InBev της 3ης Φεβρουαρίου 2000 και των δηλώσεων των διευθυνόντων συμβούλων της InBev, τα οποία παρατίθενται στις σκέψεις 65 και 66 ανωτέρω, δεν έχουν ως αποτέλεσμα ότι αποκλείουν την ύπαρξη συμφωνίας επί των εκπτώσεων που χορηγούνται στους πελάτες του εν λόγω τομέα. Τα αποσπάσματα αυτά, από τα οποία προκύπτει ότι οι συζητήσεις είχαν γενικό χαρακτήρα και είχαν σπανίως ως αντικείμενο κλίμακες και συγκεκριμένα σημεία πωλήσεως, αφορούν το επίπεδο λεπτομερειών των συζητήσεων, χωρίς ωστόσο να αντικρούουν την ύπαρξη συμφωνίας κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναιρούν τη μνεία, η οποία έγινε στο πλαίσιο της δηλώσεως της InBev, ότι «[υ]φίσταται θεμελιώδης συμφωνία περί του καθορισμού των μέγιστων εκπτώσεων ανά όγκο για το τμήμα επιτόπιας καταναλώσεως» (αιτιολογική σκέψη 48 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
76 Κατόπιν των ανωτέρω, είναι αβάσιμη η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας, η οποία αντλείται από τον προβαλλόμενο αόριστο και αντιφατικό χαρακτήρα της δηλώσεως της InBev και, επομένως, από τον φερόμενο ως επιλεκτικό τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή χρησιμοποίησε τη δήλωση αυτή.
77 Τέλος, προκειμένου για τη γενική εκτίμηση της αξιοπιστίας της δηλώσεως της InBev, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η Επιτροπή ορθώς μπόρεσε να προσδώσει στη δήλωση της InBev ιδιαιτέρως μεγάλη αποδεικτική αξία, δεδομένου ότι πρόκειται για απάντηση δοθείσα εξ ονόματος της επιχειρήσεως καθεαυτής, η οποία έχει αξιοπιστία βαίνουσα πέραν αυτής που μπορεί να έχει η απάντηση μέλους του προσωπικού της, ανεξαρτήτως της προσωπικής εμπειρίας ή γνώμης του προσώπου αυτού. Σημειωτέον επίσης ότι η δήλωση της InBev αντιπροσωπεύει το πόρισμα εσωτερικής έρευνας, την οποία διεξήγαγε η επιχείρηση και υποβλήθηκε στην Επιτροπή από δικηγόρο, ο οποίος είχε την επαγγελματική υποχρέωση να ενεργεί προς όφελος της επιχειρήσεως αυτής. Συνεπώς, δεν μπορούσε να ομολογήσει ελαφρά τη καρδία την ύπαρξη παραβάσεως, χωρίς να σταθμίσει τις συνέπειες της ενέργειας αυτής (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 20ής Μαρτίου 2002, T‑23/99, LR AF 1998 κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑1705, σκέψη 45, και JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 40 ανωτέρω, σκέψη 206).
78 Εξάλλου, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, μολονότι επικρατεί γενικώς κάποια δυσπιστία ως προς τις εκούσιες καταθέσεις των κυρίων συμμετεχόντων σε παράνομη σύμπραξη, ενόψει της δυνατότητας ότι οι συμμετέχοντες αυτοί έχουν την τάση να ελαχιστοποιούν τη σημασία της συμβολής τους στην παράβαση και να μεγιστοποιούν τη συμβολή των άλλων, το γεγονός ότι ζήτησαν υπέρ αυτών την εφαρμογή της ανακοινώσεως περί επιεικείας για να επιτύχουν μείωση του προστίμου δεν παροτρύνει οπωσδήποτε τους λοιπούς συμμετέχοντες στην επίμαχη σύμπραξη να προσκομίσουν παραποιημένα αποδεικτικά στοιχεία. Πράγματι, κάθε προσπάθεια να παραπλανηθεί η Επιτροπή μπορεί να διακυβεύσει την ειλικρίνεια καθώς και την πληρότητα της συνεργασίας του αιτούντος και, κατά συνέπεια, να θέσει σε κίνδυνο τη δυνατότητά του να αντλήσει υπέρ αυτού πλήρες όφελος από την ανακοίνωση περί επιεικείας (απόφαση του Πρωτοδικείου της 16ης Νοεμβρίου 2006, T‑120/04, Peróxidos Orgánicos κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑4441, σκέψη 70).
79 Ασφαλώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η δήλωση μιας επιχειρήσεως κατηγορουμένης ότι μετέσχε σε σύμπραξη, της οποίας η ακρίβεια αμφισβητείται από διάφορες άλλες κατηγορούμενες επιχειρήσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνιστώσα επαρκή απόδειξη της υπάρξεως παραβάσεως διαπραχθείσας από τις επιχειρήσεις αυτές αν δεν τεκμηριώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 14ης Μαΐου 1998, T‑337/94, Enso-Gutzeit κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II‑1571, σκέψη 91, και JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 40 ανωτέρω, σκέψη 219).
80 Επομένως, η δήλωση της InBev δεν αρκεί, αυτή και μόνη, για να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη της παραβάσεως, αλλά πρέπει να τεκμηριωθεί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία.
81 Ωστόσο, πρέπει να θεωρηθεί ότι ο βαθμός τεκμηριώσεως που απαιτείται εν προκειμένω είναι μικρότερος, τόσο από πλευράς ακρίβειας όσο και από πλευράς εντάσεως, λόγω της αξιοπιστίας της δηλώσεως της InBev, όπερ δεν θα συνέβαινε αν η InBev δεν ήταν ιδιαίτερα αξιόπιστη. Έτσι, πρέπει να θεωρηθεί ότι, αν κριθεί ότι, βάσει ενός συνόλου συγκλινουσών ενδείξεων, αποδεικνύεται η ύπαρξη και ορισμένες ιδιαίτερες πτυχές των πρακτικών για τις οποίες γίνεται λόγος στη δήλωση της InBev και στο άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η εν λόγω δήλωση θα μπορούσε να αρκέσει, αυτή και μόνη, στην περίπτωση αυτή, προς πιστοποίηση άλλων πτυχών της προσβαλλομένης αποφάσεως. Εξάλλου, εφόσον ένα έγγραφο δεν αντιφάσκει προδήλως προς τη δήλωση της InBev όσον αφορά την ύπαρξη και το ουσιώδες περιεχόμενο των επικρινομένων πρακτικών, αρκεί να πιστοποιεί ουσιώδη στοιχεία της συμφωνίας την οποία περιγράφει ώστε να έχει κάποια αξία ως επαληθευτικό στοιχείο στο πλαίσιο του συνόλου των ενοχοποιητικών αποδεικτικών στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη (βλ., συναφώς, απόφαση JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 40 ανωτέρω, σκέψη 220 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
82 Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, πρέπει να εξετασθούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας περί των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία επικαλέστηκε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση προς τεκμηρίωση των διαπιστώσεων που αντλούνται από τη δήλωση της InBev.
– Επί των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων
83 Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η δήλωση της InBev τεκμηριώνεται από πλείονα εσωτερικά έγγραφα προερχόμενα από την προσφεύγουσα και τρεις άλλους Ολλανδούς ζυθοποιούς, από χειρόγραφες σημειώσεις των συνεδριάσεων, από σημειώματα περί εξόδων και αντίγραφα των ημερολογιακών σημειωματαρίων, τα οποία συνελέγησαν κατόπιν ερευνών και αιτήσεως περί παροχής πληροφοριών.
84 Στην αιτιολογική σκέψη 67 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται τις χειρόγραφες σημειώσεις ενός εμπορικού διευθυντή της Grolsche, σχετικά με τη συνάντηση της 27ης Φεβρουαρίου 1996, το δε αντικείμενο της συναντήσεως αυτής είχε προσδιορισθεί με τη μνεία «CBK cie HOR cath». Τα εν λόγω σημειώματα περιλαμβάνουν το εξής απόσπασμα: «Εγγυήσεις/χρηματοδοτήσεις: χρημ[ατοδοτήσεις] για [...] μεγαλύτερες από τις ανάγκες των συγκεκριμένων σημείων. Επομένως […] εκατομ[μύρια]».
85 Κατά την Επιτροπή, από το απόσπασμα αυτό προκύπτει ότι οι τέσσερις επίμαχοι ζυθοποιοί συζήτησαν, στο πλαίσιο συναντήσεως «Catherijne», τους χρηματοοικονομικούς όρους που εφαρμόζονται ή θα εφαρμοσθούν σε ορισμένους πελάτες επιτόπιας καταναλώσεως (αιτιολογική σκέψη 72 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και ειδικότερα στις επιχειρήσεις τις οποίες διαχειρίζεται ιδιοκτήτης πολλών επιχειρήσεων επιτόπιας καταναλώσεως στις Κάτω Χώρες.
86 Στην αιτιολογική σκέψη 76 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται τις χειρόγραφες σημειώσεις ενός διευθυντή του τμήματος επιτόπιας καταναλώσεως της Bavaria, σχετικά με τη συνάντηση της 19ης Ιουνίου 1996. Οι σημειώσεις παρατίθενται ως εξής:
«- προσαρμογή τιμών
κατανάλωση εκτός καταστήματος μεγάλη – αμελητέα
σύμπραξη Bavaria – Interbrew
[…] και […] -> πρόβλημα […]
Martens
Schultenbrau!! 89 ct
- αύξηση μόνον της τιμής ανά βαρέλι
επιχειρήματα
πλήρως μόνον Hein + Grolsch
Frise US Heit
Interbrew \
| αυξάνουν από κοινού
Bavaria /
-> […] επίσης
οι χαμηλές τιμές αυξάνουν περισσότερο από τις υψηλές
- εμφύσηση αέρα
- συμφωνίες
εξυγίανση εκπτώσεως καταστήματος πωλήσεως οινοπνευματωδών ποτών 7,5 ανά βαρέλι Heineken
προετοιμασία εκπροσώπων όσον αφορά τυχόν συμφωνίες
Interbrew \
| χρησιμοποίηση αέρα
Grolsch /».
87 Κατά την Επιτροπή, από τα σημειώματα αυτά προκύπτει ότι οι παρόντες ζυθοποιοί συζήτησαν λεπτομερώς τις τιμές, τόσο της μπίρας ιδιωτικού σήματος όσο και της μπίρας που πωλείται σε βαρέλι, και ότι η τιμή των λιγότερο ακριβών τύπων μπίρας, που παράγει η Interbrew και η Bavaria, πρέπει να αυξηθεί περισσότερο από την τιμή των ακριβότερων ζύθων, τους οποίους παράγει η Heineken και η Grolsch (αιτιολογική σκέψη 85 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
88 Στην αιτιολογική σκέψη 89 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται ένα έγγραφο το οποίο απηύθυνε ο γενικός διευθυντής της Interbrew Nederland, στις 25 Μαρτίου 1997, στην έδρα της InBev στο Βέλγιο:
«Υφίσταται τώρα συμφωνία μεταξύ των κύριων ζυθοποιών για αύξηση της τιμής πριν από το 1998. Τούτο θα δώσει στους ζυθοποιούς τη δυνατότητα να αυξήσουν τα οικονομικά τους αποθέματα για τα τυχόν αναγκαία επιπλέον κονδύλια για διαφημιστικούς σκοπούς. Οι παραγωγοί των τύπων A προσπαθούν να διαφοροποιήσουν την αύξηση της τιμής μεταξύ των τύπων A (συν 2 NLG/hl) και των τύπων B (συν 4 NLG/hl). Τούτο είναι προφανώς αδύνατο –πρέπει όλοι να στηρίξουμε συνολική αύξηση 4 NLG. Αποκλείω την αύξηση της τιμής των ιδιαίτερων τύπων μπίρας μας “οι οποίοι πίνονται ευχάριστα” (DAS, Hoegaarden, Leffe). Άρχισαν οι διαπραγματεύσεις.»
89 Βάσει του εγγράφου αυτού, η Επιτροπή κατέληξε στο ότι προβλεπόταν αύξηση τιμών πριν από το 1998 κατόπιν διαπραγματεύσεων των τιμών μεταξύ των κύριων παραγωγών. Εξάλλου, το ίδιο έγγραφο επιβεβαίωνε την ύπαρξη διακρίσεως μεταξύ παραγωγών και ακριβότερων και φθηνότερων τύπων μπίρας (αιτιολογική σκέψη 90 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
90 Στην αιτιολογική σκέψη 92 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται τις χειρόγραφες σημειώσεις ενός μέλους του διοικητικού συμβουλίου της Bavaria σχετικά με τη συνάντηση της 1ης Μαΐου 1997. Παραθέτει τα ακόλουθα αποσπάσματα:
«Όμιλος Catherijne 1/5 - 97
“εσωτερικές” μεταβιβάσεις του ομίλου
πρέπει επίσης να τηρούν την “κλίμακα”
[…] “Χάγη”
Monster ZH [νότια Ολλανδία] υψηλότερη συντρέχουσα προσφορά».
91 Κατά την Επιτροπή, τα σημειώματα αυτά επιβεβαιώνουν ότι οι ζυθοποιοί συζητούσαν για «κλίμακα» στους εμπορικούς όρους που προσφέρονται σε μεμονωμένα σημεία πωλήσεως, στην περίπτωση μεταβιβάσεως ενός ομίλου σε άλλον, αλλά και στην περίπτωση μεταβιβάσεως εντός του ιδίου ομίλου (αιτιολογική σκέψη 99 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
92 Στην αιτιολογική σκέψη 100 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι στα προπαρατεθέντα σημειώματα περιλαμβάνονται και τα ονόματα «Heineken/Amstel/Brand/Grolsch» στην πρώτη γραμμή και τα ονόματα «Interbrew/Bavaria» στη δεύτερη γραμμή, οι δε δύο αυτές γραμμές συνδέονται με άγκιστρο σε συνέχεια του οποίου περιλαμβάνεται η μνεία «όχι αυξήσεις τιμών». Η Επιτροπή συνάγει εξ αυτών ότι η διάκριση μεταξύ των τύπων A, τους οποίους κατέχει η Heineken και η Grolsch, και των τύπων B, τους οποίους κατέχει η Interbrew και η Bavaria, ήταν το επίκεντρο των συζητήσεων μεταξύ των ζυθοποιών περί των αυξήσεων της τιμής της μπίρας (αιτιολογική σκέψη 103 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
93 Στην αιτιολογική σκέψη 117 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται τις χειρόγραφες σημειώσεις ενός μέλους του διοικητικού συμβουλίου της Bavaria σχετικά με τη συνάντηση της 17ης Δεκεμβρίου 1997. Παραθέτει το εξής απόσπασμα:
«2) Κατάσταση τιμών: Μαρτίου/Απριλίου
αύξηση τιμών σε ένα στάδιο/αύξηση τιμών σε δύο στάδια
a) η Heineken αναμένει λίγες αντιδράσεις !! Heineken 18.59
b) σε περίπτωση αυξήσεως: πολύ συζητήσιμη· ολοψύχως· θα υπάρξει υποστήριξη».
94 Η Επιτροπή συνάγει εξ αυτών ότι οι ζυθοποιοί που ήσαν παρόντες στη συνάντηση της 17ης Δεκεμβρίου 1997, μεταξύ άλλων η Bavaria, η Grolsch και η Heineken, συζητούσαν αυξήσεις τιμών, καθώς και πιθανές αντιδράσεις στις αυξήσεις τιμών (αιτιολογική σκέψη 127 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
95 Στην αιτιολογική σκέψη 129 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται απόσπασμα από τις χειρόγραφες σημειώσεις διευθυντή του τομέα επιτόπιας καταναλώσεως της Bavaria σχετικά με τη συνάντηση της 12ης Μαρτίου 1998:
«- Δεν συνέβησαν σημαντικά πράγματα μετά την 1η Ιανουαρίου
- Για τους τύπους μπίρας A δεν επικρατεί πανικός σε σχέση με την τιμή Hein
δεν έχει ιδιαίτερη σημασία η μείωση σε 9.95 από 11,49 Int
9.75 9.36 Bavaria
2x 4.95 4.75 }→
μπίρες ιδιωτικού σήματος
χαμηλότερες τιμές της αγοράς
[…] μέσα Μαρτίου Bavaria θα συμβεί κάτι
υπό Amstel (17) Bavaria (15)
από 9.75 σε 10.75 αν δεν συμβεί
τίποτα, τότε η Grolsch και η Hein
μικρές αυξήσεις ζυθοποιίας
→ καθορισμός συμφωνίας […] και Dick
Τούτο πρέπει να μπορεί να “αποδειχθεί” μέσω της Nielsen ειδάλλως
δεν θα συμβεί τίποτα».
96 Κατά την Επιτροπή, εξ αυτών προκύπτει ότι οι ζυθοποιοί που ήσαν παρόντες στη συνάντηση της 12ης Μαρτίου 1998 συζήτησαν τις εκπτώσεις που χορηγήθηκαν στα ολλανδικά πολυκαταστήματα (αιτιολογική σκέψη 137 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και οι αυξήσεις τιμών που εφάρμοζε η Bavaria έπρεπε να αποδεικνύονται από τα στοιχεία των ταμείων των πολυκαταστημάτων που συνέλεξε η AC Nielsen (αιτιολογική σκέψη 133 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
97 Στην αιτιολογική σκέψη 138 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται ένα δεύτερο απόσπασμα των προπαρατεθεισών χειρόγραφων σημειώσεων:
«Bav επιτόκιο 4%? 6 1/2
εκτός
αν υπάρχει επίδομα για διαφημιστικούς σκοπούς».
98 Κατά την Επιτροπή, το απόσπασμα αυτό αποδεικνύει ότι έγινε συζήτηση για το επίπεδο των επιτοκίων που εφαρμόζονταν στα δάνεια τα οποία χορηγούνταν στα σημεία πωλήσεως επιτόπιας καταναλώσεως (αιτιολογική σκέψη 142 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
99 Στην αιτιολογική σκέψη 143 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται ένα τρίτο απόσπασμα των προπαρατεθεισών χειρόγραφων σημειώσεων:
«Ποδοσφαιρικοί όμιλοι Αίθουσες θεαμάτων Θέατρα
Φοιτητικές ενώσεις
[…]
Grolsch
Κάτω /εκτός της κλίμακας
130
[…] (125) 124,5».
100 Κατά την Επιτροπή, εξ αυτών προκύπτει ότι οι ζυθοποιοί συζήτησαν ειδικώς για συγκεκριμένους πελάτες του τομέα της επιτόπιας καταναλώσεως σε σχέση με «κλίμακα», ενισχύοντας τη δήλωση της InBev όσον αφορά την ύπαρξη συμφωνίας που καθορίζεται ως «κλίμακα» (αιτιολογική σκέψη 147 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
101 Στην αιτιολογική σκέψη 156 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται απόσπασμα των χειρόγραφων σημειώσεων μέλους του διοικητικού συμβουλίου της Bavaria, σχετικά με τη συνάντηση της 3ης Ιουλίου 1998.
«[…] Heineken αύξησε
[…] >> Heineken βαρελίσια μπίρα».
102 Η Επιτροπή συνάγει από το απόσπασμα αυτό ότι οι ζυθοποιοί συζήτησαν τις τιμές που εφαρμόζονταν τόσο στους πελάτες του τομέα της καταναλώσεως εκτός καταστήματος όσο και σε πελάτη επιτόπιας καταναλώσεως (αιτιολογικές σκέψεις 162 έως 164 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
103 Στην αιτιολογική σκέψη 165 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται άλλο απόσπασμα των προπαρατεθεισών χειρόγραφων σημειώσεων:
«Καφές […] 1800 […]
[…] 400 […]
60 ανά hl
650.000,- V.B.K.».
104 Κατά την Επιτροπή, από το απόσπασμα αυτό προκύπτει ότι οι ζυθοποιοί συζήτησαν μια συγκεκριμένη έκπτωση και/ή προμήθεια για μείωση που εφαρμόζεται ή πρόκειται να εφαρμοσθεί σε συγκεκριμένα σημεία πωλήσεως επιτόπιας καταναλώσεως (αιτιολογική σκέψη 171 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
105 Στην αιτιολογική σκέψη 174 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται ένα έγγραφο με ημερομηνία 30 Ιουνίου 1998 και κατάλογο τιμών της Heineken που αναγγέλλουν τις νέες εφαρμοστέες τιμές για την εμφιαλωμένη μπίρα και τη μη εμφιαλωμένη μπίρα (μπίρα σε δοχείο και μπίρα σε βαρέλι) από 1ης Ιουνίου 1998, τα οποία ανακαλύφθηκαν στο γραφείο ενός διευθυντή πωλήσεων «εκτός καταστήματος καταναλώσεως» της Grolsch, και φέρουν τη μνεία «agenda c[ommiss]ie CBK» (επιτροπή για την ημερήσια διάταξη CBK). Κατά την Επιτροπή, τα έγγραφα αυτά επιρρωννύουν τη δήλωση της InBev ότι τόσο οι τιμές «καταναλώσεως εκτός καταστήματος» όσο και ο ανταγωνισμός στην αγορά της «επιτόπιας καταναλώσεως» συζητήθηκαν κατά τις σχετικές συναντήσεις (αιτιολογική σκέψη 175 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
106 Στην αιτιολογική σκέψη 179 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται εσωτερικό σημείωμα της Heineken της 14ης Οκτωβρίου 1998, απευθυνθέν στη διεύθυνση της Heineken, διατυπωθέν ως εξής: «η υποσχεθείσα από την Bavaria εντός της CBK αύξηση τιμών δεν προκύπτει σαφώς από τα [αριθμητικά στοιχεία] της Nielsen». Κατά την Επιτροπή, το σημείωμα αυτό ενισχύει το συμπέρασμα ότι η Bavaria ανήγγειλε στη συνάντηση της 12ης Μαρτίου 1998 την πρόθεσή της να αυξήσει πρώτη τις τιμές της στον τομέα της καταναλώσεως εκτός καταστήματος, οι δε λοιποί ζυθοποιοί θα ακολουθούσαν μεταγενέστερα και οι εφαρμοσθείσες από την Bavaria αυξήσεις έπρεπε να «αποδεικνύονται» στα αριθμητικά στοιχεία της Nielsen (αιτιολογική σκέψη 180 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
107 Στην αιτιολογική σκέψη 184 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται αλληλογραφία απευθυνθείσα σε διευθυντή της μονάδας «επιτόπιας καταναλώσεως» των Κάτω Χωρών της Heineken από διευθυντή του τμήματος προωθήσεως πωλήσεων και της καταναλώσεως εκτός καταστήματος της ζυθοποιίας Brand BV της Heineken, ως προς τη συνομιλία του με ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Bavaria:
«Κατά την έκθεση ειδών διατροφής του Noordwijk, στις 9 Σεπτεμβρίου [1998], [ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Bavaria] μου μίλησε για την υπόθεση […] και για την αντίδραση της Heineken. Συνοπτικώς, κατά την άποψή του, η Heineken θα μπορούσε προφανώς να είχε αρχίσει νωρίτερα τις διαπραγματεύσεις με τους πρώτους υπεύθυνους της Heineken και της Bavaria στην ολλανδική αγορά επιτόπιας καταναλώσεως. Τα απολεσθέντα εκατόλιτρα θα μπορούσαν επομένως να έχουν αντισταθμισθεί με άλλον τρόπο. Εξάλλου, πρόσθεσε ότι μακροπρόθεσμα η Bavaria μπορεί να είχε υπόψη της άλλους δυνητικούς πελάτες του τομέα της επιτόπιας καταναλώσεως, οι οποίοι θα επιθυμούσαν να μεταβούν εκουσίως (τονίζεται το εκουσίως, όπως στην περίπτωση του […], κατά την άποψή του) στην Bavaria [όνομα ενός υπευθύνου της επιτόπιας καταναλώσεως των Κάτω Χωρών της Heineken], εξυπονοείται ότι τα σχόλια αυτά εντάσσονται απολύτως στην πασίγνωστη επιχειρηματολογία των […]. Δεν ήθελα να σου στερήσω τις πληροφορίες αυτές. Καλή τύχη στη συνομιλία σου».
108 Η Επιτροπή φρονεί ότι η εν λόγω αλληλογραφία επιβεβαιώνει τη δήλωση της InBev ότι οι ζυθοποιοί δεν συζητούσαν μόνον τους περιορισμούς επί των μειώσεων, αλλά και τους περιορισμούς που αφορούν τα σημεία πωλήσεων που επιλέγουν άλλον ζυθοποιό· τούτο δε όχι μόνον κατά τις πολυμερείς συναντήσεις, αλλά και κατά τις διμερείς (αιτιολογική σκέψη 189 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
109 Στην αιτιολογική σκέψη 193 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται τις χειρόγραφες σημειώσεις ενός γενικού διευθυντή της Grolsche Bierbrouwerij Nederland επί της προσκλήσεως στη συνάντηση της 8ης Ιανουαρίου 1999:
«-πωλήσεις ‘98
-τιμή της μπίρας →
- κιβώτιο τύπου “pinool” | ενέργειες/κατ II
-κιβώτια | χαμηλές [τιμές]
| βαρέλι
| NMA».
110 Επομένως, κατά την Επιτροπή, οι συζητήσεις επί των τιμών της μπίρας επικεντρώθηκαν σε τέσσερα στοιχεία: πρώτον, στις διαφημιστικές εκστρατείες στην αγορά της καταναλώσεως εκτός καταστήματος, δεύτερον, στην τιμή των λιγότερο ακριβών τύπων μπίρας ιδιωτικού σήματος, τρίτον, στην τιμή της βαρελίσιας μπίρας στους μεγάλους περιέκτες που χρησιμοποιούνται στον τομέα της επιτόπιας καταναλώσεως της ολλανδικής αγοράς μπίρας και, τέταρτον, στην ολλανδική αρχή ανταγωνισμού «NMA» (αιτιολογική σκέψη 194 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
111 Στις αιτιολογικές σκέψεις 197 και 199 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται τον κατάλογο των προς επίκληση ζητημάτων στη συνάντηση της 8ης Ιανουαρίου 1999, όπου ένας εκπρόσωπος της Grolsch είχε σημειώσει τη συντομογραφία «BP», την οποία ερμήνευσε η Επιτροπή ως «τιμή της μπίρας» (bierprijs) ή «κατώτατη τιμή» (bodemprijs), καθώς και «P[rivate] L[abel] 50 ct. επιπλέον». Από τις σημειώσεις αυτές, η Επιτροπή συνάγει ότι, όσον αφορά τη βαρελίσια μπίρα, οι ζυθοποιοί συζήτησαν τις τιμές λεπτομερώς (αιτιολογική σκέψη 203 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
112 Στις αιτιολογικές σκέψεις 212 και 213 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται έγγραφο με τη μνεία τριών επαφών σε επίπεδο διευθύνσεως μεταξύ Heineken και Grolsch κατά τις 5 Ιουλίου 1999, στο οποίο αναφέρεται «πόλεμος τιμών» μεταξύ των δύο ζυθοποιών. Η Επιτροπή συνάγει εξ αυτού ότι η Heineken ήρθε σε απευθείας επαφή με την Grolsch περί των μειώσεων αυτών, τούτο δε ενάμιση μήνα πριν από την ουσιαστική εφαρμογή των προσωρινών μειώσεων, που εφαρμόσθηκαν από αλυσίδα καταστημάτων, στην οποία η Grolsch αρνήθηκε να χορηγήσει αντισταθμιστικό όφελος (αιτιολογική σκέψη 213 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
113 Στην αιτιολογική σκέψη 224 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται διάφορα έγγραφα, τα οποία περιλαμβάνονται στον διοικητικό φάκελο της υποθέσεως, από τα οποία προκύπτουν τα θέματα που συζητήθηκαν κατά τις διμερείς συναντήσεις μεταξύ Bavaria και InBev της 8ης Μαρτίου 1995, του δεύτερου δεκαπενθήμερου του Μαρτίου 1997, της 12ης Μαΐου 1997, της 19ης Ιουνίου 1997 και της 8ης Σεπτεμβρίου 1997. Συναφώς, κάνει μνεία των ακολούθων αποσπασμάτων:
– συνάντηση της 8ης Μαρτίου 1995: «η [Bavaria] και η [Interbrew Nederland] ανέφεραν αμφότερες ότι έχουν σοβαρά προβλήματα με τον κ. […] στις Κάτω Χώρες» (υποσημείωση 491 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– συνάντηση της 12ης Μαΐου 1997: συζητήθηκε η «αύξηση των τιμών» και «τα ιδιωτικά σήματα ως δαμόκλεια σπάθη […] ψυχολογική πίεση της Grolsch και ιδίως της Heineken για αύξηση των τιμών της μπίρας ιδιωτικού σήματος» (υποσημείωση 493 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– συνάντηση της 19ης Ιουνίου 1997: συζητήθηκε «η συμπεριφορά που πρέπει να ακολουθηθεί στον τομέα των ιδιωτικών σημάτων και, σχετικά με αυτό, η θέση της Interbrew όσον αφορά την Martens (η οποία θεωρείται ανεπιθύμητη καλεσμένη στον χώρο της ολλανδικής μπίρας[)]» (υποσημείωση 494 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– συνάντηση της 8ης Σεπτεμβρίου 1997: συζητήθηκε «η κατάσταση της αγοράς των ιδιωτικών σημάτων στις Κάτω Χώρες και το γεγονός ότι η Bavaria πήρε έναν πελάτη από την Interbrew […] κατώτατη προσφορά που έγινε σε [πελάτη] […] η Bavaria τροποποίησε το status quo […]» (υποσημείωση 495 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
114 Η Επιτροπή ερμηνεύει τα εν λόγω έγγραφα ως απόδειξη του ότι οι διμερείς διαβουλεύσεις μεταξύ Bavaria και InBev επέτρεψαν τη διατήρηση μιας «ένοπλης ειρήνης» ή ενός «συμφώνου μη επιθέσεως» που αφορά την μπίρα ιδιωτικού σήματος (αιτιολογική σκέψη 223 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
115 Στην αιτιολογική σκέψη 227 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται το από 26 Σεπτεμβρίου 1997 έγγραφο, το οποίο απηύθυνε διευθυντής των εξαγωγών της Interbrew Nederland σε διευθυντή των εξαγωγών στην κεντρική έδρα της Interbrew περί των «πωλήσεων μπίρας στη Γερμανία και των ιδιωτικών σημάτων»:
«Συζήτησα προσφάτως επ’ αυτού με τον κύριο ανταγωνιστή μας στις Κάτω Χώρες και, με την ευκαιρία αυτή, πληροφορήθηκα ότι επρόκειτο να συναντηθούν […] για να προωθήσουν ή να μην προωθήσουν τον όγκο της μπίρας TIP για το 1998. Ζήτησα να μάθω το επίπεδο της τιμής στο οποίο είχαν την πρόθεση να εργασθούν και μου επιβεβαίωσε ακριβώς την ίδια τιμή, μείον μιας εισφοράς με προορισμό την κεντρική έδρα της […], και το γεγονός ότι θα δεχόταν όγκο περίπου 200 000 hl στην τιμή αυτή.»
116 Κατά την Επιτροπή, εξ αυτών προκύπτει ότι η Interbrew ζήτησε και έλαβε από την Bavaria λεπτομερείς πληροφορίες περί των τιμών και των σχετικών με τυχόν παράδοση όγκων, εκ μέρους της Bavaria, μπίρας ιδιωτικού σήματος σε γερμανική αλυσίδα μεγάλου διανομέα. Η Επιτροπή φρονεί ότι το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει τη δήλωση της InBev ότι η Interbrew και η Bavaria αντάλλαξαν πληροφορίες για το επίπεδο των προτεινομένων τιμών στους πελάτες μπίρας ιδιωτικού σήματος. Η Επιτροπή προβάλλει, εξάλλου, ότι η InBev αναγνώρισε το γεγονός αυτό με το από 21 Φεβρουαρίου 2006 έγγραφο (αιτιολογική σκέψη 228 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
117 Στην αιτιολογική σκέψη 234 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται την ακόλουθη δήλωση της ζυθοποιίας Haacht για τη συνάντηση της 14ης ή της 15ης Ιουνίου 1998 μεταξύ Bavaria, Interbrew Nederland και των Βέλγων ζυθοποιών Interbrew Belgique, Alken Maes, Haacht και Martens:
«Κατά τη διάρκεια της συναντήσεως αυτής, οι Ολλανδοί ζυθοποιοί πληροφορήθηκαν το περιεχόμενο της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των Βέλγων συμμετεχόντων. Οι ολλανδικές ζυθοποιίες συμφώνησαν να ανταλλάξουν στοιχεία σχετικά με τους όγκους, τα είδη συσκευασίας, τη διάρκεια των συμβάσεων και τις τυχόν ημερομηνίες λήξεως των συμβάσεων και τους πελάτες. Όσον αφορά τις τιμές, οι μετέχοντες συμφώνησαν, κατ’ αρχήν, να μην ανταλλάξουν πληροφορίες συναφώς […]
Οι συμμετέχοντες στη συνάντηση έκριναν ότι έπρεπε να αναθέσουν σε ένα ουδέτερο μέρος να συγκεντρώσει τις ανταλλαγείσες πληροφορίες. Το αίτημα αυτό υποβλήθηκε διότι τα παρόντα στην ολλανδική αγορά μέρη δεν είχαν εμπιστοσύνη στα λοιπά μέρη. Η Haacht εκλήθη να συγκεντρώσει τις πληροφορίες κατά το μέτρο που δεν ασκούσε δραστηριότητες στην ολλανδική αγορά.»
118 Η Επιτροπή φρονεί ότι η δήλωση αυτή επιβεβαιώνει, επί του υπό εξέταση ζητήματος, τη δήλωση της InBev (αιτιολογική σκέψη 235 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
119 Στην αιτιολογική σκέψη 236 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται τις χειρόγραφες σημειώσεις της προπαρατεθείσας συναντήσεως της 14ης ή της 15ης Ιουνίου 1998, που ανακαλύφθηκαν στο γραφείο της γραμματέως ενός προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της Bavaria:
«Martens → τίποτε δεν συγκεκριμενοποιήθηκε ποτέ στις Κάτω Χώρες
→ χαμηλές [τιμές] – αγορά – σπάσιμο τιμών
|→ υποβλήθηκαν προσφορές τιμών
Interbrew Nederland – Martens -> προσφορά υποβληθείσα σε μεγάλο πελάτη ιδιωτικών
σημάτων
[…]
7,68 [σημειωθείσα]
Martens – “μείωση των τιμών Βέλγιο”
επί του παρόντος NL → […]
Η Interbrew Belgique έκανε το πρώτο βήμα όσον αφορά την P[rivate] L[abel]
μόνο για […]
Pilsener […]
/ \ / \
ενιαία προσφορά πολλαπλών επιλογών
[…] – “αποφασίστηκε” |→ στην Interbrew
ΚΑΤ I+II».
120 Κατά την Επιτροπή, οι σημειώσεις αυτές επιβεβαιώνουν ότι η Interbrew Belgique έλαβε την πρωτοβουλία συναντήσεως για την μπίρα ιδιωτικού σήματος, κατά τη διάρκεια της οποίας αποφασίστηκε ότι η σύμβαση με οργάνωση αγοράς εμπόρων λιανικής πωλήσεως «θα πήγαινε στην Interbrew στις Κάτω Χώρες» (αιτιολογική σκέψη 237 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
121 Ως προς την τελευταία αυτή συνάντηση, η Επιτροπή επικαλείται επίσης την ακόλουθη δήλωση ενός διευθυντή του τομέα της καταναλώσεως εκτός καταστήματος της InBev, την οποία υπέβαλε η InBev, στις 21 Φεβρουαρίου 2006, απαντώντας σε αίτηση παροχής πληροφοριών (αιτιολογική σκέψη 238 της προσβαλλομένης αποφάσεως):
«Μια δεδομένη στιγμή […], ο κ. [...] της […] μου αντιπαράθεσε μια χαμηλή τιμή που του είχε προτείνει η Martens. Μου ανέφερε ότι είχε λάβει τιμή 0,32 NLG ανά φιάλη. Τούτο αντιστοιχεί στο ποσό των 7,68 NLG ανά κιβώτιο 24 φιαλών, το οποίο αναφέρεται στις σημειώσεις του κ. [υπευθύνου της Bavaria]. Στο πλαίσιο των συζητήσεων αυτών, οι οποίες διήρκεσαν από τον Απρίλιο μέχρι τις αρχές Ιουνίου 1998, του πρότεινα να μεταβεί στην κατηγορία II και να έχει έτσι μείωση των ειδικών φόρων καταναλώσεως. Τέλος, στις αρχές Ιουνίου 1998, συνάψαμε συμφωνία με […] σχετικά με την παράδοση νέας […] μπίρας κατηγορίας II […]. Χάρη στη μείωση των ειδικών φόρων καταναλώσεως, κατόπιν της μεταβάσεως σε μπίρα της κατηγορίας II, είχαμε τη δυνατότητα να προτείνουμε ποσό 6,36 NLG (που συμπεριλαμβάνει μείωση δασμών 0,84 NLG) και, επομένως, να παρακάμψουμε την προσφορά της Martens.
[…]
Κατά τη συνάντηση της 14ης ή 15ης Ιουνίου 1998, […] η Interbrew συμφώνησε με […] για τις παραδόσεις μπίρας της κατηγορίας I […] και της κατηγορίας II. Κατά τη διάρκεια της συναντήσεως αυτής, ανέφερα τις συζητήσεις και τη συμφωνία που επήλθε με […] για δύο λόγους. Πρώτον, ήθελα να αντιτάξω στην Martens την προσφορά που είχε υποβάλει στην […], δεδομένου ότι είχε πάντοτε αρνηθεί ότι παρουσίασε προσφορές τιμές στις Κάτω Χώρες. Δεύτερον, ήθελα να πληροφορήσω τους λοιπούς συμμετέχοντες ότι δεν έπρεπε πλέον να υποβάλλουν προσφορές σε […], λαμβανομένης υπόψη της συναφθείσας μεταξύ Interbrew και […] συμφωνίας. Η γραμμή n του [εγγράφου περιλαμβανομένου στην αιτιολογική σκέψη 236 της προσβαλλομένης αποφάσεως] μαρτυρεί την ανακοίνωσή μου σχετικά με τη σύναψη συμβάσεως παραδόσεως μπίρας της κατηγορίας I και της κατηγορίας ΙΙ μεταξύ […] και Interbrew. Η ύπαρξη της εν λόγω συμφωνίας […] προκύπτει από την τηλεομοιοτυπία της 24ης Ιουνίου 1998.»
122 Στην αιτιολογική σκέψη 240 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται δήλωση του Βέλγου ζυθοποιού Haacht περί της δεύτερης βελγο-ολλανδικής συναντήσεως της 7ης Ιουλίου 1998, σύμφωνα με την οποία:
«Είναι η τελευταία συνάντηση η οποία οργανώνεται μεταξύ των μερών. Κατά τη συνάντηση αυτή, η Haacht προέβη στη διανομή των πληροφοριών που συνελέγησαν στην ολλανδική αγορά.
Στη συνέχεια, οι συμμετέχοντες άλλαξαν θέμα για να συζητήσουν ορισμένα λιγότερο σημαντικά ζητήματα, αλλά ο εκπρόσωπος της Haacht δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση αυτή. Εν πάση περιπτώσει, δεν έγινε συναφώς καμία ανταλλαγή σημαντικών πληροφοριών. Η συνάντηση αυτή έδωσε την εντύπωση ότι δεν προσέθεσε τίποτε συγκεκριμένο.»
123 Κατά την Επιτροπή, η δήλωση ενός διευθυντή του τομέα της καταναλώσεως εκτός καταστήματος της Interbrew επιβεβαιώνει τη δήλωση της Haacht ότι επρόκειτο για την τελευταία βελγο-ολλανδική συνάντηση. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η απόφαση να τεθεί τέλος στις συναντήσεις αυτές βασίζεται σε ένα συγκεκριμένο λόγο, ήτοι τον φόβο εισβολής της ολλανδικής αρχής ανταγωνισμού σε μία ή περισσότερες ζυθοποιίες, όπερ επιβεβαιώθηκε με τη δήλωση της InBev (αιτιολογική σκέψη 241 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
124 Στην αιτιολογική σκέψη 248 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται εσωτερική δήλωση της Heineken ότι «οι εξαιρετικώς χαμηλές τιμές τις οποίες εφαρμόζει επί του παρόντος η βελγική ζυθοποιία Martens […] παρακωλύουν την πολιτική που συνίσταται στην άνοδο των χαμηλών τιμών της αγοράς σε υψηλότερο επίπεδο τιμών».
125 Τέλος, στην αιτιολογική σκέψη 249 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται τη δήλωση που έγινε κατά τον έλεγχό της στις 23 Μαρτίου 2000 και την οποία υπέγραψε ένας γενικός διευθυντής της Grolsche Bierbrouwerij Nederland, νυν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Koninklijke Grolsch:
«Έφερε μαζί του το έγγραφο […] με τίτλο “Σενάρια τιμών βάσει καθαρής αυξήσεως των τιμών χονδρικής κατά 2,00 NLG ανά hl”, το οποίο περιλαμβάνει τη σημείωση “CBK – Fie – πάντα να επισυνάπτεται”, στις συναντήσεις της οικονομικής επιτροπής της CBK. Χρησιμοποίησε το εν λόγω έγγραφο για να προσελκύσει την προσοχή της Interbrew και της Bavaria (των παραγωγών μπίρας ιδιωτικού σήματος στις Κάτω Χώρες) επί του καθορισμού τιμών, ο οποίος ήταν αδικαιολόγητος κατά την άποψή του, της μπίρας ιδιωτικού σήματος (λιγότερο των 10 φιορινίων ανά κιβώτιο).»
126 Στην ίδια αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται επίσης την ακόλουθη δήλωση ενός γενικού διευθυντή της Heineken Nederland:
«Ήμουν ήδη παρών σε συνάντηση της CBK όπου άλλοι μιλούσαν για τον καθορισμό τιμών [μπίρας] ιδιωτικού σήματος. Τέτοιες παρατηρήσεις διατυπώθηκαν για να εκφράσουν ανησυχία. Δεν αντέδρασα διότι, κατ’ αρχήν, η Heineken δεν συνεργάζεται με την παραγωγή [μπίρας] ιδιωτικού σήματος.»
127 Από τα παρατεθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 248 και 249 της προσβαλλομένης αποφάσεως αποσπάσματα, η Επιτροπή συνάγει ότι οι παραγωγοί μπίρας ιδιωτικού σήματος (Interbrew και Bavaria) αποκάλυψαν τη στρατηγική τους τιμών στη Heineken και στην Grolsch, οι οποίες δεν ασκούν δραστηριότητες στον τομέα αυτό (αιτιολογική σκέψη 248 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επομένως, η Επιτροπή συνάγει ότι οι διμερείς συζητήσεις μεταξύ Interbrew και Bavaria με σκοπό την αύξηση των τιμών της μπίρας ιδιωτικού σήματος αποτελούσαν μέρος των γενικών συζητήσεων που διεξήχθησαν μεταξύ των τεσσάρων ζυθοποιών (αιτιολογική σκέψη 252 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
128 Διαπιστώνεται ότι τα απαριθμούμενα ανωτέρω στοιχεία επιρρωννύουν τη δήλωση της InBev και δικαιολογούν τη διαπίστωση ότι οι εκπρόσωποι της Heineken, της Grolsch, της Interbrew και της Bavaria συγκεντρώνονταν τακτικώς στο πλαίσιο κύκλου άτυπων συναντήσεων, οι οποίες είναι γνωστές ως «σύμπραξη Catherijne» ή «επιτροπή για την ημερήσια διάταξη», με ποικίλη σύνθεση (δήλωση της InBev παρατεθείσα στην αιτιολογική σκέψη 45 της προσβαλλομένης αποφάσεως· λοιπά αποδεικτικά στοιχεία εξετάσθηκαν στις αιτιολογικές σκέψεις 65 έως 222 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Οι 18 συναντήσεις, για τις οποίες γίνεται λόγος στην προσβαλλόμενη απόφαση, που εντάσσονται στον κύκλο αυτό, έλαβαν χώρα στις 27 Φεβρουαρίου 1996, 19 Ιουνίου 1996, 8 Οκτωβρίου 1996, 8 Ιανουαρίου 1997, 1η Μαΐου 1997, 2 Σεπτεμβρίου 1997, 16 Δεκεμβρίου 1997, 17 Δεκεμβρίου 1997, 12 Μαρτίου 1998, 9 Απριλίου 1998, 3 Ιουλίου 1998, 15 Δεκεμβρίου 1998, 8 Ιανουαρίου 1999, 4 Μαρτίου 1999, 10 Μαΐου 1999, 11 Αυγούστου 1999, 19 Αυγούστου 1999 και 3 Νοεμβρίου 1999.
129 Όσον αφορά το περιεχόμενο των συζητήσεων που διεξήχθησαν στο πλαίσιο των εν λόγω συναντήσεων, τα προπαρατεθέντα στοιχεία ενισχύουν τη δήλωση της InBev και στοιχειοθετούν τα εξής:
– ως προς τον τομέα της καταναλώσεως εκτός καταστήματος:
– οι τέσσερις ζυθοποιοί συζητούσαν τις τιμές (δήλωση της InBev παρατεθείσα στην αιτιολογική σκέψη 51, και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία παρατεθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 76, 129, 156, 174, 193, 212 και 213 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και τις αυξήσεις των τιμών της μπίρας στις Κάτω Χώρες (δήλωση της InBev παρατεθείσα στην αιτιολογική σκέψη 51, και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία παρατεθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 76, 89, 117 και 179 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– διεξήχθησαν συζητήσεις επί των τιμών και μέσω διμερών επαφών, ιδίως μεταξύ Grolsch και Heineken τον Ιούλιο 1999 (έγγραφο παρατεθέν στις αιτιολογικές σκέψεις 212 και 213 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– συζητήθηκαν συγκεκριμένες προτάσεις σε θέματα τιμών (εσωτερικό έγγραφο της Interbrew μνημονευθέν στην αιτιολογική σκέψη 89 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και οι ανταλλαγείσες πληροφορίες ήσαν ορισμένες φορές αρκετά λεπτομερείς (έγγραφα μνημονευθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 129 και 174 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– υπήρξε το 1997 και το 1998 συμφωνία μεταξύ των ζυθοποιών για αύξηση των τιμών πριν ή κατά τη διάρκεια του 1998 (έγγραφα μνημονευθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 89, 174 και 179 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– οι παραγωγοί μπίρας «τύπων A» (Heineken και Grolsch) επέμειναν, αντιθέτως προς τους παραγωγούς «τύπων B» (μπίρες ιδιωτικού σήματος) (Interbrew και Bavaria) οι οποίοι αντιτάχθηκαν, ώστε η αύξηση τιμών να πραγματοποιηθεί «σε δύο φάσεις», κατ’ αρχάς για τους τύπους Β και, στη συνέχεια, για τους τύπους Α, και να διαφοροποιηθεί το ποσοστό αυξήσεως μεταξύ των τύπων Α και των τύπων Β (δήλωση της InBev παρατεθείσα στην αιτιολογική σκέψη 53· λοιπά αποδεικτικά στοιχεία παρατεθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 76, 89, 100, 117 και 193 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– η Bavaria ανήγγειλε (πιθανώς κατά τη συνάντηση της 12ης Μαρτίου 1998) την πρόθεσή της να αυξήσει τις τιμές της (αποδεικτικά στοιχεία παρατεθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 129 και 179 και δήλωση της InBev παρατεθείσα στην αιτιολογική σκέψη 51 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Οι λοιποί ζυθοποιοί έπρεπε πιθανώς να ακολουθήσουν την Bavaria αυξάνοντας στη συνέχεια τις τιμές τους (δήλωση της InBev παρατεθείσα στην αιτιολογική σκέψη 51 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– όσον αφορά τον μηχανισμό ελέγχου, συμφωνήθηκε ότι οι αυξήσεις που εφαρμόζει η Bavaria πρέπει να αποδεικνύονται με τα αριθμητικά στοιχεία της βάσεως δεδομένων των πολυκαταστημάτων που έχει συλλέξει η AC Nielsen (έγγραφα μνημονευθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 129 και 179 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– δεν υφίσταται κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι επήλθε η προβλεφθείσα για το 1998 αύξηση τιμών·
– στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων επί των τιμών, οι ζυθοποιοί συζήτησαν την κατάσταση ορισμένων συγκεκριμένων πολυκαταστημάτων (χειρόγραφες σημειώσεις μνημονευόμενες στις αιτιολογικές σκέψεις 76 και 156 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– κατά τις συζητήσεις, οι συμμετέχοντες ανέφεραν συγκεκριμένα στοιχεία των τιμών (έγγραφα μνημονευθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 76, 89, 117, 129 και 174 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– όσον αφορά την μπίρα ιδιωτικού σήματος:
– από το 1995, οι δύο Ολλανδοί παραγωγοί μπίρας ιδιωτικού σήματος (Interbrew και Bavaria) εξέφρασαν πλειστάκις τις ανησυχίες τους για τα σχέδια του Βέλγου ζυθοποιού Martens να διεισδύσει στην ολλανδική αγορά στον εν λόγω τομέα (δήλωση της InBev παρατεθείσα στην αιτιολογική σκέψη 55· λοιπά αποδεικτικά στοιχεία παρατεθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 224, 236, 238 και 248 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– οι ανησυχίες αυτές συζητήθηκαν στο πλαίσιο των διμερών επαφών μεταξύ Bavaria και InBev (δήλωση της InBev παρατεθείσα στην αιτιολογική σκέψη 52· εσωτερικό έγγραφο της Interbrew παρατεθέν στην αιτιολογική σκέψη 227 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και των πέντε διμερών συναντήσεων (της 8ης Μαρτίου 1995, του δεύτερου δεκαπενθήμερου του Μαρτίου του 1997, της 12ης Μαΐου 1997, της 19ης Ιουνίου 1997 και της 8ης Σεπτεμβρίου 1997) που ασχολήθηκαν με το πρόβλημα αυτό (έγγραφα μνημονευθέντα στην αιτιολογική σκέψη 224 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– δύο «βελγο-ολλανδικές» συναντήσεις διεξήχθησαν επίσης στις 14 ή στις 15 Ιουνίου 1998 (έγγραφα μνημονευθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 234, 236 και 238 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και στις 7 Ιουλίου 1998 (δήλωση της Haacht παρατεθείσα στην αιτιολογική σκέψη 240 της προσβαλλομένης αποφάσεως) στην Breda μεταξύ Interbrew Nederland, Bavaria και των Βέλγων ζυθοποιών Interbrew Belgique, Alken-Maes, Haacht και Martens (δήλωση της InBev παρατεθείσα στην αιτιολογική σκέψη 55 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– τα ζητήματα σχετικά με την μπίρα ιδιωτικού σήματος συζητήθηκαν επίσης παρουσία της Heineken και της Grolsch (οι οποίες δεν ασκούν δραστηριότητες στο τμήμα αυτό) στο πλαίσιο της γενικής συζητήσεως (δήλωση της InBev παρατεθείσα στην αιτιολογική σκέψη 54· λοιπά αποδεικτικά στοιχεία μνημονευόμενα στις αιτιολογικές σκέψεις 156, 193, 248 και 249 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– οι ζυθοποιοί συζητούσαν τις τιμές της μπίρας ιδιωτικού σήματος (δήλωση της InBev παρατεθείσα στην αιτιολογική σκέψη 54· λοιπά αποδεικτικά στοιχεία μνημονευόμενα στις αιτιολογικές σκέψεις 193, 199, 227, 236, 238 και 249 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– η Heineken και η Grolsch ασκούσαν «ψυχολογική πίεση» στην Bavaria και στην Interbrew για αύξηση των τιμών της μπίρας ιδιωτικού σήματος (έγγραφα μνημονευθέντα στην αιτιολογική σκέψη 224, στην υποσημείωση 493 και στην αιτιολογική σκέψη 248 της προσβαλλομένης αποφάσεως) αρνούμενες να αυξήσουν τις τιμές των τύπων A (δήλωση της InBev παρατεθείσα στην αιτιολογική σκέψη 53 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– συμφωνήθηκε τόσο σε διμερές επίπεδο μεταξύ Interbrew Nederland και Bavaria όσο και σε πολυμερές επίπεδο μεταξύ των Ολλανδών και Βέλγων ζυθοποιών που ασκούν δραστηριότητες στον τομέα αυτό να μην επιχειρήσουν να προσελκύσουν πελάτες και να τηρήσουν τους αντίστοιχους όγκους μπίρας ιδιωτικού σήματος στις Κάτω Χώρες και στο Βέλγιο· αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η σύμβαση με οργάνωση αγοράς εμπόρων λιανικής πωλήσεως θα πήγαινε στην Interbrew Nederland (δήλωση της InBev, παρατεθείσα στην αιτιολογική σκέψη 55· έγγραφα μνημονευθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 224, 236 και 238 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– οι ζυθοποιοί αντάλλασσαν πληροφορίες για τους εμπορικούς όρους που προτείνονταν σε ορισμένους συγκεκριμένους πελάτες (έγγραφο μνημονευόμενο στην αιτιολογική σκέψη 227 της προσβαλλομένης αποφάσεως και έγγραφα μνημονευθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 236 και 238 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, οι συμμετέχοντες ανέφεραν συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία των τιμών (έγγραφα μνημονευθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 236, 238 και 249 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– ως προς τον τομέα της επιτόπιας καταναλώσεως:
– οι τέσσερις ζυθοποιοί συζητούσαν τις τιμές (έγγραφα μνημονευθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 174, 193 και 197 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και τις αυξήσεις των τιμών (χειρόγραφες σημειώσεις μνημονευόμενες στην αιτιολογική σκέψη 76 της προσβαλλομένης αποφάσεως) στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως·
– μεταξύ των ζυθοποιών υπήρχε συμφωνία, αποκαλούμενη «κλίμακα», η οποία αφορούσε το ποσόν των εκπτώσεων προς τους πελάτες του τομέα επιτόπιας καταναλώσεως (δήλωση της InBev παρατεθείσα στην αιτιολογική σκέψη 48· χειρόγραφες σημειώσεις μνημονευόμενες στις αιτιολογικές σκέψεις 92, 143 και 165 της προσβαλλομένης αποφάσεως), την οποία οι ζυθοποιοί έπρεπε να «τηρήσουν» (χειρόγραφες σημειώσεις μνημονευόμενες στην αιτιολογική σκέψη 92 της προσβαλλομένης αποφάσεως)· ελεγχόταν η τήρηση της συμφωνίας αυτής και οι παραβιάσεις που γίνονταν γνωστές αποτελούσαν το αντικείμενο των συζητήσεων που διεξάγονταν στο πλαίσιο των συναντήσεων «Catherijne» (δήλωση της InBev παρατεθείσα στην αιτιολογική σκέψη 48 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– οι διαβουλεύσεις αφορούσαν επίσης την εφαρμογή περιορισμών με σκοπό τη διατήρηση του status quo στον τομέα αποφεύγοντας την προσέλκυση πελατών άλλων ζυθοποιών (δήλωση της InBev παρατεθείσα στην αιτιολογική σκέψη 48· εσωτερικό έγγραφο της Heineken για την προσέλκυση εκ μέρους της Bavaria μιας φοιτητικής ενώσεως παρατεθέν στην αιτιολογική σκέψη 184 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– οι συζητήσεις για τέτοιους περιορισμούς διεξάγονταν επίσης μέσω διμερών συζητήσεων· έτσι, στις 9 Σεπτεμβρίου 1998, διευθύνοντες σύμβουλοι της Heineken και της Bavaria συζήτησαν μεταξύ τους την προσέλκυση εκ μέρους της Bavaria ενός πελάτη του τομέα επιτόπιας καταναλώσεως της Heineken (εσωτερικό έγγραφο της Heineken παρατεθέν στην αιτιολογική σκέψη 184 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– οι ζυθοποιοί αντάλλασσαν πληροφορίες για ορισμένους πελάτες και συγκεκριμένα σημεία πωλήσεως (έγγραφα μνημονευθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 92, 143, 156, 165 και 184 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
– στο πλαίσιο των συζητήσεων, οι ζυθοποιοί ανέφεραν συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία σχετικά με το επίπεδο των εκπτώσεων και των προβλέψεων για μείωση (χειρόγραφες σημειώσεις μνημονευόμενες στις αιτιολογικές σκέψεις 143 και 165 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
130 Υπό το πρίσμα των στοιχείων αυτών πρέπει να εξετασθεί η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας σχετικά με τις τρεις συνιστώσες της επικρινόμενης συμπεριφοράς, η οποία αφορά, πρώτον, τον συντονισμό των τιμών και των αυξήσεων των τιμών της μπίρας στις Κάτω Χώρες, τόσο στον τομέα της επιτόπιας καταναλώσεως όσο και στον τομέα της καταναλώσεως εκτός καταστήματος, περιλαμβανομένης της μπίρας ιδιωτικού σήματος, δεύτερον, τον περιστασιακό συντονισμό των λοιπών εμπορικών όρων που προσφέρονται σε μεμονωμένους πελάτες στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως στις Κάτω Χώρες και, τρίτον, τον περιστασιακό συντονισμό της κατανομής της πελατείας τόσο στον τομέα της επιτόπιας καταναλώσεως όσο και στον τομέα της καταναλώσεως εκτός καταστήματος στις Κάτω Χώρες (άρθρο 1 και αιτιολογικές σκέψεις 257 και 258 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
– Περί των πραγματικών στοιχείων που αφορούν τις διαπιστώσεις, αφενός, συντονισμού των τιμών και αυξήσεων της τιμής της μπίρας και, αφετέρου, περιστασιακού συντονισμού της κατανομής της πελατείας
131 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή ερμήνευσε αυθαιρέτως και πλειστάκις μάλιστα μεροληπτικώς τις χειρόγραφες σημειώσεις, τις οποίες συνέταξαν οι εκπρόσωποι των ζυθοποιών στο πλαίσιο των επικρινομένων συναντήσεων.
132 Η προσφεύγουσα αμφισβητεί, μεταξύ άλλων, την ερμηνεία των στοιχείων για τα οποία γίνεται λόγος στις αιτιολογικές σκέψεις 76, 89, 92, 100, 117, 129, 143, 156, 179, 184, 193, 199, 227, 228, 236 και 238 της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σκέψεις 86 έως 95, 99 έως 101, 106 έως 111, 115, 117, 119 και 121 ανωτέρω).
133 Πριν από την εξέταση των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας περί των προπαρατεθέντων στοιχείων, επισημαίνεται ότι η πλειονότητα των πραγματικών διαπιστώσεων, οι οποίες απαριθμούνται στις σκέψεις 128 και 129 ανωτέρω, βασίζονται σε πλείονα αποδεικτικά στοιχεία.
134 Πρώτον, σε διάφορα σημεία του δικογράφου της προσφυγής, η προσφεύγουσα αναφέρεται στα τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία, για τα οποία γίνεται λόγος στις αιτιολογικές σκέψεις 76, 100, 117, 156, 193 και 199 της προσβαλλομένης αποφάσεως, για να υποστηρίξει, κατ’ ουσίαν, ότι τα στοιχεία αυτά δεν είναι ικανά να αποδείξουν συντονισμό των τιμών τόσο στον τομέα καταναλώσεως εκτός καταστήματος, περιλαμβανομένου του τμήματος της μπίρας ιδιωτικού σήματος, όσο και στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως.
135 Συναφώς, επισημαίνεται, κατ’ αρχάς, ότι το γεγονός ότι οι ζυθοποιοί συζήτησαν περί των τιμών και των τυχόν αυξήσεων των τιμών στους τομείς αυτούς αποδεικνύεται επίσης από τα παρατεθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 174, 212, 213 και 249 της προσβαλλομένης αποφάσεως έγγραφα. Πάντως, μολονότι είναι αληθές ότι τα εν λόγω έγγραφα αφορούν ιδίως τις συζητήσεις μεταξύ Heineken και Grolsch, παρ’ όλ’ αυτά η προσφεύγουσα εγνώριζε τις συζητήσεις αυτές, οι οποίες διεξήχθησαν τουλάχιστον εν μέρει παρουσία της (βλ. έγγραφο παρατεθέν στην αιτιολογική σκέψη 249 της προσβαλλομένης αποφάσεως και στη σκέψη 125 ανωτέρω), και, επομένως, μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη (βλ., συναφώς, απόφαση Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, σκέψη 36 ανωτέρω, σκέψεις 80 έως 83).
136 Στη συνέχεια, διαπιστώνεται ότι, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, από τα παρατεθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 76, 100, 117 και 156 της προσβαλλομένης αποφάσεως έγγραφα προκύπτει ότι οι ζυθοποιοί δεν ήσαν απλώς δυσαρεστημένοι για το επίπεδο των τιμών καταναλώσεως. Συγκεκριμένα, τα έγγραφα αυτά αποδεικνύουν ότι, στο πλαίσιο των συζητήσεών τους, οι ζυθοποιοί συζήτησαν την κατάσταση ορισμένων πελατών και συγκεκριμένων σημείων πωλήσεως και ανέφεραν συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία τιμών και εκπτώσεων.
137 Δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το εσωτερικό έγγραφο της Heineken για την προσέλκυση εκ μέρους της Bavaria μιας φοιτητικής ενώσεως (αιτιολογική σκέψη 184 της προσβαλλομένης αποφάσεως) είναι το μόνο αποδεικτικό στοιχείο που αποτελεί συγκεκριμένη μαρτυρία των συζητήσεων μεταξύ των ζυθοποιών (εν προκειμένω της Heineken και της Bavaria) περί της προσελκύσεως πελατών του τομέα επιτόπιας καταναλώσεως (βλ. σκέψη 107 ανωτέρω). Κατά την προσφεύγουσα, από το έγγραφο αυτό συνάγεται μάλλον ότι ο εκπρόσωπος της Heineken εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για την απώλεια ενός πολύ σημαντικού πελάτη του τομέα επιτόπιας καταναλώσεως. Εξάλλου, η προσφεύγουσα αρνείται την ύπαρξη συστήματος αντισταθμιστικών οφειλών μεταξύ των ζυθοποιών σε περίπτωση προσελκύσεως πελατών, προβάλλοντας ότι η ύπαρξη τέτοιου συστήματος δεν συνάδει με την ύπαρξη της προβαλλομένης συμπράξεως για την κατανομή της πελατείας.
138 Οι εν λόγω ισχυρισμοί της προσφεύγουσας δεν είναι πειστικοί. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή ορθώς επισημαίνει ότι η πρόταση «τα απολεσθέντα εκατόλιτρα μπορούν επομένως να αντισταθμιστούν με άλλον τρόπο», στο κείμενο του επίδικου εγγράφου, είναι ενδεικτική του ότι δεν υπήρξε συζήτηση μεταξύ Heineken και Bavaria περί της αναγκαιότητας να υπάρχουν αντισταθμιστικά οφέλη, αλλά μόνον περί του τρόπου λήψεως αντισταθμιστικού οφέλους (αιτιολογική σκέψη 185 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και η χρήση των λέξεων «σαφώς γνωστή επιχειρηματολογία», «έμφαση» και «εκουσίως» σημαίνει ότι, κατά τον συντάκτη, ο οποίος ανήκει στη Heineken, υπάρχουν υποψίες ότι η Bavaria δεν τήρησε κανόνα σύμφωνα με τον οποίο οι ζυθοποιοί δεν αναζητούν ενεργητικώς πελάτες του τομέα επιτόπιας καταναλώσεως των άλλων ζυθοποιών (αιτιολογική σκέψη 188 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
139 Επομένως, το επικληθέν στις αιτιολογικές σκέψεις 184 έως 188 της προσβαλλομένης αποφάσεως στοιχείο ενισχύει τους ισχυρισμούς, οι οποίοι περιλαμβάνονται στη δήλωση της InBev και παρατίθενται στην αιτιολογική σκέψη 48 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς την ύπαρξη διευθετήσεως μη αναλήψεως πελατών του τομέα επιτόπιας καταναλώσεως.
140 Τρίτον, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι, παρά τη μνεία «συναινέσεως» στο από 25 Μαρτίου 1997 έγγραφο (παρατεθέν στην αιτιολογική σκέψη 89 της προσβαλλομένης αποφάσεως), υποσχέσεως της Bavaria στο από 14 Οκτωβρίου 1998 εσωτερικό έγγραφο της Heineken (παρατεθέν στην αιτιολογική σκέψη 179 της προσβαλλομένης αποφάσεως) περί της αυξήσεως των τιμών στον τομέα της καταναλώσεως εκτός καταστήματος και του ακριβούς ποσοστού της αυξήσεως αυτής στις χειρόγραφες σημειώσεις ενός διευθυντή του τομέα επιτόπιας καταναλώσεως της Bavaria (παρατεθείσες στην αιτιολογική σκέψη 129 της προσβαλλομένης αποφάσεως), και παρά τη συζήτηση των εκπτώσεων που χορηγούνται στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως, η οποία αντανακλάται στις χειρόγραφες σημειώσεις που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 92 και 143 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι ζυθοποιοί συνέχισαν να εφαρμόζουν αυτοτελώς τις στρατηγικές τους στην αγορά.
141 Όσον αφορά τη μνεία στο εσωτερικό σημείωμα της Heineken (για το οποίο γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 179 της προσβαλλομένης αποφάσεως) ότι «η υποσχεθείσα από την Bavaria αύξηση τιμών εντός της CBK δεν προκύπτει σαφώς στα [αριθμητικά στοιχεία] της Nielsen», η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι το γεγονός ότι χρησιμοποιείται ο προσδιορισμός «υποσχεθείσα» για τον προσδιορισμό της αναγγελίας της αυξήσεως τιμών, η οποία ήταν γνωστή στην αγορά ήδη από πολλούς μήνες, δεν συνιστά πειστική απόδειξη για την ύπαρξη συμπράξεως.
142 Πάντως, επισημαίνεται, όπως ορθώς αναφέρει η Επιτροπή, στην αιτιολογική σκέψη 182 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ερμηνεία της λέξης «υπόσχεται» όπως το γεγονός ότι «κάνει μνεία» απλώς για αύξηση τιμών αποκλίνει της συνήθους έννοιάς της. Το συμπέρασμα για την ύπαρξη δεσμεύσεως της προσφεύγουσας να αυξήσει τις τιμές της επιρρωννύεται από τη μνεία του γεγονότος ότι η αύξηση «δεν προκύπτει σαφώς στα [αριθμητικά στοιχεία] της Nielsen». Συγκεκριμένα, τα επίδικα δεδομένα στοιχεία των ταμείων των πολυκαταστημάτων χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλείο ελέγχου μέσω του οποίου η αύξηση τιμών της Bavaria κατέστη «δυνατή να αποδειχθεί» (αιτιολογική σκέψη 133 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η αναφορά στα δεδομένα αυτά στοιχεία, η οποία περιλαμβάνεται επίσης στις χειρόγραφες σημειώσεις του διευθυντή του τομέα επιτόπιας καταναλώσεως της Bavaria (παρατεθείσες στην αιτιολογική σκέψη 129 της προσβαλλομένης αποφάσεως), εντάσσεται πιο εύλογα στο πλαίσιο ελέγχου της τηρήσεως δεσμεύσεως παρά στο πλαίσιο εξακριβώσεως μιας απλής μνείας.
143 Στη συνέχεια, η ύπαρξη συναινέσεως για την αύξηση των τιμών πριν από το 1998 προκύπτει σαφέστερα από το εσωτερικό έγγραφο της Interbrew της 25ης Μαρτίου 1997 (παρατεθέν στην αιτιολογική σκέψη 89 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας, το οποίο αντλείται από το γεγονός ότι, στην πραγματικότητα, δεν εφαρμόστηκε καμία αύξηση τιμών πριν από το 1998, αρκεί η παρατήρηση ότι η απλή μη εκτέλεση συμφωνίας επί των τιμών δεν συνεπάγεται καθεαυτή ότι η ίδια η συμφωνία ουδέποτε υπήρξε.
144 Ούτε το γεγονός ότι η αύξηση τιμών για την οποία γίνεται λόγος στο έγγραφο έπρεπε να επέλθει «πριν από το 1998», ενώ τα επίμαχα προπαρατεθέντα αποδεικτικά στοιχεία συντάχθηκαν το 1998, δύναται να αναιρέσει την ύπαρξη σχέσεως μεταξύ των εγγράφων αυτών. Συγκεκριμένα, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι, λόγω των δυσκολιών σχετικά με τη διαπραγμάτευση των λεπτομερειών εφαρμογής της (ειδικότερα, της διαφοροποιημένης αυξήσεως τιμών των τύπων A και B, για την οποία γίνεται λόγος στο εσωτερικό έγγραφο της Interbrew), η αύξηση τιμών, αρχικώς προβλεφθείσα εντός του 1997, αναβλήθηκε κατ’ αρχάς για το επόμενο έτος και, στη συνέχεια, οι ζυθοποιοί την εγκατέλειψαν.
145 Όσον αφορά τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι, παρά τη συζήτηση περί των εκπτώσεων, οι οποίες χορηγούνται στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως, οι ζυθοποιοί εξακολούθησαν να εφαρμόζουν αυτοτελώς τις στρατηγικές τους στην αγορά, αρκεί η υπενθύμιση ότι πρέπει να τεκμαίρεται, πλην αποδείξεως του εναντίου η οποία βαρύνει τους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες, ότι οι επιχειρήσεις που έχουν μετάσχει στη συνεννόηση και εξακολουθούν να δρουν στην αγορά λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες που αντήλλαξαν με τους ανταγωνιστές τους για να καθορίσουν τη συμπεριφορά τους στην αγορά. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν η σύμπραξη λαμβάνει χώρα σε τακτά διαστήματα επί μακρό χρονικό διάστημα, όπως εν προκειμένω (βλ., συναφώς, απόφαση Hüls κατά Επιτροπής, σκέψη 36 ανωτέρω, σκέψη 162).
146 Τέταρτον, όσον αφορά τη διμερή σύμπραξή της με την Interbrew στο τμήμα της μπίρας ιδιωτικού σήματος, κατ’ αρχάς, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι το από 26 Σεπτεμβρίου 1997 εσωτερικό έγγραφο της Interbrew (παρατεθέν στην αιτιολογική σκέψη 227 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και η δήλωση της InBev της 21ης Φεβρουαρίου 2006 (παρατεθείσα στην αιτιολογική σκέψη 228 της προσβαλλομένης αποφάσεως) αφορούν πελάτη εγκατεστημένο στη Γερμανία και, επομένως, δεν μπορούν να αποτελέσουν, καθεαυτά, αποδεικτικά στοιχεία για παράβαση αφορώσα την ολλανδική αγορά. Στη συνέχεια, όσον αφορά τα σχετικά με τη συνάντηση της 14ης ή της 15ης Ιουνίου 1998 στοιχεία, ήτοι τις χειρόγραφες σημειώσεις ενός από τους διευθύνοντες συμβούλους της προσφεύγουσας (παρατεθείσες στην αιτιολογική σκέψη 236 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και το απόσπασμα της δηλώσεως της InBev της 21ης Φεβρουαρίου 2006 (παρατεθέν στην αιτιολογική σκέψη 238 της προσβαλλομένης αποφάσεως), από τα οποία προκύπτει ότι αποφασίστηκε ότι μια σύμβαση με οργάνωση αγοράς εμπόρων λιανικής πωλήσεως θα πήγαινε στην Interbrew στις Κάτω Χώρες και ότι, στη συνέχεια, ο διευθύνων σύμβουλος της InBev πληροφόρησε τους λοιπούς συμμετέχοντες ότι δεν έπρεπε πλέον να υποβάλλουν προσφορές στην εν λόγω οργάνωση, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι από τα επίδικα στοιχεία προκύπτει ότι η απόφαση αυτή είχε ήδη ληφθεί κατά τον χρόνο της συναντήσεως. Κατά την προσφεύγουσα, τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν, συνεπώς, σύμπραξη μεταξύ της ιδίας και των λοιπών ζυθοποιών περί του προμηθευτή ο οποίος θα προμήθευε στο μέλλον την εν λόγω οργάνωση.
147 Συναφώς, επισημαίνεται ότι τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δέχθηκε η Επιτροπή για να αποδείξει διμερή σύμπραξη μεταξύ της προσφεύγουσας και της Interbrew δεν περιορίζονται σε αυτά για τα οποία έγινε λόγος στη σκέψη 146 ανωτέρω, αλλά περιλαμβάνουν επίσης τα προβληθέντα στην αιτιολογική σκέψη 224 της προσβαλλομένης αποφάσεως έγγραφα, σχετικά με πλείονες διμερείς συναντήσεις μεταξύ της προσφεύγουσας και της Interbrew, την ερμηνεία των οποίων δεν αμφισβήτησε η προσφεύγουσα. Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι μεταξύ των συζητηθέντων ζητημάτων περιλαμβάνεται «η κατάσταση της αγοράς των ιδιωτικών σημάτων στις Κάτω Χώρες και το γεγονός ότι η Bavaria είχε πάρει έναν πελάτη από την Interbrew […] [καθώς και την] κατώτατη προσφορά που έγινε σε [πελάτη]» (αιτιολογική σκέψη 224 και υποσημείωση 495 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
148 Εξάλλου, μολονότι τα προβληθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 227 και 228 της προσβαλλομένης αποφάσεως στοιχεία αφορούν πελάτη εγκατεστημένο στη Γερμανία και τα προβληθέντα στις αιτιολογικές σκέψεις 236 και 238 στοιχεία αφορούν ένα ήδη τετελεσμένο γεγονός, παρ’ όλ’ αυτά τα εν λόγω στοιχεία αποτελούν κρίσιμη ένδειξη για την ύπαρξη πρακτικής μεταξύ της προσφεύγουσας και της Interbrew περί ανταλλαγής ευαίσθητων πληροφοριών για την αγορά και, επομένως, ενισχύουν τα προβληθέντα στην αιτιολογική σκέψη 224 της προσβαλλομένης αποφάσεως προς στήριξη της διαπιστώσεως ότι υφίσταται διμερής σύμπραξη μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών στο τμήμα της μπίρας ιδιωτικού σήματος.
149 Πέμπτον, όσον αφορά τη συμμετοχή στις συναντήσεις στην Breda με την Interbrew Nederland και τους Βέλγους ζυθοποιούς Interbrew Belgique, Alken-Maes, Haacht και Martens, η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι οι συναντήσεις αυτές οργανώθηκαν με πρωτοβουλία της Interbrew και αναφέρει τις ακόλουθες δηλώσεις του Βέλγου ζυθοποιού Alken-Maes και του ομίλου Danone SA, παρατεθείσες στις αιτιολογικές σκέψεις 160 και 177 της αποφάσεως 2003/569/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 81 [ΕΚ] (Υπόθεση IV/37.614/F3 PO/Interbrew και Alken-Maes) (ΕΕ 2003, L 200, σ. 1):
– Alken-Maes: «Όσον αφορά την ολλανδική αγορά, απαγορεύθηκε κάθε ανταλλαγή πληροφοριών»·
– Όμιλος Danone: «Εξάλλου, η αγορά της μπίρας ιδιωτικού σήματος δεν καλύφθηκε πλήρως, δεδομένου ότι οι αλλοδαποί παραγωγοί αρνήθηκα να συνεργαστούν».
150 Ωστόσο, οι δηλώσεις αυτές πρέπει να ερμηνευθούν υπό το πρίσμα των στοιχείων τα οποία επικαλείται η Επιτροπή στις αιτιολογικές σκέψεις 234, 240 και 241 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
151 Κατ’ αρχάς, από τη δήλωση της Haacht σχετικά με την πρώτη συνάντηση της 14ης ή της 15ης Ιουνίου 1998 προκύπτει ότι η άρνηση ανταλλαγής πληροφοριών αφορά, συγκεκριμένα, μόνον τις τιμές: «Όσον αφορά τις τιμές, οι συμμετέχοντες συμφώνησαν κατ’ αρχήν να μην ανταλλάξουν συναφώς πληροφορίες […]». Αντιθέτως, οι Ολλανδοί ζυθοποιοί «[…] συμφώνησαν να ανταλλάξουν στοιχεία σχετικά με τους όγκους, τα είδη συσκευασίας, τη διάρκεια των συμβάσεων και τις τυχόν καταληκτικές ημερομηνίες των συμβάσεων και τους πελάτες». Εξάλλου, από τη δήλωση αυτή προκύπτει ότι «οι συμμετέχοντες στη συνάντηση έκριναν ότι έπρεπε να αναθέσουν σε ένα ουδέτερο μέρος να συγκεντρώσει τις ανταλλαγείσες πληροφορίες[· τ]ο αίτημα αυτό υποβλήθηκε διότι τα παρόντα στην ολλανδική αγορά μέρη δεν είχαν εμπιστοσύνη στα λοιπά μέρη[·] η Haacht εκλήθη να συγκεντρώσει τις πληροφορίες κατά το μέτρο που δεν ασκούσε δραστηριότητες στην ολλανδική αγορά».
152 Στη συνέχεια, από τη δήλωση της Haacht σχετικά με τη δεύτερη συνάντηση της 7ης Ιουλίου 1998 προκύπτει ότι, κατά τη συνάντηση αυτή, «η Haacht προέβη σε διανομή των πληροφοριών που συνελέγησαν στην ολλανδική αγορά».
153 Τέλος, από τη δήλωση ενός διευθυντή του τομέα «της καταναλώσεως εκτός καταστήματος» της InBev (αιτιολογική σκέψη 241 της προσβαλλομένης αποφάσεως) προκύπτει ότι «η Bavaria και η Interbrew κοινοποίησαν μόνον τους όγκους ανά ιδιωτικό σήμα και ανά πελάτη, οι δε [βελγικές] ζυθοποιίες ανέφεραν επίσης τις προμήθειες[· ο] συνολικός πίνακας καταρτίστηκε από τον εμπορικό διευθυντή της Haacht[· α]πεστάλη στις ιδιωτικές διευθύνσεις των παρόντων προσώπων».
154 Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, δεν μπορούν να γίνουν δεκτά τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας ως προς την έλλειψη συμφωνίας με τους λοιπούς συμμετέχοντες στις συναντήσεις για την ανταλλαγή εμπιστευτικών επαγγελματικών πληροφοριών.
155 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή γνωστοποίησε μια δέσμη επακριβών και συγκλινόντων αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία αποδεικνύουν, επαρκώς κατά νόμο, τις πραγματικές διαπιστώσεις σχετικά με τα συστατικά στοιχεία της επίδικης παραβάσεως περί του συντονισμού των τιμών και των αυξήσεων των τιμών και της κατανομής της πελατείας. Εξάλλου, το κύρος των εν λόγω διαπιστώσεων δεν διακυβεύεται από τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας σχετικά με τα στοιχεία που απαριθμούνται στη σκέψη 132 ανωτέρω.
156 Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας, η οποία αντλείται από πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών σχετικά με τα εν λόγω δύο συστατικά στοιχεία της επίδικης παραβάσεως.
– Επί των πραγματικών στοιχείων σχετικά με τη διαπίστωση περιστασιακού συντονισμού των λοιπών εμπορικών όρων οι οποίοι προσφέρονται σε μεμονωμένους πελάτες στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως
157 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις συντόνισαν τους εμπορικούς όρους, πλην των τιμών, που χορηγήθηκαν στους πελάτες του τμήματος επιτόπιας καταναλώσεως.
158 Η Επιτροπή φρονεί ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις, για τις οποίες γίνεται λόγος στις αιτιολογικές σκέψεις 67 και 138 της προσβαλλομένης αποφάσεως, περιλαμβάνουν την απόδειξη περιστασιακού συντονισμού, μεταξύ των τεσσάρων ζυθοποιών, ορισμένων εμπορικών όρων, όπως οι προϋποθέσεις δανείων, που προτείνονται σε μεμονωμένους πελάτες του τομέα της επιτόπιας καταναλώσεως (αιτιολογική σκέψη 258 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
159 Οι χειρόγραφες σημειώσεις, παρατεθείσες στην αιτιολογική σκέψη 67 της προσβαλλομένης αποφάσεως, περιλαμβάνουν την ακόλουθη μνεία: «Εγγυήσεις/χρηματοδοτήσεις: χρημ[ατοδοτήσεις] για [...] άνω των αναγκών συγκεκριμένων σημείων. Επομένως […] εκατ[ομμύρια]».
160 Κατά την Επιτροπή, το απόσπασμα αυτό σημαίνει, επομένως, ότι, κατά τη συνάντηση της 27ης Φεβρουαρίου 1996, οι ζυθοποιοί συζήτησαν για εγγυήσεις και χρηματοδοτήσεις που έχουν χορηγηθεί ή θα χορηγηθούν από έναν ή πλείονες ζυθοποιούς υπέρ ορισμένων σημείων εκμεταλλεύσεως (αιτιολογική σκέψη 68 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
161 Πάντως, παρατηρείται ότι η προσφεύγουσα προτείνει μιαν άλλη πιθανή ερμηνεία του επικληθέντος από την Επιτροπή αποσπάσματος, αναφέροντας ότι εντάσσεται στο πλαίσιο συζητήσεως για τους «αμφίβολης φερεγγυότητας οφειλέτες».
162 Στην αιτιολογική σκέψη 138 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται τις χειρόγραφες σημειώσεις ενός διευθυντή επιτόπιας καταναλώσεως της Bavaria σχετικά με τη συνάντηση της 12ης Μαρτίου 1998, στις οποίες περιλαμβάνεται το ακόλουθο απόσπασμα: «Bav επιτόκιο […]%; εκτός αν υπάρχει αποζημίωση για διαφήμιση». Κατά την Επιτροπή, το απόσπασμα αυτό αποδεικνύει ότι διεξήχθη συζήτηση περί του επιπέδου των επιτοκίων που εφαρμόζονται στα δάνεια που χορηγούνται στα σημεία πωλήσεως επιτόπιας καταναλώσεως (αιτιολογική σκέψη 142 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
163 Πάντως, ακόμα και αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή ερμήνευσε ορθώς τις χειρόγραφες σημειώσεις, βάσει του μεμονωμένου και λακωνικού χαρακτήρα της μνείας αυτής και της ελλείψεως κάθε συγκεκριμένης ενδείξεως για τη συμμετοχή των λοιπών ζυθοποιών σε συζήτηση επί των επίμαχων ζητημάτων, οι εν λόγω σημειώσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επαρκής απόδειξη της υπάρξεως συμπαιγνίας για τον περιστασιακό συντονισμό ορισμένων εμπορικών όρων.
164 Με τις απαντήσεις της στα τεθέντα από το Γενικό Δικαστήριο ερωτήματα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις, για τις οποίες γίνεται λόγος στις αιτιολογικές σκέψεις 67 και 138 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενισχύονται από τη δήλωση της InBev, από την οποία προκύπτει, αφενός, ότι η συνάντηση «Catherijne» της 12ης Μαρτίου 1998 ασχολήθηκε τόσο με ζητήματα αφορώντα τον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως όσο και τον τομέα της καταναλώσεως εκτός καταστήματος και, αφετέρου, ότι οι μετέχοντες στις συναντήσεις «Catherijne» συμφώνησαν για τις επενδύσεις στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως με σκοπό να αποφύγουν την προσέλκυση πελατών.
165 Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα δύο αποσπάσματα που παραθέτει η Επιτροπή, καθώς και η παραπομπή «στο πνεύμα της δηλώσεως της InBev» από την Επιτροπή, δεν προσκομίζουν συγκεκριμένα στοιχεία για την ύπαρξη συζητήσεων μεταξύ των ζυθοποιών περί του συντονισμού των όρων χορηγήσεως δανείων και, επομένως, δεν μπορούν να στηρίξουν το συμπέρασμα που άντλησε συναφώς η Επιτροπή.
166 Επομένως, επισημαίνεται ότι η διαπίστωση της Επιτροπής σχετικά με τον περιστασιακό συντονισμό, μεταξύ των ζυθοποιών, των όρων των δανείων που προτείνονται σε μεμονωμένους πελάτες του τομέα της επιτόπιας καταναλώσεως στηρίζεται σε αποσπασματικά και αόριστα αποδεικτικά στοιχεία.
167 Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη, αφενός, του μεμονωμένου και λακωνικού χαρακτήρα των χειρόγραφων σημειώσεων, για τις οποίες γίνεται λόγος στις αιτιολογικές σκέψεις 67 και 138 της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και της πιθανής εναλλακτικής ερμηνείας την οποία προβάλλει η προσφεύγουσα και, αφετέρου, της ελλείψεως συγκεκριμένων συναφώς στοιχείων στη δήλωση της InBev, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε, επαρκώς κατά νόμο, ότι η επίδικη παράβαση περιλαμβάνει «περιστασιακό συντονισμό άλλων εμπορικών όρων που οι επιχειρήσεις προσέφεραν σε μεμονωμένους πελάτες στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως στις Κάτω Χώρες».
168 Επομένως, η διαπίστωση που έγινε συναφώς, στην αιτιολογική σκέψη 258 και στο άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδεδειγμένη.
169 Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας, η οποία αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών σχετικά με τον περιστασιακό συντονισμό των λοιπών εμπορικών όρων που προσφέρονται σε μεμονωμένους πελάτες στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως.
– Επί της προβαλλομένης πλάνης περί το δίκαιο και του χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών
170 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η διαπίστωση της Επιτροπής περί της υπάρξεως ενός συνόλου συμφωνιών και/ή συμπεφωνημένων πρακτικών μεταξύ επιχειρήσεων υπό την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ προκύπτει από πλάνη περί την ερμηνεία και την εφαρμογή της διατάξεως αυτής (αιτιολογικές σκέψεις 337 και 341 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
171 Υπενθυμίζεται, κατ’ αρχάς, ότι, στο πλαίσιο των πολυμερών συναντήσεων και των διμερών επαφών τους, οι τέσσερις ζυθοποιοί αντάλλαξαν, πλειστάκις, ευαίσθητες πληροφορίες περί της αγοράς (τις τιμές, το ποσό των εκπτώσεων και τις συγκεκριμένες προσφορές σε ορισμένους πελάτες), οι οποίες ήσαν ορισμένες φορές αρκετά λεπτομερείς (έγγραφα για τα οποία γίνεται λόγος στις αιτιολογικές σκέψεις 129 και 174 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και περιλαμβάνουν συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία τιμών (έγγραφα για τα οποία γίνεται λόγος στις αιτιολογικές σκέψεις 76, 89, 117, 129 και 174 της προσβαλλομένης αποφάσεως), εκπτώσεων και προμηθειών για μείωση (έγγραφα για τα οποία γίνεται λόγος στις αιτιολογικές σκέψεις 143 και 165 της προσβαλλομένης αποφάσεως), καθώς και στοιχεία αφορώντα πελάτες και σημεία πωλήσεως τόσο στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως (έγγραφα για τα οποία γίνεται λόγος στις αιτιολογικές σκέψεις 92, 143, 156, 165 και 184 της προσβαλλομένης αποφάσεως) όσο και στον τομέα της καταναλώσεως εκτός καταστήματος (έγγραφα για τα οποία γίνεται λόγος στις αιτιολογικές σκέψεις 76 και 156 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
172 Συζητήθηκαν επίσης ορισμένες συγκεκριμένες προτάσεις για τη συμπεριφορά στην αγορά, μεταξύ άλλων η πρόταση για αύξηση των τιμών σε δύο φάσεις στον τομέα της καταναλώσεως εκτός καταστήματος (έγγραφο για το οποίο γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 89 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
173 Το γεγονός ότι ουδέποτε συντάχθηκαν επίσημα πρακτικά για τις συναντήσεις «Catherijne», ότι η ουσία των συζητήσεων ουδέποτε καταγράφηκε σε εσωτερικό σημείωμα και ότι οι ημερήσιες διατάξεις και τα σημειώματα επ’ ευκαιρία των συναντήσεων αυτών καταστράφηκαν τον Νοέμβριο του 1998 (δήλωση της InBev παρατεθείσα στην αιτιολογική σκέψη 61 της προσβαλλομένης αποφάσεως) επισημαίνουν, εξάλλου, ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, οι συζητήσεις ήσαν εμπιστευτικού χαρακτήρα και οι μετέχοντες ήσαν εν γνώσει της μη σύννομης συμπεριφοράς τους και προσπαθούσαν να την αποκρύψουν.
174 Αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, από τα τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία που εξέτασε η Επιτροπή προκύπτει ότι επιτεύχθηκε σύγκλιση βουλήσεως ως προς ορισμένες προτάσεις, όπως η πρόταση αναθέσεως συμβάσεως με οργάνωση αγοράς εμπόρων λιανικής στην Interbrew (έγγραφο για το οποίο γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 236 και υποσημείωση 531 της προσβαλλομένης αποφάσεως) και η πρόταση συμφωνηθείσας αυξήσεως των τιμών πριν ή κατά τη διάρκεια του έτους 1998 (έγγραφο για το οποίο γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 89 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
175 Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ύπαρξη συμφωνίας κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ δεν διακυβεύεται ούτε από την πιθανότητα ότι η σύγκλιση βουλήσεως των ζυθοποιών δεν αφορούσε συγκεκριμένες λεπτομέρειες εφαρμογής της αυξήσεως τιμών, ούτε από το γεγονός ότι η εν λόγω σύγκλιση βουλήσεως, στην πραγματικότητα, ουδέποτε επιτεύχθηκε στην αγορά.
176 Συγκεκριμένα, ακόμα και αν υποτεθεί ότι ουδέποτε επιτεύχθηκε συμφωνία ως προς συγκεκριμένα στοιχεία του σχεδιαζόμενου περιορισμού, ορθώς η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, εξακολουθώντας τακτικώς τις συζητήσεις τους, οι ζυθοποιοί εκδήλωσαν σαφώς την κοινή τους πρόθεση να καταλήξουν σε αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμφωνία (αιτιολογική σκέψη 341 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
177 Κατά τα λοιπά, η συνεχής ανταλλαγή ευαίσθητων πληροφοριών, οι οποίες δεν είναι προσιτές στο κοινό και τις οποίες οι εκπρόσωποι των τεσσάρων ζυθοποιών έκριναν χρήσιμο να σημειώνουν στα σημειωματάριά τους και να τις αναφέρουν στο πλαίσιο της εσωτερικής αλληλογραφίας τους, είχε ασφαλώς ως συνέπεια ότι μείωσε την αβεβαιότητα εκάστου όσον αφορά την αναμενόμενη συμπεριφορά των ανταγωνιστών του.
178 Συναφώς, τεκμαίρεται, πλην αποδείξεως του εναντίου η οποία βαρύνει τους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες, ότι οι επιχειρήσεις που έχουν μετάσχει στη σύμπραξη και εξακολουθούν να δρουν στην αγορά λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες που αντάλλαξαν με τους ανταγωνιστές τους για να καθορίσουν τη συμπεριφορά τους στην αγορά αυτή. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν η σύμπραξη λαμβάνει χώρα σε τακτά διαστήματα επί μακρό χρονικό διάστημα, όπως συμβαίνει εν προκειμένω (βλ., συναφώς, απόφαση Hüls κατά Επιτροπής, σκέψη 36 ανωτέρω, σκέψη 162).
179 Η προσφεύγουσα φρονεί, κατ’ ουσίαν, ότι ανέστρεψε το τεκμήριο αυτό αποδεικνύοντας ότι, παρά τις συζητήσεις, οι τέσσερις ζυθοποιοί καθόρισαν τη συμπεριφορά τους στην αγορά αυτοτελώς.
180 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Είναι ασφαλώς αληθές ότι τόσο οι δηλώσεις των διευθυνόντων συμβούλων της InBev καθώς και το γεγονός ότι η Heineken αύξησε τις τιμές της μόλις τον Φεβρουάριο του 2000 πιστοποιούν ότι, κατά την επικριθείσα περίοδο, κάθε ζυθοποιός ακολουθούσε την πολιτική του στην αγορά. Ωστόσο, μολονότι η τελευταία αυτή διαπίστωση δύναται να αποδείξει ότι δεν υπήρχαν τυπικές αναλήψεις δεσμεύσεων ή πραγματικός συντονισμός μεταξύ των ζυθοποιών, δεν αρκεί για να αποδείξει ότι οι ζυθοποιοί ουδέποτε έλαβαν υπόψη τους τις ανταλλαγείσες πληροφορίες κατά τις επικριθείσες συναντήσεις για να καθορίσουν τη συμπεριφορά τους στην αγορά, όπως ήθελε έκαστος.
181 Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δεν κατάφερε να αναιρέσει το τεκμήριο που απορρέει από τη νομολογία, το οποίο παρατέθηκε στη σκέψη 178 ανωτέρω.
182 Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα συστατικά στοιχεία εναρμονισμένης πρακτικής, τα οποία απορρέουν από τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 36 και 37 ανωτέρω, συντρέχουν, εν προκειμένω, όσον αφορά τη συμπεριφορά σχετικά, αφενός, με συντονισμό των τιμών και των αυξήσεων των τιμών της μπίρας και, αφετέρου, με περιστασιακό συντονισμό για την κατανομή της πελατείας.
183 Υπό τις συνθήκες αυτές, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή δικαιούνταν να χαρακτηρίσει την επίδικη συμπεριφορά ως «σύνολο συμφωνιών και/ή εναρμονισμένων πρακτικών», καθόσον η εν λόγω συμπεριφορά περιλαμβάνει τόσο στοιχεία που πρέπει να χαρακτηρισθούν ως «συμφωνίες» όσο και στοιχεία που πρέπει να χαρακτηρισθούν ως «εναρμονισμένες πρακτικές». Συγκεκριμένα, ενώπιον σύνθετης πραγματικής καταστάσεως, ο διπλός χαρακτηρισμός στον οποίο προέβη η Επιτροπή στο άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν πρέπει να νοηθεί ως χαρακτηρισμός που απαιτεί συγχρόνως και σωρευτικώς να αποδεικνύεται ότι έκαστο των πραγματικών αυτών στοιχείων αποτελεί συστατικό στοιχείο συμφωνίας και εναρμονισμένης πρακτικής, αλλά ότι προσδιορίζει ένα σύνθετο σύνολο πραγματικών στοιχείων, ορισμένα από τα οποία χαρακτηρίσθηκαν ως συμφωνίες και άλλα ως εναρμονισμένες πρακτικές υπό την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ, το οποίο δεν προβλέπει συγκεκριμένο χαρακτηρισμό για το εν λόγω είδος σύνθετης παραβάσεως (βλ., συναφώς, απόφαση Hercules Chemicals κατά Επιτροπής, σκέψη 34 ανωτέρω, σκέψη 264).
184 Τέλος, η προσφεύγουσα, ισχυριζόμενη ότι υπάρχει προσβολή της αρχής ne bis in idem, αμφισβητεί ότι μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για την προβαλλόμενη σύμπραξη με τους Βέλγους ζυθοποιούς περί του τμήματος της μπίρας ιδιωτικού σήματος.
185 Η προσφεύγουσα προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι η βελγο-ολλανδική σύμπραξη αποτέλεσε ήδη το αντικείμενο της αποφάσεως 2003/569 και ότι, με την εν λόγω απόφαση, δεν της επιβλήθηκαν κυρώσεις για την παρουσία της στις συναντήσεις στην Breda με την Interbrew Nederland και τους Βέλγους ζυθοποιούς Interbrew Belgique, Alken-Maes, Haacht και Martens, οπότε η Επιτροπή δεν μπορεί να της επιβάλει εκ νέου κυρώσεις χωρίς να προσβάλει την αρχή ne bis in idem, η οποία απαγορεύει τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης μιας επιχειρήσεως λόγω συμπεριφοράς για την οποία η εν λόγω επιχείρηση έχει απαλλαγεί προγενέστερα.
186 Πρέπει να υπομνησθεί ότι η αρχή ne bis in idem, η οποία συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, την τήρηση της οποίας διασφαλίζει ο δικαστής, απαγορεύει την επιβολή πλειόνων κυρώσεων στο ίδιο πρόσωπο για την ίδια παράνομη συμπεριφορά προς προστασία του ιδίου εννόμου συμφέροντος. Η εφαρμογή της αρχής αυτής εξαρτάται από τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις, ήτοι από την ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών, την ταυτότητα του παραβάτη και την ταυτότητα του προστατευομένου εννόμου συμφέροντος (απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 41 ανωτέρω, σκέψη 338).
187 Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι η προσφεύγουσα δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεκτών της αποφάσεως 2003/569, ούτε εξάλλου της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της εν λόγω αποφάσεως. Από τις αιτιολογικές σκέψεις 250 έως 260 της αποφάσεως 2003/569 προκύπτει σαφώς ότι η συμμετοχή της προσφεύγουσας στις συναντήσεις στην Breda αναφέρεται μόνο στο πλαίσιο της εκθέσεως των πραγματικών περιστατικών και δεν αποτέλεσε το αντικείμενο καμίας νομικής εκτιμήσεως εκ μέρους της Επιτροπής. Εξάλλου, είναι προφανές ότι η εν λόγω απόφαση ουδόλως είχε ως αντικείμενο να κριθεί ότι η προσφεύγουσα εμπλέκεται στη βελγο-ολλανδική σύμπραξη.
188 Επομένως, δεδομένου ότι, στο πλαίσιο της αποφάσεως 2003/569, δεν επιβλήθηκαν κυρώσεις στην προσφεύγουσα για την εν προκειμένω επίμαχη παράνομη συμπεριφορά, η επιχειρηματολογία της η οποία αντλείται από προσβολή της αρχής ne bis in idem δεν είναι βάσιμη.
189 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας, η οποία αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο.
190 Τέλος, εφόσον η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει πλάνη περί το δίκαιο στην εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, πρέπει να απορριφθεί και η επιχειρηματολογία της, η οποία βασίζεται κατ’ ουσίαν στην ίδια προϋπόθεση, ότι η Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένως τη διάταξη αυτή, κατά προσβολή της αρχής του τεκμηρίου της αθωότητας, και παρέλειψε να προσκομίσει επαρκείς λόγους προς στήριξη της διαπιστώσεως της παραβάσεως.
– Συμπέρασμα
191 Αφού ολοκληρώθηκε η εξέταση του δεύτερου λόγου ακυρώσεως ανωτέρω, επισημαίνεται ότι η διαπίστωση της Επιτροπής ως προς την ύπαρξη περιστασιακού συντονισμού των εμπορικών όρων, πλην των τιμών, που προσφέρονται σε μεμονωμένους καταναλωτές στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως στις Κάτω Χώρες δεν αποδείχθηκε επαρκώς κατά νόμον και δεν μπορεί να γίνει δεκτή (βλ. σκέψεις 159 έως 169 ανωτέρω).
192 Κατά συνέπεια, πρέπει να ακυρωθεί το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον δέχεται το εν λόγω συστατικό στοιχείο της επίδικης παραβάσεως καθώς και να αναθεωρηθεί, συνακολούθως, το ποσό του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου. Οι συγκεκριμένες συνέπειες της αναθεωρήσεως αυτής διευκρινίζονται στις σκέψεις 344 και 345 κατωτέρω.
193 Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
Επί του τρίτου λόγου, περί της διάρκειας της παραβάσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
194 Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τον καθορισμό της 27ης Φεβρουαρίου 1996 και της 3ης Νοεμβρίου 1999 ως ημερομηνίες ενάρξεως και λήξεως της παραβάσεως που της καταλογίστηκε. Μεταξύ άλλων, η προσφεύγουσα φρονεί ότι για την απόδειξη της ενάρξεως και της λήξεως της παραβάσεως υπάρχουν μεγαλύτερες απαιτήσεις από πλευράς αποδεικτικών στοιχείων, οι οποίες δεν πληρούνται εν προκειμένω.
195 Όσον αφορά τη συνάντηση της 27ης Φεβρουαρίου 1996, η οποία έγινε δεκτή ως ημερομηνία ενάρξεως της παραβάσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις, που επικαλείται η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 67 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφορούν γενική συζήτηση σχετικά με τους «αμφίβολης φερεγγυότητας οφειλέτες» στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιορίζει τον ανταγωνισμό.
196 Όσον αφορά τη συνάντηση της 3ης Νοεμβρίου 1999, η οποία έγινε δεκτή ως ημερομηνία λήξεως της παραβάσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η διαπίστωση της Επιτροπής περί του μη σύννομου χαρακτήρα της συναντήσεως αυτής αντιφάσκει με τις δηλώσεις των διευθυντών της InBev.
197 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
198 Η διάρκεια της παραβάσεως αποτελεί συστατικό στοιχείο της έννοιάς της, βάσει του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, το βάρος αποδείξεως του οποίου φέρει, κυρίως, η Επιτροπή. Συναφώς, η νομολογία απαιτεί ότι, όταν δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία δυνάμενα να αποδείξουν άμεσα τη διάρκεια μιας παραβάσεως, η Επιτροπή στηρίζεται, τουλάχιστον, σε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με πραγματικά περιστατικά χωρίς μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους, ώστε να μπορεί λογικά να γίνει δεκτό ότι η παράβαση συνεχίστηκε αδιάλειπτα μεταξύ δύο συγκεκριμένων ημερομηνιών (βλ. απόφαση Peróxidos Orgánicos κατά Επιτροπής, σκέψη 78 ανωτέρω, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
199 Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τον καθορισμό τόσο της ημερομηνίας ενάρξεως όσο και της ημερομηνίας λήξεως της παραβάσεως.
– Περί του καθορισμού της ημερομηνίας ενάρξεως της παραβάσεως
200 Η Επιτροπή δέχθηκε την 27η Φεβρουαρίου 1996 ως ημερομηνία ενάρξεως της επίδικης παραβάσεως, προκειμένου για την ημερομηνία της πρώτης συναντήσεως «Catherijne» ως προς την οποία διέθετε άμεσες αποδείξεις της παρουσίας των τεσσάρων ζυθοποιών.
201 Όπως διαπιστώθηκε στις σκέψεις 159 έως 169 ανωτέρω, οι σχετικές με τη συνάντηση αυτή χειρόγραφες σημειώσεις, παρατεθείσες στην αιτιολογική σκέψη 67 της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν, καθεαυτές, σύνολο αποδεικτικών στοιχείων δυναμένων να στηρίξουν, επαρκώς κατά νόμο, τη διαπίστωση της παραβάσεως περί του περιστασιακού συντονισμού άλλων εμπορικών όρων που προσφέρονται σε μεμονωμένους καταναλωτές στον τομέα της επιτόπιας καταναλώσεως.
202 Ωστόσο, η εν λόγω θεώρηση δεν εμποδίζει καθεαυτή να χρησιμοποιούνται τα ίδια στοιχεία για τον καθορισμό της ημερομηνίας ενάρξεως της παραβάσεως, λαμβανομένης υπόψη ως συνόλου.
203 Συγκεκριμένα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η συνάντηση της 27ης Φεβρουαρίου 1996 αποτελεί μέρος πλειόνων περιοδικών συναντήσεων στις οποίες παρευρίσκονταν οι ίδιοι συμμετέχοντες και οι οποίες διεξάγονταν υπό παρεμφερείς συνθήκες. Προσδιορίζονταν με την ονομασία «σύμπραξη Catherijne» και «επιτροπή για την ημερήσια διάταξη», συγκέντρωναν εκπροσώπους των τεσσάρων Ολλανδών ζυθοποιών Heineken, InBev, Grolsch και Bavaria, οργανώνονταν παράλληλα με τις επίσημες συναντήσεις της CBK και για τις συζητήσεις που διεξάγονταν στο πλαίσιό τους δεν γινόταν ποτέ μνεία στα πρακτικά και σχεδόν ποτέ στα εσωτερικά σημειώματα. Στη δήλωση της InBev, οι συναντήσεις αυτές παρουσιάστηκαν επίσης ως αποτελούσες μέρος πλειόνων συναντήσεων και προσκομίστηκε ως παράρτημα πίνακας με ονόματα, διευθύνσεις, ημερομηνίες και τοποθεσίες διεξαγωγής πολλών από τις συναντήσεις αυτές, περιλαμβανομένης της συναντήσεως της 27ης Φεβρουαρίου 1996 (αιτιολογική σκέψη 44 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
204 Διαπιστώθηκε ήδη, τόσο βάσει της δηλώσεως της InBev όσο και πολλών άλλων αποδεικτικών στοιχείων, ότι οι συναντήσεις που αποτελούσαν μέρος των συναντήσεων αυτών είχαν αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αντικείμενο (βλ. σκέψεις 171 έως 176 ανωτέρω). Επομένως, αφενός, βάσει συνόλου στοιχείων που αποδεικνύουν τον συστηματικό χαρακτήρα των συναντήσεων καθώς και το αντίθετο προς τον ανταγωνισμό περιεχόμενό τους και, αφετέρου, της δηλώσεως της InBev, η οποία έχει σημαντική αποδεικτική αξία, αποδεικνύεται, με την επιφύλαξη της αποδείξεως του εναντίου, ότι το περιοριστικό του ανταγωνισμού αντικείμενο ισχύει για το σύνολο των επίδικων συναντήσεων, ακόμα και ελλείψει επαρκών αποδεικτικών στοιχείων όσον αφορά το περιεχόμενο ορισμένων από αυτές.
205 Η προσφεύγουσα φρονεί, κατ’ ουσίαν, ότι η λογική αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο πλαίσιο του καθορισμού των ημερομηνιών ενάρξεως και λήξεως της παραβάσεως. Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή πρέπει να αποδείξει επαρκώς κατά νόμο την ακριβή ημερομηνία ενάρξεως της παραβάσεως.
206 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, για τον καθορισμό της ημερομηνίας ενάρξεως της παραβάσεως, η Επιτροπή δεν βασίστηκε μόνο στα σχετικά με τη συνάντηση της 27ης Φεβρουαρίου 1996 στοιχεία.
207 Συγκεκριμένα, στις αιτιολογικές σκέψεις 466 έως 469 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρει, όσον αφορά έκαστον από τους εμπλεκόμενους ζυθοποιούς, περιλαμβανομένης της προσφεύγουσας, ότι έλαβε μέρος στην παράβαση «τουλάχιστον μεταξύ 27ης Φεβρουαρίου 1996 και 3ης Νοεμβρίου 1999». Περαιτέρω, στην αιτιολογική σκέψη 56 της προσβαλλομένης αποφάσεως, διευκρινίζει ότι, κατά τη δήλωση της InBev, η παράβαση άρχισε σαφώς πριν από το 1996, ήτοι:
– «το 1990 ή μάλλον νωρίτερα» όσον αφορά συζητήσεις περί των αυξήσεων των τιμών επιτόπιας καταναλώσεως·
– το «1993-1994» όσον αφορά συζητήσεις περί των εκπτώσεων και των μεταξύ ζυθοποιών μεταβιβάσεων των σημείων πωλήσεως επιτόπιας καταναλώσεως·
– το «1987» όσον αφορά συζητήσεις μεταξύ Oranjeboom-Interbrew και Bavaria για την μπίρα ιδιωτικού σήματος.
208 Λαμβανομένης υπόψη της σημαντικής αποδεικτικής αξίας της δηλώσεως της InBev, η Επιτροπή μπόρεσε να διαπιστώσει ότι η επίδικη παράβαση άρχισε τουλάχιστον κατά την ημερομηνία των πρώτων συναντήσεων το 1996, που περιλαμβάνονται στον συνημμένο στη δήλωση της InBev πίνακα, στις οποίες εκπροσωπήθηκε η InBev αφού απέκτησε την Oranjeboom το 1995.
209 Επομένως, καθόσον, πρώτον, αποδείχθηκε ότι η προσφεύγουσα εκπροσωπήθηκε στη συνάντηση της 27ης Φεβρουαρίου 1996 και, δεύτερον, από τη δήλωση της InBev προκύπτει ότι η προσφεύγουσα εμπλεκόταν από την αρχή στις συναντήσεις «Catherijne» το 1993 ή το 1994, η Επιτροπή ορθώς διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα εμπλεκόταν στην επίδικη παράβαση τουλάχιστον από τις 27 Φεβρουαρίου 1996.
210 Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έκανε δεκτή την ύπαρξη παραβάσεως πριν από την ημερομηνία αυτή συνιστά παραχώρηση προς τους αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συναφώς, επισημαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν καλείται να αποφανθεί επί της νομιμότητας ή της σκοπιμότητας της παραχωρήσεως αυτής (βλ., συναφώς, απόφαση JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 40 ανωτέρω, σκέψεις 340 και 341).
211 Υπό τις συνθήκες αυτές, όσον αφορά συνάντηση εντασσόμενη σε σύστημα τακτικών συναντήσεων, των οποίων ο αντίθετος προς τον ανταγωνισμό χαρακτήρας αποδείχθηκε επαρκώς κατά νόμο, η διαπίστωση της ημερομηνίας ενάρξεως της παραβάσεως δεν διακυβεύεται με την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας η οποία αντλείται από την ανεπάρκεια συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων για το περιεχόμενο της συναντήσεως της 27ης Φεβρουαρίου 1996.
212 Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση σχετικά με τον καθορισμό της ημερομηνίας ενάρξεως της παραβάσεως.
– Περί του καθορισμού της ημερομηνίας λήξεως της παραβάσεως
213 Η Επιτροπή έκανε δεκτή την 3η Νοεμβρίου 1999 ως ημερομηνία λήξεως της παραβάσεως για όλους τους εμπλεκόμενους ζυθοποιούς (αιτιολογικές σκέψεις 466 έως 469 της προσβαλλομένης αποφάσεως), προκειμένου για την ημερομηνία της τελευταίας συναντήσεως «Catherijne» για την οποία η Επιτροπή διαθέτει άμεσες αποδείξεις της παρουσίας των τεσσάρων ζυθοποιών. Η συνάντηση αυτή περιλαμβάνεται στο τέλος του συνημμένου στη δήλωση της InBev χρονολογικού πίνακα. Σύμφωνα με απάντηση της InBev σε αίτηση παροχής πληροφοριών εκ μέρους της Επιτροπής, η συνάντηση της 3ης Νοεμβρίου 1999 ήταν «συνάντηση Catherijne (ζητήματα επιτόπιας καταναλώσεως/επιτροπής για την ημερήσια διάταξη)[· ό]πως πάντοτε στις διαβουλεύσεις Catherijne, γινόταν κυρίως συζήτηση για υπερβολικές συμφωνίες και για ειρηνική συνύπαρξη» (αιτιολογική σκέψη 221 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
214 Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η δήλωση αυτή αντικρούεται από τις δηλώσεις των διευθυντών της InBev οι οποίοι παρέστησαν στη συνάντηση της 3ης Νοεμβρίου 1999, της οποίας επικαλείται τα ακόλουθα αποσπάσματα:
– «Στις 19 Αυγούστου 1999, έλαβε χώρα σύμπραξη στην οποία μετείχα. Στις 3 Νοεμβρίου 1999, έγινε συνάντηση στην οποία ο κ. […] και εγώ λάβαμε μέρος. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν συζητήσαμε συγκεκριμένα για συμπεριφορές στην αγορά. Η συνάντηση είχε μάλλον ανεπίσημο χαρακτήρα»·
– «Γίνονται συναντήσεις των τεσσάρων ζυθοποιών του τομέα επιτόπιας καταναλώσεως (Heineken, Grolsch, Bavaria και Interbrew). Έλαβα μέρος μόνον σε μία από αυτές, στις 3 Νοεμβρίου 1999 στο Enschede. Ο κ. […] με οδήγησε εκεί για να με παρουσιάσει. Η συνάντηση αυτή δεν είχε μεγάλη συνοχή. Επρόκειτο μάλλον για μια ευχάριστη συνάντηση, χωρίς ιδιαίτερη ημερήσια διάταξη. Έγιναν γενικά σχόλια για τις εκπτώσεις. Είχα την εντύπωση ότι υπήρχε ήδη από πολλών ετών ένα είδος συστήματος κλίμακας ή κανόνα για τις εκπτώσεις, αλλά τούτο ουδέποτε ειπώθηκε συγκεκριμένα. Συζητήθηκαν μόνον συνολικά ποσά εκπτώσεων σε πολύ γενικούς όρους, όπερ αποτέλεσε και την ευκαιρία να θιγούν ορισμένα γεγονότα. Το αίσθημά μου είναι ότι η κλίμακα δεν λειτουργούσε. Κάθε επιχειρηματίας καθόριζε τη δική του στρατηγική. Υπήρξε ίσως κάποια απόπειρα εκφοβισμού αλλά, παρ’ όλ’ αυτά, έκαστος έπραττε κατά το δοκούν».
215 Διαπιστώνεται ότι, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, οι δηλώσεις τις οποίες επικαλείται δεν αντικρούουν τα στοιχεία που έκανε δεκτά η Επιτροπή. Η μνεία σε «υπερβολικές συμφωνίες» και στην «ειρηνική συνύπαρξη», καθώς και στην «κλίμακα» και στον «κανόνα για τις εκπτώσεις», αφορούν σαφώς τον συντονισμό των ποσοστών των εκπτώσεων που εφαρμόζονταν στους πελάτες του τομέα επιτόπιας καταναλώσεως. Η μόνη διευκρίνιση που προστέθηκε με τις δηλώσεις των διευθυντών της InBev αφορά το επίπεδο των λεπτομερειών των συζητήσεων, οι οποίες φέρεται ότι περιορίζονταν σε «γενικά σχόλια», καθώς και στη μη ύπαρξη αποτελεσμάτων τους στην αγορά, ήτοι το γεγονός ότι «η κλίμακα δεν λειτουργούσε». Ωστόσο, επισημάνθηκε ήδη ότι ούτε ο γενικός χαρακτήρας των συζητήσεων ούτε η μη ύπαρξη αποτελεσμάτων τους στην αγορά δύνανται να αναιρέσουν τον παραβατικό χαρακτήρα της οικείας συναντήσεως (βλ. σκέψεις 69 έως 71 ανωτέρω).
216 Το γεγονός ότι η συνάντηση της 3ης Νοεμβρίου 1999 εντάσσεται σε ένα σύστημα αντιθέτων προς τον ανταγωνισμό συναντήσεων (βλ. σκέψεις 203 και 204 ανωτέρω) και ότι τα συζητηθέντα ζητήματα συνδέονταν με προγενέστερες συζητήσεις περιοριστικές του ανταγωνισμού δηλώνει, εξάλλου, ότι το αντικείμενο της ίδιας της προσκλήσεως στη συνάντηση ήταν η εξασφάλιση των απαραίτητων για τη συνέχιση των εν λόγω συζητήσεων προϋποθέσεων.
217 Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν υποτεθεί ότι υπάρχει κάποια αντίφαση μεταξύ των δηλώσεων των υπαλλήλων της InBev που επικαλείται η προσφεύγουσα, αφενός, και της απαντήσεως της InBev στην αίτηση παροχής πληροφοριών, αφετέρου, πρέπει να θεωρηθεί ότι η αποδεικτική ισχύς της τελευταίας δηλώσεως είναι μεγαλύτερη, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας ότι δήλωση εξ ονόματος της επιχειρήσεως καθεαυτήν υπερβαίνει την τυχόν αξιοπιστία μέλους του προσωπικού ανεξαρτήτως της προσωπικής του εμπειρίας ή γνώμης (βλ., συναφώς, απόφαση LR AF 1998 κατά Επιτροπής, σκέψη 77 ανωτέρω, σκέψη 45).
218 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση σχετικά με τον καθορισμό της ημερομηνίας λήξεως της παραβάσεως και, ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος στο σύνολό του.
Επί του πρώτου λόγου, ο οποίος αντλείται από παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
219 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της χρηστής διοικήσεως, καθόσον δεν διεξήγαγε πλήρη, ενδελεχή και αμερόληπτη έρευνα. Πρώτον, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η Επιτροπή ερμήνευσε συστηματικώς τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στον φάκελο της έρευνας μεροληπτικώς και μη αντικειμενικώς. Δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι απορρέουσες από την αίτηση περί επιεικείας της InBev δηλώσεις, δεδομένου ότι αποτελούν τον πυλώνα επί του οποίου στηρίζεται η Επιτροπή, έπρεπε να εκτιμηθούν πιο επιφυλακτικώς. Τρίτον, η προσφεύγουσα αναφέρει ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε προδήλως με επιλεκτικό τρόπο τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που διέθετε και παρέθεσε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον τα αποσπάσματα των αποδεικτικών αυτών στοιχείων που της παρείχαν τη δυνατότητα να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη παραβάσεως, μη λαμβάνοντας ηθελημένα υπόψη επιχειρήματα των άλλων μερών που θα αναιρούσαν τα συμπεράσματά της. Τέταρτον, η προσφεύγουσα επικρίνει το επιφορτισμένο με θέματα ανταγωνισμού μέλος της Επιτροπής για τις δηλώσεις τις οποίες φέρεται ότι απηύθυνε στο κοινό στο πλαίσιο ολλανδικού τηλεοπτικού προγράμματος αμέσως μετά την έκδοση της ανακοινώσεως των αιτιάσεων. Από τις δηλώσεις αυτές προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι, για την Επιτροπή, η ευθύνη των ζυθοποιών είχε ήδη στοιχειοθετηθεί προτού να έχουν την ευκαιρία να αμυνθούν έναντι της ανακοινώσεως των αιτιάσεων.
220 Πέμπτον, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι τροποποίησε τις αιτιάσεις κατά τη διάρκεια της έρευνας. Κατ’ ουσίαν, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η αιτίαση περί της περιστασιακής συμπράξεως για την κατανομή της πελατείας στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως και τον τομέα της καταναλώσεως εκτός καταστήματος δεν περιλαμβανόταν στην ανακοίνωση των αιτιάσεων. Έκτον, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η Επιτροπή δεν ανέλυσε τα αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η προσφεύγουσα διεξήγαγε έντονο ανταγωνισμό και καθόρισε τις τιμές της αυτοτελώς.
221 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
222 Κατά πάγια νομολογία προκύπτει ότι, μεταξύ των εγγυήσεων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης στις διοικητικές διαδικασίες περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η υποχρέωση για το αρμόδιο όργανο να εξετάσει, με επιμέλεια και αμεροληψία, όλα τα κρίσιμα στοιχεία της οικείας υποθέσεως (απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Νοεμβρίου 1991, C‑269/90, Technische Universität München, Συλλογή 1991, σ. I‑5469, σκέψη 14).
223 Εν προκειμένω, πρώτον, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε με επιμέλεια και αμεροληψία τα αποδεικτικά στοιχεία, υπενθυμίζεται ότι, όπως διαπιστώθηκε μετά την εξέταση του δεύτερου λόγου ανωτέρω, η Επιτροπή γνωστοποίησε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ως προς την ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 81 ΕΚ, όσον αφορά δύο συστατικά στοιχεία της επίδικης παραβάσεως (βλ. σκέψη 155 ανωτέρω). Στο πλαίσιο της εξετάσεως του λόγου αυτού, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ήδη τις επικρίσεις της προσφεύγουσας ως προς την εκτίμηση της δηλώσεως της InBev, καθώς και τα στοιχεία που αποσκοπούν στη στοιχειοθέτηση της αποδείξεως του εναντίου, τα οποία προσκομίστηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία.
224 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας, η οποία αντλείται από την προβαλλόμενη έλλειψη πλήρους, ενδελεχούς και αμερόληπτης έρευνας συγχέεται με τα επιχειρήματα που εξετάσθηκαν στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ανωτέρω και δεν χρήζει αυτοτελούς εξετάσεως.
225 Δεύτερον, καθόσον η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας σχετικά με τις δηλώσεις του επιφορτισμένου με θέματα ανταγωνισμού μέλους της Επιτροπής μπορεί να ερμηνευθεί ως αντλούμενη, στην πραγματικότητα, από προσβολή της αρχής του τεκμηρίου της αθωότητας, διαπιστώνεται ότι η προβληθείσα επιχειρηματολογία δεν είναι λυσιτελής για την επίλυση της υπό κρίση διαφοράς.
226 Πράγματι, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που συνέλεξε η Επιτροπή. Οσάκις το υποστατό μιας παραβάσεως έχει όντως αποδειχθεί κατά το πέρας μιας διοικητικής διαδικασίας, η απόδειξη του ότι η Επιτροπή εκδήλωσε προώρως, κατά τη διαδικασία αυτή, την πεποίθησή της ότι υφίσταται η εν λόγω παράβαση δεν αναιρεί την απόδειξη της παραβάσεως καθεαυτής (απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 2000, T‑25/95, T‑26/95, T‑30/95 έως T‑32/95, T‑34/95 έως T‑39/95, T‑42/95 έως T‑46/95, T‑48/95, T‑50/95 έως T‑65/95, T‑68/95 έως T‑71/95, T‑87/95, T‑88/95, T‑103/95 και T‑104/95, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑491, σκέψη 726).
227 Εν πάση περιπτώσει, οι εκφρασθείσες από μέλος της Επιτροπής απόψεις κατά τη διάρκεια ολλανδικής τηλεοπτικής εκπομπής, οι οποίες αναφέρουν, στο πλαίσιο παραδειγμάτων παρεμβάσεως της Επιτροπής, ότι οι Ολλανδοί καταναλωτές «πλήρωσαν πολύ ακριβά την μπίρα τους» λόγω της συμπεριφοράς των ζυθοποιών, μολονότι η επιλογή των λόγων αυτών είναι ατυχής, δεν δύνανται να αποδείξουν ότι η Επιτροπή είχε προδικάσει την απόφασή της.
228 Πρέπει να αναφερθεί ότι η Επιτροπή, ως Σώμα των επιτρόπων, διασκέπτεται βάσει ενός σχεδίου αποφάσεως. Συναφώς, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, οι λόγοι του εν λόγω μέλους της Επιτροπής που αναφέρουν τις δράσεις που αναλαμβάνει η Επιτροπή ουδαμώς συνεπάγονται ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι έχει ήδη στοιχειοθετηθεί η ευθύνη των ζυθοποιών.
229 Τρίτον, ως προς την επιχειρηματολογία που αντλείται από την προβαλλόμενη έλλειψη συγκλίσεως μεταξύ της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και της προσβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά την αιτίαση σχετικά με την κατανομή της πελατείας στους τομείς της επιτόπιας καταναλώσεως και της καταναλώσεως εκτός καταστήματος, διαπιστώνεται ότι οι μομφές της προσφεύγουσας δεν είναι βάσιμες.
230 Συγκεκριμένα, από την ανακοίνωση των αιτιάσεων προκύπτει ότι η Επιτροπή επισήμανε σαφώς ότι είχε στοιχειοθετηθεί η ευθύνη των μερών για τη σύμπραξη. Επομένως, αφενός, στα σημεία 262 έως 272 της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, η Επιτροπή ανέφερε ρητώς ότι οι ζυθοποιοί συμφώνησαν για την κατανομή των πελατών στον τομέα της επιτόπιας καταναλώσεως. Αφετέρου, από τα σημεία 311 κα 312 της ανακοινώσεως των αιτιάσεων προκύπτει ότι οι εκτεθείσες αιτιάσεις αποσκοπούσαν, μεταξύ άλλων, στην κατανομή των πελατών μεταξύ των ζυθοποιών.
231 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, ο πρώτος λόγος δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Επί του έκτου λόγου, ο οποίος αντλείται από παράβαση ουσιώδους τύπου, προσβολή της αρχής της χρηστής διοικήσεως και των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας, όσον αφορά την άρνηση προσβάσεως σε έγγραφο του φακέλου της υποθέσεως καθώς και σε απαντήσεις άλλων εμπλεκόμενων επιχειρήσεων στην ανακοίνωση των αιτιάσεων
Επιχειρήματα των διαδίκων
232 Πρώτον, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι της αρνήθηκε την πρόσβαση στις απαντήσεις στην ανακοίνωση των αιτιάσεων των λοιπών εμπλεκόμενων στη διαδικασία μερών, θίγοντας, ως εκ τούτου, τα δικαιώματά της άμυνας. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι οι απαντήσεις αυτές θα της έδιναν τη δυνατότητα να επικαλεστεί και άλλα απαλλακτικά στοιχεία στηρίζοντα το συμπέρασμα ότι οι ζυθοποιοί ουδέποτε συνήψαν συμφωνία στην ολλανδική αγορά μπίρας. Εξάλλου, ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε, στην αιτιολογική σκέψη 203 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στοιχείο της απαντήσεως της Heineken ως απόδειξη εναντίον της, με το οποίο η Heineken είχε δεχθεί την ύπαρξη συζητήσεως περί των τιμών της βαρελίσιας μπίρας, ενώ το στοιχείο αυτό δεν της κοινοποιήθηκε.
233 Δεύτερον, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η Επιτροπή της αρνήθηκε την πρόσβαση σε έγγραφο του φακέλου της υποθέσεως που ήταν κρίσιμο για την άμυνά της, παραβιάζοντας έτσι το άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα αναφέρει ότι δεν είχε πρόσβαση στον ανακεφαλαιωτικό πίνακα του αριθμού των πελατών του τομέα επιτόπιας καταναλώσεως, τους οποίους είχαν κατακτήσει και απολέσει οι ζυθοποιοί κατά την περίοδο μεταξύ 1997 και 2001. Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, η προσφεύγουσα φρονεί ότι οι πληροφορίες αυτές δεν ήσαν εμπιστευτικού χαρακτήρα και, με το εν λόγω έγγραφο, θα είχε μπορέσει να αποδείξει ότι δεν υπήρχαν συνεχείς μεταβολές στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως της ολλανδικής αγοράς μπίρας, όπερ θα αποδείκνυε έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των ζυθοποιών.
234 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
235 Σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, «[κ]ατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα υπεράσπισης των εμπλεκόμενων μερών, τα οποία έχουν το δικαίωμα να αποκτούν γνώση του φακέλου της Επιτροπής, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος των επιχειρήσεων για την προστασία του επιχειρηματικού απόρρητου [...]».
236 Κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο, απόρροια της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, συνεπάγεται ότι η Επιτροπή υποχρεούται να παρέχει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση τη δυνατότητα εξετάσεως όλων των εγγράφων που περιλαμβάνονται στον φάκελο έρευνας και τα οποία ενδέχεται να είναι κρίσιμα για την άμυνά της (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Οκτωβρίου 2003, C‑199/99 P, Corus UK κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I‑11177, σκέψεις 125 έως 128, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Ιουνίου 1995, T‑30/91, Solvay κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II‑1775, σκέψη 81).
237 Στα έγγραφα αυτά περιλαμβάνονται τόσο τα ενοχοποιητικά όσο και τα απαλλακτικά στοιχεία, με εξαίρεση τα επιχειρηματικά απόρρητα άλλων επιχειρήσεων, τα εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής και άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες (απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 41 ανωτέρω, σκέψη 68).
238 Όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία, η μη κοινοποίηση εγγράφου δεν συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας παρά μόνον αν η ενδιαφερόμενη επιχείρηση αποδεικνύει, αφενός, ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε στο έγγραφο αυτό προς θεμελίωση της αιτιάσεώς της όσον αφορά την ύπαρξη παραβάσεως και, αφετέρου, ότι η αιτίαση αυτή μπορούσε να αποδειχθεί μόνο με επίκληση του εν λόγω εγγράφου. Συνεπώς, στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση απόκειται να αποδείξει ότι το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή με την απόφασή της θα ήταν διαφορετικό αν δεν λαμβανόταν υπόψη, ως ενοχοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο, ένα μη κοινοποιηθέν έγγραφο επί του οποίου η Επιτροπή στήριξε τις κατηγορίες της κατά της επιχειρήσεως αυτής (απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 41 ανωτέρω, σκέψεις 71 έως 73).
239 Αντιθέτως, όταν πρόκειται για μη κοινοποίηση απαλλακτικού εγγράφου, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση οφείλει απλώς να αποδείξει ότι η παράλειψη κοινοποιήσεως του εγγράφου αυτού μπόρεσε να επηρεάσει, σε βάρος της επιχειρήσεως αυτής, την εξέλιξη της διαδικασίας και το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής. Αρκεί η επιχείρηση να αποδείξει ότι θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει τα εν λόγω απαλλακτικά έγγραφα για την άμυνά της (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 2002, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99P και C‑254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑8375, σκέψη 318, και απόφαση Hercules Chemicals κατά Επιτροπής, σκέψη 34 ανωτέρω, σκέψη 81), αποδεικνύοντας, μεταξύ άλλων, ότι θα μπορούσε να είχε επικαλεστεί στοιχεία τα οποία δεν συμφωνούν με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής κατά το στάδιο της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, και θα μπορούσε, συνεπώς, να έχει επηρεάσει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τις εκτιμήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή με την απόφαση (απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 41 ανωτέρω, σκέψη 75).
240 Στο πλαίσιο του παρόντος λόγου, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι δεν είχε πρόσβαση, αφενός, στις απαντήσεις άλλων εμπλεκόμενων επιχειρήσεων στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και, αφετέρου, σε έγγραφο του φακέλου το οποίο η Επιτροπή θεώρησε απόρρητο.
– Επί των απαντήσεων των λοιπών επιχειρήσεων στην ανακοίνωση των αιτιάσεων
241 Υπενθυμίζεται ότι η ανακοίνωση των αιτιάσεων είναι πράξη με σκοπό να οριοθετηθεί το αντικείμενο της κινηθείσας διαδικασίας κατά επιχειρήσεως και να διασφαλιστεί η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας των επιχειρήσεων (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Οκτωβρίου 2008, T‑69/04, Schunk και Schunk Kohlenstoff-Technik κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. II‑2567, σκέψη 80 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
242 Υπό το πρίσμα αυτό, η ανακοίνωση των αιτιάσεων ενέχει δικονομικές εγγυήσεις εφαρμόζουσες την αρχή της τηρήσεως των δικαιωμάτων άμυνας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα που ανήκουν στον φάκελο της Επιτροπής.
243 Οι απαντήσεις στην ανακοίνωση των αιτιάσεων δεν αποτελούν μέρος του καθεαυτού φακέλου της έρευνας (απόφαση Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 226 ανωτέρω, σκέψη 380).
244 Όσον αφορά τα έγγραφα που δεν αποτελούν μέρος του φακέλου που έχει συσταθεί κατά τον χρόνο της κοινοποιήσεως της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, η Επιτροπή υποχρεούται να δημοσιοποιήσει τις εν λόγω απαντήσεις σε άλλα εμπλεκόμενα μέρη μόνον αν προκύπτει ότι περιλαμβάνουν νέα ενοχοποιητικά ή απαλλακτικά στοιχεία.
245 Ομοίως, κατά το σημείο 27 της ανακοινώσεως της Επιτροπής περί των κανόνων πρόσβασης στον φάκελο υπόθεσης της Επιτροπής δυνάμει των άρθρων 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ], των άρθρων 53, 54 και 57 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, και του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 του Συμβουλίου (ΕΕ 2005, C 325, σ. 7), κατά γενικό κανόνα δεν παρέχεται πρόσβαση στις απαντήσεις των άλλων μερών στις αιτιάσεις της Επιτροπής. Ένα μέρος έχει πρόσβαση στα έγγραφα αυτά μόνον οσάκις τα έγγραφα αυτά μπορούν να περιέχουν νέα αποδεικτικά στοιχεία, είτε ενοχοποιητικά είτε απαλλακτικά, αναφερόμενα στους ισχυρισμούς που διατυπώνονται κατά του εν λόγω μέρους στην ανακοίνωση των αιτιάσεων της Επιτροπής.
246 Συναφώς, όσον αφορά, αφενός, τα νέα ενοχοποιητικά στοιχεία, κατά πάγια νομολογία, αν η Επιτροπή σκοπεύει να στηριχθεί σε ένα χωρίο απαντήσεως σε ανακοίνωση των αιτιάσεων ή σε έγγραφο συνημμένο σε μια τέτοια απάντηση για να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως, πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στους λοιπούς εμπλεκόμενους στη διαδικασία διαδίκους να εκφράσουν την άποψή τους επί του αποδεικτικού στοιχείου αυτού (αποφάσεις του Πρωτοδικείου Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 226 ανωτέρω, σκέψη 386, και της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑314/01, Avebe κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑3085, σκέψη 50).
247 Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε, στην αιτιολογική σκέψη 203 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στοιχείο της απαντήσεως της Heineken ως αποδεικτικό στοιχείο εναντίον της προσφεύγουσας, με το οποίο η Heineken δέχθηκε την ύπαρξη συζητήσεων για την τιμή της βαρελίσιας μπίρας, ενώ το στοιχείο αυτό δεν της κοινοποιήθηκε.
248 Παρατηρείται ότι, στην επικληθείσα αιτιολογική σκέψη, η Επιτροπή αναφέρει, σε απάντηση στα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα και η Heineken, ότι η ύπαρξη αθέμιτων συζητήσεων κατά τη συνάντηση της 8ης Ιανουαρίου 1999 προκύπτει από προηγουμένως εκτεθέντα στοιχεία, ήτοι από τη δήλωση της InBev και τις σημειώσεις των εκπροσώπων της Grolsch και της προσφεύγουσας. Συναφώς, μολονότι η Επιτροπή προσθέτει ότι η ίδια η Heineken δέχθηκε την ύπαρξη συζητήσεων για τις τιμές, «με ορισμένες επιφυλάξεις», στην απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, η τελευταία αυτή ένδειξη είναι απλώς δευτερεύον στοιχείο ενός συνόλου στοιχείων που δέχθηκε η Επιτροπή σε σχέση με την επίδικη συνάντηση, το οποίο δεν δύναται να αποτελέσει νέο ενοχοποιητικό στοιχείο σε βάρος της προσφεύγουσας.
249 Όσον αφορά, αφενός, τα νέα απαλλακτικά στοιχεία, από τη νομολογία προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να επιτρέψει την πρόσβαση σε αυτά με δική της πρωτοβουλία. Σε περίπτωση που η Επιτροπή απορρίψει κατά τη διοικητική διαδικασία την αίτηση ενός προσφεύγοντος να του παρασχεθεί πρόσβαση σε έγγραφα τα οποία δεν υπάρχουν στον φάκελο έρευνας της υποθέσεως, μπορεί να διαπιστωθεί η ύπαρξη προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας μόνον εφόσον αποδειχθεί ότι η διοικητική διαδικασία μπορούσε να έχει καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα σε περίπτωση που ο προσφεύγων είχε πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής (απόφαση Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 226 ανωτέρω, σκέψη 383).
250 Καθόσον η προσφεύγουσα επικαλείται την ύπαρξη προβαλλομένων ως απαλλακτικών στοιχείων σε μη δημοσιοποιηθείσες απαντήσεις, σε αυτήν απόκειται να προσκομίσει ένα κάποιο στοιχείο για να αποδείξει τη λυσιτέλεια των εν λόγω εγγράφων για την άμυνά της.
251 Η προσφεύγουσα πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρει τα τυχόν απαλλακτικά στοιχεία ή να προσκομίσει κάποιο στοιχείο ενισχύον την ύπαρξή τους και, ως εκ τούτου, τη λυσιτέλειά τους για τις ανάγκες της διαδικασίας (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑43/02, Jungbunzlauer κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑3435, σκέψεις 351 έως 359).
252 Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι απαντήσεις των λοιπών εμπλεκόμενων στη διαδικασία μερών θα της είχαν δώσει τη δυνατότητα να επικαλεστεί άλλα απαλλακτικά στοιχεία που θα στήριζαν το συμπέρασμα ότι ουδέποτε υπήρξε σύμπραξη των ζυθοποιών στην ολλανδική αγορά μπίρας.
253 Ωστόσο, καθόσον η προσφεύγουσα διατείνεται ότι οι λοιπές επιχειρήσεις, με τις απαντήσεις τους στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, εξέθεσαν επίσης επιχειρήματα αντλούμενα από την αμφισβήτηση της παραβάσεως, παρατηρείται ότι μόνον το στοιχείο αυτό δεν αρκεί για να θεωρηθούν τα εν λόγω επιχειρήματα ως απαλλακτικά στοιχεία (βλ., συναφώς, απόφαση Jungbunzlauer κατά Επιτροπής, σκέψη 251 ανωτέρω, σκέψεις 353 και 355).
254 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφεύγουσα δεν ανέφερε τυχόν νέα ενοχοποιητικά ή απαλλακτικά στοιχεία τα οποία μπορεί να περιλαμβάνονταν στις απαντήσεις για τις οποίες γίνεται λόγος στην ανακοίνωση των αιτιάσεων.
255 Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση που αντλείται από την άρνηση προσβάσεως στις απαντήσεις αυτές.
– Επί του προβαλλομένου ως απορρήτου εγγράφου
256 Η προσφεύγουσα επικρίνει την άρνηση προσβάσεως στον πίνακα των πελατών του τομέα επιτόπιας καταναλώσεως, τους οποίους οι διάφοροι ζυθοποιοί κατέκτησαν και απώλεσαν κατά την περίοδο μεταξύ 1997 και 2001, ο οποίος αποτελούσε μέρος του φακέλου της διαδικασίας. Θεωρεί ότι η πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές ήταν αναγκαία για την άμυνά της για τον λόγο ότι θα μπορούσε να αποδείξει ότι υπήρχαν μεταβολές στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως στις Κάτω Χώρες και ήταν ανακριβές το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι ο ανταγωνισμός στον εν λόγω τομέα ήταν περιορισμένος.
257 Πάντως, χωρίς να χρειάζεται να καθοριστεί αν ορθώς η Επιτροπή χαρακτήρισε εμπιστευτικές τις ζητηθείσες πληροφορίες, επισημαίνεται ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι ο επίδικος πίνακας πελατών θα μπορούσε να είναι χρήσιμος για την άμυνά της.
258 Συγκεκριμένα, από την αιτιολογική σκέψη 259 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής περί της συμμετοχής της προσφεύγουσας σε κατανομή της πελατείας στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως βασίζεται σε εσωτερική αλληλογραφία της Heineken, η οποία αφορά συζήτηση με μέλος του διοικητικού συμβουλίου της προσφεύγουσας, το κείμενο της οποίας επαναλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 184 και ερμηνεύεται στις αιτιολογικές σκέψεις 187 έως 189 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Οι πληροφορίες σχετικά με τους πελάτες που κατέκτησαν και απώλεσαν οι ζυθοποιοί κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου δεν μπορούν να θεωρηθούν, εν πάση περιπτώσει, ως δυνάμενες να προσκομίσουν απαλλακτικό στοιχείο ως προς τη διαπίστωση αυτή.
259 Επομένως, η αιτίαση που αντλείται από την άρνηση προσβάσεως σε έγγραφο περιλαμβάνον πίνακα των πελατών του τομέα επιτόπιας καταναλώσεως καθώς και το σύνολο του παρόντος λόγου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Επί του τέταρτου λόγου, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 23 του κανονισμού 1/2003, των κατευθυντηρίων γραμμών καθώς και παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως, σχετικά με τον καθορισμό του ύψους του προστίμου
Επιχειρήματα των διαδίκων
260 Πρώτον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή υπολόγισε το ποσόν του προστίμου, και ειδικότερα τη σχετική με τη σοβαρότητα της παραβάσεως ανάλυσή της. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι, δεδομένου ότι η Επιτροπή άμβλυνε με την προσβαλλόμενη απόφαση τις σοβαρότατες μομφές που είχε διατυπώσει με την ανακοίνωση των αιτιάσεων, έπρεπε να χαρακτηρίσει την παράβαση ως σαφώς λιγότερο σοβαρή. Εξάλλου, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά την αξιολόγηση της σοβαρότητας της παραβάσεως, ότι η παράβαση δεν είχε καμία συνέπεια στην ολλανδική αγορά μπίρας. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα φρονεί ότι, αντιθέτως προς τα αναφερόμενα στην αιτιολογική σκέψη 452 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το αποτέλεσμα της παραβάσεως στην αγορά ήταν δυνατό να εκτιμηθεί.
261 Δεύτερον, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως αποκλίνοντας σημαντικώς από την προγενέστερη πρακτική της λήψεως αποφάσεων και, ειδικότερα, την πρακτική της επιβολής προστίμων στο πλαίσιο της αποφάσεώς της 2003/569, της αποφάσεώς της 2002/759/ΕΚ, της 5ης Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] (Υπόθεση COMP/37.800/F3 – Ζυθοποιίες Λουξεμβούργου) (EE 2002, L 253, σ. 21), και της αποφάσεώς της 2005/503/ΕΚ, της 29ης Σεπτεμβρίου 2004, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] (Υπόθεση COMP/C.37.750/B2 – Brasseries Kronenbourg, Brasseries Heineken) (EE 2005, L 184, σ. 57).
262 Τρίτον, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η Επιτροπή παραβίασε τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως καθόσον το πρόστιμο είναι δυσανάλογο σε σχέση με τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν στη Heineken και στην Grolsch. Κατ’ ουσίαν, η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι η Επιτροπή προσέδωσε δυσανάλογη σημασία στον κύκλο εργασιών της κατά τον καθορισμό του προστίμου, όπερ αλλοίωσε σημαντικώς τις σχέσεις ισχύος μεταξύ των ζυθοποιών και τη θέση που κατείχε στην οικεία αγορά. Εξάλλου, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι, κατά τον καθορισμό του βασικού ποσού του προστίμου, η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη της τον κύκλο εργασιών της χωρίς να συμπεριλάβει τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως.
263 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
264 Εισαγωγικά, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλλει σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα όταν, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, παραβαίνουν το άρθρο 81 ΕΚ. Σύμφωνα με την ίδια διάταξη, για καθεμία από τις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση, το πρόστιμο δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.
265 Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή έχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων. Η μέθοδος αυτή, της οποίας το περίγραμμα δίνουν οι κατευθυντήριες γραμμές, έχει διάφορα στοιχεία δράσεως τα οποία δίνουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να ασκεί τη διακριτική της εξουσία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑322/07 P, C‑327/07 P και C‑338/07 P, Papierfabrik August Koehler κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. I‑7191, σκέψη 112).
266 Εξάλλου, σε τομείς όπως ο καθορισμός του ποσού του προστίμου δυνάμει του κανονισμού 1/2003, όπου η Επιτροπή διατηρεί περιθώριο εκτιμήσεως, ο έλεγχος νομιμότητας που ασκείται επί των εκτιμήσεων αυτών περιορίζεται στο να εξακριβωθεί ότι δεν υπάρχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως (βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Ιουλίου 2005, T‑241/01, Scandinavian Airlines System κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑2917, σκέψη 79).
267 Αντιθέτως, το περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής και τα όρια τα οποία η ίδια έχει ορίσει δεν προδικάζουν την εκ μέρους του δικαστή της Ένωσης άσκηση της αρμοδιότητάς του πλήρους δικαιοδοσίας (απόφαση JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 40 ανωτέρω, σκέψη 538), που του παρέχει την εξουσία να εξαλείφει, να μειώνει ή να αυξάνει το ποσό του επιβαλλόμενου από την Επιτροπή προστίμου (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Φεβρουαρίου 2007, C‑3/06 P, Groupe Danone κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I‑1331, σκέψεις 60 έως 62).
268 Ο παρών λόγος περιλαμβάνει, κατ’ ουσίαν, τρία σκέλη, αντλούμενα, πρώτον, από εσφαλμένη εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως, δεύτερον, παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως σε σχέση με την προγενέστερη πρακτική της Επιτροπής και, τρίτον, παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας όσον αφορά τα επιβληθέντα στους λοιπούς αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως πρόστιμα.
– Επί του πρώτου σκέλους, το οποίο αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως
269 Δυνάμει του άρθρου 23, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, πρέπει να ληφθεί υπόψη η σοβαρότητα και η διάρκεια της παραβάσεως.
270 Κατά πάγια νομολογία, η σοβαρότητα των παραβάσεων πρέπει να αποδεικνύεται βάσει πολλών στοιχείων, όπως είναι, ιδίως, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υποθέσεως, το γενικό πλαίσιο στο οποίο αυτές εντάσσονται και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων, ως προς τα οποία η Επιτροπή διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2005, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑5425, σκέψη 241, και της 24ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑125/07 P, C‑133/07 P, C‑135/07 P και C‑137/07 P, Erste Group Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. I‑8681, σκέψη 91).
271 Ειδικότερα, σύμφωνα με το σημείο 1 A, πρώτο εδάφιο, των κατευθυντηρίων γραμμών, για την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο χαρακτήρας της ίδιας της παραβάσεως, ο πραγματικός της αντίκτυπος επί της αγοράς, εφόσον αυτός είναι δυνατό να εκτιμηθεί, και η έκταση της γεωγραφικής αγοράς αναφοράς.
272 Στο πλαίσιο του ελέγχου που ασκεί κατά πλήρη δικαιοδοσία, στο Γενικό Δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει αν το ποσό του επιβληθέντος προστίμου είναι ανάλογο προς τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως και να σταθμίσει τη σοβαρότητα της παραβάσεως με τις περιστάσεις που επικαλείται η προσφεύγουσα (απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Οκτωβρίου 2005, T‑38/02, Groupe Danone κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑4407, σκέψη 136).
273 Η προσφεύγουσα προβάλλει δύο επιχειρήματα με σκοπό να αμφισβητήσει τον καθορισμό, εκ μέρους της Επιτροπής, της σοβαρότητας της παραβάσεως.
274 Πρώτον, η προσφεύγουσα αρνείται τον χαρακτηρισμό της παραβάσεως ως πολύ σοβαρής, αναφέροντας ότι η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη της πολλά στοιχεία της παραβάσεως σε σχέση με την ανακοίνωση των αιτιάσεων.
275 Υπενθυμίζεται ότι, κατά το γράμμα του σημείου 1 A, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, των κατευθυντηρίων γραμμών, οι πολύ σοβαρές παραβάσεις αντιστοιχούν, κατ’ ουσίαν, σε «οριζόντιους περιορισμούς, παραδείγματος χάρη συνασπισμούς επιχειρήσεων με σκοπό τον έλεγχο των τιμών ή τον επιμερισμό των αγορών βάσει ποσοστώσεων».
276 Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία οι συμπράξεις αυτού του είδους εμπίπτουν στις σοβαρότερες μορφές προσβολής του ανταγωνισμού, καθόσον αποσκοπούν, με το αντικείμενό τους καθεαυτό, απλώς και αμιγώς στην εξάλειψη του ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που τις εφαρμόζουν, και θίγουν, κατά συνέπεια, τους θεμελιώδεις σκοπούς της Συνθήκης (βλ., συναφώς, απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής, της 25ης Οκτωβρίου 2005, σκέψη 272 ανωτέρω, σκέψη 147 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
277 Πάντως, εφόσον ορθώς η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα έλαβε μέρος σε παράβαση συνιστάμενη σε σύνολο συμφωνιών και/ή εναρμονισμένων πρακτικών, ειδικότερα με τον συντονισμό των τιμών και των αυξήσεων των τιμών και με την κατανομή της πελατείας, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η παράβαση μπορεί να θεωρηθεί πολύ σοβαρή.
278 Επομένως, η πραγματοποιηθείσα στην αιτιολογική σκέψη 442 της προσβαλλομένης αποφάσεως διαπίστωση ότι η προκειμένη παράβαση, ως εκ της φύσεώς της, πρέπει, κατά τις κατευθυντήριες γραμμές, να χαρακτηρισθεί ως πολύ σοβαρή δεν ενέχει πλάνη. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ορισμένα στοιχεία της παραβάσεως για τα οποία γίνεται λόγος στην ανακοίνωση των αιτιάσεων δεν έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον η απόφαση αυτή εκθέτει τα στοιχεία που δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της παραβάσεως ως πολύ σοβαρής.
279 Δεύτερον, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι κατέληξε στο ότι ο αντίκτυπος της συμπράξεως στην αγορά δεν μπορούσε να εκτιμηθεί και δεν έλαβε υπόψη τα στοιχεία του φακέλου τα οποία αποδεικνύουν ότι η παράβαση δεν είχε κανένα αντίκτυπο στην αγορά.
280 Υπενθυμίζεται ότι, αν ο πραγματικός αντίκτυπος της παραβάσεως στην αγορά αποτελεί στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη προς εκτίμηση της σοβαρότητας της εν λόγω παραβάσεως, πρόκειται για ένα κριτήριο μεταξύ άλλων, όπως ο χαρακτήρας της παραβάσεως και της εκτάσεως της γεωγραφικής αγοράς. Ομοίως, από το σημείο 1 A, πρώτο εδάφιο, των κατευθυντηρίων γραμμών προκύπτει ότι ο αντίκτυπος αυτός πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον εφόσον είναι δυνατό να εκτιμηθεί.
281 Πρέπει να αναφερθεί επίσης ότι οι οριζόντιες συμπράξεις περί τιμών ή οι κατανομές αγορών, όπως η επίδικη παράβαση, μπορούν να χαρακτηρισθούν ως πολύ σοβαρές παραβάσεις βάσει και μόνον της φύσεώς τους, χωρίς να υποχρεούται η Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη συγκεκριμένου αντίκτυπου της παραβάσεως στην αγορά. Ο συγκεκριμένος αντίκτυπος της παραβάσεως δεν αποτελεί παρά ένα στοιχείο μεταξύ άλλων, το οποίο, εφόσον είναι δυνατό να εκτιμηθεί, μπορεί να δώσει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να αυξήσει το αρχικό ποσό του προστίμου πέραν του ελάχιστου δυνατού ποσού των 20 εκατομμυρίων ευρώ (απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑534/07 P, Prym και Prym Consumer κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. I‑7415, σκέψεις 74 και 75).
282 Εν προκειμένω, στην αιτιολογική σκέψη 452 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εκθέτει τα εξής:
«Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί ποσοτικώς το πραγματικό αποτέλεσμα, στην ολλανδική αγορά, του συνόλου των συμφωνιών που συνιστούν την παράβαση και η Επιτροπή δεν βασίζεται, επομένως, σε μια συγκεκριμένη συνέπεια, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές κατά τις οποίες ο πραγματικός αντίκτυπος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν μπορεί να εκτιμηθεί […] Συνεπώς, η Επιτροπή δεν θα λάβει υπόψη τον αντίκτυπο στην αγορά για να καθορίσει τα εφαρμοστέα εν προκειμένω πρόστιμα.»
283 Στη συνέχεια, στην αιτιολογική σκέψη 455 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία περιλαμβάνεται το συμπέρασμα της Επιτροπής περί της σοβαρότητας της παραβάσεως, η Επιτροπή αναφέρει τα εξής:
«Λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της παραβάσεως και του γεγονότος ότι επεκτάθηκε στο σύνολο του εδάφους των Κάτω Χωρών, οι επιχειρήσεις που είναι αποδέκτες της παρούσας αποφάσεως διέπραξαν πολύ σοβαρή παράβαση του άρθρου 81 [ΕΚ]».
284 Από τα αποσπάσματα αυτά προκύπτει ότι, για να καθορισθεί η σοβαρότητα της παραβάσεως, η Επιτροπή δεν στηρίχθηκε στον πραγματικό αντίκτυπο της παραβάσεως, αλλά στη φύση της παραβάσεως και στην έκταση της επίδικης γεωγραφικής αγοράς.
285 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της διαπιστωθείσας παραβάσεως, με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, συντονισμό των τιμών και των αυξήσεων των τιμών, καθώς και περιστασιακό συντονισμό για την κατανομή της πελατείας, η Επιτροπή μπόρεσε θεμιτώς να μη λάβει υπόψη της τον αντίκτυπο της παραβάσεως στην αγορά.
286 Επομένως, χαρακτηρίζοντας την επίδικη παράβαση ως πολύ σοβαρή, η Επιτροπή δεν παρεξέκλινε, πράγματι, των κατευθυντηρίων γραμμών της και δεν προσέβαλε τις αρχές που επικαλείται η προσφεύγουσα.
287 Επομένως, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας, η οποία αντλείται από την έλλειψη αντίκτυπου στην αγορά καθώς και το παρόν σκέλος στο σύνολό του πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
– Επί του δευτέρου σκέλους, το οποίο αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά την πρακτική λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής
288 Εισαγωγικώς, τονίζεται, αφενός, ότι η προγενέστερη πρακτική λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής δεν χρησιμεύει ως νομικό πλαίσιο των προστίμων σε θέματα ανταγωνισμού (απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T‑203/01, Michelin κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑4071, σκέψη 292) και, αφετέρου, ότι η Επιτροπή διαθέτει, στο πλαίσιο του κανονισμού 17 και του κανονισμού 1/2003, περιθώριο εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό του ύψους των προστίμων, προκειμένου να κατευθύνει τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων στην τήρηση των κανόνων περί ανταγωνισμού (απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Απριλίου 2004, T‑236/01, T‑239/01, T‑244/01 έως T‑246/01, T‑251/01 και T‑252/01, Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑1181, σκέψη 216) και να μπορεί ανά πάσα στιγμή να προσαρμόζει το επίπεδο των προστίμων με τις ανάγκες της πολιτικής αυτής (απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 270 ανωτέρω, σκέψη 169).
289 Εν προκειμένω, όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, ο καθορισμός του ύψους του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, σε σχέση με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως. Συναφώς, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να αντλήσει βάσιμο επιχείρημα από το γεγονός και μόνον ότι, με την προγενέστερη πρακτική της λήψεως αποφάσεων, η Επιτροπή επέβαλε κυρώσεις σε παρεμφερή συμπεριφορά επιβάλλοντας κατώτερα πρόστιμα από το πρόστιμο που της επέβαλε εν προκειμένω.
290 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να προβάλει ούτε προσβολή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει πλειστάκις κρίνει ότι η προγενέστερη πρακτική λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως νομικό πλαίσιο για τα πρόστιμα στον τομέα του ανταγωνισμού και αποφάσεις που αφορούν άλλες υποθέσεις έχουν ενδεικτικό χαρακτήρα όταν εξετάζεται η ύπαρξη δυσμενών διακρίσεων, δεδομένου ότι είναι ελάχιστα πιθανό να ταυτίζονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, όπως οι σχετικές αγορές, τα προϊόντα, οι επιχειρήσεις και οι χρονικές περίοδοι (βλ. απόφαση Erste Group Bank κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 270 ανωτέρω, σκέψη 233 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
291 Συναφώς, εν προκειμένω, όσον αφορά την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας περί του επιπέδου των προστίμων που επιβλήθηκαν με τις τρεις προγενέστερες αποφάσεις 2003/569, 2002/759 και 2005/503, επισημαίνεται, κατ’ αρχάς, ότι, αντιθέτως προς την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η Επιτροπή χαρακτήρισε την παράβαση ως «πολύ σοβαρή», με τις αποφάσεις 2002/759 και 2005/503, έκρινε ότι βρισκόταν ενώπιον «σοβαρής» παραβάσεως. Επομένως, η προσφεύγουσα δεν μπορεί επωφελώς να επικαλεστεί τις εν λόγω αποφάσεις για να προβάλει ότι υπήρξε διακριτική μεταχείριση σε βάρος της.
292 Όσον αφορά την απόφαση 2003/569, η προσφεύγουσα συνάγει εξ αυτής την ύπαρξη προσβολής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως λόγω του ότι τα επιβληθέντα στους εμπλεκόμενους Βέλγους ζυθοποιούς πρόστιμα ήσαν σημαντικώς χαμηλότερα από αυτά που επιβλήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ ούτε η φύση των παραβάσεων ούτε οι συνθήκες των οικείων αγορών έχουν διαφορές δικαιολογούσες την απόκλιση αυτή.
293 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή εκτιμά τη σοβαρότητα των παραβάσεων βάσει πολυάριθμων στοιχείων που δεν περιέχονται σε ένα δεσμευτικό ή εξαντλητικό κατάλογο κριτηρίων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και ότι, εξάλλου, δεν υποχρεούται να εφαρμόζει κάποιο συγκεκριμένο μαθηματικό τύπο, είτε πρόκειται περί του συνολικού ποσού του επιβληθέντος προστίμου είτε περί της αναλύσεώς του σε διάφορα στοιχεία (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Ιανουαρίου 2004, T‑67/01, JCB Service κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑49, σκέψεις 187 και 188 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
294 Υπό τις συνθήκες αυτές, η άμεση σύγκριση των προστίμων που επιβλήθηκαν στους αποδέκτες των δύο αποφάσεων σχετικά με διαφορετικές παραβάσεις ενέχει τον κίνδυνο αλλοιώσεως των συγκεκριμένων σκοπών που πληρούν τα διάφορα στάδια υπολογισμού ενός προστίμου. Συγκεκριμένα, τα τελικά ποσά των προστίμων αντανακλούν τις συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν κάθε σύμπραξη καθώς και τις ιδιαίτερες εκτιμήσεις της προκειμένης περιπτώσεως.
295 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, όσον αφορά το επίπεδο των επιβληθέντων προστίμων, η κατάσταση της προσφεύγουσας δεν μπορεί να συγκριθεί με την κατάσταση των επιχειρήσεων τις οποίες αφορούν οι επικληθείσες προγενέστερες αποφάσεις.
296 Ενόψει των στοιχείων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως σε σχέση με την προγενέστερη πρακτική λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής.
– Επί του τρίτου σκέλους, το οποίο αντλείται από παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά το ύψος των επιβληθέντων στους λοιπούς συμμετέχοντες στην επίδικη σύμπραξη προστίμων
297 Με το παρόν σκέλος, η προσφεύγουσα αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, την εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά με τον καθορισμό του βασικού ποσού των προστίμων, στο πλαίσιο της διαφορετικής μεταχειρίσεως που εφάρμοσε η Επιτροπή (αιτιολογική σκέψη 462 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
298 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατά τις κατευθυντήριες γραμμές, σε περιπτώσεις παραβάσεων στις οποίες εμπλέκονται πολλές επιχειρήσεις, η Επιτροπή μπορεί να διαφοροποιεί τα αρχικά ποσά, όπως έπραξε εν προκειμένω, προκειμένου να λάβει υπόψη τη συγκεκριμένη οικονομική επιφάνεια κάθε επιχειρήσεως, κατανέμοντας τα μέλη της συμπράξεως σε ομάδες «ιδιαίτερα αν υφίστανται σημαντικές διαφορές ως προς το μέγεθος μεταξύ επιχειρήσεων που διαπράττουν το ίδιο είδος παραβάσεως» (σημείο 1 A, έκτο εδάφιο, των κατευθυντήριων γραμμών). Διευκρινίζεται, εξάλλου, ότι «η αρχή της επιβολής ισοδύναμων κυρώσεων για την ίδια συμπεριφορά είναι δυνατό να οδηγήσει, στις περιπτώσεις που αυτό επιβάλλεται, στον καθορισμό διαφορετικών ποσών καταβλητέων από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις χωρίς η διαφοροποίηση αυτή να ανταποκρίνεται σε κάποιον αριθμητικό υπολογισμό» (σημείο 1 A, έβδομο εδάφιο, των κατευθυντήριων γραμμών).
299 Κατά πάγια νομολογία, κατά τον καθορισμό της σοβαρότητας της παραβάσεως, η Επιτροπή, σε περίπτωση που επιβάλλει πρόστιμα σε πολλές επιχειρήσεις εμπλεκόμενες στην ίδια παράβαση, δεν υποχρεούται να εξασφαλίζει ότι τα τελικά ποσά των προστίμων στα οποία καταλήγει ο υπολογισμός της για τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις αντανακλούν κάθε διαφοροποίηση μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών όσον αφορά τον συνολικό κύκλο εργασιών τους. Αντιθέτως, μπορεί να κατατάσσει τις επιχειρήσεις αυτές σε ομάδες (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 19ης Μαρτίου 2003, T‑213/00, CMA CGM κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑913, σκέψη 385, και της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑330/01, Akzo Nobel κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑3389, σκέψη 57).
300 Πάντως, η κατάταξη σε κατηγορίες πρέπει να τηρεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται να αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο παρόμοιες καταστάσεις και με όμοιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η μεταχείριση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικώς. Εξάλλου, κατά τη νομολογία, το ποσό των προστίμων πρέπει, τουλάχιστον, να είναι ανάλογο προς τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως (απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, T‑161/05, Hoechst κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. II‑3555, σκέψη 124).
301 Εν προκειμένω, για να καθορισθούν οι κατηγορίες, βάσει των οποίων πρέπει να κατανεμηθούν οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 457 και 458 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επέλεξε να λάβει υπόψη τη σχετική σημασία τους στην επίδικη αγορά βασιζόμενη σε ένα ενιαίο κριτήριο, ήτοι τις πωλήσεις μπίρας που πραγματοποιήθηκαν στις Κάτω Χώρες κατά τη διάρκεια του τελευταίου πλήρους έτους της παραβάσεως, δηλαδή το 1998.
302 Βάσει αυτού, η Επιτροπή καθόρισε τρεις κατηγορίες επιχειρήσεων. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τη Heineken, η οποία πραγματοποίησε πωλήσεις μπίρας στις Κάτω Χώρες από 450 έως 480 εκατομμύρια ευρώ. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει την Grolsch και την InBev, που πραγματοποίησαν πωλήσεις μπίρας στις Κάτω Χώρες από 150 έως 180 εκατομμύρια ευρώ. Η προσφεύγουσα περιλαμβάνεται στην τρίτη κατηγορία, με αριθμητικά στοιχεία πωλήσεων στις Κάτω Χώρες μεταξύ 100 και 130 εκατομμυρίων ευρώ. Τα ποσά των προστίμων που καθορίστηκαν για κάθε κατηγορία ήσαν 65 000 000 ευρώ, 25 000 000 ευρώ και 17 000 000 ευρώ, αντιστοίχως.
303 Η Επιτροπή, ενεργώντας με τον τρόπο αυτό, επέλεξε μια συνεπή μέθοδο κατατάξεως των μετεχόντων στη σύμπραξη σε τρεις κατηγορίες, η οποία δικαιολογείται αντικειμενικώς από τη διαφορά των μεριδίων αγοράς που κατέχει καθεμία από τις επιχειρήσεις που υπάγονται στις τρεις αυτές κατηγορίες (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 288 ανωτέρω, σκέψη 220). Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή δεν παρεξέκλινε από τη συνήθη μέθοδό της που προβλέπουν οι κατευθυντήριες γραμμές. Επίσης, αν η προσφεύγουσα φρονεί ότι, μεταξύ των συμμετεχουσών στη σύμπραξη επιχειρήσεων, κατέχει την ασθενέστερη θέση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η τοποθέτησή της στην τρίτη κατηγορία αντικατοπτρίζει πράγματι τη θεώρηση αυτή.
304 Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι ο ενιαίος συνυπολογισμός του κύκλου εργασιών δεν αποδίδει με ακρίβεια την οικονομική ικανότητα των επιχειρήσεων να θίξουν τον ανταγωνισμό στην ολλανδική αγορά μπίρας, υπενθυμίζεται ότι, παρά τον κατά προσέγγιση χαρακτήρα του, ο κύκλος εργασιών θεωρείται ως πρόσφορο κριτήριο, στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, για την εκτίμηση του μεγέθους και της οικονομικής ισχύος των οικείων επιχειρήσεων (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψη 121).
305 Δεδομένου ότι το εν λόγω κριτήριο εφαρμόστηκε προσηκόντως στην προκειμένη υπόθεση, ουδόλως δύναται να συναχθεί ότι παραβιάστηκαν οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας όσον αφορά το βασικό ποσό του προστίμου.
306 Όσον αφορά το γεγονός ότι η προσφεύγουσα αντικρούει τη χρησιμοποίηση κύκλου εργασιών περιλαμβάνοντος τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως για τον υπολογισμό των εξατομικευμένων βασικών ποσών, τονίζεται ότι, καθόσον ο υπολογισμός αυτός συνεπάγεται τη διαφοροποίηση της σχετικής σημασίας στην αγορά των λοιπών συμμετεχόντων στη σύμπραξη, ο μη συνυπολογισμός των δασμών ή ειδικών φόρων καταναλώσεως δεν μεταβάλλει το τελικό συμπέρασμα της Επιτροπής. Μόνο σε περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή είχε υπολογίσει τα εξατομικευμένα βασικά ποσά των λοιπών εμπλεκόμενων μερών βάσει κύκλου εργασιών στον οποίο δεν περιλαμβάνονται οι ειδικοί φόροι καταναλώσεως θα μπορούσε βασίμως να προβληθεί παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
307 Συνεπώς, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή παραβίασε τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας στο πλαίσιο διαφορετικής μεταχειρίσεως, το παρόν σκέλος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
308 Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί το σύνολο του τέταρτου λόγου.
Επί του πέμπτου λόγου, ο οποίος αντλείται από την υπερβολική διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
309 Πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η υπερβολική διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας έθιξε τα δικαιώματά της άμυνας. Η προσφεύγουσα προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι, παρά τους ελέγχους τους οποίους διεξήγαγε η Επιτροπή το 2000 και τις απαντήσεις της προσφεύγουσας στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών, τα σχετικά με εκάστη συνάντηση στοιχεία δεν είχαν διευκρινιστεί, οπότε θα μπορούσε από τότε να είχε θέσει ερωτήσεις στους εμπλεκόμενους διευθυντές.
310 Περαιτέρω, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η υπερβολική διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας κατέληξε στην επιβολή δυσανάλογου προστίμου, δεδομένου ότι η πολιτική της Επιτροπής ως προς την έκταση των προστίμων κατέστη εν τω μεταξύ αυστηρότερη.
311 Δεύτερον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η μείωση του προστίμου κατά 100 000 ευρώ λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας είναι αμελητέα και δυσανάλογη σε σχέση με τη συνολική διάρκεια της διαδικασίας.
312 Η Επιτροπή αναφέρει ότι αναγνώρισε ρητώς, στις αιτιολογικές σκέψεις 497 έως 500 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η διάρκεια της διαδικασίας ήταν υπερβολική και, συνεπώς, μείωσε εξαιρετικώς το επιβληθέν στην προσφεύγουσα πρόστιμο.
313 Εξάλλου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, μολονότι η τήρηση εύλογης προθεσμίας στη διεξαγωγή διοικητικών διαδικασιών αναγνωρίζεται κατά πάγια νομολογία, βάσει της υπερβάσεως της προθεσμίας αυτής μπορεί να ζητηθεί η ακύρωση αποφάσεως διαπιστώνουσας παράβαση μόνον όταν στοιχειοθετείται ότι η προσβολή της αρχής αυτής θίγει τα δικαιώματα άμυνας των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων.
314 Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η από 17 Μαρτίου 2000 απόφαση διεξαγωγής ελέγχου την οποία απηύθυνε στην προσφεύγουσα της έδωσε τη δυνατότητα, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται, να λάβει γνώση του μεγαλυτέρου μέρους της παραβάσεως καθώς και των αγορών και της χρονικής περιόδου που αφορούσε η παράβαση. Κατά την Επιτροπή, η απόφαση αυτή έκανε ήδη μνεία των αντιθέτων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών που αφορούν τον καθορισμό τιμών, την κατανομή των αγορών και/ή την ανταλλαγή πληροφοριών στον ολλανδικό τομέα της μπίρας, τόσο για την αγορά του εμπορίου λιανικής όσο και για την αγορά επιτόπιας καταναλώσεως. Περαιτέρω, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της προσφεύγουσας λόγω της λεπτομερούς φύσης των ερωτημάτων που της απηύθυνε η Επιτροπή από το 2001.
315 Τέλος, η Επιτροπή αμφισβητεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι είναι δυσανάλογη η μείωση του ποσού του προστίμου λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας. Η Επιτροπή θεωρεί ότι διαθέτει συναφώς ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και η δυνατότητα μειώσεως, με δική της πρωτοβουλία, του ποσού του προστίμου αποτελεί ένα από τα προνόμιά της. Εξάλλου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η διάρκεια της διεξαχθείσας εν προκειμένω διοικητικής διαδικασίας ήταν λιγότερο μακρά από ό,τι στις προγενέστερες υποθέσεις όπου, ωστόσο, εφάρμοσε την ίδια μείωση.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
316 Κατά πάγια νομολογία, η τήρηση εύλογης προθεσμίας στις διοικητικές διαδικασίες σχετικά με την πολιτική ανταγωνισμού αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, της οποίας τον σεβασμό εξασφαλίζουν τα δικαστήρια της Ένωσης (αποφάσεις του Δικαστηρίου Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 239 ανωτέρω, σκέψεις 167 έως 171, και της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑113/04 P, Technische Unie κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑8831, σκέψη 40).
317 Για την εφαρμογή της αρχής αυτής, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των δύο σταδίων της διοικητικής διαδικασίας, δηλαδή του ερευνητικού σταδίου πριν από την ανακοίνωση των αιτιάσεων και του σταδίου που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο μέρος της διοικητικής διαδικασίας, δεδομένου ότι κάθε στάδιο έχει τη δική του εσωτερική λογική (απόφαση Technische Unie κατά Επιτροπής, σκέψη 316 ανωτέρω, σκέψη 42).
318 Η πρώτη περίοδος, η οποία εκτείνεται μέχρι την ανακοίνωση των αιτιάσεων, έχει ως σημείο αφετηρίας την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή λαμβάνει μέτρα που συνεπάγονται ότι προσάπτεται μια παράβαση και πρέπει να της δώσει τη δυνατότητα να λάβει θέση σχετικά με τον προσανατολισμό της διαδικασίας. Η δεύτερη περίοδος εκτείνεται από την ανακοίνωση των αιτιάσεων μέχρι την έκδοση της τελικής αποφάσεως. Πρέπει να δώσει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να αποφανθεί οριστικά επί της προσαπτομένης παραβάσεως (απόφαση Technische Unie κατά Επιτροπής, σκέψη 316 ανωτέρω, σκέψη 43).
– Επί της διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας
319 Εν προκειμένω, επισημαίνεται, εισαγωγικώς, ότι η Επιτροπή αναγνώρισε, στην αιτιολογική σκέψη 498 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ήταν υπερβολική και ότι το γεγονός αυτό της καταλογίζεται.
320 Συγκεκριμένα, επισημαίνεται ότι, όσον αφορά το πρώτο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, ήτοι το στάδιο που εκτείνεται από την κοινοποίηση στην προσφεύγουσα της αποφάσεως διεξαγωγής ελέγχου τον Μάρτιο του 2000 μέχρι την παραλαβή της ανακοινώσεως των αιτιάσεων τον Αύγουστο του 2005, διανύθηκε περίοδος 65 μηνών.
321 Δεδομένου ότι, κατά τη διάρκεια της έρευνας, διεξήχθησαν έλεγχοι τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2000, η συνολική διάρκεια του σταδίου αυτού της διοικητικής διαδικασίας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή απηύθυνε στα μέρη πλείονες αιτήσεις για παροχή πληροφοριών μεταξύ 2001 και 2005.
322 Επομένως, ελλείψει πρόσθετων πληροφοριών ή αιτιολογίας εκ μέρους της Επιτροπής ως προς τις διεξαχθείσες κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής ερευνητικές πράξεις, η διάρκεια του πρώτου σταδίου της διαδικασίας πρέπει να θεωρηθεί υπερβολική (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση του Πρωτοδικείου της 16ης Δεκεμβρίου 2003, T‑5/00 και T‑6/00, Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied και Technische Unie κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑5761, σκέψη 77).
323 Το δεύτερο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, το οποίο εκτείνεται από την παραλαβή της ανακοινώσεως των αιτιάσεων μέχρι την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως τον Απρίλιο του 2007, διήρκεσε 20 μήνες, υπερβαίνοντας επομένως, ελλείψει πρόσθετης αιτιολογίας, τη συνήθως απαιτούμενη για την έκδοση της αποφάσεως προθεσμία.
324 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επίδικη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ήταν υπερβολική και προκύπτει από καταλογιζόμενη στην Επιτροπή αδράνεια, η οποία οδήγησε σε προσβολή της αρχής της εύλογης προθεσμίας.
– Επί των συνεπειών επί της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως
325 Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η διαπίστωση προσβολής της αρχής της εύλογης προθεσμίας μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση αποφάσεως διαπιστώνουσας παράβαση μόνον αν η διάρκεια της διαδικασίας είχε επιπτώσεις στην έκβαση της διαδικασίας (βλ., συναφώς, απόφαση Technische Unie κατά Επιτροπής, σκέψη 316 ανωτέρω, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
326 Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η υπερβολική διάρκεια του πρώτου σταδίου της διοικητικής διαδικασίας έθιξε τα δικαιώματά της άμυνας και έχει οπωσδήποτε επιπτώσεις στην έκβαση της διαδικασίας.
327 Η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι εθίγησαν οι δυνατότητές της να αμυνθεί αποτελεσματικώς στις μομφές που επαναλαμβάνονται στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, καθόσον, μέχρι την παραλαβή της ανακοινώσεως αυτής στις 30 Αυγούστου 2005, δεν μπόρεσε να προσδιορίσει με ακρίβεια το αντικείμενο της διεξαχθείσας από την Επιτροπή έρευνας. Κατά την προσφεύγουσα, τη στιγμή που μπόρεσε να αντιδράσει στις αιτιάσεις, είχαν παρέλθει σχεδόν δέκα έτη από την προσαπτόμενη συμπεριφορά, όπερ έθιξε τις δυνατότητές της να συλλέξει απαλλακτικά αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το τμήμα της επιτόπιας καταναλώσεως, λόγω της αναχωρήσεως ορισμένων υπαλλήλων της που είχαν άμεση γνώση των προσαπτόμενων πραγματικών περιστατικών.
328 Διαπιστώνεται συναφώς ότι η προσφεύγουσα κακώς υποστηρίζει ότι δεν μπόρεσε να προσδιορίσει το αντικείμενο της έρευνας μέχρι την ανακοίνωση των αιτιάσεων.
329 Συγκεκριμένα, αφενός, η απόφαση περί διεξαγωγής ελέγχου, η οποία απευθύνθηκε στην προσφεύγουσα στις 17 Μαρτίου 2000, ανέφερε ότι η έρευνα της Επιτροπής αφορούσε αντίθετες προς τον ανταγωνισμό ιδιαίτερες πρακτικές όπως «τον καθορισμό των τιμών, την κατανομή των αγορών και/ή ανταλλαγή πληροφοριών στον ολλανδικό τομέα της μπίρας, τόσο για την αγορά του εμπορίου λιανικής όσο και για την αγορά του τομέα της επιτόπιας καταναλώσεως». Αφετέρου, οι αιτήσεις για παροχή πληροφοριών που απευθύνθηκαν στην προσφεύγουσα τον Οκτώβριο του 2001 διευκρίνιζαν τα είδη των συναντήσεων, τις ημερομηνίες καθώς και τους τόπους που αποτελούσαν το αντικείμενο της διεξαγόμενης από την Επιτροπή έρευνας.
330 Αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, οι κοινοποιήσεις τής έδωσαν τη δυνατότητα να γνωρίζει, με αρκετή ακρίβεια, το αντικείμενο της έρευνας, τις παραβάσεις που μπορεί να της καταλογίζονταν καθώς και τα σχετικά τμήματα της αγοράς και, επομένως, της δόθηκε η δυνατότητα να προσδιορίσει και να συλλέξει τυχόν απαλλακτικά αποδεικτικά στοιχεία.
331 Εξάλλου, η προσφεύγουσα, μολονότι προβάλλει επιχείρημα αντλούμενο από τη δυσχέρεια συλλογής ορισμένων απαλλακτικών αποδεικτικών στοιχείων, παρέλειψε να θεμελιώσει τον ισχυρισμό αυτό με συγκεκριμένα στοιχεία και, ειδικότερα, να διευκρινίσει την ημερομηνία κατά την οποία οι οικείοι υπάλληλοί της έφυγαν από την επιχείρηση, τους ακριβείς λόγους για τους οποίους ήταν κρίσιμο να συλλέξει πληροφορίες από τα εν λόγω πρόσωπα για την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας, καθώς και τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν πλέον δυνατό να συλλέξει πληροφορίες από τα πρόσωπα αυτά (βλ., συναφώς, απόφαση Technische Unie κατά Επιτροπής, σκέψη 316 ανωτέρω, σκέψη 64).
332 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι δεν είχε πληροφορηθεί, από την αρχή της έρευνας, το αντικείμενό της καθώς και τις τυχόν αιτιάσεις της Επιτροπής, οπότε δεν μπορούσε να προετοιμάσει την άμυνά της και να συλλέξει τα απαλλακτικά στοιχεία τα οποία διέθετε.
333 Κατόπιν των ανωτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε την ύπαρξη προσβολής των δικαιωμάτων της άμυνας, η οποία προκύπτει από την υπερβολική διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας.
334 Τέλος, πρέπει επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η κύρωση που της επιβλήθηκε θα ήταν ελαφρύτερη αν η Επιτροπή είχε θέσει τέλος νωρίτερα στη διοικητική διαδικασία.
335 Συγκεκριμένα, μολονότι η Επιτροπή δέχθηκε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι αύξησε το γενικό επίπεδο των προστίμων κατά το 2005, ήτοι κατά τη διάρκεια της επίδικης διοικητικής διαδικασίας, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του αντίκτυπου της διάρκειας της διαδικασίας στο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συναφώς, αρκεί η υπενθύμιση ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει επιβάλει στο παρελθόν πρόστιμα ενός ορισμένου ύψους για ορισμένες μορφές παραβάσεων δεν της στερεί τη δυνατότητα να αυξάνει το ύψος αυτό, εντός των ορίων που τίθενται από τον κανονισμό 1/2003, αν αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να κατοχυρωθεί η εφαρμογή της κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού, αλλ’ ότι, αντιθέτως, η αποτελεσματική εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού απαιτεί η Επιτροπή να μπορεί οποτεδήποτε να προσαρμόζει το επίπεδο των προστίμων στις ανάγκες της πολιτικής αυτής (αποφάσεις Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 304 ανωτέρω, σκέψη 109, και Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 270 ανωτέρω, σκέψη 169).
336 Κατά συνέπεια, λαμβανομένης υπόψη της ελλείψεως αντίκτυπου στην έκβαση της επίδικης διαδικασίας, η μη τήρηση της αρχής της εύλογης προθεσμίας δεν μπορεί να καταλήξει στην ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
– Επί του επιπέδου της μειώσεως του ποσού του προστίμου
337 Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας το οποίο αντλείται από το φερόμενο ως πολύ περιορισμένο επίπεδο της μειώσεως του προστίμου, που χορήγησε η Επιτροπή λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας, επισημαίνεται ότι παρατυπία της διαδικασίας, ακόμα και αν δεν δύναται να καταλήξει στην ακύρωση της αποφάσεως, δύναται να δικαιολογήσει μείωση του προστίμου (βλ., συναφώς, αποφάσεις Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, σκέψη 38 ανωτέρω, σκέψεις 26 έως 48, και Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied και Technische Unie κατά Επιτροπής, σκέψη 322 ανωτέρω, σκέψεις 436 έως 438).
338 Η υπέρβαση της εύλογης προθεσμίας δύναται να αποτελέσει βάση της αποφάσεως της Επιτροπής να μειώσει δικαίως το ποσό του προστίμου, δεδομένου ότι η δυνατότητα της μειώσεως αυτής εντάσσεται στο πλαίσιο της ασκήσεως των προνομίων της (βλ., συναφώς, απόφαση Technische Unie κατά Επιτροπής, σκέψη 316 ανωτέρω, σκέψεις 202 έως 204).
339 Εν προκειμένω, η Επιτροπή αποφάσισε να μειώσει το επιβληθέν στην προσφεύγουσα πρόστιμο λόγω της «μη εύλογης» διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας (αιτιολογικές σκέψεις 498 και 499 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
340 Η άσκηση του προνομίου αυτού της Επιτροπής δεν εμποδίζει το Γενικό Δικαστήριο, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του πλήρους δικαιοδοσίας, να μειώσει περαιτέρω το ποσό του προστίμου.
341 Ωστόσο, πρέπει να θεωρηθεί ότι η κατ’ αποκοπή μείωση των 100 000 ευρώ, εκ μέρους της Επιτροπής, ουδόλως έλαβε υπόψη το ποσό του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου, το οποίο ανερχόταν πριν από τη μείωση αυτή σε 22 950 000 ευρώ, και, επομένως, δεν συνιστά μείωση της κυρώσεως δυνάμενη να ανορθώσει προσηκόντως την προσβολή που προκύπτει από την υπέρβαση της εύλογης προθεσμίας της διοικητικής διαδικασίας.
342 Συναφώς, η προσφεύγουσα ορθώς προβάλλει ότι οι συνέπειες της προσβολής της αρχής της εύλογης προθεσμίας δεν ελήφθησαν επαρκώς υπόψη από την Επιτροπή, όσον αφορά τη μείωση του ποσού του προστίμου.
343 Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της προκειμένης υποθέσεως, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του πλήρους δικαιοδοσίας, ότι, για να χορηγήσει στην προσφεύγουσα δίκαιη ικανοποίηση λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας, η επίδικη μείωση πρέπει να αφορά το 5 % του ποσού του προστίμου.
Συμπέρασμα επί του προστίμου
344 Κατόπιν της εξετάσεως των προβαλλομένων από την προσφεύγουσα λόγων και της ασκήσεως εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου της αρμοδιότητάς του πλήρους δικαιοδοσίας, πρέπει να αναθεωρηθεί το ποσό του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου, αφενός, καθορίζοντας το αρχικό ποσό σε 16 150 000 ευρώ, αντί 17 000 000 ευρώ, κατόπιν της ακυρώσεως του άρθρου 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον δέχεται το συστατικό στοιχείο της παραβάσεως που έγκειται στον περιστασιακό συντονισμό των εμπορικών όρων, πλην των τιμών, που προσφέρονται σε μεμονωμένους καταναλωτές στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως στις Κάτω Χώρες (βλ. σκέψεις 191 και 192 ανωτέρω) και, αφετέρου, αυξάνοντας την πραγματοποιηθείσα μείωση λόγω υπερβάσεως της εύλογης προθεσμίας της διαδικασίας στο 5 % του τελικού ποσού του προστίμου, αντί 100 000 ευρώ (βλ. σκέψη 343 ανωτέρω).
345 Κατόπιν της αναθεωρήσεως αυτής, το ποσό του προστίμου υπολογίζεται αυξάνοντας κατά 35 %, λόγω της διάρκειας της παραβάσεως, το αναθεωρηθέν βασικό ποσό, και μειώνοντας κατά 5 %, λόγω της υπερβάσεως της εύλογης προθεσμίας, το εν λόγω ποσό. Συνεπώς, το επιβαλλόμενο στην προσφεύγουσα πρόστιμο καθορίζεται σε 20 712 375 ευρώ.
Επί των δικαστικών εξόδων
346 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων.
347 Εν προκειμένω, δεδομένου ότι τα αιτήματα της προσφεύγουσας κρίθηκαν εν μέρει βάσιμα, το Γενικό Δικαστήριο, σύμφωνα με δίκαιη εκτίμηση των περιστάσεων της υποθέσεως, αποφασίζει ότι η προσφεύγουσα φέρει τα δύο τρίτα των δικών της εξόδων καθώς και των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή και η τελευταία θα φέρει το ένα τρίτο των δικών της εξόδων καθώς και των εξόδων της προσφεύγουσας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο πενταμελές τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει το άρθρο 1 της αποφάσεως C(2007) 1697 της Επιτροπής, της 18ης Απριλίου 2007, σχετικά με διαδικασία του άρθρου 81 [ΕΚ] (υπόθεση COMP/B-2/37.766 – Ολλανδική αγορά μπίρας), καθόσον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπίστωσε με την απόφαση αυτή ότι η Bavaria NV έλαβε μέρος σε παράβαση η οποία συνίσταται σε περιστασιακό συντονισμό εμπορικών όρων, πλην των τιμών, που προσφέρονται σε μεμονωμένους πελάτες στον τομέα της επιτόπιας καταναλώσεως στις Κάτω Χώρες.
2) Το ποσό του επιβληθέντος στην Bavaria προστίμου με το άρθρο 3, στοιχείο γ΄, της αποφάσεως C(2007) 1697 καθορίζεται σε 20 712 375 ευρώ.
3) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
4) Η Bavaria φέρει τα δύο τρίτα των δικών της δικαστικών εξόδων καθώς και των εξόδων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
5) Η Επιτροπή φέρει το ένα τρίτο των δικών της εξόδων καθώς και των εξόδων της Bavaria.
Vadapalas
Dittrich
Truchot
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 16 Ιουνίου 2011.
(υπογραφές)
Πίνακας περιεχομένων
Το ιστορικό της διαφοράς
Διοικητική διαδικασία
Προσβαλλόμενη απόφαση
Επίμαχη παράβαση
Επιβληθέν στην προσφεύγουσα πρόστιμο
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
Επί του δευτέρου λόγου, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ, παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, της αρχής της νομιμότητας και μη τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
– Επί της δηλώσεως της InBev
– Επί των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων
– Περί των πραγματικών στοιχείων που αφορούν τις διαπιστώσεις, αφενός, συντονισμού των τιμών και αυξήσεων της τιμής της μπίρας και, αφετέρου, περιστασιακού συντονισμού της κατανομής της πελατείας
– Επί των πραγματικών στοιχείων σχετικά με τη διαπίστωση περιστασιακού συντονισμού των λοιπών εμπορικών όρων οι οποίοι προσφέρονται σε μεμονωμένους πελάτες στον τομέα επιτόπιας καταναλώσεως
– Επί της προβαλλομένης πλάνης περί το δίκαιο και του χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών
– Συμπέρασμα
Επί του τρίτου λόγου, περί της διάρκειας της παραβάσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
– Περί του καθορισμού της ημερομηνίας ενάρξεως της παραβάσεως
– Περί του καθορισμού της ημερομηνίας λήξεως της παραβάσεως
Επί του πρώτου λόγου, ο οποίος αντλείται από παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
Επί του έκτου λόγου, ο οποίος αντλείται από παράβαση ουσιώδους τύπου, προσβολή της αρχής της χρηστής διοικήσεως και των δικαιωμάτων άμυνας της προσφεύγουσας, όσον αφορά την άρνηση προσβάσεως σε έγγραφο του φακέλου της υποθέσεως καθώς και σε απαντήσεις άλλων εμπλεκόμενων επιχειρήσεων στην ανακοίνωση των αιτιάσεων
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
– Επί των απαντήσεων των λοιπών επιχειρήσεων στην ανακοίνωση των αιτιάσεων
– Επί του προβαλλομένου ως απορρήτου εγγράφου
Επί του τέταρτου λόγου, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 23 του κανονισμού 1/2003, των κατευθυντηρίων γραμμών καθώς και παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως, σχετικά με τον καθορισμό του ύψους του προστίμου
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
– Επί του πρώτου σκέλους, το οποίο αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως
– Επί του δευτέρου σκέλους, το οποίο αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά την πρακτική λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής
– Επί του τρίτου σκέλους, το οποίο αντλείται από παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά το ύψος των επιβληθέντων στους λοιπούς συμμετέχοντες στην επίδικη σύμπραξη προστίμων
Επί του πέμπτου λόγου, ο οποίος αντλείται από την υπερβολική διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
– Επί της διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας
– Επί των συνεπειών επί της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως
– Επί του επιπέδου της μειώσεως του ποσού του προστίμου
Συμπέρασμα επί του προστίμου
Επί των δικαστικών εξόδων
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy